.

.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Φθάσαμε «μετα-πατερικῶς» καί στόν «ἀντι-παλαμισμό»;



Μέ ἀφορμή μία ἐπιστολή Ἀρχιμανδρίτου ...(ΜΕΡΟΣ Α')


Μοναχός Σεραφείμ

Ἡ ὅλη περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα θεολογικοῦ καί μάλιστα δογματικοῦ σχετικισμοῦ πού ἔχει ἀναπτυχθεῖ τά τελευταῖα χρόνια ἐντός καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἦταν σχεδόν ἀναμενόμενο ὅτι θά ἔφθανε τελικῶς καί στό θέμα τοῦ Ἡσυχασμοῦ τῶν ἁγίων νηπτικῶν Πατέρων. Ἡ πρόσληψη τῆς αἱρετικῆς «μετα-πατερικότητος», σέ συνδυασμό μέ τή συστηματική παραθεώρηση τῆς ἀξίας τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας τῆς β΄ μετά Χριστόν χιλιετίας - ὥστε νά διευκολυνθεῖ μιά τεχνητή καί παραπειστική προσέγγιση μέ τήν ἀμετανοήτως αἱρετική Ρώμη - ἔχουν προφανῶς συμβάλει ἀποφασιστικῶς στήν ἐξέλιξη αὐτή στό γενικότερο πλαίσιο τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ἀποτελεῖ πραγματική ἔκπληξη, ὄχι εὐχάριστη, μία πρόσφατη ἐπιστολή Κληρικοῦ τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στό Περιοδικό «Ἐφημέριος», ἡ ὁποία ἐτέθη ὑπ΄ ὄψιν μας, στήν ὁποία ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης ἀπορρίπτει τήν μέσῳ τῆς ἀκτίστου χάριτος καί ὑποστηρίζει τήν διά κτιστῶν μέσων θέωση τοῦ ἀνθρώπου, καθώς καί τήν κτιστότητα τοῦ Θαβωρίου Φωτός τῆς Μεταμορφώσεως!

Πρίν σχολιάσουμε τήν δομή τῶν σχετικῶν θεολογικῶν ἰσχυρισμῶν, δέν μποροῦμε νά μή ἐκφράσουμε εὔλογο παράπονο γιά τήν κατά τά τελευταῖα ἔτη ἀπάλειψη ἀπό τό Λειτουργικό Τυπικό τῆς ἀναγνώσεως τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας τήν Α΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ θαυμάσιο μέσο ἐπιβεβαιώσεως τῆς θεολογικῆς συνεχείας τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας, διακηρύξεως τῆς αὐτοσυνειδησίας Της, ἀλλά καί θεολογικῆς παιδείας τοῦ χριστεπωνύμου πληρώματος Της. Ἡ Ἐκκλησία, κατά τήν ἱστορική διαπίστωση τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων δέν ἀδιαφορεῖ γιά τούς παραβάτες τῆς Πίστεως, «ἡ Καθολική Ἐκκλησία οὐ παρορᾷ τούς εἰς αὐτήν πλημμελοῦντας»[1] ·  σκοπός Της εἶναι νά διασφαλιστεῖ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι τῆς ἀλλοιώσεως τῆς σωτηριώδους Πίστεως καί τῆς ὑπερφιάλου ἀντιθέσεως τῶν αἱρεσιαρχῶν πρός  τό φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι σημεῖο ἐσχάτης ἀλαζονείας. Αὐτό τόν σκοπό ἐξυπηρετεῖ καί ἡ ὑπενθύμιση καί ἐπανάληψη τῶν ἐπευφημιῶν καί τῶν ἀναθεματισμῶν τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας! Ἐλπίζουμε ὅτι, παρά τήν ἐπικίνδυνη γενική ἀδιαφορία τῶν τελευταίων ἐτῶν ἔναντι τῶν αἱρέσεων τοῦ Παπισμοῦ, ἡ τοποθέτηση τοῦ Πανοσ. Ἀρχιμανδρίτου ἀποτελεῖ μεμονωμένο γεγονός, καθώς ταυτίζεται μέ μέρος τῆς διδασκαλίας τῶν αἱρεσιαρχῶν Βαρλαάμ τοῦ Καλαβροῦ, Γρηγορίου Ἀκινδύνου καί Νικηφόρου Γρηγορᾶ, τούς ὁποίους κατεδίκασαν οἱ Ἡσυχαστικές Σύνοδοι τῶν ἐτῶν 1341, 1347 καί 1351 (ἡ τελευταία ὀρθῶς θεωρούμενη ὡς ἡ Ἐνάτη Οἰκουμενική[2]) καί, βεβαίως, ταυτίζεται μέ τήν σχετική διδασκαλία τοῦ παπισμοῦ. Εἶναι ακόμη περισσότερο λυπηρό ὅτι ἀκαδημαϊκός Καθηγητής φέρεται νά ἔχει συναινέσει στίς θεολογικές αὐτές θέσεις τοῦ ὀρθοδόξου αὐτοῦ Κληρικοῦ.
1. Ἡ ἐπιστολή περί τῆς μεθέξεως τῆς ἀκτίστου χάριτος
Σύμφωνα μέ τήν ἐν λόγῳ ἐπιστολή πρός τό Περιοδικό Ἐφημέριος[3] : (α) ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς δέν θεολόγησε κατ΄ ἀκρίβειαν, ἀλλά κατ΄οἰκονομίαν· (β) ἡ παραδοχή τῆς διδασκαλίας του δέν εἶναι ἀπαραίτητη ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου καί τό ὅλο θέμα περί ἀκτίστου χάριτος δέν ἔχει λήξει· (γ) ἐναντίον τῆς θεολογίας τοῦ Παλαμᾶ στρέφονται καί Ρῶσοι, ἀλλά καί Δυτικοί θεολόγοι· (δ) τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας ἔγκειται στήν κατάβαση τοῦ Θεοῦ στόν ἀνθρώπινο χῶρο, καί στή δημιουργία (κτίση) τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως («ἀνθρωπότητος») τοῦ Χριστοῦ, ὥστε ὁ Θεός ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Χριστοῦ νά ἐπικοινωνήσει μέ τούς ἀνθρώπους καί νά τούς διδάξει· (ε) λόγῳ τῆς ὀντολογικῆς διαφορᾶς Θεοῦ (ἀκτίστου, ἀδημιουργήτου) καί ἀνθρώπων (κτιστῶν, δημιουργημένων) εἶναι ἀδύνατον νά συμμετάσχει ὁ ἄνθρωπος σέ ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, γι΄ αὐτό (ἀντίθετα ἀπό τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Παλαμᾶ) ὁ ἄνθρωπος θεώνεται συμμετέχοντας σέ κτιστά ἀποτελέσματα τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν· (στ) ὁ ἄνθρωπος στερεῖται ὀργάνου ἱκανοῦ νά μετέχει τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. Τέλος (ζ) ἡ θέση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅτι ὁ Θεός κατοικεῖ σέ ἀπρόσιτο φῶς, τόν Ὁποῖον κανείς ἄνθρωπος δέν εἶδε  οὔτε εἶναι δύνατον νά Τόν δεῖ, (ὁ Ὁποῖος εἶναι «φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον, ὅν εἶδεν οὐδείς ἀνθρώπων οὐδέ ἰδεῖν δύναται»[4])μᾶς ὑποχρεώνει νά δεχθοῦμε ὅτι τό Θαβώριο φῶς εἶναι κτιστό.
Μέ τίς ἐν λόγῳ τοποθετήσεις του ὁ Πανοσ. Ἀρχιμανδρίτης ταυτίζεται ἀπολύτως μέ τίς θέσεις τῶν παπικῶν, μόνον πού ἀποφεύγει νά προσδιορίσει ἄν παραδέχεται ὀρθοδόξως ἤ ἀπορρίπτει παπικῶς τήν ὕπαρξη ἀκτίστων ἐνεργειῶν στόν Θεό (διακεκριμένων, ἀλλ’ ὄχι χωριζομένων τῆς οὐσίας), ἀσχέτως πρός τήν ἐδῶ συζητουμένη ἀνθρώπινη μέθεξή τους («Εἶναι καί ἄλλα ἀλλά δέν θέλω νά μακρηγορήσω», γράφει). Οἱ παπικοί διακρίνουν τήν ἐν τῷ Θεῷ ἄκτιστη φύση καί ἐνέργεια (ταυτιζόμενες μεταξύ τους) ἀπό τήν κτιστή, δῆθεν – κατ΄ αὐτούς θέωση – τοῦ ἀνθρώπου· γράφουν σχετικῶς, διερμηνεύοντας τήν σωτηριολογία τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτου· «Ἀναβλύζει μέσα σέ αὐτόν [στόν ἄνθρωπο] μία ζωή, πού γι΄ αὐτόν εἶναι πλήρως ὑπερφυσική καί μόνο γιά τόν Θεό εἶναι φυσική. Βεβαίως ὑφίσταται μία μεγάλη διαφορά μεταξύ τῆς θεϊκῆς ζωῆς ἐν τῷ ἰδίῳ τῷ Θεῷ, καί αὐτῆς ἐντός τῆς ψυχῆς πού ἔχει χαριτωθεῖ. Αὐτό πού στόν Θεό εἶναι τῆς οὐσίας, τό ἀποκτᾷ ἡ ψυχή μόνο κατά συμβεβηκός· ἡ θεία φύση εἶναι μεθεκτή ἀπό αὐτήν [τήν ψυχή] ὡς κτιστή ἐξομοίωση καί μετοχή, καί γι΄ αὐτό δέν μπορεῖ τυπικῶς μέ τρόπο ἄπειρο νά καταστεῖ κτῆμα οὐδενός κτίσματος, ἀκόμη καί αὐτοῦ πού ἔχει χαριτωθεῖ»[5].
Τηρώντας τήν θέση τους αὐτή, οἱ ρωμαιοκαθολικοί - ὡς συνεπείς αἱρετικοί - ἀναγνωρίζουν διακριτικῶς ὅτι εὑρίσκονται σέ ἀσυμφωνία μέ τήν πατερική διδασκαλία (καί ὄχι μόνον μέ ἕνα μέρος της, ὅπως παραπλανητικῶς γράφουν): «Ἡ μακαρία ὅραση [ἐν. τῆς θείας οὐσίας] εἶναι προφανῶς μία κτιστή ἐνέργεια σύμφυτη στήν ψυχή, καί ὄχι, καθώς μερικοί ἀπό τούς παλαιότερους θεολόγους σκέφθηκαν, ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τῆς διανοίας τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία κοινωνεῖται στήν ψυχή. Διότι, καθώς τό ὁρᾶν καί τό γινώσκειν εἶναι σύμφυτες ζωτικές ἐνέργειες, ἡ ψυχή δύναται νά δεῖ ἤ νά γνωρίσει τόν Θεό μέσῳ μόνον τῆς δικῆς τῆς δραστηριότητος, καί ὄχι μέσῳ μιᾶς δραστηριότητος πού ἐξασκεῖται ἀπό κάποια ἄλλη διάνοια»[6].
Ἀντιθέτως, ὁ Ἁγιορειτικός Τόμος, τό θεολογικό καταστάλλαγμα τῆς ἁγιορειτικῆς ἁγιοπνευ-ματικῆς ἐμπειρίας, δεσμευτικός γιά τήν ὀρθοδόξη ὁμολογία, διευκρινίζει ὅτι δέν μπορεῖ ἡ χάρη τῆς θεώσεως, καθότι ἄκτιστος, νά ἔχει ὁποιαδήποτε ὁμοιότητα καί σχέση μέ τίς κτιστές φυσικές δυνάμεις·  διότι τότε δέν θά λεγόταν «χάρις», δηλαδή δώρημα, ἀλλά φανέρωση τῆς ἐνεργείας πού προέρχεται ἀπό δύναμη τῆς φύσεως:  «Ἄσχετός ἐστι παντάπασιν ἡ τῆς θεώσεως χάρις, οὐκ ἔχουσα τήν οἱανοῦν δεκτικήν ἑαυτῆς ἐν τῇ φύσει δύναμιν, ἐπεί οὐκέτι χάρις ἐστίν, ἀλλά τῆς κατά τήν φυσικήν δύναμιν ἐνεργείας φανέρωσις»[7].

2. Ἡ ὀρθόδοξη δογματική συνέχεια στή θεολογία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
Τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέχεται πρός θέωση τήν ἄκτιστη χάρη τῆς Ἁγίας Τριάδος, δέν ἀποτελεῖ καινοτόμο ἄποψη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὅπως ἀφίνει νά ἐννοηθεῖ ὁ σ. τῆς Ἐπιστολῆς παρασιωπώντας τούς παλαιοτέρους Πατέρες, ἀλλά διαχρονική πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ἐκφρασμένη στά συγγράμματα ὅλων τῶν Ἁγίων ὅσοι ἀσχολήθηκαν μέ τό θέμα. Οὐδείς ἐξ αὐτῶν ἀκολουθεῖ τήν ἀντίθετη ἄποψη, ὅτι ἡ μεθεκτή χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι κτιστή[8]. Γράφει χαρακτηριστικῶς ὁ Μ. Ἀθανάσιος«Τώρα ὅμως, ὅταν λεγόμαστε μέτοχοι Χριστοῦ καί μέτοχοι Θεοῦ, ἀποδεικνύεται ὅτι τό μέσα μας χρίσμα καί ἡ σφραγίδα [τοῦ Βαπτίσματος], δέν εἶναι τῆς φύσεως τῶν κτιστῶν, ἀλλά τοῦ Υἱοῦ, ὁ Ὁποῖος μᾶς συνάπτει μέ τόν Πατέρα μέσῳ τοῦ Πνεύματος πού εἶναι μέσα Του»[9].
Ὁ Μέγας Βασίλειος, τόν ὁποῖον ἐπικαλεῖται συχνότατα ὁ ἅγιος Παλαμᾶς, ἐπιμαρτυρεῖ σχετικῶς, ἑρμηνεύοντας τό χωρίο τοῦ Προφήτου Ἰωήλ (3,1), περί τῆς ἐκχύσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος στούς δούλους τοῦ Θεοῦ, ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦμα ὁ Θεός «τό ἐξέχεε, δέν τό ἔκτισε· τό χάρισε, δέν τό ἔφτιαξε· τό ἔδωσε, δέν τό δημιούργησε»[10]. Σέ ἄλλο σημεῖο λέγει τό ἐξῆς, ἐπικρίνοντας ὅσους λέγουν ὅτι, ἐπειδή τό Πνεῦμα εἶναι δῶρον Θεοῦ, γι΄ αὐτό δέν εἶναι ὁμότιμον μέ αὐτόν πού τό δίδει (δηλ. ἄκτιστο, θεϊκό)· «“Μέσα μας, λέγει, εἶναι τό Πνεῦμα, ὡς δῶρο ἀπό τόν Θεό. Λοιπόν, δέν τιμᾶται τό δῶρον μέ τιμή ἴση μέ αὐτόν πού τό ἔχει δώσει”. Ναί μέν, εἶναι δῶρον Θεοῦ τό Πνεῦμα, ἀλλά δῶρον ζωῆς [...] καί δῶρον δυνάμεως [...] Συνεπῶς, πῶς αὐτοί πού τά λέγουν αὐτά δέν ἔχουν ὑπερβεῖ τήν ἰουδαϊκή ἀγνωμοσύνη, λαμβάνοντας σάν ἐφόδιο τῆς βλασφημίας τήν ὑπερβολή τῆς ἀγαθότητος;»[11]. Εἶναι σαφέστατο, ὅτι δέν πρόκειται βεβαίως περί τοῦ προσώπου τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά τῆς ἐνεργείας Του, ἡ ὁποία ἐπίσης καλεῖται Πνεῦμα[12], καί εἶναι ὁμότιμη μέ τόν Θεό, ἄρα καί ἄκτιστη (δέν μπορεῖ κτίσμα νά εἶναι ὁμότιμο μέ τήν Ἁγία Τριάδα). Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος προκαλεῖ ἐνόχληση στούς παπικούς θεολόγους γιά ὅσα ἔγραψε περί τῆς ἀκαταληψίας καί τοῦ ἀοράτου χαρακτῆρος τῆς θείας οὐσίας[13], εἶναι καί στό θέμα τῆς προσλήψεως τῶν θείων ἐνεργειῶν σαφέστατος: «... ὅλοι ἐμεῖς ἐλάβαμε μέ μέτρο τήν ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος (διότι Πνεῦμα ὀνομάζει ἐδῶ τήν ἐνέργεια· διότι αὐτή εἶναι ἡ ὁποία διαμερίζεται), ἐνῷ Αὐτός [δηλ. ὁ Χριστός] ἔχει ὁλοτελῆ καί ἀμέτρητη ὅλη τήν ἐνέργεια. Ἄν ὅμως ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ εἶναι ἀμέτρητη, πολύ περισσότερο ἡ οὐσία»[14]Δέν μπορεῖ νά ἀμφισβητηθεῖ ὅτι ἐδῶ γίνεται λόγος περί ἀκτίστου ἐνεργείας καί ὄχι κτιστῆς, καθότι ἀμέτρητη, καθότι πλήρωμα πού ἐνοικεῖ στόν Χριστό καί καθότι συγκρίνεται μέ τήν οὐσία Του! Ποιός θά ἀποτολμοῦσε σύγκριση μέ κτιστή ἐνέργεια, γιά νά ἀποδείξει τήν ἀπειρία (δηλ. τό ἄπειρον) τῆς θείας οὐσίας; Ἀπό αὐτήν ὅμως τήν ἐνέργεια, τήν ἄκτιστη, δεχόμαστε καί ἐμεῖς ἕνα μέτρο, σύμφωνα μέ τόν Χρυσορρήμονα.
Εἶναι εὔλογο, ὅτι τά ἱερά ἀρεοπαγιτικά συγγράμματα, τά ὁποῖα χαίρουν ὑψίστης ἐκτιμήσεως σέ Ἀνατολή καί Δύση, ἀκολουθοῦν τόν βασικό αὐτό ἄξονα τῆς περί θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου ὀρθοδόξου σωτηριολογίας· «Καί βέβαια ἡ θεωνυμία τοῦ ὄντος», γράφουν, «ἐκτείνεται σέ ὅλα τά ὄντα καί ὑπέρκειται πάντων τῶν ὄντων· τῆς δέ ζωῆς ἐκτείνεται σέ ὅλα ὅσα ζοῦν καί ὑπέρκειται πάντων τῶν ζώντων· τῆς δέ σοφίας ἐκτείνεται σέ ὅλα τά νοερά καί λογικά καί αἰσθητικά καί ὑπέρκειται πάντων αὐτῶν»[15]·ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς σχολιάζοντας κατά λογική ἀκολουθία τήν ρήση αὐτή ἐπισημαίνει: «Βλέπεις ὅτι οἱ μετοχές αὐτές ὑπέρκεινται τῶν ὄντων;»[16]τῶν κτιστῶν ὄντων, ὁπωσδήποτε· ἄρα εἶναι θεῖες καί ἄκτιστες (διότι ἀλλιῶς, ὡς κτιστές, δέν θά ἦταν ὑπερκείμενες τῶν ὄντων, ἀλλά μεταξύ τῶν ὄντων)!
Ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος (4ος αἰ.), γιά νά περιορισθοῦμε σέ ἕνα ἀκόμη Πατέρα τῆς Φιλοκαλίας, εἶναι ἐπίσης σαφέστατος: «Γι’ αὐτό εὐδόκησε ὁ ἀγαθός καί φιλάνθρωπος Θεός μέ τήν πολλή Του χρηστότητα νά χαρίσει πνευματικό πλοῦτο στίς ψυχές μας, δηλαδή τό Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, πού δέν εἶναι τῆς φύσεώς μας – διότι ἐμεῖς εἴμαστε κτίσμα, ἐνῷ αὐτό εἶναι ἄκτιστο -, ὥστε αὐτό ἀφοῦ ἐργασθεῖ μέ τήν δική Του ἐπιστήμη καί τέχνη καί καλλιεργήσει τίς καρδιές τῶν πιστῶν, νά εὐτρεπίσει ἐκεῖνες πού μέ ὁλόκληρο τό θέλημά τους θά ἀφοσιωθοῦν στόν πνευματικό γεωργό»[17].
Ἀπό τούς ἀρχαίους Πατέρες ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής εἶναι ἴσως ὁ καταπέλτης κατά τῆς σωτηριολογίας τῆς κτιστῆς χάριτος, λόγῳ τῆς πεφωτισμένης ὑπό τοῦ Πνεύματος ἑρμηνείας του ἐπί τῶν ἀρεοπαγιτικῶν συγγραμμάτων, ἀλλά καί τῆς ἐνασχολήσεώς του μέ τίς αἱρέσεις τοῦ μονοενεργητισμοῦ καί τοῦ μονοθελητισμοῦ· τά σχετικά χωρία του δέν ἐπιδέχονται ἐναλλακτική κατανόηση, ὅπως λ.χ. τό ἑξῆς:«Ἀπάτωρ, λοιπόν, καί ἀμήτωρ καί ἀγενεαλόγητος ἔχει ὀνομαστεῖ ὁ μέγας Μελχισεδέκ, καί ὅτι δέν ἔχει μήτε ἀρχή ἡμερῶν, μήτε τέλος ζωῆς [...] ὄχι λόγῳ τῆς φύσεως τῆς κτιστῆς πού προῆλθε ἀπό τήν ἀνυπαρξία, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας ἡ ὕπαρξή του ἄρχισε καί ἔληξε, ἀλλά λόγῳ τῆς χάριτος τῆς θείας καί ἀκτίστου καί ἡ ὁποία πάντοτε ὑπέρκειται κάθε φύσεως καί κάθε χρόνου, [καί προέρχεται] ἀπό τόν πάντοτε ὑπάρχοντα Θεό»[18].Σαφέστατο, ὅπως καί τό ἀκόλουθο: «Εἶπα ὅτι εἶναι μία ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἁγίων, αὐτή ἡ ὁποία θεώνει τούς ἁγίους, τῆς μακαριότητος τήν ὁποίαν ἐλπίζουμε· ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, καί ἔχει γίνει τῶν ἁγίων κατά χάριν»· οἱ ἅγιοι λοιπόν καθίστανται «ζωντανές εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καί ταυτίζονται μέ Αὐτόν περισσότερο κατά τήν χάρη, παρά ὡς ὁμοιώματα»[19].
Βάσει ὅλου τοῦ πατερικοῦ πλούτου, μέρος μόνον τοῦ ὁποίου παραθέσαμε ἀνωτέρω, ὁ ἅγιος Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Θεσσαλονίκης, στή δική του ὁμολογητική συγγραφή«Ἔκθεσις τῆς τῶν Βαρλαάμ καί Ἀκινδύνου δυσσεβημάτων ἀλλοκότου πληθύος», γράφει μεταξύ τῶν ἄλλων· «Ἀποβάλλουμε ὅσους λέγουν ὅτι ἡ χάρις καί ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος ἡ ὁποία ἐκχύνεται στούς ἁγίους, ἐπειδή δέν εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Πνεύματος, εἶναι κτιστή»[20].
Τό συμπέρασμα εἶναι ὅτι ἀποτελεῖ πλήρη ἀλλοίωση τῆς ἀληθείας ὁ ἰσχυρισμός παλαιῶν καί νέων ἑτεροδόξων ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, ὁ κακῶς λεγόμενος «παλαμισμός», ἀποτελεῖ καινοτομία. Ἁπλῶς ὁ ἅγιος Παλαμᾶς συνεισέφερε στή συστηματοποίηση τῆς διαχρονικῆς περί τούτου διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας: «ἡ θεολογία τῶν ἐνεργειῶν συνήντησε στόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ ἀκρίβεια καί συστηματοποίηση πού δέν εἶχε γνωρίσει μέχρι τότε», δηλαδή τήν ἐπανερμηνεία παλαιῶν ἐκφράσεων ἀναλόγων πρός ἄλληλες, ὅπως οἱ «δόξα», «λάμψις», «φῶς», «ζωή», «δυνάμεις», «τά περί τήν οὐσίαν», τίς ὁποῖες ὁ Παλαμᾶς συγκέντρωσε ὑπό τό ὄνομα τῶν «ἐνεργειῶν», ἐνῷ φώτισε, συγκεκριμενοποίησε, ξεκαθάρισε καί σέ κάποιο βαθμό συστηματικοποίησε τίς θέσεις τῶν προγενεστέρων Πατέρων[21].
Εἶναι δυνατόν μετά ἀπό αὐτά, νά θέτει κανείς ἐν ἀμφιβόλῳ τόσο τήν κοινή ἐκκλησιαστική πίστη περί τῆς ἀνθρωπίνης μετοχῆς, μεθέξεως, στίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, ὅσο καί τήν κεφαλαιώδη σημασία της, περιορίζοντας τό ὅλο ζήτημα στά περί τό κῦρος τοῦ ἁγίου  Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ;

3. Ἡ ἀξία τῆς θεολογίας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου καί τῶν Ἡσυχαστῶν
Ἡ θεολογία τοῦ Ἡσυχασμοῦ, δέν συνιστᾷ λοιπόν, καινοτομία οὔτε εἶναι δυνατόν νά ἐξετάζεται κεχωρισμένως, ἀλλά εἶναι ἀπολύτως σύμφωνη μέ τήν πρό αὐτῆς θεολογία καί τήν διάκριση στόν Θεό τῆς ἀμεθέκτου οὐσίας Του καί τῆς μεθεκτῆς χάριτός Του (τῆς ἐνεργείας Του). Ὅπως ἔχει ἐπισημανθεῖ, ὁ Μέγας Βασίλειος, λόγου χάριν, πολύ πρωτύτερα «προβάλλων τήν ὀντολογικήν καί γνωσιολογικήν σημασίαν τῆς διακρίσεως οὐσίας καί ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ [...] προσέφερε τήν βάσιν διά τήν περαιτέρω ἀνάπτυξιν τῆς περί οὐσίας καί ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ διδασκαλίας ἐντός τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως»[22]Ὁ Παλαμᾶς δέν αὐτονομήθηκε οὔτε πρωτοτύπησε, θά ἦταν δέ μεγίστη ὕβρη γι΄ αὐτόν ἡ ἀπόδοση καινοτομίας στό ἔργο του, ἀλλά «ὡς θεολόγος ἦτο ἀπλούστατα διερμηνεύς τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας [...] ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὑπῆρξε βαθύτατα ἐρριζωμένος ἐν τῇ παραδόσει»[23]τήν ὁποίαν διέσωσε ἔναντι νέων προκλήσεων.
Σέ ἀντίθεση με τούς ἰσχυρισμούς τοῦ Ἀρχιμανδρίτου, ὁ ὁποῖος φαίνεται νά προσδίδει μόνον ἠθικό περιεχόμενο στήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου, ὡς παράδειγμα ταπεινώσεως καί μέσο προφορικῆς διδασκαλίας, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἐπισημαίνει τίς ὀντολογικές συνέπειες τῆς ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων, θείας καί ἀνθρωπίνης, στό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, διά τῆς ὁποίας ἑνώσεως μεταδίδονται σέ μᾶς οἱ ἄκτιστες δωρεές: «Ἄν λοιπόν, ὅπως σέ ὅλα τά κτίσματα, μέ τόν ἴδιο τρόπο ὑπάρχει καί στούς Ἁγίους [ὁ Θεός], καί ὡς Θεός – σύμφωνα μέ τίς σοφές ἐπινοήσεις σας - ὅπως στά ἄλλα κτίζει [δηλ. δημιουργεῖ] ὅσα εἶναι ἁρμόδια, ἔτσι καί στούς Ἁγίους [κτίζει] τήν ἁγιότητα, τότε ποιά εἶναι ἡ ἀνάγκη γιά τόν Χριστό καί τήν παρουσία Του; Ποιά ἡ ἀνάγκη γιά τό βάπτισμα σ’ Ἐκεῖνον καί γιά τήν ἐξουσία καί δύναμη πού μᾶς προστίθεται ἀπό αὐτό»[24];Ἐπιστρέφουμε λοιπόν στίς δογματικές διαμάχες γιά τήν θεότητα ἤ κτιστότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά μέ ἄλλη μορφή. Ἡ Ἐκκλησία προήσπισε τήν θεότητα τοῦ Προσώπου (τῆς Ὑποστάσεως) τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τῶν Πνευματομάχων καί πάσης φύσεως Ἀρειανῶν κατά τόν 4ο μ.Χ. αἰῶνα, περί τήν Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο. Χίλια ἔτη ἀργότερα ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὑπεραμύνθηκε τῆς ἀκτίστου χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (δηλ. καί ὅλης τῆς Ἁγίας Τριάδος) ὡς προϋποθέσεως σωτηρίας καί θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου[25]. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀντέτασσε στούς αἱρετικούς Ἀνομοίους: «Δέν πείθομαι ὅτι σῴζομαι ἀπό τό ὁμότιμο [μέ ἐμένα, κτίσμα]· ἄν δέν εἶναι Θεός τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, νά θεωθεῖ πρῶτα καί ἔτσι νά μέ θεώσει καί ἐμένα τόν [δῆθεν] ὁμότιμο [μέ αὐτό, κτίσμα]»[26]· ὁ ἅγιος Παλαμᾶς μεταφέρει, βάσει τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τήν σχετική πατερική  θέση καί στή σωτηριολογία: «Δέν σέβεσαι, ἄνθρωπε, τόν Ἀπόστολο, ὁ ὁποῖος λέγει “τά σώματά μας εἶναι ναός τοῦ ἁγίου Πνεύματος τό ὁποῖο βρίσκεται μέσα μας;”[27]. Καί πάλιν, “εἶστε ναός τοῦ Θεοῦ καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ μέσα σας;”[28].  Ἆραγε θά καταδεχόταν ποτέ νά τιμήσει μέ τήν προσηγορία “ναός” τό κατοικητήριο τοῦ δούλου [ἑνός δηλ. κτίσματος];»[29]Ἕτσι λοιπόν, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς συνδέει ἀμέσως τήν αἵρεση τοῦ Βαρλαάμ πρός τίς ἀρχαῖες ἀντιτριαδικές αἱρέσεις τοῦ Ἀρείου καί τοῦ Μακεδονίου, οἱ ὁποῖοι κατέτεμναν τήν Τριαδική Θεότητα σέ κτιστά (Υἱόν καί Πνεῦμα) καί ἄκτιστα (δηλ. τόν Πατέρα)· παρομοίως πράττει «καί ὁ Βαρλαάμ μέ τούς ὀπαδούς του ὑποστηρίζοντας ὅτι τό φῶς τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, τό ὁποῖο θά περιλάμψει τούς δικαίους, καί κάθε ἄλλη ἐνέργεια καί δύναμη τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ εἶναι κτιστά πράγματα»[30].
Ἡ συνεπής αὐτή ὑπεράσπιση τῆς κοινωνίας τῆς ἀκτίστου θεωτικῆς χάριτος ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου (ἀλλά καί τῆς ἀγγελικῆς φύσεως) ἤδη συστηματικῶς ἀπό τούς Καππαδόκες καί μέχρι τόν Παλαμᾶ καί μετέπειτα, ἀποτελεῖ βεβαίως καί διαφύλαξη – πλήν τῆς θεώσεως τῶν πιστῶν – καί τῆς μόνης ὀρθῆς ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Στό κείμενο Ἔκθεσις δυσσεβημάτων τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τῆς Θεσσαλονίκης γίνεται καί πάλι σαφής ἡ ἀναφορά στή μαρτυρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «Ἀποβάλλουμε ὅσους λέγουν ὅτι εἶναι κτίσμα αὐτό πού οἱ ἅγιοι λαμβάνουν[31] ἀπό “τό πλήρωμα τῆς θεότητος πού κατοικεῖ στόν Χριστό”[32], διότι μέ τόν τρόπο αὐτό σάν νά λέγουν κτίσμα καί τό πλήρωμα ἐκεῖνο, ἤ - ταυτοσήμως- τήν τοῦ Χριστοῦ  θεία καί ἐνέργεια καί φύση, καί εἶναι γιά τόν λόγο αὐτό ἀρειανοί»[33].
Ἐξ ἀντιθέτου, ἡ υἱοθέτηση τῆς σωτηριολογίας τῆς δῆθεν κτιστῆς χάριτος, συνεισφέρει στήν αἱρετική δυτική προπαγάνδα. Στούς παραπάνω ἰσχυρισμούς ἡ λατινική θεολογία εὕρισκε καί ἀκόμη ἕνα ἐπιχείρημα ὑπέρ τοῦ Filioque: ἀφοῦ τό Ἅγιον Πνεῦμα πού λαμβάνουν οἱ  Ἅγιοι δέν εἶναι κτίσμα (κατά τούς παλαιοτέρους Ἁγίους), δέν εἶναι δέ καί ἄκτιστη ἐνέργεια (κατά τόν Βαρλαάμ καί τούς λοιπούς), τότε ἀπομένει τό ὅτι αὐτό πού ἐκχέει στούς Ἁγίους ὁ Θεάνθρωπος Χριστός εἶναι τό Πρόσωπον (ἡ Ὑπόστασις) τοῦ Πνεύματος, ἄρα ἐπιβεβαιώνεται δῆθεν ἡ «καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ» (“Filioque”) ὑποστατική ἐκπόρευση τοῦ Πνεύματος, κατά τήν αἵρεση τῆς Δύσεως[34].
Ἡ κατά τῶν Ἡσυχαστῶν καί ἰδίως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου πολεμική τῶν Βαρλαάμ, Ἀκινδύνου καί Γρηγορᾶ πέραν τῶν ἀνωτέρω, ἦταν καί ἡ πρώιμη μορφή τῆς αἱρέσεως τῆς «μετα-πατερικότητος»· αὐτή τήν μομφή κατά τῶν παλαιῶν θεολόγων Πατέρων τούς ὁποίους ἐπικαλοῦνταν οἱ ἱεροί Ἡσυχασταί θά τήν ἐκτιμοῦσαν ἰδιαιτέρως οἱ Λατῖνοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης: «Ἔπειτα, πόσο νομίζεις ὅτι θά ἐκτιμήσουν οἱ Λατῖνοι», γράφει ὁ Παλαμᾶς, «τό νά ἀποδειχθοῦν τά βιβλία τῆς δικῆς μας Ἐκκλησίας σφαλερά;»[35]Τό ἴδιο ἐρώτημα, ἰσχύει ἀσφαλῶς καί γά ὅσους σήμερα τολμοῦν νά ἀμφισβητήσουν τήν διά στόματος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ἐκπεφρασμένη διαχρονική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀντιλαμβάνεται περαιτέρω ὁ Πανοσ. Ἀρχιμανδρίτης τίς περαιτέρω φοβερές συνέπειες πού θά προέκυπταν σέ ὅλον τόν πνευματικό μας βίο, ἄν παραδεχόμασταν ὡς κτιστές τίς σωστικές ἐνέργειες τῆς Ἁγίας Τριάδος; Καί ὅτι κατά συνέπεια σέ πλεῖστες ὅσες περιπτώσεις θά φαινόμασταν ὡς κτισματολάτρες (προσκυνηταί κτισμάτων) καί ὄχι λάτρες τοῦ Θεοῦ;  Ὄχι ὁ ἅγιος Παλαμᾶς, ἀλλά ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἐπισημαίνει περί τῆς τιμητικῆς προσκυνήσεως τῶν ἁγιασμάτων τά ἑξῆς: «Δεύτερος τρόπος, μέ τόν ὁποῖον προσκυνοῦμεν κτίσματα [...] Αὐτά καί τά παρόμοια σέβομαι καί προσκυνῶ καί κάθε ἅγιο ναό τοῦ Θεοῦ καί κάθε τι, ἐπί τοῦ ὁποίου μνημονεύεται ὁ Θεός, ὄχι γιά τήν φύση τους, ἀλλά ἐπειδή εἶναι δοχεῖα τῆς θείας ἐνεργείας καί μέσῳ αὐτῶν καί σέ αὐτά εὐδόκησε ὁ Θεός νά μεθοδεύσει τήν σωτηρία μας. Διότι καί ἀγγέλους καί ἀνθρώπους καί κάθε ὕλη πού μετέχει στή θεία ἐνέργεια καί πού ὑπηρέτησε τήν σωτηρία μου τήν σέβομαι καί τήν προσκυνῶ λόγῳ τῆς θείας ἐνεργείας. Δέν προσκυνῶ τούς Ἰουδαίους· διότι δέν εἶναι μέτοχοι θείας ἐνεργείας, οὔτε μέ σκοπό τήν σωτηρία μου σταύρωσαν τόν Κύριον τῆς Δόξης, τόν Θεόν μου, ἀλλά μᾶλλον κινούμενοι ἀπό φθόνο καί μῖσος πρός τόν Θεό καί εὐεργέτη»[36]Σαφῶς αὐτά ἰσχύουν γιά κάθε σχετική προσκύνηση ἱ. Εἰκόνων, ἱ. Λειψάνων, ἱ. Σκευῶν κ.λπ. Εἶναι σαφέστατο, ὅτι ὡς θεία ἐνέργεια ἐννοεῖται μόνον ἡ ἄκτιστη· διότι καί συγκεκριμένως περί τῆς προσκυνήσεως τῶν Ἁγίων ἔγραψε λίγο παραπάνω ὁ Δαμασκηνός: «Ὅπως λοιπόν ἀληθῶς εἶναι ὄχι κατά τήν φύση [θεοί], ἀλλά ὡς μέτοχοι τοῦ κατά τήν φύση Θεοῦ, ἔτσι εἶναι καί προσκυνητοί, ὄχι κατά φύση, ἀλλ΄ ἐπειδή ἔχουν μέσα τους τόν ἐκ φύσεως Προσκυνητόν»[37].
Συνοψίζοντας ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Καθηγητής τῆς Πατρολογίας π. Θεόδωρος Ζήσης τήν σημασία τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἐπισημαίνει ὅτι ὁ ἅγιος εἶχε σκοπό «νά ἀποτρέψει τήν κατάργηση τῆς δυνατότητος νά μετέχει ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὥστε να εἶναι δυνατή ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου»· ἀντιθέτως ὅμως πρός τήν Ὀρθοδοξία, ἡ Δύση «ἔχει ἀποξηράνει τήν πνευματική ζωή καί ἀντί τῆς ἐλευθερίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔχει διαμορφώσει σύστημα ἐντολῶν καί ἠθικῶν ἀπαιτήσεων, τούς καρπούς τῶν ὁποίων ἀναμένει κανείς μόνο στό μέλλον»[38].

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.....


[1]Ἐπιστολή τῆς ἐν Σαρδικῇ συναχθείσης Συνόδου ἡ ὁποία περιέχεται στό  Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣἈπολογητικός κατά Ἀρειανῶν 40, PG 25, 317Β (ΕΠΕ 8, 136).
[2]. Βλ. τήν σχετική περίφημη ἐργασία τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γόρτυνος κ. Ἱερεμίου, «Περί τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἐν Κπόλει ἐν ἔτει 1351 μ.Χ. συγκληθείσης Συνόδου ὡς Ἐνάτης Οἰκουμενικῆς», ἐν Θεοδρομία ΙΣΤ΄ 3 (Ἰούλιος–Σεπτέμβριος 2014) 428-439.
[3]Αρχιμ. ΧΡΙΣΤΟΔ. ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Ἐπιστολή στό Ἐφημέριος 8 (Σεπτέμβριος 2014) 28ἑ.http://www.ecclesia.gr/greek/press/efimerios/efimerios_2014_septembrios.pdf
[4]Α΄Τιμ. 6, 16
[5]J. WÖRLE, Die Lehre des hl. Thomas von Aquin vom Wachstum des übernatürlichen Gnadenlebens, Linz 1931, σελ. 1· «Der Mensch ist darum nicht mehr bloß Diener und Knecht Gottes, er ist Freund und Kind Gottes geworden. Es flutet in ihm ein Leben, das für ihn vollständig übernatürlich und nur Gott allein natürlich ist. Freilich besteht zwischen dem göttlichen Leben in Gott selbst und dem in der begnadeten Seele ein großer Unterschied. Was in Gott substantiell ist, besitzt die Seele nur akzidentell; die göttliche Natur ist ihr als geschaffene Verähnlichung und Teilnahme mitgeteilt und kann darum von keinem auch noch so begnadeten Geschöpfe formell auf unendliche Weise in Besitz genommen werden». Ὁ Καθηγητής Joseph Wörle παραπέμπει σχετικῶς στή Summa τοῦ Ἀκινάτου, 1 ΙΙ ἐρ. 110 a 2 & 2 «Patet igitur quod quamlibet Dei dilectionem sequitur aliquod bonum in creatura causatum quandoque, non tamen dilectioni aeternae coaeternum» («Εἶναι, λοιπόν, σαφές ὅτι κάθε ἀγάπη ἀπό μέρους τοῦ Θεοῦ ἀκολουθεῖται σέ κάποιο χρόνο ἀπό ἕνα ἀγαθό προκληθέν μέσα στό κτίσμα, πού δέν εἶναι ὅμως συναιώνιο μέ τήν αἰώνια ἀγάπη»).
[6]J. HONTHEIM, «Heaven» ἐν The Catholic Encyclopedia, τόμ. 7, The Encyclopedia Press Inc., New York 1913, σελ. 172·  «The beatific vision is obviously a created act inherent in the soul, and not, as a few of the older theologians thought, the uncreated act of God’s own intellect communicated to the soul. For, as seeing and knowing are immanent vital actions, the soul can see or know God by its own activity only, and not through any activity exerted by some other intellect».
[7]Ἁγιορειτικός Τόμος 2ἐκδ. Χρήστου τόμ. 2, 571( ΕΠΕ 3, 502).
[8]JEAN-CLAUDE LARCHET, «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί ἡ πατερική παράδοση», ἐν Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στήν ἱστορία καί τό παρόν, ἐποπτείᾳ Γ. Ἰ. Μαντζαρίδη, ἐκδ. Ἱ.Μ.Μ. Βατοπεδίου, Ἅγιον Ὄρος 2000, σελ. 342· «Θά ἤθελα μόνο νά ὑπογραμμίσω ἐδῶ ὅτι ὁ ἄκτιστος χαρακτήρας τῆς Χἀριτος βεβαιώνεται σαφῶς στό ἔργο τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ (τό κυριότερο κείμενο τοῦ Μαξίμου μνημονεύεται ἐξ ἄλλου συχνά ἀπό τόν Παλαμᾶ), ἐνῷ ἀντιθέτως δέν ὑπάρχει κανείς Ἕλληνας Πατήρ ὁ ὁποῖος νά βεβαιώνει τόν κτιστό χαρακτήρα τῆς Χάριτος».
[9]Πρός Σεραπίωνα Θμούεως Ἐπίσκοπον 24, PG 26, 585B.C· «Νῦν δέ, ὅτε λεγόμεθα μέτοχοι Χριστοῦ καί μέτοχοι Θεοῦ, δείκνυται τό ἐν ἡμῖν χρίσμα καί ἡ σφραγίς μή οὖσα τῆς τῶν γενητῶν φύσεως, ἀλλά τῆς τοῦ Υἱοῦ, διά τοῦ ἐν αὐτῷ Πνεύματος συνάπτοντος ἡμᾶς τῷ Πατρί».
[10]Κατ’ Εὐνομίου Λόγος ε΄ (Περί τοῦ Πνεύματος 2),  PG 29, 772D· «Τοῦτο τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἐξέχεεν ἐφ’ ἡμᾶς πλουσίως ὁ Θεός διά Ἰησοῦ Χριστοῦ· ἐξέχεεν,  οὐκ ἔκτισεν· ἐχαρίσατο, οὐκ ἐποίησεν· ἔδωκεν, οὐκ ἐδημιούργησεν».
[11]Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πρός τόν ἐν ἁγίοις Ἀμφιλόχιον Ἐπίσκοπον Ἰκονίου 24 (57), PG 32, 173A.B· «Ἐν ἡμῖν, φησί, τό Πνεῦμα ὡς δῶρόν ἐστι παρά τοῦ Θεοῦ. Οὑ δήπου δέ τό δῶρον ταῖς ἴσαις τιμαῖς τῷ δεδωκότι σεμνύνεται. Δῶρον μέν οὖν Θεοῦ τό Πνεῦμα, ἀλλά δῶρον ζωῆς [...] Καί δῶρον δυνάμεως [...] Ὥστε πῶς οἱ τά ταῦτα λέγοντες οὐχί τήν ἰουδαϊκήν ἀγνωμοσύνην παρεληλύθασι, τήν ὑπερβολήν τῆς χρηστότητος ἐφόσιον εἰς βλασφημίαν λαμβάνοντες;».  
[12]ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Ἔκθεσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως 1, (13) 13 PG 94, 858Β· «Τό πνεῦμα νοεῖται πολλαχῶς· τό ἅγιον Πνεῦμα· λέγονται δέ καί αἱ δυνάμεις τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου πνεύματα». Ο Αυτοσ, Τεμάχια διάφορα, PG 95, 233C.D: «Ἐπειδή πολλαχῶς τό πνεῦμα νοεῖται, λεκτέον τά σημαινόμενα. Πνεῦμα τοίνυν εἴρηται τό ἅγιον Πνεῦμα [...] αἱ γάρ ἐνέργειαι τοῦ Πνεύματος, πνεύματα οἶμαι φίλον τῷ Ἠσαΐᾳ καλεῖν».
[13]. Βλ. σχετικῶς ΒΛΑΔ. ΛΟΣΚΙ, Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ, Βιβλιοθήκη Ὀρθοδόξου Μαρτυρίας, μετφρ, Ἀρχιμ. Μελετίου Καλαμαρᾶ, ἐκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1973, σελ.26-31 καί τήν γενικότερη συνάφεια.
[14]Εἰς τό κατά Ἰωάννην, 30, 2, PG 59, 174· «... πάντες ἡμεῖς μέτρῳ τήν τοῦ Πνεύματος ἐνέργειαν ἐλάβομεν· Πνεῦμα γάρ ἐνταῦθα τήν ἐνέργειαν λέγει· αὕτη γάρ ἐστιν ἡ μεριζομένη· οὗτος δέ ἀμέτρητον ἔχει καί ὁλόκληρον πᾶσαν τήν ἐνέργειαν. Εἰ δέ ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ ἀμέτρητος, πολλῷ μᾶλλον ἡ οὐσία». Πρόκειται περί τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἐδαφίου Ἰω. 3,34: «οὐ γάρ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεός τό Πνεῦμα».
[15]Περί θείων ὀνομάτων 5, 1 PG 3, 816C· «Ἡ δέ τοῦ ὄντος [θεωνυμία] εἰς πάντα τά ὄντα ἐκτείνεται, καί ὑπέρ τά ὄντα ἐστίν. Ἡ δέ τῆς ζωῆς εἰς πάντα τά ζῶντα ἐκτείνεται, καί ὑπέρ τά ζῶντά ἐστίν. Ἡ δέ τῆς σοφίας, εἰς πάντα τά νοερά καί λογικά, καί αἰσθητικά ἐκτείνεται καί ὑπέρ πάντα ταῦτά ἐστι». Ἐδῶ ἐπισημαίνεται ἀπό τό κείμενο (αὐτόθι), ὅτι δέν πρόκειται περί τῆς θείας οὐσίας, ἀλλά τῆς θείας ἐνεργείας «τῷ λόγῳ σκοπός οὐ τήν ὑπερούσιον οὐσίαν, ᾗ ὑπερούσιος, ἐκφαίνειν [...] ἀλλά τήν οὐσιοποιόν εἰς τά ὄντα πάντα τῆς θεαρχικῆς οὐσιαρχίας πρόοδον ὑμνῆσαι».
[16]Διάλεξις Θεοφάνους πρός Θεότιμον 24, ἐκδ. Χρήστου τόμ. 2, 250 (ΕΠΕ 3, 424): «Ὁρᾷς τάς μετοχάς ταύτας ὑπέρ τά ὄντα οὔσας;».
[17]Λόγος 50, 1, 7 Makarios/Symeon Reden und Briefe, ὑπό H. Berthold, τόμ. 2, Akademie – Verlag – Berlin 1973, σελ. 124· «Διό εὐδόκησεν ὁ ἀγαθός καί φιλάνθρωπος Θεός τῇ πολλῇ αὐτοῦ χρηστότητι πλοῦτον ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τόν πνευματικόν {ἡμῖν} χαρίσασθαι, τουτέστι τό τοῦ Χριστοῦ Πνεῦμα μή ὄν ἐκ τῆς ἡμετέρας φύσεως - ἡμεῖς μέν γάρ ἐσμεν κτίσμα, αὐτό δέ ἄκτιστόν ἐστι - ἵνα <αὐτό> τῇ ἰδίᾳ <ἐπιστήμῃ> καί τέχνῃ ἐργασάμενον καί γεωργῆσαν τῶν πιστῶν τάς καρδίας εὐτρεπίσῃ τάς ὅλῳ θελήματι ἑαυτάς ἐπιδούσας τῷ πνευματικῷ γεωργῷ» κ.λπ.
[18]Περί διαφόρων ἀποριῶν (Θεωρία εἰς τόν Μελχισεδέκ) PG 91, 1141A· «Ἀπάτωρ οὖν καί ἀμήτωρ καί ἀγενεαλόγητος, μήτε ἀρχήν ἡμερῶν, μήτε τέλος ζωῆς ἔχων, ἀναγέγραπται ὁ μέγας Μελχισεδέκ, ὡς ὁ ἀληθής τῶν θεοφόρων ἀνδρῶν τά περί αὐτοῦ διεσάφησε λόγος, οὐ διά τήν φύσιν τήν κτιστήν καί ἐξ οὐκ ὄντων, καθ΄ ἥν τοῦ εἶναι ἤρξατό τε καί ἔληξεν, ἀλλά διά τήν χάριν τήν θείαν καί ἄκτιστον καί ἀεί οὖσαν ὑπέρ πᾶσαν φύσιν καί πάντα χρόνον ἐκ τοῦ ἀεί ὄντος Θεοῦ, καθ΄ ἥν δι΄ ὅλου μόνην ὅλος γνωμικῶς γεννηθείς ἐπιγινώσκεται».
[19]Πρός Μαρῖνον τόν ὁσιώτατον Πρεσβύτερον PG 91, 33A.B· «ἔφην μίαν ἐνέργειαν τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἁγίων, τήν πάντων ἐκθεωτικήν τῶν ἁγίων, τῆς ἐλπιζομένης μακαριότητος· τοῦ μέν Θεοῦ κατ’ οὐσίαν ὑπάρχουσαν, τῶν δέ ἁγίων κατά χάριν γεγενημένην», καί ἐπίσης Περί διαφόρων ἀποριῶν PG 91, 1253D· «Ἑτοίμους ὁ λόγος δι΄ ἐλπίδος καθίστησι τῇ παραδοχῇ τῆς τῶν ἀληθῶν ἀρχετυπίας ψυχωθῆναι καί γενέσθαι ζώσας εἰκόνας Χριστοῦ, καί ταὐτόν αὐτῷ μᾶλλον κατά τήν χάριν ἤ ἀφομοίωμα».
[20]Ἔκθεσις δυσσεβημάτων 21, ἐκδ. Χρήστου τόμ. 2, 583 (ΕΠΕ 3, 522):«Ἀποβαλλόμεθα τούς λέγοντας τήν ἐπί τούς ἁγίους ἐκχεομένην χάριν καί ἐνέργειαν τοῦ Πνεύματος κτιστήν, ὅτι μή οὐσία τοῦ Πνεύματός ἐστιν».
[21]JEAN-CLAUDE LARCHET, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 336.338ἑ.
[22]Γ. ΜΑΡΤΖΕΛΟΣ, Οὐσία καί ἐνέργειαι τοῦ Θεοῦ κατά τόν Μέγαν Βασίλειον, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 193. 
[23]Πρωτοπρ. Γ. ΦΛΩΡΟΦΚΣΥ, «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί ἡ Πατερική Παράδοσις» ἐν Πανηγυρικός Τόμος ἑορτασμοῦ τῆς ἑξακοσιοστῆς ἐπετείου τοῦ θανάτου τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Ἀρχιεσπικόπου Θεσσαλονίκης (1359-1959), ἐπιμελείᾳ Π.Κ. Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1960, σελ. 248.
[24]Περί θείας καί θεοποιοῦ μεθέξεως 3, ἐκδ. Χρήστου τόμ. 2, 139 (ΕΠΕ 3, 216): «Εἰ δέ ὥσπερ ἐν τοῖς κτίσμασι πᾶσιν οὕτω καί ἐν τοῖς ἁγίοις ἐστί, καί ὡς Θεός κατά τάς σοφάς ὑμῶν ἐπινοίας, καθάπερ ἐν τοῖς ἄλλοις τά κατάλληλα κτίζει , οὕτω κἀν τοῖς ἁγίοις τήν ἁγιότητα, τίς χρεία Χριστοῦ καί τῆς αὐτοῦ παρουσίας ; Τίς χρεία τοῦ κατ’ αὐτόν βαπτίσματος καί τῆς ἐξ αὐτοῦ προσγινομένης ἡμῖν ἐξουσίας τε καί δυνάμεως;».
[25]Γ. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗΣ, Παλαμικά, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 175. 177: « Ἐάν τό Ἅγιον Πνεῦμα ἦτο κτίσμα, δέν θά κατελύετο μόνον τό τριαδικόν τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ἡ δυνατότης θεώσεως τῶν πιστῶν. Ἡ διδασκαλία τῶν ἀντιησυχαστῶν καί τῶν Λατίνων περί σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου διά κτιστῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἐρχομένη εἰς ἀντίθεσιν πρός βασικήν πατερικήν ἀρχήν, κατά τήν ὁποίαν ἡ ἀνακαίνισις καί θέωσις τοῦ ἀνθρώπου δέν συντελεῖται διά κτιστῶν μέσων, συνεκέντρωσε τά βέλη τοῦ Παλαμᾶ [...] Ἡ διδασκαλία τούτων [Βαρλαάμ, Ἀκινδύνου, Γρηγορᾶ] ἔρχεται καί πάλιν εἰς ἀντίθεσιν πρός τήν ἐμπειρίαν τῆς θεώσεως, τήν ὁποίαν διατηρεῖ ἡ Ἐκκλησία. Ὁ τρόπος κατά τόν ὁποῖον προσβάλλεται ἠ ἐκκλησιαστική αὕτη ἐμπειρία εἰς τήν προκειμένην περίπτωσιν εἶναι νέος»· δηλαδή, ἀντί τῆς κτιστότητος τῆς ὑποστάσεως (προσώπου) τοῦ Πνεύματος, προβάλλεται ὑπό τῶν αἱρετικῶν ἡ κτιστότης τῆς φυσικῆς ἐνεργείας Του.
[26]Λόγος 34 (Εἰς τούς Αἰγύπτου ἐπιδημήσαντας) 12, PG 36, 252B.C· «Τολμῶ τι φθέγξασθαι, ὦ Τριάς· καί συγγνώμη τῇ ἀπονοίᾳ· περί ψυχῆς γάρ ὁ κίνδυνος [...] Οὐ πείθομαι τῷ ὁμοτίμῳ σῴζεσθαι. Eἰ μή Θεός τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, θεωθήτω πρῶτον, καί οὕτω θεούτω με τόν ὁμότιμον».
[27]Α΄ Κορ. 6, 19· «Ἤ οὐκ οἴδατε ὅτι τό σῶμα ὑμῶν ναός τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπό Θεοῦ, καί οὔκ ἐστε ἑαυτῶν;».
[28]Α΄ Κορ. 3, 16· «Οὑκ οἴδατε ὅτι ναός Θεοῦ ἐστε καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν;».
[29]Περί θείας καί θεοποιοῦ μεθέξεως 4, ἐκδ. Χρήστου τόμ. 2, 140 (ΕΠΕ 3, 218): «Οὑ δυσωπῇ, ἄνθρωπε, λέγοντα τόν Ἀπόστολον “ὅτι τά σώματα ἡμῶν ναός τοῦ ἐν ἡμῖν ἁγίου Πνεύματός ἐστι ” ; Καί πάλιν, “ναός θεοῦ ἐστε καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν”; Ἆρα τό δουλικόν οἰκητήριον κατεδέξατο ἄν ποτε τῇ τοῦ ναοῦ προσηγορίᾳ τιμῆσαι;»
[30]Πρωτοπρ. Θ. ΖΗΣΗΣ, Θεολόγοι τῆς Θεσσαλονίκης, Πατερικά 4, ἐκδ. «Βρυέννιος», Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 157.
[31]Ἰω. 1, 16: «Καί ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν, καί χάριν ἀντί χάριτος».
[32]Κολ. 2, 9.10: «ὄτι ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τό πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς, καί ἐστέ ἐν αὐτῷ πεπληρωμένοι».Βλ. καί Κολ. 1, 19· «ὅτι ἐν αὐτῷ εὐδόκησε πᾶν τό πλήρωμα κατοικῆσαι, καί δι΄ αὐτοῦ ἀποκαταλλάξαι τά πάντα εἰς αὐτόν».
[33]Ἔκθεσις δυσσεβημάτων 29, ἐκδ. Χρήστου τόμ. 2, 584 (ΕΠΕ 3, 525ἑ.): «Ἀποβαλλόμεθα τούς λέγοντας κτίσμα τό λαμβανόμενον τοῖς ἁγίοις ἐκ τοῦ “κατοικοῦντος ἐν τῷ Χριστῷ πληρώματος τῆς θεότητος”, ὡς κτίσμα λέγοντας ἐντεῦθεν καί τό πλήρωμα ἐκεῖνο, ταὐτόν δ΄ εἰπεῖν, τήν θείαν τοῦ Χριστοῦ καί ἐνέργειαν καί φύσιν, καί ἀρειανούς ἐντεῦθεν ὄντας».
[34]ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ, Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 3,1,3 ἐκδ. Χρήστου, τόμ. 1, 617ἑ.· «Ὅταν γάρ ἀκούσωμεν “ἐκ τοῦ Υἱοῦ” διδόμενον τό πνεῦμα [...] εἶτα καί τοῦ μεγάλου Βασιλείου λέγοντος [...] “ἐξέχεεν οὐκ ἔκτισεν” [...] ὦμεν δ’ ἀναπεπεισμένοι κτιστήν τήν χάριν εἶναι, τί ἐροῦμεν δίδοσθαι καί χαρίζεσθαι καί προχεῖσθαι διά τοῦ Υἱοῦ; Οὐκ αὐτό τό τήν χάριν ἐνεργοῦν ; [...] Ἆρ’ οὖν οὐ τοῦτ’ αὐτό ἐστιν ἄντικρυς τό τῶν Λατίνων φρόνημα, δι΄ ὅ τῶν τῆς καθ΄ ἡμᾶς ἐκκλησίας ἀπελήλανται περιβόλων, ὅτι οὐχ ἡ χάρις, ἀλλ’ αὐτό τό πνεῦμα τό ἅγιον κἀκ τοῦ Υἱοῦ πέμπεται καί διά τοῦ Υἱοῦ προχεῖται;».
[35]Περί θείων ἐνεργειῶν 45, ἐκδ. Χρήστου τόμ. 2, 130 (ΕΠΕ 3, 196): «Ἔπειτα πόσου Λατίνους οἴει τιμήσασθαι τό δειχθῆναι τάς τῆς καθ΄ ἡμᾶς ἐκκλησίας βίβλους οὐκ ἀσφαλεῖς».
[36]ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Πρός τούς διαβάλλοντας τάς ἁγίας εἰκόνας λόγος τρίτος 34, PG 94, 1353BC· «Ταῦτα καί τά τοιαῦτα σέβω καί προσκυνῶ καί πάντα ναόν Θεοῦ ἅγιον καί πᾶν, ἐφ΄ ᾧ Θεός ὀνομάζεται, οὐ διά τήν αὐτῶν φύσιν, ἀλλά ὅτι θείας ἐνεργείας εἰσί δοχεῖα καί δι΄ αὐτῶν καί ἐν αὐτοῖς ηὐδόκησεν ὁ Θεός τήν σωτηρίαν ἡμῶν κατεργάσασθαι. Καί ἀγγέλους γάρ καί ἀνθρώπους καί πᾶσαν ὕλην τῆς θείας ἐνεργείας μέτοχον καί διακονησαμένην τήν σωτηρίαν μου σέβω καί προσκυνῶ διά τήν θείαν ἐνέργειαν. Οὐ προσκυνῶ Ἰουδαίοις· οὐ γάρ θείας εἰσίν ἐνεργείας μέτοχοι οὐδέ σκοπῷ τῆς ἐμῆς σωτηρίας τόν κύριον τῆς δόξης, τόν Θεόν μου, ἐσταύρωσαν, φθόνῳ δέ μᾶλλον καί μίσει πρός τόν Θεόν καί εὐεργέτην βαλλόμενοι».
[37]. Αὐτόθι 33, PG 94, 1352C· «Ὥσπερ τοίνυν ἀληθῶς εἰσι οὐ φύσει, ἀλλ’ ὡς τοῦ φύσει Θεοῦ μέτοχοι, οὕτως εἰσι προσκυνητοί, οὐχί φύσει, ἀλλ’ ὡς τόν φύσει προσκυνητόν ἐν ἑαυτοῖς ἔχοντες».

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015

Σύντομα κοντά σας!

Αγαπητοί μας φίλοι  το ράδιο φλόγα το ορθόδοξο εναλλακτικό  ραδιόφωνο των Κυκλάδων λόγο αναβάθμισης  δεν λειτουργεί ,σύντομα ανανεωμένοι   κοντά σας!


Οι συντελεστές 

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Μεταλλαγμένη και αλλοιωμένη η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας


Δυσμενεῖς ἐξελίξεις κατὰ τὴν προετοιμασίαν τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου 

Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Θεοδώρου Ζήση,
Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ
1. οἰκουμενικότης τῆς Συνόδου
Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀπὸ τὴν δεκαετία τοῦ 1960 ἀναζωπυρώθηκε τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιὰ τὴν σύγκληση καὶ προετοιμασία τῆς «Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίαςἡ ὁποία κατενοεῖτο πάντοτε ὡς Οἰκουμενικὴ Σύνοδοςμέλλουσα νὰ πληρώσει τὸ μεγάλο συνοδικὸ κενὸ δεκατριῶν (13) αἰώνωνἐὰν ὡς τελευταία Οἰκουμενικὴ Σύνοδο θεωρήσουμε τὴν Ζ´ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τοῦ 787, ἢ νὰ ἀναγνωρίσει ὡς Η´ καὶ Θ´ Οἰκουμενικὲς Συνόδους τὴν συγκληθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Φωτίου σύνοδο (879-880), μὲ τὴν συμμετοχὴ μάλιστα καὶ ἐκπροσώπων τοῦ πάπαὡς καὶ τὴν ἡσυχαστικὴ σύνοδο τοῦ 1351 στὴν Κωνσταντινούποληποὺ ἐπεκύρωσε τὴν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ.

Ὡς συνέχεια αὐτῶν τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων ἐθεωρεῖτο ἡ προετοιμαζόμενη Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίαςἡ ὁποίασὺν τοῖς ἄλλοιςθὰ ἐθεράπευε καὶ δύο σημειούμενες καὶ ἐπισημαινόμενες ἐλλείψεις σὲ ἐκκλησιολογικὸ καὶ ποιμαντικὸ ἐπίπεδο κατὰ τὴν ἱστορικὴ πορεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετὰ τὴν ἀπόσχιση τοῦ ΠαπισμοῦΠολλοὶ διηρωτῶντο πῶς ἡ αἱρετικὴ καὶ σχισματικὴ Ρώμη νομιμοποιεῖται νὰ συγκαλεῖ καὶ νὰ ἀριθμεῖ μετὰ τὴν Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο δικές της συνόδους ὡς οἰκουμενικέςμὲ τελευταία τὴν γνωστὴ σύνοδο τῶν καιρῶν μας Β´ Βατικάνειο (1962- 1965), ἐνῶ διστάζει ἢ δὲν φροντίζει νὰ συγκαλέσει Οἰκουμενικὴ σύνοδο ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησίαἡ μόνη ἀληθὴς διάδοχος καὶ συνέχεια τῆς Μιᾶς,ἉγίαςΚαθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς ἘκκλησίαςΓιατί αὐτὸ τὸ ἀποκλειστικά δικό της προνόμιο ἀφήνει νὰ τὸ σφετερίζεται ἐπὶ αἰῶνες ἡ Ρώμηἐνῶ αὐτὴ ἐμφανίζεται ὡς μὴ διεκδικοῦσα καθολικότητα καὶ οἰκουμενικότητα;
Ἐπὶ πλέον πέρα τῆς ἐκκλησιολογικῆς αὐτῆς παραμέτρου ἡ οἰκουμενικὴ συνοδικὴ ἀπραξία τὴν ἐνεφάνιζε ὡς στατικὴ καὶ ἀνενέργητη ἐκκλησίαὡς μουσειακό ἀπολίθωμαποὺ ἐπαναπαύεται στὶς δάφνες τοῦ παρελθόντος καὶ δὲν ἔχει ποιμαντικὴ ἀγωνία γιὰ τὴν ἐπίλυση προβλημάτων δογματικῶνἠθικῶνλειτουργικῶννομοκανονικῶν καὶ ἄλλωνἈπὸ τὶς παλαιὲς οἰκουμενικὲς συνόδους μέχρι σήμεραεἴτε θεωρήσει κανεὶς τὴν Ζ´ (787) ὡς τελευταία εἴτε ἀναγνωρίσει καὶ τὶς δύο θεωρούμενες ὡς οἰκουμενικέςτὴν Η´ (879-880) καὶ τὴν Θ´ (1351), ἐπὶ τόσους αἰῶνες δὲν προέκυψαν θεολογικὰ ἢ ποιμαντικὰ προβλήματα ποὺ ἐχρειάζοντο ἀντιμετώπιση ὄχι ἐπὶ τοπικοῦ ἀλλὰ ἐπὶ πανορθοδόξου,οἰκουμενικοῦ ἐπιπέδου;
Γιὰ νὰ θεραπευθοῦν αὐτὲς οἱ ἐλλείψεις καὶ νὰ ἐπιλυθοῦν προβλήματα πανορθοδόξου χαρακτῆροςμὲ πρωτοβουλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἄρχισαν διεργασίες ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνοςοἱ ὁποῖες μετὰ τὶς πρῶτες δυσκολίες κατέληξαν σὲ προσυνοδικὲς συναντήσειςμὲ στόχο τὴν σύγκληση Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδουἡ ὁποία κατενοεῖτο πάντως ὡς Οἰκουμενικὴ ΣύνοδοςΔὲν ὀνομαζόταν Οἰκουμενικὴ ἡ Σύνοδοςδιότι ὅλοι γνωρίζουν ὅτι ἡ οἰκουμενικότητα μιᾶς συνόδου δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ πῶς τὴν ὀνομάζουν καὶ τὴν θεωροῦν αὐτοὶ ποὺ τὴν συγκαλοῦνἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἐὰν ἀναγνωρισθεῖ μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῶν ἐργασιῶν της ἀπὸ τὴν συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας ὡς οἰκουμενικήὙπάρχουν σύνοδοι ποὺ συνεκλήθησαν ὡς οἰκουμενικὲς καὶ ἀπορρίφθηκαν ὡς αἱρετικέςὅπως ἡ εἰκονομαχικὴ σύνοδος τῆς Ἱερείας (754) καὶ ἡ τῆς Φερράρας – Φλωρεντίας (1438-1439). Πῶς λοιπὸν μιὰ ἑτοιμαζόμενη σύνοδο νὰ τὴν ὀνομάσουν οἰκουμενικὴ ἐκ τῶν προτέρωννὰ τῆς ἀποδώσουν δηλαδὴ ἕνα χαρακτήραὁ ὁποῖος μόνον μετὰ τὴν ὁλοκλήρωσή της ἀναγνωρίζεταιΓι᾽ αὐτὸ καὶ προσφυῶς τὴν ὠνόμασαν «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο»,πιστεύοντας ὅμως ὅτι εἶναι οἰκουμενικὴ καὶ ἐλπίζοντας ὅτι θὰ ἀναγνωρισθεῖ ἐκ τῶν ὑστέρων ὡς οἰκουμενικήἂν συγκεντρώσει τὰ ἀπαιτούμενα κριτήρια ποὺ εἶναι ἁπλᾶ καὶ ξεκάθαρα· νὰ διακρίνεται γιὰ τὴν ὀρθότητα τῶν δογμάτων καὶ νὰ συμφωνεῖ μὲ τὴν διδασκαλία τῶν προηγουμένων συν όδωντοπικῶν καὶ οἰκουμενικῶν καὶ τὴν Παράδοση τῶν Ἁγίων ΠατέρωνΕἶναι ἀξιωματικὴ καὶ ἀπρόσβλητη ἡ ἐκτίμηση τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦκατὰ τὴν ὁποία«ἐκείνας οἶδεν ἁγίας καὶ ἐγκρίτους συνόδους ὁ εὐσεβὴς τῆς Ἐκκλησίας κανώνἃς ὀρθότης δογμάτων ἔκρινεν»1 .
Μεταξὺ τῶν πρώτων προσυνοδικῶν διεργασιῶν περιλαμβάνεται τὸ Πανορθόδοξο Συνέδριο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1923, ποὺ συνεκλήθη μὲ πρωτοβουλία τοῦ ἀτυχῶς τότε ἐπὶ διετίαν παραμείναντος στὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο μασώνου Πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκηὁ ὁποῖος ἔθεσε στὴν ἡμερησία διάταξη ἀντιπαραδοσιακὰ καὶ νεωτεριστικὰ θέματαπολλὰ τῶν ὁποίων ἐτραυμάτισαν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὡς κακὴ κληρονομιὰ συνοδεύουν ἔκτοτε τὴν θεματολογία τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου μέχρι σήμεραὅπως τὸ Ἡμερολογιακόὁ κοινὸς ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα,τὰ κωλύματα τοῦ γάμουὁ δεύτερος γάμος τῶν ἐν χηρείᾳ κληρικῶνὁ ἐκσυγχρονισμὸς τῆς ἐξωτερικῆς ἀμφιέσεώς τουςἡ ἀναθεώρηση ἐπὶ τὸ ἐλαφρότερον τῶν περὶ νηστείας διατάξεων καὶ ἄλλα.
Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ τοῦ Συνεδρίου προτάθηκε ἡ σύγκληση Πανορθοδόξου Συνόδου μὲ ἡμερομηνία μάλιστα σύγκλησης τὴν συμπλήρωση 1600 ἐτῶν ἀπὸ τὴν Α´ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικὴ Σύνοδοὥστε ἡ νέα Οἰκουμενικὴ Σύνοδος νὰ συνδέεται μὲ τὴν πρώτηἘπειδὴ ὅμως ἦταν ἀδύνατη ἡ προετοιμασία τῆς Συνόδου ἐντὸς δύο ἐτῶντὸ1925, ἀποφασίσθηκε νὰ γίνει ἕνα ἔτος ἀργότερατὸ 1926, χωρὶς καὶ αὐτὸ νὰ κατορθωθεῖμὲ συνέπεια νὰ ἀποφασισθεῖ ἀντὶ τῆς Συνόδου νὰ ὀργανωθεῖ μία Προσύνοδοςτὴν προετοιμασία τῆς ὁποίας ἀνέλαβε ἡ συγκληθεῖσα στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ 1930 Προκαταρκτικὴ Ἐπιτροπὴ τῶν Ἁγίων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶνμὲ σκοπὸ τὴν διαμόρφωση ἑνὸς κοινῆς ἀποδοχῆς θεματολογίου γιὰ τὴν μέλλουσα νὰ συγκληθεῖ Μεγάλη Σύνοδο.

2. Ἐνδεικτικαί μαρτυρίαι περὶ τοῦ ὅτι ἡ μέλλουσα Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος ἐθεωρεῖτο ὡς οἰκουμενική.
Ἀπὸ τὶς συνεχεῖς καὶ πάμπολλες μαρτυρίες τῶν κειμένων ποὺ ἀφοροῦν στὴν προετοιμασία τῆς Συνόδου ὡς οἰκουμενικῆς ἐνδεικτικῶς θὰ ἐπιλέξουμε μερικέςγιὰ νὰ φανεῖ ἡ περίεργη μεταλλαγὴ καὶ ἀλλοίωση τοῦ χαρακτῆρος της ἀπὸ οἰκουμενικῆς σὲ ἁπλὴ πανορθόδοξη σύνοδοἩ μεταλλαγὴ αὐτὴ δὲν προβληματίζει ὅσους δὲν γνωρίζουν τὴν ἱστορία τῆς προετοιμασίας τῆς Συνόδουεἴτε γιατὶ θεωροῦν ἐξ ἀγνοίας ὅτι ἔτσι ὁρίσθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχήεἴτε γιατὶ γνωρίζουν τὶς σκοπιμότητες ποὺ ὑποκρύπτει αὐτὴ ἡ ἀλλοίωση καὶ ἐνόχως σιωποῦνὍταν ὁ πατριάρχης Φώτιος ἐξήγγειλε τὴν ἐναρκτήρια συνεδρία τῆς Προσυνόδου γιὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς τοῦ 1932, ἐχάραξε συγχρόνως καὶ τὰ ὅρια τῶν ἁρμοδιοτήτων τηςλέγοντας ὅτι ἁπλῶς θὰ μελετήσει τὰ ὁρισθέντα ἀπὸ τὴν Προκαταρκτικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1930) θέματαχωρὶς δεσμευτικὲς ἀποφάσεις, «καθὼς τῇ Οἰκουμενικῇ Συνόδῳ μόνῃ ἀπόκειται ὅπως ἀποφασίσῃ ἐγκύρως καὶ ὑποχρεωτικῶς περὶ πάντων»2 , ἐννοώντας τὴν μέλλουσα νὰ συνέλθει Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο.
Ὁ μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτωνἐκ τῶν στενῶν συνεργατῶν τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρου καὶ πρωτεργάτης τῆς προετοιμασίας τῆς Συνόδου σὲ πολλὲς φάσεις τηςπρολογίζων τὴν ἔκδοση τῆς περιοδικῆς ἐκδόσεως «Συνοδικά», τὴν ὁποία ἐξέδιδε ἡ «Γραμματεία ἐπὶ τῆς προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» μὲ ἕδρα τό «Ὀρθόδοξον Κέντρον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου» εἰς Chambésy Γενεύηςἔγραφε τὰ ἑξῆς: «Ὁδεύοντες τὴν ὁδὸν τῆς προπαρασκευῆςεὑρισκόμεθα εἰς τὸ σημεῖον τῆς ὑγιοῦς ἐπισημάνσεως καὶ διατυπώσεως τοῦ κέντρου τῆς Συνόδουτοῦθ᾽ ὅπερ δὲν εἶναι εὐχερέςδοθέντων δύο τινῶνπρῶτον τῆς ἀποστάσεως τῶν δώδεκα αἰώνων ἀπὸ τῆς τελευταίας Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδουκαὶ δεύτερον τῶν ἐν τῷ μεταξὺ ἐπελθουσῶν διαφόρων ἐκκλησιαστικῶν ἀνακατατάξεων καὶ πνευματικῶν διαμορφώσεωνμάλιστα δὲ τῆς σημειωθείσης ἐπαναστατικῆς ἀλλαγῆς εἰς τὴν θέσιν καὶ τὰς πνευματικὰς ἀνάγκας τοῦ συγχρόνου πιστοῦἐν μέσῳ ἑνὸς νέουβαθύτατα ἐκκοσμικευμένου καὶ τεχνοκρατουμένου κόσμουΔιότιΟἰκουμενικὴ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἓν γεγονόςμία ἐνέργεια ποὺ ἐμπίπτει εἰς τὸ ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας συνεχιζόμενον σωτηριῶδες ἔργον τοῦ Ἱδρυτοῦ καὶ Κυρίου Αὐτῆςτοῦ ΧριστοῦἙπομένως εἶναι θεανθρώπινον»3 .
Ὁ μητροπολίτης Μυτιλήνης Ἰάκωβος, Πρόεδρος τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ὑποθέσεων τοῦ Ἐξωτερικοῦ, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σὲ εἰσήγηση ποὺ ἔκανε ἐνώπιον τῶν συνοδικῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν καθηγητῶν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, στὴν Ἱερὰ Μονὴ Πεντέλης στὶς 6 Φεβρουαρίου 1973 ἐπὶ τῇ μνήμῃ τοῦ Ἁγίου Φωτίου εἶπε τὰ ἑξῆς γιὰ τὸ θέμα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου: «Μετὰ τὴν Ζ´ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον ἐγένετο δὶς ἀπόπειρα συγκλήσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ μία συνεκλήθη τῷ 879 ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ σήμερον τιμωμένου μεγάλου Ἱεράρχου καὶ ἡ ἄλλη βραδύτερον τῷ 1341 ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἀλλ᾽ οὐδεμία ἐξ αὐτῶν ἀνεγνωρίσθη τελικῶς ὡς Οἰκουμενική. Ἡ Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος συνῆλθε τὸ 787. Ἔκτοτε παρῆλθον 1196 ἔτη χωρὶς νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ συγκληθῇ ἄλλη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, παρὰ τὸ πλῆθος τῶν ἀναγκῶν καὶ τὸ μέγεθος τῶν προβλημάτων, ἅτινα ἐγεννήθησαν διὰ μέσου τῶν αἰώνων, συνεπείᾳ κυρίως τῶν ἐπελθουσῶν μεταβολῶν εἰς τὸν χῶρον τῆς Ἐκκλησίας καὶ γενικώτερον εἰς τὸν κόσμον... Κατὰ τὸ πρῶτον τέταρτον τοῦ αἰῶνος μας ἤρχισε νὰ γίνεται πολλὴ συζήτησις γύρω ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα συγκλήσεως μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Κατ᾽ ἀρχὴν αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι ἐσκέφθησαν νὰ συγκαλέσουν μίαν Προσύνοδον, ἀντὶ τῆς Οἰκουμενικῆς, τῆς ὁποίας μάλιστα τὰ θέματα διετυπώθησαν εἰς τὸν ἐν Ἁγίῳ Ὄρει καταρτισθέντα κατὰ τὸ 1932 κατάλογον. Ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, μέσα εἰς τὰς μεγάλας του προοπτικάς, συνέλαβε τὸ νόημα τῆς συγκλήσεως ἀπ᾽ εὐθείας μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου χωρὶς νὰ μεσολαβήση Προσύνοδος, τὴν ὁποίαν μάλιστα ὠνόμασε “Μεγάλην Σύνοδον” καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἐν προπαρασκευαστικῷ σταδίῳ, συνεκάλεσε τὰς ἑκασταχοῦ Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας τρὶς εἰς τὴν Ρόδον κατὰ τὰ ἔτη 1961, 62, 63». Συμπληρώ- νοντας δὲ στὴ συνέχεια τὶς σκέψεις καὶ ἐκτιμήσεις του περὶ τῆς Συνόδου γράφει: «Καὶ ἤδη, ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ θέμα τῆς Μεγάλης Συνόδου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὴν Ἱερὰν Σύνοδον κατέχει ἱερὸν δέος μὲ αὐτὴν τὴν ὄντως μεγάλην καὶ ὑψηλὴν καὶ ἱερωτάτην ὑπόθεσιν. Καὶ δικαίως, διότι πρόκειται νὰ συνέλθῃ μία Μεγάλη Σύνοδος, ἡ ὁποία θὰ ἀντιστοιχῇ πρὸς τὴν Η´ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον. Εἶναι ὄντως τοῦτο γεγονὸς μέγιστον διὰ τὴν ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀπὸ θεολογικῆς πλευρᾶς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἱστορικῆς»4 .
 Ὁ γνωστὸς ἐπίσης Γέροντας καὶ Ἅγιος τώρα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καθηγητὴς τῆς Δογματικῆς στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Βελιγραδίου, Ἰουστῖνος (Πόποβιτς) ἐπιβεβαιώνει ὅτι ἡ Σύνοδος συνεκαλεῖτο ὡς Οἰκουμενικὴ μὲ ἄρθρο του ποὺ ἐκυκλοφορήθη σὲ ἰδιαίτερο φυλλάδιο στὴν ἑλληνικὴ μὲ τίτλο «Ἐπικίνδυνος ἡ σύγκλησις Οἰκουμενικῆς Συνόδου». Μεταξὺ ἄλλων γράφει, ἐκφράζοντας ἰσχυρὲς ἐπιφυλάξεις γιὰ τὴν ἀναγκαιότητα ἀλλὰ καὶ τὴν καταλληλότητα τῶν καιρῶν πρὸς σύγκληση Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Προσωπικῶς, δὲν βλέπω ὅτι κατὰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις ὑπάρχει πράγματι ἀναπόφευκτος ἀνάγκη διὰ τὴν σύγκλησιν τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ, τότε ἡ παροῦσα στιγμὴ εἶναι ἡ πλέον ἀκατάλληλος εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας μας»5 .
Ὁ ὅσιος Γέροντας, τέλος, Φιλόθεος Ζερβάκος, τὴν ἐπίσημη ἁγιοκατάταξη τοῦ ὁποίου ἐναγωνίως περιμένει τὸ Ὀρθόδοξο πλήρωμα, σὲ σημαντικὸ ἄρθρο του μὲ τίτλο «Περὶ Οἰκουμενικῆς Συνόδου» ἐκφράζει παρόμοιες ἐπιφυλάξεις μὲ τὸν Ἅγιο Ἰουστῖνο. Γράφει: «Ὥστε ὅλως περιττὴ νομίζομεν ὅτι εἶναι ἡ σύγκλησις Οἰκουμενικῆς Συνόδου περὶ ζητημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀποφανθῆ διὰ τῶν Ἱερῶν Κανόνων οἱ Θεῖοι Ἀπόστολοι καὶ θεόσοφοι Πατέρες καὶ Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας»6.

3. Ποῖοι ἤλλαξαν καὶ ἠλλοίωσαν τὸν χαρακτῆρα τῆς Συνόδου; Ἐζητήθη ἡ γνώμη τῶν ἐκκλησιῶν συνοδικῶς;
Ἀπὸ τὶς ἐλάχιστες αὐτὲς ἐνδεικτικὲς μαρτυρίες προκύπτει ὅτι κατὰ τὴν προπαρασκευὴ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου ἡ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας θεωροῦσε τὴν μέλλουσα νὰ συνέλθει σύνοδο ὡς Οἰκουμενική, ἐφ᾽ ὅσον βέβαια θὰ ἀνταποκρινόταν στὰ ὀρθόδοξα κριτήρια περὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Τί ἔγινε λοιπὸν καὶ αὐτὸ ἄλλαξε; Σὲ ποιά φάση προετοιμασίας τῆς Συνόδου συνέβη αὐτό; Ποιά Πανορθόδοξη Διάσκεψη ἢ Προπαρασκευαστικὴ Διορθόδοξη Ἐπιτροπὴ ἢ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη τὸ συζήτησε, τὸ ἐπρότεινε καὶ τὸ ἀποφάσισε; Τὸ γνωρίζουν καὶ τὸ ἀποδέχθηκαν οἱ σύνοδοι τῶν τοπικῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν; Εὐλόγως δημιουργοῦνται αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα μετὰ τὴν ἐπίσημη ἐνημέρωση ποὺ ἔκανε πρὸς τὸ σῶμα τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὶς 8 Ὀκτωβρίου τοῦ 2014 ὁ μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ τὸν μητροπολίτη Δημητριάδος Ἰγνάτιο, ἐκπροσωπεῖ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος στὶς προσυνοδικὲς Ἐπιτροπὲς καὶ Διασκέψεις. Εἶπε ἐπὶ λέξει μὲ αὐθεντικὴ ἀπόφανση, ποὺ δὲν ἐλήφθη ποτὲ συνοδικῶς, ὅτι ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος δὲν ἔχει τὸν χαρακτήρα Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Ἡ ἰδία ἡ θεματολογία, ὡς αὕτη καθωρίσθη πανορθοδόξως καὶ ὁμοφώνως, καὶ ὁ σκοπὸς τῆς συγκλήσεως τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, προσδιορίζει καὶ τὸν χαρακτῆρα Αὐτῆς τῆς Συνόδου οὐχὶ ὡς Οἰκουμενικῆς, ἀλλ᾽ ὡς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας». Δὲν θὰ σχολιάσουμε τὸ περίεργο συμπέρασμα ποὺ δὲν προκύπτει ἀπὸ πουθενά, ὅτι ἡ θεματολογία τῆς Συνόδου καὶ ὁ σκοπός της τῆς ἀφαιροῦν τὸν χαρακτήρα τῆς Οἰκουμενικότητας. Θὰ συμφωνούσαμε, ἂν μὲ αὐτὸ ἀφηνόταν νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι πράγματι σὲ καμμία Οἰκουμενικὴ Σύνοδο δὲν προϋπῆρξε τέτοια δαιδαλώδης καὶ πολύπλοκη διαδικασία προπαρασκευῆς, οὔτε τόσες περιπέτειες στὸν κατάλογο τῶν θεμάτων μὲ προσθῆκες καὶ ἀφαιρέσεις, καὶ ἂν σκοπὸς τῆς Συνόδου, ὅπως φαίνεται, εἶναι νὰ συνεχισθοῦν οἱ νεωτερισμοὶ τοῦ Μελετίου Μεταξάκη καὶ νὰ δικαιολογηθοῦν οἱ διαθρησκειακοὶ καὶ διαχριστιανικοὶ διάλογοι και οἱ ἄλλες δογματικὲς καὶ ἱεροκανονικὲς ἐκτροπὲς τοῦ παναιρετικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἐπειδή, ὅμως, ἡ μέχρι τώρα προετοιμασία τῆς Συνόδου καὶ κάποιες ἀποφάσεις Προσυνοδικῶν Διασκέψεων δὲν εὐνοοῦν τὰ οἰκουμενιστικὰ ἀνοίγματα καὶ κυρίως ἐπειδὴ μία Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, γιὰ νὰ θεωρηθεῖ ὡς τοιαύτη, πρέπει νὰ ἐπικυρώσει τὶς προηγηθεῖσες Οἰκουμενικές, δηλαδὴ τὶς δύο ἀντιπαπικὲς συνόδους τοῦ Ἁγίου Φωτίου (879-880) καὶ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ (1351), οἱ ἰδικοί μας φιλοπαπικοὶ ἡγέτες ἐπ᾽ οὐδενὶ θὰ ἤθελαν νὰ εὑρεθοῦν μπροστὰ σὲ τέτοιο ἐνδεχόμενο. Περὶ αὐτῶν, ὅμως, ὅπως καὶ περὶ ἄλλων μεταλλάξεων καὶ ἀλλοιώσεων τῆς προσυνοδικῆς διαδικασίας καὶ τῆς θεματολογίας τῆς Συνόδου, θὰ ἀφιερώσουμε καὶ ἄλλα ἄρθρα παρακολουθοῦντες καὶ ὅσα μυστικὰ καὶ κρύφια συζητεῖ καὶ ἀποφασίζει ἡ «Διορθόδοξη Εἰδικὴ Ἐπιτροπή» ποὺ ἀναθεωρεῖ ἐπὶ τὸ νεωτερικώτερον καὶ οἰκουμενιστικώτερον τὰ μέχρι τώρα παραδοσιακῶς ἀποφασισθέντα.

Σημειώσεις:
1. ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Περὶ τῶν πραχθέντων ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ ἐξορίᾳ 12, PG 90, 148.
2. Βλ. σχετικῶς ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΒΑΡΕΛΛΑ, Διορθόδοξοι καὶ Οἰκουμενικαὶ Σχέσεις τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατὰ τόν Κ´ αἰῶνα, Ἀνάλεκτα Βλατάδων 58, Πατριαρχικὸν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 110.
3. Συνοδικὰ Ι, Γενεύη 1976, σελ. 9.
4. Αὐτόθι, σελ. 17-21.
5. Ἀρχιμ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Ἐπικίνδυνος ἡ σύγκλησις Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Ἀθῆναι 1971, σελ. 9.
6. Βλ. Ὁ Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος (Ὁ οὐρανοδρόμος ὁδοιπόρος), τόμ. Β´, ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 43-49 καὶ Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Ὁ Ὅσιος Φιλόθεος Ζερβάκος ὡς ἀγωνιστὴς καὶ ὁμολογητὴς τῆς Ὀρθοδοξίας. Μὲ ἀναφορὲς στὴν ἐπικαιρότητα, ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 101 κ.ἑξ.

Ορθόδοξος Τύπος, 6/3/2015

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

Η Αγία οικογένεια των Παλαμάδων

Η παρούσα ταινία μικρού μήκους είναι μια όμορφη παρουσίαση του βίου της Αγίας Οικογένειας των Παλαμάδων, και ιδιαιτέρως του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, δια χειρός του φέροντος από της μοναχικής του κουράς το όνομα του Αγίου, Αρχιμ. Παλαμά , Ηγουμένου της Μονής Θεοτόκου Καλλίπετρας της Σκήτεως Βεροίας. Είναι έκδοση της Ι. Μητροπόλεως Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας. 

Τα κείμενα βασίστηκαν στο βιβλίο "ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ" ο βίος και η θεολογία του" του γέροντος Θεοκλήτου Διονυσιάτου. Εκφώνησε ο Αλέξανδρος Τρομπούκης Στην Ηχοληψία εργάστηκε ο Άκης Σπανίδης Την επιμέλεια της παρουσίασης είχε ο Αρχιμ.Παλαμάς Κυριλλίδης

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Οι κουζουλοί την κάνανε αθάνατη την Κρήτη


Γράφει ο Δημήτρης Νατσιός 
Δάσκαλος, Κιλκίς 


Σ’ ένα παλιό τεύχος του πάντα εξαιρετικού περιοδικού «Ο ΣΩΤΗΡ» εντόπισα ένα κείμενο, από αυτά που δεν τα αφήνεις ύστερα από την πρώτη ανάγνωση, αλλά, σκέφτεσαι ότι πρέπει να μοιραστείς και με άλλους την συγκίνηση και το μεγαλείο που αναβλύζει από τα φυλλώματά τους.

Πρωτίστως, έχω την συνήθεια, να τα «δωρίζω» στους μαθητές μου, διότι τούτες οι γενεές δεν γνωρίζουν την Πατρίδα τους – ως προσανάμματα πατριδογνωσίας – αλλά και για να αναπληρώσω τις νερόβραστες και άνοστες τιποτολογίες που περιέχουν τα εν χρήσει σχολικά εγχειρίδια.

Το κείμενο στο οποίο αναφέρομαι είναι «η διαθήκη του οπλαρχηγού Αντωνίου Ζωγράφου-Ξανθουδίδη». (Το πρωτότυπο φυλάσσεται στο ιστορικό μουσείο Ηρακλείου).

Ο Αντώνιος Ξανθουδίδης (1819-1896), γεννήθηκε, έζησε και πέθανε στην Κρήτη. Μεγάλη μορφή, «γενναίος μετά φρονήσεως, αφιλοκερδής, τύπος χρηστού και μεγαλοψύχου πατριώτου», λεβέντης οπλαρχηγός, έλαβε μέρος στους ηρωικούς αγώνες της Κρήτης για απελευθέρωση και ένωση με την Πατρίδα. Διακρίθηκε κυρίως στην Μεγάλη Επανάσταση του 1866-1869, «αρχαίος άνθρωπος» που θα έλεγε και ο Κόντογλου, από αυτούς που «μοσχοβολούν σαν το Τίμιο Ξύλο».

Ασχολήθηκε με την πολιτική, με την πρωταρχική σημασία του όρου και όχι με την κατεστημένη λωποδυσία της εποχής μας- «ήταν τότε που οι άνθρωποι έζων δι’ εν έπαινον και πέθαινον δι’ ένα τραγούδι», όπως έλεγε ο Ανδρέας Καρκαβίτσας. Υπήρξε ακόμη και αγιογράφος. Παραθέτω την διαθήκη του – υποθήκη για την Πατρίδα, για να κατανοήσουμε τι λογής ήταν οι Έλληνες, οι προκομμένοι εκείνοι άνθρωποι, που μας χάριζαν λευτεριές και προίκιζαν τους απογόνους «ηθική, αρετή, σέβαση εις την πατρίδα και πίστη εις την θρησκείαν μας… για να έχουν την ευλογία του Θεού».

(Μακρυγιάννης)

«Α) Αποθνήσκων τέκνον γνήσιον της Ανατολικής Εκκλησίας του Χριστού εντέλλομαι τους αγαπητούς μου υιούς, εμά τέκνα, ίνα διατελώσι πιστά και αφωσιωμένα εις την πάτριον αυτών θρησκείαν, παραγγέλλω επομένως αυτών ίνα ακριβώς εκπληρώσωσι τα χριστιανικά καθήκοντά των και διαφυλάττουν άμεμπτα τα χριστιανικά έθιμα της Πατρίδος. Συνιστώ δε ενθέρμως προς παντός άλλου την ελεημοσύνην… παραγγέλλω εις τα τέκνα μου να βοηθώσι τους πτωχούς, παραδειγματιζόμενα από τους γονείς αυτών.

Β) Εντέλλομαι… ν’ αφοσιωθώσιν εις την δικαίωσιν της Πατρίδος, απωθούντες τας εγωϊστικάς ιδέας του συμφέροντος και του ατομισμού…
…Ας έχωσιν υπ’ όψιν το συμφέρον της Πατρίδος, όντες ήπιοι προς τους αντιθέτους και αμνησίκακοι, διότι η μνησικακία αρμόζει μόνον εις τα θηρία…

Δ) Παραγγέλλω τους υιούς μου να οδηγήσουν τον εισέτι άγαμον αδελφόν των, Στέφανον, να συζευχθή μετά Ελληνίδος Ορθοδόξου…

ΣΤ) Παρακαλώ την σύζυγόν μου, και μετά τον θάνατον αυτής, τα τέκνα μου, να τελούν τα ετήσια μνημόσυνα κατά τα έθιμα της Πατρίδος…

Ζ) Συνιστώ εις τα τέκνα μου να αποφεύγουσι την σπατάλην και την φιλαργυρίαν, διότι αμφότερα τα ελαττώματα αυτά είναι μισητά».

Οσμήν ευωδίας πνευματική αναδίδει η διαθήκη του Κρητικού καπετάνιου. Ξεκινά με ομολογία πίστεως, όπως πράττουν όλοι όσοι ζουν, αναπνέουν και γεύονται τα καθάρια νάματα της αγίας μας Ορθοδοξίας.

Η φράση «τέκνον γνήσιον της Ανατολικής Εκκλησίας του Χριστού», παραπέμπει σε μία παρόμοια του Αλ. Παπαδιαμάντη, όταν απαντούσε στον αιρετικό Μακράκη και τους οπαδούς του, οι οποίοι τον εγκαλούσαν περί αθεΐας-ποιόν; Τον Παπαδιαμάντη! Έγραφε ο κυρ-Αλέξανδρος: «Αλλά πού ανακαλύψατε ότι εγώ είμαι άθεος; Έχετε λοιπόν και πνεύμα Πύθωνος, ολόκληρον λεγεώνα έχετε; Εξωρκισμένοι να είσθε. Εγώ είμαι τέκνον γνήσιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας εκπροσωπουμένης υπό των επισκόπων της». (εκδ. «Γιοβάνης», τομ. 5ος, σελ. 365).

Πρώτη εντολή και παραγγελία του μεγάλουΚρητός προς τα αγαπητά του τέκνα-πέντε αγόρια- είναι η αφοσίωση εις την «πάτριον» πίστη, ήθος κολοκοτρωναίικο «να φυλάξετε την πίστιν σας και να την στερεώσετε» καταπώς κανοναρχούσε τους νέους των Αθηνών και ο Γέρος του Μωριά. Δεν απαριθμεί χρήματα, χωράφια, βιός και λοιπά δολώματα αμαρτίας και κωλύματα αρετής. «Αυτή-η των χρημάτων περιουσία- κώλυμα προς την αρετήν γίνεται… Αι γαρ τρυφαί και οι άτυποι ηδοναί και τα μυρία κακά εντεύθεν τίκτεται». Η χρηματική περιουσία, κατά τον άγιο Χρυσόστομο, γεννά μύρια κακά στους νέους. (ΕΠΕ, 5, 60-54). Ο λαός μας, όσο ζούσε την έντιμον πενίαν του, πριν την ολέθρια ανάμειξή του με τους Φράγκους και τα δολοφονικά δάνεια, ήθελε πρώτα το μέτωπο καθαρό και «καλή καρδιά». («Καρδίαν καθαρά κτίσον εν εμοί ο Θεός»).

Η φτώχεια κρατούσε την ψυχή του σε κατάσταση υγείας. Από τότε που έμαθε ότι η αφοσίωση «εις την πάτριον θρησκείαν» και η διαφύλαξη «των χριστιανικών εθίμων της Πατρίδος» δεν συνάδουν με τον εξευρωπαϊσμό του, απαρνήθηκε «τιμημένα πρωτοτόκια» και ενδύθηκε τις παρδαλές κουρελούδες του γραικυλισμού, της υποτέλειας. και της ξενολατρίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ξεπουλήθηκε η Πατρίδα μας, μέσω των εγκληματικών «μνημονίων», επί των ημερών μας, αφού προηγήθηκε η ψευτοευημερία των ευρώ, αλλά κυρίως ο πνευματικός υποσιτισμός του λαού μας. «Η υποτέλεια και η διαφθορά παύουν το αίσθημα του πατριωτισμού και τον υπέρ του κοινού συμφέροντος ζήλον, και φέρουν αναποφεύκτως την ιδιοτέλειαν και (καθιστούν τους ανθρώπους) επιρρεπείς εις τας κοινάς προδοσίας», έγραφε ο σπουδαίος Κοσμάς Φλαμιάτος. (Κ. Σαρδελή, «Η προδομένη παράδοση», α’ τόμος, σελ. 15, εκδ. «ΤΗΝΟΣ»).

Γι’ αυτό και ο Κρητικός ήρωας «συνιστά ενθέρμως» στα παιδιά του, να αποφεύγουν την σπατάλη και την φιλαργυρία, να είναι αμνησίκακοι, ταπεινοί, ήπιοι και ελεήμονες «παραδειγματιζόμενοι από τους γονείς αυτών». Σπουδαία παραγγέλματα, ορθόδοξα, πατερικά. «Παράδειγμα τοις τέκνοις παρέχειν», προέτρεπε ο ιερός Χρυσόστομος, η βασιλική οδός για μία σωστή και αρχοντική ανατροφή των παιδιών.

Εντύπωση προκαλεί η Δ, η τέταρτη παραγγελία του αγωνιστή προς τους υιούς του.

Να συζευχθεί, ο άγαμος Στέφανος-λαμπρός αρχαιολόγος αργότερα- μεθ’ Ελληνίδος Ορθοδόξου. Σήμερα, ένα «γνήσιον τέκνον» του ευρωπαϊκού μας προσανατολισμού, αυτό θα το χαρακτήριζε ρατσισμό. Κάτι παραπάνω ήξερε ο λαός όταν θυμόσοφα έλεγε «παπούτσι απ’ τον τόπο σου και ας είναι μπαλωμένο».

Αξιοσημείωτη και η εντολή διαφύλαξης «αμέμπτως», και μάλιστα δύο φορές στο κείμενο των χριστιανικών εθίμων της Πατρίδος. Αυτό το ξέρουμε από τον Ηρόδοτο. Μετά το ομόθρησκον και το ομόγλωσσον, ακαταγώνιστο φυλακτήριο της εθνικής συνείδησης είναι το ομότροπον τα ήθη και τα έθιμα που δροσίζουν και ευκλεΪζουν τον βίο του λαού.

Στην Κρήτη λένε μία ωραία μαντινάδα

«Νοικοκυριοί και φρόνιμοι
δεν ζουν στον Ψηλορείτη
οι κουζουλοί την κάνανε
αθάνατη την Κρήτη».

Αυτή η κουζουλάδα, η «παλαβή φλέβα» που έλεγε και ο άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, μας λείπει.
Οι Τουρκοκρατίες όμως και οι Φραγκοκρατίες δεν φεύγουν με φρονιμάδα και «άψογη στάση».
Άνθρωποι σαν τον Κολοκοτρώνη, τον Παύλο Μελά και τον Αντ. Ξανθουδίδη αφυπνίζουν, με την «τρέλλα» τους, τους λαούς.

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2015

«Μεταλλαγμένη» θεολογία



Η «Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας» μᾶς καλεῖ νὰ συνειδητοποιήσου­με τὸν κίνδυνο ποὺ μᾶς ἀπειλεῖ. Εἶναι ὁ κίνδυνος μιᾶς «μεταλλαγμένης» θεολογίας! Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ ἐποχή μας χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὶς θεολογικὲς συνάξεις, τοὺς θεολογικοὺς διαλόγους, τὰ διαχριστιανικὰ συνέδρια κ.τ.ὅ. Ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ τὰ συνέδρια καὶ τοὺς ­διαλόγους ἐκδίδον­ται ἀνακοινωθέντα ἢ γίνονται δηλώσεις ὅ­­που χρησιμοποιοῦνται καὶ ὅροι νεοφανεῖς, ἄγνωστοι στὴ ­θεολογία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας· ὅροι ­«εὐγενοῦς διπλωματίας»· ὅροι ποὺ προσπαθοῦν νὰ συμβιβάσουν τὰ ­ἀσυμβίβαστα, καὶ κυρίως ἐντελῶς ἀδόκιμοι στὸ νὰ ἐκφράσουν τὶς θεολογικὲς ἀλήθειες.

Τὰ ἀνακοινωθέντα αὐτὰ καθιερώνουν ὅρους σαφῶς ἐξωθεολογικούς, ὅπως π.χ. θεωρία τῶν κλάδων, ­βαπτισματικὴ θεολογία, μεταπατερικὴ θεολογία, ­νεοπατερικὴ θεολογία, συναφειακὴ θεολογία, εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία κ.ἄ. Ὅμως αὐτοὶ εἶναι ὅροι ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ ­ἀνθρώπινη λογική, ἡ ὁποία ­σκέπτεται ­καθαρὰ κοσμικὰ καὶ νοησιαρχικά. Καὶ ὑποδηλώνουν σαφῶς μιὰ ­«μεταλλαγμένη» θεολογία διεστραμμένου περιεχομένου. Ἐπαναλαμβάνεται δηλαδὴ ἡ τακτικὴ ποὺ χρησιμοποιοῦσαν οἱ Παπικοὶ στὴν ψευδο-Σύνοδο τῆς ­Φερράρας - Φλωρεντίας (1438-1439). Σ’ ­ἐκείνη τὴν ­ψευδο-Σύνοδο ὁ Παπικὸς ­Ἰωάννης Πρωτονοτάριος - ἢ Ἱσπανός - ἢ ­Ἰωάννης ὁ Τορκουεμάδας, θεῖος τοῦ φοβεροῦ ­ἱεροεξεταστοῦ Θωμᾶ Τορκουεμάδα, σὲ κάποια συνοδικὴ συνέλευση ἔκανε τόση κατάχρηση τῆς λογικῆς τοῦ Ἀριστοτέλη, ὥστε ἕνας ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους ­Ἐπισκόπους τῆς ­Ἰ­­­­βη­ρίας εἶπε στὸν Σίλβεστρο ­Συρόπουλο, αὐτόπτη ἱστορικὸ τῆς Συνόδου ἐκείνης: «Τί Ἀριστότελ, Ἀριστότελε· νὲ καλό (δὲν εἶναι καλός) Ἀριστότελε»! Ὅταν δὲ ὁ Συρόπουλος τὸν ρώτησε ποιὸς εἶναι καλός, ἀφοῦ δὲν εἶναι καλὸς ὁ ­Ἀριστοτέλης, ὁ Ἰβηρίτης ἐπίσκοπος ἀπάν­τησε: «Ἅγιο Πέτρο, ἅγιο Παῦλο, ἅγιο Βασίλειο, Θεολόγο Γρηγόριο, Χρυσόστομο, νέ (ὄχι) Ἀριστότελ, Ἀριστότελε». Αὐτὰ τὰ ­ἀναφέρω, γράφει ὁ Συρόπουλος, γιὰ νὰ δείξω ὅτι οἱ Λατίνοι κατακρίθηκαν γιὰ τὴ ­σχολαστικὴ νοοτροπία τους, τὴν ξένη πρὸς τὸ ­γνήσιο ἐκκλησιαστικὸ πνεῦμα, ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς δικούς μας ποὺ συμμετεῖχαν στὴ Σύνοδο ἐκείνη, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ­«ἀλλογλώσσους» ποὺ ἦσαν παρόντες στὶς συζητήσεις1.

   Αὐτὸ περίπου γίνεται συχνὰ καὶ σήμερα στοὺς σύγχρονους θεολογικοὺς δια­λόγους. Στὴν καθαρὰ δὲ νοησιαρχικὴ αὐτὴ ὁρολογία παρασύρονται καὶ Ὀρθόδοξοι θεολόγοι. Γι’ αὐτὸ καὶ συμφωνοῦν μὲ τοὺς ἀλλοδόξους στὴν παραδοχὴ ὅρων ξένων πρὸς τὸ Ὀρθόδοξο πνεῦμα καὶ δόγμα.

   Ἀλλὰ πρέπει, ἐπιτέλους, νὰ ­ἐννοήσουμε οἱ Ὀρθόδοξοι ὅτι ἔχουμε ­χρέος νὰ θεολογοῦμε, ὅπως ­ἐθεολόγησαν οἱ καθαυτὸ Ὀρθόδοξοι θεολόγοι· «αἱ ­μυστικαὶ τοῦ Πνεύματος σάλπιγγες», «οἱ μελῳδήσαν­τες ἐν μέσῳ τῆς ­Ἐκκλησίας μέλος ἐναρμόνιον ­(Ὀρθοδόξου) ­θεολογίας»2. Διότι οἱ θεοφόροι ­Πατέρες μας εἶναι «οἱ ἀκριβεῖς φύλακες τῶν ­Ἀποστολικῶν Παραδόσεων»3.
   Ὅταν ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν ἁγίων Συν­όδων ἄρχιζε τὴ διατύπωση τῶν Ὅρων καὶ τῶν δογματικῶν ἀποφάνσεων μὲ τὴ φράση «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι...» (ἀκολουθοῦντες τὰ βήματα ἢ τὴ διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων), δὲν ἀναφερόταν σὲ κάποια ἀφηρημένη Παράδοση· οὔτε σὲ ἀόριστα πρόσωπα, ποὺ χάνον­ται στὴν ἀχλὺ τοῦ θρύλου. Ἀναφερόταν σὲ συγκεκριμένα πρόσωπα, ποὺ ἔδωσαν τὴν μαρτυρία τους μὲ τὸν λόγο, μερικὰ δὲ καὶ μὲ τὸ μαρτύριο τῆς ζωῆς τους, γιὰ τὴ γνησιότητα τοῦ κηρύγματος τῶν Ἀποστόλων. Ὁ μέγας Ὀρθόδοξος Ρῶσος θεολόγος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ ἔγραψε: «Ἡ Ἐκκλησία ἐμπιστεύεται ἐξ ἴσου εἰς τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων καὶ εἰς τὰ δόγματα τῶν Πατέρων. Καὶ τὰ δύο τῆς ἀνήκουν μαζὶ ἀδιαχωρίστως. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὄντως ‘‘ἀποστολική’’. Ἀλλ’ εἶναι ὡσαύτως ‘‘πατερική’’. Καὶ μόνο μὲ τὸ νὰ εἶναι ‘‘πατερικὴ’’ ἡ Ἐκκλησία εἶναι συνεχῶς ‘‘ἀποστολική’’. Οἱ Πατέρες βεβαιοῦν περὶ τῆς ἀποστολικότητος τῆς Παραδόσεως»4.
   Σήμερα, δυστυχῶς, ὄχι μόνο τὰ δόγμα­τα τῶν Πατέρων λησμονοῦμε, ἀλλὰ σπου­δάζουμε καὶ ­διατυπώνουμε τὴ ­διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μὲ ­τρόπο ­καθαρὰ κοσμικό. Ξεχάσαμε τὴ συμβουλὴ τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, ὁ ὁποῖος διδάσκει: «Ἂς προσπαθήσουμε νὰ μάθουμε τὰ θεῖα μὲ ἱδρῶτες μᾶλλον παρὰ μὲ ξηρὰ καὶ ἀφηρημένα λόγια»5. Οἱ θεομακάριστοι Πατέρες ἀποθνήσκουν ὡς πρὸς τὸν κόσμο, ζοῦν ἐσταυρωμένο βίο, «κενώνουν» ἑαυτούς, βαπτίζονται «ἐν ἁγίῳ Πνεύματι καὶ πυρί», καὶ ἔτσι ἐπιτυγχάνουν νὰ μάθουν τὴν ἀλήθεια ποὺ κρύπτεται στὰ θεῖα λόγια. Ἡ θεολογία τους ἀντανακλᾶ τὴν πλούσια ἐσωτερική τους ἐμπειρία. Θεολογοῦν «πάσχοντες οἷον τὴν ἀφαίρεσιν, ἀλλ’ οὐ διανοούμενοι», κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ6. Οἱ Πατέρες ἐσκέπτοντο καὶ ἐνεργοῦσαν ὡς ἄνδρες ἐκκλησιαστικοὶ «διὰ λογαριασμὸν καὶ ἐν ὀνόματι τῆς Ἐκκλησίας (...), σχολιασταὶ τῆς πίστεώς της, τηρηταὶ τῆς Παραδόσεώς της, μάρτυρες τῆς ἀληθείας καὶ τῆς πίστεως»7. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἔγραψε ὅτι τὸ νὰ μὴν ἀκολουθεῖ κανεὶς τοὺς Πατέρες καὶ νὰ μὴ θεωρεῖ τοὺς λόγους τους πιὸ ἔγκυρους ἀπὸ τὴ δική του γνώμη, εἶναι ἐνέργεια ἀξιόμεμπτη, διότι εἶναι γεμάτη αὐθάδεια8.
   Ὥστε οἱ Πατέρες δὲν σκέφθηκαν ὅ­πως κάποιοι σύγχρονοι θεολόγοι, ποὺ προε­δρεύουν­­­ ἢ συμμετέ­χουν στοὺς θεολογικοὺς διαλόγους καὶ προβάλλουν ὡς σοφοί, οὔτε ἐξέφρασαν προσωπικές τους γνῶμες. ­«Ὡς δοῦλοι γνησιώτατοι ­Χριστοῦ καὶ τοῦ ἐνθέου κηρύγματος ­μύσται ἱερώτατοι», μᾶς μίλησαν ὡς ­στόματα τῶν Ἀ­­ποστόλων. Ἔδωσαν τὴν ­«μαρτυρία τῆς ‘‘κα­θολικῆς’’ πίστεως ὁλοκλήρου τῆς Ἐκ­κλησίας, διότι μᾶς ὡμίλησαν (...) ἐκ τῶν ἔνδον τῆς καθολικῆς πληρότητος»9.
   Ἡ εὐθύνη λοιπὸν τῶν Ὀρθοδόξων θεολόγων ποὺ συμμετέχουν στοὺς θεολογικοὺς διαλόγους εἶναι τεράστια ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων.
   Παπικὸς θεολόγος ἔγραψε πολὺ ὀρθά: «Γιὰ τοὺς Δυτικοὺς ἡ θεολογία εἶναι ἐπιστήμη, γιὰ τοὺς Ἀνατολικοὺς εἶναι βίωμα. Ὁ Δυτικός, ὅταν θεολογεῖ, συλλογίζεται, ὁ Ἀνατολικὸς στοχάζεται καὶ δέεται (...). Οἱ Δυτικοὶ δὲν εἶναι προσκολλημένοι στὰ πάτρια τόσο, ὅσο οἱ Ἀνατολικοί. Ἂν τὴ Γραφὴ τὴν εἶχαν συντάξει δυτικοί, παρ’ ὅλη τὴ θεοπνευστία της δὲν θὰ ὑπῆρχε οὔτε ἡ ἔκφρασις οὔτε ἡ ἔννοια τοῦ ‘‘ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων’’. Εὐκολώτατα λοιπὸν πλάθουν νέους θεολογικοὺς ὅρους γιὰ λόγους πρακτικούς, σχεδὸν ἀδιαφορῶντας ἂν ὑπάρχουν ἢ ὄχι ἀντίστοιχοι στὴν Παράδοσι τῶν Πατέρων». Καὶ ἐπισημαίνει ὁ Παπικὸς θεολόγος αὐτὸ ποὺ ἐπισημαίνουμε ἀκριβῶς κι ἐμεῖς: «Ἔτσι διαγράφεται νέος κίνδυνος: μὴν παρασυρθοῦν οἱ Ἀνατολικοὶ θεολόγοι στὴν ἀποδοχὴ νεοφανῶν ὅρων, ἐνῶ ὑπάρχουν στὴν Παράδοσι καθιερωμένοι οἱ ἀντίστοιχοι»10.
   Ἀκουέτωσαν ταῦτα οἱ Ὀρθόδοξοι θεολόγοι...

______________________________________
1. Γιά περισσότερα βλ. ΝΙΚ. Π. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ, Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς καὶ ἡ ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 20147, σελ. 115.
2. ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟΝ, Κυριακὴ τῶν ἁγίων 318... Πατέρων..., Δόξα Λιτῆς, ἐκδ. «Φῶς», Ἀθῆναι 2008, σελ. 296.
3. Ὅ.π.
4. Γ. ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, Τὸ Σῶμα τοῦ ζῶντος Χριστοῦ. Μία Ὀρθόδοξος Ἑρμηνεία τῆς Ἐκκλησίας, μτφρ. Ἰ. Κ. Παπαδοπούλου, ἐκδ. Πατρ. Ἱδρύμ. Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1972, σελ. 107-108.
5. ΙΩ. ΣΙΝΑΪΤΟΥ, Κλῖμαξ, Λόγ. 26ος, Μέρος Α΄, Περὶ διακρίσεως 26.
6. ΓΡΗΓ. ΠΑΛΑΜΑ, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόν­των, τῶν ὑστέρων ὁ τρίτος, Περὶ φωτὸς ἱεροῦ 26, Συγγράμματα, τόμ. Α΄, σελ. 561 (2-3).
7. Γ. ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, Ἁγ. Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοσις, μτφρ. Δ. Τσάμη, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 141.
8. Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Ἐπιστ. νβ΄ , Κανονικαῖς, PG 32, 392C-393A.
9. Γ. ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, Τὸ Σῶμα τοῦ ζῶντος Χριστοῦ... ὅ.π., σελ. 55.
10. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΑΡΓΟΛΟΓΟΥ, «Γλῶσσα ἄρ­ρη­τη. Ἡ “Δήλωσις τοῦ Μονάχου”» Α΄, ἐφημερίδα Κα­θολικὴ 21.2.1984.

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

Πανορθόδοξης Επιτροπής ακαρπία


Πανορθόδοξης Επιτροπής ακαρπία
Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου
Απογοητευτικά για την οικουμενική Ορθοδοξία ήσαν τα αποτελέσματα της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής Αντιπροσώπων των Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών. Πλήρης ακαρπία στα καυτά ζητήματα που οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί αντιμετωπίζουν. Η Επιτροπή συνήλθε στο Κέντρο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως της Γενεύης, από τις 15 έως τις 21 Φεβρουαρίου 2015. Κατά τις εργασίες της επαληθεύθηκαν όλοι οι φόβοι που είχαν εκφραστεί από τότε που στη Σύναξη των Ορθοδόξων Προκαθημένων – στην Κωνσταντινούπολη από τις 6 έως τις 9 Μαρτίου 2014 - αποφασίστηκε η διεξαγωγή Συνόδου των Ορθοδόξων Εκκλησιών την Πεντηκοστή του 2016.

          Η ομοφωνία που απαιτείται στις αποφάσεις της Επιτροπής Προετοιμασίας της Πανορθοδόξου Συνόδου, η διαπίστωση ότι αυτή δεν υπάρχει στα σημαντικά εκκλησιαστικά ζητήματα και η επίμονη επιδίωξη του Φαναρίου αυτή να συγκληθεί παντί τρόπω, έστω και με τα δευτερεύοντα  θέματα στα οποία υπάρχει ομοφωνία, έχει δημιουργήσει προβληματισμό και απογοήτευση σε όσους συμμετέχουν σ’ αυτήν.
Στην Πανορθόδοξη είναι βέβαιο ότι από τα δέκα θέματα, τα οποία είχαν επιλεγεί στην Α΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη του Νοεμβρίου 1976 στη Γενεύη να συζητηθούν κατά την Πανορθόδοξη Σύνοδο, είναι βέβαιο ότι δεν θα συζητηθούν καθόλου τα τέσσερα καυτά ζητήματα:
- Του Αυτοκεφάλου και του τρόπου ανακηρύξεως αυτού.
- Της Ορθοδόξου Διασποράς και του τρόπου διαποίμανσης της.
-  Του αυτονόμου και του τρόπου ανακηρύξεως αυτού.
- Των Διπτύχων.
          Από τα υπόλοιπα έξι που θα συζητηθούν δεν θα θιγούν τα έως τώρα ισχύοντα στα ακόλουθα τρία θέματα:
-         Του κοινού ημερολογίου.
-         Των κωλυμάτων γάμου.
-         Της νηστείας.
Τα υπόλοιπα τρία είναι περισσότερο θεωρητικής εκκλησιολογικής βάσης και θα υπάρξουν γενικόλογες συγκλίσεις. Είναι λυπηρό ότι στην πραγματικότητα και μετά τη Σύνοδο η κάθε Εκκλησία θα ακολουθεί τη δική της ερμηνεία επί των θεμάτων αυτών, που είναι:
-         Οι σχέσεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών με τον υπόλοιπο κόσμο.
-         Η Ορθοδοξία και η οικουμενική κίνηση.
-         Η συμβολή των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών στην επικράτηση των χριστιανικών ιδεωδών της ειρήνης, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης και της αγάπης μεταξύ των λαών και άρση των φυλετικών διακρίσεων.  

Στις έξι ημέρες εργασιών της η Προπαρασκευαστική Επιτροπή ασχολήθηκε μόνο με το τελευταίο θέμα στην ημερήσια διάταξη της Συνόδου, που είναι η συμβολή των Ορθοδόξων Εκκλησιών στην ειρήνη, δικαιοσύνη κ.λ.π. Παρά το θεωρητικό του θέματος υπήρξαν ενστάσεις. Το Πατριαρχείο της Αντιοχείας πρόβαλε βέτο και ζήτησε η απόφαση της Συνόδου να μην αναφέρεται μόνο στους διωγμούς και στα βάσανα των Χριστιανών στη Μέση Ανατολή, αλλά κάθε ανθρώπου, ανεξαρτήτως θρησκείας. Το Πατριαρχείο της Αντιοχείας, ως γνωστόν, βρίσκεται εν μέσω εκατομμυρίων μουσουλμάνων, πολλοί από τους οποίους υποφέρουν επίσης από τους τζιχαντιστές του «Ισλαμικού Κράτους». Επίσης το Πατριαρχείο Αντιοχείας ζήτησε για  να υπογράψει να αποσύρει το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων τον Επίσκοπό του από το Κατάρ, χώρα, την οποία θεωρεί κανονικό του έδαφος. Τελικά επείσθη να υπογράψει, έστω με επιφύλαξη.    
Η Ειδική Επιτροπή Αντιπροσώπων των 14 Αυτοκεφάλων  Ορθοδόξων Εκκλησιών (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, Μόσχας, Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, Κύπρου, Ελλάδος, Πολωνίας, Αλβανίας και Τσεχίας – Σλοβακίας) θα συνεδριάσει και πάλι από τις 29 Μαρτίου έως τις 4 Απριλίου 2015 για να συζητήσει επί των θεμάτων του «κοινού ημερολογίου», των «κωλυμάτων γάμου» και της νηστείας. Τα υπόλοιπα θέματα προφανώς δεν πρόκειται να συζητηθούν, αφού οι εργασίες της εν λόγω Επιτροπής πρέπει να ολοκληρωθούν έως το Πάσχα του 2015, δηλαδή έως τις 12 Απριλίου.… Εντός του 2015 προβλέπεται να συγκληθεί η Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη, η οποία αναμένεται να  εγκρίνει τα αναθεωρηθέντα κείμενα. 
Η, κατά το Φανάρι, σκοπιμότητα της συγκλήσεως της Συνόδου των Ορθοδόξων Εκκλησιών είναι πρώτον να φανεί προς τα έξω ότι αυτή συγκαλείται μετά από αιώνες και επί σημερινού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως και δεύτερον να δειχθεί η ενότητα της Ορθοδοξίας. Ως προς τη σύγκληση η Σύνοδος που συγκαλείται δεν είναι Οικουμενική, ούτε καν Πανορθόδοξη, με την έννοια ότι δεν συμμετέχουν όλοι οι ανά την Οικουμένη κανονικοί Ορθόδοξοι Αρχιερείς, ότι  δεν θα συζητηθούν τα μείζονα εκκλησιαστικά, εκκλησιολογικά και ποιμαντικά θέματα που έχουν προκύψει και απασχολούν το πλήρωμα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, και ότι οι  αποφάσεις δεν λαμβάνονται κατά πλειονοψηφία. Ως προς την ενότητα, αυτή αποδεικνύεται από το Κοινό Ποτήριο της Θείας Ευχαριστίας και τα Δίπτυχα και όχι από τη συμμετοχή σε μια Σύναξη. Η Εκκλησία δεν είναι σωματείο για να δείχνει την ενότητά της με τη συμμετοχή στην «Πανορθόδοξη Σύνοδο» των Προκαθημένων των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών και κάποιων από αυτές Αρχιερέων.
Τα θέματα που θα συζητηθούν και στα οποία θα ληφθούν αποφάσεις είναι μόνο για τους κληρικούς. Κανένα για τους απλούς Χριστιανούς… Σοβαρά σύγχρονα προβλήματα που τους απασχολούν και δεν έχουν τεθεί στην Πανορθόδοξη Σύνοδο είναι λ.χ. της βιοηθικής, της γενετικής τεχνολογίας, της ποιμαντικής της νεολαίας, της ιεραποστολής, της σύγχρονης απολογητικής, των μεικτών γάμων, της καύσης των νεκρών, της ευθανασίας. Δεν είναι επίσης θεολογικά ορθό να τίθεται θέμα «οικουμενικής κίνησης» και να μην έχει τεθεί προηγουμένως το ποια είναι η έναντι των Ρωμαιοκαθολικών και των Προτεσταντών κανονική θέση των Ορθοδόξων.

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

Η συνάντηση Ελληνισμού & Χριστιανισμού


Ο δάσκαλος Δημήτριος Νατσιός αναφέρεται στη συνάντηση Ελληνισμού - Χριστιανισμού και στα αποτελέσματά της, με καλεσμένο τον ομότιμο Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών π. Γεώργιο Μεταλληνό.

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

Ορθοδοξία και Πολιτική Διακονία

Ομιλία που πραγματοποιήθηκε από τον π. Γεώργιο Μεταλληνό στο Πνευματικό Κέντρο του Ι. Ναού Αγίου Παντελεήμονα Γλυφάδας

  • "Ξυνομεθα απο την ψώρα του κοραή και των ομοίων του" - Σκαρίμπας
  • Άλλο πολιτική, άλλο κομματισμός.
  • Η ορθη πολιτική κατα τους πρώτους Χριστιανούς, ικανοποίηση βασικών αναγκών του ανθρώπου.
  • Ο Καπιταλισμός δεν είναι το κακό που αρπαζει αρπάζει αρπαζει, αλλά οι σοσιαλιστές εφοπλιστές.
  • Σκοπός δεν είναι η πείνα και η κακοπάθεια. Η ασκηση είναι εκούσια οχι ακούσια όπως σήμερα.
  • Η αναγκαστική επιβολή της φτώχειας δεν είναι Ορθόδοξη.
  • Δεν περιμένω τον μαρξ και τους σοσιαλιστές, την ισότητα μου την δίνει η Αγ. Γραφή.
  • Ο Χριστιανικός Κομμουνισμός.
  • Διάκονος και Υπουργός είναι το ίδιο πράγμα. Οι Υπουργοί είναι υπηρέτες στην παράδοσή μας.
  • Οι πρώτοι Υπουργοί του Χριστιανισμού.
  • Επειδή τους τάισε ο Χριστός ήθελαν να τον κάνουν Βασιλιά.
  • Αν μέσα στην Ορθοδοξία είμαστε χειρότεροι, τότε είμαστε σε μία ΣΑΤΑΝΙΚΗ Ορθοδοξία.
  • Τα σόου που κάνουν στην Βουλή για να δείξουν πως πιστεύουν.
  • Προτιμώ να έχω έναν άθεο μπροστά μου, γιατί ξέρω ποιον έχω απέναντί μου, απο εκείνο που που προσποιείται και είναι χίλιες φορές χειρότερος.
  • Δεν ξέρω πως βρίσκονται Δεσποτάδες που τοποθετούνται έτσι. Δεν είναι δουλειά μας να ελέγξουμε αν ο άλλος πιστεύει, αλλά τον Βίο του.
  • Οποιος λέει «θα επιβάλλω την θέληση μου με την εξουσία μου», αυτός είναι ο προδότης.
  • Με αυτά που λέω τώρα, θα με είχαν κλείσει φυλακή επι δικτατορίας. Καλύτερα τώρα, γιατί παρά την κατάπτωση της δημοκρατίας μας είμαστε καλύτερα ακόμα. Εχουμε επιλογές.
  • Η μεγαλύτερη Αρρώστια είναι «το δικό μου και το δικό σου» κατά τον Ι. Χρυσόστομο, γιατί κυριαρχεί το συμφέρον. Το μοίρασμα του Καραγκιόζη.
  • Δεν είμαστε Ελληνες, γιατί καταργήσαμε τις κοινότητες.
  • Οι Γερμανοί δεν κατήργησαν τις κοινότητες, ενώ εμείς τα καταργήσαμε.
  • Το πρόβλημα δεν είναι οι Ευρωπαίοι, αλλά εμείς που εφαρμόζουμε ότι μας λένε ως υποτακτικοί.
  • Γιατί να είναι ο πολιτικός Μασόνος ή να Μασονίζει;
  • Η πολιτική διακονία αποδεικνύει πως και τότε υπήρχαν πολιτικές εξουσίες.
  • Οι Ρωμαίοι ήταν αδελφοί μας. Το κράτος των Εβραίων και το κράτος των Ρωμαίων.
  • Το κακό είναι η σύγχυση των πραγμάτων.
  • Πρεπει να καταλάβουμε πως φτάσαμε στην τραγωδία που περνάμε.
  • Ο Ρήγας λέει "Ο Λαός είναι Αυτοκράτωρ"
  • Η δυτική κληρονομική Βασιλεία είναι ρατσιστική.
  • Δεν μου φταίνε οι λαθρομετανάστες, αλλά οι πολιτικοί. Κάποιο κομμα που τους πολεμά είναι ηλίθιο.
  • Οχι οι παπάδες να διοικούν ! Εμείς έχουμε χωρίσει. Εχουμεδιακριτούς ρόλους. Αυτοτελής οργανισμός η Εκκλησία και η Ιεραρχική διακονία. Υπάρχουν περιοχές που δίνουμε τα χέρια. Να συνεργαστούμε στην Παιδεία.
  • Αν είχαμε αξιοπρέπεια δεν θα ήμασταν οι ζητιάνοι της Ευρώπης.

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

Ἡ Μεταπατερικὴ Θεολογία.

Ἡ Μεταπατερική Θεολογία. Σεβασμιώτατος Ναυπάκτου Ἱερόθεος στὴν ἐκπομπὴ "Ἐν λόγῳ ἀληθείας" τοῦ τηλεοπτικοῦ σταθμοῦ ΛΥΧΝΟΣ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν.

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

Βαρυσήμαντη επιστολή της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους για τα «ανοίγματα» του Πατριάρχη με τον Πάπα




ΒΑΡΥΣΗΜΑΝΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΗΣ Ι. ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΑΓ. ΟΡΟΥΣ ΓΙΑ ΤΑ «ΑΝΟΙΓΜΑΤΑ» ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΠΑ

 
Βαρυσήμαντη επιστολή έστειλε η Ι. Κοινότητα Αγ. Όρους στον Οικουμενικό Πατριάρχη, με αφορμή την επίσκεψη του Πάπα στο Φανάρι τον Νοέμβριο, κατά την εορτή του Αγίου Αποστόλου Ανδρέα.

Μεταξύ άλλων οι Αγιορείτες αναφέρουν ότι είναι τουλάχιστον καινοφανή όσα συνέβησαν στο Φανάρι και μάλιστα ο λειτουργικός ασπασμός του Πατριάρχη με τον Πάπα, ενώ η αγιορείτικη παράδοση είναι γεμάτη από παραδείγματα αγίων που μίλησαν για την πλάνη και την αίρεση των Λατίνων. Επίσης είναι πολλοί Αγιορείτες, όπως ο Άγιος Κοσμάς ο Πρώτος, που μαρτύρησαν γιατί δεν δέχθηκαν να «συμφρονήσουν με τους Λατινόφρονες».

Η συνέχιση του θεολογικού διαλόγου με τους Ρωμαιοκαθολικούς, που επιμένουν στις αιρετικές τους δοξασίες, έχει ως μόνο αποτέλεσμα τον σκανδαλισμό των πιστών, αναφέρουν στη συνέχεια.

Τέλος προειδοποιούν τον Πατριάρχη και υπενθυμίζουν ότι πριν από πενήντα χρόνια οι περισσότερες αγιορείτικες μονές διέκοψαν το μνημόσυνο του Πατριάρχη Αθηναγόρα, όταν εκείνος προχώρησε στην άρση των αναθεμάτων με τους παπικούς.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της επιστολής, το οποίο μόλις πρόσφατα έγινε γνωστό.

P8240029Θα απαντήσει ο Πατριάρχης στους Αγιορείτες;

Σημειώνουμε ότι είναι σεβαστή η στάση της Ι. Κοινότητας του Αγίου Όρους να μη κοινοποιεί τα κείμενα των επιστολών της. Για θέματα όμως που αφορούν την Ορθόδοξη Πίστη μας, όπως αυτής της επιστολής, είναι καλό να γίνονται γνωστά, αφού όλοι οι πιστοί θέλουν να γνωρίζουν τις θέσεις του Αγίου Όρους.



ΚΑΡΥΑΙ  ΤΗι  18ῃ/31ῃ Δεκεμβρίου 2014

ΑΡΙΘ. ΠΡΩΤ. Φ.2/7/3012



Τῇ Αὐτοῦ Θειοτάτῃ Παναγιότητι

Τῷ Οἰκουμενικῷ Πατριάρχῃ

Κυρίῳ κῳ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ωι

Πανσεβάστῳ Πατρὶ ἡμῶν καὶ Δεσπότῃ




Παναγιώτατε Πάτερ καὶ Δέσποτα,

Τὴν Ὑμετέραν Θειοτάτην Παναγιότητα βαθυσε­βάστως ἐν Κυρίῳ προσαγορεύομεν, ὑποβάλλοντες τὸ υἱϊκὸν ἡμῶν σέβας καὶ τὰς ταπεινὰς εὐχὰς διὰ τὴν ἐπὶ θύραις ἐπιτολὴν τοῦ νέου ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητος τοῦ Κυρίου, νυχθημερὸν μνημονεύοντες τοῦ σεπτοῦ Ὑμῶν ὀνόματος ἐν ταῖς πρὸς Κύριον ταπειναῖς δεήσεσιν ἡμῶν.

Ἀξιωθέντες ἐγκαταβιοῦν εἰς τὸ ἱερὸν τῆς Κυρίας Θεοτόκου Περιβόλιον, τελοῦντες τὰς ἱερὰς ἀκολουθίας ἤ ἀναγινώσκοντες τὰ τῶν θεοφόρων πατέρων συγγράμματα, ἄλλοτε μὲν τιμῶμεν τὸν ἐν ἁγίοις ἱερομάρτυρα Κοσμᾶν τὸν Πρῶτον καὶ τοὺς σὺν Αὐτῷ, διότι μὲ τὴν ὁμολογίαν καὶ τὸ αἷμα των «ἐτήρησαν ἄμωμον τὴν Ἐκκλησίαν ἐκ τῆς πλάνης καὶ τῆς αἱρέσεως» «μὴ θελήσαντες συγκοι­νωνῆσαι καὶ συμφρονῆσαι τοῖς Λατινόφροσι» (τροπάριον τρίτης ὠδῆς  καὶ Κοντάκιον), ἄλλοτε δὲ μετὰ τοῦ Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου μακαρίζομεν τὸν Ἅγιον Μάρκον Ἐφέσου τὸν Εὐγενικόν, διότι «ὤφθη ἀνένδοτος ταῖς τῶν ἐναντίων ἐπιφοραῖς, τῆς θείας πίστεως λυμαινο­μένης τοῖς παραχαράκταις Λατίνοις» (Δοξαστικὸν μικροῦ ἑσπερινοῦ) καὶ ἄλλοτε ἀναγινώσκομεν τὸν Ὅσιον Σιλουανὸν ἀναβοῶντα: «Πόσον μακάριοι εἴμεθα οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ διότι ὁ Κύριος ἔδωκεν ἡμῖν τὴν ζωὴν ἐν Πνεύματι... Πιστεύω μόνον εἰς τὴν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, διότι εἰς Αὐτὴν εὑρίσκεται ἡ χαρὰ τῆς σωτηρίας, ἥτις ἀποκτᾶται διὰ τῆς ταπεινώσεως ἐν Χριστῷ»!

Ἀνατραφέντες εἰς τὴν πνευματικὴν ταύτην παράδοσιν καὶ μελετῶντες τοὺς ἀγῶνας τῶν πάλαι τε καὶ ἐπ᾽ ἐσχάτων πατέρων διὰ τὴν ἀκαινοτόμητον τῆς ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας πίστιν, δυσκολευόμεθα νὰ κατα­νοήσωμεν τὰ διατρέξαντα κατὰ τὰς ἑορτίους ἡμέρας ἐπὶ τῇ μνήμῃ τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρω­τοκλήτου, τοῦ Πατριάρχου ἡμῶν, κατ᾽ αὐτὴν τὴν ἱερωτάτην στιγμὴν τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς, ἐξελθόντος ἐκ τοῦ ἱεροῦ βήματος διὰ νὰ δώσῃ λειτουργικὸν ἀσπασμὸν εἰς τὸν ἐνδεδυμένον τὸ ὠμόφορον Πάπαν Ρώμης, ὅστις καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀπήγγειλε τὴν Κυριακὴν προσευχήν!

Ἀκροώμενοι τὴν ἀνησυχίαν τῶν ἐνα­σκου­μένων ἐν τῇ Ἁγιωνύμῳ Πολιτείᾳ πατέρων καί ἀδελφῶν, ἐκφράζομεν τὸν συνέχοντα ἡμᾶς προβληματισμόν, διότι τὰ ὡς ἄνω  πληγώνουν τὸ ὀρθόδοξον δογματικὸν καὶ λειτουργικὸν αἴσθημα καὶ προκαλοῦν σύγχυσιν εἰς τὰς συνειδήσεις τῶν ἀνὰ τὸν κόσμον χριστιανῶν, ἐπαναλαμβανόμενα δὲ δίδουν τὴν αἴσθησιν ὅτι οὐδὲν ὠφελοῦν ἀλλὰ μᾶλλον σκανδαλισμὸς γίνεται, δεδομένης τῆς στασιμότητος τοῦ ἀπὸ δεκαετιῶν ἀρξαμένου θεολογικοῦ διαλόγου, ὥστε τὸ ὅραμα τῆς ἐν ἀληθείᾳ καὶ μιᾷ πίστει ἑνώσεως, νὰ φαντάζῃ ὡς ἀνέφικτος πραγματικότης, ὅτε δὲ μάλιστα πολλοὶ Ρωμαιοκαθολικοί, ἀπογοητευμένοι ἐκ τῆς ἐκκοσμικεύσεως τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, ἐμφορουμένης ἐκ τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν δοξασιῶν τοῦ παπισμοῦ, ἀναζητοῦν διέξοδον εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.

Ὡς Ἱερὰ Κοινότης, Παναγιώτατε, ἐθεωρήσαμεν υἱϊκὸν ὄφλη­μα ἵνα μεταφέρωμεν τὴν ἀγωνίαν ἡμῶν, ἐπιποθούντων ἵνα παραμείνῃ ἀπαρα­σά­λευτος ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότης τῶν ἀπανταχοῦ Ὀρθοδόξων καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἁγιο­ρει­τικοῦ Σώματος, διότι, δὲν ἀποκρύπτομεν ὅτι ἰδιαιτέρως μᾶς θλίβει καὶ ἀνησυχεῖ τὸ ἐνδεχόμενον ἀναβιώσεως τῶν ἐνταῦθα πρὸ πεντηκονταετίας διαδραματισθέντων γεγο­νότων, τὰ ὁποῖα βεβαίως καὶ ἀπευχόμεθα, ὑφιστάμενοι εἰσέτι τὰς ὀδυνηρὰς συνεπείας αὐτῶν, ὡς ἄλλωστε ἀνεφέρθη Ὑμῖν καὶ διὰ τοῦ ὑπ᾽ ἀρ. Φ2/7/1679/18.7.2014 ἱεροκοι­νοτικοῦ ἡμῶν γράμματος.

Γινώσκοντες τὸ βαρὺ φορτίον, τὸ ὁποῖον ἐπωμίζεσθε, ὑποβάλλομεν ταῦτα μετὰ πόνου καὶ συνοχῆς καρδίας, υἱϊκῶς παρακαλοῦντες ὅπως πατρικῶς φροντίσητε ἵνα ἀναπαύητε τὰς συνειδήσεις τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανε», ἐξαιτούμενοι τὰς πατριαρχικὰς Ὑμῶν εὐχὰς καὶ κατασπαζόμενοι βαθυσεβάστως τὴν Τιμίαν Ὑμῶν Δεξιάν

Ἅπαντες οἱ ἐν τῇ κοινῇ Συνάξει Ἀντιπρόσωποι καὶ Προϊστάμενοι

τῶν εἴκοσιν Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω.

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )