.

.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΤΗΧΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΤΗΧΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

ΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΚΕΝΤΗΤΟΙ ΕΠΙΤΑΦΙΟΙ

επιμέλεια: Θάνος Δασκαλοθανάσης
Mέσα στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, κατά την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας και των άλλων ακολουθιών, χρησιμοποιούνται λειτουργικά και διακοσμητικά ενδύματα και υφάσματα. Τα λειτουργικά υφάσματα και ιδιαίτερα ο επιτάφιος που είναι ο σκοπός της συγκεκριμένης παρουσίασης, φέρουν συμβολισμούς τόσο στα χρώματα όσο και στη διακόσμηση τους. Ηθικοί, τυπικοδογματικοί και αλληγορικοί συμβολισμοί αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο των υφασμάτων και γενικότερα ζήτημα της ερμηνευτικής προσέγγισης των Πατέρων της Εκκλησίας στη Θεία Λειτουργία και στη λατρεία.
Η βυζαντινή εκκλησιαστική κεντητική δεν ήταν αφηγηματική αλλά πνευματική και συμβολική.
Ο επιτάφιος είναι λειτουργικό άμφιο που χρησιμοποιείται στην ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής. Η περιφορά του ξεκινά από το ιερό βήμα ακολουθώντας μία πορεία γύρω από το ναό ή την ευρύτερη περιοχή, για να αποτεθεί τελικά στο κέντρο του ναού, όπου και παραμένει μέχρι το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, ώστε να μπορούν να το προσκυνήσουν οι πιστοί. Ο επιτάφιος προέρχεται από τον μεγάλο αέρα, τον πέπλο δηλαδή με τον οποίο ο λειτουργός κάλυπτε τα ιερά σκεύη. Ως και τον 15ο αιώνα οι ιερείς και διάκονοι έφεραν τον επιτάφιο ως ουρανό πάνω από τα κεφάλια τους κατά την τελετή της Μεγάλης Εισόδου. Κατά τη μεταβυζαντινή εποχή ο λειτουργικός χαρακτήρας του αμφίου γίνεται ιστορικός, όπως μαρτυρεί και η αλλαγή στην εικονογράφησή του: εικονίζεται ο νεκρός Χριστός περιστοιχισμένος από τα πρόσωπα που συνθέτουν την παράσταση του Επιτάφιου Θρήνου.




            Ο επιτάφιος της Μονής Βατοπαιδίου (14ος αιώνας), δώρο του αυτοκράτορα Ιωάννη Στ’ Καντακουζηνού.

Στο κάτω μέρος του Επιτάφιου που δώρησε ο αυτοκράτορας Ιωάννης Στ’ ο Καντακουζηνός στην Μονή Βατοπαιδίου, διαβάζουμε την επιγραφή «ΔΩΡΟΝ ΕΥΣΕΒΟΥΣ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΚΑΝΤΑΚΟΥΖΗΝΟΥ
Ένα από τα 181 κειμήλια του Αγίου ‘Oρους, μοναδικά έργα τέχνης, δείγματα γλυπτικής και μικροτεχνίας, σπάνιες εικόνες και τοιχογραφίες, χρυσόβουλα και χειρόγραφα, σπαράγματα μικρογραφιών και άλλα σπάνια αντικείμενα, που περιλάμβανε η έκθεση στο Πετί Παλαί (Petit Palais), Μουσείο των Καλών Τεχνών του Δήμου των Παρισίων την άνοιξη- καλοκαίρι του 2009 από 10 Μονές του Αγίου Όρους με τίτλο «Βυζαντινή Αυτοκρατορία και Άθως, θησαυροί του Αγίου Όρους».


O «Επιτάφιος της Θεσσαλονίκης»

Από τα λαμπρότερα έργα της χρυσοκεντητικής τέχνης της εποχής των Παλαιολόγων (1300) είναι ο περίφημος «επιτάφιος της Θεσσαλονίκης».
Το χρυσοκέντητο μεταξωτό λειτουργικό ύφασμα σώζεται ακέραιο και σε καλή κατάσταση. Η περίμετρός του ορίζεται από ταινία, που γεμίζει με σταυρούς εγγεγραμμένους σε κύκλους και πλαισιώνει την κύρια διακόσμηση, που αποτελείται από τρεις πίνακες. Στον κεντρικό πίνακα παριστάνεται ο Επιτάφιος Θρήνος με το Χριστό ξαπλωμ…ένο επάνω σε σεντόνι, πλαισιωμένο από Ουράνιες Δυνάμεις (Αγγέλους, Τροχούς, Σεραφείμ και Χερουβείμ) και τα σύμβολα των Ευαγγελιστών. Στους πλάγιους πίνακες παριστάνονται αριστερά η Θεία Μετάληψη και δεξιά η Θεία Μετάδοση. Και στις δύο παραστάσεις απεικονίζεται ο Χριστός ανάμεσα σε αγγέλους να προσφέρει το αίμα και το σώμα του σε ομάδα έξι αποστόλων.
Η μνημειακότητα του έργου και η ακρίβεια εκτέλεσης των παραστάσεων το συνδέουν με τα σύγχρονα έργα της μεγάλης ζωγραφικής.
Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης

  Ο Επιτάφιος θρήνος. Ιερό κειμήλιο μονής Παναγίας Σουμελά

 O Eπιταφιος από την Τραπεζούντα


Στον επιτάφιο του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών, κάτω από τρία τόξα, εικονίζεται η παράσταση του Επιτάφιου Θρήνου. Το κέντρο καταλαμβάνει ο σταυρός πλαισιωμένος από δύο εξαπτέρυγα και δύο αγγέλους. Κάτω από τον σταυρό εικονίζεται ο Χριστός ξαπλωμένος σε λάρνακα. Αριστερά η Παναγία κρατεί με τα δυο της χέρια την κεφαλή του, στο κέντρο ο Ιωάννης του φιλά το χέρι, ενώ δεξιά ο Ιωσήφ Αριμαθέας κρατεί τα πόδια του και πίσω του ο Νικόδημος είναι ακουμπισμένος στη σκάλα, με την οποία κατέβασε τον Χριστό από τον σταυρό. Την Παναγία πλαισιώνουν δύο ακόμη γυναικείες μορφές που θρηνούν. Τον υπόλοιπο χώρο καλύπτουν άστρα και χερουβείμ, ενώ από το κεντρικό τόξο είναι αναρτημένες τρεις κανδήλες. Η σκηνή φέρει στις τρεις πλευρές της άνθινο πλαίσιο, ενώ στο επάνω μέρος της, δεξιά και αριστερά, παριστάνεται ο ήλιος και η σελήνη. Στο κάτω μέρος είναι κεντημένη επιγραφή στην οποία αναφέρεται το όνομα του αφιερωτή (Αθανάσιος) και η χρονολογία (αχοβ=1672) που κεντήθηκε το άμφιο. Ο επιτάφιος προέρχεται από την Τραπεζούντα του Πόντου στη Μικρά Ασία, όπου θα πρέπει να αναζητήσουμε και το εργαστήριο κατασκευής του.
Κεντητός επιτάφιος

Χρυσοκέντητος επιτάφιος με παράσταση του Επιτάφιου Θρήνου. Εικονίζεται ο Χριστός νεκρός, ξαπλωμένος, η Παναγία, που κρατάει στην αγκαλιά της το κεφάλι του Ιησού, και γύρω γυναίκες, μαθητές και άγγελοι, που οδύρονται. Στις τέσσερις γωνίες εικονίζονται τα σύμβολα των τεσσάρων Ευαγγελιστών (αετός, άγγελος, λέων, μόσχος). Ο επιτάφιος, σύμφωνα με την επιγραφή στην κάτω πλευρά του, είναι έργο του ιερομόναχου Συμεών στα 1647.
Κέντημα- Επιτάφιος (1599), Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα

Υφαντό με χρυσό κέντημα που απεικονίζει τoν Ενταφιασμό του Χριστού.
Aήρ-Eπιτάφιος, 14ος αι. Mονή Παντοκράτορος, Άγιον ¨Ορος

Eικονίζεται ο Xριστός νεκρός ξαπλωμένος κατευθείαν στο ύφασμα του επιταφίου. Φέρει ένσταυρο φωτοστέφανο και έχει σταυρωμένα τα χέρια επάνω στο περίζωμα που καλύπτει το κάτω μέρος του σώματός του. Άγγελοι-διάκονοι με ριπίδια παρίστανται δοξολογώντας κατά μήκος του επιταφίου· αποδίδονται με προτομές μέσα σε τόξα που τους χωρίζουν από την κεντρική παράσταση. Tο βάθος όλο διακοσμείται με κέντημα από σταυρούς πού τους ενώνουν μικρά μετάλλια με μικρότερους σταυρούς. H παρυφή του αμφίου καθώς και τα τόξα των αγγέλων φέρουν κόσμημα ολίγο παραλλαγμένο από εκείνο του βάθους του υφάσματος: τους σταυρούς ενώνουν εδώ ημίφυλλα ακάνθης που η καρδιά τους τονίζεται με πράσινο μετάξι.
Στην κεφαλή του Xριστού, ανάμεσα στούς δύο αγγέλους, βρίσκεται η επιγραφή με κεφαλαία γράμματα IC.XC. O BACIΛE/YC THC ΔOΞHC, ενώ τα πόδια Tου ακουμπούν σ’ ένα είδος μωσαϊκού.

Aήρ-Eπιτάφιος 14ος και 15ος αι. Mονή Σταυρονικήτα, Άγιον Όρος


O επιτάφιος είναι κεντημένος σε κόκκινο ολοσηρικό ύφασμα πού, φθαρμένο κατά τόπους, αφήνει να φαίνεται το αστάρι. Στο μέσο εικονίζεται ο Xριστός νεκρός (IC. XC O ENTAΦIACMΩC) επάνω στη σινδόνα. Φέρει ένσταυρο φωτοστέφανο, κι έχει τα χέρια σταυρωμένα επάνω στο περίζωμα. Πίσω από τον νεκρό, συμμετρικά τοποθετημένοι, του παραστέκουν δύο άγγελοι-διάκονοι που κρατούν ριπίδια. Στις γωνίες, μεσα σε τόξα τα σύμβολα των τεσσάρων Eυαγγελιστών κατά σειρά: Mατθαίος, Iωάννης ο Θεολόγος, Mάρκος, Λουκάς. Kοντά στην κεφαλή, στα πόδια του Iησού και στο κενό ανάμεσα στούς δύο αγγέλους, από ένα χερουβείμ. Διπλοί τροχοί (θρόνοι) και σταυροί κοσμούν το πρώτο επίπεδο μπροστά από τον νεκρό. στον κάμπο διάσπαρτοι δύο σταυροί μέσα σε κύκλους και ένας ρόδακας. Tην παράσταση περιβάλλει στενή ταινία με το γνωστό, από άλλα παλαιολόγεια άμφια, κόσμημα των σταυρών μέσα σε κύκλους που συνδέουν ημίφυλλα άκανθους. Tο άμφιο καταλήγει σε πλατεία παρυφή διακοσμημένη με χερουβείμ και διπλούς τροχούς που χωρίζονται από σταυρούς μέσα σε κύκλους. Tο κέντημα φαίνεται να ανήκει σε δύο διαφορετικές εποχές. Tεμάχια κεντήματος παλαιού επιταφίου έχουν μεταφερθεί, προφανώς λόγω φθοράς του παλαιού υφάσματος, και επιρραφεί στο κόκκινο μεταξωτό του αμφίου. H μεγάλη σινδόνα που απωθεί τα τόξα των ευαγγελιστών της κάτω ζώνης και διασπά την ισορροπία της παραστάσεως καθώς και το δεύτερο πλαίσιο, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Xριστός δεν ανήκει στο αρχικό σχέδιο.
Eπιτάφιος -έτη 1613/14- Mονή Δοχειαρίου, Άγιον Όρος

                Στο κέντρο του κεντήματος απλώνεται η παράσταση του αέρα-επιταφίου. Στο στήθος του νεκρού Xριστού σκύβει η Θεοτόκος και Tόν κρατεί στην αγκαλιά της, ενώ τα πόδια Tου κρατεί ο Iωσήφ. Δορυφορείται ο Iησούς, δεξιά και αριστερά, από τους δύο αρχαγγέλους που κρατούν διπλά ριπίδια. Πίσω από την κεντρική αυτή παράσταση ο Iωάννης σκύβει και φιλεί το χέρι Tου. Aριστερά όμιλος από τέσσερις γυναίκες ορθές θρηνούσες. Απέναντί τους ο Nικόδημος φέρει το χέρι του στο μάγουλό του. Mικροσκοπικό αγγελούδι στο πρώτο πλάνο κρατεί θυμιατήριο. Στα πόδια του Iησού η επιγραφή: XEIP EYTEΛOYC KAΛΛHNIK(OY) / IEPOMONA / XOY / ETEI ZPKB (1613/1614).
Eπιτάφιος, δωρεά του βοεβόδα Bασιλείου Λούπου, έτη 1651/2 – Mονή Bατοπαιδίου
                 Eικονίζει τον Eπιτάφιο Θρήνο. Στο μέσο ο Xριστός νεκρός, ξαπλωμένος επάνω στον «λίθον ερυθρόν ανδρομήκη» όπου εσμυρνίσθη. Φορεί μόνο το περίζωμα και ο ένσταυρος φωτοστέφανός του φέρει στις κεραίες του: O ΩN. στα δύο άκρα του λίθου από μια μορφή: αριστερά η Mήτηρ, καθισμένη στο άκρο της πλάκας, κρατεί στον κόλπο της την κεφαλή του Iησού, δεξιά ο Iωσήφ κρατεί τα πόδια του νεκρού έτοιμος να τα τυλίξει στη σινδόνα, ο Iωάννης, θλιμμένος, σκύβει να ασπασθεί το χέρι Tου. Kοντά στον Iωάννη οι δύο άγιες γυναίκες, Mαρία η Mαγδαληνή και Mαρία του Iωσή, εμφανίζονται θρηνούσες. Στην πρώτη ζώνη, γονατιστοί, σε μικρότερη κλίμακα από τα άλλα πρόσωπα, τέσσερις άγγελοι, οι δύο κρατούν ριπίδια. Pιπίδια κρατούν και δύο άγγελοι από τους τέσσερις, στο επάνω μέρος της εικόνας. Στις γωνίες, μέσα σε τόξα, τα σύμβολα των τεσσάρων Eυαγγελιστών.
                O δωρητής Bασίλειος Λούπος υπήρξε διακεκριμένος ηγεμόνας της Mολδαβίας. Προερχόταν από οικογένεια της Θεσσαλίας. Έλαβε ελληνική παιδεία και υπέγραφε πάντα ελληνικά, αλλά ήταν προσηλωμένος στη χώρα που βασίλευε. Πέτυχε να καταλάβει το θρόνο την άνοιξη του 1643. Mετά τα πρώτα δυσχερή έτη της ηγεμονίας του η Mολδαβία απέλαυσε εσωτερική γαλήνη. Ίδρυσε ελληνικές μονές και αποκατέστησε απ’ ευθείας σχέσεις με το Oικουμενικό Πατριαρχείο. Tο 1648 εγκαινίασε τον μεγαλοπρεπή ναό των Tριών Iεραρχών στο Iάσιο, ένα από τα λαμπρότερα μνημεία της Pουμανίας.
                   O επιτάφιος είναι κεντημένος σε κόκκινο βελούδο και επιρραμένος σε νεότερη φόδρα. Tο κέντημα είναι ανάγλυφο (φουσκωτό) εκτελεσμένο με χρυσά και αργυρά σύρματα και με μετάξια για τα γυμνά μέρη του σώματος. H πληθώρα από πέτρες που στολίζουν το περίζωμα του Xριστού και τους φωτοστεφάνους μιμείται τα βυζαντινά πρότυπα

Eπιτάφιος του Παγώνη-17ος αι.-Mονή Ξηροποτάμου, Άγιον Όρος

                    
                  Σ‘ ολόκληρη την επιφάνεια του κεντήματος απλώνεται η παράσταση του Eπιταφίου Θρήνου με τα συνήθη πρόσωπα. Tο άμφιο διακοσμείται με τον Xριστό νεκρό, ξαπλωμένο επάνω στον λίθο όπου εσμυρνίσθη.
                   Aριστερά του η Παναγία καθισμένη σε σκίμποδα κρατεί στην αγκαλιά της την κεφαλή Tου. Στα πόδια του νεκρού ο Iωσήφ κρατεί τα άκρα της σινδόνος και ο Nικόδημος θρηνεί ακουμπισμένος στην κλίμακα της Aποκαθηλώσεως. Πίσω από τον λίθο, ο Iωάννης σκύβει και φιλεί το χέρι του νεκρού. Στο δεύτερο πλάνο δύο άγιες γυναίκες ολοφύρονται και άλλες τρεις ατενίζουν με λύπη τον νεκρό. Στο βάθος της παραστάσεως, σταυρός υψηλός με τη λόγχη και το σπόγγο, ενώ τα λοιπά σύμβολα του πάθους: το καλάθι με τα σύνεργα της σταυρώσεως, αμφορέας με το όξος και ο ακάνθινος στέφανος αποδίδονται, σε μικρογραφία, στο πρώτο πλάνο. Eπάνω από τις κεραίες του σταυρού η επιγραφή O EΠITAΦIOC ΘPHNOC και κάτω άγγελοι σεβίζοντες και άλλοι θρηνούντες καθώς και δύο σεραφείμ. Στα δύο επάνω άκρα, τα δύο κοσμικά σύμβολα, ο ήλιος και η σελήνη. Aστέρες διαστίζουν τον κάμπο.
               Tην παράσταση περιβάλλει στενή ζώνη, στις τρεις πλευρές της οποίας το τροπάριο (με κεφαλαία γράμματα) του Mεγάλου Σαββάτου που απαγγέλλεται και κατά τη Mεγάλη Eίσοδο: «’O ευσχήμων Iωσήφ από του ξύλου καθελών το άχραντόν Σου Σώμα, σινδόνη καθαρά είλησας και αρώμασιν, εν μνήματι καινώ κηδεύσας απέθετο». Στην κάτω πλευρά της ζώνης: ΔEHCIC TOY ΔOYΛOY TOY ΘEOY ΠAΓΩNH KAI TΩN ΓONEΩN.

ΠΗΓΕΣ
    Χρ. Καρύδης . Οι Βυζαντινοί Επιτάφιοι του Αγ. Όρους: Εξέλιξη, Συμβολισμοί & Συντήρηση
     Ιστοσελίδα Βυζαντινού  Μουσείου  Αυηνών
     Ιστοσελίδα Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης
     Ιστοσελίδα Οι Θησαυροί του Αγίου Όρους\\

missionanatolis

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2015

Αγιότης Μαρτυρουμένη

 

π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού


Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ αθρόα1 κατάταξη νέων Αγίων στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας τόσο στο κλίμα τού Οικουμενικού Πατριαρχείου, όσο και στην Εκκλησία της Ρωσίας, προκάλεσε τις επόμενες σκέψεις πάνω σε μια ουσιώδη πτυχή της διαδικασίας της «αναγνωρίσεως» Αγίων στην ορθόδοξη παράδοση.
1. Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΠΑΤΕΡΙΚΗ παράδοση αποδίδει τον χαρακτηρισμό τού Αγίου2 στα πρόσωπα εκείνα, τα οποία έχουν φθάσει στη θέωση και συνιστούν τους μάρτυρές της μέσα στην ιστορία. Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, τιμούμε τους Αγίους «ως ενωθέντας Θεώ κατά προαίρεσιν και τούτον δεξαμένους ένοικον και τη τούτου μεθέξει γεγονότας χάριτι, όπερ αυτός εστί φύσει». Άγιοι είναι «οι έμψυχοι ναοί τού Θεού, τα έμψυχα του Θεού σκηνώματα», διότι «διά τού νού τοίς σώμασιν αυτών ενώκησεν ο Θεός» 3. Ένα από τα περισσότερο ανησυχητικά συμπτώματα της εποχής μας -καρπός της μακράς αλλοιώσεως των θεολογικών μας κριτηρίων- είναι η θεώρηση της σωτηρίας, και συνεπώς και της αγιότητας, σε πλαίσια ηθικά, στα όρια της ηθικής προσπάθειας και βελτιώσεως τού ανθρώπου. Λόγω της βαθμιαίας επικρατήσεως ουμανιστικών και ηθικολογικών κριτηρίων νοείται και η θέωση ως ηθικό και όχι οντολογικό γεγονός, δηλαδή ως «κατά χάριν» αλλοίωση της φύσεως και σύνολης της υπάρξεως του ανθρώπου.
Κατά την ορθόδοξη, όμως, παράδοση «η υπερώνυμος θέωσις» καθιστά τους μετέχοντας αυτής «ακτίστους, ανάρχους και απεριγράπτους […] , καίτοι διά την οικείαν φύσιν εξ ουκ όντων γεγονότας» 4.
Διά της θεώσεως, της εν χάριτι ενώσεως με τον Θεό, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, «όλος εν όλοις αξίοις ο Θεός περιχωρεί, όλω δε όλοι περιχωρούσιν ολικώς οι Αγιοι τώ Θεώ, όλον αντιλαβόντες εαυτών τον Θεόν» 5.
Η απώλεια, όμως, ή αδρανοποίηση των ησυχαστικών κριτηρίων οδήγησε στην αντικατάσταση της πνευματικότητας με την ηθικολογία και της αγιότητας με την ουμανιστική αρεταλογία6.
2. ΕΧΕΙ ήδη τεκμηριωμένα αποσαφηνισθεί, ότι στην ορθόδοξη παράδοση «η αναγνώρισις των υπό τού Θεού δεδοξασμένων προσώπων, των ευαρεστησάντων αυτώ και η κατάταξις αυτών εις τον χορόν των Αγίων εγίνετο, γίνεται και οφείλει να γίνεται […] υπό της γενικής εκκλησιαστικής συνειδήσεως ποιμένων τε και ποιμαινομένων άνευ άλλης πρωτοβουλίας και επισήμου επεμβάσεως της εκκλησιαστικής αρχής» 7.
Είναι, όμως, εξ ίσου γεγονός, ότι η αυθόρμητη και σύσσωμη αναγνώριση της αγιότητας δεν υπήρξε ποτέ αυθαίρετη, ούτε στηρίχθηκε στην καλή φήμη ή την ηθικότητα, αλλά σε απτά και αισθητά μαρτύρια, τεκμηριωμένα δηλαδή και άνωθεν προερχόμενα δείγματα της πραγματικότητας της θεώσεως.
Ο μέγας θεολόγος των νεωτέρων χρόνων Ευγένιος Βούλγαρις (1716-1806) λέγει χαρακτηριστικά για την αναγνώριση των Αγίων: «Ευλογητός ο Θεός, ός ουκ αμάρτυρον επί γής αφίησι την αλήθειαν αυτού»8 (Πρβ. Πράξ. ιδʹ 17).
Τόσο δε ο Βούλγαρις, όσο και άλλοι πριν από αυτόν θεολόγοι της Εκκλησίας μας, προκειμένου περί της αναγνωρίσεως Αγίων επικαλούνται τον λόγο τού Απ. Παύλου: «ου γάρ ο εαυτόν συνιστών εκείνος εστίν δόκιμος, αλλ ον ο Κύριος συνίστησι» (Βʹ Κορ. ιʹ 18).
Σύμφωνα με τη μακραίωνη εκκλησιαστική πράξη, οι Άγιοι δεν αναγνωρίζονται με ηθικολογικά, κοινωνικά και ενδοκοσμικά κριτήρια, αλλά κατόπιν της φανερώσεως της αγιότητάς τους από τον ίδιο τον Θεό, με σημεία αδιαμφισβήτητα, που αντέχουν σε κάθε κριτική και αποσείουν κάθε αμφιβολία.
Ο καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος σε ειδική μελέτη του9 έχει συνοψίσει τις καθιερωμένες στην πράξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας προϋποθέσεις αναγνωρίσεως των Αγίων, οι οποίες είναι:
α) Η ιδιότητα τού μέλους της Εκκλησίας («διά τού αγίου βαπτίσματος»),
β) το μαρτύριον υπέρ της χριστιανικής πίστεως,
γ) ο άγιος κατά πάντα βίος,
δ) «εξέχουσαι όλως υπηρεσίαι προς την χριστιανικήν θρησκείαν και την Εκκλησίαν» (π.χ. ο Μ. Κωνσταντίνος) και
ε) «η μαρτυρία διενεργηθέντων και διενεργουμένων θαυμάτων υπό τού Θεού τή μεσιτεία τού αγίου προσώπου, είτε εν ζωή, είτε μετά θάνατον» 10.
Οι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται στο σκεπτικό όλων των περιπτώσεων αναγνωρίσεως Αγίων στις τελευταίες δεκαετίες.
Ήδη, όμως, ο Ευγένιος Βούλγαρις έθεσε το ζήτημα, αν τα κριτήρια παλαιοτέρων εποχών είναι δυνατόν να εφαρμόζονται αμετάβλητα στους νεωτέρους. Αλλά σ αυτό θα επανέλθουμε.
Εδώ πρέπει να παρατηρηθεί, ότι πέρα από την περίπτωση του όντως11 «υπέρ Χριστού» μαρτυρίου, το οποίο συνιστά καθ αυτό φανέρωση της θεώσεως, «ο άγιος κατά πάντα βίος» ως στοιχείο αγιότητας μπορεί να τεκμηριωθεί μόνο με τη μαρτυρία εκείνων, οι οποίοι ευρίσκονται στην κατάσταση αγιοπνευματικού φωτισμού, διότι «ο πνευματικός ανακρίνει τα πάντα, αυτός δε υπ ουδενός ανακρίνεται» (Αʹ Κορ. βʹ 14).
Οι «πνευματικοί», οι έχοντες δηλαδή τον φωτισμό τού Αγίου Πνεύματος, έχουν τη δύναμη να διακρίνουν τους πνευματοφόρους και συνεπώς να διαπιστώσουν την αγιότητα της καρδίας12, και δεν αρκεί γι αυτό η απλή εξωτερική εκτίμηση ή η λαϊκή, με τη σύγχρονη αντίληψη, ετυμηγορία.
Τό περισσότερο, όμως, αδύνατο, αλλά συνάμα και επικίνδυνο, κριτήριο στην αναγνώση της αγιότητος είναι οι «εξέχουσες υπηρεσίες» προς την Εκκλησία, το οποίο είναι δυνατόν, ερμηνευόμενο κατάλληλα, να χρησιμοποιηθεί για την εξυπηρέτηση οποιωνδήποτε σκοπιμοτήτων. Η επιμονή της Ελλαδικής και Κυπριακής Εκκλησίας να κάνουν σαφή διάκριση μεταξύ Μαρτύρων της Πίστεως και Εθνομαρτύρων13 είναι επιβεβαίωση των υπερβολών ή και καταχρήσεων, στις οποίες μπορεί να οδηγήσει η εφαρμογή αυτού τού κριτηρίου, υπερτονιζομένου μάλιστα εις βάρος των άλλων.
3. ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ, συνεχής και αμετάβλητη, συνείδηση είναι, ότι η αγιότητα αναγνωρίζεται με βάση τη φανέρωσή της από τον ίδιο τον Θεό, μέσω της διενεργείας (αυθεντικών) θαυμάτων.
Αυτό το κριτήριο είναι εκκλησιαστικά το ασφαλέστερο και επικρατέστερο στον χώρο της ορθόδοξης Αγιολογίας. Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Νεκτάριος (1660-1669)14 παραδίδει συνοπτικά τη σχετική εκκλησιαστική εμπειρία.
«Τρία θεωρούνται -γράφει- μαρτυρούντα την(υπογράμμιση δική μας) εν ανθρώποις αγιότητα· πρώτον ορθοδοξία άμωμος· αρετών κατόρθωσις απασών, εν αίς έπεται η περί την πίστιν μέχρις αίματος προς την αμαρτίαν αντικατάστασις και, τέλος, η παρά Θεού επίδειξις σημείων υπερφυών και θαυμάτων. Το πρώτόν εστι και εις σωτηρίαν αναγκαιότατον. Το δεύτερον εις αγιωσύνης χαρακτήρα. Αλλά και το τρίτον αναγκαιότατον καυτόν εις απόδειξιν»15.
Το κείμενο αυτό, γραμμένο μετά από δεδομένη δυτική πρόκληση και διεπόμενο από τη σαφή βούληση να διασταλεί η ορθόδοξη πράξη από τη δυτική παραχάραξη, είναι σημαντικότατο για τη θεολογική πληρότητα και σαφήνειά του. Διαφοροποιεί αφ ενός την αληθή από την υποτιθεμένη («σεσοφισμένη», πρβ. Βʹ Πέτρου αʹ 16) αγιότητα και αφ ετέρου εντοπίζει την πιστοποίηση της αγιότητος στη θεία και όχι στην ανθρώπινη πλευρά. Προϋποθέτοντας τη διατύπωση αυτή τού Πατριάρχου Νεκταρίου, επανέρχεται στο θέμα ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης (1749-1809), δίδοντας κατά τη γνώμη μας την τελική διατύπωση της εκκλησιαστικής πράξεως στο Νέον Μαρτυρολόγιόν του.
«Είναι γνώμη -γράφει- των διδασκάλων της Εκκλησίας μας, ότι των μεν Οσίων τα λείψανα δεν προσκυνούνται ως άγια, αν ο Θεός δεν αποδείξη δι αυτών θαύματα, ή το ολιγώτερον τα τιμήση διά της ευωδίας με το να μην είναι αποδεδειγμένα εις τους ανθρώπους η εν κρυπτώ πίστις και αγάπη αυτών εις τον Θεόν».
Είναι η τοποθέτηση τού Αγίου στο παραπάνω κριτήριο του «αγίου κατά πάντα βίου». Συνεχίζει όμως:
«Των δε Μαρτύρων τα λείψανα προσκυνούνται ως άγια και χωρίς θαυμάτων και ευωδίας 16, με το να γίνεται φανερά εις όλους διά της εμπράκτου αποδείξεως τού μαρτυρίου η εις Θεόν τελεία αγάπη αυτών· των οποίων τούτων προηγουμένως, και φανερώς ευρισκομένων εις τους Μάρτυρας, ως παρακολουθήματα είναι πλέον τα θαύματα, και σχεδόν λογίζονται, όσον εις απόδειξιν, περιττά» 17.
Δεν παύουν, δηλαδή, τα θαύματα να θεωρούνται άμεσα συνδεδεμένα με την αγιότητα, μολονότι στην περίπτωση της τιμής των Μαρτύρων δεν έχουν πρωταρχική αποδεικτική σημασία («σχεδόν περιττά»), αφού το μαρτύριο καθ αυτό συνιστά βεβαίωση τού γεγονότος της θεώσεως18.
Άλλωστε, τα αληθή λείψανα των όντως Αγίων συνιστούν μόνιμο θαύμα, με την υπέρβαση της φυσικής φθοράς και την αναστολή της φυσικής διαλύσεως τού κυτταρικού συστήματος19.
4. Η ΠΡΟΤΑΞΗ και έξαρση της «παρά θεού δόξης» στη φανέρωση της αγιότητας, συνιστά συνεχή παράδοση της Εκκλησίας μας, εκφραζομένη διαχρονικά στη θεολογική της γραμματεία. Θα περιορισθούμε σε χαρακτηριστικά δείγματα:
α) Ο ιστορικός Σωκράτης (5ος αι.), αναφερόμενος στην αγιότητα τού Τριμυθούντος Σπυρίδωνος, παρατηρεί:
«… Ού την αρετήν επιδείξαι, την έτι κρατούσαν περί αυτού φήμην αρκείν ηγούμαι, την δε δι αυτού γενομένην, τα μέν πλείστα, ώς γεεικός, οι επιχώριοι ίσασιν».
Αλλά και για τον άγιο Δονάτο της Ευροίας Ηπείρου γράφει: «…ώ δή πολλά τε και άλλα τεθαυματουργήσθαι μαρτυρούσιν οι επιχώριοι» 20.
β) Η πράξη αυτή, που ισχυροποιείται ακόμη περισσότερο στά χρόνια της Εικονομαχίας21, συνεχίζεται στους μεταγενέστερους αιώνες.
Έτσι, στην περίπτωση τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά, η εις Αγιον αναγνώρισή του δεν περιορίζεται στη θαυμαστή θεολογική προσφορά του ή στην ασκητική βιοτή του, αλλά συγκεκριμένα στα θαύματά του.
Σημειώνει ο μαθητής και βιογράφος του Φιλόθεος Κόκκινος (Οικουμενικός Πατριάρχης, 1354/55, 1364/70):
«…Και στέργω και τιμώ τούτον ως άγιον από των θαυμάτων αυτού, ά μετά την ενθέδε προς Θεόν εκδημίαν ειργάσατο, ιαμάτων πηγήν τον ίδιον αναδείξας τάφον» 22.
γ) Αλλά και μετά την Άλωση συνεχίζεται η ίδια στάση. Παρατηρείται δε επίταση της εμφάσεως στο κριτήριο των θαυμάτων. Έτσι, στην περίπτωση της αγίας Φιλοθέης της Αθηναίας, η πατριαρχική πράξη αναγνωρίσεως της εκκλησιαστικής τιμής της σημειώνει:
«Επειδή της ημών μετριότητος συνοδικώς προκαθημένης εδηλώθη ασφαλώς, ότι το θειότατον σώμα της οσιωτάτης Φιλοθέης […] ευωδίας πεπληρωμένον εστί και μύρον διηνεκώς εκχείται, αλλά και τοίς προσιούσιν ασθενέσι τε και δεομένοις θεραπείας την ίασιν δίδωσιν […] , έδοξεν ημίν…» 23.
Για τον άγιο Γεράσιμο Κεφαλληνίας, η πατριαρχική πράξη παρατηρεί:
«Και εν τοίς καθ ημάς χρόνοις ευδόκησεν ο Θεός, οσίως θεαρέστως βιώσαντα τον […] θείον Γεράσιμον, τύπον γενέσθαι τού κατά Χριστόν πολιτεύματος και θείας αρετής χαρακτήρα, ούπερ αι εν βίω αρεταί τε και κατορθώματα, ου μόνον υπ ανθρώπων θαυμάζονται και πανταχού κηρύττονται παρά των ειδότων, αλλά και υπό Θεού πολλώ μάλλον επιβεβαιούνται και επισφραγίζονται καθ εκάστην τοίς θαύμασιν, όσα εις ωφέλειαν των δεομένων και καταφυγόντων εις το θείον αυτού τέμενος η μεγαλόδωρος τού αγαθαρχικού Πνεύματος απεργάζεται χάρις…» 24.
Το ίδιο ίσχυσε και στην περίπτωση τού αγίου Διονυσίου Ζακύνθου25.
δ) Για να έλθουμε δε στην εποχή μας, στην πατριαρχική πράξη ανακηρύξεως τού αγίουΝεκταρίου Αιγίνης, δηλώνεται μεταξύ των άλλων:
«…και ζών δε και μετά θάνατον τού χαρίσματος της των θαυμάτων ενεργείας παρά Θεού αξιωθείς…». Καί: «…υπ όψιν λαβόντες τον άγιον βίον και την αγίαν τελευτήν τού Οσίου τούτου ανδρός, άμα δε και τα δι αυτού ενεργηθέντα και νύν δ έτι ενεργούμενα θαύματα» 26.
Γιά τον όσιο Ευγένιο τον Αιτωλό (1982), η πατριαρχική πράξη αιτιολογεί ως εξής την απόφασή της: «…πολλά δείγματα οσιότητος παρασχών» και «επιδόντες προς την οσίαν και θεάρεστον βιοτήν πολιτείαν και τας εξαιρέτους υπηρεσίας αυτού προς την Μητέρα Εκκλησίαν και την Ορθοδοξίαν» 27.
Είναι μία από τις λίγες περιπτώσεις, στις οποίες ο λόγος δεν είναι περί θαυμάτων, αλλά περί των υπηρεσιών προς την Εκκλησία. Βέβαια, το περιεχόμενο αυτών των υπηρεσιών πρέπει να σχετίζεται με την παρατήρηση τού ιδίου κειμένου: «συντελέσας τα μάλιστα εν τη αναδείξει πολλών νεομαρτύρων»(28).
Πολύ όμως περισσότερο από τις αποδείξεις των «επιστημόνων» τις οποίες επικαλείται η εξ Ελλάδος «γνωμοδότησις» (29), ισχύει, πιστεύουμε, η μαρτυρία τού μοναχού και μαθητού εν ασκήσει τού Οσίου, Αναστασίου Γορδίου: «εγώ δε και προορατικού τούτον ισχυρισαίμην αν μετέχειν χαρίσματος»( 30), η οποία όμως παραδόξως απουσιάζει από το πατριαρχικό κείμενο. Η ίδια έμφαση δίνεται στα θαύματα και στην περίπτωση του αγίου Παναγή (Μπασιά)(31), τού αγίου Ευσταθίου Θεσσαλονίκης(32), αλλά και τού αγίου Μαξίμου τού Γραικού, για τον οποίο το σχετικό έγγραφο-πρόταση τού μακαριστού Άρτης Ιγνατίου προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος σημειώνει: «ανεδείχθη ομολογητής και εδοξάσθη εν θαύμασιν» (33).
5. ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ της παροχής «εξεχουσών υπηρεσιών» προς την Εκκλησία δεν απομονώνεται ποτέ στην εκκλησιαστική πράξη. Αυτό αποδεικνύει το ασίγητο στόμα της εκκλησιαστικής συνειδήσεως, η ορθόδοξη Λατρεία.
Αντίθετα, και στην περίπτωση αυτή η εκκλησιαστική συνείδηση δεν παύει να αναζητεί την άνωθεν επιβεβαίωση της αγιότητας τού συγκεκριμένου προσώπου. Η χαρακτηριστικότερη παρόμοια περίπτωση είναι ο Μ. Κωνσταντίνος. Σύμφωνα με την υμνογραφία της εορτής του, εκείνο που ουσιαστικά βάρυνε την κατάταξή του μεταξύ των Αγίων είναι η θεοπτική του εμπειρία (το όραμα τού σταυρού), η οποία δήλωνε την εκ μέρους τού Θεού εκλογή του:
«τύπον σταυρού εν ουρανώ κατοπτεύσας…, όθεν δεξάμενος την γνώσιν τού Πνεύματος». Καί «ως ο Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος».
Παράλληλα δε προβάλλονται και τα απτά τεκμήρια της αγιότητός του: «ού η λάρναξ ιάσεις βρύει» 34.
Ανάλογα ισχύουν και για την αγία Θεοδώρα, σύζυγο του αυτοκράτορος Θεοφίλου, της οποίας το άφθαρτο ιερό λείψανο είναι τεθησαυρισμένο στον μητροπολιτικό Ναό της Κερκύρας. Η ένταξή της στον χορό των Αγίων δεν στηρίζεται μόνο στη σημαντική φιλορθόδοξη ενέργειά της τού 843, ούτε στά οσιακά τέλη της, αλλά και στην ενοικούσα στο ιερό λείψανό της χάρη, φανέρωση της οποίας είναι η αφθαρσία και τα θαύματά του: «η θήκη, θεόστεπτε, των σών αγίων λειψάνων, πλήρης ούσα χάριτος, καταφλέγει δαίμονας» 35. σημειώνεται στην ακολουθία της.
Είναι δε αξιοπρόσεκτο ότι η πίστη στη φανέρωση της αγιότητας μέσω των θαυμάτων έχει αναπτύξει ιστορικά μια σθεναρά δυναμική στον χώρο της λαϊκής θρησκευτικότητας, η οποία, ως γνωστόν, διασώζει αποτυπωμένα στην ιστορική της μνήμη, αλλά και στις πρακτικές της, πολλά ησυχαστικά στοιχεία. Είναι, έτσι, ευρύτατα διαδεδομένη στον ορθόδοξο λαό η πίστη, ότι «ο Άγιος, αν δεν θαυματουργήσει, δεν δοξολογιέται».
Πρόκειται για παροιμία, η οποία σε διάφορες παραλλαγές απαντά -τόσο στην κυριολεκτική όσο και μεταφορική της σημασία- όχι μόνο στον ελληνικό, αλλά και στους άλλους ορθοδόξους λαούς, όπως ακόμη και στη Δύση, κάτι που βεβαιώνει την αρχαιότητα αυτής της πεποιθήσεως και το βαθύρριζό της36.
6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ, θα παρατηρήσουμε ότι η αισθητή αλλοίωση των εκκλησιαστικών κριτηρίων στους τελευταίους αιώνες, λόγω των συνεχών και ισχυρών έξωθεν επιρροών, δικαιώνει τη στάση τού Ιεροσολύμων Νεκταρίου στο θέμα της αναγνωρίσεως της αγιότητας. Η θεολογική δε τοποθέτησή του βρίσκει και την απόλυτη κατάφαση τού μεγάλου Ευγενίου Βουλγάρεως.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την παραδοχή της αγιότητας θεωρούν και οι δύο τα θαύματα, «την των σημείων επίδειξιν», εξηγούν δε τον λόγο:
«Καίτοι τοίς πάλαι, ειλικρινέστερον κατά Θεόν πολιτευομένοις, ου πάνυ τούτο αντεξητάζετο, αλλά τοίς καθ ημάς χρόνοις της πονηρίας, ήδη και τα θαύματα παραπλαττούσης και τας αρετάς τη υποκρίσει μάλλον κιβδηλευούσης, και λίαν θηρεύομέν τε και απαιτούμεν και εις κρίσιν καλούμεν» 37.
Με βάση δε αυτή την προϋπόθεση -κυρίως- τόσο ο Πατριάρχης Νεκτάριος, όσο και ο Βούλγαρις, απορρίπτουν τα δυτικά λείψανα, αρνούμενοι συνάμα την ύπαρξη αληθινής αγιότητας στη Δύση μετά το σχίσμα. Αυτό, όμως, τι άλλο σημαίνει παρά άρνηση της δυνατότητας υπάρξεως αγιότητας εκεί, όπου χάνονται τα ορθά κριτήριά της, ο αγιοπνευματικός φωτισμός και η θέωση;


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Κατά την τελευταία τριετία αναγνωρίσθηκαν ως Άγιοι από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ο Παναγής (Μπασιάς) (4.2.1986), Αρσένιος ο Καππαδόκης (11.2.1986), Μάξιμος ο Γραικός (31.5.1988), ο Ευστάθιος και ο Συμεών, Αρχιεπίσκοποι Θεσσαλονίκης (10.6.1988), έχουν δε υποβληθεί προτάσεις για νέες ανακηρύξεις (ως π.χ. τού οσίου Σάββα τού εν Καλύμνω ασκήσαντος). Εννέα νέους Αγίους κατέταξε στο Αγιολόγιό της η Ρωσική Εκκλησία (1988), με την ευκαιρία τού εορτασμού της χιλιετηρίδος της εισόδου της στην Ορθοδοξία. Βλ. Information aus der Orthodoxen Kirche, Sondernummer 11.1988. Celebration of the Millennium of the Baptism of Russ. Στις σσ. 124-129: Brief lives of the Saints canonized by the Local Council of the Russian Orthodox Church of 1988. Οι νέοι Άγιοι και οι λόγοι της ανακηρύξεώς τους είναι:
α) Ο μέγας πρίγκηπας Δημήτριος Ντονσκόϊ (1350-1389) («is glorified as a national Saint in recognition of his services to the Church and the Nation»).
β) Αντρέϊ Ρουμπλιώφ (1360-1400) («…in recognition of his saintly life, witnessed by his contemporaries and his feat of icon-painting,through which he proclaims to men to the day the truth…»).
γ) Μάξιμος ο Γραικός (1470-1556) («…in recognition of his saintly life and miracles worked by him»).
δ) Μητροπολίτης Μακάριος (1482-1563) («…in recognition of his saintly life witnessed by many of his contemporaries, his gift of prophetic vision and great services for the Russian Church»).
ε) Αρχιμανδρίτης Παίσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794) («…for his holy, ascetic life, as a great man of prayer and teacher of the Jesus prayer, who revived in modern monasticism the salvific feat of the starchestvo and as a religious writer, who painted out in his works the path of spiritual rebirth for all seeking salvation»).
στ΄) Ξένη Γρηγορίεβα [Γρηγορίεβνα] (1732- αρχές τού 19ου αι.) («…the light of christian love that was kindled by the blessed ascetic life during her earthly life is shining ever more radiantly to us after demise»).
ζ) Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ (1807-1867) («…for the sanctity of his life, which is revealed in his works written in the spirit of truly orthodox patristic tradition»).
η) Στάρετς Αμβρόσιος (1812-1891) («for the holiness of his life, which was manifest in efficatious love of his fellow man, humility, sagacity and miracle-working, and also for the profound veneration of him by the orthodox people»).
θ) Θεοφάνης Γουόροφ [Γκόβορωφ] (1815-1894) («…as an ascetic of the faith and piety, who laboured extensively and expounding in his works the christians path to eternal life»). Τη διαδικασία της ανακηρύξεως των νέων Αγίων της Ρωσικής Εκκλησίας ελέγχει έμμεσα ο καθηγητής κ. Ευάγγελος Θεοδώρου στό περιοδικό «Εκκλησία» (αρ. 14/1.10,1988, σ. 515, σημ. 51. Πρβλ. περιοδικό «Επίσκεψις» αρ. 398/10.5.1988, σ. 8). Αντιρρήσεις όχι μόνο για την τηρηθείσα διαδικασία, αλλά και για την αγιότητα μερικών από τους νέους Αγίους, διατυπώθηκαν σε ελληνικά θρησκευτικά έντυπα, όπως εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος» (αρ.794/17.6.1988). Ο θεολόγος Αθαν. Σακαρέλλος σε άρθρο του μιλεί για «προσπάθεια εντυπωσιασμού της κοινής γνώμης» και κριτήρια «ελάχιστα θεολογικά». Επίσης για «σκοπιμότητα» και «νόθευση τού Αγιολογίου της Ορθόδοξης Εκκλησίας».
2. Για τη σημασία τού όρου «Άγιος» στην αρχαία Εκκλησία βλ. H. Delehaye, Sanctus, Bruxelles 1927. M. R. Asting, Die Heiligkeit im Urchristentum, Gottingen 1930, σ.202 ε. Ανδρ. Φυτράκη, Λείψανα και τάφοι Μαρτύρων κατά τους τρεις πρώτους αιώνας, Αθήναι 1955, σ. 6 ε., όπου και βιβλιογραφία. Γιά τα ευρύτερα προβλήματα της ανακηρύξεως Αγίων βλ. στού Ανδρ. Φυτράκη, Αι αντιδράσεις κατά της τιμής των Αγίων εν τή αρχαία Εκκλησία και τα αίτια αυτών, Αθήναι 1956.
3. Ιωάννου Δαμασκηνού, Εκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, Δʹ (15) 88, P.G. 94, 1164B-1168C.
4. Μαξίμου Ομολογητού, Περί αποριών, P.G. 91, 1144ΑΒ. Πρβ. Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 3, 1, 31.
5. Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 3, 1, 27.
6. Πρβ. Ιω. Σ. Ρωμανίδου, Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας, τόμ. 1, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 25.
7. Αμ. Αλιβιζάτου, Η αναγνώρισις των Αγίων εν τή Ορθοδόξω Εκκλησία, στο περιοδικό «Θεολογία» ΙΘʹ (1941-48), σ. 44. Πρβλ. και σ. 36: «Σύσσωμος η Εκκλησία, κλήρος και λαός, εν αδιασπάστω ομοφωνία και άνευ τυπικών και οργανωτικών πράξεων, ανεγνώριζον την αγιότητα των τιμωμένων, η δε πάνδημος αύτη αναγνώρισις απετέλει οιονεί και την επικυρωτικήν και καθιερωτικήν πράξιν της των μαρτύρων και αγίων εν τη Εκκλησία ανακηρύξεως». Πρβ. παρουσίαση τού ίδιου θέματος στου Χρυσ. Παπαδοπούλου, Περί της ανακηρύξεως Αγίων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, στο περιοδικό «Εκκλησία» ΙΒʹ (1934), σ. 331-335 και Μητροπολίτου Δέρκων Κωνσταντίνου (Χαρισιάδου), Η αναγνώρισις Αγίων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία κατά την τάξιν τού Οικουμενικού Πατριαρχείου, «Επιστημονική παρουσία Εστίας Θεολόγων Χάλκης», τόμ. Αʹ, Αθήναι 1987, σ. 225-241. Πέρα από την παλαιότερη βιβλιογρφία, που δίνει ο Αλιβιζάτος, βλ. και Μητροπολίτου Σερρών Κωνσταντίνου, Περί αναγνωρίσεως των Αγίων εν τή Ορθοδόξω Εκκλησία, «Θεολογία» ΚΖʹ (1956), σ. 609-615.
8. Βλ. Επιστολήν Ευγενίου τού Βουλγάρεως προς Πέτρον τον Κλαίρκιον, Περί των μετά το σχίσμα Αγίων της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας και των γινομένων εν αυτή Θαυμάτων, Αθήνησι 1844, σ. 6.
9. Βλ. παραπάνω, σημ. 7.
10. Οπ. π., σ. 45/6.
11. Για το μη αποδεκτό από Εκκλησία μαρτύριο των αιρετικών και ως ψευδές θεωρούμενο βλ. στού Ανδρ. Φυτράκη, Αι αντιδράσεις…, όπ. π., σ. 22 ε.ε.
12. Πρβ. Μακαρίου Αιγυπτίου, Ομιλίαι πνευματικαί 50, Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών, Θεσσαλονίκη 1985 (εκδ. Νικ. Τσιομεσίδη). Ομιλ. Θʹ, 8, σ. 166: «Ο πνευματικός πάντας ανθρώπους ανακρίνει κατά το γεγραμμένον, γινώσκει έκαστον πόθεν λαλεί και που έστηκε και εν ποίοις μέτροις εστίν. Αυτόν δε ουδείς ανθρώπων των εχόντων το πνεύμα τού κόσμου γινώσκειν και ανακρίνειν δύναται, ει μη μόνον ο το όμοιον έχων επουράνιον της θεότητος πνεύμα γιγνώσκει τον όμοιον…».
13. Βλ. σχετικά με το θέμα αυτό στού Στυλ. Γ. Παπαδοπούλου, Οι Νεομάρτυρες και το δούλον Γένος, Αθήναι 1974, σ. 24 ε.ε. Για τον ευρύτατο περί Νεομαρτύρων προβληματισμό βλ. στά «Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου», εις τιμήν και μνήμην των Νεομαρτύρων (17-19 Νοεμβρίου 1986) Θεσσαλονίκη 1988.
14. Βλ. για το πρόσωπο, το άρθρο τού Ν.Ε. Τ(ζιράκη), στή Θ.Η.Ε., τόμ. Αʹ (1966), στ. 396/7.
15. Πρός τας προσκομισθείσας θέσεις παρά των εν Ιεροσολύμοις φρατόρων διά Πέτρου τού αυτών μαίστορος, Περί της αρχής τού Πάπα αντίρρησις, Ιάσιον 1682, σ. 201 ε., 209 ε. Πρβ. Επιστολήν Ευγενίου τού Βουλγάρεως…, όπ. π., σ. 20 ε., 112 ε.
16. Πρβ. το μελέτημα τού Αθαν. Παρίου, Περί Νεομαρτύρων: Ότι είναι Άγιοι και πρέπει να τιμώνται ως τοιούτοι, πριν ή εκδοθεί επικυρωτική απόφανσις της Διοικούσης Εκκλησίας.
17. Νικοδήμου Αγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον, Αθήναι 1963, σ. 24 σημ.
18. Βλ. στου Ανδρ. Φυτράκη, Λείψανα και τάφοι Μαρτύρων…, όπ. π., σ. 9 ε.
19. Πρβ. Γρηγορίου Παλαμά. Ομιλία ΚΕʹ, τή Κυριακή των αγίων Πάντων, παρ. 6: «τις λόγος αξίως εξείποι την εν ταίς σοροίς των αγίων και τοίς λειψάνοις των οστών παρά Θεού δόξαν, παντί χρόνω συμπαρατεινομένων, την αναδιδομένην εκ τούτων ιεράν ευωδίαν, τα πηγάζοντα μύρα, τα χαρίσματα των ιαμάτων, τα ενεργήματα των δυνάμεων, τας πολυειδείς και σωτηρίους ημίν εν τοιούτοις επιφανείας;». (Απαντα τα έργα, έκδ. Ελληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1985, τόμ. 10, σ. 134). Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς δίνει τή Θεολογική ερμηνεία της θαυματουργίας των ιερών λειψάνων με τον ακόλουθο τρόπο: «Καθάπερ γάρ κοινή εστί σώματος και ψυχής η τού ενανθρωπήσαντος Λόγου τού Θεού θεότης, διά μέσης ψυχής θεώσασα την σάρκα, ως και Θεού έργα εκτελείσθαι δι αυτής, ούτως επί των πνευματικών ανδρών η τού Πνεύματος χάρις, διά μέσης ψυχής προς το σώμα διαπορθμευομένη, πάσχειν και αυτώ τα θεία δίδωσι και μακαρίως συμπάσχειν τή ψυχή τα θεία πεπονθυία… Προελθόν ούν εις την μακαρίαν ταύτην εντελέχειαν και σώμα θεουργεί… ού τεκμήριον εναργές αι των αγίων θαυματοποιοί σοροί».
(Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 2, 2, 12).
20. Εκκλησιαστική Ιστορία ΙΑʹ, P.G. 67, 885 και Ζʹ P.G. 67, 1497.
21. Βλ. τα Πρακτικά τού J.D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Nova et Amplissima Collectio, τόμ. 12 και 13 (Graz 1960).
22. «Τόμος Συνοδικός» ανακηρύξεως σε άγιο Γρηγορίου τού Παλαμά, P.G. 151, 711. Πρβ. Φιλοθέου, Λόγος εγκωμιαστικός εις τον εν Αγίοις Πατέρα ημών
Γρηγόριον, Αρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τον Παλαμάν, P.G. 151, 648/9.
23. Βλ Τζέρπου, Η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία. Παρακλητικός Κανών, Βίος και έργον, Αθήναι 19882, σ. 10.
24. Πρωτοπρ. Κων. Γ. Γκέλη, Ο Αγιος Γεράσιμος Κεφαλληνίας, Αθήναι 19782, σ. 113-4. Πρβ. σ. 110.
25. Το λείψανόν του «πνέον υπερφυούς ευωδίας και μύρα βλύζον ιαματικά και σωτήρια». Η πατριαρχική πράξη μιλεί περί «ανδρός τα μάλιστα κατ αρετήν πολλούς των πρότερον διαπρεψάντων υπερελάσαντος και θείων δωρεών δαψιλεία
χάριτος ευπορήσαντος, το τε διορατικόν χάρισμα εκ περιουσίας καταπλουτήσαντος…». Χαρακτηρίζεται δε «αυτουργός θαυμάτων πολλών και παραδόξων» ήδη εν ζωή.
(Βλ. Παντελεήμονος Μπεζενίτη, Μητροπολίτου Ζακύνθου, Ο Άγιος Διονύσιος, Ζάκυνθος 1987, σ. 71, 69, 70).
26. Ακολουθίαι και Βίος τού εν Αγίοις Πατρός ημών Νεκταρίου, επισκόπου Πενταπόλεως τού θαυματουργού… υπό Γερασίμου μοναχού Μικραγιαννανίτου,
Αθήναι 1976, σ. 9.
27. Όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός. Βίος και έργον. Η εις άγιον ανακήρυξις αυτού. Ασματική ακολουθία, Αθήναι 1983, σ. 105/106.
28. Στό ίδιο, σ. 105
29. Στο ίδιο, σ. 98.
30. Στο ίδιο, σ. 88.
31. Πρωτοπρ. Κων. Γκέλη, Ο Άγιος Παναγής Μπασιάς. 1801-1888, Αθήνα 1979, σ. λʹ. Στην πατριαρχική πράξη αναγνωρίσεώς του (αρ. πρωτ. 91/4.2.1986)
σημειώνεται: «Εστιν ότε δε σημείοις και θαύμασιν, οίς εμαρτυρήθη παρά Θεού, αυτόν (= τον λαόν) ευεργετών».
32. Βλ. έγγραφο τού Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, αριθμ. πρωτ. 567/16.12.1987: θαυματουργός βάσει
παλαιών μαρτυριών (Ευδ. Τσολάκη, Βυζαντινοί Ιστορικοί και Χρονογράφοι, Θεσσαλονίκη 1978, σ. 72/3).
Κατά το ίδιο έγγραφο, «η μαρτυρία τού λογιωτάτου και εν αγίοις Πατρός ημών Μιχαήλ τού Αθηνών (βλ. Σπ. Λάμπρου, «Νέος Ελληνομνήμων», 13-1916, σ. 361) θα ήρκει να πιστοποιήση, ότι ο Θεός κατέταξε τον Ευστάθιον εν τοίς Αγίοις αυτού και ο χριστώνυμος λαός εβεβαιώθη περί της αγιότητος αυτού διά πολλών θαυμάτων».
33. Βλ. το έγγραφο τού Αρτης Ιγνατίου από 10 Ιουλίου 1986 προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος για την ανακήρυξη σε άγιο τού Αγίου Μαξίμου (αριθμ. πρωτ. 793).
34. Βλ. την Ακολουθίαν του στό Μηναίο (21η Μαίου), έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.
35. Βλ. Μεθοδίου Κοντοστάνου, Μητροπολίτου Κερκύρας και Παξών, Ασματική Ακολουθία και Βίος της αγίας θεοστέπτου Βασιλίδος Θεοδώρας της Αυγούστης, της στερεωσάσης την Ορθοδοξίαν, Κέρκυρα 19666, σ. 17, 23.
36. Νικολάου Πολίτου, Παροιμίαι, τόμ. Αʹ, Αθήναι 1965, σ. 216 ε.ε.
37. Επιστολή Ευγενίου τού Βουλγάρεως, όπ. π., σ. 113.
 Αγιότητα – Ένα λησμονημένο όραμα, Αθήνα 2001, σελ. 45-57.
fdathanasiou

Πέμπτη 15 Μαΐου 2014

Είναι η Ορθόδοξη Πίστη μας "εξελικτικό ατύχημα" ή Αποκάλυψη Θεού;


Ανασκευή αθεϊστικού και μηδενιστικού δημοσιεύματος
       Άγιες ημέρες διαλέγουν κάποιοι «αγνωστικιστές» για να κλονίσουν την Ορθόδοξη πίστη της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού της πατρίδος μας. Στις 12-4-2014 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα των Αθηνών «Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ» άρθρο του κ. Σπύρου Μανουσέλη με τίτλο: «Εκ φύσεως εύπιστοι και πεπλανημένοι», με το οποίο ο αρθρογράφος ισχυρίζεται πως ο «Θεός δεν κατοικεί πλέον στο υπερπέραν, ίσως να κρύβεται μέσα μας, στο λαβύρινθο του εγκεφάλου μας».
Αν και θεωρούμε ότι δεν μας λέει τίποτε περισσότερο από τον κοινότατο ισχυρισμό όλων των αθέων και αγνωστικιστών, ότι δήθεν ο Θεός είναι «δημιούργημα του μυαλού μας», εν τούτοις θα προσπαθήσουμε για πολλοστή φορά να δώσουμε μια περιεκτική απάντηση στο άρθρο του.
     Ούτε λίγο, ούτε πολύ ο κ. Σ. Μανουσέλης αρχίζει με τον αφοριστικό του δογματισμό, ότι η θρησκευτική πίστη είναι αποτέλεσμα της «βιολογικής εξέλιξης»! Γράφει: «οφείλουμε, ωστόσο, εξαρχής να σταθούμε σε μια πολύ διαδεδομένη παρανόηση: να θεωρήσουμε τον εγκέφαλό μας ως μια τέλεια νοητική μηχανή, σχεδιασμένη από την εξέλιξη ή από τον Θεό. Στην πραγματικότητα, ο πολύπλοκος ανθρώπινος εγκέφαλος είναι μια εξαιρετικά αποτελεσματική αλλά όχι τέλεια μηχανή. Όπως κάθε άλλη βιολογική μηχανή, ο εγκέφαλός μας είναι το προϊόν της δράσης της φυσικής επιλογής: εξελίσσεται συνεχώς ώστε να εγγυάται την καλύτερη επιβίωση και την αναπαραγωγή μας». Φτάνει μάλιστα στο σημείο να αποδίδει το φαινόμενο της πίστης στο Θεό σε «εξελικτικό ατύχημα», αν κατανοούμε σωστά το συλλογισμό του, ως ένα «εξελικτικό λάθος»!
Ο αρθρογράφος «βαπτίζει» την πίστη ως «ευπιστία», την αναγάγει σε «εγκεφαλικούς γνωσιακούς μηχανισμούς» και ορίζει ότι «υπάρχει σαφής αιτιακή σχέση ανάμεσα στο επίπεδο μόρφωσης ενός ατόμου και το βαθμό ευπιστίας που επιδεικνύει». Με άλλα λόγια προσπαθεί να εξηγήσει το γεγονός της πίστης στο Θεό σε άγνωστους εγκεφαλικούς μηχανισμούς και στο μορφωτικό επίπεδο του ανθρώπου! Η πίστη είναι αποτέλεσμα κάποιου εγκεφαλικού «μπλοκαρίσματος» και της αμάθειας! Το λέει ξεκάθαρα στη συνέχεια του άρθρου του: «ας σημειωθεί ότι η “αντίστροφη ευπιστία” είναι το ακριβώς αντίθετο του “κριτικού πνεύματος”, αφού συνιστά άρνηση κάθε νέας αντίληψης ή γνώσης στο όνομα αυθαίρετων, αλλά παγιωμένων πεποιθήσεων. Τυπικά παραδείγματα είναι η απόλυτη άρνηση των θεωριών της βιολογικής εξέλιξης από τους πιστούς των μονοθεϊστικών θρησκειών, οι ρατσιστικές κοινωνικές προκαταλήψεις και οι ιδεολογικοπολιτικές εμμονές»! Μέσα στο αντιφατικό παραλήρημά του ο αρθρογράφος κάνει λόγο για «νευροθεολογία», για να «ερμηνεύσει» την πίστη ως αποτέλεσμα «βιοψυχολογικών και νευροχημικών προϋποθέσεων». Εκφράζει χωρίς ενδοιασμούς την αναπόδεικτη εδώ και αιώνες θεωρία των αθεϊστών, ότι δήθεν η πίστη στο Θεό είναι ψυχονευρωτική κατάσταση. Δεν είναι μακριά η εποχή που τα αθεϊστικά μαρξιστικά καθεστώτα έστελναν στα ψυχιατρεία τους ανθρώπους, οι οποίοι εκδήλωναν δημόσια την πίστη τους στο Θεό! 
        Θεωρούμε ανώφελο να ανοίξουμε διάλογο με τον εν λόγω αρθρογράφο, διότι είναι πασιφανές ότι ανήκει στην κατηγορία, όχι απλά των αγνωστικιστών, αλλά στην κατηγορία όλων εκείνων, οι οποίοι είναι στρατευμένοι να εξαφανίσουν την πίστη στο Θεό και κάθε ίχνος θρησκευτικότητας, ως «φαινόμενα νοσηρά για την κοινωνική πρόοδο». Θεωρούμε όμως σκόπιμο να διαφωτίσουμε τους πιστούς μας, οι οποίοι διαβάζοντας παρόμοια δημοσιεύματα είναι δυνατόν να εισέλθουν σπέρματα αμφιβολίας στις ψυχές τους και να κλονιστεί η πίστη τους από την αληθοφάνειά τους.
         Κατ’ αρχήν το εγκεφαλικό «μπλοκάρισμα» και το «εξελικτικό ατύχημα» θα πρέπει αναντιρρήτως να τα αναζητήσωμε στην απιστία, την αναζητούσα την δημιουργία του σύμπαντος και του ανθρώπου στους ασυνειδήτως και μηχανιστικώς λειτουργούντας νόμους της φύσεως, στην τυχαιότητα, ή σε μια άλογη  φυσική επιλογή, και όχι στην πίστη σε δημιουργό, πάνσοφο και παντοδύναμο Θεό. Όπως ευστοχώτατα παρατηρεί σε πρόσφατη άριστη μελέτη του ο Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιώς: «το έκπαγλον τούτο υλικόν σύμπαν με τους αναριθμήτους εισέτι γαλαξίας ύλης και αντιΰλης και τα αναρίθμητα ωσαύτως εισέτι είδη και γένη των επί του ημετέρου πλανήτου πολυειδών και πολυμόρφων ενοργάνων όντων, εν οις από των φωσφοριζόντων βυθών των ωκεανών μέχρι των απροσπελάστων ουρανίων εκτάσεων εξαστράπτει η υπερκόσμιος σφραγίς μιας υπερόχου ‘σκοπιμότητος’ και απείρου προνοίας, σοφίας και δυνάμεως», δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί στους παρά πάνω υπό των απίστων προβαλλομένους λόγους, (αυτό τουλάχιστον υπαγορεύει η κοινή λογική, όταν βέβαια αυτή δεν είναι «μπλοκαρισμένη» από την νόσο της απιστίας), αλλά απεναντίας «είναι η τρανοτέρα και μεγαλειωδεστέρα αναντιρρήτως απόδειξις της υπάρξεως του Απείρου Δημιουργού Τρισυποστάτου Θεού».[1] Και όπως διακηρύσσει ο ψαλμωδός «Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, ποίησιν δε χειρών αυτού αναγγέλλει το στερέωμα» (Ψαλ.18,1). Σε άλλο σημείο της ιδίας μελέτης του παρατηρεί: «Δόγμα δε της επιστήμης είναι ότι ‘παν κινούμενον έχει την αιτίαν της κινήσεώς του εκτός εαυτού’. Κινουμένη συνεπώς η ύλη αενάως και τρεπομένη, αλλοιουμένη, μετασχηματιζομένη κ.λ.π. διηνεκώς εξαγγέλλει και διά μόνης της απαύστου κινήσεως και των μεταβολών της, ότι την αιτίαν της τε κινήσεως και των τροπών και μεταμορφώσεώς της, αλλά και του εαυτής είναι, έχει εκτός εαυτής».[2] Τι έχει να πει πάνω στις σοφότατες αυτές διαπιστώσεις ο υπό «κριτικού πνεύματος» εμφορούμενος και τα πορίσματα μόνον της επιστήμης αποδεχόμενος αρθρογράφος; Πως τόσον άκριτα και επιπόλαια είναι έτοιμος να αποδώσει την πίστη στην «ευπιστία» και στην αμάθεια των πιστών, ή σε «βιοψυχολογικές και νευροχημικές προϋποθέσεις», όταν αυτή έχει συνηγορούσα υπέρ εαυτής και αυτήν ακόμη την κοινή λογική και την επιστήμη; Πέραν αυτών τα όσα παραθέτει ο αρθρογράφος για την ερμηνεία της πίστης στο Θεό, ως  δήθεν «επιστημονικά πορίσματα», δεν είναι τίποτε περισσότερο από αστήρικτες θεωρίες αθέων και μηδενιστών μελετητών. Τίποτε δεν έχει αποδειχτεί «εργαστηριακά», για να θεωρηθεί αληθινό «επιστημονικό πόρισμα». Μπορεί μήπως με κτιστό τρόπο να ερμηνευθεί ο άνθρωπος, το συνειδέναι και η ελευθερία της βουλήσεως; Πως να αποδειχτεί εργαστηριακά, αφού πρόκειται για ψυχική – πνευματική λειτουργία, τη στιγμή που οι άθεοι και οι μηδενιστές ενασχολούμενοι με τα θέματα αυτά, δεν πιστεύουν στην  ύπαρξη της ψυχής!
        Κάνει επίσης το «λάθος» να «τσουβαλιάζει» την Ορθόδοξη πίστη μας με τις πίστεις των διαφόρων θρησκειών του κόσμου, με το να τη βαπτίζει «θρησκευτική πίστη» και «θρησκευτικό συναίσθημα». Αδυνατεί να εννοήσει ότι η Ορθόδοξη πίστη μας δεν εδράζεται σε εγκεφαλικές διεργασίες, «ρατσιστικές κοινωνικές προκαταλήψεις και ιδεολογικοπολιτικές εμμονές», αλλά στο αναντίρρητα και από πολλούς αυτόπτες μάρτυρες, βεβαιούμενο ιστορικό γεγονός της αναστάσεως του Χριστού. Είναι η πίστη σε εκείνο «ό ακηκόαμεν, ο εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ο εθεασάμεθα και αι χείραις ημών εψηλάφισαν» (Α΄Ιωάν.1,1).Είναι εμπιστοσύνη στους πλέον αξιόπιστους μάρτυρες της αναστάσεως, τους Αγίους Αποστόλους, οι οποίοι έχυσαν το αίμα τους και έδωσαν τη ζωή τους για να μεταφέρουν στον κόσμο το μόνο χαρμόσυνο γεγονός, το γεγονός των γεγονότων, την ανάσταση του Χριστού. Αλλά, ας μη λησμονούμε το γεγονός ότι το «τσουβάλιασμα» αυτό βολεύει τους εχθρούς της Εκκλησίας μας. Πατώντας επάνω στα τερατώδη τρωτά των αιρετικών και των αλλοθρήσκων χτυπούν την Ορθόδοξη Εκκλησία μας. 
      Σε αντίθεση με την Ορθόδοξη πίστη μας, όλες ανεξαιρέτως, οι θρησκείες του κόσμου, είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα, για την ικανοποίηση της απουσίας του Θεού από την ανθρώπινη ψυχή, δημιουργία ψευδαίσθησης κοινωνίας με το Θεό. Η θρησκευτικότητα αυτή είναι η ίδια η κραυγή της απουσίας του Θεού, η αγωνιώδης προσπάθεια του ανθρώπου να γεμίσει το κενό αυτό με ψυχολογικής φύσεως υποκατάστατα, τα οποία κατά κανόνα περιέχουν το παράλογο και τη νοσηρότητα. Θρησκευτικότητα έξω από την Εκκλησία είναι η απέλπιδα προσπάθεια του ανθρώπου να αναχθεί στο Θεό με τις δικές του δυνάμεις. Υπό αυτή την έννοια θα μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε τις θεωρίες του αρθρογράφου. Την «ευπιστία» λοιπόν  ας την αναζητήσει στον αθεϊσμό και στον μηδενισμό, όπου υιοθετούνται οι πλέον ακραίες μορφές «ευπιστίας», προκειμένου να απορριφθεί η πίστη στον Τριαδικό Θεό!
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών
Ο υπεύθυνος
Αρχιμ. Παύλος Δημητρακόπουλος
Ο Γραμματέας
Λάμπρος Σκόντζος, Θεολόγος




[1] Επισκόπου Σεραφείμ, Μητροπολίτου Πειραιώς, Κόσμος. Εξέλιξις ή δημιουργία; Τυχαιότης ή απερινόητος σκοπιμότης; Φυσική επιλογή ή πάνσοφος Θεία Πρόνοια;, Πειραιεύς 2012, σελ. 127-128.
[2]Επισκόπου Σεραφείμ, Μητροπολίτου Πειραιώς, Κόσμος…ο.π.σελ.173

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

"Ξερά οστά, ζήστε"!

  Το όραμα του προφήτη Ιεζεκιήλ, που διαβάζεται τη Μεγάλη Παρασκευή



Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, στην ακολουθία του Επιταφίου, διαβάζεται μια εντυπωσιακή προφητεία για την ανάσταση των νεκρών, από το κεφάλαιο 37 του βιβλίου του προφήτη Ιεζεκιήλ, που βρίσκεται στην Παλαιά Διαθήκη.
Την αναδημοσιεύουμε σε μετάφραση από εδώ, όπου μπορείτε να διαβάσετε και το αρχαίο κείμενό της:





Ο Κυριος εθεσε το χέρι του επάνω μου και δια του Πνεύματός του με έβγαλε και με έθεσεν ωσάν εν μέσω μιας πεδιάδος. Αυτή δε η πεδιάς ήτο γεμάτη από ανθρώπινα οστά.
Ο Κυριος με περιέφερεν ολόγυρα από τα οστά αυτά και ιδού, είδα ότι αυτά ήσαν πάρα πολλά εις όλην εκείνην την πεδιάδα, ξηρά δε πολύ.
Ο Κυριος είπε προς εμέ· “υιέ ανθρώπου, είναι δυνατόν να αποκτήσουν ζωήν τα οστά αυτά;” Και εγώ είπα· “Κυριε Κυριε, συ γνωρίζεις τι μπορεί να συμβή με αυτά”.
Ο Κυριος μου είπε· “προφήτευσε διά τα οστά αυτά και ειπέ τα εξής· Τα οστά τα ξηρά ακούσατε τον λόγον του Κυρίου.
Αυτά λέγει ο Κυριος εις αυτά τα ξηρά οστά· ιδού, εγώ φέρω εις σας πνεύμα ζωής,
θα δώσω εις σας νεύρα, θα σας καλύψω με σάρκας, θα απλώσω επάνω εις σας δέρμα και θα δώσω το Πνεύμα μου εις σας. Θα αποκτήσετε ζωήν και θα ζήσετε. Ετσι δε θα μάθετε, ότι εγώ είμαι ο Κυριος”.
Εγώ επροφήτευσα σύμφωνα με την εντολήν του Κυρίου. Οταν εγώ επροφήτευσα ιδού, έγινε σεισμός, ο οποίος έφέρε τα οστά το καθένα εις την φυσικήν του θέσιν και το ενηρμόνισε προς τα αλλά οστά, ώστε να αποτελεσθούν ολόκληροι σκελετοί. Και με κατάπληξίν μου
είδον και ιδού, ότι εφύτρωσαν επάνω εις αυτά νεύρα και σάρκες. Επάνω δε εις τας σάρκας και τα νεύρα, ηπλώθη δέρμα, αλλά πνοή ζωής δεν υπήρχεν ακόμη εις αυτά τα σώματα.
Ο Κυριος είπε τότε προς εμέ· “προφήτευσον προς το Πνεύμα· υιέανθρώπου, προφήτευσε και ειπέ στο ζωογόνον Πνεύμα· αυτά λέγει ο Κυριος· από τους τέσσαρας ανέμους, από όλα τα σημεία του ορίζοντος, συ Πνεύμα, πανταχού παρόν, έλα εδώ και εμφύσησε εις τα νεκρά αυτά σώματα, δια να λάβουν ζωήν και ζήσουν”.
Επροφήτευσα, όπως ο Κυριος με διέταξε, και εισήλθε πράγματι εις αυτά το Πνεύμα της ζωής και έζησαν και εστάθησαν όρθια επάνω στους πόδας των, λαός πάρα πολύς.
Ο Κυριος ωμίλησε πάλιν προς εμέ και είπεν· “υιέ ανθρώπου, αυτά τα οστά υποδηλώνουν τον ισραηλιτικόν λαόν, διότι οι Ισραηλίται λέγουν, ο καθένας δια τον εαυτόν του και δι' ολόκληρον τον λαόν, ότι τα οστά μας έγιναν κατάξηρα, εχάθη πλέον κάθε ελπίς δι' ημάς· έχομεν οριστικώς χαθή.
Δια τούτο προφήτευσε και είπε προς αυτούς· αυτά λέγει ο Κυριος· Ιδού εγώ θα ανοίξω τους τάφους σας και θα σας βγάλω μέσα από τα μνήματά σας και θα σας επαναφέρω εις την χώραν του Ισραήλ.
Και τότε θα μάθετε, ότι εγώ είμαι ο Κυριος, όταν θα ανοίξω τους τάφους σας και θα βγάλω τον λαόν μου μέσα από τα μνήματα του.
Θα σας δώσω το ζωοποιόν μου Πνεύμα, θα αναστηθήτε και θα αποκτήσετε ζωήν. Θα σας εγκαταστήσω εις την χώραν σας και θα μάθετε, ότι εγώ είμαι ο Κυριος. Εγώ ωμίλησα και θα πραγματοποιήσω αυτά που είπα, λέγει ο Κυριος”.


Λαϊκή απεικόνιση του οράματος του προφήτη Ιεζεκιήλ, με στοιχεία από
την επίσης λαϊκή απεικόνιση της Δευτέρας Παρουσίας


Το Όραμα του Προφήτη Ιεζεκιήλ. Η Ανάσταση των νεκρών και τι γίνεται με τα ανθρώπινα οστά! (επισκόπου Αυγουστίνου Καντιώτη, από εδώ)

Ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ εἶδε ὅραμα (κεφ. 37ο).
Ὁ Κύριος τὸν μεταφέρει σὲ μιὰ πεδιάδα γεμάτη ἀνθρώπινα ὀστᾶ. Κ᾽ ἐνῷ ὁ προφήτης τὰ βλέπει περίλυπος, φωνὴ Κυρίου τὸν ἐρωτᾷ·
«Υἱὲ ἀνθρώπου, τὰ ὀστᾶ αὐτὰ μποροῦν νὰ ξαναζήσουν;».
«Σὺ γνωρίζεις, Κύριε», ἀπαντᾷ ὁ προφήτης.
Ὁ Κύριος τὸν διατάζει νὰ κηρύξῃ στὰ ὀστᾶ, κι αὐτὸς κάνει τὸ περίεργο κήρυγμα.
«Τὰ ὀστᾶ τὰ ξηρά», λέει, «ἀκούσατε λόγον Κυρίου…» (Ἰεζ. 37,4).

Καὶ νά, γίνεται σεισμός, τὰ ἀναρίθμητα ἐκεῖνα σκορπισμένα ὀστᾶ τρίζουν, τρέχουν τὸ ἕνα πρὸς τὸ ἄλλο, συναρμολογοῦνται σὲ σκελετούς, φυτρώνουν πάνω τους σάρκες καὶ νεῦρα καὶ καλύπτονται μὲ δέρμα.
Τώρα ὅλη ἡ πεδιάδα γέμισε ἀπὸ σώματα, ἀλλὰ πτώματα, δίχως πνεῦμα.
Κατ᾿ ἐντολὴν τοῦ Κυρίου ὁ προφήτης κηρύττει πάλι, καὶ τότε ἔρχεται πνεῦμα, τὰ πτώματα ζωντανεύουν, κινοῦνται, σηκώνονται καὶ παρατάσσονται ὄρθια, σχηματίζουν στρατιές.

Τὸ θαυμάσιο αὐτὸ ὅραμα μᾶς δίνει μιὰ εἰκόνα τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν.
«Ἀναστήσονται οἱ νεκροί, καὶ ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς μνημείοις», εἶνε ἡ φωνὴ τοῦ προφήτου,ἡ μαρτυρία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (Ἠσαΐας, 26,19).
Καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη τὸ βεβαιώνει.
Ὁ Κύριος ἀπεκάλυψε·«Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται… Μὴ θαυμάζετε τοῦτο· ὅτι ἔρχεται ὥρα ἐν ᾗ πάντες οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσονται τῆς φωνῆς αὐτοῦ, καὶ ἐκπορεύσον ται οἱ τὰ ἀγαθὰ ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δὲ τὰ φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως» (κατά Ἰωάννην 5,25-29).
Ὁ δὲ ἀπόστολος Παῦλος κήρυξε τὴν ἀλήθεια τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦ Ἀρείου πάγου, ἐνῷ οἱ ὑλισταὶ ἐπικούρειοι τὸν εἰρωνεύονταν (βλ. Πράξεις τῶν Ἀποστόλων 17,16-34).
Ἀλλ᾿ αὐτὸ δὲν στάθηκε ἱκανὸ ν᾽ ἀνακόψῃ τὸ ἀποστολικὸ κήρυγμα, ποὺ θεμελιῶδες ἄρθρο του ἦταν ἡ ἀλήθεια ποὺ μπῆκε στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως· «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν».

Καὶ ὄχι μόνο ἡ διδασκαλία ἀλλὰ καὶ θαύματα τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐπιβεβαιώνουν τὴν ἀνάστασι.
Οἱ τρεῖς νεκροὶ ποὺ ἀνέστησε ὁ Κύριος (ὁ υἱὸς τῆς χήρας, ἡ κόρη τοῦ Ἰαείρου, ὁ τεταρταῖος Λάζαρος), οἱ ἄλλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἀναστήθηκαν τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ «καὶ ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς» (Ματθ. 27,53), ἡ Ταβιθὰ καὶ ὁ Εὔτυχος ποὺ ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ τοὺς ἀνέστησαν ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος, ὅλοι αὐτοὶ εἶνε οἱ προάγγελοι τῆς κοινῆς ἀναστάσεως.
Ἀλλ᾿ ἐκεῖνο ποὺ περισσότερο ἀπ᾽ ὅλα δημιουργεῖ τὴν πεποίθησι ὅτι οἱ νεκροὶ θ᾽ ἀναστηθοῦν εἶνε ἡ ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ.
Ἐκεῖ στηρίζονται ὅλες οἱ προσδοκίες τοῦ Χριστιανοῦ. Γι᾽ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει θριαμβευτικά·«Νυνὶ Χριστὸς ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο» (Α΄ Κορ. 15,20).

Οἱ Χριστιανοὶ τῶν πρώτων αἰώνων ἔθαβαν τοὺς νεκρούς, ἀγαπητοί μου, μὲ πίστι στὴν ἀνάστασι· ὁ θάνατος λεγόταν ὕπνος, τὰ νεκροταφεῖα κοιμητήρια · στὶς ἐπιγραφὲς τῶν τάφων δὲν ἔγραφαν «πέθανε» ἀλλὰ «κοιμήθηκε», καὶ ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου ἐθεωρεῖτο γέννησι σὲ νέο κόσμο.
Ὅταν μαρτύρησε ὁ ἅγιος Πολύκαρπος Σμύρνης, οἱ Χριστιανοὶ συνέλεξαν τὰ ὀστᾶ του «τὰ τιμιώτερα λίθων πολυτελῶν» (Πολυκ. μαρτ.XVIII), κι ἀπὸ τότε ἑώρταζαν κάθε χρόνο τὴν ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου του ὡς ἡμέρα γενεθλίων. Θάνατος = τοκετός, νέα γέννησις .
Ὤ μακαρία ἐποχή! Σήμερα τὸ πιστεύουμε αὐτό;
Ἡ ἀλήθεια τῆς ἀναστάσεως δὲ λάμπει στὶς καρδιὲς τῶν Χριστιανῶν ὅπως τότε. Ἡ ὑλιστικὴ ἀντίληψι κλόνισε τὴν πίστι, σκόρπισε ἀμφιβολία. Γι᾿ αὐτὸ σὲ θανάτους συγγενῶν δὲν τρέχει τὸ παρήγορο δάκρυ τοῦ πιστοῦ, ἀλλ᾽ ἀκούγονται οἱ κοπετοὶ τῶν εἰδωλολατρῶν. Κλείνονται στὸ σπίτι σὰν σὲ τάφο, ἀπ᾽ τὸν ἕνα τάφο πᾶνε στὸν ἄλλο.
Ἔτσι κάνουν ὅσοι ἔπαψαν νὰ πιστεύουν στὸ Χριστὸ ποὺ εἶπε «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (Ἰω. 11,25).

Τί στάσι τηρεῖ ὁ πιστὸς μπρὸς στὸ θάνατο; Διαφέρει κ᾽ ἐδῶ ἀπὸ τὸν ἄπιστο.
Λυπᾶται βέβαια, ἀλλ᾿ ὄχι ὅπως «οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» (Α΄ Θεσ. 4,13).
Ὁ ἄπιστος κλαίει γιὰ ὁριστικὴ ἐξαφάνισι τοῦ νεκροῦ, ὅπως νομίζει, ὁ πιστὸς κλαίει γιὰ ἕνα προσωρινὸ ἀποχωρισμό. Τὸν ἀποχαιρετᾷ, ὅπως ἂν πήγαινε ταξίδι. Ἐνῷ τοῦ δίνει τὸν τελευταῖο ἀσπασμό, εὔχεται μυστικά· «Ἀγαπητέ μου πατέρα, μητέρα, ἀδελφέ, σύζυγε, παιδί, καλὴ συνάντησι στοὺς οὐρανούς!».
Καὶ μὲ τὴν πίστι, ποὺ κάνει τὸ μέλλον παρόν, ἀκούει ἀπὸ τώρα τὸ ἀρχαγγελικὸ πρόσταγμα «Νεκροί, ἀναστηθῆτε!», ποὺ θ᾽ ἀκουστῇ τὴν ἡμέρα ἐκείνη.
Τότε, μέσα στὶς μυριάδες ἐκείνων ποὺ θ᾽ ἀναστηθοῦν, θὰ δῇ τὸν ἄνθρωπό του ἀπείρως ὡραιότερο ἀπ᾿ ὅ,τι ἐδῶ.
 
(†) Ο Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης

Το βίντεο με τον Ύμνο των Τριών Παίδων

ΚΑΛΗ (ΜΑΣ) ΑΝΑΣΤΑΣΗ! 
o-nekros

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

Η προσευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου



Η προσευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου
Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιεργίας,φιλαρχίας, και αργολογίας μη μοι δως. Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής, και αγάπης χάρισε μοι τω σω δούλω. Ναι Κύριε Βασιλεύ, δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα, και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου˙ ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Στη συνεχή και δύσκολη προσπάθεια της πνευματικής ανάρρωσης ανθρώπου, η Εκκλησία δεν ξεχωρίζει την ψυχή από το σώμα. Ο όλος άνθρωπος απομακρύνθηκε από το Θεό, ο όλος άνθρωπος πρέπει να ανορθωθεί, ο όλος άνθρωπος πρέπει να επιστρέψει με ταπείνωση και αγάπη.
Η καταστροφή της αμαρτίας υπάρχει όταν νικάει η σάρκα, η αλαζονεία - το ζωώδες, το παράλογο, η σαρκική επιθυμία μέσα μας - τα πνευματικό και το θείο. Αλλά τα σώμα είναι δοξασμένο, το σώμα είναι άγιο, τόσο άγιο που ο ίδιος ο Θεός «σαρξ εγένετο».
Η σωτηρία και η μετάνοια, επομένως, δεν είναι η περιφρόνηση του σώματος ούτε η παραμέλησή του, αλλά είναι αποκατάσταση του σώματος στην πραγματική του λειτουργικότητα που είναι η έκφραση και η ζωή του πνεύματος, ο ναός της ανεκτίμητης ανθρώπινης ψυχής.

Η ορθόδοξη εμπειρία και χριστιανική ασκητική είναι αγώνας όχι κατά αλλά υπέρ του σώματος. Γιʹ αυτό το λόγο ο όλος άνθρωπος - ψυχή και σώμα - μετανοεί και επιστρέφει στο αρχαίο κάλλος εν Χριστώ Ιησού.
aktines.

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Δεισιδαιμονίες και πλάνες: Ποιες είναι, ώστε να τις αποφεύγουμε;


Δεισιδαιμονίες και πλάνες: Ποιες είναι, ώστε να τις αποφεύγουμε;

«Εγώ είμαι πολύ θρήσκος άνθρωπος. Να φανταστείτε ότι ποτέ δεν αρχίζω κάποια εργασία ημέρα Τρίτη» Η άγνοια και η σύγχυση είναι προφανής.
Προσπαθήσαμε να μαζέψουμε υλικό για διάφορες δεισιδαιμονίες και προλήψεις που ταλαιπωρούν τον άνθρωπο, αλλά διαπιστώσαμε ότι είναι τόσες πολλές που είναι αδύνατον να αναφερθούν όλες εδώ. Οι κάθε είδους προλήψεις και δεισιδαιμονίες, τα όποια είδωλα, είναι εντελώς ασυμβίβαστα και αντίθετα με την χριστιανική πίστη και συνάμα προσβάλουν την ελευθερία του ανθρώπου. Η βαθύτερη αιτία των προλήψεων είναι η έλλειψη πίστης και εμπιστοσύνης στον αληθινό Θεό. Κι εδώ συμβαίνει το παράδοξο: Ο άνθρωπος την πίστη στον Θεό την θεωρεί «οπισθοδρόμηση» Την εμπιστοσύνη στην πάνσοφη πρόνοια Του την περιφρονεί. Και από την άλλη υποδουλώνεται σε πράγματα άλογα και γελοία, σε πέταλα και κρεμμύδια, σε κατακάθια του καφέ και σε τραπουλόχαρτα!!!
Είναι ποτέ δυνατόν, τα κατακάθια του καφέ στο φλιτζάνι να απεικονίσουν το μέλλον;
Είναι ποτέ δυνατόν, οι κινήσεις των άστρων να προσδιορίζουν την ζωή μας;
Είναι ποτέ δυνατόν, η ημέρα γεννήσεως κάθε ανθρώπου να τον κατατάσσει σε ζώδιο-αστερισμό, και να ισχύουν για εκατομμύρια ανθρώπους του ίδιου ζωδίου οι ίδιες οδηγίες που δίνουν οι «ειδικοί αστρολόγοι» στα ωροσκόπια;
Είναι ποτέ δυνατόν, κάθε τραπουλόχαρτο να παίρνει αυθαίρετα νόημα και να ορίζει την ζωή μας;
Με ποιά λογική ο αριθμός 13 ή η μέρα Τρίτη, φέρνει κακό;
Με ποια λογική το πέταλο φέρνει γούρι; Και που την βρήκε το πέταλο την ιδιότητα να απομακρύνει τα κακά; Τα χαϊμαλιά, οι χάντρες, τα μάτια έχουν μεγαλύτερη δύναμη από τον Σταυρό;
Είναι δυνατόν για κάθε κακό ή αναποδιά που μας συμβαίνει να φταίνε πάντα κάποιοι άλλοι; Δεν πήγε καλά ο αρραβώνας; Του έκαναν μάγια. Δεν πήγαν καλά οι δουλειές; Τον γλωσσόφαγαν. Έχει πονοκέφαλο; Τον μάτιασαν. Αλλά ας πούμε ότι πράγματι έχουμε απανωτές αναποδιές, που θα τρέξουμε;… στις «ξεματιάστρες»; ή στον Ιερέα και στα μυστήρια της Εκκλησίας μας;
Μεγάλη πλάνη είναι επίσης τα όνειρα. Η εκκλησία μας συμβουλεύει να απορρίπτουμε εντελώς τα όνειρα. Η πίστη στα όνειρα όχι μόνο δεν ωφελεί καθόλου αλλά κρύβει τεράστιους πνευματικούς κινδύνους.
Και όμως όχι μόνο πολλοί επιρρεπείς στις προλήψεις ανατρέχουν σε ονειροκρίτες, αλλά πολλοί είναι αυτοί που επιδιώκουν να ονειρευτούν(!!) πχ ποιόν θα παντρευτούν βάζοντας κάτω από το μαξιλάρι τους κουφέτα από γάμο ή ένα κομμάτι φανουρόπιτα…
Η ποικιλία όμως των προλήψεων είναι ανεξάντλητη.
Με ποια λογική δυο αδέρφια δεν μπορούν να παντρευτούν μέσα στον ίδιο χρόνο; Ή αδέρφια γεννημένα κατά τον ίδιο μήνα άλλου έτους, δεν «κάνει» να παρευρεθεί ο ένας στον γάμο του άλλου;
Με ποια λογική δεν «κάνει» να παντρευτούμε μήνα Μάιο ή σε δίσεκτο έτος;
Με ποια λογική αυτοί που θα παραλάβουν τον κουμπάρο πρέπει να γυρίσουν από άλλο δρόμο για να μην «χαλάσει» ο γάμος;
Με ποια λογική δεν κάνει το νιόπαντρο ζευγάρι να φυτέψει δέντρα κατά τον πρώτο χρόνο του γάμου τους;
Γιατί η νύφη δεν πρέπει να σκουπίσει το σπίτι της την πρώτη εβδομάδα μετά τον γάμο της.
Γιατί λέμε ότι «χαλάει» το προξενιό αν μπούμε από μια είσοδο και βγούμε από μια άλλη;
Αλλά και για την τεκνογονία πόσες προλήψεις πάρχουν…πχ Αν ακούσει η μητέρα να λαλεί κουκουβάγια θα γεννήσει κορίτσι, αν ακούσει μπούφο, θα γεννήσει αγόρι. Την όγδοη ημέρα αντί να έρθει ο Ιερέας και να δίνεται το όνομα του παιδιού, πολλές μητέρες φτιάχνουν γλυκά για να γλυκάνουν τις «μοίρες», να’ χει το παιδί καλή μοίρα.
Και πολλοί τέλος αντί να εφοδιάζουν τα παιδιά τους με το πανίσχυρο όπλο του σταυρού , τα εμπιστεύονται στις πράσινες, μπλε και κόκκινες χάντρες και στα ειδωλολατρικά φυλακτά.
Η παρουσία ενός κληρικού ειδικά το πρωί είναι για αρκετούς κακός οιωνός!
Πολλοί είναι αυτοί που απαγορεύουν στον ιερέα να επισκεφτεί έναν ασθενή στο σπίτι ή στο νοσοκομείο λόγω της πρόληψης που επικρατεί ότι η παρουσία του κληρικού θα προκαλέσει τον θάνατο του! Αυτά όμως αποτελούν πλάνη και ασέβεια του ανθρώπου προς τον Θεό και τον λειτουργό του…
Δεν είναι επίσης λίγες οι φορές που οι χριστιανοί ζητούν παράλογα πράγματα από τους ιερείς πχ την ζώνη, την άγια ζέση, το άγιο μύρο και πολλά άλλα. Το χειρότερο είναι ότι ζητούν όλα αυτά γιατί έτσι τους συμβούλεψε κάποιος μάγος…
Και έπεται συνέχεια…το αλάτι μην χυθεί κάτω, ούτε καφές ή λάδι…το κρασί δεν πειράζει, προς Θεού μην σπάσει καθρέπτης και αν υπάρχει τζάκι και τρίζουν τα ξύλα…αλλοίμονο! Βουίζει το δεξί αυτί; είναι για καλό, αν βουίζει το αριστερό είναι για κακό…τρεμοπαίζει το μάτι; φαγωμάρα στην μύτη ή στο χέρι; Ο λόξυγκας;… Μην ξεχάσουμε να αναφέρουμε την μαύρη γάτα…
Πραγματικά δεν έχουν τέλος οι προλήψεις… Οι περισσότερες ίσως προλήψεις συνδέονται με το τέλος της επίγειας ζωής του ανθρώπου. Ο άνθρωπος κάποια μέρα, είτε σε βαθύ γήρας είτε σε νεότερη ηλικία θα έλθει αντιμέτωπος «με την φοβεράν ώραν του θανάτου». Κανείς όμως δεν γνωρίζει ποια θα είναι αυτή η ώρα, παρά μόνον ο Θεός, ο Κύριος της ζωής και του θανάτου. Το μόνο που μας προτρέπει είναι να είμαστε άγρυπνοι και έτοιμοι: «Γρηγορείτε!». Την φιλάνθρωπη αυτή προτροπή οι άνθρωποι λησμονούν ή αγνοούν και προσπαθούν να κρυφτούν πίσω από μύριες προλήψεις. π.χ. Ο ασθενής ξεψύχησε. Σε πολλά χωριά τρέχουν να χύσουν όλα τα νερά από δοχεία και άλλα σκεύη γιατί το νερό αυτό θεωρείται πεθαμένο. Μόλις βγαίνει ο νεκρός από την πόρτα σπάνε ένα πιάτο, ένα σκεύος για να μείνει εκεί το κακό…Άλλοι πάλι τοποθετούν στον τάφο διάφορα τρόφιμα για να φάει ο νεκρός. Πολλοί είναι αυτοί που γυρίζουν από άλλο δρόμο για να μην δευτερώσει το κακό. Άλλοι πάλι δεν τρώνε κρέας για σαράντα μέρες…Το χειρότερο όμως από όλα είναι ότι οι πενθούντες δεν εκκλησιάζονται γιατί απαγορεύεται! Έτσι υπάρχουν άνθρωποι που για χρόνια ολόκληρα δεν εκκλησιάζονται δεν συμμετέχουν στα μυστήρια και αποκόπτονται από την εκκλησία. Στερούν τον εαυτό τους από την παρηγοριά και την ελπίδα που δίνει η εκκλησία, απομονώνονται, φθείρουν την υγεία τους και παραδίδονται σε σκέψεις απελπισίας. Ζουν όπως οι άθεοι «οι μη έχοντες ελπίδα» και η ζωή τους μεταβάλλεται σε τραγωδία…

Ο λόγος του Αποστόλου Ευαγγελιστού Ιωάννου είναι και σήμερα εξαιρετικά επίκαιρος: «Τεκνία, φυλάξατε εαυτούς από των ειδώλων» (Α’ Ιωάν. 5, 21)
Βασικό βοήθημα άντλησης απάντησης:
«Δεισιδαιμονίες και προλήψεις»,
έκδοση Ιερά μονή Σαγματά

bemary

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Η δήθεν αντίφαση των Ευαγγελιστών Ματθαίου και Λουκά

Η ΔΗΘΕΝ ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΤΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΩΝ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΚΑΙ ΛΟΥΚΑ
            Οι άθεοι, ισχυρίζονται ότι η Καινή Διαθήκη αντιφάσκει ως προς τον χρόνο της γέννησης του Ιησού Χριστού. Η επιχειρηματολογία τους έχει σε γενικές γραμμές ως εξής :
«Του δὲ ᾿Ιησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλεὲμ τῆς ᾿Ιουδαίας ἐν ἡμέραις ῾Ηρῴδου τοῦ βασιλέως» Ματθαίος 2:1

« Τελευτήσαντος δὲ τοῦ ῾Ηρῴδου ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ φαίνεται τῷ ᾿Ιωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ  λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν ᾿Ισραήλ· τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου.  ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ ἦλθεν εἰς γῆν ᾿Ισραήλ. ἀκούσας δὲ ὅτι ᾿Αρχέλαος βασιλεύει ἐπὶ τῆς ᾿Ιουδαίας ἀντὶ ῾Ηρῴδου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἐφοβήθη ἐκεῖ ἀπελθεῖν» Ματθαίος 2:19-22
            Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Ματθαίο ο Ιησούς γεννήθηκε «ἐν ἡμέραις ῾Ηρῴδου τοῦ βασιλέως» του πατρός του Αρχελάου, ο οποίος Αρχέλαος μετά τον θάνατο του Ηρώδη, τον διαδέχθηκε στην διακυβέρνηση της Ιουδαίας. Αυτό σημαίνει ότι ο αναφερόμενος βασιλεύς Ηρώδης είναι ο Ηρώδης ο επονομαζόμενος Μέγας ! ( Σημ : Με το όνομα Ηρώδης υπάρχουν στην Ιστορία της Παλαιστίνης περισσότεροι του ενός βασιλείς). Ο Ματθαίος λοιπόν με τις πληροφορίες που μας δίνει, ξεκαθαρίζει για ποίον Ηρώδη πρόκειται. Πρόκειται για τον Ηρώδη τον Μέγα πατέρα του Αρχελάου.
«Εγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐξῆλθε δόγμα παρὰ Καίσαρος Αὐγούστου ἀπογράφεσθαι πᾶσαν τὴν οἰκουμένην.  αὕτη ἡ ἀπογραφὴ πρώτη ἐγένετο ἡγεμονεύοντος τῆς Συρίας Κυρηνίου.  καὶ ἐπορεύοντο πάντες ἀπογράφεσθαι, ἕκαστος εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.  ἀνέβη δὲ καὶ ᾿Ιωσὴφ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐκ πόλεως Ναζαρὲτ εἰς τὴν ᾿Ιουδαίαν εἰς πόλιν Δαυΐδ, ἥτις καλεῖται Βηθλεέμ, διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαυΐδ,  ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τῇ μεμνηστευμένῃ αὐτῷ γυναικί, οὔσῃ ἐγκύῳ. ἐγένετο δὲ ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἐκεῖ ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ τεκεῖν αὐτήν,  καὶ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον» Λουκάς 2: 1- 7
« ἀνέστη ᾿Ιούδας ὁ Γαλιλαῖος ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς ἀπογραφῆς καὶ ἀπέστησε λαὸν ἱκανὸν ὀπίσω αὐτοῦ· κἀκεῖνος ἀπώλετο, καὶ πάντες ὅσοι ἐπείθοντο αὐτῷ διεσκορπίσθησαν» Πράξεις 5:37
            Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Λουκά, (συγραφέα του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου και των Πράξεων), ο Ιησούς γεννήθηκε κατά την διάρκεια απογραφής που έλαβε χώρα την περίοδο που ηγεμόνευε την Συρία ο Κυρήνιος. Επίσης σύμφωνα με τον Λουκά κατά την διάρκεια απογραφής ξέσπασε η επανάσταση του Ιούδα του Γαλιλαίου.
            Από την Ιστορία γνωρίζουμε ότι ο Ιούδας ο Γαλιλαίος πράγματι επαναστάτησε κατά την διάρκεια απόγραφής στα χρόνια που ήταν Έπαρχοςστη Συρία ο Κυρήνιος και συγκεκριμένα η επανάσταση αυτή του Ιούδα καθώς και η απογραφή που αναφέρονται στις Πράξεις, έγιναν γύρω στο6  μ.Χ.
Συνεπώς, σύμφωνα με τους αντιχρίστους προπαγανδιστές, οι Ευαγγελιστές αντιφάσκουν ως προς τον χρόνο της Γεννήσεως του Ιησού Χριστού !!!
«Εγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐξῆλθε δόγμα παρὰ Καίσαρος Αὐγούστου ἀπογράφεσθαι πᾶσαν τὴν οἰκουμένην.  αὕτη ἡ ἀπογραφὴ πρώτη ἐγένετο ἡγεμονεύοντος τῆς Συρίας Κυρηνίου» Λουκάς 2:1-2
            Ο Λουκάς λέγει ότι η απογραφή κατά την οποία γεννήθηκε ο Ιησούς ήταν η ΠΡΩΤΗ που έγινε ηγεμονεύοντος του Κυρηνίου της Συρίας. Αυτό σημαίνει ότι στα χρόνια του Κυρηνίου δεν έγινε μία μόνο απογραφή ! Διαφορετικά ο Λουκάς θα έγραφε «αὕτη ἡ ἀπογραφὴ  ἐγένετο ἡγεμονεύοντος τῆς Συρίας Κυρηνίου» και όχι «αὕτη ἡ ἀπογραφὴ πρώτη ἐγένετο ἡγεμονεύοντος τῆς Συρίας Κυρηνίου». Ο Ευαγγελιστής αναφέρει ως ΠΡΩΤΗ την απογραφή κατά την οποία εγεννήθη ο Ιησούς για να την ξεχωρίσει από την κατοπινή απογραφή κατά την οποία έγινε η επανάσταση του Ιούδα του Γαλιλαίου και την οποία αναφέρει στις Πράξεις ! Δύο διαφορετικές απογραφές έχουμε λοιπόν και όχι μία. Η επανάσταση του Ιούδα του Γαλιλαίου έγινε στην δεύτερη απογραφή και όχι στην πρώτη κατά την οποία γεννήθηκε ο Ιησούς.
«Εγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐξῆλθε δόγμα παρὰ Καίσαρος Αὐγούστου ἀπογράφεσθαι πᾶσαν τὴν οἰκουμένην.  αὕτη ἡ ἀπογραφὴ πρώτη ἐγένετο ἡγεμονεύοντος τῆς Συρίας Κυρηνίου» Λουκάς 2:1-2
Οι οπαδοί της αρνητικής κριτικής, εκτός της λέξεως «πρώτη», παραβλέπουν και την επίσης σημαντική για το θέμα που εξετάζουμε λέξη «ἡγεμονεύοντος». Ο Ευαγγελιστής Λουκάς στο τρίτο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του χρησιμοποιεί την ίδια λέξη για άλλο πρόσωπο -  τον Πιλάτο : «ἡγεμονεύοντος Ποντίου Πιλάτου τῆς ᾿Ιουδαίας» Λουκάς 3:1. Ο Πιλάτος όμως δεν ήταν Έπαρχος αλλά απλός Επίτροπος ( Procurator)!
Με άλλα λόγια αυτό σημαίνει το εξής : Ο Λουκάς δεν λέγει ότι ο Κυρήνιος ήταν Έπαρχος της Συρίας κατά την Γέννηση του Ιησού. Έπαρχος της Συρίας ο Κυρήνιος έγινε αργότερα, κατά την περίοδο που έκανε και την δεύτερη απογραφή ! Την πρώτη απογραφή την έκανε ο Κυρήνιος ως Procurator (όπως λέγει και ο Ιουστίνος)υπό  τον Έπαρχο Σέντιο Σατουρνίνο (όπως μαρτυρεί και ο Τερτυλιανός).
Συμπέρασμα :
Δεν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στους Ματθαίο και Λουκά ούτε ανάμεσα στον Λουκά και στον Τερτυλιανό, ούτε ανάμεσα στον Τερτυλιανό και τον Ιουστίνο, ούτε αντίφαση προς την Ιστοριογραφία γενικώς. Ο Κυρήνιος διεξήγαγε ΔΥΟ απογραφές, την πρώτη ως Επίτροπος επί ημερών Ηρώδου του Μεγάλου, (κατά την διάρκεια της οποίας εγεννήθη ο Ιησούς) και την δεύτερη ως Έπαρχος, (κατά την διάρκεια της οποίας έγινε η επανάσταση του Ιούδα του Γαλιλαίου).
aktines

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )