.

.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΜΝΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΜΝΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015


Τρίτη 7 Απριλίου 2015

ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟ ΤΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ


ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟ ΤΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ ΣΥΝΤΟΜΟ
ΨΑΛΛΕΙ Ο ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΡΙΓΓΟΣ
«Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σήν αισθομένη Θεότητα μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι! λέγουσα, οτι νύξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος ερως της αμαρτίας. Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει. Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν κρότον τοις ώσιν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη. Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου. Μη με την σήν δούλην παρίδης, Ο αμέτρητον έχων το έλεος.»

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Εφύμνια Ακαθίστου Ύμνου - Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία


 Ό άγνωστος ποιητής του Ακαθίστου Ύμνου έπλεξε το καλύτερο εγκώμιο και γενικά ότι ανώτερο έχει γραφεί για την Υπέρμαχο Στρατηγό. Έχει χαρακτήρα διηγηματικό, θεολογικό και δοξαστικό. Κυρία υπόθεση έχει τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και, γενικότερα, την ενανθρώπιση του Χριστού και, ακόμη, γίνεται λόγος για το ηθικό και πνευματικό μέγεθος και ύψος της Παναγίας και των προσφορών της στον κόσμο. Για την ωφέλεια πού προέρχεται στις ψυχές όσων διαβάζουν τους Χαιρετισμούς -- εκτός φυσικά από τις καθιερωμένες Παρασκευές στους Ναούς -- η ιδία η Παναγία φανείσα σε Αγίους είπε: «θα αγαπώ, θα προστατεύω, θα φυλάττω κάθε πιστό ο οποίος θα με χαιρετίζει άπαξ της ημέρας ει δυνατόν με τους ωραίους ύμνους των Χαιρετισμών Μου, και θα ζει σύμφωνα με τον νόμον του Θεού. Κατά δε την τελευταία ημέραν της ζωής αυτού, θα τον υπερασπισθώ και ενώπιον του Υιού Μου». Εφύμνιο λέγεται η τελευταία φράση του ύμνου που επαναλαμβάνει ο λαός. Ο Ακάθιστος Ύμνος έχει δύο εφύμνια: Το "Χαίρε, Νύφη ανύμφευτε" στους περιττούς οίκους (1,3,5,7,κτλ) και το "Αλληλούϊα" στους αρτίους (2,4,6,8 κτλ).  Ψάλλει η Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία με χοράρχη τον άρχοντα Πρωτοψάλτη της αγιωτάτης αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως  Λυκούργο Αγγελόπουλο ο οποίος απαγγέλει και τους οίκους του Ακαθίστου.

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Τροπάριο της Κασσιανής σε μετάφραση Φ.Κόντογλου – ψάλλει ο Λ.Αγγελλόπουλος

Το περίφημο δοξαστικό των αποστίχων του όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης, Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή.

Ένα γνωστότατο πλέον μέλος του Πέτρου Πελοποννησίου, λαμπαδαρίου της μεγάλης του Χριστού εκκλησίας.
Το ποίημα είναι της γνωστής υμνογράφου του ενάτου αιώνα Κασσίας.
Το μέλος του Πέτρου Λαμπαδαρίου συνυφασμένο με το ποίημα είναι από τις αριστουργηματικότερες σελίδες της βυζαντινής μουσικής, αντάξιο της ποιητικής έμπνευσης της Κασσίας και της μουσικής δεινότητας του Πέτρου Λαμπαδαρίου.
Το τροπάριο αυτό είναι τονισμένο στο δρόμο του αργού στιχηραρίου, και παρουσιάζει μια θαυμάσια ισορροπία δομής και μια ευρηματική σύζευξη μέλους και κειμένου.
Από τα απόστιχα ιδιόμελα του όρθρου της Μ. Τετάρτης:
Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, 
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,

ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους
τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.
Μετάφραση από τον Φώτη Κόντογλου:
Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα
και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου
κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη
και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,
τ’ άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,
ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος
Ζωντανά από την αγία Ειρήνη της οδού Αιόλου. Ψάλλει χορός ψαλτών υπό τη διεύθυνση του Άρχοντος Πρωτοψάλτη της Αγιωτάτης Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως κ. Λυκούργου Αγγελόπουλου.

Κυριακή 29 Απριλίου 2012

" Μυροφόρες"



Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά

Ομιλία ΙΗ'
[...] 4 Λοιπόν, Μυροφόρες είναι οι γυναίκες που ακολουθούσαν τον Κύριο μαζί με την Μητέρα τ
ου, έμειναν μαζί της κατά την ώρα του σωτηριώδους πάθους και εφρόντισαν να αλείψουν με μύρα το σώμα του Κυρίου. 'Οταν δηλαδή ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος εζήτησαν κι έλαβαν από τον Πιλάτο το δεσποτικό σώμα, το κατέβασαν από τον Σταυρό, το περιέβαλαν σε σινδόνια μαζί με εκλεκτά αρώματα, το ετοποθέτησαν σε λαξευτό μνημείο κι έβαλαν μεγάλη πέτρα επάνω στη θύρα του μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας κατά τον ευαγγελιστή Μάρκο η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία που εκαθόταν απέναντι του τάφου. Με την φράσι και η άλλη Μαρία εννοούσε οπωσδήποτε την Θεομήτορα' διότι αυτή ελεγόταν μητέρα και του Ιακώβου και του Ιωσή, που ήταν από τον Ιωσήφ τον Μνήστορα.
Δεν παρευρίσκονταν δε μόνο αυτές παρατηρώντας, όταν ενταφιαζόταν ο Κύριος, αλλά και άλλες γυναίκες, όπως ιστόρησε

ο Λουκάς γράφοντας' " παρακολουθώντας κάποιες γυναίκες που είχαν έλθει μαζί του από την Γαλιλαία, είδαν το μνημείο και την

σ' αυτό τοποθέτησι του σώματός του' ήσαν η Μαγδαληνή Μαρία και
η Ιωάννα και η Μαρία του Ιακώβου και οι άλλες μαζί τους".

*******
'Αρας επί ώμων Ιωσήφ,
τον εν δεξιά τη πατρώα, Υιόν καθήμενον,
μύρον το ακένωτον, μύροις εκήδευσας'
την του κόσμου ανάστασιν, προτέθεικας τάφω'
τον αναβαλλόμενον φως ως ιμάτιον,
λίθω συγκαλύπτεις αφράστως.
'Οθεν τούτου μέλπομεν ύμνοις,
τα φωσφόρα πάθη και την έγερσιν.

Πρωί της Γ' Εβδομάδος
Στιχηρόν ιδιόμελον
'Ηχος β'

5 Αφού δε επέστρεψαν, λέγει, αγόρασαν αρώματα και μύρα'
διότι δεν είχαν καταλάβει ακριβώς ότι αυτός είναι αληθινά η οσμή της ζωής για εκείνους που τον πλησιάζουν με πίστι, όπως οσμή θανάτου καταλαμβάνει τους έως το τέλος απειθείς, και η οσμή των ενδυμάτων του, δηλαδή του ιδίου του σώματος, είναι ανωτέρα από όλα τα αρώματα και το όνομά του είναι μύρο χυμένο, με το οποίο εγέμισε θεία ευωδία την οικουμένη...[..]

Μετά φόβου ήλθον αι γυναίκες, επί το μνήμα,
αρώμασι το Σώμα σου μυρίσαι σπουδάζουσαι'
και τούτο μη ευρούσαι,
διηπόρουν πρός αλλήλας,
αγνοούσαι την Ανάστασιν.
Αλλ' επέστη αυταίς 'Αγγελος , και είπεν'
Ανέστη Χριστός, δωρούμενος ημίν το μέγα έλεος.
Κυριακή των Μυροφόρων
Εις την Λιτήν
Στιχηρόν Ιδιόμελον της Οκτωήχου
'Ηχος α'
******

Συ τον ναόν του σώματος,
ήγειρας τον λυθέντα,
τριήμερον εκ τάφου, ως επηγγείλω αγαθέ'
ίνα εν αληθεία γνωρίσης την δόξαν σου,
ην ημίν πηγάζεις δια της πίστεως,
δεσμίους αφελών,
ούς κατείχε πάλαι 'Αδης πεπεδημένους.

Από τον Κανόνα των Μυροφόρων
Ποίημα Ανδρέου Κρήτης
'Ηχος β'

7 Φαίνονται βέβαια να διαφωνούν κάπως οι Ευαγγελισταί μεταξύ τους τόσο για την ώρα, όσο και για τον αριθμό των γυναικών, επειδή, όπως είπα, οι Μυροφόρες ήσαν πολλές, και ήλθαν στον τάφο όχι μια φορά, αλλά και δύο και τρείς φορές, συντροφιά μεν, αλλ' όχι οι ίδιες, και κατά τον όρθρο μεν όλες,
αλλ' όχι τον ίδιο χρόνο ακριβώς, η δε Μαγδαληνή ήλθε πάλι μόνη της
κι έμεινε περισσότερο. Κάθε ευαγγελιστής λοιπόν αναφέρει μια προσέλευσι μερικών και παραλείπει τις άλλες. 'Οπως δε εγώ υπολογίζω και συνάγω από όλους τους ευαγγελιστάς, σύμφωνα με όσα είπα προηγουμένως, πρώτη από όλες ήλθε στον τάφο του Υιού του Θεού η Θεοτόκος, έχοντας μαζί την Μαγδαληνή Μαρία.Τούτο κυρίως το συμπεραίνω από τον ευαγγελιστή Ματθαίο. Διότι λέγει,

" ήλθε η Μαγδαληνή Μαρία και η άλλη Μαρία ", που ήταν οπωσδήποτε η Θεομήτωρ, για να ιδούν τον τάφο...[...]

'Ηλθον επί το μνημείον,
η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία,
ζητούσαι τον Κύριον'
και τον 'Αγγελον είδον ωσεί αστραπήν,
καθεζόμενον επί τον λίθον,
και λέγοντα αυταίς'
Τι ζητείτε τον ζώντα μετά των τεθνεώτων;
ανέστη, καθώς είπεν'
εν Γαλιλαία αυτόν ευρήσετε'
πρός όν βοήσωμεν'
Ο αναστάς εκ των νεκρών, Κύριε, δόξα σοι.
Κυριακή των Μυροφόρων
Στιχηρόν ιδιόμελον της Λιτής
'Ηχος α'

8 'Ολες λοιπόν οι άλλες γυναίκες ήλθαν μετά τον σεισμό και την φυγή των φυλάκων, κι ευρήκαν τον τάφο ανοιγμένο και την πέτρα αποκυλισμένη' η δε Παρθενομήτωρ έφθανε τη στιγμή που εγινόταν ο σεισμός, αποκυλίσθηκε η πέτρα και ανοιγόταν ο τάφος και οι φύλακες ήσαν παρόντες, αν και συγκλονισμένοι από τον φόβο' γι'αυτό μετά τον σεισμό αυτοί ανασηκώθηκαν κι εκύτταξαν αμέσως να φύγουν, ενώ η Θεομήτωρ εντρυφούσε στη θέα.
Εγώ πάντως νομίζω ότι γι'αυτήν πρώτη ανοίχθηκε ο ζωηφόρος εκείνος τάφος (διότι γι'αυτήν πρώτη και δι'αυτής έχουν ανοιχθεί σ'εμάς όλα, όσα είναι επάνω στον ουρανό και κάτω στη γή),

και ότι γι'αυτήν άστραπτε έτσι ο άγγελος, ώστε, αν και η ώρα ήταν ακόμη σκοτεινή, αυτή με το πλούσιο φως του αγγέλου όχι μόνο να ιδή τον τάφο κενό, αλλά και τα εντάφια να είναι τακτοποιημένα και πολυτρόπως να μαρτυρούν την έγερσι του ενταφιασθέντος.


Ουκ ήνοιξας πύλας Παρθένου εν τω σαρκούσθαι'
μνήματος ουκ έλυσας τας σφραγίδας,
Βασιλεύ της κτίσεως'
όθεν εξαναστάντα σε,
θεασαμένη ηγάλλετο.

Από τον Κανόνα των Μυροφόρων
Ποίημα Ανδρέου Κρήτης
'Ηχος β'

10 "Αφού δε εξήλθαν", λέγει, "με φόβο και χαρά μεγάλη".

Εγώ νομίζω πάλι ότι τον μεν φόβο έχει ακόμη η Μαγδαληνή Μαρία και οι άλλες γυναίκες που είχαν έλθει έως τότε μαζί (διότι αυτές δεν κατενόησαν τη σημασία των λόγων του αγγέλου ούτε μπόρεσαν να συλλάβουν τελείως το φως, ώστε να ιδούν και να μάθουν ακριβώς), ενώ η Θεομήτωρ απέκτησε τη μεγάλη χαρά,

διότι κατενόησε τα λόγια του αγγέλου και παραδόθηκε ολόκληρη στο φώς, ως τελεία καθαρά και θείως χαριτωμένη, εγνώρισε με όλα αυτά την αλήθεια κι επίστευσε στον αρχάγγελο, επειδή αυτός από πολύ καιρό της εφάνηκε δια των έργων αξιόπιστος.

Πως άλλωστε, αφού ήταν παρούσα στα γεγονότα η θεόσοφος Παρθένος, δεν θα κατανούσε το συμβάν, αφού δηλαδή είδε σεισμό, και μάλιστα μεγάλο, άγγελο να κατέρχεται από τον ουρανό, και μάλιστα αστραποβόλο, τη νέκρωσι των φυλάκων και του λίθου την μετάθεσι, την κένωσι του τάφου και το μέγα θαύμα των ενταφίων, που ήταν άλυτα και συγκρατημένα με σμύρνα και αλόη και συγχρόνως εφαίνονταν αδειανά από το σώμα, και επι πλέον αφού έλαβε την χαρμόσυνη πρός αυτήν θέα και αγγελία του αγγέλου; 'Οταν δε εξήλθαν μετά τον ευαγγελισμό τούτον, η μεν Μαγδαληνή Μαρία, σαν να μη άκουσε καν τον άγγελο, αφού άλλωστε ούτε εκείνος ωμίλησε γι'αυτήν, διαπιστώνει μόνο την κένωσι του τάφου, χωρίς να αναφέρη καθόλου τα εντάφια' και τρέχει πρός τον Σίμωνα Πέτρο και τον άλλο μαθητή, όπως λέγει

ο Ιωάννης.[...]


Ανήκται το πάλαι κρατούμενον,
τω θανάτω και φθορά,
δια του σαρκωθέντος,
εκ σης αχράντου γαστρός,
πρός την άφθαρτον,
και αΐδιον ζωήν,
Θεοτόκε Παρθένε.
Θεοτοκίον
Από τον Κανόνα των Μυροφόρων
Ποίημα Ανδρέου Κρήτης
'Ηχος α'

15 Δεν ωφελεί τίποτε λοιπόν αδελφοί μου, εάν λέγη κανείς ότι έχει θεία πίστι, δεν έχει όμως έργα κατάλληλα στην πίστι.

Τι ωφέλησαν οι λαμπάδες τις μωρές παρθένους, αφού δεν είχαν έλαιο, δηλαδή τα έργα της αγάπης και της συμπάθειας; Τι ωφέλησε η επίκλησις του Αβραάμ σαν πατρός τον πλούσιο εκείνον που τηγανιζόταν στην άσβεστη φλόγα εξ αιτίας της ασυμπαθείας πρός τον Λάζαρο; Τι ωφέλησε η δήθεν ευπείθεια πρός την πρόσκλησι εκείνον τον άνθρωπο που δεν είχε αποκτήσει δια των αγαθών έργων ένδυμα κατάλληλο για το θείο γάμο και για τον άφθαρτο εκείνο νυμφώνα; Προσκλήθηκε μεν και προσήλθε, διότι επίστευσε οπωσδήποτε, και παρακάθησε με τους αγίους εκείνους συνδαιτυμόνες, αλλ' όταν εξεσκεπάσθηκε και καταισχύνθηκε, ως ενδεδυμένος την φαυλότητα από τα ήθη και τις πράξεις εδέθηκε ανηλεώς χειροπόδαρα κι ερρίφθηκε στη γέεννα του πυρός, όπου επικρατεί ο κλαυθμός και ο τρυγμός των οδόντων.


16 Αυτήν είθε να μη την δοκιμάση κανείς Χριστιανός,
αλλ' επιδεικνύοντας όλοι διαγωγή πρέπουσα στην πίστι, να εισέλθωμε στον νυμφώνα της άφθαρτης ευφροσύνης και να ζήσωμε αιωνίως μαζί με τους αγίους εκεί, όπου είναι η κατοικία όλων των ευφραινομένων. Γένοιτο.

Στερέωσον της πίστεως εν τη πέτρα,
και πλάτυνον αγάπης σου τω πελάγει,
καρδίαν και διάνοιαν των σων δούλων.
Μονάς τρισήλιε'
συ γαρ ει Θεός ημών,
εφ' ώπερ ελπίζοντες,
μη αισχυνθείημεν.

Κυριακή των Μυροφόρων
Από τον Τριαδικό Κανόνα του Μεσονυκτικού
'Ηχος β'
Χριστός Ανέστη!
 

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

Οι Χαιρετισμοί της Γιαγιάς

Στο Άγιο Όρος συνηθίζουν να προσφωνούν την Αγία Άννα ως “η Γιαγιά”.

Εικοσιτέσσαρες κατ’ αλφάβητον Οίκοι εις την Αγίαν Θεοπρομήτορα και Πανένδοξον Άνναν (Γέροντος Γερασίμου Μικραγιαννανίτου)

Κοντάκιον.

Ήχος πλ.δ´. Τη Υπερμάχω.

Τη του Σωτήρος ευκλεεί Προγόνω άσωμεν

τη πεπλησμένη δωρεών του θείου Πνεύματος

κατά χρέος εγκωμίων άσματα θεία·

ως τεκούσα γαρ Παρθένον την Πανάχραντον

αναβλύζει καθ’ εκάστην χάριν άφθονον

τοις κραυγάζουσι· Χαίροις, Άννα θεόκλητε.

ΟΙ ΟΙΚΟΙ

Άγγελος ουρανόθεν, καταπτάς της Παρθένου, μηνύει σοι την σύλληψιν Άννα, ήν τεκούσα εξ Ιωακείμ, την ευκαρπίαν εκφαίνεις της χάριτος· διό σου την λαμπρότητα, θαυμάζοντες βοώμεν ούτω·

Χαίρε, δι’ ής η χάρις δωρείται·

χαίρε, δι’ ής η πλάνη σοβείται.

Χαίρε, της εν νόμω λατρείας εκτύπωμα·

χαίρε, της μελλούσης ευκλείας προκήρυγμα.

Χαίρε, ύψος αγαπήσεως του Θεού των οικτιρμών·

χαίρε, βάθος καθαρότητος και παντοίων αρετών.

Χαίρε, ότι εν γήρα την Παρθένον βλαστάνεις·

χαίρε, ότι πλουσίως θείαν χάριν πηγάζεις.

Χαίρε, αυγή μελλούσης λαμπρότητος·

χαίρε, ακτίς της θείας χρηστότητος.

Χαίρε, δι’ ής ατεκνία νεκρούται·

χαίρε, δι’ ής ευφορία δηλούται.

Χαίροις, Άννα θεόκλητε.

Βλέπουσα η Προμήτωρ, εαυτήν εν στειρώσει, εβόησε τω πάντων Δεσπότη· λύσον Αδωναΐ Σαβαώθ, της ατεκνίας μου τα δεσμά δέομαι· και συλλαβούσα τέτοκεν, την τεκούσαν ώ εκβοώμεν·

Αλληλούϊα.

Γνώσιν άνωθεν σχούσα, Άννα Θεοπρομήτορ, εν γήρατι τεκείν θεία νεύσει, έχαιρες χαράν την αληθή, ως της χαράς την αιτίαν κυήσασα· διό της αθυμίας μου, το νέφος λύσον του βοάν σοι·

Χαίρε, η λύσις της αθυμίας·

χαίρε, η βρύσις της θυμηδίας.

Χαίρε, ατεκνίας φυγούσα το όνειδος·

χαίρε, παρθενίας τεκούσα το στέλεχος.

Χαίρε, θεϊκών προστάξεων πλήρωμα περιφανές·

χαίρε, ίνδαλμα της χάριτος θείον και θεοειδές.

Χαίρε, ότι εκφαίνεις την σωτήριον χάριν·

χαίρε, ότι εκτρέπεις απαιδίας την ζάλην.

Χαίρε, Θεώ αμέμπτως λατρεύουσα·

χαίρε, σεμνώς εν γήρατι τέξασα.

Χαίρε, Θεού θεοφόρε Προμήτορ·

χαίρε, ημών αληθής αντιλήπτωρ.

Χαίροις, Άννα θεόκλητε.

Δόξαν Θεού υμνούσα, Άννα Θεοπρομήτορ, συν τω Ιωακείμ τω συνεύνω, προσήγαγες τω θείω ναώ, τριετίζουσαν Παρθένον την Αχραντον, οία προσηύξω πρότερον, βοώσα πιστώς τω Κυρίω·

Αλληλούϊα.

Εντολαίς του Κυρίου, και τοίς τύποις του νόμου, ρυθμίζουσα την σήν πολιτείαν, θεράπαινα ώφθης του Θεού, και εναρέτων πράξεων υπόδειγμα, ω Αννα παμμακάριστε· διό σε τιμώντες βοώμεν·

Χαίρε, Θεού τον νόμον πληρούσα·

χαίρε, ημίν τα κρείττω τυπούσα.

Χαίρε, απαρχή της ημών αναπλάσεως·

χαίρε, θησαυρέ εσομένης ελλάμψεως.

Χαίρε, κλήμα ευφορώτατον των εν νόμω εντολών·

χαίρε, σκήνωμα πολύτιμον ουρανίων δωρεών.

Χαίρε, ότι εδέξω θείαν επαγγελίαν·

χαίρε, ότι προάγεις την Παρθένον Μαρίαν.

Χαίρε, εικών της εν νόμω πίστεως·

χαίρε, λαμπάς εντολών της χάριτος.

Χαίρε, πολλών χαρισμάτων πλημμύρα·

χαίρε, Θεού ενταλμάτων κινύρα.

Χαίροις, Άννα θεόκλητε.

Ζήσασα θεοφρόνως, Άννα Θεοπρομήτορ, ως μήτηρ της Μητρός του Σωτήρος, μετέστης προς τας άνω μονάς, και της εκ σου προελθούσης Θεόπαιδος, εκ δεξιών παρέστηκας, εκβοώσα τω σω εγγόνω·

Αλληλούϊα.

Ήρθης προς θείαν δόξαν, μεταστάσα του κόσμου, και της υπερκοσμίου χορείας, ηξιώθης Άννα θαυμαστώς, και τοις εν γη άσματικώς τιμώσί σε, χάριν παρέχεις άφθονον· ένθεν άπαντές σοι βοώμεν·

Χαίρε, φωτός του θείου δοχείον·

χαίρε, χαράς αλήκτου ταμείον.

Χαίρε, Τρισηλίου λαμπρότητος μέτοχος·

χαίρε, ζωηρρύτου φαιδρότητος έμπλεως.

Χαίρε, ότι απεκύησας την Μητέρα του Θεού·

χαίρε, ότι εγαλούχησας την τροφόν του Ποιητού.

Χαίρε, η μεταστάσα προς την άληκτον δόξαν·

χαίρε, η επαρθείσα προς την άλυτον χώραν.

Χαίρε, Θεού ορώσα την έλλαμψιν·

χαίρε, εχθρού νεκρούσα την έπαρσιν.

Χαίρε, πηγή ψυχοτρόφων ναμάτων·

χαίρε, πολλών παροχεύς ιαμάτων.

Χαίροις, Άννα θεόκλητε.

Θείων απαυγασμάτων, προϊόντων απαύστως, πηγής εκ Τριφαούς απορρήτως, οία Προμήτωρ του Λυτρωτού, πληρουμένη Άννα αειμακάριστε, λύσον παθών την ζόφωσιν, των ευλαβώς Θεώ βοώντων·

Αλληλούϊα.

Ίσχυσας εν τω γήρα, θεία επαγγελία, τεκείν την Θεοτόκον Μαρίαν, λυθείσα στειρώσεως δεσμών, ως εν σοί του Σαβαώθ ευδοκήσαντος· ένθεν χαράς επλήρωσας, τους εκβοώντάς σου τοιαύτα·

Χαίρε, χαράς την πηγήν τεκούσα·

χαίρε, ζωής αλήκτου τυχούσα.

Χαίρε, θεοφρόνων γυναίων αγλάϊσμα·

χαίρε, θεοσδότων χαρίτων θησαύρισμα.

Χαίρε, στήλη θεοτύπωτος σωφροσύνης αληθούς·

χαίρε, οίκος θείου Πνεύματος δια βίου ευαγούς.

Χαίρε, ότι κυΐσκεις του Θεού την καθέδραν·

χαίρε, ότι εκλύεις του εχθρού την ενέδραν.

Χαίρε, ψυχών αγίων ωράϊσμα·

χαίρε, παθών ποικίλων ιάτειρα.

Χαίρε, εχθρού καταργούσα το κράτος·

χαίρε, πιστοίς θείον νέμουσα θάρρος.

Χαίροις, Άννα θεόκλητε.

Κυήσασα την Παρθένον, και φυγούσα εν γήρα, στειρώσεως το όνειδος Άννα, χάριν είληφας παρά Θεού, ταίς στείραις διδόναι τέκνα εκάστοτε, πιστώς προσερχομέναις σοι, και ευλαβώς Θεώ βοώσαις·

Αλληλούϊα.

Λήξιν προς ουρανίαν, ως μετέστης εν δόξη, πλουσία μετοχή εθεώθης, και τώ ξύλω Άννα της ζωής, αποκατέστης απαύστως πρεσβεύουσα, χάριν δούναι και έλεος, τοίς ευλαβώς σοι εκβοώσι·

Χαίρε, η μήτηρ Μητρός Κυρίου·

χαίρε, η πτώσις εχθρού δολίου.

Χαίρε, των Δικαίων σεπτόν ακροθίνιον·

χαίρε, των Αγίων απάντων κειμήλιον.

Χαίρε, όρος ότι έτεκες το περίοπτον Θεού·

χαίρε, μήτηρ ότι γέγονας της Μητρός του Ποιητού.

Χαίρε, η γεωργούσα παρθενίας την χώραν·

χαίρε, η δρεπομένη την αΐδιον δόξαν.

Χαίρε, παθών οδύνας η παύουσα·

χαίρε, ψυχών τον ζόφον σκεδάζουσα.

Χαίρε, σεπτή μυροθήκη του νόμου·

χαίρε, Θεού η Προμήτωρ του Λόγου.

Χαίροις, Άννα θεόκλητε.

Μέγιστον έσχες κλέος, Άννα Θεοπρομήτορ, τεκούσα του Θεού την Μητέρα· διό μεγίστων εκ συμφορών, απαλλάττεις τους σοί προστρέχοντας, και προς ζωήν ανώλεθρον, κατευθύνεις τους εκβοώντας·

Αλληλούϊα.

Νόμου του Μωϋσέως, τα εντάλματα Άννα, πληρούσα ευθυτάτη καρδία, το πλήρωμα εν σοί προτυποίς, της του Ευαγγελίου θείας χάριτος, και διεγείρεις άπαντας, εκβοάν σοι εν ευφροσύνη·

Χαίρε, σελήνη παμφαεστάτη·

χαίρε, λυχνία τηλαυγεστάτη.

Χαίρε, λαμπρυνθείσα του νόμου ταις πράξεσι·

χαίρε, δοξασθείσα ταις άνωθεν χάρισι.

Χαίρε, τέμενος θεότευκτον επιπνοίας θεϊκής·

χαίρε, όργανον θεόλβιον ενεργείας μυστικής.

Χαίρε, ότι παρέχεις τέκνα ταις στειρευούσαις·

χαίρε, ότι βλυστάνεις χάριν ταις απορούσαις.

Χαίρε, Θεού η μάμμη η ένδοξος·

χαίρε, ημών προστάτις η ένθεος.

Χαίρε, πιστών χαρμονή μακαρία·

χαίρε, πασών γυναικών πανολβία.

Χαίροις, Άννα θεόκλητε.

Ξένον έσχηκας τόκον, εν τω γήρατι Άννα, τεκούσα του Θεού την Μητέρα, και ξένων ηξίωσας τιμών, των ανθρώπων το γένος τη κυήσει σου· διό σοι εποφείλομεν, χάριτας οι πόθω βοώντες·

Αλληλούϊα.

Όλη λελαμπρυσμένη, αρετών αγλαΐαις, μετέστης προς ζωήν την αγήρω, και τοις εν γη κατέλιπες σεμνή, ως ιατρείον το σώμά σου άσυλον, εξ ού τον θείον πόδα σου, πλουτούντες πιστώς σοι βοώμεν·

Χαίρε, η λύσις της απαιδίας·

χαίρε, η παύσις της ατεκνίας.

Χαίρε, των μητέρων το θείον εντρύφημα·

χαίρε, των δογμάτων των τύπων εκπλήρωμα.

Χαίρε, πλούτος θείας χάριτος και χρηστότητος πολλής·

χαίρε, άγιον θησαύρισμα συμπαθείας θεϊκής.

Χαίρε, ότι θαυμάτων ενεργείς τας δυνάμεις·

χαίρε, ότι δαιμόνων καταργείς παρατάξεις.

Χαίρε, Χριστόν κινούσα προς έλεος·

χαίρε, εχθρών απίστων ο έλεγχος.

Χαίρε, Θεού ευσπλαγχνίας πλημμύρα·

χαίρε, εχθρού καθαιρέτις τελεία.

Χαίροις, Άννα θεόκλητε.

Προφητών θεολήπτων, και Δικαίων απάντων, υπέρκεισαι Κυρίου Προμήτορ· ότι την τεκούσαν μετά σαρκός, τον υπερούσιον Λόγον εκύησας· μεθ’ ών απαύστως πρέσβευε, σώζεσθαι τους Θεώ βοώντας·

Αλληλούϊα.

Ρεύματα ασεβείας, εξηράνθησαν Άννα, τεκούσης σου Θεού ευδοκία, την τεκούσαν εν ύλη βροτών, την πηγήν της αιωνίου χρηστότητος, Χριστόν τον υπεράγαθον· διό σοι πάντες εκβοώμεν·

Χαίρε, το ρείθρον της ευφροσύνης·

χαίρε, ο λύχνος της σωφροσύνης.

Χαίρε, της απάτης ξηράνασα ρεύματα·

χαίρε, της σοφίας εκχέασα χεύματα.

Χαίρε, φως η διαυγάζουσα εντολών των του Θεού·

χαίρε, νύκτα η σκεδάζουσα των σκανδάλων του εχθρού.

Χαίρε, ότι ιάσαι χαλεπάς ασθενείας·

χαίρε, ότι βλυστάνεις γλυκασμόν αφθαρσίας.

Χαίρε, Θεού ελαία κατάκαρπος·

χαίρε, ηθών αγίων κυπάρισσος.

Χαίρε, σεμνή αγλαόκαρπος ρίζα·

χαίρε, ημών θυμηδίας αιτία.

Χαίροις, Άννα θεόκλητε.

Σώζε πάσης ανάγκης, και μανίας και βλάβης, ταις σαις προς τον Σωτήρα πρεσβείαις, τους πίστει τώ σεπτώ σου ναώ, προσιόντας και αιτούντας εκάστοτε, Άννα την σην αντίληψιν, και ευλαβώς Θεώ βοώντας·

Αλληλούϊα.

Την παρούσαν σου ποίμνην, την θερμώς προσκειμένην, τη ση Θεοπρομήτορ πρεσβεία, σκέπε εκ πάσης επιβουλής, και μανίας του δεινού κοσμοκράτορος, και δίδου ταύτη ένδοξε, την σην ειρήνην εκβοώση·

Χαίρε, το τείχος των ευσεβούντων·

χαίρε, η πτώσις των ανομούντων.

Χαίρε, των εν πόνοις κειμένων η λύτρωσις·

χαίρε, των εν νόσοις τελούντων η ίασις.

Χαίρε, όμμα το παρήγορον τεθλιμμένων καρδιών·

χαίρε, όνομα σωτήριον των εν θλίψεσι ψυχών.

Χαίρε, Θεοπρομήτορ Άννα δεδοξασμένη·

χαίρε, η φαινομένη τοις πιστώς αιτουμένοις.

Χαίρε, Αγίων εν μέσω λάμπουσα·

χαίρε, χαρίτων φέγγος αστράπτουσα.

Χαίρε, Χριστού καθορώσα το κάλλος·

χαίρε, εχθρού εκνευρούσα το κράτος.

Χαίροις, Άννα θεόκλητε.

Ύμνοις σου την αγίαν, μετάστασιν τιμώμεν, δοξάζοντες Χριστόν τον Σωτήρα, τον από γης σε και της φθοράς, προς αφθαρσίαν λαμπρώς μεταστήσαντα, ω πρέσβευε δεόμεθα, Άννα υπέρ των εκβοώντων·

Αλληλούϊα.

Φλέγει η ενοικούσα, και αεί προϊούσα, σεμνή εκ της σεπτής σου Εικόνος, χάρις η όντως ζωοποιός, των ακαθάρτων πνευμάτων τάς φάλαγγας, θεραπείαν και λύτρωσιν, παρέχουσα τοις εκβοώσι·

Χαίρε, πασχόντων η θεραπεία·

χαίρε, της ποίμνης σου προστασία.

Χαίρε, στειρεύουσης νηδύος η λύτρωσις·

χαίρε, αθυμούσης καρδίας η ίασις.

Χαίρε, ότι λύεις πάντοτε ατεκνίας τα δεσμά·

χαίρε, ότι παύεις θλίψεων και στειρώσεως δεινά.

Χαίρε, η χορηγούσα τέκνα τοις ατεκνούσι·

χαίρε, η ενδιδούσα ίαμα τοις νοσούσι.

Χαίρε, πιστών μητέρων το καύχημα·

χαίρε, σεμνών γυναίων το στήριγμα.

Χαίρε, λαού ευσεβούς ευφροσύνη·

χαίρε, ημών μυστική χαρμοσύνη.

Χαίροις, Άννα θεόκλητε.

Χαίρει η καυχωμένη, τη κλήσει σου τη αγία, η Σκήτη η παρούσα θεόφρον, και τη οξεία σου αρωγή, ρυομένη παντοίων περιστάσεων, κηρύττει σου τα θαύματα, Αννα τω Κυρίω βοώσα·

Αλληλούϊα.

Ψάλλοντες εν αινέσει, των σων προτερημάτων, τον πλούτον και την άφθονον χάριν, βοώμεν σοι Άννα εκ ψυχής· μη διαλίπης ημάς εποπτεύουσα, τους πόθω σε γεραίροντας, και εκτενώς σοι εκβοώντας·

Χαίρε, ο πλούτος των πτωχευόντων·

χαίρε, η σκέπη των Μοναζόντων.

Χαίρε, της παρούσης σου Σκήτης προσφύγιον·

χαίρε, Μοναστών αρραγές καταφύγιον.

Χαίρε, Άννα θεοδόξαστε των Δικαίων χαρμονή·

χαίρε, πάντων των τιμώντων σε θερμοτάτη αρωγή.

Χαίρε, η λυτρουμένη ημάς πάσης ανάγκης·

χαίρε, η ενεργούσα ιαμάτων δυνάμεις.

Χαίρε, δι’ ής παθών ιαθήσομαι·

χαίρε, δι’ ής φωτός πληρωθήσομαι.

Χαίρε, χαρά της παρούσης σου Σκήτης·

χαίρε, καμού έφορός τε και ρύστις.

Χαίροις, Άννα θεόκλητε.

Αγία Θεοπρομήτορ Άννα πρέσβευε υπέρ ημών.

Ω Προμήτορ Κυρίου, θεοδόξαστε Άννα, ημών καταφυγή εν ανάγκαις (εκ γ´.)· προσδέχου τας δεήσεις ημών, και αίτει ημίν φώς θείον και έλεος· θερμώς γαρ σοι προστρέχομεν, και τη Τριάδι εκβοώμεν·

Αλληλούϊα.

Κοντάκιον.

Ήχος πλ.δ´. Τη Υπερμάχω.

Τη του Σωτήρος ευκλεεί Προγόνω άσωμεν

τη πεπλησμένη δωρεών του θείου Πνεύματος

κατά χρέος εγκωμίων άσματα θεία·

ως τεκούσα γαρ Παρθένον την Πανάχραντον

αναβλύζει καθ’ εκάστην χάριν άφθονον

τοις κραυγάζουσι· Χαίροις, Άννα θεόκλητε.

Δίστιχον.

Άννα χαριτώνυμε χάριν μοι δίδου

Γερασίμω χαίρε σοι αναβοώντι.


vatopaidi.wordpress.com

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Απολυτίκιο, Κοντάκιο, Οίκος και Συναξάρι της Μεγάλης Παρασκευής


Σας παραθέτουμε το Απολυτίκιο, το Κοντάκιο, τον Οίκο και το Συναξάρι με τους Στίχους της Ακολουθίας των Αγίων Παθών (Όρθρος της Μεγάλης Παρασκευής) με την κορυφαία ερμηνευτική απόδοσή τους στα νεοελληνικά από τον Γέροντα Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο. Σημειώνουμε ότι το Κοντάκιον και ο Οίκος είναι οι δύο πρώτες στροφές ενός εξαιρετικού ποιήματος («κοντακίου») του αγίου Ρωμανού του Μελωδού επιγραφόμενο «Εις το Πάθος του Κυρίου και εις τον Θρήνον της Θεοτόκου». Κάθε στροφή αυτού του ποιήματος τελειώνει με την φράση, «ο Υιός και Θεός μου».

Αξίζει να τα διαβάσετε, κι ας μη τα ακούσετε!

Κάθισμα (ή Απολυτίκιον). Ήχος δ΄.

Εξηγόρασας ημάς εκ της κατάρας του νόμου, τω τιμίω σου Αίματι· τω σταυρώ προσηλωθείς και τη λόγχη κεντηθείς, την αθανασίαν επήγασας ανθρώποις· Σωτήρ ημών, δόξα σοι.

Μας εξηγόρασες από την κατάραν του Νόμου (τον οποίον δια της αμαρτίας παρέβημεν και ούτως ελάβομεν την κατάραν που εξετόξευσεν ο Νόμος κατά των παραβατών του), δια του ανεκτιμήτου Αίματός Σου. Με το να καρφωθής εις τον Σταυρόν και να τρυπηθής δια της λόγχης, έγινες δια τους ανθρώπους πηγή αθανασίας. Δόξα, λοιπόν, ανήκει εις Σέ, τον Σωτήρα μας.

Το Κοντάκιον.

Τον δι’ ημάς σταυρωθέντα, δεύτε πάντες υμνήσωμεν· αυτόν γαρ κατείδε Μαρία επί του ξύλου και έλεγεν· ει και σταυρόν υπομένεις, συ υπάρχεις ο Υιός και Θεός μου.

Έλθετε όλοι να υμνήσωμεν Αυτόν που εσταυρώθη δι’ ημάς. Διότι Αυτόν είδεν επάνω εις τον Σταυρόν η (κατά σάρκα Μήτηρ Του) Μαρία και έλεγεν: Αν και ανέχεσαι να υποστής σταυρικόν θάνατον, όμως Συ είσαι ο Υιός μου και ο Θεός μου.

Ο Οίκος.

Τον ίδιον άρνα η αμνάς θεωρούσα προς σφαγήν ελκόμενον, ηκολούθει Μαρία, τρυχομένη, μεθ’ ετέρων γυναικών, ταύτα βοώσα· Πού πορεύη, τέκνον; Τίνος χάριν τον ταχύν δρόμον τελείς; Μή έτερος γάμος πάλιν εστίν εν Κανά, κακεί νυν σπεύδεις, ίνα εξ ύδατος αυτοίς οίνον ποιήσης; Συνέλθω σοι, τέκνον, ή μείνω σε μάλλον; Δός μοι λόγον, Λόγε· μή σιγών παρέλθης με, ο αγνήν τηρήσας με. Συ γαρ υπάρχεις ο Υιός και Θεός μου.

Η Παρθένος Μαρία, βλέπουσα τον Υιόν της συρόμενον εις τον θάνατον, όπως βλέπει η αμνάς το αρνίον της να σύρεται εις την σφαγήν, ηκολούθει και εκείνη μαζί με άλλας γυναίκας (μαθητρίας του Ιησού), βασανιζομένη από την λύπην και λέγουσα μεγαλοφώνως προς Αυτόν τα εξής: Πού πηγαίνεις, τέκνον μου; Δια ποίον λόγον τρέχεις ταχέως εις αυτόν τον δρόμον; Μήπως γίνεται άλλος πάλιν γάμος εις την Κανά και σπεύδεις εκεί τώρα, δια να μεταβάλης χάριν αυτών το ύδωρ εις οίνον; Να έλθω μαζί Σου, τέκνον μου, ή καλλίτερον να Σε περιμένω; Απάντησέ μου, Λόγε του Θεού· μη περάσης από εμπρός μου (και φύγης) χωρίς να μου ομιλήσης Σύ, που με διεφύλαξες αγνήν (κατά την γέννησίν Σου)· διότι Συ είσαι ο Υιός μου και ο Θεός μου.

Το Συναξάριον.

Τη Αγία και Μεγάλη Παρασκευή τα άγια και σωτήρια και φρικτά Πάθη του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού επιτελούμεν· τους εμπτυσμούς, τα ραπίσματα, τα κολαφίσματα, τας ύβρεις, τους γέλωτας, την πορφυράν χλαίναν, τον κάλαμον, τον σπόγγον, το όξος, τους ήλους, την λόγχην· και προ πάντων τον σταυρόν και τον θάνατον, ά δι’ ημάς εκών κατεδέξατο· έτι δε και την του ευγνώμονος ληστού, του συσταυρωθέντος αυτώ, σωτήριον εν τω σταυρώ ομολογίαν.

Κατά την αγίαν και Μεγάλην Παρασκευήν επιτελούμεν την ανάμνησιν των αγίων και σωτηρίων και φρικιαστικών Παθών του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, δηλαδή ενθυμούμεθα τους εμπτυσμούς που υπέστη, τα κτυπήματα εις το πρόσωπον και τα κτυπήματα εις τον αυχένα, τας ύβρεις, τους γέλωτας, την κοκκίνην χλαίναν (με την οποίαν Τον ενέδυσαν ως βασιλέα, ειρωνευόμενοι Αυτόν), τον κάλαμον (που Τού έδωσαν εμπαικτικώς ως σκήπτρον), τον σπόγγον, το όξος, τα καρφία, την λόγχην (με την οποίαν ετρύπησαν την πλευράν Του) και περισσότερον από όλα τον Σταυρόν και τον θάνατον, τα οποία εδέχθη να υποστή με την θέλησίν Του χάριν ημών· επίσης ενθυμούμεθα και την ομολογίαν που έκαμεν επάνω εις τον σταυρόν περί του Χριστού ο καλοπροαίρετος ληστής, που εσταυρώθη μαζί Του, η οποία (ομολογία) τού έφερε την σωτηρίαν.

Στίχοι εις την Σταύρωσιν:

Ζών εί Θεός σύ, και νεκρωθείς εν ξύλω,

Ω νεκρέ, γυμνέ και Θεού ζώντος Λόγε.

Ω γυμνέ νεκρέ, αλλά και Λόγε του Θεού του ζώντος, είσαι Συ Θεός ζων, και ας έγινες νεκρός επάνω εις το ξύλον του Σταυρού.

Έτεροι εις τον ευγνώμονα ληστήν:

Κεκλεισμένας ήνοιξε της Εδέμ πύλας,

βαλών ο ληστής κλείδα το, μνήσθητί μου.

Ήνοιξε τας κλειστάς (έως τότε) πύλας του Παραδείσου ο ληστής, αφού εχρησιμοποίησεν αντί κλειδίου (την πίστιν του εις τον Χριστόν ως Ουράνιον Βασιλέα, ειπών) το «Μνήσθητί μου».

Τη υπερφυεί και περί ημάς παναπείρω σου ευσπλαγχνία, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Δια της υπερθαυμάστου και υπεραπείρου ευσπλαγχνίας που έχεις προς ημάς, Χριστέ ο Θεός, ελέησέ μας. Αμήν.

Πηγή: Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΣ ΜΕΤΑ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ, υπό π. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου, εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Μπορείτε να ακούσετε τα κομμάτια αυτά από την Ακολουθία των Αγίων Παθών στην Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου κάνοντας κλικ στον παρακάτω μπλε σύνδεσμο. Τον Οίκο, το Συναξάρι και τους Στίχους τα διαβάζει ο γέροντας Εφραίμ.

Aπολυτίκιο ,κοντάκιο,Οίκος και Συναξάριο





http://vatopaidi.wordpress.com/2010/04/02/

Τρίτη 30 Μαρτίου 2010

Κύριε...Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων


Το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης ψάλλεται στις εκκλησίες ο όρθρος της Μεγάλης Τετάρτης. Το τελευταίο τροπάριο στην ακολουθία είναι της ευσεβούς και λογίας ποιήτριας του Βυζαντίου Κασσιανής. “Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σην αισθομένη θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη, μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει…”.

Η μοναχή Κασσιανή, ή Κασσία, ή Ικασία, γεννήθηκε περίπου στα 810 μ.Χ και συμμετείχε στην αντίσταση κατά των εικονομάχων. Η πένα της, που ήταν απαράμιλλη, συνέτεινε στο να επισκιαστούν οι σύγχρονές της υμνογράφοι- μελωδοί. Θεωρείται η πλέον επιφανής γυναίκα μελωδός στο Βυζάντιο.

Η Κασσιανή πριν γίνει μοναχή, ήταν ανάμεσα στις παρθένες ευγενικής καταγωγής που συνάντησε ο Θεόφιλος για να επιλέξει ανάμεσά τους την μέλλουσα σύζυγό του. «Εκ γυναικός ερρύη τα φαύλα» (από τη γυναίκα πηγάζουν τα κακά) της είπε ο αυτοκράτορας, έχοντας υπόψη του την Εύα. Εκείνη είχε άποψη και την είπε: «αλλ’ ως εκ γυναικός πηγάζει τα κρείτω» του απάντησε (αλλά και από τη γυναίκα πηγάζουν τα καλά) έχοντας στο νου της την Παναγία.

Αυτή όμως η πράγματι έξυπνη απάντηση χαρακτηρίσθηκε από τον Θεόφιλο ότι περιείχε και κάποια προπέτεια και επιπολαιότητα, οπότε έδωσε το μήλο στην επίσης ωραία, αλλά και σεμνή Θεοδώρα.

Η Κασσιανή απογοητεύθηκε από την αποτυχία της και πήρε την απόφαση να αποτραβηχτή από τον κόσμο και να μονάση. Έκτισε με δικά της χρήματα ένα μοναστήρι, που πήρε αργότερα το όνομά της, ντύθηκε το μοναχικό σχήμα και αφιερώθηκε στη λατρεία του Χριστού και στην ποίηση, συνδυάζοντας έτσι τη βαθειά ευσέβεια και την κλίση της στα γράμματα. Λέγεται μάλιστα ότι μετά την αποτυχία της είπε: «Επειδή δεν έγινα βασίλισσα του προσκαίρου τούτου κόσμου, θα γίνω υπήκοος της αιωνίας Βασιλείας του Χριστού».

Λέγεται ότι ο έρωτα του Θεόφιλου με την Κασσιανή δεν έσβησε ποτέ και υπάρχει ένας θρύλος σχετικός με το Τροπάριο: εκείνη ήταν στη μονή και το έγραφε, οπότε έμαθε ότι έρχεται ο βασιλιάς. Όταν άκουσε τα βήματά του, έφυγε, αφήνοντάς το μισοτελειωμένο.

Τότε εκείνος πήρε το φτερό, το βούτηξε στη μελάνη και έγραψε επάνω στο αναλόγιό της, συμπληρώνοντας το ποίημα: «ων εν τω παραδείσω Εύα το δειλινόν, κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη» (ενώ ήταν στον Παράδεισο η Εύα το δειλινό, άκουσε κρότο και κρύφτηκε από φόβο).

Εκείνη δεν διέγραψε τη φράση, αντίθετα συνέχισε και ολοκλήρωσε το έργο της. Κατά τον Βυζαντινολόγο Κρουμβάχερ: «H Κασσιανή ήταν μία εξαίρετη μορφή και ότι το έργο της το διακρίνει ισχυρά πρωτοβουλία, βαθεία μόρφωσις, αυτοπεποίθησις και παρρησία. Πολύ συναίσθημα και βαθεία θεοσέβεια». Και ο Σωφρόνιος Ευστρατιάδης αναφερόμενος στο έργο της είπε : «Το χαρακτηρίζει γλυκύτης μέλους ακορέστου».

Το Τροπάριο της Κασσιανής

Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σήν αισθομένη Θεότητα μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.

Οίμοι! λέγουσα, οτι νύξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος ερως της αμαρτίας.

Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει.

Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν κρότον τοις ώσιν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.

Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μη με την σήν δούλην παρίδης, Ο αμέτρητον έχων το έλεος.


(Απόδοση από τον Φώτη Κόντογλου) Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες, σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας. Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων, εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας. Λύγισε στ' αναστενάγματα της καρδιάς μου, εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης. Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου, και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου· αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ' άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε. Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου; Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ' αμέτρητο έλεος.

Παρασκευή 3 Απριλίου 2009

Ο Ακάθιστος Ύμνος


Κατά την παρατήρησι του συναξαριστού ο ύμνος λέγεται «Ακάθιστος», γιατί τότε κατά την σωτηρία της Πόλεως και έκτοτε μέχρι σήμερα, όταν οι, οίκοι του ύμνου αυτού εψάλλοντο, «ορθοί πάντες» τους ήκουαν εις ένδειξιν ευχαριστίας προς την Θεοτόκο, ενώ στους οίκους των άλλων κοντακίων «εξ έθους» εκάθηντο.

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )