.

.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Για την εορτή τών Τριών Ιεραρχών ως σχολική Ελληνική εορτή



Του π. Παντελεήμονα Κρούσκου

 
Αρχικά, είναι μάλλον επικίνδυνο και “αντιπαραδοσιακό” στις πονηρές ημέρες που διανύουμε, ημέρες αντιχρίστων και προγονολατρών, αμοραλιστών και νεοεποχιτών, να ισχυριστεί κανείς πως δεν είναι, ιδιαίτερα εν ιερατική περιβολή και συνειδήσει.
Προσωπικά, δεν αμφιβάλω για το ότι οι τρεις κορυφαίοι διδάσκαλοι και ποιμένες της Εκκλησίας διέσωσαν και διέδοσαν την αξία των ελληνικών γραμμάτων, “όπως αν ωφελοίντο” οι χριστιανοί νέοι κάθε εποχής απ’ αυτά και μάλιστα με νύχια και με δόντια αποδαιμονοποίησαν την ελληνική διανόηση, σε καιρούς που απλώς η εκκλησιαστική συνείδηση την αντιμετώπιζε σαν ύποπτα ειδωλολατρικά συγγράμματα και ιδέες που βλασφημούσαν τον Λόγο. Ειδικά, όταν κάποιοι προγονόπληκτοι πιστεύουν και ομολογούν εν πλήρει συνειδήσει τον εξεβραϊσμό των ελληνικών μαζών, με κύριους μοχλούς την πολεμική των τριών πατέρων και τον “επαχθή σημιτισμό τους”, που κόστισε στους ημέτερους την ίδια την πολιτιστική τους ταυτότητα. Άσχετο βέβαια, αν αυτοί οι τρεις άγιοι “παπούληδες”, οι των πτωχών υπερασπιστές και φωνές του δίκιου και της αλήθειας, οι εικόνες της πραότητας, τα σώματα της αυτοπροσφοράς και της κενωτικής θυσίας, οι νόες της υψηλότατης διανόησης που πήγαν την αρχαία κληρονομημένη γνώση παραπέρα, μόνο σφαγείς φιλοσόφων και παρακινητές βιαιοπραγιών δεν υπήρξαν. Πώς άλλωστε; Το μεγαλύτερο μέρος του βίου τους το περνούσαν μεταξύ λεπροκομείων και εξορίας, μεταξύ διωγμών και θλίψεων και αυτοπροσφοράς. Οι Ιουλιανοί κάθε εποχής, ως παρωπιδοφόροι ονειροπαρμένοι μιας μπουρλέσκ κωμωδίας, ψώνια και μισητές εκ φύσεως ποτέ δεν συγχώρησαν ίσως στην ίδια την μητέρα τους την πυθιακή της προφητεία “απέσβετο γαρ λάλον ύδωρ…”. Ούτως ειπείν, είναι δυσκολοχώνευτο για τον ανώτερο ελληναρά να εννοήσει πως η “θεολογία” των ορέξεων του Δία και της παρθενοκεντρικής υστερίας της Παλλάδας, θεολογία που δικαιώνει ταπεινά ένστιχτα και πάθη, ήταν ιστορικά και πνευματικά αναπόφευκτο να αντικατασταθεί με την θεολογία της θυσίας του Σταυρού και της συγκινητικής αγνείας της Παρθένου Μαρίας.
Αντιγράφω από το site, matia.gr:
“Την εορτή των Τριών Ιεραρχών καθιέρωσε ο Αλέξιος Κομνηνός το 1100 μ.Χ., αφενός για να τιμηθούν οι τρεις μεγάλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας κι αφετέρου για να σταματήσουν οι διαμάχες και φιλονικίες μεταξύ των πιστών σχετικά με το ποιος από τους τρεις Αγίους (Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος) είναι ο πιο σπουδαίος και ο πιο μεγάλος. Οι πιστοί χωρίστηκαν σε ομάδες, ανάλογα με ποιον Άγιο θεωρούσαν πιο σημαντικό. Αυτοί που υποστήριζαν ότι πιο σημαντικός είναι ο Μέγας Βασίλειος αυτοαποκαλούνταν Βασιλείται, αυτοί που υποστήριζαν ότι ήταν ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αυτοαποκαλούνταν Γρηγορίται και τέλος αυτοί που υποστήριζαν ότι ήταν πιο σημαντικός ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αυτοαποκαλούνταν Ιωαννίται.
Έξι αιώνες αργότερα, το 1826 μ.Χ. ο Δημήτριος Φρειδερίκος Γκίλφορντ, ιδρυτής της Ιονίου Ακαδημίας, και ο Κωνσταντίνος Τυπάλδος καθιέρωσαν την ημέρα της εορτής των Τριών Ιεραρχών ως ημέρα αφιερωμένη στην Ελληνική και Επτανησιακή Παιδεία. Δεκαέξι χρόνια αργότερα, το 1842 μ.Χ. το πανεπιστήμιο Αθηνών καθιέρωσε για όλη την ελεύθερη Ελλάδα την εορτή των Τριών Ιεραρχών ως ημέρα αφιερωμένη στην Παιδεία και στα Γράμματα. Από τότε ως σήμερα, οι Τρεις Ιεράρχες θεωρούνται προστάτες των μαθητών, των φοιτητών και των σπουδαζόντων εν γένει, και η μέρα εορτής τους είναι σχολική αργία.
Τέλος να σημειώσουμε ότι την Θεία Λειτουργία που τελείται την ημέρα των Τριών Ιεραρχών έγραψε ο επίσκοπος Ιωάννης ο Ευχαΐτων (γνωστός και ως Ιωάννης Μελανόπους ή Μαυρόπους), σύγχρονος του Αλεξίου Κομνηνού.
* * *
Καλά μέχρι εδώ. Είναι λοιπόν μια σχολική εορτή θεσμοθετημένη από ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα και μάλιστα σε ένα περιορισμένο γεωγραφικό και ιστορικό χώρο: την Ελλάδα, την εν αυτή εκκλησία και γενικότερα του εορτή παιδείας του απανταχού της γης ελληνισμού.
Ακόμα και σήμερα, 185 χρόνια μετά παραμένει όχι μόνο στην εθνική αλλά και στην εκκλησιαστική συνείδηση, ως ημέρα σχολικής αργίας και ημέρα της ελληνικής παιδείας. Είναι όμως μόνο τέτοια; Όχι. Η εορτή των τριών ιεραρχών δεν είναι μια σχολική αργία, δεν είναι η ημέρα τιμής της προστάτιδος τριάδος των ελληνικών γραμμάτων. Ή τουλάχιστον πιο απλά και με ορθή ακρίβεια δεν είναι ΜΟΝΟΝ τέτοια. Mπορεί επίσης κάποιος άνετα να ισχυριστεί πως μόνο κατά ιστορική οικονομική παραχώρηση είναι τέτοια και δεν θα λείψει ποτέ στην ορθοδοξία, όταν και αν καταργηθεί σαν εορτή της ελληνικής παιδείας, και πάλι να ορθολογεί. Η εορτή των τριών ιεραρχών δεν είναι πρώτιστα μια γιορτή ελληνική, μια εορτή ελλαδίτικης υπερηφάνειας και επινόησης. Είναι η εορτή και μνήμη τριών διδασκάλων και ποιμένων της Εκκλησίας. Είναι μια “αρχαία”, “βυζαντινή” γιορτή, μια ακόμα μνήμη αγίων, σπουδαίων αγίων, μεγάλων αγίων, που χαρακτηρίζεται από όλη την θεολογία, την σημειολογία και την σπουδαιότητα της ορθόδοξης μνήμης αγίων, της ορθόδοξης λατρευτικής σύναξης για να τιμηθούν τρία κορυφαία άγια πρόσωπα της ορθοδοξίας.
Η αναχρονιστική και ανακριβής εμμονή στο σχολικό και περιορισμένο ελλαδίτικο (γιατί όχι και ελληνιστικό) χαρακτήρα της εορτής πρέπει κάποια στιγμή να αποτελέσει παρελθόν στην κοινή ορθόδοξη συνείδηση. Όταν ερχόμαστε στην σύναξη, κλήρος και λαός για να τιμήσουμε τους τρεις πατέρες, και αυτό όπως είδαμε συνέβαινε αιώνες πριν το 1826 μ.Χ. και εκτός αυστηρά ελλαδικού χώρου, ερχόμαστε όχι για να τιμήσουμε μόνο τρεις σοφούς ελληνιστές του παρελθόντος, με πνεύμα και ήθος εθνικιστικής περηφάνειας και ελληνοφρένειας, αλλά συνερχόμαστε για να τιμήσουμε: “οι φιλόσοφοι τους σοφούς, οι Ιερείς τους ποιμένας, οι αμαρτωλοί τους προστάτας, οι πένητες τους πλουτιστάς, οι εν θλίψεσι τους παραμυθούντας, τους συνοδίτας οι οδοιπόροι, οι εν θαλάσση τους κυβερνήτας, οι πάντες τους πανταχού θερμώς προφθάνοντας, θείους Αρχιεράρχας”, κατά την υμνολογία της εορτής. Είναι εμμονή και αποτέλεσμα ενός διαστρεβλωμένου ,κοσμικού, κόλακος “χριστιανισμού”, η διαρκής επανάληψη και η παθογένεια της εμμονής στον σχολικό-παιδαγωγικό χαρακτήρα της εορτής. Τα κηρύγματα θεολόγων συναδέλφων και ιερέων εκείνη την ημέρα τονίζουν και ξανατονίζουν, πως οι τρεις διδάσκαλοι υπήρξαν σοφοί, μορφωμένοι, διανοητές ”νέοι δημοσθένεις και πλάτωνες”, “πατέρες του ευρωπαϊκού πολιτισμού” και τα συναφή και ένας συμπαθέστατος αδελφός είπε και το εξής γραφικό εν πλήρει ενθουσιασμώ και υποτυπώδη κολακεία: ”πρόδρομοι του ευρωπαϊκού διαφωτισμού”.(…!)
Και αναρωτιέται κανείς: Καλά… οι τρεις άγιοι δεν υπήρξαν θεολόγοι και μάλιστα καθοριστικοί εισηγητές και αναμορφωτές της ανατολικής θεολογικής σκέψης, αλλά και της παγκόσμιας; Δεν υπήρξαν φιλάνθρωποι, λειτουργοί, ασκητές, νηπτικοί, μοναχοί, ευεργέτες, θαυματουργοί “ιατροί της ψυχής και του σώματος”; Δεν έκτισαν βασιλειάδες και δεν έδωσαν πρότυπα αγωνιστικού και κοινωνιστικού βίου και θάρρους; Δεν υπήρξαν βαθείς ανθρωπολόγοι και εραστές και μύστες της ορθόδοξης θεολογίας και ανθρωπολογίας; Δεν υπήρξαν λάτρεις και προσευχητές, κατηχητές και διδάσκαλοι ασφαλείς της θεολογίας, πρόμαχοι της ορθοδοξίας και “καθαιρέτες Αρείου”; Υπήρξαν μόνο ρήτορες, φιλόσοφοι και ποιητές; Υπήρξαν μόνο σαν επιστήμονες και τεχνολόγοι, όπως ο σύγχρονός τους Λιβάνιος και ο μεταγενέστερός τους Βαρλαάμ; Μήπως ήταν απλώς “φωτισμένες διάνοιες” σαν τον Ακινάτη και σχολαστικοί καταγραφείς του επιστητού; Δεν νήστεψαν; Δεν ποίμαναν ψυχές; Δεν πολέμησαν με τον αρχέκακο εχθρό ενώπιος ενωπίω στην προσωπική τους έρημο; Δεν ήλεγξαν Ιουλιανούς και Ευδοξίες δηλ. τους προδρόμους του σημερινού διεφθαρμένου κατεστημένου και υπερκράτους; Ήταν μόνο οι γλυκείς και ηθικοί διδάσκαλοι που πήραν από το χέρι τους μαθητές για να τους διδάξουν την οξεία και την περισπωμένη; Δεν εντόπισαν και δεν στηλίτευσαν την απάτη της ιδιοκτησίας, της απληστίας και του πλούτου; Μήπως δεν φίλησαν λεπρούς και δεν θαυματούργησαν επί αρρώστων; Η μήπως οι αγιοτικές και συναξαριακές διηγήσεις είναι απλά απαρχαιωμένες, παπαδίστικες μπαρούφες συντηρητισμού, ήτοι γραφικά παραμύθια που δεν αξίζουν αναφοράς, ιδιαίτερα σε συνεστιάσεις διδασκάλων και παρουσία επιστημόνων και “μορφωμένων ανθρώπων”; Πάντως, δεν μπορώ να πω… ενίοτε τονίζεται στα κηρύγματα και η φιλανθρωπική διακονία των τριών ιεραρχών. Ίσως μόνον όταν θεσμοθετούμε πολιτική θεολογία ή όταν προβάλουμε ηθικιστικό λόγο αυτοπροβολής, ως “διάδοχοί” τους, στα “έργα αγάπης” που διαφημίζουν τον ασήμαντο εαυτούλη μας.
Κλείνουμε με τα ίδια τα λόγια του μεγάλου Βασιλείου, που είναι χαρακτηριστικά για το θέμα και αποδεικνύουν απατηλή την στάση της εν λόγω μονομέρειας και κολακείας μας:
«Εγώ, (γράφει), αφού ξόδεψα πολύν καιρόν στα μάταια πράγματα, κι αφού όλη σχεδόν τη νεότητά μου τη χάλασα με το να κοπιάζω για πράγματα ανώφελα (αδιαφόρετα), καταγινόμενος να μελετώ τα μαθήματα της «παρά του Θεού μωρανθείσης σοφίας», επειδή κάποτε ξύπνησα σαν να κοιμόμουνα σε βαθύν ύπνο, και άνοιξα τα μάτια μου στο θαυμαστό φως της αληθείας του Ευαγγελίου κ' είδα καλά πως ήτανε άχρηστη «η σοφία των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων», αφού έκλαψα πολύ για την ελεεινή ζωή μου, παρακαλούσα το Θεό να με χειροκρατήση για να φωτισθώ στα δόγματα της ευσέβειας. Και πριν απ' όλα προσπάθησα να αποκτήσω κάποια ηθική διόρθωση, επειδή είχε πάθει μεγάλη διαστροφή η ψυχή μου από τη συναναστροφή μου με τους κακούς ανθρώπους. Διάβασα λοιπόν το Ευαγγέλιο, και σαν είδα πως εκεί μέσα είναι γραμμένο πως συντείνει πολύ στη σωτηρία του ανθρώπου το να πουλήση τα υπάρχοντά του και να τα μοιράση στους φτωχούς αδελφούς του και να ζη χωρίς να φροντίζη καθόλου για τούτη τη ζωή, και να μην προσηλώνεται η ψυχή στα επίγεια από καμμιά συμπάθεια, παρακαλούσα να εύρω κάποιον από τους αδελφούς που να διάλεξε αυτόν το δρόμο στη ζωή του, ώστε, μαζί μ' αυτόν, να ταξιδέψω και να περάσω τούτη την περαστική φουρτούνα της ζωής».
Τους τρεις ιεράρχες θα τους τιμήσω σαν μωρός ταλιμπάν χριστιανός, απαλλαγμένος από αγκυλώσεις προοδευτισμού, προκαταλήψεις διανοουμενισμού και ελληναράδικα στεγανά, έτσι, όπως τιμάμε τον κάθε άγιο, μορφωμένο ή αμόρφωτο, με πλήρη και μόνη αναφορά στο πρόσωπο του Χριστού, στην ευχαριστηριακή σύναξη, με αναφορά τιμής στα πρότυπα της αγιότητας και όχι στα πρότυπα της κοσμικότητας, όπως ακριβώς την εποχή των Κομνηνών. Εν “βλακώδει” ρομαντισμώ, μα τιμία τη συνειδήσει…. Καλή φώτιση σε όλους τους βαυαρόπληκτους!

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

Η Πεντηκοστή


rabbula-pentecost
Η Πεντηκοστή. Μικρογραφία από τον συριακό χειρόγραφο κώδικα των Ευαγγελίων του γραφέα Ραββουλά (586 μΧ).

 Ι. Μ. Φουντούλη

«Πεντηκοστήν εορτάζομεν και Πνεύματος επιδημίαν και προθεσμίαν επαγγελίας και ελπίδος συμπλήρωσιν και το μυστήριον όσον; Ως μέγα τε και σεβάσμιον. Διό βοώμέν σοι· Δημιουργέ του παντός, Κύριε, δόξα σοι».
Αυτόν τον θαυμάσιο ύμνο θέτει η Εκκλησία μας σαν προπύλαιο στην εορτή της Πεντηκοστής. Και σ΄ αυτόν ανακεφαλαιώνει το «μέγα και σεβάσμιον» μυστήριον, το όποιον πανηγυρίζει: Τη συμπλήρωση της ελπίδος, την προθεσμία της επαγγελίας, την επιδημία του Πνεύματος του αγίου. Γιατί πράγματι το εορταζόμενο γεγονός, η επιφοίτηση του αγίου Πνεύματος στους αποστόλους του Χριστού, αποτελεί το τέλος και το επιστέγασμα όλου του έργου της σωτηρίας. Όλο το έργο του Χριστού, η έλευση, η διδασκαλία, το πάθος, η ανάσταση, η ανάληψη απέβλεπαν σ΄ αυτό· στην έλευση του αγίου Πνεύματος στον κόσμο, στη νέα δημιουργία. Ακριβώς για τον λόγο αυτό στο τροπάριο που παραθέσαμε στην αρχή και σε όλη την υμνογραφία της Πεντηκοστής ανυμνείται ο δημιουργός του παντός, ο Πατήρ, που διά του Λόγου, του Υιού της αγάπης Του, εν αγίω Πνεύματι δημιουργεί τον κόσμο, αναδημιουργεί, ξανακτίζει την κτίση και την μεταβάλλει σε νέα, την ανακαινίζει.
Έτσι η ήμερα αυτή συνδέει την ανάμνηση της γενεθλίου ημέρας του νέου κόσμου με την ανάμνηση της γενεθλίου ημέρας του παλαιού. Τις δύο γεννήσεις, τη φυσική και την υπερφυσική. Στην πρώτη μας μεταφέρουν οι πρώτες γραμμές της Βίβλου: «Η δε γη ην αόρατος και ακατασκεύαστος και σκότος επάνω της αβύσσου και πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος, Και είπεν ο Θεός· Γενηθήτω φως. Και εγένετο φως. Και είδεν ο Θεός το φως, ότι καλόν» (Γεν. 1, 2-4). Στη δεύτερη συμβαίνει το ίδιο. Επάνω στην άμορφη ύλη των εθνών και στο σκοτάδι της πλάνης εκχύνεται η βίαια πνοή του Πνεύματος του Θεού. Ο Λόγος Του ανακαινίζει την παλαιωθείσα κτίση. «Πάρθοι και Μήδοι και Ελαμίται και οι κατοικούντες την Μεσοποταμίαν, Ιουδαίαν τε και Καππαδοκίαν, Πόντον και την Ασίαν, Φρυγίαν τε και Παμφυλίαν, Αίγυπτον και τα μέρη της Λυβίης της κατά Κυρήνην… Ρωμαίοι, Ιουδαίοι τε και προσήλυτοι, Κρήτες και Άραβες» (Πράξ. 2, 9-11) είναι η νέα άβυσσος, το γέννημα της διασποράς, της κατατμήσεως και της αποσυνθέσεως του κόσμου. Επάνω από αυτούς τώρα επιφέρεται το Πνεύμα του Θεού και ο Λόγος Του καλεί όλους σε συμφωνίαν, σε ενότητα Πνεύματος αγίου, στο φως. «Ο ειπών εκ σκότους φως λάμψαι»( Β’ Κορ. 4, 6) τους καλεί να επιστρέψουν «από σκότους εις φως»( Πράξ. 26, 18), να γίνουν «φως έν Κυρίω»( Εφεσ. 5. 8). Και η αναχώνευση γίνεται με τις πυριμόρφες γλώσσες του αγίου Πνεύματος, που διεμερίσθησαν στους αποστόλους. «Και ώφθησαν αυτοίς διαμεριζόμεναι γλώσσαι ωσεί πυρός»(Πραξ. 2, 3). Η γλώσσα, το σύμβολο, το αποτέλεσμα και το αίτιο του χωρισμού, γίνεται τώρα σύμβολο ενότητος, της εν αγίω Πνεύματι ενότητος του νέου λαού του Θεού. Ο εγκαινισμός του Πνεύματος συμβολίζεται με την καινουργία των γλωσσών. Δια του Χριστού εν Αγίω Πνεύματι λαλείται τώρα το μυστήριο της αιωνίου σωτηρίας. Αυτό ακριβώς υπογραμμίζει το δεύτερο στιχηρό του εσπερινού της Πεντηκοστής του α’ ήχου: «Γλώσσαις αλλογενών εκαινούργησας, Χριστέ, τους σους μαθητάς, ίνα δι΄ αυτών σε κηρύξωσι τον αθάνατον Λόγον και Θεόν, τον παρέχοντα ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος».
Ο λαός λοιπόν του Θεού, η Εκκλησία, εορτάζει κατά την Πεντηκοστή τη γέννησή της. Τη γενέθλιο ήμερα της, αλλά και αυτό το μυστήριο της ιδίας της ζωής της. Γιατί η Εκκλησία του Χριστού δεν έζησε το μυστήριο της Πεντηκοστής σε μία στιγμή χρόνου κατά το μακάριο εκείνο έτος και την ιστορική εκείνη ημέρα, που «επλήσθησαν» οι μαθηταί «Πνεύματος άγιου». Αλλά το ζει καθημερινά, διαρκώς, σε κάθε στιγμή χρόνου, από την ήμερα εκείνη τη γενέθλιο μέχρι της συντελείας του αιώνος. Γιατί το Πνεύμα το άγιον ήλθε τότε και έκτοτε μένει και θα μένει εις τον αιώνα στον κόσμο για να συγκροτεί την Εκκλησία. Πνεύμα και Εκκλησία είναι αδιασπάστως ηνωμένα. Το άγιον Πνεύμα είναι η ψυχή, η ζωή, η ύπαρξη της Εκκλησίας, της εν αγίω Πνεύματι καινής ζωής. Σ’ αυτό οφείλεται η ενότης, η αγιότης, η καθολικότης της Εκκλησίας. Από αυτό πηγάζουν τα χαρίσματα, οι θεσμοί, η πίστη και η θεολογία της Εκκλησίας. Τη βιαία Του πνοή και την πυρίμορφη δρόσο Του αισθάνεται σε κάθε βήμα, σε κάθε εκδήλωση, σε κάθε κίνησή της. Από αυτό πηγάζουν οι υπερφυσικές ενέργειες των μυστηρίων, που ζωογονούν, τροφοδοτούν και αγιάζουν το σώμα της. Αυτό θεολογεί και ο ποιητής του τρίτου στιχηρού του εσπερινού:
«Πάντα χορηγεί το Πνεύμα το άγιον, βρύει προφητείας, ιερέας τελειοί, αγράμματους σοφίαν εδίδαξεν, αλιείς θεολόγους ανέδειξεν, όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας. Ομοούσιε και ομόθρονε τω Πατρί και τω Υιώ, Παράκλητε, δόξα σοι».
Στην ιστορική λοιπόν Πεντηκοστή, αλλά και στη διαρκή Πεντηκοστή, στην οποία ζει η Εκκλησία, θα μας μεταφέρει κατά την επέτειο του γεγονότος αυτού, θα μας καλέσει να κλίνουμε τα γόνατα στις αυλές του Κυρίου και να προσκυνήσουμε την αήττητη δύναμή Του, να δοξολογήσομε την αγία Τριάδα, που φωτίζει και αγιάζει τις ψυχές μας. Και στη στάση αυτή της ταπεινώσεως, της κλίσεως των γονάτων και του αυχένος, να υποδεχθούμε τη χάρη του Παρακλήτου. Να ανανεώσουμε και να αναρριπίσουμε τη φλόγα του αγίου Πνεύματος. Να συνειδητοποιήσουμε τη θέση μας και την υπόστασή μας σαν μελών της Εκκλησίας, σαν ναών του άγιου Πνεύματος. Ναών και σκευών καθαρών, δοχείων του Παρακλήτου, των οποίων κάθε σκέψη θα υπαγορεύεται από το Πνεύμα της σοφίας, κάθε ενέργεια από το Πνεύμα της συνέσεως, το αγαθόν, το ευθές, το νοερόν, το ηγεμονεύον, το καθαίρον τα πταίσματα. Το Πνεύμα το άγιον, το Κύριον και ζωοποιόν, το θείον, που θεοποιεί τους ανθρώπους, που διά της χάριτος Του μας μεταβάλλει σε «Θεούς κατά μέθεξιν».
(  Λογική Λατρεία, Θεσ/κη 1971, σ.126)

vatopaidi.

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

"Δεν υπάρχει μετα-Πατερική θεολογία εν γένει" (π.Νικόλαος Λουδοβίκος)



(...) Δεν υπάρχει τρόπος να αντιληφθεί ο τραυματισμένος και βεβαρυμμένος λόγιος που μετρά τη ζωή του με τις σπιθαμές του κοινού νού πως τα μεγάλα έργα διαβάζονται πάντοτε τώρα. Ακριβώς γι' αυτό, δεν υπάρχει ούτε μετα-Πλατωνική, ούτε μετα-Παλαμική θεολογία ή φιλοσοφία. Υπάρχει μόνον φιλοσοφία και θεολογία εν όψει του Πλάτωνα ή του Παλαμά, δηλαδή ομοφωνία ή διαφωνία στο ύψος τους. Όπως δεν υπάρχει και μετα-Πατερική θεολογία εν γένει- εκτός και αν ομιλούμε για την άφρονα έξοδο από τον κόσμο όπου εκείνοι οι μακάριοι έπασχαν την αλήθεια, η οποία αλήθεια συναντά τους ανεπαρκείς επιγόνους μόνον (για να θυμηθώ τον οξυδερκή Lacan) ως ψυχοσωματικό σύμπτωμα.

iereasanatolikisekklisias.

Κυριακή 8 Αυγούστου 2010

Από Παναγίας άρχεσθαι

Μητροπολίτου Μεσογαίας π.Νικολάου

Το Άγιον Όρος είναι γνωστό ως το «περιβόλι της Παναγίας». Ως ο κατ' εξοχήν τόπος που τιμάται, που εμφανίζεται, που ενεργεί και αναπαύεται το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, ως «ο νοητός της Θεοτόκου και ωραίος Παράδεισος». Σύμφωνα με την παράδοση, το Άγιον Όρος δόθηκε ως κλήρος στην Παναγία από τον ίδιο τον Κύριο: «Έστω ο τόπος ούτος κλήρος σος και περιβόλαιον σον και Παράδεισος, έτι δε λιμήν σωτήριος των θελόντων σωθήναι»..

Ενώ η πρώτη Εύα έπεσε στον αρχέγονο παράδεισο, η δεύτερη Εύα, ως Μητέρα του δεύτερου Αδάμ, ξεδιπλώνει, τη χάρη των ονομάτων της μέσα στο νέο παράδεισο του Αγίου Όρους. Η Κυρία των αγγέλων εμφανίζεται ως Κυρία του αγγελικού τάγματος των μοναχών. Η Κεχαριτωμένη φανερώνει τις χάριτες που απορρέουν από τη χάρη της, μέσα από εικόνες, προσκυνήματα, ευλογημένες αθωνικές γωνιές, γεγονότα της ζωής, προσδοκώμενες ανταποκρίσεις σε αιτήματα, ανέλπιστες απαντήσεις σε δοξολογικά ξεσπάσματα, εμφανίσεις σε εξαγιασμένους ασκητές, μέσα στη κατάνυξη του κελιού ή στην λαμπρότητα του ναού. Παντού και πάντοτε, σε κάθε τόπο και σε κάθε σημείο, ελλοχεύει μια ανεπανάληπτη αφορμή, μια μοναδική ευκαιρία να ζήσει κανείς το αγκάλιασμα της Θεοτόκου.

Δεν υπάρχει ίσως αγιορείτης μοναχός που να μη ζει την Παναγία ως Παναγία του, ως κύρια και πρώτη προσφυγή του, ως αμετάθετο ελπίδα, ασφάλεια και προστασία του, ως πρέσβειρα και μητέρα του, ως πλησίον και μόνιμο σύντροφο του, ως εναγκαλιστή των πληγών και ανάδοχο των δοκιμασιών του.

Κάθε ψάλτης από το «Άξιον έστι» θα αρχίσει τα μαθήματά του και με αυτό θα αποδώσει την καλύτερη τέχνη του. Κάθε αγιογράφος ή ξυλο­γλύπτης, τα πρώτα και καλύτερα έργα που θα φιλοτεχνήσει θα απεικονίζουν το θεομητορικό πρόσωπο. Κάθε ησυχαστής σε αυτή θα καταθέσει τη θερμότερη προσευχή του. Κάθε μοναστήρι μια δική της εικόνα θα περιβάλλει με το απαύγασμα της ευλάβειας του.

Γεγονότα ιστορικά, ανάγκες καθημερινές, ζωντανά θαύματα, περιστατικά και συγκυρίες, ιδιώματα θεομητορικά αποτυπώνονται σε κάθε εικόνα που κοσμεί με την καλλιτεχνική ομορφιά της και παρηγορεί με την παρουσία της κάθε μονή του Αγίου Ορούς. Έτσι, εκτός από την Παναγία του «Άξιον έστι» στο Πρωτάτο ή την Πορταΐτισσα στη Μονή Ιβήρων, έχουμε την Παναγία του Ακάθιστου στη Μονή Διονυσίου, τη Μυροβλύτισσα στη Μονή Αγίου Παύλου, την Τριχερούσα στο Χιλανδάρι, τη Γοργοϋπήκοο στη Δοχειαρίου, την Οδηγήτρια στην Ξενοφώντος, την Παραμυθία στο Βατοπαίδι, τη Γλυκοφιλούσα στη Φιλόθεου και πλήθος άλλων.

Επίσης, όπως ο προφήτης Ηλίας άφησε τη μηλωτή του στον Ελισαίο, κατά ανάλογο τρόπο η αγία Ζώνη της Θεοτόκου που ευλαβώς διαφυλάσσεται στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, αποτελεί βαρύτιμη κληρονομιά, ανεκτίμητη ευλογία και μοναδικό θησαυρό που καταξιώνει το Άγιον Όρος ως περιβόλι και τόπο της.

«Χαίρε, άγιον όρος και θεοβάδιστον» ψάλλει ο υμνωδός, ταυτίζοντας ποιητικά τη Παναγία με το θεοβάδιστο και άγιο Όρος. Η Παναγία δεν βρίσκεται στο Άγιον Όρος! η Παναγία είναι το πραγματικό άγιον όρος.

Όλο το κενό της γυναικείας παρουσίας το καλύπτει η Θεομητορική παρουσία. Γι' αυτό και έργα μοναδικής αξίας και θεολογικής και πνευματικής βαρύτητας που είδαν το φως ως καρποί μεγάλων αγιορειτών αγίων αναφέρονται στο δικό της πρόσωπο. Έτσι οι περίφημες ομιλίες του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στα Είσόδια της Θεοτόκου, ο κανόνας του αγίου Νικόδημου στην Παναγία τη Γοργοϋπήκοο, το Θεοτοκάριον και όλες οι αναφορές του στο πρόσωπό της ξεχειλίζουν από θεολογικό βάθος και γλυκύτητα αγάπης και θείων αισθημάτων.

Αλλά και οι σύγχρονοι άγιοι πατέρες, γνωστοί και άγνωστοι, επώνυμοι και μη, μέσα από την Παναγία περνούν και διατυπώνουν τον καλύτερο κόσμο τους και τις ποιοτικότερες εκφράσεις της πίστης τους. Ο αείμνηστος ιερομόναχος Αθανάσιος Ιβηρίτης, γράφοντας στον οσιολογιώτατο μοναχό Θεόκλητο Διονυσιάτη, αναφέρει: «Από Παναγίας άρχεσθαι· Πρόσεξε την σκέψιν ταύτην, που μου επήλθεν εν στιγμή αναγνώσεως του Θεοτοκαρίου. Οι Χαιρετισμοί και το Θεοτοκάριον. Ο ουρανός και η γη να παρέλθουν, αυτά όμως να μη λείψουν καμμίαν ημέραν του έτους. Και εις ποίαν οι ύμνοι ούτοι; Εις την ταμίαν όλων των χαρίτων του Θεού».


http://agioritikesmnimes.pblogs.gr/2010/08/662220.html

Σάββατο 3 Απριλίου 2010

Η Ανάσταση του Χριστού, προάγγελος της δικής μας Ανάστασης

Λόγος του Λεμεσού π.Αθανάσιου

Η ανάσταση των νεκρών είναι ένα κεφαλαιώδες ζήτημα που δεν μπορεί να το προσπεράσει κανείς αβασάνιστα, όταν μάλιστα δηλώνει ότι θέλει να πάρει στα σοβαρά τη ζωή και την πίστη του. Η ανάσταση του Χριστού, και ως συνέπειά της η ανάσταση των νεκρών, αποτελεί τη μοναδικότητα του χριστιανικού κηρύγματος, αυτό που διαφοροποιεί την παράδοσή μας από άλλες θρησκείες και παραδόσεις. Τόσο κεντρική είναι η θέση της μέσα στην παράδοσή μας, ώστε ο απόστολος Παύλος να δηλώνει ότι αν βγάλει κανείς από την πίστη μας την ανάσταση του Χριστού η παράδοσή μας μένει κενή, κούφια (Α' Κορ. 15, 14).

Το ερώτημα για την ανάσταση των νεκρών ως υπαρξιακή και φιλοσοφική αναζήτηση του ανθρώπου είναι σκοτεινό, το ίδιο και η απάντησή του. Γίνεται όμως απλό, αν δεχτεί κανείς τον Ιησού ως θεάνθρωπο. Αυτόματα δέχεται και την Ανάστασή Του, αφού Αυτός είναι ο Αρχηγός της ζωής και του θανάτου, άρα και των ανθρώπων (Ματθ. 22, 29).

Όσον αφορά στην τοποθέτησή τους απέναντι στο θέμα της αναστάσεως, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τρεις κατηγορίες ανθρώπων:

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η μεγάλη μάζα των συνανθρώπων μας το προσπερνά. Ή αδιαφορεί ή το αντιμετωπίζει τελείως επιδερμικά, επιφανειακά (Λουκ. 8, 5 - 6) - τουλάχιστον έτσι φαίνεται. Πρόκειται γι' αυτούς τους ανθρώπους που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε «αδιάφορους» ή «άσχετους» ή «εκτός» (Εκκλησίας). Το εκπληκτικό όμως με αυτούς τους ανθρώπους, που είτε δηλώνουν εκτός εκκλησίας, είτε αυτό φανερώνει - μαρτυρεί η ζωή τους, είναι ότι ανάμεσά τους συναντάει πολλές φορές, κανείς ανθρώπους που έχουν εμπειρία αναστάσεως. Αρκούν δύο παραδείγματα γι' αυτό, παρμένα και τα δύο από την Καινή Διαθήκη : Το πρώτο είναι η πόρνη γυναίκα που αλείφει με μύρο τα πόδια του Χριστού και ο Ιησούς δηλώνει ότι το έκανε επειδή προέβλεψε τον ενταφιασμό του (Ματθ. 26, 12. Μάρκ. 14, 8. Ιω. 12, 7). Το άλλο είναι η κλασική περίπτωση του εκ δεξιών ληστή πάνω στον σταυρό, ο οποίος δεν παρασύρεται από το σκάνδαλο ότι δίπλα του συσταυρώνεται κάποιος ακόμη, αλλά μπορεί και διαβλέπει ότι αυτός είναι ο βασιλιάς της αιώνιας ζωής (Λουκ. 23, 42).

Tο ερώτημα που προκύπτει είναι πώς αυτοί οι άνθρωποι μπορούν και έχουν την εμπειρία της αναστάσεως του Χριστού. Αυτό κατ' αρχήν αποτελεί μυστήριο, ικανό ωστόσο να φανερώσει τη δύναμη του Θεού, αλλά και την ίση αγάπη του για OΛOΥΣ τους ανθρώπους που είναι όλοι παιδιά Του. Φαίνεται ακόμη ότι αυτοί οι άνθρωποι απέκτησαν μάτια για να βλέπουν πέρα και πίσω από τα φαινόμενα, επειδή πόνεσαν πολύ στη ζωή τους, είτε εκούσια είτε ακούσια. Και όλοι γνωρίζουμε, από την προσωπική του πείρα ο καθένας μας, πόσο πόνο έχει η αμαρτία μετά από την πρόσκαιρη χαρά που μας προσφέρει.

Μία δεύτερη ομάδα ανθρώπων είναι οι άγιοι της Εκκλησίας, οι παλιοί, αλλά και οι σύγχρονοι, αυτοί που ζουν ανάμεσά μας, χωρίς ίσως να τους ξέρουμε. Είναι αυτοί που ζουν από τώρα, από αυτήν εδώ τη ζωή μέσα στο φως και τη χαρά της Αναστάσεως, λουσμένοι μέσα στο φως της αιώνιας βασιλείας του Θεού, γιατί πρώτα βίωσαν το Γολγοθά του προσωπικού τους αγώνα κι ακόμα έκαναν δικό τους τον πόνο όλου του κόσμου. Aυτήν τη χαρά την εκπέμπουν χωρίς πρόχειρα κηρύγματα γύρω τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ με τον κλασικό χαιρετισμό του προς κάθε άνθρωπο που συναντούσε «Χριστός ανέστη, χαρά μου», ο οποίος ανακεφαλαιώνει συμπυκνωμένη ολόκληρη την ορθόδοξη παράδοση.


Μία τρίτη, τέλος, ομάδα ανθρώπων, είμαστε άνθρωποι που μπαινοβγαίνουμε σε κατηχητικά, κηρύγματα, κύκλους, ακολουθίες κλπ. Δηλώνουμε ότι πιστεύουμε στον Χριστό και την ανάστασή του, αλλά η ζωή μας φανερώνει το αντίθετο. Κλονιζόμαστε όπως ο Πέτρος πάνω στα κύματα (Ματθ. 14, 30). Δείχνουμε ότι δεν έχουμε συναντήσει προσωπικά στη ζωή μας τον Αναστημένο Χριστό. Μοιάζουμε με τους δύο μαθητές που τη μέρα της Αναστάσεως πορεύονται προς Εμμαούς και, απογοητευμένοι που είδαν όλα τα όνειρα και τις ελπίδες που είχαν επενδύσει στο δάσκαλό τους να γκρεμίζονται με τον θάνατο και την ταφή Του, δεν μπορούν να Τον αναγνωρίσουν κι ας συμπορεύεται με τη θλίψη τους (Λουκ. 24, 16). Ζούμε έτσι ένα είδος πνευματικής σχιζοφρένειας, μια διάσταση - ασυμφωνία λόγων και έργων, που αποτελεί το μεγάλο σκάνδαλο για τους άλλους και το κυριότερο εμπόδιο για να πλησιάσουν τον Χριστό και την εκκλησία.

Το διπλό ερώτημα που προκύπτει από τα παραπάνω και του οποίου η απάντηση είναι κεφαλαιώδης για τη ζωή μας είναι: Τι φταίει που δεν έχουμε την εμπειρία της αναστάσεως; Κι ακόμη, τι μπορεί να γίνει γι' αυτό;

Θα αποκτήσουμε εμπειρία αναστάσεως αν πρώτα αποδεχτούμε τον πόνο του Σταυρού. Κύριο στοιχείο της εποχής μας και του πολιτισμού μας είναι ότι όλοι και όλα γύρω μας μάς υπόσχονται χαρά, ευχαρίστηση, καλοπέραση. Πουθενά λόγος για πόνο και σταυρό. Την αρρώστια, τον πόνο και τον θάνατο τα απωθούμε στο περιθώριο της ζωής μας κι αφήνουμε τα αγαπημένα μας πρόσωπα να πεθαίνουν ξεχασμένα σε νοσοκομεία και ιδρύματα. O ίδιος πειρασμός μάς πολεμάει και στην πνευματική ζωή : Θέλουμε να αποκτήσουμε τα μεγάλα πνευματικά αγαθά ή ζηλεύουμε τις αρετές των άλλων χωρίς να είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλουμε κόπο για να τα αποκτήσουμε. Θέλουμε να φτάσουμε κατ' ευθείαν στην ανάσταση χωρίς να περάσουμε από τον πόνο της Γεθσημανή και του Σταυρού. Αν είναι δυνατόν να βραχυκυκλώσουμε, να προσπεράσουμε τον πόνο.

Η ανάσταση όμως είναι άρρηκτα δεμένη με τον σταυρό. Είναι νόμος στην ασκητική παράδοση, αλλά και στη γενικότερη εμπειρία της εκκλησίας το «Δώσε αίμα, λάβε πνεύμα». Καλούμαστε κάθε στιγμή να βιώνουμε ταυτόχρονα τη Σταύρωση και την Ανάσταση, αυτό που στην παράδοσή μας ονομάζεται «χαρμολύπη» και που έχει κάτι από το ήθος της Μεγάλης Εβδομάδας, που τη Μεγάλη Παρασκευή κλείνει το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου» με το «Δείξον ημίν καί τήν ενδοξόν Σου ανάστασιν». Aκόμη και η Κυριακή του Πάσχα έχει μέσα της κάτι από τη θλίψη του Σταυρού, αφού ο Αναστημένος Χριστός είναι «κατάστικτος τους μώλωψι καί πανσθενουργός» (Κανόνας Όρθρου Μεγάλου Σαββάτου).

Για τον πιστό, ούτε ο πόνος είναι υπερβολικός και ασήκωτος ούτε η χαρά μιας επιτυχίας υπερφίαλη και ξιπασμένη. O πολιτισμός που βλάστησε από την πίστη μας, την ορθόδοξη ανατολική παράδοση, το ίδιο δεν παρακάμπτει τον πόνο και το θάνατο, αλλά καταφάσκει σ' αυτά για να τα ξεπεράσει. «Eκ του τάφου ανέθορε», γι' αυτό και «θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει». Σε αντίθεση όλο το οικοδόμημα του δυτικού πολιτισμού, όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, τα αποσιωπά και προσπαθεί - μάταια - να τα απωθήσει. Το ίδιο και ο κάθε ταπεινός άνθρωπος, ακριβώς επειδή έχει πάψει προ πολλού να ζει για τον εαυτό του και ζει πια για τις αδελφές και τους αδελφούς του, δεν τρομάζει μπρος στο θάνατο, αφού ο τελευταίος δεν έχει πια καμμία εξουσία πάνω του.

Μπορούμε, λοιπόν, να πιστεύουμε ακράδαντα στην ανάσταση του Χριστού, του Θεανθρώπου Λυτρωτή μας, και κατ΄ επέκταση και στη δική μας ανάσταση και να το αποδεικνύουμε έμπρακτα με τη ζωή μας, ζώντας κάθε στιγμή τον προσωπικό μας σταυρό και κάνοντας δικό μας τον πόνο των αδελφών μας.






Τρίτη 28 Ιουλίου 2009

Αγιότητα και αγιομαχία


Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου π.Ιεροθέου

Ο Αρχιμανδρίτης π. Ζαχαρίας Ζαχάρου, μέλος της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Essex Αγγλίας, σε προφορική ομιλία του στην Αμερική, μιλώντας για την κοίμηση του Γέροντος Σωφρονίου, αναφέρθηκε στις τέσσερεις ημέρες που είχε τεθή το λείψανό του σε προσκύνηση, ύστερα από την κοίμησή του και πριν την εξόδιο Ακολουθία. Μεταξύ άλλων είπε: «Ήταν στ' αλήθεια όπως το Πάσχα, μια τόσο όμορφη και ευλογημένη ατμόσφαιρα. Κανείς δεν εμφάνισε συμπτώματα υστερίας. Όλοι προσεύχονταν με έμπνευση». Και έπειτα αναφέρθηκε σε μένα: «Ήρθε αμέσως μόλις έμαθε ότι ο π. Σωφρόνιος είχε πεθάνει. Ένιωσε την ατμόσφαιρα και μου είπε: "Αν ο π. Σωφρόνιος δεν είναι άγιος, τότε δεν υπάρχουν άγιοι"».

Η μετάφραση αυτού του λόγου δημοσιεύθηκε στο βιβλίο μου «Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ» και ελάχιστοι που κρίνουν τα πράγματα εξωτερικά και επιπόλαια, παρερμήνευσαν τον λόγο με την έννοια ότι δεν δέχομαι την ύπαρξη των αγίων και ότι ομίλησα υπερβολικά για τον Γέροντα Σωφρόνιο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θα ήθελα να κάνω μία αναγκαία διευκρίνιση.



1. Ο καθ' υπερβολήν αληθινός λόγος

Όποιος έχει στοιχειώδη λογική και γνώση της ελληνικής γλώσσας, αντιλαμβάνεται την σημασία του λόγου αυτού και δεν τον παρερμηνεύει. Και όποιος γνωρίζει την θεολογία της Εκκλησίας, όπως εκφράζεται στην Αγία Γραφή και την πατερική μας παράδοση, μπορεί να αντιληφθή την ουσία της φράσεως αυτής.

Βεβαίως δέχομαι την ύπαρξη των αγίων, δηλαδή των Προφητών, Αποστόλων, Πατέρων, Μαρτύρων, Ομολογητών, Εγκρατευτών κλπ. Δεν είναι δυνατόν να έχω διαφορετική άποψη. Όσοι συνδέονται κατά ποικίλους τρόπους με τον Χριστό και ζουν στην Εκκλησία, αυτοί μετέχουν της καθαρτικής, φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας του Θεού και αγιάζονται. Άλλωστε η Εκκλησία είναι κοινωνία αγίων.

Η φράση «αν ο π. Σωφρόνιος δεν είναι άγιος, τότε δεν υπάρχουν άγιοι», ελέχθη καθ' υπερβολήν, για να δειχθή η προσωπική μου πίστη ότι ο Γέροντας Σωφρόνιος είναι ένας εξαγιασμένος Κληρικός της Εκκλησίας μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχω την δυνατότητα να τον συγκαταριθμήσω αυθαίρετα στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας, πράγμα το οποίο είναι έργο του Θεού δια των εντεταλμένων προσώπων στην Εκκλησία. Πάντως, ο υποθετικός τρόπος της εκφράσεως, που διατυπώθηκε καθ' υπερβολήν, δεν σημαίνει ότι υποτιμώ η αμφισβητώ τους αγίους, αλλ' ότι φρονώ ότι ο Γέροντας Σωφρόνιος έχει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των αγιασμένων μελών της Εκκλησίας.

Ο καθ' υπερβολήν τρόπος εκφράσεως μερικών αληθειών είναι συνηθισμένη πρακτική. Ο Απόστολος Παύλος με αυτόν τον τρόπο ήθελε να δείξη την μεγάλη αξία της αγάπης, όταν έγραφε στον σχετικό ύμνο περί της αγάπης:

«Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμι. και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου, και εάν παραδώ το σώμά μου ίνα καυθήσομαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι» (Α Κορ. ιγ , 1-3).

Το ερώτημα που τίθεται είναι για το αν είναι δυνατόν να υπάρχη άνθρωπος που να μιλά την γλώσσα των αγγέλων, να έχη προφητικό χάρισμα, να γνωρίζη πάντα τα πνευματικά μυστήρια και όλη την γνώση, να έχη πίστη ώστε να μετακινή ακόμη και όρη-βουνά, να διαθέτη όλη την περιουσία του, να θυσιάζη το σώμα του και να μαρτυρή για τον Χριστό και ταυτόχρονα να μην έχη αγάπη! Όλα αυτά προϋποθέτουν την αγάπη, ως κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό.

Ακριβώς αυτός ο υποθετικός καθ' υπερβολήν λόγος δεν υποτιμά όλα αυτά τα χαρίσματα, αλλά υπογραμμίζει με τον τρόπο αυτόν την μεγάλη αξία της αγάπης. Μέσα σε αυτές τις προϋποθέσεις ερμήνευσαν το χωρίο αυτό και οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας.

Για παράδειγμα ο Μ. Βασίλειος δίνει μια τέτοια ερμηνεία, γράφοντας: «Ουχ ως δυναμένου ποτέ των απηριθμημένων εκάστου δίχα της αγάπης ενεργηθήναι, αλλά βουλομένου του αγίου, ως αυτός είπε, τω καθ' υπερβολήν τρόπω την κατά πάντων υπεροχήν προσμαρτυρήσαι τη εντολή». Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν τέτοια μεγάλα χαρίσματα χωρίς την αγάπη, γι' αυτό ο Απόστολος Παύλος με τον τρόπο της υπερβολής επιβεβαίωσε την ανωτερότητα της αγάπης.

Με τον ίδιο τρόπο ερμηνεύει το αποστολικό αυτό χωρίο και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, γι' αυτό χρησιμοποιεί τις φράσεις: «Και ουδέ ταύτη ηρκέσθη τη υπερβολή, αλλά και ετέραν πολλώ μείζονα τίθησιν, επάγων και λέγων…», «και ταύτην πάλιν μεθ' υπερβολής», «μετ' επιτάσεως τιθείς και τούτο το χάρισμα», «βαβαί της υπερβολής• και γαρ και ταύτα μετά προσθήκης ετέρας τίθησιν».

Επομένως και η δική μου φράση ετέθη καθ' υπερβολήν όχι για την άρνηση υπάρξεως αγίων, αλλά για την επιβεβαίωση της αδιαλείπτου ενεργείας της Χάριτος του Θεού στην Εκκλησία, δια της οποίας οι Χριστιανοί εξαγιάζονται, με την δική τους ελευθερία. Πρέπει να είναι κανείς πολύ εμπαθής και κακόπιστος για να δώση κάποια άλλη ερμηνεία.



2. Ο όρος άγιος

Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον μπορούμε να χρησιμοποιούμε τον όρο άγιος για περιπτώσεις ευλογημένων Κληρικών, μοναχών και γενικά Χριστιανών που έζησαν κατά Χριστόν και κοιμήθηκαν με οσιακό τρόπο. Η απάντηση είναι καταφατική, αρκεί, βέβαια, να υπάρχουν μερικά θεολογικά και εκκλησιαστικά εχέγγυα.

Δεν είναι δυνατόν να λησμονή κανείς ότι από θεολογικής πλευράς ο όρος άγιος αποδίδεται σε εκείνον που συνδέεται κατά ποικίλους βαθμούς με τον Χριστό, ο Οποίος είναι ο Άγιος των αγίων. Άλλωστε, η λατρευτική πράξη το γνωρίζει πολύ καλώς αυτό, γι' αυτό στην εκφώνηση του Ιερέως «τα άγια τοις αγίοις» ο λαός αντιφωνεί: «εις άγιος, εις Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός». Τα άγια είναι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού και οι Χριστιανοί που με τις απαραίτητες προϋποθέσεις προσέρχονται να κοινωνήσουν των αγίων, πρέπει να είναι άγιοι, που αγιάζονται από τον κατ' εξοχήν άγιο, τον Χριστό.

Είναι γνωστόν ότι στην αρχαία Εκκλησία, όπως διασώζεται στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, οι ζώντες Χριστιανοί λέγονταν άγιοι. Στους Χριστιανούς της Εφέσου ο Απόστολος Παύλος στέλνει επιστολή και τους ονομάζει αγίους: «Παύλος, απόστολος Ιησού Χρτιστού δια θελήματος Θεού, τοις αγίοις τοις ούσιν εν Εφέσω και πιστοίς εν Χριστώ Ιησού» (Εφ. α , 1). Στους Κολοσσαείς γράφει: «Μετά χαράς ευχαριστούντες τω πατρί τω ικανώσαντι ημάς εις την μερίδα του κλήρου των αγίων εν τω φωτί» (Κολ. α , 12). Σαφέστατα στα χωρία αυτά άγιοι χαρακτηρίζονται οι ζώντες Χριστιανοί, οι οποίοι μετέχουν του Σώματος του Χριστού, ανήκουν στον κλήρο των αγίων μέσα στο Φως του Θεού.

Ο Απόστολος Πέτρος στην Καθολική του επιστολή φθάνει στο σημείο να πη ότι οι παραλήπτες της επιστολής του Χριστιανοί έχουν «ισότιμον» με αυτόν πίστη. Ο ίδιος, όπως περιγράφει, ανέβηκε στο όρος Θαβώρ και είδε την δόξα του Θεού, όμως και οι Χριστιανοί που είναι μέλη της Εκκλησίας έχουν την ίδια με αυτόν πίστη: «Συμεών Πέτρος, δούλος και απόστολος Ιησού Χριστού, τοις ισότιμον ημίν λαχούσι πίστιν εν δικαιοσύνη του Θεού ημών και σωτήρος Ιησού Χριστού» (Β Πέτρ. α , 1). Ακόμη, εάν ο Απόστολος Πέτρος, μιλώντας για τον ειδωλολάτρη εκατόνταρχο Κορνήλιο και τους οικείους του που πίστευσαν και βαπτίσθηκαν, είπε ότι ο Θεός «ει ουν την ίσην δωρεάν έδωκεν αυτοίς ο Θεός ως και ημίν πιστεύσασιν επί τον Κυριον Ιησούν Χριστόν» (Πρ. ια , 17), πως μπορούμε να αμφισβητήσουμε αυτό και για τους βιαστάς της βασιλείας του Θεού, όπως ο Γέροντας Σωφρόνιος;

Είναι χαρακτηριστικό ότι στον Αγιορειτικό Τόμο, ένα ομολογιακό κείμενο, οι αγιορείτες Πατέρες του 14ου αιώνος έδωσαν την μαρτυρία: «Ταύτα υπό των Γραφών εδιδάχθημεν• ταύτα παρά των ημετέρων Πατέρων παρελάβομεν• ταύτα δια της μικράς έγνωμεν πείρας».

Υπάρχουν δεκάδες αγιογραφικά χωρία, στα οποία γίνεται λόγος για την διακονία στους αγίους, για τις χρείες των αγίων, για τους συμπολίτες των αγίων, για τον ασπασμό των αγίων, για τους κλητούς αγίους, για την λογεία στους αγίους κλπ. Πως μπορεί κανείς να παρακάμψη όλα αυτά τα χωρία και να εκφράζη αμφιβολία για το κατά πόσον μπορούμε να πούμε κάποιον άγιο, όταν αγωνίζεται να ζη κατά το Ευαγγέλιον του Χριστού; Η λέξη αγιότητα συνδέεται με την ζωή του Χριστιανού, εκτός και αν πολλοί θεωρούν την χριστιανική ζωή ως μια εκκοσμικευμένη κατάσταση.

Η αγιότητα δεν είναι μια αφηρημένη η μια ηθικιστική έννοια, αλλά η μέθεξη, κατά διαφόρους βαθμούς, της καθαρτικής, φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας του Θεού, η οποία αρχίζει από την ζωή αυτή. Στο σημείο αυτό βρίσκεται και η ουσία της χριστιανικής ζωής. Όλοι όσοι ζουν με μετάνοια, με πνεύμα ταπεινώσεως, με υπακοή στην Εκκλησία και την Παράδοσή της, μετέχουν της Χάριτος του Θεού και του αγιασμού. Άλλωστε αυτή είναι η παραγγελία: «κατά τον καλέσαντα υμάς άγιον και αυτοί άγιοι εν πάση αναστροφή γενήθητε, διότι γέγραπται• άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιός ειμι» (Α Πέτρ. α , 15-16).



3. Ο μακάριος και εξαγιασμένος Γέροντας

Επίσης, το ερώτημα το οποίο μπορεί να τεθή είναι κατά πόσον ο Γέροντας Σωφρόνιος η και τόσοι μακαριστοί Γέροντες των ημερών μας μπορούν να θεωρούνται άγιοι από όσους εγνώρισαν την θεοφιλή πολιτεία τους.

Η συγκαταρίθμηση μερικών μελών της Εκκλησίας στο Αγιολογιό της και η καθιέρωση εορταστικής μνήμης τους είναι έργο της Εκκλησίας, με Συνοδική διαγνώμη. Αυτό, όμως, δεν εμποδίζει τους Χριστιανούς να θεωρούν κάποιο κοιμηθέντα μέλος της Εκκλησίας που το γνώρισαν ότι έχει βρη παρρησία στον Θεό, αν όμως ετηρήθησαν οι θεολογικές προϋποθέσεις. Φυσικά, σε αυτήν την περίπτωση δεν μπορεί να καθιερώνεται λατρευτική σύναξη προς τιμή του, ούτε να αγιογραφήται η μορφή του πριν την αγιοκατάταξή του. Αλλά κανείς δεν μπορεί να εμποδίση κάποιον να ζητά τις πρεσβείες ενός μακαριστού Κληρικού η μοναχού. Άλλωστε, για την συγκαταρίθμηση ενός Κληρικού στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας προϋποτίθεται και μεταξύ των άλλων ο σεβασμός και η αγάπη του λαού προς αυτόν και η επιβεβαίωση της αγιότητός του με θαυμαστά σημεία.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θεωρώ ότι ο Γέροντας Σωφρόνιος ήταν ένας εξαγιασμένος Κληρικός. Όταν ένας μοναχός παρέμεινε ένα τέταρτο αιώνος ασκούμενος στο Άγιον Όρος, εκ των οποίων τα επτά στα φρικτά Καρούλια και σε σπήλαιο, προσευχόμενος εν μετανοία με πληθώρα εμπειριών, τις οποίες κράτησε μυστικά πάνω από 50 χρόνια ζωής• όταν έκαμε τελεία υπακοή στον συγκαταριθμημένο στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας άγιο Σιλουανό• όταν σε όλη του την ζωή ζούσε με προσευχή, ησυχία και βαθυτάτη κένωση• όταν στα βιβλία που έγραψε προς το τέλος της ζωής του ανέλυσε με θαυμαστό τρόπο την Αποκάλυψη του Θεού που δόθηκε σε αυτόν• όταν η κοίμησή του ήταν οσιακή και πολλοί άνθρωποι έγιναν μέτοχοι και γνώστες θαυματουργικών επεμβάσεων, όταν …, όταν …, όταν …, τότε πως μπορεί να αμφισβητήση κανείς ότι ήταν ένας βιαστής μοναχός και κατά τον λόγο του Χριστού σε αυτόν ανήκει η Βασιλεία του Θεού (Ματθ. ια , 12);

Επειδή γνώριζα τον Γέροντα Σωφρόνιο προσωπικά για πολλά χρόνια και αξιώθηκα να αισθανθώ ελάχιστες πτυχές της λεπτοτάτης μυστικής του ζωής, έχω την πληροφορία ότι ήταν ένας εξαγιασμένος Κληρικός. Και πολλές φορές διερωτώμαι: «Αν ένας τέτοιος Κληρικός με τόσο μεγάλο πνευματικό αγώνα και πνευματικές εμπειρίες δεν εισήλθε στην Βασιλεία του Θεού, τότε ποιός μπορεί να σωθή;».

Αν αμφισβητή κανείς την σωτηρία ενός τέτοιου ανθρώπου, τότε σκορπά μεγάλη απελπισία στον λαό, γιατί τότε όλοι θα διερωτηθούν: «τις δύναται σωθήναι;». ?ν τέτοιοι μεγάλοι πνευματικοί αγώνες δεν εισάγουν τον άνθρωπο στον Παράδεισο, τότε ποιός μπορεί να σωθή;

Η αίσθηση αυτή περί του Γέροντος Σωφρονίου δεν είναι μόνον δική μου. Χιλιάδες άνθρωποι τον γνώρισαν και δίδουν αυτήν την μαρτυρία. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος στο κείμενό του με το οποίο προλόγισε το βιβλίο μου κατέγραψε πολλές φράσεις προσδιορίζοντας την ευλογημένη παρουσία του στην Εκκλησία.

Σε ένα σημείο, αναφερόμενος στην θεολογία του, γράφει ότι ήταν «αληθώς το απαύγασμα της πεφωτισμένης δια της ελλάμψεως του ακτίστου θείου φωτός καρδίας του, κεκαθαρμένης δια της άχρι τελείας λήθης εαυτού και του σωτηρίου αυτομίσους αφικνουμένης μετανοίας του». Σε άλλο σημείο γράφει: «καίτοι ο ίδιος είχεν ανέλθει εις το ύψος της θεοπτίας…». ?λλο? γράφει ότι έλαμψεν «ουχί ως λύχνος αλλ' ως αστήρ υπέρλαμπρος», «δια τον πλούτον των χαρισμάτων, δι' ων επροίκισεν αυτόν ο Θεός», «ο βίος και τα θεία διδάγματα του εν ουρανοίς αναπαυομένου Γέροντος», «το μέγεθος του πνευματικού αναστήματος του αγαπητού Γέροντος και την υπέρ φύσιν πολιτείαν του», «δια να γίνη τοιουτοτρόπως όμοιος προς τον Χριστόν» κλπ.

Πριν λίγο καιρό σε τριήμερο Συνέδριο στην Αθήνα αναλύθηκε απ' όλες τις πλευρές η προσωπικότητα, η ζωή και η διδασκαλία του, από Μητροπολίτες, Αγιορείτες μοναχούς, Καθηγητές Πανεπιστημίου, εκπροσώπους των ομοδόξων Εκκλησιών κλπ. Ο τόμος που κυκλοφόρησε και στον οποίον περιλαμβάνονται όλες οι ομιλίες των εισηγητών δείχνουν την αξία της μεγάλης αυτής προσωπικότητας.



Όσοι σκανδαλίζονται από το γεγονός ότι προβάλλονται ως εξαγιασμένες μορφές μερικοί Κληρικοί και μοναχοί των ημερών μας οι οποίοι θεωρούνται από τον λαό ως άγιοι, χωρίς ακόμη να τεθούν σε τιμητική προσκύνηση, γιατί αναμένεται η κρίση της Εκκλησίας, όπως ο Γέροντας Σωφρόνιος, ο Γέροντας Παΐσιος, ο Γέροντας Πορφύριος κλπ., δείχνουν ότι δεν γνωρίζουν την ορθόδοξη θεολογία η έχουν εσφαλμένη αντίληψη για την ζωή της Εκκλησίας. Στην περίπτωση αυτή το σκάνδαλο βρίσκεται μέσα τους, σύμφωνα με τον λόγο του Χριστού (Ματθ. ε , 29-30).

Και ένας ακροτελεύτιος λόγος.

Δεν φοβούνται καθόλου όσοι ομιλούν κατά τρόπο ασύνετο, απρεπή και αυθάδη για ανθρώπους που τελείωσαν την ζωή τους με οσιακά τέλη, των οποίων η ζωή τους κατά πάσαν πιθανότητα έχει γίνει ευπρόσδεκτη από τον Θεό;

Δεν έχουν κάποια αμφιβολία μήπως οι ασύνετοι λόγοι τους θα αποδοκιμασθούν με πάταγο από τον Θεό;

Δεν φοβούνται καθόλου για την σωτηρία τους και για την αγιομαχία του
ς;

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

Περάσαμε πιὰ τὸ πέλαγος τῆς νηστείας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς...


Παντελὴ Πᾶσχου: Εἰσαγωγικὰ στὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα
Περάσαμε πιὰ τὸ πέλαγος τῆς νηστείας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Καὶ τώρα στεκόμαστε μπροστὰ στὴ θύρα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ὁποῦ ὀνομάζεται Μεγάλη ὄχι γιατί εἶναι μεγαλύτερη, ἢ ἔχει περισσότερες μέρες, ἀλλὰ «ἐπειδὴ μεγάλα ἡμῖν γέγονεν ἐν αὐτῇ παρὰ τοῦ Δεσπότου κατορθώματα. Καὶ γὰρ ἐν αὐτῇ τῇ ἑβδομάδι τῇ Μεγάλῃ, ὅπως λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἡ χρονία τοῦ διαβόλου κατελύθη τυραννίς· ὁ θάνατος ἐσβέσθη· ὁ ἰσχυρὸς ἐδέθη· τὰ σκεύη αὐτοῦ διηρπάγη· ἁμαρτία ἀνηρέθη· ἡ κατάρα κατελύθη· ὁ Παράδεισος ἀνεώχθη· ὁ Οὐρανὸς βάσιμος γέγονεν· ἄνθρωποι ἀγγέλοις ἀνεμίγησαν· τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ ἤρθη· τὸ θριγγίον περιηρέθη· ὁ τῆς εἰρήνης Θεὸς εἰρηνοποίησε τὰ ἄνω καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς· διὰ τοῦτο Μεγάλη καλεῖται Ἑβδομάς».


Ὄντως φοβερὰ αὐτῆς τῆς ἑβδομάδος τὰ Μυστήρια! Ὅλη ἡ ποίηση τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ ὅλη ἡ δόξα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἑβδομάδα πηγάζουν. Ἀπ᾿ τὸν καιρὸ πού, μαθητούδια ἀκόμη, παίρναμε ἀπ᾿ τὸ ζεστὸ χέρι τῆς μάνας μας τὴ σύνοψη καὶ τὸ κερί, ποὺ καθὼς ἦταν ἁγνὸ μοσκοβολοῦσε σὰν λιβάνι ὅταν ἔκαιγε, καὶ πηγαίναμε στὶς ἀκολουθίες τοῦ Νυμφίου, ἢ στὶς Μεγάλες Ὧρες τῶν Παθῶν, τῆς Μεγ. Πέμπτης καὶ τῆς Μεγ. Παρασκευῆς, ὅπου κλαίγαμε ἀπὸ καρδιᾶς μπρὸς στὸν Ἐσταυρωμένο, καθὼς ἀποθέταμε μὲ τρέμοντα δάχτυλα τὰ παρθενικὰ ἀγριολούλουδα, ποὺ μὲ μίαν ὁλόζεστη λαχτάρα τρέχαμε νὰ μάσουμε στοὺς κήπους καὶ στὰ χωράφια· ἀπ᾿ τὰ μικρά μας ἐκεῖνα χρόνια, ποὺ προσμέναμε νά ῾ρθει ἡ ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, γιὰ νὰ δεχτοῦμε ὕστερα καὶ τὴν Ἀνάσταση, μέχρι τὰ γηρατειά μας τὰ βαθιά, αὐτὴ ἡ Ἑβδομάδα εἶναι ποὺ μᾶς κρατάει συντροφιὰ μὲ τὸν πόνο της, μὲ τὰ δάκρυά της, μὲ τὴ λύπη της, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐφροσύνη τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ ἀκολουθεῖ.


Κι αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη φιλοσοφία τῆς ζωῆς, ποὺ ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας τὴν δίνει μὲ τὸν πιὸ ὡραῖο, ἁπλὸ καὶ κατανυκτικὸ τρόπο στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Καὶ εἶναι ἀλήθεια, ὅτι αὐτὴ ἡ φιλοσοφία, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν ὑψηλὴ θεολογία τοῦ Σταυροῦ, δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ κανεὶς νὰ τὴν ἀφομοιώσει καὶ νὰ τὴν κατανοήσει ἔξω ἀπὸ τὸν ἐκκλησιαστικὸ περίβολο, ἔξω ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.

Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὁ Σταυρὸς ἢ ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα γίνεται λογοτεχνία, γίνεται θέατρο ἢ κινηματογράφος, γίνεται στοχαστικὴ διάλεξη ἢ δημοσιογραφικὸ ἄρθρο, γίνεται εὐκαιρία γιὰ νὰ δοκιμάσει κανεὶς τὶς ἱκανότητές του μ᾿ ἕναν τρόπο – ὁποιοδήποτε – ἐπάνω σ᾿ ἕνα σοβαρὸ θέμα. Καὶ μόνο μέσα ἀπὸ τὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες καὶ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ φτάσει στὴν κορφὴ τῆς πνευματικῆς φιλοσοφίας καὶ στὴ δόξα τῆς Ἀναστάσεως, ἀνεβαίνοντας τὸν ἀνηφορικὸ δρόμο τοῦ Γολγοθᾶ καὶ περνώντας πνευματικὰ μέσα ἀπὸ τὴν ἀγωνία τῆς Σταυρώσεως.

Ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός, ὅλη τὴν Ἑβδομάδα ἔχει ἕνα μεγάλο δρόμο νὰ ὁδοιπορήσει. Μεγάλο, ὄχι μὲ τὶς ἐξωτερικές, ἀλλὰ μὲ τὶς ἐσωτερικὲς διαστάσεις. Ἕνα δρόμο, ποὺ περπάτησε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ναί, κι ἂς μὴ φανεῖ σὲ κανέναν αὐτὸ τὸ πράγμα παράδοξο. Ἂν δὲν «συμπορευθῶμεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν», δὲν θὰ μπορέσουμε οὔτε τὴ Μεγαλοβδομάδα νὰ νιώσουμε, οὔτε καὶ στὴν Ἀνάσταση νὰ φτάσουμε μαζί του.

Σ᾿ αὐτὸ τὸ δρόμο, ποὺ βρίσκεται πάντα κάτω ἀπ᾿ τὴ σκιὰ τοῦ Σταυροῦ, καὶ ἀντικρύζει στὸ βάθος τὸ φωτεινὸ λόφο τῆς Ἀναστάσεως, οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔβαλαν μερικὰ σημάδια σὰν ὁρόσημα, ποὺ μᾶς βοηθοῦν κι αὐτὰ μ᾿ ἕναν εἰδικὸ τὸ καθένα τρόπο, γιὰ νὰ πετύχουμε τὸ σκοπό μας.


Τὴ Μεγάλη Δευτέρα, μετὰ τὸ Κοντάκιο καὶ τὸν Οἶκο τῆς ἡμέρας, θ᾿ ἀκούσουμε μαζὶ μὲ τὸ σύντομο συναξάρι, αὐτὸ τὸ ὑπόμνημα: «τῇ Ἁγίᾳ καὶ Μεγάλῃ Δευτέρᾳ, μνείαν ποιούμεθα τοῦ μακαρίου Ἰωσὴφ τοῦ παγκάλου καὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Κυρίου καταρασθείσης συκῆς». Δοξάζεται καὶ τιμᾶται ὁ πάγκαλος Ἰωσήφ, γιατί «τῆς Αἰγυπτίας τότε ταῖς ἡδοναῖς μὴ δουλεύσας», ἐσκλαβώθηκε μὲν κατὰ τὸ σῶμα, ἀλλὰ κατὰ τὴν ψυχὴ ἔμεινε ἀδούλωτος, ὁ ἀοίδιμος καὶ σώφρων, καὶ ἔτσι ἀξιώθηκε νὰ γίνει κυρίαρχος ὅλης τῆς Αἰγύπτου. «Ὁ Θεὸς γὰρ παρέχει τοῖς δούλοις αὐτοῦ στέφος ἄφθαρτον». Ἡ κατάρα ἔπειτα τῆς ἄκαρπης συκιᾶς, μᾶς λέει ν᾿ ἀποφεύγουμε τὸ πάθος καὶ νὰ κάνουμε ἔργα καὶ καρποὺς πνευματικούς, γιὰ νὰ μὴ μᾶς εὕρει ὁ Χριστὸς μὲ φύλλα μοναχὰ σὰν ἔρθει, καὶ μᾶς δείξει τὴ φωτιά, σὰν μοίρα ἀναπόφυγη τῶν ἀκάρπων μας δέντρων.


Τὴ Μεγάλη Τρίτη θ᾿ ἀκούσουμε: «τῆς τῶν δέκα παρθένων παραβολῆς μνείαν ποιούμεθα», δηλ. τῶν πέντε φρονίμων καὶ τῶν πέντε μωρῶν παρθένων, μὲ τὶς διδακτικὲς λαμπάδες τους. Μᾶς συμβουλεύει κ᾿ ἐδῶ μὲ ὕμνους ἐξαίσιους ἡ Ἐκκλησία μας, «νὰ σπουδάσωμεν νὰ ἀνάψωμεν τὰς νοητὰς λαμπάδας τῶν ψυχῶν μας, ὡς αἱ φρόνιμοι ἐκεῖναι παρθένοι. Διατί; Ἵνα μὲ τὸ λαμπρὸν φῶς τῶν λαμπάδων μας καὶ μὲ ὕμνους πνευματικούς, συναπαντήσωμεν τὸν ἀθάνατον νυμφίον τῶν ψυχῶν, δηλαδὴ τὸν Δεσπότην μας Ἰησοῦν Χριστόν, ὅστις θὰ ἔλθει ἐν τῇ συντελείᾳ τοῦ κόσμου, διὰ νὰ ἐμβάσει τὰς δρονίμους ψυχὰς μέσα εἰς τὸν οὐράνιον νυμφώνα τῆς ἀϊδίου τρυφῆς τεσ καὶ βασιλείας».


Τὴ Μεγάλη Τετάρτη: «τῆς ἀλειψάσης τὸν Κύριον μύρῳ πόρνης γυναικὸς μνείαν ποιεῖσθαι οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν, ὅτι πρὸ τοῦ σωτηρίου Πάθους μικρὸν τοῦτο γέγονεν». Ποιὸς δὲν δακρύζει, ὅταν σκεφθεῖ ὅτι, ἐνῶ ὅλοι ἁμαρτάνουμε (καὶ πολλὲς φορὲς βαρύτερα ἀπὸ τὴν πόρνη) ὡστόσο δὲν ἀκολουθοῦμε τὸ παράδειγμά της, γιὰ νὰ σβήσουμε μὲ δάκρυα μετανοίας τὸ χειρόγραφο, ποὺ εἶναι φορτωμένο μὲ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας.


Τὴ Μεγάλη Πέμπτη «ἐορτάζομεν τὸν Ἱερὸν Νιπτήρα, τὸν Μυστικὸν Δεῖπνον, τὴν ὑπερφυᾶ προσευχὴν καὶ τὴν Προδοσίαν». Ἡ κυριαρχοῦσα μορφὴ – αἰώνιο σύμβολο σκότους συνειδήσεως καὶ παράδειγμα πρὸς ἀποφυγὴν – εἶναι ἡ προδοτικὴ ὄψη τοῦ Ἰούδα.


Τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ «τὰ Ἅγια καὶ Σωτήρια καὶ Φρικτὰ Πάθη τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιτελοῦμεν».


Καὶ τὸ Μέγα Σάββατον «τὴν Θεόσωμον Ταφὴν καὶ τὴν εἰς ᾍδου κάθοδον τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἑορτάζομεν».


Εἴπαμε, ὅτι πίσω ἀπὸ τὰ μαρτύριο καὶ τὸ Πάθος τῆς Σταυρώσεως, ὁ ὀρθόδοξος χριστιανὸς βλέπει πάντοτε τὸ γλυκὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως. Εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸν ἐμποδίζει νὰ ἰδεῖ τὰ Πάθη μέσα σ᾿ ἕνα ζοφερὸ καὶ καταλυτικὸ σκοτάδι. Ὁ ὀρθόδοξος – καὶ ὁ Ἕλληνας ἰδιαίτερα, ποὺ πέρασε τόσα καὶ τόσα πάθη μέσα στὴ μακραίωνη πορεία τῆς ἱστορίας του – εἶναι ντυμένος μὲ τὸ ζεστὸ ἔνδυμα τῆς χαρμολύπης. Πάσχει καὶ ὑποφέρει, ἀλλὰ ὄχι μὲ ἀσυγκράτητο σαρκικὸ πόνο. Ἡ πνευματικὴ φιλοσοφία τοῦ Σταυροῦ, αὐτὲς τὶς ἡμέρες εἰδικώτερα, πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος μας, ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς μας. Ἰδοὺ πῶς βλέπουν μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρας τὸ Σταυρὸ καὶ τὸ μυστήριο τῆς Σταυρώσεως.
Ὁ ἀκάνθινος στέφανος φανέρωσε ὅτι ὁ Κύριος ἐξάλειψε τὴν κατάρα ποὺ ἔλαβε ἡ γῆ, νὰ βλαστάνει ἀγκάθια καὶ τριβόλια καὶ ὅτι ὁ Χριστὸς ἀφάνισε τὶς μέριμνες καὶ τὶς ὀδύνες τῆς παρούσης ζωῆς.
«Ἐξεδύθη τὰ ἱμάτια καὶ ἐνεδύθη τὴν πορφύραν, διὰ νὰ ἐκδύσει τοὺς δερματίνους χιτώνας τῆς νεκρώσεως, ὁποῦ ἐφόρεσεν ὁ Ἀδὰμ μετὰ τὴν παράβασιν. Κάλαμον ἔλαβεν ὁ Κύριος εἰς τὴν δεξιάν, ὡς σκῆπτρον, διὰ νὰ θανατώσει τὸν ἀρχαῖον ὄφιν καὶ δράκοντα· ἔλαβε κάλαμον, διὰ νὰ σβήσει τὸ χειρόγραφον τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἔλαβε τὸν κάλαμον διὰ νὰ ὑπογράψει βασιλικῶς, μὲ τὸ κόκκινον αἷμα του, τὸ γράμμα τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν μας, καθότι καὶ οἱ βασιλεῖς μὲ κόκκινον κιννάβαρι ὑπογράφουσιν».
»Εἰς τὸ ξύλον ἐσταυρώθη, διὰ τὸ ξύλον τῆς γνώσεως. Ἔλαβε τὴν γεῦσιν τῆς χολῆς καὶ τοῦ ὄξους, διὰ τὴν γλυκείαν γεῦσιν τοῦ καρποῦ τοῦ ἀπηγορευμένου. Ἔλαβε τὰ καρφία διὰ νὰ καρφώσει τὴν ἁμαρτίαν. Ἅπλωσε τὰς χείρας εἰς τὸν Σταυρόν, διὰ νὰ ἰατρεύσει τὸ ἅπλωμα τῶν χειρῶν τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, ὁποῦ ἐποίησαν εἰς τὸ ἀπηγορευμένον ξύλον, καὶ διὰ νὰ ἑνώσει τὰ μακρὰν διεστῶτα, ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους, οὐράνια καὶ ἐπίγεια. Ἔλαβε τὸν θάνατον, διὰ νὰ θανατώσει τὸν θάνατον. Ἐτάφη, διὰ νὰ μὴ στρεφώμεθα πλέον ἡμεῖς εἰς τὴν γῆν, ὡς τὸ πρότερον...».
»Ἐσκοτίσθησαν οἱ φωστῆρες, διὰ νὰ φανερώσουν ὅτι πενθοῦσι τὸν Σταυρωθέντα. Αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν, διότι ἔπασχεν ἡ πέτρα τῆς ζωῆς. Εἰς τὸ ὕψος τοῦ Σταυροῦ ἀνέβη, διὰ τὸ πτῶμα ὁποῦ ἔπαθεν ὁ Ἀδάμ. Καὶ τελευταῖον ἀνέστη, διὰ τὴν ἰδικήν μας ἀνάστασιν!».Ὤ! Εὐτυχισμένοι καὶ τρισμακάριοι, ὅσοι μπορέσουν ν᾿ ἀφήσουν τὶς βιοτικές τους μέριμνες αὐτὲς τὶς μέρες, κι ἀρχίσουν ἀπὸ τώρα, ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὥρα κιόλας, τὴν εὐλογημένη πορεία δίπλα στὸν πορευόμενο πρὸς τὸ Πάθος Χριστό! «Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς, συμπορευθῶμεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν, καὶ νεκρωθῶμεν δι᾿ αὐτόν, ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς», «ἵνα μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ».

Τρίτη 24 Μαρτίου 2009

Η μεγάλη Σαρακοστή στη ζωή μας«Ας την πάρουμε στα σοβαρά...»


Έτσι, αν η Μεγάλη Σαρακοστή όπως είπαμε στην αρχή, είναι η ανακάλυψη της πίστης από τον άνθρωπο, είναι επίσης και ανόρθωση της ζωής του, του θεϊκού νοήματός της, του κρυμμένου βάθους της.

Με το να απέχουμε από την τροφή ξαναβρίσκουμε τη γλύκα της και ξαναμαθαίνουμε πώς να την παίρνουμε από το Θεό με χαρά και ευγνωμοσύνη. Με το «να μειώνουμε» τις ψυχαγωγίες, τη μουσική, τις συζητήσεις, τις επιπόλαιες κοινωνικότητες, ανακαλύπτουμε την τελική αξία των ανθρώπινων σχέσεων, της ανθρώπινης δουλειάς, της ανθρώπινης τέχνης.

Kαι τα ξαναβρίσκουμε όλα αυτά ακριβώς γιατί ξαναβρίσκουμε τον ίδιο το Θεό, γιατί ξαναγυρίζουμε σ' Αυτόν και δι' Αυτού σε όλα όσα Εκείνος μας έδωσε μέσα από την τέλεια αγάπη και το έλεός Του.Έτσι τη νύχτα της Ανάστασης ψέλνουμε:

Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός,

ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια.

Εορταζέτω γουν πάσα κτίσις,

την έγερσιν Χριστού, εν η εστερέωται.

Μη μας αποστερήσεις αυτής της προσδοκίας, φιλάνθρωπε Κύριε!

π.Αλέξανδρος Σμέμαν

Τη ΚΕ' του αυτού μηνός, ο Ευαγγελισμός τής Υπεραγίας Θεοτόκου καί Αειπαρθένου Μαρίας.




Κάθισμα Ήχος ά

Ο μέγας Στρατηγός, τών αΰλων ταγμάτων, εις πόλιν Ναζαρέτ, επιστάς Βασιλέα,

μηνύει σοι Άχραντε, τών αιώνων καί Κύριον, Χαίρε, λέγων σοι, Ευλογημένη Μαρία,

ακατάληπτον, καί ανερμήνευτον θαύμα, βροτών η ανάκλησις.

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )