.

.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Ο χρόνος και ο κόσμος της φθοράς

Η πιο φοβερή και η πιο ανεξιχνίαστη δύναμη στον κόσμο είναι ο Χρόνος, ο Καιρός. Καλά-καλά τι είναι αυτή η δύναμη δεν το ξέρει κανένας, κι όσοι θελήσανε να την προσδιορίσουνε, μάταια πασκίσανε.

Το μυστήριο του Χρόνου απόμεινε ακατανόητο, κι ας μας φαίνεται τόσο φυσικός αυτός ο Χρόνος. Τον ίδιο τον Χρόνο δε μπορούμε να τον καταλάβουμε τι είναι, αλλά τον νοιώθουμε μοναχά από την ενέργεια που κάνει, από τα σημάδια που αφήνει πάνω στην πλάση. Η μυστηριώδης πνοή του όλα τ’ αλλάζει. Δεν απομένει τίποτα σταθερό, ακόμα κι όσα φαίνονται σταθερά κι αιώνια.

Μια αδιάκοπη κίνηση στριφογυρίζει όλα τα πάντα, μέρα-νύχτα, κι αυτή την άπιαστη και κρυφή κίνηση δε μπορεί να τη σταματήσει καμμιά δύναμη. Τούτο το πράγμα που το λέμε Χρόνο, το έχουμε συνηθίσει, είμαστε έξοικειωμενοι μαζί του, αλλιώς θα μας έπιανε τρόμος, αν είμαστε σε θέση να νοιώσουμε καλά τι είναι και τι κάνει. 
Όπως είπαμε, δουλεύει μέρα-νύχτα, αιώνες αιώνων, αδιάκοπα, βουβά, κρυφά, κι όλα τ’ αλλάζει με μία καταχθόνια δύναμη, άπιαστος, αόρατος, ανυπάκουος, τόσο, που να τον ξεχνά κανένας και να θαρρεί πως δεν υπάρχει, αυτός που είναι το μόνο πράγμα που υπάρχει και που δε μπορεί η διάνοιά μας, με κανέναν τρόπο, να καταλάβει πως κάποτε δεν θα υπάρχει, πως θα καταστραφεί, πως θα λείψει. Πως, αφού αυτό το «κάποτε» είναι ο ίδιος ο Χρόνος; Πώς μπορεί να φανταστεί κανένας πως κάποτε θα πάψει να υπάρχει αυτό το ίδιο το «κάποτε»;

Αν λείψει ο Χρόνος θα λείψουνε όλα τα πάντα. Αυτός τα γεννά, κι αυτός πάλι τα λυώνει, τα κάνει θρύψαλα, και τα εξαφανίζει. Γι αυτό οι αρχαίοι Έλληνες λέγανε στη Μυθολογία τους πώς ο Κρόνος, δηλαδή ο Χρόνος, έτρωγε τα παιδιά του. Γέννηση, μεγάλωμα, φθορά και θάνατος είναι τ ακατάπαυστα έργα του. Ενώ βρίσκεται γύρω μας, απάνω μας, μέσα μας, δεν τον νοιώθουμε ολότελα, αυτόν τον ακατανόητο άρχοντά μας, αυτόν πού είναι φίλος κ εχθρός μας, γιατί αυτός μάς φέρνει όλα τα καλά πού μάς χαροποιούνε, κι όλα τα κακά πού μάς πικραίνουνε. 
Μάς δίνει τη γέννηση, τη γλυκειά λέξη της ζωής, τη χαρά της νιότης, τη δύναμη της αντρείας, μάς δωρίζει παιδιά, εγγόνια, έργα λαμπρά πού μάς ξεγελούνε, κάθε λογής ευχαρίστηση κι ανάπαψη. Και πάλι, ο ίδιος μάς δίνει τις στενοχώριες, τις θλίψεις, τους πόνους, τις αρρώστειες, το απίστευτο άλλαγμα και χάλασμα του κορμιού μας και των έργων, πού κοπιάσαμε να τα κάνουμε, και στο τέλος μας ποτίζει το φαρμάκι από το ίδιο ποτήρι πού μάς πότισε το γλυκό κρασί της χαράς, δίνοντάς μας τον θάνατο, σ εμάς και στους δικούς μας.

Ω! ποιός θα πιάσει αυτόν τον κλέφτη, που μέρα-νύχτα, χειμώνα καλοκαίρι, την ώρα που κοιμόμαστε και την ώρα που είμαστε ξυπνητοί, αδιάκοπα, χωρίς να σταματήσει μήτε όσο ανοιγοκλείνει το μάτι μας, τριγυρίζει παντού, ολόγυρά μας, μέσα μας, στο φως και στο σκοτάδι, μπαίνει σε κάθε μέρος, στον ουρανό που γυρίζουνε τ’ άστρα και στα καταχθόνια, σε κάθε στεριά και σε κάθε θάλασσα, σε κάθε τρύπα, σε κάθε ζωντανό κι άψυχο, σε κάθε αρμό του βράχου, σε κάθε καρδιά, κι όλα τα παλιώνει, τα τρίβει σαν τη μυλόπετρα, τα κάνει σκόνη· και πάλι από την άλλη μεριά ο ίδιος φτιάνει κάθε λογής κτίσμα και κάθε πλάσμα, κάθε κορμί, κάθε τι που υπάρχει σε τούτον τον κόσμο!

Όπως λοιπόν όλα τα πάντα, έτσι κι εμείς οι άνθρωποι είμαστε παίγνια στα χέρια αυτού του ακαταμάχητου γίγαντα, που είναι μαζί ευεργέτης μας και τύραννός μας. Και δεχόμαστε το ποτήρι που μας κερνά με το να χέρι του και που ναι γεμάτο γλυκό κρασί, και πίνουμε, και τ’ άλλο ποτήρι που κρατά στ’ άλλο χέρι του και που έχει μέσα το πικρό φαρμάκι. 
Τι είναι λοιπόν αυτό το σκληρό παιχνίδι πού παίζει μ’ εμάς αυτό το τέρας, που δεν έχει μήτε μορφή, μήτε φωνή, μήτε τίποτα απ’ ό,τι έχουνε όσα πλάσματα γεννά και σκοτώνει, και που το παίζει δίχως να γελά, μήτε να κλαίει, αδιάφορος κι ανέκφραστος, κρύος σαν φάντασμα, αυτός ο ίδιος που ανάβει τη φλόγα της ζωής;

Αλλοίμονο! Αυτή την άσπλαχνη μυλόπετρα που τ’ αλέθει όλα στον κόσμο, τη γιορτάζουμε κάθε πρωτοχρονιά, και τη φχαριστούμε για όσα μας έκανε πρίν, και για όσα θα μας κάνει ύστερα, για τα πολλά κακά που θα πάθουμε απ’ αυτή, κοντά στα λίγα καλά που θα μας φέρει και που θα μας τα πάρει βιαστικά. 
Εμείς είμαστε σαν τους δυστυχισμένους κατάδικους που καλοπιάνουνε τον δήμιό τους, σαν τους μονομάχους της Ρώμης που χαιρετούσανε τον Καίσαρα, πριν να σφάξει ο ένας τον άλλον, κράζοντάς του: «Χαίρε, ω Καίσαρ, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούνε»! Έτσι, κ εμείς, χαιρετάμε τον καινούριο Χρόνο που θα μας πάει πιο κοντά στο στόμα του για να μας φάγει, και χοροπηδάμε και τραγουδάμε οι δύστυχοι, σαν τα σαλιγκάρια του Αισώπου, την ώρα που ψηνόντανε.

Τούτος ο υλικός κόσμος είναι το βασίλειο του Χρόνου, που τον κάνει ν’ ανθίζει και να μαραίνεται αδιάκοπα. Η φθορά είναι ο σκληρός νόμος που έβαλε απάνω του τούτος ο τύραννος. Μ’ αυτή την άσπαστη αλυσίδα βαστά και τον άνθρωπο, σκλάβο ανήμπορον κάτω από τα πόδια του.

Μόνο μία ελπίδα υπάρχει γι αυτόν, να γλυτώσει από τη φθορά: ο Χριστός, ο λυτρωτής, ο καθαιρέτης της φθοράς. Εκείνος που πάτησε τον θάνατο και που είπε: «ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται. Εγώ ειμι ο άρτος ο ζών, ο εκ του ουρανού καταβάς. Εάν τις φάγη εκ τούτου του άρτου, ζήσεται εις τον αιώνα»!

Ο απόστολος Παύλος, ο κλειδοκράτορας του μυστικού κόσμου, λέγει: «Η κτίσις υποτάχθηκε στη ματαιότητα, άθελά της, με την ελπίδα πως κι αυτή η κτίση θα λευτερωθεί από τη σκλαβιά της φθοράς, στην ελευθερία της δόξας των τέκνων του Θεού. Γιατί γνωρίζουμε, πως όλη η κτίση αναστενάζει και πονά μαζί μας ως τώρα. Κι όχι μοναχά η κτίση, αλλά κι εμείς οι ίδιοι που έχουμε το Άγιο Πνεύμα μέσα μας, αναστενάζουμε, περιμένοντας την υιοθεσία (δηλ. να γίνουμε τέκνα του Θεού), ήγουν να λυτρωθεί το σώμα μας από τη φθορά». Κι αλλού λέγει: «Αν κατοικεί μέσα σας το Πνεύμα Εκείνου που ανάστησε τον Ιησού, Αυτός που ανάστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, θα ζωοποιήσει τα θνητά σώματά σας με το άγιον Πνεύμα, που κατοικεί μέσα σας».

Ναι. Μοναχά ο Χριστός, που είναι ο Λόγος του Πατρός και που πήρε απ Αυτόν κάθε εξουσία, θα δώσει την αφθαρσία στους αγαπημένους του, καταργώντας και τον χρόνο και τον τόπο της ύλης, από τον κόσμο της φθοράς. Να, τι λέγει ο άγιος Πέτρος γι αυτή την αλλαγή: «Ήξει δε η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί, εν η ουρανοί ροιζηδόν παρελεύσονται, στοιχεία δε καυσούμενα λυθήσονται, και γη και τα εν αυτή έργα κατακαήσεται».

Και στην Αποκάλυψη είναι γραμμένα τα παρακάτω λόγια για τον καινούριο κόσμο της παλιγγενεσίας: «Και νυξ ουκ έσται εκεί, και χρείαν ουκ έχουσι λύχνου και φωτός ηλίου, ότι Κύριος ο Θεός φωτιεί αυτούς, και βασιλεύσουσιν εις τους αιώνας των αιώνων».
 Μικρό εορταστικό, Ακρίτας, 2006
sophia-siglitiki

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Τα δυο μαχαίρια!


Λίγο πριν την σύλληψή Του, ο Χριστός θέλοντας να υπενθυμίσει στους μαθητές Του την προφητεία “και μετά ανόμων ελογίσθη”, ότι δηλ. θα τον θανατώσουν σαν ένα κοινό εγκληματία, τους είπε: «Όποιος δεν έχει μαχαίρι να αγοράσει».
Τότε οι απόστολοι, χωρίς να καταλάβουν τί τους έλεγε, είπαν: «Να, Κύριε, υπάρχουν εδώ δύο μαχαίρια». (Λουκ. 22, 37)!
Γιατί δύο μαχαίρια και όχι τρία ή τέσσερα ή…;
Στον κόσμο που ζούμε έχουμε μπροστά μας δύο μαχαίρια:
Το ένα στρέφεται προς τα έξω, στους άλλους- και το άλλο στρέφεται προς τα μέσα, στον εαυτό μας.
Το ένα προκαλεί βλάβη στο διπλανό μας όπως το μαχαίρι που χρησιμοποίησε ο απόστολος Πέτρος για να κόψει το αυτί του υπηρέτη του αρχιερέα.
Αυτού του είδους το μαχαίρι, ο Χριστός είπε να επιστραφεί στη θήκη του.
Το άλλο μαχαίρι (εκείνο που στρέφεται προς τα μέσα) είναι αυτό με το οποίο κόβουμε -πρέπει να κόβουμε – όχι τους άλλους αλλά τον εαυτό μας, δηλ. τα πάθη μας.
Το ένα το κρατάνε στα χέρια τους τα έθνη, για να προκαλούν μεταξύ τους πολέμους και να αλληλοεξοντώνονται.
Το άλλο το κρατάμε ο καθένας στα δικά του χέρια για να αφαιρεί από πάνω του οτιδήποτε τον εμποδίζει να ανεβεί στον ουρανό.
Όσο λιγότερο οι άνθρωποι πολεμούν το κακό μέσα τους, τόσο περισσότερο θα πολεμούν το διπλανό τους το γείτονά τους και τα άλλα κράτη. Και αντίστροφα. Όσο περισσότερο αγωνίζονται εναντίον του κακού τόσο λιγότερη θα είναι η ανάγκη να μάχονται με τον εξωτερικό εχθρό. Όταν ο άνθρωπος “χύνει” λιγότερο δικό του αίμα πολεμώντας το κακό μέσα στη καρδιά του, αναπόφευκτα θα χύσει περισσότερο ξένο αίμα, του αδελφού του. Η αυτοδικαίωση και ο εμφύλιος σπαραγμός πάνε μαζί χέρι-χέρι!
Εκείνος που δεν ψάχνει να βρει τον εχθρό που εμφωλεύει μέσα του, οπωσδήποτε θα τον βρει έξω!
Κάθε άνθρωπος, κάθε ήμερα, κάθε στιγμή, μέσα στα μύχια της καρδιάς του διεξάγει έναν εμφύλιο πόλεμο με τον εαυτό του. Αν σ’ αυτόν τον πόλεμο δεν δείξει παλληκαριά και ηττηθεί, σίγουρα θα τον προεκτείνει και προς τα έξω, στους αδελφούς του!
Εκείνος που δεν αγωνίζεται να σταυρώνει καθημερινά τον εαυτό του και τα πάθη του, να είσαι βέβαιος ότι θα σταυρώνει καθημερινά τους άλλους.
Εκείνος που δεν σηκώνει καθημερινά το δικό του σταυρό, πρόσεξε και θα το δεις θα τον τοποθετεί στην πλάτη των άλλων!
Μη σας φανεί περίεργο το ότι πολλές φορές αναρωτιόμαστε γιατί δεν έχουμε μέσα μας ειρήνη και γαλήνη. Η αλήθεια είναι πως ακόμη δεν ξεκινήσαμε τον πόλεμο με τον εαυτό μας. Και γιατί δεν τον ξεκινήσαμε; Μα γιατί δεν έχουμε τη διάθεση να το παραδεχθούμε ότι πράγματι μέσα μας έχουμε ένα εχθρό ο οποίος δεν παύει κάθε στιγμή να μας κλέβει και να μας τραυματίζει. Ενώ αυτός δουλεύει έντεχνα για την απώλειά μας, εμείς καμαρώνουμε και λέμε πως ό,τι μας συμβαίνει, οφείλεται σε εξωτερικές αιτίες!..
Τί κρίμα! Τί κρίμα! Άνθρωπος που ποτέ δεν έκατσε να σκεφτεί την καλωσύνη και την απέραντη αγάπη του Θεού, ποτέ δεν θα αναλάβει ένα τέτοιο αγώνισμα.
Γιατί;
Επειδή έγινε ο ίδιος νομοθέτης του εαυτού του! Νόμο έχει το προσωπικό του συμφέρον! Έμπνευσή του έχει τη φιλαυτία του! Σκοπό και στόχο του έχει την αυταρέσκεια και για Θεό λατρεύει – ποιόν άλλο; – τον εαυτούλη του!

Σάββατο 26 Ιουνίου 2010

Εἰς μνήμην Παπαδιαμάντη


Γιαλαμᾶς Ἀσημάκης.



Ὁ μεγάλος Σκιαθίτης, ὁ ἅγιος τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων, ὅπως ἔχει ἀποκληθεῖ, ἔγραφε τὰ διηγήματά του στὶς ἐφημερίδες, ποὺ ἐργαζόταν. Διηγήματα - συναξάρια τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων τοῦ νησιοῦ του, φτωχῶν βιοπαλαιστῶν τῶν περισσοτέρων τῆς ζωῆς, ὅπως τὴ θυμόταν ἀπὸ τὰ παιδικὰ καὶ ἐφηβικά του χρόνια.

Τὶς ἀναμνήσεις του ἔγραφε ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος. Μιὰ ἀνάμνησή μου θὰ διηγηθῶ κι ἐγὼ σχετικὴ μὲ αὐτόν. Δὲν τὸν γνώρισα. Εἶχε πεθάνει ἀρκετὰ χρόνια, πρὶν ἐγὼ ἐπιδοθῶ στὴ δημοσιογραφία. Γνώρισα ὅμως ἕναν, ποὺ τὸν εἶχε γνωρίσει. Ἕνα παλιὸ δημοσιογράφο. Τώρα δὲ ζεῖ οὔτ᾿ αὐτός. Τότε, ποὺ τὸν γνώρισα, ἦταν κιόλας γέρος.

- Ναί, τὸν θυμᾶμαι, τὸν Παπαδιαμάντη, μοῦ εἶπε μία μέρα. Τὸν θυμᾶμαι πολὺ καλά. Ἕνα διάστημα ἐργαζόμουν στὴν ἐφημερίδα ποὺ ἐργαζόταν κι αὐτός. Ἐκεῖ ἔγραφε τότε καὶ τὰ διηγήματά του, τὶς ἑορτές.

Ἐγὼ ἤμουν νεαρὸς συντάκτης κι ἔγραφα οἰκονομικὲς εἰδήσεις. Ἀγαποῦσα πολὺ τὴ λογοτεχνία καὶ τὸν Παπαδιαμάντη τὸν ἔβλεπα μὲ σεβασμό. Λογάριαζα μάλιστα, νὰ τοῦ δώσω, νὰ διαβάσει μερικὰ διηγήματα, ποὺ εἶχα γράψει, γιὰ νὰ μοῦ πεῖ τὴ γνώμη του.

Δίσταζα ὅμως, νὰ τὸν ἐνοχλήσω, γιατὶ τὸν ἔβλεπα, νὰ εἶναι καταβεβλημένος. Δὲν ἦταν καὶ τόσο καλὰ στὴν ὑγεία του, ἐκείνη τὴν ἐποχή. Περίμενα, νὰ τὸν δῶ, νά ῾ναι καλύτερα, γιὰ νὰ τοῦ δώσω τὴ λογοτεχνική μου ἐργασία.

Τελικά, ὅμως αὐτὸ δὲν ἔγινε ποτέ, γιατὶ συνέβη κάτι, ποὺ μὲ ἔφερε στὴ θέση ἐνόχου ἀπέναντί του. Δὲν ἔφταιγα ἐγώ. Οἱ περιστάσεις δημιούργησαν αὐτὴν τὴν κατάσταση, ποὺ μ᾿ ἔθλιψε κι ἐμένα.

Νά, τί ἀκριβῶς συνέβη.

Ἔρχονταν Χριστούγεννα καὶ τὴν παραμονὴ ἑτοιμαζόταν τὸ χριστουγεννιάτικο φύλλο τῆς ἐφημερίδας. Ὁ ἀρχισυντάκτης ἦταν στὸ τυπογραφεῖο καὶ «ἔκλεινε τὶς σελίδες», ὅπως λέγαμε τότε στὴ δημοσιογραφικὴ γλῶσσα. (Παρένθεση. Τώρα ὁ τρόπος τῆς ἔκδοσης τῶν ἐντύπων ἔχει ἀλλάξει ἄρδην. Ἡ τεχνολογία ἔχει κάνει καὶ σ᾿ αὐτὸν τὸν τομέα τεράστιες προόδους. Τότε οἱ ἀράδες τῶν κειμένων χύνονταν σὲ σελίδες πάνω σ᾿ ἕνα μεγάλο μάρμαρο. Κλείνω τὴν παρένθεση καὶ συνεχίζω τὴ διήγηση τοῦ παλιοῦ γνωστοῦ μου δημοσιογράφου).

- Ὅλο τὸ χριστουγεννιάτικο φύλλο ἦταν ἕτοιμο, σελιδοποιημένο. Δηλαδή, ὅλες οἱ σελίδες του ἦσαν ὁλοκληρωμένες ἐπάνω στὸ μάρμαρο, ἕτοιμες νὰ σταλοῦν στὸ πιεστήριο, ὅταν κατέφθασα ἐγὼ μὲ μιὰ οἰκονομικὴ εἴδηση σημαντική. Τώρα δὲν τὴ θυμᾶμαι ἀκριβῶς. Ἦταν κάτι σχετικὸ μὲ μετοχὲς καὶ μὲ τιμὲς συναλλαγμάτων. Εἶχα γράψει ἐκτενῶς τὸ θέμα σὲ μερικὰ χειρόγραφα. Μόλις τὰ εἶδε ὁ ἀρχισυντάκτης, μοῦ εἶπε:

- Ποῦ νὰ τὰ βάλω τώρα ὅλ᾿ αὐτά;

Τί νὰ τοῦ ῾λεγα; Δέ μοῦ ῾πεφτε λόγος.

- Ἐγὼ ἔχω καθῆκον νὰ φέρω τὴν εἴδηση, τοῦ εἶπα.

- Ναί, ἀλλὰ τὴν ἔφερες ἀργά, μοῦ ἀπάντησε ὁ ἀρχισυντάκτης.

- Ἄργησε ἡ ἀνακοίνωση τοῦ χρηματιστηρίου καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δικαιολογήθηκα ἐγώ.

Καὶ εἶχε πράγματι ἐκδοθεῖ ἀργά. Ὁ ἀρχισυντάκτης ξανακοίταξε τὰ χειρόγραφά μου, κοίταξε καὶ τὶς σελίδες ἐπάνω στὸ μαρμάρινο τραπέζι τοῦ τυπογραφείου καὶ μοῦ εἶπε:

- Δὲ βλέπεις; Ὅλη ἡ ὕλη εἶναι ἕτοιμη. Τί νὰ πετάξω γιὰ νὰ βάλω τὴ δική σου εἴδηση.

- Δὲν ξέρω, ἀπάντησα.

Καὶ γιὰ νὰ μὴ νομίσει, ὅτι ἤθελα νὰ τὸν πιέσω μὲ τὴν παρουσία μου, νὰ βάλει τὴ δική μου εἴδηση, πετώντας κάτι ἄλλο, χαιρέτησα κι ἔφυγα.

Πέρασε ἡ ἀργία τῶν Χριστουγέννων καὶ ξαναπῆγα στὴ δουλειά μου. Μόλις μπῆκα στὰ γραφεῖα στὰ γραφεῖα τῆς ἐφημερίδας, μοῦ εἶπε ὁ κλητῆρας:

- Σᾶς θέλει ὁ κύριος διευθυντής. Σᾶς ζήτησε τρεῖς φορὲς ἀπὸ τὸ πρωί.

Ἀνησύχησα. Τί νὰ μὲ ἤθελε; Πῆγα κατ᾿ εὐθεῖαν στὸ γραφεῖο τοῦ διευθυντοῦ. Ἐκεῖνος, μόλις μπῆκα, μὲ ρώτησε ἀπότομα, κοιτώντας με αὐστηρά:

- Γιατί δὲν ἔφερες τὴν οἰκονομικὴ εἴδηση;

- Τὴν ἔφερα, ἀπάντησα ἐγὼ ἀμέσως.

- Τὴν ἔφερες; Ἔκανε ὁ διευθυντὴς συνοφρυωμένος.

- Μάλιστα, τὴν ἔφερα.

- Καὶ γιατί δὲν μπῆκε;

Τί νὰ τοῦ ῾λεγα; Δὲν τὸν θεώρησα σωστό, νὰ τοῦ φανερώσω αὐτά, ποὺ εἶπε ὁ ἀρχισυντάκτης. Γι᾿ αὐτὸ σήκωσα τοὺς ὤμους καὶ τοῦ ἀπάντησα:

- Δὲν ξέρω.

- Σὲ ποιὸν τὴν ἔδωσες τὴν εἴδηση; ρώτησε ὁ διευθυντής.

- Στὸν κύριο ἀρχισυντάκτη, ἀπάντησα μὲ κάποιο δισταγμό.

Δὲν ἤθελα πάλι νὰ ἐκθέσω τὸν ἀρχισυντάκτη, ἀλλ᾿ αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν μποροῦσα ξεφύγω. Ὁ διευθυντὴς χτύπησε τὸ κουδούνι, νά ῾ρθει ὁ κλητήρας. Ἄνοιξε τὴν πόρτα κι ἐμφανίστηκε ὁ κλητήρας.

- Ἦρθε ὁ ἀρχισυντάκτης; τὸν ρώτησε ὁ διευθυντής.

- Ὄχι ἀκόμα, κύριε διευθυντά.

- Ὅταν ἔρθει, πές του, ὅτι τὸν θέλω.

- Μάλιστα.

Ὁ κλητήρας ἔφυγε κλείνοντας τὴν πόρτα καὶ ὁ διευθυντὴς στράφηκε σὲ μένα.

- Μὴ φύγεις, μοῦ εἶπε. Κάθισε, ὥσπου νά ῾ρθει ὁ ἀρχισυντάκτης.

Καὶ μοῦ ῾δειξε ἕνα κάθισμα.

Δὲν εἶχα προφθάσει νὰ καθίσω, καλὰ - καλά, καὶ ἄνοιξε ἡ πόρτα τοῦ γραφείου. Μπῆκε ὁ ἀρχισυντάκτης καὶ χαιρέτησε:

- Καλημέρα.

- Καλημέρα, τοῦ ἀπάντησε βιαστικὰ ὁ διευθυντὴς καὶ μπῆκε ἀμέσως στὸ θέμα.

- Δὲ μοῦ λές, σὲ παρακαλῶ, εἶπε στὸν ἀρχισυντάκτη. Γιατί δὲν μπῆκε ἡ οἰκονομικὴ εἴδηση, ποὺ ἔφερε ὁ συντάκτης;

Κι ἔδειξε ἐμένα, ποὺ στὸ μεταξὺ εἶχα σηκωθεῖ ὄρθιος.

- Τὴν ἔφερε ἀργά, κύριε διευθυντά, δικαιολογήθηκε ὁ ἀρχισυντάκτης.

Ὁ διευθυντὴς κοίταξε ἐμένα.

- Ἄργησε νὰ βγεῖ ἡ ἀνακοίνωση τοῦ χρηματιστηρίου, δικαιολογήθηκα κι ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου.

Ὁ διευθυντὴς ξαναστράφηκε στὸν ἀρχισυντάκτη.

- Δηλαδή, τὸν ρώτησε, εἶχαν πάει οἱ σελίδες στὸ πιεστήριο;

- Ὄχι, ἀλλ᾿ ὅλη ἡ ὕλη ἦταν ἕτοιμη, ἐξήγησε ὁ ἀρχισυντάκτης.

- Τότε κακῶς δὲν μπῆκε ἡ εἴδηση, ξέσπασε ὁ διευθυντής.

- Μὰ ἔπρεπε νὰ πετάξω κάποιο ἄλλο κομμάτι, ποὺ εἶχε ἤδη στοιχειοθετηθεῖ, εἶπε ὁ ἀρχισυντάκτης.

- Ἂς πετοῦσες, φώναξε ὁ διευθυντής.

- Ποιὸ νὰ πετοῦσα;

- Ποιὸ νὰ πετοῦσες;

Ὁ διευθυντὴς ἔπιασε τὸ χριστουγεννιάτικο φύλλο τῆς ἐφημερίδας, ποὺ εἶχε μπροστά του, κι ἔδειξε τὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη.

- Νά, αὐτὸ νὰ πετοῦσες, εἶπε, χτυπώντας τὸ χέρι του πάνω στὸ διήγημα.

Ὁ ἀρχισυντάκτης τὸν κοίταξε μὲ ἔκπληξη, ἀλλὰ καὶ μὲ λύπη, γιὰ τὴ βεβήλωση ποὺ γινόταν στὸ κείμενο τοῦ θαυμάσιου ἐκείνου λογίου καὶ ἀγαθότατου ἀνθρώπου.

- Τὸ διήγημα τοῦ κυρίου Παπαδιαμάντη; Ρώτησε μὲ τόνο φωνῆς, ποὺ ἐκδήλωνε τὰ αἰσθήματά του ἐκείνης τῆς στιγμῆς.

- Μάλιστα, τὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη, ἐπανέλαβε ἀμείλικτος ὁ διευθυντής.

Ὁ ἀρχισυντάκτης κατέβασε τὸ κεφάλι.

- Θὰ ἦταν κρῖμα, εἶπε.

- Γιατί κρῖμα; Ρώτησε νευριασμένος ὁ διευθυντής.

- Γιατί ἔχει γίνει παράδοση πιά, νὰ δημοσιεύεται κάθε Χριστούγεννα ἕνα διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη.

- Ἔ, καλά! Ἂς μὴ δημοσιευότανε καὶ μία χρονιά, δὲ χαλάει ὁ κόσμος.

- Μὰ κουράστηκε ὁ ἄνθρωπος, νὰ τὸ γράψει.

- Θὰ τοῦ τὸ πληρώναμε.

- Χωρὶς νὰ δημοσιευτεῖ; Δὲ θὰ δεχότανε ποτέ. Δὲν τὸν ξέρετε τὸν κύριο Παπαδιαμάντη;

- Ὄχ, ἀδελφέ! Πολὺ τὸ ρίξαμε στὶς αἰσθηματικότητες. Ἐγὼ σοῦ λέω, ὅτι ἦταν μεγάλη παράλειψη, ποὺ δὲ δημοσιεύτηκε ἡ οἰκονομικὴ εἴδηση. Ἦταν σπουδαία εἴδηση κι ἐνδιαφέρει πολὺν κόσμο. Τὸ διήγημα ποιὸν ἐνδιαφέρει;

- Διαβάζεται καὶ τὸ διήγημα, παρατήρησε κάπως δειλὰ ὁ ἀρχισυντάκτης.

- Μπορεῖ νὰ διαβάζεται, ἀλλὰ δὲν ἐνδιαφέρει ἄμεσα κανέναν βροντοφώναξε ὁ διευθυντής. Ἐγὼ βγάζουμε ἐφημερίδα, δὲν κάνουμε φιλολογία. Ἂς τὸ καταλάβουμε...

Αὐτὰ εἶπε κι ἔσκυψε τὸ κεφάλι του σὲ κάτι χειρόγραφα, ποὺ εἶχε μπροστά του, σημεῖο ὅτι δὲν ἤθελε πιὰ καμιὰ κουβέντα. Ὁ ἀρχισυντάκτης κι ἐγὼ χαιρετίσαμε καὶ βγήκαμε ἀπὸ τὸ γραφεῖο...

Ἀγαποῦσε καὶ ὁ ἀρχισυντάκτης τὴ λογοτεχνία κι ἐκτιμοῦσε τὸν Παπαδιαμάντη. Κι ὅταν βγήκαμε ἀπὸ τὸ γραφεῖο τοῦ διευθυντοῦ, στράφηκε καὶ μὲ κοίταξε. Στὸ βλέμμα του ὑπῆρχε θλίψη καὶ ἀπογοήτευση.

- Τί λὲς ἐσὺ γι᾿ αὐτά; μὲ ρώτησε.

- Τί νὰ πῶ; ἀπάντησα.

Ἡ θέση μου ἦταν λεπτή, ἤμουν καὶ νέος καὶ δίστασα νὰ πῶ ἐλεύθερα τὴ γνώμη μου.

- Νὰ πετοῦσα τὸ διήγημα, εἶπε ὁ ἀρχισυντάκτης καὶ κούνησε θλιβερὰ τὸ κεφάλι του.

Τότε κι ἐγὼ ξεσπάθωσα.

- Κι ἐγὼ στὴ θέση σας τὸ ἴδιο θά ῾κανα, εἶπα ζωηρά. Δὲ θὰ πετοῦσα ποτὲ τὸ διήγημα.

Ὁ ἀρχισυντάκτης μὲ ξανακοίταξε κι ἕνα πικρὸ χαμόγελο ἀχνοφάνηκε στὰ χείλη του.

- Ἄκουσες ὅμως τὸν διευθυντή; μοῦ εἶπε. Τὸ διήγημα δὲν ἐνδιαφέρει κανέναν. Ἐκεῖνο ποὺ ἐνδιαφέρει, εἶναι ἡ οἰκονομικὴ εἴδηση. Τὸ χρῆμα.

Κούνησα καταφατικὰ τὸ κεφάλι μου.

- Καὶ τὸ πνεῦμα; ἔκανε ὁ ἀρχισυντάκτης μὲ φανερὸ πόνο καὶ ἀγανάκτηση. Δὲν ἐνδιαφέρει κανέναν τὸ πνεῦμα;

Δὲν ἀπάντησα. Κοιτοῦσα σιωπηλὸς τὸν ἀρχισυντάκτη, ποὺ φαινόταν ταραγμένος.

- Ἄκουσε, νεαρέ, μοῦ εἶπε καὶ ἡ ἔξαψή του ὅλο καὶ μεγάλωνε. Ὕστερα ἀπὸ χρόνια, οὔτε σὺ δὲ θὰ θυμᾶσαι τὴ σπουδαία εἴδηση, ποὺ ἔφερες. Κανεὶς δὲ θὰ τὴ θυμᾶται. Τὸ διήγημα ὅμως τοῦ Παπαδιαμάντη θὰ μείνει. Σημείωσε αὐτό, ποὺ σοῦ λέω. Ποτὲ δὲ θὰ ξεχαστεῖ αὐτὸ τὸ διήγημα. Ποτέ, ὅσο ὑπάρχει ἡ φυλή μας καὶ ἡ γλῶσσα μας, γιὰ νὰ μὴν πῶ, ὅσο θὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι.

Εἶχε φουντώσει καὶ τὰ μάτια του ἔλαμπαν.

- Ναί, εἶπα κι ἐγὼ σιγανὰ καὶ διακριτικά. Εἶναι ὡραῖο διήγημα.

- Τὸ διάβασες; μὲ ρώτησε ὁ ἀρχισυντάκτης.

- Μάλιστα, τὸ διάβασα. Εἶναι πραγματικὰ ἔξοχο.

- Ἀριστούργημα! εἶπε ὁ ἀρχισυντάκτης μὲ βαθιὰ φωνὴ μισοκλείνοντας τὰ μάτια.

Ἔπειτα, ἔδειξε πρὸς τὸ γραφεῖο τοῦ διευθυντοῦ καὶ πρόσθεσε:

- Κι αὐτὸς ἐκεῖ μοῦ λέει, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ πετάξω! Νὰ χαθεῖ ἕνα τέτοιο διήγημα! Γιατὶ θὰ χανόταν. Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος δὲν κρατάει ἀντίγραφο. Κι οὔτε θὰ καθόταν, νὰ τὸ ξαναγράψει.

- Ναί, θὰ ἦταν κρῖμα, νὰ χαθεῖ, συμφώνησα κι ἐγώ.

Ἐκεῖ σταμάτησε ἡ κουβέντα μας. Ὁ ἀρχισυντάκτης προχώρησε πρὸς τὸ γραφεῖο τῆς σύνταξης.

Δὲν ξέρω, ἂν ἔφθασε τίποτε ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ στ᾿ αὐτιὰ τοῦ Παπαδιαμάντη. Πάντως ἐγὼ ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα αἰσθανόμουν σὰν ἔνοχος ἀπέναντί του καὶ ποτὲ δὲν τόλμησα νὰ τοῦ δώσω τὰ διηγήματά μου γιὰ νὰ μοῦ πεῖ τὴ γνώμη του.

Ὅσο γιὰ τὰ λόγια, ποὺ μοῦ εἶπε τότε ὁ ἀρχισυντάκτης, ἀποδείχτηκαν προφητικά. Σήμερα ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια, οὔτε κι ἐγὼ θυμᾶμαι τὴν οἰκονομικὴ εἴδηση, ἐνῷ τὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι πασίγνωστο. Ἔχει μπεῖ στὰ σχολικὰ ἀναγνώσματα.

Κάποτε ἂν σοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, γράψε αὐτὸ τὸ περιστατικό, ποὺ σοῦ διηγήθηκα, μοῦ εἶπε τελειώνοντας ὁ παλιὸς δημοσιογράφος, καὶ ἀφιέρωσέ το στὴ μνήμη τοῦ Παπαδιαμάντη.

Αὐτὸ ἔκανα...

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2010

Παράδεισος σε φυλακή



Ενδιαφέρουσα πραγματική ιστορία

Είναι πολλά χρόνια. Περισσότερα από είκοσι πέντε. Ευρέθηκα στην ιστορική πόλη της Πελοποννήσου και πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος, το ευγενικό Ναύπλιο. Το ενδιαφέρον, που του δίνει η ιστορία του από τους αρχαιοτάτους χρόνους, και μάλιστα κατά την εθνεγερσία του 1821, και τη γραφικότητα, που παίρνει από την τοποθεσία του στον ήρεμο μυχό του Αργολικού κόλπου με τα καταγάλανα νερά του, -αυτή τη χαριτωμένη και ιδιότυπη μικρή πόλη τη σκιάζουν δυο όγκοι φυσικοί, πέτρινοι, απότομοι. Βουνό το ένα και βράχος, ολόϊσα στημένος στην βορειοανατολική πλευρά του Αναπλιού, με τα χίλια περίπου σκαλοπάτια του και τις ντάπιες και τα φρούριά του, -το Παλαμήδι- ρίχνει τη μελανή σκιά του, σχεδόν όλη την ημέρα, στην ευγενικιά πόλη. Νησί το άλλο, μικρό αλλά βραχώδες, μεσ' στο μυχό του ήρεμου Αργολικού, φρούριο σωστό με τις πολεμίστρες και τις ντάπιες του κι αυτό, -το Μπούρτζι- μελανιάζει με τη βαρειά σκιά του τα ήρεμα και ολόφωτα νερά του Αργολικού, -αντίθεση απαίσια και ανορθογραφία χτυπητή στη χαρά της γύρω φύσης!

* * *

Αλλά για μένα, και το Παλαμήδι και το Μπούρτζι μου ήσαν πιο απαίσια, από το σκοπό, που υπηρετούσαν! Το Παλαμήδι ήταν η πιο μεγάλη και πιο αυστηρή φυλακή του Κράτους, που στα υπόγεια και σκοτεινά κελλιά του, έμεναν για πάντα εγκάθειρκτοι οι μεγαλύτεροι εγκληματίες, θανατηφόροι κι' ισοβίτες. Το Μπούρτζι, μονάχο κι' ήρεμο και σκοτεινό, έκλεινε στα σκοτεινά πηγάδια του, τις πιο μισητές και θλιβερές υπάρξεις, που και ο θρύλλος και η όψη τους προξενούσε φρίκη σ' όλους τους ανθρώπους, φυλακισμένους και ελεύθερους: τους μπόγηδες. Τους θανατηφόρους εκείνους εγκληματίες, που, για να σώσουν το τομάρι τους, εδέχτηκαν θεληματικά να μείνουν ισόβια φυλακισμένοι στο απαίσιο εκείνο φρούριο, και να κόβουν στην καρμανιόλα τα κεφάλια των συνανθρώπων τους θανατηφόρων, -παίρνοντας μάλιστα και μια ασήμαντη καταραμένη αμοιβή για κάθε κεφάλι! Ησαν οι δήμιοι!*
Ετσι μου πίεζαν την ψυχή ιδιαίτερα το Παλαμήδι και το Μπούρτζι! Μα κάτι με τραβούσε σε επίσκεψή τους. Και τα ιστορικά κ' επιστημονικά βέβαια διαφέροντα, που είχα γι' αυτά, αλλά και κάποια ιδιαίτερη συμπόνοια, που αισθανόμουν από μικρός για τους φυλακισμένους. Γιατί και οι φυλακισμένοι, άνθρωποι σαν και μας τους άλλους είναι, και η φυλάκιση είναι μια δυστυχία αληθινή, δίκαια βέβαια για όσα κακά στο βίο τους έκαμαν - μα και καμμιά φορά άδικη ή κι' αυστηρότερη αφ' ό,τι θα έπρεπε. Ετσι, όπως κι' αν το πάρης, η επίσκεψη και παρηγόρια τους -εκτός που δίνει τόσα διδάγματα σ' εμάς τους ίδιους- αλλ' είναι και καθήκον στοιχειώδες κι' απαραίτητο, και μάλιστα σε κάθε Χριστιανό. γιατί παρηγορεί ανθρώπους δυστυχείς και δίνει κουράγιο και ανύψωση κ' ελπίδα σε ρημαγμένες ψυχές και σε καρδιές φουρτουνιασμένες!

... Κι' αποφάσισα την άλλη μέρα να ανεβώ στο Παλαμήδι.

* * *

Ηταν Απρίλης. Η πρωϊνή αύρα λεπτή φυσούσε κ' έφερνε το ελαφρό μύρο των ανοιξιάτικων λουλουδιών κι' όλης της οργώσης ζωής του Αργολικού κάμπου. Ετσι τα πρώτα σκαλοπάτια του Παλαμηδιού τ' ανέβηκα άκοπα. μα από τη μέση κι' έπειτα, παρ' όλη την αντοχή μου και τα νειάτα του καιρού εκείνου, η κούραση άρχισε να γίνεται αισθητή. Ευτυχώς, που κάθε τόσο υπήρχαν και χτιστοί εξώστες, σαν μικρές βεράντες, που μπορούσε ο αναβάτης να ξεκουραστή, αποζημιωμένος σύγχρονα και με το υπέροχο θέαμα, που του έδινε η γύρω φύση, ο κάμπος ο Αργολικός, μαζί με τα γαλανά νερά του ομώνυμου κόλπου. Ηταν αληθινό πανόραμα, σωστή ζωγραφιά, που και στα χείλη του πιο κρύου κι' αδιάφορου, έκανε άθελα να έρχωνται τα λόγια του μεγάλου ποιητή και βασιλέα - του Δαυίδ: «Ως εμεγαλύνθη τα έργα Σου, Κύριε»!... Κι' αυτά τα λόγια ψιθυρίζοντας ευλαβικά κι' εγώ, έμενα πολλές ώρες εκστατικός θαυμαστής της γύρω ομορφιάς και καλωσύνης, που είχε σκορπίσει για τους ανθρώπους τόσο πλούσια ο Πλάστης!
Αλλά τη χάρη αυτή θλιμμένη σκέψη ήλθε να θολώση! Ο όγκος του Παλαμηδιού από κοντά εγιγαντώνονταν και μου πλάκωνε τα στήθη, με τις σιδερένιες πόρτες και τις ντάπιες του, που μέσα έρρεβαν, στο υγρό τους σκοτάδι, τόσοι δυστυχισμένοι άνθρωποι! Ω, πόσο τραγική αντίθεση της δημιουργίας του Θεού μας προς τα έργα των ανθρώπων! Τί ομορφιά και τί χαρά εδημιούργησε ο Θεός για τους ανθρώπους, - και πόση ασχημιά και φρίκη έφτιαξε ο άνθρωπος για τον εαυτό του και τους συνανθρώπους του! Ω, την αμαρτία!... Πόσο δυστυχισμένο κάνει ‘κείνον, που σκλαβώνεται σ' αυτή, πόσο μας αφαιρεί τις χάρες και τις ομορφιές, που δημιούργησε ο Θεός για μας τα πλάσματά του...
Μ' αυτές τις σκέψεις απορροφημένος, δεν κατάλαβα πότε έφτασα στην πρώτη πόρτα του Παλαμηδιού. Ανοίχτηκε βαρειά και σιδερένια αμέσως και πολλές διατυπώσεις απαραίτητες δεν μ' εβασάνισαν, γιατί έτυχε να είναι τότε φρούραρχος εκεί επάνω αγαπητότατος εξάδελφός μου, ο έφεδρος από το Ναύπλιο ανθυπολοχαγός Η.Κ., που λίγους μήνες έπειτα έπεσε -Θεός σχωρέσει τον!- σαν παληκάρι Ελληνόπουλο στα χιονισμένα του Μπιζανιού υψώματα!

* * *

Του είπα το σκοπό μου. Ήτανε για να ιδώ το Παλαμήδι, να το μελετήσω, μα και να δω και τις τρομερές του φυλακές και τους φυλακισμένους, να μείνω λίγο με αυτούς, και να τους πω δυο λόγια, αν μου το επέτρεπαν.
Με προθυμία και χαρά ο καλός ξάδελφός μου δέχτηκε την επιθυμία μου. Κι' αφού μαζί γυρίσαμε μελετώντας όλο το φρούριο κ' εθαυμάσαμε από κει πάνω ακόμη πιο μεγαλόπρεπο το γύρω θέαμα, που τώρα αγκάλιαζε τον Αργολικό ολόκληρο, με τα όμορφα νησιά του, κι' έφτανε στις αντικρυνές ακτές της Πελοποννήσου και, πέρα βαθειά, αυτής της Αττικής, - μ' επήγε έπειτα να ιδώ τις φυλακές και τους φυλακισμένους, αρχίζοντας από τις «φυλακές του Αγίου Ανδρέα».
Οι φυλακές του Αγίου Ανδρέα δεν ήταν παρά ένα περιμάντρωμα ψηλό, με ντάπιες και με πολεμίστρες, αν καλά θυμάμαι, σχεδόν στο κέντρο του Παλαμηδιού, προς τη βορεινή πλευρά του. Πήραν δε τ' όνομά τους από το μικρό εκκλησάκι, που ήταν στη μέση της αυλής, και που τόκτισε, σύμφωνα με την παράδοση, κατά την Επανάσταση του '21, ο Νικηταράς, κατά διαταγή του Κολοκοτρώνη. Γιατί ανήμερα του Αγ' Ανδρέου κυρίεψε ο Κολοκοτρώνης με τα παλικάρια του το Παλαμήδι από τους Τούρκους, και μάλιστα εκείνη τη ντάπια πρώτη, που κτίστηκε κατόπιν το εκκλησάκι.
... Οι βαρειές πόρτες της φυλακής άνοιξαν και οι φυλακισμένοι όλοι είχαν συγκεντρωθή, κατά διαταγή του Φρουράρχου στην αυλή, για το κήρυγμα. Πολύ θλιβερό θέαμα με περίμενε! Προχώρησα στο εκκλησάκι για να προσκυνήσω, μα μέσα αντίκρυσα το λείψανο ενός φυλακισμένου. κι' η θλίψη μου έγινε ακόμη μεγαλύτερη, όταν έμαθα πως ο νεκρός αυτός ήταν το θύμα συμπλοκής, που είχε γίνη την προηγούμενη ημέρα μεταξύ των φυλακισμένων! Επάγωσα και με συντριβή ζήτησα το έλεος του Θεού, αποφασισμένος να μη μιλήσω. Τί να πη κανείς και τί να κηρύξη μέσα σε τέτοια ζούγκλα, που, σαν να μη τους έφτανε η δυστυχία της φυλακής τους, σκοτώνονταν και αναμεταξύ τους! Μα η χάρη του Θεού μ' ελέησε και έκρινα ότι γι' αυτό ακριβώς ήταν περισσότερη ανάγκη ν' ακουστή εκεί ο λόγος του Θεού! Γι' αυτό, και όταν βγήκα από το εκκλησάκι, ανέβηκα αμέσως στο πεζούλι που το έζωνε, και με πόνο αδελφικό είπα ό,τι ο Θεός με φώτισε, λαμβάνοντας ως αφορμή το νεκρό, που ήταν μεσ' στην εκκλησία.

* * *

Οι φυλακισμένοι άκουγαν με προσοχή, αν και είπα ότι όποιος θέλει, ήταν ελεύθερος να φύγη απ' το κήρυγμα. Έμειναν όλοι ακίνητοι, και μόνον ένας, που ήταν κράμα θλιβερό λεβεντιάς και αγριωσύνης, έκοβε βόλτες πάρα πέρα, μα σταμάταγε και κάπου κάπου κι' άκουγε με αδιαφορία. Οι άλλοι όλοι ήτανε ικανοποιημένοι. με κάποια έκπληξη άκουγαν τα κηρυττόμενα, αλλά σ' όλων τα πρόσωπα μια θλιβερή συγκίνηση ήταν ζωγραφισμένη. Να ήταν αρχή αυτή συντριβής και μετανοίας; Να ήταν ανάμνηση του πρώην βίου τους, του ελεύθερου; Να ήταν έλεγχος σωτήριος της συνείδησής τους για τα εγκλήματα, που είχαν κάνη; Ποιος ξέρει τι η χάρη του Θεού ενεργούσε στα βάθη της ψυχής του καθενός από τους ακροατάς εκείνους ...
Αλλά δεν πρόκειται εδώ ο λόγος για τη σωτήρια ενέργεια του λόγου του Θεού επάνω στων ανθρώπων τις ψυχές, και σε εκείνες ακόμη, που ο κόσμος με το σκληρό ταρτουφισμό του, θεωρεί οριστικά χαμένες! Πρόκειται για μια έκπληξη που μ' επερίμενε, ευθύς μετά το κήρυγμα, για μια σκηνή που μένει ακόμη χαραγμένη βαθειά κι' ευχάριστα μεσ' στην ψυχή μου, και που αισθάνομαι την υποχρέωση να σας την πω όπως έγινε.
Μόλις κατέβηκα από το πεζούλι του ναού κι' εσκόρπισαν οι κατάδικοι στα κελλιά τους, με πλησιάζει ευγενικά ένας φυλακισμένος εξηντάρης και με συστολή μου κάνει την παράκληση, αν είχα την καλωσύνη να περάσω στο κελλί του να πάρω τον καφέ, που ήμουν κουρασμένος απ' το κήρυγμα... Τον περιστοίχιζαν πέντε-έξ συγκατάδικοί του, σαν κι' αυτοί να ένωναν την παράκλησή τους, -μα ήσαν τόσο ιλαρά και ταπεινά και ήμερα τα πρόσωπά τους,- που δεν μπόρεσα να επιμείνω στην πρώτη άρνησή μου. Η άδεια εδόθη πρόθυμα απ' τη Διοίκηση των φυλακών και επροχώρησα μαζί τους να δοκιμάσω «τον καφέ του Παλαμηδιού», όπως οι ίδιοι χαριεντιζόμενοι μου έλεγαν στο δρόμο...
Μπήκα στο κελλί του πρώτου, που μ' εκάλεσε. Ένα κελλί λίγο μεγαλύτερο από τ' άλλα, αλλά καθάριο, τακτοποιημένο, ειρηνικό. Μα δεν ήταν μόνο αυτό... Εικόνες του Χριστού, της Παναγίας κι' άλλες εστόλιζαν τον καθαρότατο τοίχο και κάμποσα βιβλία, θρησκευτικά και άλλα, ήσαν επάνω σ' ένα πολύ μικρό τραπέζι, -το μοναδικό του κελλιού εκείνου έπιπλο. Η πρώτη περιέργειά μου μετεβλήθηκε σε πραγματική έκπληξη, σαν έβλεπα γύρω μου. κι' η έκπληξή μου εκείνη μου ‘δινε σιγά - σιγά ένα ευάρεστο συναίσθημα γαλήνης κι' ηρεμίας, τόσο αναπάντεχο και ξένο κι' απροσδόκητο μέσα σ' ένα κελλί των φυλακών βαρυποινήτου του Παλαμηδιού!

* * *

Ο καφές ηλθ' ευγενικά και η κουβέντα άρχισε δειλά - δειλά. Μιλούσα με τον εξηντάρη, που μ' εκάλεσε. μα καμμιά δεκαριά συγκατάδικοί του άλλοι καθισμένοι σταυροπόδι χάμω κι' άλλοι όρθιοι, -όλοι γαλήνιοι και ειρηνικοί- άκουγαν προσεκτικά. Μα τι ευλoγία μ' επερίμενε! Δεν ήταν η πρόσκληση εκείνη στο κελλί απότοκος μόνον της Ελληνικής φιλοξενίας, για να μου δώσουν τον καφέ... μα ήτανε το προϊόν ενός βαθύτερου αισθήματος, μιας αναγέννησης ψυχών ευγενικών και εκλεκτών!
Γιατί όλοι ‘κείνοι που ήσαν στο κελλί, δεν είχαν σχηματίση απλώς μια παρέα ήσυχη και ειρηνική. Αλλά -θαύμα αληθινό!- αποτελούσαν μια αδελφότητα αληθινή, που ζούσαν για το Χριστό, που ελάτρευαν το Χριστό, που εμελετούσαν κάθε μέρα το Ευαγγέλιό Του και που ήσαν πραγματικά δοσμένοι στο Θεό και Τον υμνούσαν ταπεινά κι' ειλικρινά με προσευχές και ψαλμωδίες!
Την πρώτη αφορμή στη νέα μου ζωή, άρχισε να μου διηγήται ο φυλακισμένος, που μ' εκάλεσε, την πρώτη αφορμή στη νέα μου ζωή, την πήρα από το Λαμπράκη, το γραμματικό της Βασίλισσας της Όλγας, που κάθε τόσο ερχόταν, από μέρους της, εδώ και μας μοίραζε το Ευαγγέλιο κι' άλλα θρησκευτικά βιβλία, καθώς κι' ασπρόρουχα. Αυτός, Θεολόγος ήταν, είπε στους φυλακισμένους δυο καλά λόγια, προτού μας μοιράση το Ευαγγέλιο και τ' άλλα τα βιβλία... Ο Θεός μ' εφώτισε, κι' άρχισα να διαβάζω το Ευαγγέλιο...
Δεν είχα ποτέ ενδιαφερθή για τη θρησκεία. Μικρός, πήγαινα στην Εκκλησία τις μεγάλες μόνο γιορτές με τους γονείς μου. Μα όταν μεγάλωσα, έκοψα κι' απ' αυτή κι' εζούσα όπως οι περισσότεροι συγχωριανοί μου, μέρα μου και νύχτα μου, χωρίς σκοπό, ώσπου το έγκλημα μ' έφερε εδώ. Παπάς που και που ερχόταν εδώ ‘πάνω, να μας λειτουργήση. κήρυγμα σπανιώτατο, για να μη πω καθόλου! Άνθρωπος να μας επισκεφθή κανείς -εκτός από κανά οικείο μας-... και μόνο του Αγίου Αντρέα, στη μνήμη του ναού, βλέπαμε κανάν άνθρωπο και ακούγαμε και κανά λόγο! Μα η φυλάκιση μ' είχε λυγίση... Και μόνο μένα; Κι' άλλους... Γι' αυτό μου φάνηκε κάτι, σαν είδα, πως η Βασίλισσα μας θυμήθηκε, αν κι΄ αγνώστους της, και μας έστειλε βιβλία και εσώρουχα. και τα λόγια του Γραμματικού της, του Λαμπράκη, μου ‘καναν μια εξαιρετική εντύπωση!

* * *

- Ρίχτηκα με τα μούτρα -εξακολούθησε ο φυλακισμένος συνομιλητής μου- ρίχτηκα με τα μούτρα στο διάβασμα των βιβλίων, που μας μοίρασαν. Με τα λίγα γράμματα, που ‘ξερα, στην αρχή λίγα καταλάβαινα. μα και με κείνα τα λίγα ένοιωθα μια ευχαρίστηση μέσα μου, πρώτα γιατί εσκότωνα την ώρα από το αφόρητο εκείνο καθησιό της φυλακής. έπειτα, άκρες - μέσες, ένοιωθα ότι για καλά πράγματα μιλούσαν τα βιβλία ‘κείνα. και σ' ότι δεν καταλάβαινα, ζητούσα τη βοήθεια κανά-δυο συγκαταδίκων μου, που έβλεπα ότι κι' αυτοί είχαν την περιέργεια να διαβάζουν τα βιβλία, -κι' έδειξε δυο από τους παρισταμένους εις τον κύκλο μας συγκαταδίκους. Ετσι οι τρεις μας, χωρίς να το καταλάβουμε, ανταμώναμε συχνά και διαβάζαμε τα βιβλία, και μάλιστα το Ευαγγέλιο, και γίναμε σιγά - σιγά μια ξεχωριστή παρέα, που κάτι εσωτερικό την εσυνέδεε...

- Θεού δάκτυλος ήταν!... Ετόλμησα να ψιθυρίσω...

-Και βέβαια Θεού δάκτυλος ήταν! Επανέλαβε θριαμβευτικά ο συνομιλητής μου, κ' εκινήθηκαν επιβεβαιωτικά τα κεφάλια των δυο παρισταμένων καταδίκων, που, όπως κατάλαβα, ήταν τα πρώτα μέλη της ιεράς εκείνης συντροφιάς.

Συνέχισε έπειτα σε τόνο ταπεινής και ήρεμης χαράς:

-Από τότε ο Θεός μας ελυπήθηκε και πλούσιες τις ευλογίες του μας έδωκε... Αισθανθήκαμε την ανάγκη να μετανοήσουμε, ν' αλλάξουμε βίο, ν' ακολουθήσουμε την φωτεινή εκείνη και ήρεμη ζωή, που η μελέτη μας μας εφανέρωσε... Φωνάξαμε τον πνευματικό από τ' Ανάπλι, με την άδεια της Επιστασίας. εξωμολογηθήκαμε. και να εμείς, οι αμαρτωλοί, μπρος στην «Αγία Θύρα», έπειτα από τόσα χρόνια, κοινωνήσαμε... Ω τί καινούργιοι κόσμοι τότε, μετά τη Θεία Κοινωνία, μας φανερώθηκαν! Τί χαρά και τί αγάπη στο Σωτήρα μας Χριστό αισθανθήκαμε! Και πως νοιώθαμε κ' οι τρεις μας από τότε τον εαυτό μας σφικτά συνδεδεμένο μεταξύ μας. Εννοιώσαμε κι' οι τρεις μας ότι είμαστε αδελφοί, μα αδελφοί πνευματικοί, περισσότερο και βαθύτερα αγαπημένοι από τους σαρκικούς!

...Εστήριξε για λίγο τα μάτια του, ήρεμα και φωτεινά, στο χαμηλό ταβάνι του κελλιού του. Κ' έπειτα επρόσθεσε:
-Ας είναι ευλογημένο του Θεού το όνομα! Είναι δέκα περίπου χρόνια από τότε και οι τρεις μας γίναμε δέκα, με μια ψυχή και μια καρδιά, μ' ένα σκοπό και με μια ζωή!... Εκτός από κείνους τους συγκρατουμένους μας, που συμπαθούν τη συντροφιά μας! Γιατί όχι λίγοι, οι περισσότεροι από τους συναδέλφους μας στη φυλακή, πολλές φορές θέλουν τη συντροφιά και την κουβέντα μας, κι' ευχάριστα, όσο ‘μπορούν κι' αυτοί, ακούν τις συμβουλές μας... Οι άλλοι τράβηξαν το δρόμο τους... Καυγάδες, συμπλοκές, φόνους κι' όλα τα κακά της φυλακής... Κι' απ' αυτούς είναι και κείνοι, που έγινε κι' ο χθεσινός ο φόνος...

-Και η Διοίκηση των Φυλακών πως βλέπει την ξεχωριστή αυτή παρέα; Ερώτησα...

-Στην αρχή με κάποια υποψία και παρακολούθηση. Γιατί δεν έλειπαν εκείνοι, που, περισσότερο από άγνοια, μας έλεγαν ειρωνικά άλλοι κουτούς, κι' άλλοι «αλλούτερους, προτεστάντες»! Μα σιγά-σιγά είδαν το φως κι' επείσθησαν πως είμαστε ορθόδοξοι, όπως γεννηθήκαμε, στην πίστη των πατέρων μας. Και η Διοίκηση κι' η Εισαγγελία τώρα μ' ευχαρίστηση βλέπει τη νέα μας ζωή. γι' αυτό, όπως και βλέπετε, κάθε ευκολία μας παρέχει...

* * *



Η συνέχεια εδω:http://radiofloga.ath.cx/forum/viewtopic.php?t=938





Δεν μπορείς να διαβάσεις ;

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )