Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014
ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ: Δεκάδες Εικόνες κλαίνε σε Μοναστήρια της Ρωσίας και της Ουκρανίας!!!
Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014
«ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΣΕ ΒΡΩ»
π. Ραφαὴλ Καρέλιν
. Ἕνας ἱερέας καθόταν στὸ
κελί του καὶ ξεχώριζε τὴν ἀλληλογραφία του. Ξαφνικὰ χωρὶς τὴν
συνηθισμένη προσευχὴ μπῆκε ἡ νεωκόρος καὶ ψιθύρισε πολὺ ἔντονα σὰν νὰ
ἔλεγε κάποιο μυστικὸ νέο, τὸ ὁποῖο δὲν θά ᾽πρεπε νὰ ἀκούσει κάνεις:
“Κάποιος ἄγνωστος, φαίνεται ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες, θέλει νὰ σᾶς μιλήσει. Δὲν
τὸν ἔχω ξαναδεῖ οὔτε σὲ σᾶς, οὔτε στὸ ναό. Μᾶλλον εἶναι περαστικός”.
“Ἄφησέ τον νὰ μπεῖ”, εἶπε ὁ ἱερέας.
. Μέσα στὸ κελὶ μπῆκε ἕνας ψηλὸς ἄνδρας μὲ ἴσια
κορμοστασιὰ ποὺ θύμιζε πρώην στρατιωτικό. Ἦταν ἄψογα ἀλλὰ σεμνὰ
ντυμένος. Φαινόταν σὰν νὰ ἦταν σιδερωμένος μαζὶ μὲ τὸ κοστούμι του πρὶν
βγεῖ ἀπὸ τὸ σπίτι. Ὁ ξένος κοίταξε ἐρευνητικὰ τὸ δωμάτιο σὰν νὰ ἤθελε νὰ
καταλάβει ἀπὸ τὴν ἐπίπλωση τὸ πνεῦμα καὶ τὸν χαρακτήρα τοῦ κατόχου.
Μετὰ χαιρέτησε, ἔβγαλε τὸ καπέλο του καὶ σταμάτησε στὴν πόρτα ἐν ἀναμονῇ
γιὰ τὴν πρόσκληση ἀπὸ τὸν ἱερέα νὰ καθίσει.
. Μποροῦσε κανεὶς νὰ διακρίνει τὴν ἀριστοκρατικὴ παιδεία
μέσα στὸν ξένο. Παιδεία ποὺ δημιουργεῖται καὶ καλιεργεῖται ἀπὸ γενεὰ σὲ
γενεὰ καὶ κληρονομεῖται σὰν τὸ οἰκόσημο. Πάρα τὰ χρόνια του θὰ μποροῦσε
νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ἦταν ὄμορφος ἀλλὰ ἦταν ἡ κρύα ὀμορφιὰ τοῦ ἀγάλματος,
ἀνυπάκοη στὸν χρόνο καὶ στὴν ζεστασιὰ τοῦ ἥλιου.
. Ὁ ἱερέας τοῦ ὑπέδειξε τὴν παλιὰ ξεθωριασμένη πολυθρόνα
προορισμένη γιὰ τοὺς ἐπισκέπτες καὶ εἶπε : “Παρακαλῶ, καθίστε. Πῶς μπορῶ
νὰ σᾶς ἐξυπερετήσω;”
. Ὁ ἐπισκέπτης κάθισε ἀκουμπώντας ἐλαφρὰ τὰ χέρια του
στὴν πολυθρόνα. Δὲν ἄρχισε νὰ μιλάει ἀμέσως καὶ ἔτσι ὁ ἱερέας πρόλαβε νὰ
τὸν ἐξετάσει μὲ τὸ βλέμμα. Αἰσθανόταν ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τὴν
ἀξία του καὶ εἶναι συνηθισμένος νὰ ἐξουσιάζει τοὺς ἀνθρώπους μὲ
“σιδερένιο χέρι μέσα στὸ βελούδινο γάντι”. Οἱ τρόποι του ἦταν κομψὰ καὶ
συγκρατημένα καὶ τὸ πρόσωπο ξεχώριζε ἀπὸ ἔμφυτη εὐγένεια.
. Φαίνεται ὅτι ἦταν ἀπὸ κάποιο παλιὸ ἀριστοκρατικὸ γένος
καὶ σταγόνες ἀπὸ αἷμα τῶν Ριούρικ κυλοῦσαν στὶς φλέβες του. Μόνο τὰ
σβησμένα γυάλινα μάτια του ἦταν σὲ δυσαρμονία μὲ ὁλόκληρη εἰκόνα – σὰν
νὰ ἦταν σκεπασμένα μὲ σκοτεινὸ πέπλο καὶ ἔκρυβαν κάποιο μυστικό της
ψυχῆς του. Ἡ ματιὰ ποὺ ἔριχνε ὁ ἐπισκέπτης φαινόταν στὸν ἱερέα νὰ
μοιάζει μὲ χτύπημα ξίφους γρήγορο καὶ ἀπότομο, ἀλλὰ πολὺ γρήγορα ἔσβηνε
ἔχανε ζωντάνια καὶ ὁ ἱερέας ἔβλεπε μπροστά του δύο κόγχες (κρανίου).
- Ποιὸ εἶναι τὸ πρόβλημα ποὺ σᾶς ἔφερε στὸ ταπεινό μου κελὶ -ρώτησε ὁ ἱερέας- θὰ χαρῶ πολὺ ἂν καταφέρω νὰ βοηθήσω.
- Ἔχω κάτι μεγαλύτερο ἀπὸ ἕνα πρόβλημα,
ἀπάντησε ὁ ἐπισκέπτης, ἔχω τὴν αἴσθηση ὅτι εἶμαι στὴν θηλιὰ καὶ
ταλαντεύομαι ἀνάμεσα ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ τὸν θάνατο. Μὲ βασανίζει ὁ φόβος
ποὺ μπῆκε στὴν καρδιά μου ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια. Εἶναι ὁ φόβος ὅτι μήπως
καὶ πράγματι ὁ Θεὸς ὑπάρχει. Ἡ σκέψη ὅτι ἀπαρνήθηκα τὸν Ζωντανὸ Θεὸ μὲ
ἀκολουθεῖ σὰν φάντασμα ποὺ ἐκδικῆται γιὰ τὴν πατροκτονία. Γεννήθηκα σὲ
οἰκογένεια ὅπου ἡ πίστη ἦταν μόνο ἐξωτερικὴ παράδοση ποὺ μοιάζει μὲ
κουφὸ (μουντὸ) μακρινὸ ἦχο τῆς καμπάνας ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ
χρόνου -συνέχισε ὁ ἐπισκέπτης. Τὸ θέμα τῆς θρησκείας ποτὲ δὲν μὲ
ἐνδιέφερε. Ἀπὸ τὰ νεανικὰ χρόνια πίστευα ὅτι τὸ πρόβλημα εἶναι λυμένο
ἄνευ ὅρων καὶ τετελεσμένα… Ὁ Νίτσε (βλάσφημος θεομάχος) ἔχει ἕνα
περίεργο διήγημα γιὰ ἕναν τρελὸ ποὺ ἔτρεχε στοὺς δρόμους καὶ φώναζε : “Ὁ
Θεὸς πέθανε! Τὸν σκοτώσατε !” Ὁ τρελὸς θρηνοῦσε τὸν θάνατο τοῦ Θεοῦ καὶ
κανένας δὲν μποροῦσε νὰ τὸν παρηγορήσει. Γιὰ ἐμένα αὐτὸ τὸ διήγημα ἦταν
ἀλληγορικὸ -ὁ τρελὸς θρηνοῦσε τὴν τρέλα του. Δὲν εἶχα ποτὲ παρόμοια
συναισθήματα. Μοῦ φαίνεται ὅτι γεννήθηκα ἤδη ἄθεος.
. Ὅμως μία φορὰ εἶχα ἕναν ἐφιάλτη: ὀνειρευόμουν ὅτι ἤμουν
μέσα σὲ ἕνα ἀκυβέρνητο διαστημόπλοιο καὶ ξέρω ὅτι ποτὲ πιὰ δὲν θὰ
μπορέσω νὰ ἐπιστρέψω ὅτι χάθηκα στὸ ἀπέραντο διάστημα ἀνάμεσα ἀπὸ
ἀστέρια-γίγαντες ἀπὸ φωτιὰ καὶ πάγο. Τὸ διάστημα ἔγινε ἡ δική μου
παγίδα, λαβύρινθος χωρὶς διέξοδο. Αἰσθανόμουν τὴν θανατηφόρο παγωνιὰ καὶ
τὴν αἴσθηση ἀπέραντης φρίκης ἀκόμα καὶ ὅταν ξύπνησα. Γιὰ πολὺ καιρὸ
θυμόμουνα τὴν εἰκόνα τοῦ διαστημόπλοιου ποὺ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν γῆ, ἡ
ὁποία ἀρχίζει νὰ μετατρέπεται σὲ μία φωτεινὴ κουκίδα. Τὰ πιὸ σημαντικὰ
πράγματα στὴν ζωή μου ἦταν τὰ ἀνώτερα μαθηματικὰ καὶ ἡ φυσικὴ ποὺ ἔγιναν
καὶ ἐπάγγελμά μου. Ἐδῶ εἶχα πολλὲς καὶ γρήγορες ἐπιτυχίες. Πολὺ νέος
εἶχα ὅλους τοὺς ἀνώτερους ἐπιστημονικοὺς τίτλους καὶ ἤμουν ἀρχηγὸς ἑνὸς
πολὺ μεγάλου ἐρευνητικοῦ ἱδρύματος. Δεύτερή μου ἀγάπη ἦταν ἡ λογοτεχνία
ποὺ μοῦ ἐμφύτευσαν οἱ γονεῖς. Ἔτσι πέρασαν πολλὰ ξένοιαστα χρόνια ἀλλὰ
μετὰ συνέβη κάτι τὸ ἀπρόσμενο κι ἀκατανόητο. Σὰν νὰ ἄρχισε νὰ τρέμει καὶ
νὰ ἀγωνιᾶ ἡ γῆ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μου. Μία ἔμμονη σκέψη μὲ πῆρε στὸ
κατόπι “Ἂν ὁ Θεὸς ἐν τέλει ὑπάρχει;”! Δὲν ἔβρισκα πουθενὰ τὴν ἀπάντηση.
Οἱ ἐξισώσεις ἦταν ἄφωνες καὶ ἡ λογοτεχνία, ποὺ ἡ ἀπασχόλησή της ἦταν τὰ
συναισθήματα καὶ πάθη, δὲν μποροῦσε νὰ δώσει λύση σὲ ὀντολογικὰ
προβλήματα. Μὲ τὴν ἐμφάνιση τῶν πρώτων ἀνησυχιῶν σὲ σχέση μὲ τὴν ὕπαρξη
τοῦ Θεοῦ ἄρχισα νὰ διαβάζω ἀντιθρησκευτικὴ λογοτεχνία, γιὰ νὰ στηρίξω
τὴν ἀπιστία, μου μὰ αὐτὸ μόνο μὲ ἀπογοήτευσε. Διάβασα τὸν Μπάουερ, τὸν
Ρενάν, τὸν Καούτσκι ὅμως βαρέθηκα γρήγορα. Δὲν μποροῦσαν νὰ βγάλουν
καμία ἄκρη ἦταν ἁπλῶς “φτυσίματα στὸν οὐρανό”. Ἀποροῦσα: “Πῶς μποροῦσαν
οἱ διανοούμενοί μας νὰ καταπίνουν τέτοια διαβάσματα;” Δὲν ἐννοοῦσα τὸν
ἀθεϊσμό, διότι παραμένω καὶ εἶμαι ἄθεος ἀλλὰ τὶς λυπητερὲς ἀπολογίες
του. Μετὰ καταπιάστηκα μὲ τὴν φιλοσοφία ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ δὲν ἔβρισκα
ἀποδείξεις, οἱ λογικὲς συρραφὲς δὲν ἦταν γερές. Ὅλα αὐτὰ τὰ συγγράμματα
μοῦ φαινόντουσαν σὰν πύργοι χωρὶς θεμέλια κρεμασμένοι στὸν ἀέρα…
. Περνοῦσαν ὁλόκληρες νύχτες διαβάζοντας τὰ
ὑπερ-πολύπλοκα βιβλία τῆς φυσικῆς καὶ μαθηματικῆς θεωρίας ἀλλὰ οὔτε ἐκεῖ
ἔβρισκα ἀπάντηση. Ὄχι σπάνια οἱ συγγραφεῖς χρησιμοποιοῦσαν τὴν λέξη
“θεὸς” ἀλλὰ ἦταν θεὸς ποὺ δὲν ἄρχιζε ἀπὸ κεφαλαῖο γράμμα. Θεὸς σὰν
δυνατότητα τῶν ἀριθμῶν, ἀρχικὴ οὐσία τοῦ κόσμου, νοερουσία τοῦ
σύμπαντος, ἀρχὴ τῆς πανσυμπαντικῆς ἁρμονίας, κάποιος πρωτόγονος νοῦς καὶ
λογικὴ τοῦ σύμπαντος ἀλλὰ καὶ αὐτὰ παρέμεναν χωρὶς ἀποδείξεις. Μὲ ἔχουν
παρασύρει αὐτὰ τὰ συγγράμματα, γιατί μοῦ ἄρεσε τὸ θάρρος τῆς ἀνθρώπινης
σκέψης, ποὺ προσπαθοῦσε νὰ πιάσει τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τῆς
κοσμογονίας, μοῦ ἄρεσε ἡ διαστημικὴ κλίμακα τῶν ὑποθέσεων ποὺ ἔμοιαζαν
μὲ τρέλα. Πρέπει νὰ πῶ ὅτι πάντα θαύμαζα τὴν ὀμορφιὰ τῆς μαθηματικῆς.
Γιὰ μένα ἦταν ποίηση ὅπου οἱ ἀριθμοὶ ἀκούγονται σὰν ρυθμοὶ καὶ
ὁμοιοκαταλήξεις καὶ δημιουργοῦν στίχους καὶ στροφές. Ποὺ οἱ ἐξισώσεις
τραγουδᾶνε σὰν χορδὲς τοῦ βιολιοῦ καὶ μαθηματικοὶ ὑπολογισμοὶ λάμπουν
σὰν ἀστερισμοὶ στὸν νυχτερινὸ οὐρανό. Ἀϊνστάιν ἦταν γιὰ μένα ὁ
Ντοστογιέφσκι τῆς φυσικῆς καὶ ὁ Λομπατσέφσκι – Χλέμπνικωφ τῆς
γεωμετρίας. Ὅμως ἔπιανα τὸν ἑαυτό μου πάνω στὴν σκέψη ὅτι εἶμαι μαγεμένος μὲ τὸ παιχνίδι τοῦ μυαλοῦ, ὅτι βρίσκομαι πίσω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ καθρέφτη καὶ γυρνάω μέσα στὸ χορὸ μαζὶ μὲ ὕπουλες σκιὲς τῆς ἀλήθειας. Σκεφτόμουν ὅτι αὐτὸς ὁ θαυμασμὸς εἶναι ἕνα εἶδος διανοητικῆς τοξικομανίας, μία ἀπόπειρα νὰ πνίξουν τὸν φόβο ἐμπρὸς στὴν πιθανότητα ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ.
- Ἤρθατε σ᾽ ἐμένα -εἶπε ὁ ἱερέας- γιὰ νὰ βεβαιωθεῖτε γιὰ ἀκόμα μία φορὰ ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἀποδείξεις γιὰ τὴν πίστη καὶ νὰ καθησυχάσετε τὸν ἑαυτό σας μὲ τὴν ἥττα μου; Ἐγὼ ὅμως θὰ σᾶς πῶ κάτι τελείως διαφορετικό: ἐὰν μποροῦσα νὰ ἀποδείξω τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ θὰ ἀποδείκνυε τὴν ἀνυπαρξία τοῦ Θεοῦ, τουλάχιστον γιὰ μένα.
- Δὲν καταλαβαίνω τί σημαίνουν τὰ λόγια σας, -ρώτησε ὁ ἐπισκέπτης- φυγὴ ἀπὸ τὴν ἀπάντηση, ἕνα παράδοξο ρητὸ στὸ στὺλ τοῦ Ὄσκαρ Οὐάιλντ, ἢ θέση τῆς διαλεκτικῆς τοῦ Χέγκελ γιὰ τὴν ὁμοιότητα τῶν ἀντιθέτων;
. Ὁ ἱερέας ἀπάντησε: Θὰ
ἤθελα πρῶτα νὰ σημειώσω ὅτι ἡ θέση γιὰ τὶς ὁμοιότητες ἀνάμεσα στὰ
ἀντίθετα δὲν εἶναι τοῦ βερολινέζου καθηγητῆ ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ἡ
ἀποκρυφιστικὴ διδασκαλία τῶν ἱερέων τῆς Ἐφέσου, μυσταγωγία καὶ μυστήριό
τους. Πρῶτος ποὺ τὸ ἀνέβασε στὴν φιλοσοφικὴ στοὰ ἀπὸ τὸ ὑπόγειο τοῦ ναοῦ
τῆς Ἀρτέμιδος ἦταν ὁ Ἡράκλειτος, ἀπόγονος τῶν ἱερέων τῆς Ἐφέσου, ὁ
ὁποῖος ἀντάλλαξε τὴν μύηση τοῦ ἱεροφάντη μὲ τὴν κάπα τοῦ φιλοσόφου. Αὐτὴ
ἡ διδασκαλία δηλώνει ὅτι τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό, φῶς καὶ σκότος, πληρότητα
καὶ μηδέν, ναὶ καὶ ὄχι, Θεὸς καὶ διάβολος εἶναι ἑνωμένοι. Οἱ μαρξιστὲς
λένε ὅτι αὐτὴ ἡ ὁμοιότητα εἶναι ἡ ψυχὴ τῆς “διαλεκτικῆς”. Συνεπῶς
μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ Χεγκελισμὸς καὶ ὁ Μαρξισμὸς ἔχουν ἀποκρυφιστικὴ
βάση καὶ δαιμονικὴ πλευρά. Τὸ μυστήριο τῆς διαλεκτικῆς εἶναι αἱματηρὴ
φλόγα καὶ ἑκατόμβες τῶν ἐπαναστάσεων.
. Τώρα θὰ προσπαθήσω νὰ ἀπαντήσω στὴν ἐρώτησή σας,
-συνέχισε ὁ ἱερέας. Ἐὰν οἱ συνειδητές μου ἀντιλήψεις ποὺ ἀποτελοῦνται
ἀπὸ κάποιες γνώσεις, ποὺ ἀποκόμισα στὴν διάρκεια μερικῶν δεκαετιῶν,
μποροῦσαν νὰ χωρέσουν, νὰ ὁρίσουν καὶ νὰ κατανοήσουν τὸ Ἀπόλυτο. Τί
ἀσήμαντο καὶ λυπητερὸ θά ᾽πρεπε νὰ εἶναι αὐτὸ τὸ ὂν ποὺ μπορεῖ καὶ
χωράει μέσα στὸν τόσο περιορισμένο καὶ ἀτελῆ δικό μου νοῦ! Σκεφτεῖτε τί
σημαίνει ἡ λέξη “πίστη”; Πίστη εἶναι ἡ περιοχὴ τοῦ μυστηρίου. Ὅπου
ὑπάρχουν ἀποδείξεις, δὲν ὑπάρχει πίστη. Ἐκεῖ στὴν θέση τῆς πίστης μένει ἡ
γνώση, ἡ Ἀποκάλυψη ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὴν λογική, δόγματα – μὲ
συλλογισμούς, μεταφυσικὴ – μὲ φυσική, μυστικὴ – μὲ ἐπίπεδες ἔννοιες. Τὸ
ὀφθαλμοφανὲς πιὰ δὲν εἶναι ἡ πίστη ἀλλὰ ἡ καταγραφὴ γεγονότων.
- Ἐσεῖς λέτε ὅτι ἡ πίστη δὲν ἔχει ἀποδείξεις,- διαφώνησε ὁ ἐπισκέπτης,- τότε σὲ τί νὰ πιστεύουμε; Στὸ ἀπόλυτο σκοτάδι τοῦ σκεπτικισμοῦ, ὅπου εἶναι οἱ συνεχόμενες ἀρνήσεις, ποὺ φτάνουν μέχρι ἄρνηση τῆς ἴδιας τῆς ἄρνησης, ὅπως στὸν Σέξτο Ἐμπειρικό;
- Ἡ Πίστη ἔχει ἀναμφίβολες καὶ ἀναμφισβήτητες ἀποδείξεις διαφορετικοῦ χαρακτήρα, ἀπάντησε ὁ ἱερέας. Εἶναι ἡ διαισθητικὴ διείσδυση στὸν ὑπὲρ λογικὸ ἄυλο κόσμο, ἐπικοινωνία τοῦ ἀνθρώπου (ὡς περιορισμένης προσωπικότητας) μὲ τὸν Θεὸ (Ἀπόλυτης Προσωπικότητας), εἶναι ἡ πραγματικὴ μυστηριακὴ ἐμπειρία ἡ ὁποία ἀποκτᾶται ἀπὸ ἄμεση ἐπαφὴ μὲ τὸν πνευματικὸ κόσμο, εἶναι ἐσωτερικὴ αἴσθηση τῆς ψυχῆς, ἡ ὑποκειμενικὴ γνώση ποὺ θὰ τὴν ἔλεγα καὶ οἰκεία (ἰδιαίτερη). Ἐδῶ γίνεται κοινωνία μὲ τὴν Θεία Χάρη, ποὺ στὴν δική σας γλώσσα λέγεται “ἐνέργειες ἀνωτέρας φύσεως”. Στὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ ἀλλάζει ὁ ἴδιος ἄνθρωπος, ὡς ὑποκείμενο γνώσης καὶ ὁ πνευματικός του ὁρίζοντας διευρύνεται ἀμέτρητα. Πρέπει νὰ θυμόμαστε ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πιὸ βαθιὰ ἀπὸ τὴν λογική του καὶ ἡ γνώση καταλαμβάνει τὴν σφαίρα τῶν συναισθημάτων, ὅπου ἡ Διάχυτη Ἀγάπη εἶναι μία ἀπὸ τὶς βασικὲς δυνάμεις κατανοήσεως ποὺ ἑνώνει τὸ Ἄπειρο μὲ τὸ περιορισμένο, τὸν Ζωντανὸ Θεὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο.
- Ὁμολογῶ ὅτι αἰφνιδιάστηκα, -εἶπε ὁ ἐπισκέπτης,- θὰ σκεφτῶ αὐτὰ ποὺ μοῦ εἴπατε ἀλλὰ χρειάζομαι χρόνο γι᾽ αὐτό. Πρόσφατα εἶχα μία συζήτηση μὲ ἕναν συνάδελφό σας, τὸν ὁποῖο μπορῶ νὰ χαρακτηρίσω ὡς “διανοούμενο στὸ ράσο”. Ἄρχισε νὰ μοῦ ἀποδεικνύει τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ βασίζοντας στὴν θεωρία τῆς σχετικότητας τοῦ Ἀϊνστάιν καὶ στὴν μηχανικὴ τῶν κβάντα τοῦ Γκαῖνσμπεργκ. Εἶχε πολὺ ἐνθουσιώδη καὶ νικηφόρο τόνο καὶ σήκωνε ἀκόμα καὶ τὸ δάχτυλό του σὰν δάσκαλος. Μπερδευόταν καὶ ἔκανε λάθη συνέχεια προσπαθώντας νὰ μοῦ ἐξηγήσει τὸν Ἀϊνστάιν, σὰν νὰ ἤμουν μαθητής, χωρὶς νὰ ὑποψιαστεῖ ὅτι τὰ μαθηματικὰ καὶ ἡ φυσικὴ εἶναι τὸ ἐπάγγελμά μου. Τὸν λυπόμουνα πραγματικά. Ὕστερα τοῦ ἔγραψα ἕνα γράμμα ὅπου ἔκανα προσπάθεια νὰ τοῦ ἐξηγήσω πόσο ἄσχημα γνωρίζει τὴν θεωρία τῆς σχετικότητας καὶ τὸν συμβούλεψα νὰ μὴν ἀσχολεῖται ἄλλο μὲ τὸν Ἀϊνστάιν, γιὰ νὰ μὴν πνιγεῖ μέσα στὶς “σχετικότητες”. Πολὺ σύντομα ἔλαβα τὴν ἀπάντησή του ὅπου μὲ εὐχαριστοῦσε γιὰ τὶς κατὰ τὴν γνώμη του πολὺ ἐποικοδομητικὲς παρατηρήσεις.
. Ὁ ἐπισκέπτης κοίταξε τὸ ρολόι του καὶ εἶπε: Ἐπιτρέψτε μου νὰ σᾶς κάνω καὶ ἄλλη μία ἐρώτηση: γιατί δὲν φανερώνεται ὁ Θεὸς στὸν κόσμο, γιὰ νὰ σβήσει ὁποιεσδήποτε ἀμφιβολίες σχετικὲς μὲ τὴν ὕπαρξή Του γιὰ νὰ Τὸν βλέπουμε σὰν τὸν ἥλιο ἢ τὰ ἀστέρια; Θὰ εἶχαν ἐξαφανιστεῖ πολλὰ προβλήματα καὶ ἡ ζωὴ θὰ ἦταν πιὸ ἁπλή.
- Ὁ Θεὸς κρύβει τὸ πρόσωπό Του στὰ νέφη, γιὰ νὰ μὴν στερήσει στὸν ἄνθρωπο τὴν δυνατότητα ἐπιλογῆς ἀνάμεσα στὴν πίστη καὶ ἀπιστία καὶ νὰ ἐπιτρέψει στὸν ἄνθρωπο νὰ λύσει τὸ ὑπαρξιακὸ πρόβλημα αὐτόνομα, -ἀπάντησε ὁ ἱερέας. Ἂν δὲν ὑπῆρχε τέτοια ἐπιλογή, τότε ἡ πίστη σὰν ἐλεύθερη πράξη τῆς ψυχῆς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχει καὶ στὴν θέση της θὰ ἔμπαινε τὸ ἠθικὰ ἀδιάφορο ὁλοφάνερο. Ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἔβαλε μπροστὰ στὸ ἀναπόφευκτο γεγονὸς τῆς ὕπαρξής Του. Ἤθελε νὰ εἶναι ὁ ἐσωτερικὸς παράγοντας τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς. Θέλει νὰ Τὸν ψάχνουμε μὲ τὴν ἐλεύθερή μας βούληση, νὰ προσελκυόμαστε σ᾽ Αὐτόν, νὰ διψᾶμε γι᾽ Αὐτόν. Θέλει νὰ εἶναι ἡ ἀγάπη τῆς καρδιᾶς μας καὶ ὄχι τὸ ἀποτέλεσμα μίας λογικῆς μας ἀνάλυσης. Ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε τὴν δυνατότητα τῆς προσωπικῆς ἐπαφῆς μαζί Του – τὸ πιὸ ἄξιο καὶ ἀνώτερο ποὺ μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸν Δημιουργὸ καὶ στὸ δημιούργημα. Τὴν σχέση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν κόσμο μποροῦμε νὰ δοῦμε σὰν τὴν σχέση τοῦ μάστορα καὶ τοῦ προϊόντος. Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι προϊόν, εἶναι ἡ ἀντανάκλαση τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶχε τὴν ἐλεύθερη βούληση, τότε δὲν θὰ ἦταν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Χωρὶς τὴν ἐλευθερία δὲν ὑφίσταται ἡ ὕπαρξη τοῦ καλοῦ ὑπάρχει ἀναγκαιότητα. Χωρὶς προσωπικὴ ἐλευθερία δὲν ὑπάρχει ἀγάπη καὶ χωρὶς τὴν πνευματικὴ ἀγάπη δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἡ θέωση σὰν ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Πιστεύω, θὰ συμφωνήσετε, ὅτι ἀκόμα καὶ ὁ πιὸ δυστυχὴς ἄνθρωπος δὲν θὰ ἤθελε νὰ ἀνταλλάξει τὴν θέση του μὲ ἕνα εὐτυχισμένο ζῶο.
- Πράγματι, χαμογέλασε ὁ ξένος, παρὰ τὰ βάσανά μου δὲν θὰ ἤθελα νὰ μεταμορφωθῶ σὲ ἕνα γάϊδαρο χωρὶς βάσανα καὶ ἱκανοποιημένο ἀπὸ τὴν ζωή του! Τί θὰ μπορούσατε νὰ μὲ συμβουλέψετε, ἂν καὶ δὲν ὑπόσχομαι ὅτι θὰ ἐκπληρώσω τὴν συμβουλή σας;
. Ὁ ἱερέας ἀπάντησε: Μοῦ φαίνεται ὅτι ἡ δική σας ἄρνηση τοῦ Θεοῦ στὴν πραγματικότητα εἶναι κρυφὴ καὶ βαθιὰ ἀποθυμιὰ (νοσταλγία) γιὰ τὸν Θεό, τὴν ὁποία τὴν αἰσθάνεστε σὰν πόνο, ποὺ δὲν μπορεῖτε νὰ καταλάβετε ἀπὸ ποῦ προέρχεται. Ἡ καρδιά σας θρηνεῖ τὴν μοναξιά της σὰν τὸ μωρὸ στὴν κούνια του ποὺ θρηνεῖ γιὰ τὴν ζεστασιὰ τῆς μητέρας. Καὶ ὁ νοῦς σας εἶναι πετρωμένος μέσα στὴν ὑπερηφάνεια του, γοητευμένος ἀπὸ τὴν νεκρὴ λάμψη τοῦ Ἑωσφόρου, ἀντιστεκόμενος στὴν καρδιὰ ἀπαντάει (στὴν καρδιά): “Σώπασε καὶ ἄσε με στὰ χέρια τοῦ κακοῦ δαίμονα τῆς ζωῆς μου, δὲν θέλω οὔτε τὸν Θεὸ οὔτε καμία ἄλλη δύναμη νὰ μ᾽ ἐξουσιάζει. Γιὰ ποιά αἰώνια ζωὴ μοῦ μιλᾶς; Τὸ μέλλον τοῦ σύμπαντος εἶναι μαύρη διαστημικὴ τρύπα, ὅπου σὰν σκιὲς θὰ ἐξαφανιστοῦν οἱ κόσμοι καὶ θὰ ἐξαφανιστεῖ ἡ ἴδια ἡ ὕλη, θὰ τελειώσει ὁ χρόνος ἀλλὰ δὲν θὰ ἔρθει ἡ αἰωνιότητα. Θὰ γίνει ἡ ἀποκορύφωση τοῦ σύμπαντος ποὺ εἶναι τὸ μέγα Τίποτα”.
Ὁ ἐπισκέπτης ἀπόρησε καὶ εἶπε: Δηλαδὴ κρυφοακούσατε τὸν διάλογό μου μὲ τὸν ἑαυτό μου; Ἢ σᾶς φανερώθηκαν τὰ ὄνειρά μου;
- Ὄχι, ἁπλῶς γνωρίζω πολὺ λίγο τὴν ἐσχατολογία τοῦ ἀθεϊσμοῦ , – ἀπάντησε ὁ ἱερέας, – εἶναι σατανικὸ μυστήριο γενικοῦ χαμοῦ. Καὶ σὰν συμβουλὴ σᾶς ζητῶ νὰ ἀποσυνδέεστε ἀπὸ τὴν ροὴ τῶν σκέψεών σας τουλάχιστον μία φορὰ τὴν ἡμέρα καὶ ἀπὸ καρδιὰ νὰ λέτε: “Θεέ, ἐὰν εἶσαι ὑπαρκτός, φανέρωσε τὸν Ἑαυτό Σου σ᾽ ἐμένα. Χωρὶς Ἐσένα δὲν μπορῶ νὰ Σὲ βρῶ!”.
. Ὁ ἐπισκέπτης εὐχαρίστησε τὸν ἱερέα γιὰ τὴν συζήτηση, ἀποχαιρέτησε καὶ βγῆκε ἔξω. Ἀπὸ πουθενὰ ξεφύτρωσε ἕνα αὐτοκίνητο, ὁ ὁδηγὸς γρήγορα ἄνοιξε τὴν πόρτα καὶ μὲ σεβασμὸ κάθισε τὸν ἐπισκέπτη σὰν τὸν πρίγκιπα μέσα στὴν ἅμαξα. Τὴν ἑπόμενη στιγμὴ τὸ αὐτοκίνητο ἐξαφανίστηκε στὴν στροφή.
christianvivliografia
Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013
Πλούτος και Φτώχεια










diakonima
Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012
30 Πράγματα που πρέπει να σταματήσουμε να κάνουμε στον εαυτό μας
Αν κάποιος σας θέλει στη ζωή του, τότε θα δημιουργήσει χώρο για εσάς. Δεν θα πρέπει αγωνίζεστε για αυτόν τον χώρο. Ποτέ, μην επιβάλετε την παρουσία σας σε κάποιον που δεν βλέπει την αξία σας. Και να θυμάστε, δεν είναι οι άνθρωποι που στέκονται στο πλευρό σας όταν είστε στο καλύτερό σας, αλλά αυτοί που στέκονται δίπλα σας όταν είστε στη χειρότερη φάση της ζωής σας αυτοί που είναι αληθινοί φίλοι.
2. Σταματήστε να τρέχετε μακριά από τα προβλήματά σας. - Αντιμετωπίστε τα.
Όχι, δεν θα είναι εύκολο. Δεν υπάρχει άτομο στον κόσμο, ικανό για άψογο χειρισμό κάθε γροθιάς του ρίχνεται από την ζωή. Κανείς δεν είναι σε θέση να λύσει άμεσα τα προβλήματα που του εμφανίζονται. Δεν λειτουργούν έτσι τα πράγματα. Στην πραγματικότητα, ταραζόμαστε, λυπούμαστε, αγχωνόμαστε, πονάμε, σκοντάφτουμε και πέφτουμε. Αυτός όμως είναι ο τρόπος που εμπειρικά μαθαίνουμε από την ζωή - να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα, να μάθουμε, να προσαρμοστούμε, και να τα λύνουμε με την πάροδο του χρόνου. Αυτή η διαδικασία είναι που μας διαμορφώνει ως άτομα.
3. Σταματήστε να λέτε ψέματα στον εαυτό σας. – Μπορείτε, εφόσον το επιλέξετε, να λέτε ψέματα σε οποιονδήποτε άλλο γύρω σας, αλλά δεν μπορείτε να λέτε ψέματα στον εαυτό σας.
Η ζωή μπορεί να βελτιωθεί μόνο όταν είμαστε ανοιχτοί στις πιθανότητες και έτοιμοι να διακινδυνέψουμε να ανατρέψουμε αυτά που θεωρούμε δεδομένα, και το πρώτο και πιο δύσκολο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να διακινδυνεύσουμε να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας.
4. Σταματήστε να βάζετε τις δικές σας ανάγκες σε δεύτερη μοίρα. - Το πιο επώδυνο πράγμα είναι να χάσετε τον εαυτό σας στη διαδικασία του να δίνεστε σε κάποιους - που δεν το αξίζουν κιόλας - πάρα πολύ, ξεχνώντας ότι κι εσείς είσαστε ένα πολύτιμο και σπουδαίο άτομο. Ναι, να βοηθάτε τους άλλους!, Αλλά να βοηθάτε και τον εαυτό σας. Εάν υπήρξε ποτέ μια στιγμή να ακολουθήσετε το πάθος σας και να κάνετε κάτι που είναι σημαντικό για σας, εκείνη η στιγμή είναι τώρα.
5. Σταματήστε να προσπαθείτε να γίνετε κάτι που δεν είστε. - Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στη ζωή είναι να είστε ο εαυτός σας σε έναν κόσμο που προσπαθεί να σας κάνει όπως είναι όλοι οι άλλοι. Κάποια θα είναι πάντα πιο όμορφη, κάποιος θα είναι πάντα πιο έξυπνος, κάποιοι θα είναι πάντα νεότεροι, αλλά ποτέ δεν θα είναι εσείς! Μην προσπαθείτε να αλλάξετε απλά και μόνο για να είστε αρεστοί σε κάποιους. Να είστε ο εαυτός σας και θα βρεθούν οι κατάλληλοι ανθρώποι που θα σας αγαπήσουν και θα σας δεχθούν για αυτό που είστε πραγματικά.
6. Σταματήστε να προσπαθείτε να κρατηθείτε από το παρελθόν. - Δεν μπορείτε να ξεκινήσετε το επόμενο κεφάλαιο της ζωής σας, αν ξαναδιαβάζετε διαρκώς το προηγούμενο.
7. Σταματήστε να φοβάστε να κάνετε λάθος. – Όταν κάνετε κάτι, ακόμη κι αν αυτό είναι λάθος, είναι τουλάχιστον δέκα φορές πιο παραγωγικό από το να μην κάνετε τίποτα. Κάθε επιτυχία κουβαλάει ένα τεράστιο ίχνος από αποτυχίες πίσω της, κάθε αποτυχία οδηγεί προς την επιτυχία. Από τα λάθη μαθαίνουμε πως υπάρχουν κι άλλοι τρόποι, ανοίγει το μυαλό μας και τελικά οδηγούμαστε στις καλύτερες δυνατές λύσεις. Για να μάθεις να σηκώνεσαι πρέπει πρώτα να πέσεις.
8. Σταματήστε να υποβιβάζετε τον εαυτό σας για τα παλαιά λάθη. – Μπορεί να αγαπήσατε το λάθος άτομο και να κλαίτε για τα λάθος πράγματα, αλλά όσο άσχημα κι αν εξελιχθούν τα πράγματα, ένα πράγμα είναι σίγουρο, τα λάθη μας θα μας βοηθήσουν να βρούμε το πρόσωπο και τα πράγματα που είναι σωστά για εμάς. Όλοι μας κάνουμε λάθη, δίνουμε αγώνες, ακόμη και μετανιώνουμε για πράγματα που κάναμε στο παρελθόν μας. Αλλά είστε εδώ τώρα με τη δύναμη να διαμορφώσετε την ημέρα σας και το μέλλον σας. Κάθε πράγμα που έχει συμβεί στη ζωή σας έχει συμβεί ώστε να προετοιμασθείτε για την επόμενη σημαντική στιγμή που ίσως ακόμη δεν έχει έρθει.
9. Σταματήστε να προσπαθείτε να αγοράσετε την ευτυχία. - Πολλά από τα πράγματα που επιθυμούμε κοστίζουν πολλά λεφτά και ακόμη κι όταν τα αποκτήσουμε η χαρά που μας προκαλούν είναι προσωρινή. Η αλήθεια είναι, ότι τα πράγματα που πραγματικά μας ικανοποιούν είναι εντελώς δωρεάν – η αγάπη, το γέλιο, ένα ηλιόλουστο χειμωνιάτικο πρωινό, μια βόλτα στο πάρκο και η προσωπική εργασία για τα πράγματα που μας εμπνέουν. Όλα αυτά μας κάνουν πραγματικά ευτυχισμένους και τα αποτελέσματά τους δεν είναι εφήμερα.
10. Σταματήστε να αναζητάτε αποκλειστικά σε άλλους την ευτυχία. - Εάν δεν είστε ευχαριστημένοι με το ποιοι είστε στο εσωτερικό, δεν θα είσαστε ευτυχισμένοι ποτέ σε μια μακροχρόνια σχέση με κάποιον άλλο. Θα πρέπει να δημιουργήσετε κάποια στοιχειώδη σταθερότητα στη ζωή σας προτού να μπορέσετε να τη μοιραστείτε με κάποιον άλλο.
11. Σταματήστε να είστε σε αδράνεια. - Μην αναλύετε διαρκώς και πάρα πολύ τα πράγματα γιατί θα δημιουργήσετε ένα πρόβλημα που δεν ήταν καν εκεί εξ αρχής. Αξιολογήστε τις καταστάσεις και αναλάβετε αποφασιστική δράση. Δεν μπορείτε να αλλάξετε αυτό που αρνείστε να αντιμετωπίσετε. Η επίτευξη προόδου περιλαμβάνει πάντα κάποιο ρίσκο!
12. Σταματήστε να σκέφτεστε ότι δεν είστε έτοιμοι. - Κανείς δεν νιώθει ποτέ 100% έτοιμος, όταν παρουσιάζεται στην ζωή του κάποια ευκαιρία. Όλες οι μεγάλες ευκαιρίες στη ζωή μας, μας αναγκάζουν να ξεπεράσουμε τις ζώνες άνεσής μας, κι αυτό σημαίνει ότι δεν νιώθουμε εντελώς άνετα από την πρώτη στιγμή.
13. Σταματήστε να είσαστε σε σχέσεις για τους λάθος λόγους. – Οι Σχέσεις πρέπει να επιλέγονται με σύνεση. Είναι καλύτερα να είσαι μόνος σου, από το να είσαι σε κακή σχέση. Αν κάτι είναι να γίνει, θα συμβεί - το σωστό χρόνο, με το σωστό πρόσωπο, και για τον καλύτερο λόγο. Ερωτευτείτε όταν είστε έτοιμοι, κι όχι όταν αισθάνεστε μόνοι.
14. Σταματήστε να απορρίπτεται νέες σχέσεις μόνο και μόνο επειδή η παλιά δεν λειτούργησε. - Στη ζωή θα συνειδητοποιήσετε ότι υπάρχει ένας σκοπός για τον καθένα που θα συναντήσετε. Μερικοί θα σας κριτικάρουν, κάποιοι θα σας χρησιμοποιήσουν και κάποιοι θα σας διδάξουν. Αλλά το πιο σημαντικό, κάποιοι θα φέρουν στο φως τον καλύτερο εαυτό σας.
15. Σταματήστε να προσπαθείτε να ανταγωνιζόσαστε όλους τους άλλους. - Μην ανησυχείτε για το τι κάνουν οι άλλοι καλύτερα από εσάς. Επικεντρωθείτε στο να ξεπεράσετε τα δικά σας ρεκόρ. Η επιτυχία είναι μια διαρκής “μάχη”ανάμεσα σε εσάς και τον εαυτό σας μόνο. Συνεργασία είναι η λέξη κλειδί.
16. Σταματήστε να ζηλεύετε τους άλλους. - Η ζήλια είναι η τέχνη της μέτρησης των ικανοτήτων κάποιου άλλου και όχι των δικών σας. Αναρωτηθείτε λοιπόν: «Τι είναι κάτι που έχω κι ο καθένας θέλει;» θα ανακαλύψετε πολλά για τον εαυτό σας.
17. Σταματήστε να διαμαρτύρεστε και να στεναχωριέστε για τον εαυτό σας. - Οι δυσκολίες στη ζωή έρχονται για έναν και μόνο λόγο – για να μετατοπιστεί η πορεία σας σε μια κατεύθυνση που θα σημαίνει κάτι για εσάς. Δεν μπορείτε να το δείτε ή να καταλάβετε τα πάντα τη στιγμή που συμβαίνουν, και αυτό μπορεί να είναι σκληρό. Αλλά συλλογισθείτε αυτές τις δυσκολίες που συνέβησαν σε σας στο παρελθόν. Συχνά θα δείτε ότι τελικά σας οδηγήσαν σε ένα καλύτερο μέρος, πρόσωπο ή κατάσταση του νου. Έτσι χαμόγελο! Ας γνωρίσουν όλοι ότι σήμερα είστε πολύ πιο δυνατοί από ότι ήσασταν χθες, και θα είστε.
18. Σταματήστε να κρατάτε κακίες - Μην ζείτε τη ζωή σας με το μίσος στην καρδιά σας. Θα καταλήξετε πληγώσετε τον εαυτό σας περισσότερο από εκείνους που «μισείτε». Η συγχώρεση δεν είναι να λες, «Ό,τι κι αν μου έκανες σε συγχωρώ» Είναι να λες, «Ό,τι κι αν μου έκανες, δεν πρόκειται να αφήσω να καταστρέψει την ευτυχία μου για πάντα.» Συγχώρεση είναι η απάντηση ... να μπορείς να αφήνεις πίσω, να βρίσκεις ειρήνη, να απελευθερώνεις τον εαυτό σου! Και να θυμάστε, η συγχώρεση δεν είναι μόνο για τους άλλους ανθρώπους, είναι και για σας. Αν πρέπει, συγχωρούμε τον εαυτό μας, ώστε να προχωρήσουμε και να προσπαθήσουμε να κάνουμε κάτι καλύτερο την επόμενη φορά.
19. Σταματήστε να αφήνετε τους άλλους να σας φέρνουν κάτω στο επίπεδό τους. - Να αρνείστε να υποβαθμίσετε τις αξίες και τις προδιαγραφές σας ώστε να τα ‘χετε καλά με αυτούς που αρνούνται να ανεβάσουν τις δικές τους.
20. Σταματήστε να σπαταλάτε χρόνο εξηγώντας τον εαυτό σας στους άλλους. - Οι πραγματικοί φίλοι σας δεν το χρειάζονται και οι εχθροί σας δεν θα σας πιστέψουν έτσι κι αλλιώς.
21. Σταματήστε να κάνετε τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά, χωρίς διάλειμμα. - Ο χρόνος για να πάρετε μια βαθιά αναπνοή είναι όταν δεν έχετε χρόνο για να το κάνετε. Αν συνεχίζετε να κάνετε αυτό που κάνετε, θα συνεχίσετε να παίρνετε αυτό που παίρνετε. Μερικές φορές χρειάζεται απόσταση για να δούμε τα πράγματα καθαρά.
22. Σταματήστε στη θέα της ομορφιάς των μικρών στιγμών. - Απολαύστε τα μικρά πράγματα, γιατί μια μέρα θα μπορέσετε να κοιτάξετε πίσω και να ανακαλύψετε ότι ήταν μεγάλα πράγματα. Το καλύτερο μέρος της ζωής σας θα είναι το μικρό, ανώνυμες μικρές στιγμές που περνάτε χαμογελώντας με κάποιον που έχει σημασία για εσάς.
23. Σταματήστε να προσπαθείτε να κάνετε τα πράγματα τέλεια. - Στον πραγματικό κόσμο δεν επιβραβεύονται οι τελειομανείς, αλλά αυτοί που κάνουν πράγματα. Τίποτα στον πραγματικό κόσμο δεν είναι τέλειο.
24. Σταματήστε να ακολουθείτε το εύκολο μονοπάτι. - Η ζωή δεν είναι εύκολη, ειδικά όταν θέλετε να επιτύχετε κάτι που αξίζει τον κόπο. Μην πάρετε τον εύκολο δρόμο. Κάντε κάτι εξαιρετικό, έστω κι αν αυτό γίνει για μια φορά.
25. Σταματήστε να ενεργείτε σαν όλα είναι καλά και όταν δεν είναι. - Είναι εντάξει να καταρρέουμε για λίγο. Δεν χρειάζεται πάντα να προσποιούμαστε ότι είμαστε δυνατοί, και δεν χρειάζεται συνεχώς να αποδεικνύουμε ότι όλα πάνε καλά. Δεν πρέπει να ασχολούμαστε με το τι οι άλλοι άνθρωποι σκέφτονται όταν κλαίμε – μερικές φορές το κλάμα είναι υγεία. Όσο πιο γρήγορα το κάνετε, τόσο πιο γρήγορα θα είστε σε θέση να χαμογελάσετε και πάλι.
26. Σταματήστε να κατηγορείτε τους άλλους για τα προβλήματά σας. - Ο βαθμός στον οποίο μπορείτε να επιτύχετε τα όνειρά σας εξαρτάται από το βαθμό στον οποίο έχετε αναλάβει την ευθύνη για τη ζωή σας. Όταν κατηγορείτε τους άλλους για το τι περνάτε, αρνείστε την ευθύνη – και τους παρέχετε τη δύναμη να σας εξουσιάζουν.
27. Σταματήστε να προσπαθείτε να είστε τα πάντα σε όλους. - Κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, και η προσπάθεια μόνο θα σας «κάψει». Αλλά το να κάνετε ένα άτομο να χαμογελάει, μπορεί πραγματικά να αλλάξει τον κόσμο! Ίσως όχι ολόκληρο τον κόσμο κι όχι αμέσως, αλλά το δικό τους σίγουρα κι αυτό θα κάνει κι εσάς ευτυχισμένους.
28. Σταματήστε να ανησυχείτε τόσο πολύ. – Η πολύ ανησυχία δεν βοήθησε ποτέ πραγματικά κανέναν να μην ανησυχεί! Ένας τρόπος για να ελέγξετε αν αξίζει να ανησυχείτε για κάτι είναι να αναρωτηθείτε αυτήν την ερώτηση: «Θα με απασχολεί αυτό το θέμα σε ένα χρόνο; σε τρία; σε πέντε χρόνια; "Αν όχι, τότε δεν αξίζει να ανησυχείτε για αυτό.
29. Σταματήστε να εστιάζετε σε ό, τι δεν θέλετε να συμβεί. - Εστιάστε σε αυτό που θέλετε να συμβεί. Η Θετική σκέψη βρίσκεται στην αρχή της κάθε επιτυχίας. Αν ξυπνάτε κάθε πρωί με τη σκέψη ότι κάτι υπέροχο θα συμβεί στη ζωή σας σήμερα, και δώσετε ιδιαίτερη προσοχή, συχνά θα διαπιστώσετε ότι έχετε δίκιο.
30. Σταματήστε να είστε αχάριστοι. - Δεν έχει σημασία πόσο καλά ή κακά νομίζετε ότι είσαστε, πρέπει να ξυπνάτε κάθε μέρα ευγνώμονες για τη ζωή σας. Κάποιος κάπου αλλού απεγνωσμένα παλεύει για τη δική του. Αντί να σκεφτόσαστε τι χάνετε, προσπαθήστε να σκεφτόσαστε αυτό που έχετε, και που κάποιοι άλλοι δεν έχουν και θα ήθελαν να μπορούσαν να έχουν.
ramnousia.
Κυριακή 8 Ιουλίου 2012
Αυτοδιαλύεται ο μύθος των Ψευδομακεδόνων. Κωνσταντίνος Χολέβας
anavaseis
Τρίτη 10 Απριλίου 2012
Οι λυγμοί της πόρνης και του πατέρα τα δάκρυα
του Γιώργου Μάλφα
Κάθε Μ. Τρίτη βράδυ αναπολώ με συγκίνηση τον παπά πατέρα μου, αυτόν των παιδικών μου χρόνων στο γενέθλιο νησί μας. Σοβαρός και ιεροπρεπής εξέρχονταν του ιερού προκειμένου να πάρει θέση στο δεξιό χορό για να ψάλλει ο ίδιος το «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή…» περιστοιχιζόμενος από μια ομάδα ζωηρών εφήβων. Καμάρωνα μέσα μου τότε για την πρωτοκαθεδρία του πατέρα και πατώντας στις μύτες των ποδιών μου προσπαθούσα να ανασηκωθώ ώστε να βλέπω κάτι από το μεγάλο ορθάνοιχτο βιβλίο.
Θυμάμαι την απόλυτη σιγή που επικρατούσε τότε μονομιάς στην εκκλησία και την αυστηρή προσήλωση του πατέρα στην απόδοση του ύμνου. Αισθάνομαι ακόμη το βαρύ χέρι του που ακουμπούσε στον ώμο μου. Και στ’ αυτιά μου ηχεί ακόμη το ισοκράτημα της χορωδίας. Εκεί στο αναλόγιο της ενορίας μας, τα πρώτα συλλαβίσματα, «ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι» που λέει ο Ελύτης. Παιδικά αλησμόνητα βιώματα…
Μα κάτι ιδιαίτερο, μου προξενούσε ξεχωριστή εντύπωση κάθε Μ. Τρίτη…
«Πόρνη προσήλθέ σοι», «Η πόρνη εν κλαυθμώ ανεβόα», «Το πολυτίμητον μύρον η πόρνη έμιξε μετά δακρύων», «Πόρνη επιγνούσα Θεόν» «Ήπλωσεν η πόρνη τας τρίχας σοι τω Δεσπότη»… Αυτά και άλλα πολλά, διόλου εύηχα, εκστομίζονταν κατ’ εξακολούθησιν μελωδικά στη διάρκεια όλης της βραδιάς. Παρά την αφελή μου τότε άγνοια υποψιαζόμουν πάντως ότι κάτι εξόχως τολμηρό λέγεται με μιαν επιμονή εντελώς ακατανόητη. Η περιέργεια με έτρωγε. Για να ρωτήσω τον πατέρα ζητώντας διευκρινίσεις ούτε λόγος. Κάτι μου έλεγε να μην το αποτολμήσω, να μην τον φέρω σε δύσκολη θέση. Και πάντως η διάχυτη και αόριστη εξήγηση περί «κακών γυναικών» που τυχαία έπιασε τ’ αυτί μου δεν με ικανοποιούσε καθόλου. Ύποπτα πληθωρικός ο λόγος σε μια ακολουθία, για τόσες πολλές και τόσο πολύ «κακές γυναίκες»!
Αναζήτησα λοιπόν με τη δέουσα κρυψίνοια τη σημασία της λέξης «πόρνη» στο παλιό λεξικό της πατρικής βιβλιοθήκης. Η επίμαχη όμως και υπερβολικά κομψευμένη λεξικολογική διατύπωση επέτεινε τη σύγχυση και την απορία μου. Τι σχέση αλήθεια, αναρωτιόμουν, θα μπορούσε να έχει μια «γυνή εκδιδομένη επί χρήμασι» με το βούρκωμα στα μάτια και τη φωνή του πατέρα, που μας καθήλωνε όλους εκστατικά, μικρούς και μεγάλους, όση ώρα έψελνε το τροπάριο της Κασσιανής; Κάπου τότε είναι που γεννήθηκε μέσα μου, πρώιμα και μυστικά, ένα δέος απόκρυφο για τις πόρνες. Όλες τις πόρνες. Τις πόρνες γενικώς!
Τα χρόνια πέρασαν, η απορία μου λύθηκε και το δέος έγινε συμπάθεια. Τρυφερή και απέραντη συμπάθεια για την κατηγορία αυτή των γυναικών, των τόσο ανυπόληπτων στον θρησκευτικό και κοινωνικό μου περίγυρο. Φοιτητής μάλιστα στην Αθήνα είχα την ευλογία να «γνωρίσω» πολλές από αυτές! Συνήθιζα να περπατώ αμέριμνος αργά τα βράδια στους δρόμους του κέντρου της πρωτεύουσας, δίχως υποψία φόβου και κυρίως ενοχών μη με δει κανένα μάτι. Άλλοτε γιατί έχανα το τελευταίο δρομολόγιο της γραμμής 732 Αθήνα-Άγιος Φανούριος που με πήγαινε στο σπίτι μου, άλλοτε για να αγοράσω φρεσκότατες τις κυριακάτικες εφημερίδες, από το βράδυ του Σαββάτου, στους πάγκους της Ομόνοιας. Κάποιες φορές πάλι απλώς για να … αλλάξω παραστάσεις. Πλατεία Ομονοίας, Αγ. Κωνσταντίνου, Σωκράτους, πλατεία Βάθη, Λιοσίων, πλατεία Αττικής. Δρόμοι και πλατείες, τόποι απρόσιτοι, σχεδόν απροσπέλαστοι και σιωπηρά απαγορευμένοι τις νυχτερινές ώρες για τη συμβατική κοινωνική ευπρέπεια. Ένα τεράστιος μικρόκοσμος μυστηρίου και μαρτυρίου: λαθραίο περιθώριο, υγρό καταγώγιο, σκοτεινός υπόκοσμος. Μικρό, περί, κατά, υπό. Μα γιατί τόσες μικρόψυχες προθέσεις προσχηματικά τοποθετημένες μπροστά σε τόσο άθλιες διαθέσεις; Πόσες απαιτούνται επιτέλους, για να περιχαρακώσουν τα σώματα και τις ψυχές τόσων ανθρώπων;
Πόρνες, αλκοολικοί, τραβεστί, εξαρτημένοι, άστεγοι, σαλοί και τρελαμένοι. Υπολογίστε, σας παρακαλώ, ανάμεσα σ’ αυτούς και κάμποσους αγίους! Τι νομίζατε! «Ου δε επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις» δεν λέει στη Γραφή; Πνευματικός νόμος! Πάει και τελείωσε. Ας σκούζουν οι ηθικιστές κάθε κοπής. Κάτι παραπάνω ήξερε ο Άγιος της Πολυκλινικής στην Ομόνοια, ο γέροντας Πορφύριος, που δεν απέφευγε τις κακοτοπιές και άγιαζε τα «κακά» κορίτσια την παραμονή των Φώτων μέσα στα ίδια τους τα σπίτια! Αυτά τα κορίτσια του δρόμου, της φθηνής επιτήδευσης και των περίτεχνων ακκισμών, με το τσιγάρο στο χέρι, που καθώς περνούσες δίπλα τους, εκλιπαρούσαν προκλητικά την παρέα σου, πουλώντας σε ευτελιστική τιμή την τιμή και το μεγαλείο του προσώπου τους. Ανακαλούσα αίφνης τότε το τροπάριο της Κασσιανής με τον τρόπο του πατέρα και η συμπάθειά μου γι’ αυτές μεγάλωνε, αύξανε μέσα μου! Δεν έβλεπα τότε την ασχήμια του ρημαγμένου τους κορμιού, δεν διέκρινα πια πάνω τους τα στίγματα του πάθους, της ταλαιπωρίας, της αγοραίας εκμετάλλευσης. Δεν ήταν οίκτος, δεν ήταν από λύπηση, ήταν κάτι άλλο. Δεν ξέρω. Γι αυτό και θύμωνα πολύ μέσα μου κάθε φορά που περίεργοι περαστικοί, μέσα από την ασφάλεια του αυτοκινήτου τους, ασχημονούσαν με χυδαίες εκφράσεις και προσβλητικές χειρονομίες σε τούτα τα πλάσματα. Κάνε μας επίδειξη ανδρισμού τώρα κύριε κρετίνε!
Τούτες τις εικόνες και τις αναμνήσεις ανασύρω έκτοτε κάθε χρόνο το βράδυ της Μ. Τρίτης. Και κάποιος καλός φίλος, ο οποίος δηλώνει αγνωστικιστής (και τι μ’ αυτό, εγώ τολμώ να δηλώνω χριστιανός!) μου εκμυστηρεύτηκε πρόσφατα το εκπληκτικό, ότι εκκλησιάζεται παραδόξως μια φορά το χρόνο. Όχι τα Χριστούγεννα, ούτε και το Πάσχα. Τη Μ. Τρίτη το βράδυ μου είπε, ανελλιπώς!
Κάπως έτσι κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η Μ. Τρίτη, αν όχι ολόκληρο το Μεγαλοβδόμαδο, ανήκει δικαιωματικά στις Πόρνες! «Ότι οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού». Στις πόρνες που ξέρουν να αγαπούν προκαλώντας με τις τρελές τους ακρότητες. Να κατασπαταλούν απερίσκεπτα μύρο πολύτιμο στα πόδια του Μανικού Εραστή τους, του Χριστού. Απόλυτη προτεραιότητα. Να τους αφήσουμε χώρο στους ναούς αυτές τις μέρες. Να σεβαστούμε το δικό τους σφοδρό παραλήρημα, το δικό τους παροξυσμό μετάνοιας. Να ψάλλουν οι ίδιες με λαχτάρα τα τροπάρια που γράφτηκαν γι’ αυτές. Άξιον εστί!
Κι ας σταματήσουν επιτέλους τα κηρύγματα αυτή την Εβδομάδα, μήπως και ξεθάψουμε κάποτε τα διαμάντια των ύμνων που καταπλάκωσαν τόνοι φλύαρου και επιπόλαιου ηθικισμού μας. Κι αν συμβεί και αναγνωρίσουμε κάποια από αυτές, τις όμορφες από την πολλή τους ταπείνωση γυναίκες, καλό να μεριάσουμε διακριτικά, να τους δώσουμε τη θέση μας και να χαμηλώσουμε εμείς το δικό μας βλέμμα. Είπαμε, ολάκερα δική τους η Εβδομάδα των Παθών, δική τους κι η Ανάσταση!
Υστερόγραφο: Στον πατέρα, με…μεγάλη όντως καθυστέρηση. Δεν μου εξήγησες ποτέ γιατί βούρκωνες κάθε Μ. Τρίτη. Δεν πειράζει, το κατάλαβα μόνος μου. Δεν με βομβάρδισες ποτέ με συμβουλές αποφυγής «κακόφημων» τόπων και αποστροφής «ανήθικων» ανθρώπων. Θα το δοκιμάσω στα εγγόνια σου. Μου αποκάλυψες όμως τον τρόπο να σέβομαι το ήθος των τροπαρίων και των ανθρώπων το ήθος. Ευγνώμων!
iereasanatolikisekklisias
Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012
Ποια τραγούδια μπορεί να ακούει ένας χριστιανός;

Ως γνωστόν οι αγαθοί άγγελοι υμνούν και δοξολογούν ακατάπαυστα τη Παναγία Τριάδα. Πώς όμως την υμνούν, πώς τραγουδούν, ποιο είναι αυτό το στοιχείο το οποίο κάνει τους ύμνους τους Θεάρεστους;
Αυτό βεβαίως το ερώτημα θα μείνει αναπάντητο μέχρι να έρθει η ώρα που θα ακούσουμε και εμείς την υπερκόσμια αυτή αγγελική μελωδία…(με τη Χάρη του Θεού)
Ας έρθουμε λοιπόν στην ανθρώπινη μουσική και να θέσουμε το ερώτημα, άραγε υπάρχει κάποια ανθρώπινη μουσική που να ευαρεστεί τον Θεό, υπάρχει άραγε κάποια μουσική και γενικότερα τραγούδια που να μην μας απομακρύνουν από τον Θεό;
Η Εκκλησία βεβαίως χρησιμοποιεί την βυζαντινή μουσική στην λατρεία της. Είναι μία μουσική η οποία εξυπηρετεί τις λατρευτικές ανάγκες του Σώματος του Χριστού και θα λέγαμε είναι η μουσική αυτή η οποία κατεξοχήν – παίρνοντας υπ’ όψιν μας λόγο και μέλος- ευάρεστη στον Θεό.
Επίσης η κλασική μουσική παίζεται πολύ συχνά στους ραδιοφωνικούς σταθμούς των Μητροπόλεων έχοντας όμως συνήθως το μειονέκτημα της άνευ στίχων μουσικής σύνθεσης. Γι’ αυτό κιόλας είναι πιο «ακίνδυνη» μουσική…
Όμως τι γίνεται με τα τραγούδια; Στους ραδιοφωνικούς σταθμούς των Μητροπόλεων ακούμε μόνο «Παραδοσιακά τραγούδια», τραγούδια δηλαδή που φέρανε μαζί τους οι ξενιτεμένοι πρόγονοί μας ή και τραγούδια που γεννήθηκαν πολλά χρόνια πριν.
Από την άλλη μεριά η πλειονότητα των ανθρώπων της Εκκλησίας απαξιώνουν τραγούδια που γράφτηκαν στις ημέρες μας, ή τραγούδια που δεν ανήκουν στα «Παραδοσιακά» ή στα «Δημοτικά» κ.ο.κ. Γιατί λοιπόν γίνεται αυτό;
Το θέμα είναι τεράστιο…προκαταβολικά θα πω ότι σκοπός αυτού του μικρού άρθρου δεν είναι να απαξιώσουμε την μουσική των προγόνων μας αλλά να θέσουμε (κατά την γνώμη μας) τα ορθά κριτήρια που κάνουν ένα τραγούδι «άξιο» για να παιχτεί σε έναν εκκλησιαστικό ραδιοφωνικό σταθμό.Έχω γίνει μάρτυρας πολλές φορές να ακούγεται μία ομιλία σε έναν εκκλησιαστικό σταθμό π.χ. Περί Μετανοίας και αμέσως μετά να ακούγονται Παραδοσιακά τραγούδια που έχουν στίχους όπως οι παρακάτω:
«Αγάπησα μια κόρη στον πάνω μαχαλά
που'χει τα μαύρα μάτια και τα ξανθά μαλλιά.
Από λίγο-λίγο γίνεται πολύ.
Έχει και μες τα στήθεια, χρυσή πορτοκαλιά
που κάνει πορτοκάλια κι είναι πολύ γλυκά.
Τα μάτια σου τα μαύρα που με κοιτάζουνε,
χαμήλωσέ τα, φως μου, γιατί με σφάζουνε.
Εμένα δε με μέλει πως αγαπάς αλλού
φοβούμαι μη σου πάρουν τη γνώμη και το νου.»
Δεν μπορώ να καταλάβω πως είναι δυνατόν ένα τέτοιο τραγούδι να γίνεται αποδεκτό από ένα εκκλησιαστικό ραδιόφωνο ή να παίζεται σε κατηχητικές συνάξεις ή εκδηλώσεις Μητροπόλεων επειδή και μόνο εκτελείται από παραδοσιακά όργανα, και να μην λαμβάνεται καθόλου υπ’ όψιν των υπευθύνων η ρηχή (για να μην χαρακτηριστεί αλλιώς) θεματολογία….
Παρόμοια μπορούμε να δούμε και άλλους στίχους δημοφιλών παραδοσιακών τραγουδιών τα οποία ακούγονται ευχάριστα στα αυτιά κάποιων χριστιανών…όπως το παρακάτω:
«Έλα Αναστούδα, κάτσι να σε πω
παράτησε το Χρήστο να σε πάρω ‘γώ
Παράτησε το Χρήστο, Αναστασούδα μου
παράτησε το Χρήστο να σε πάρω ‘γώ
παράτησε το Χρήστο, Αναστασούδα μου
παράτησε το Χρήστο να σε πάρω ‘γώ
Πώς να τον παρατήσω, τον πονώ πολύ
πολύ μικρή μι πήρε, δώδεκα χρονί
Ή το παρακάτω:
«Αυτά τα μάτια τα γλυκά, για πες μου που τα βρήκες,
τα είχες, για τα αγόρασες, για δανεικά τα πήρες.
Για μαύρα μάτια χάνομαι, για γαλανά πεθαίνω
για αυτά τα κρασογάλανα στον Άδη κατεβαίνω
Τα μαύρα μάτια την αυγή δεν πρέπει να κοιμούνται,
μον΄ πρέπει ν'αγκαλιάζονται και να γλυκοφιλιούνται.
Αυτά τα μάτια τα γλυκά, πουλί μου που τα ήβρες
και με αυτά με πλάνεσες και σκλάβο σου με πήρες.»
Τα παραδείγματα όπως ανέφερα είναι πάρα πολλά…σχεδόν όλα τα Παραδοσιακά τραγούδια μιλούν για επίγειους έρωτες ή για την ξενιτιά. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο δεν μπορούν να προσφέρουν παρά μόνο μία στιγμή διασκέδασης για χορό και πανηγύρια ή για μοιρολόγι.
Δεν μπορώ λοιπόν να εννοήσω αυτό το σκεπτικό, από την μία με όλα αυτά που μας λένε οι πατέρες της Εκκλησίας μας να στοχαζόμαστε πάντοτε πάνω στην Αγάπη του Θεανθρώπου, πάνω στην υπερβατικότητα του είναι μας και από την άλλη να ακούμε στα ραδιόφωνά μας ή στο σπίτι μας όλα αυτά τα δήθεν αποδεκτά από την Εκκλησία.
Όχι!!!... η Εκκλησία δεν πρέπει να αποδέχεται τα παιδιά της να γαλουχούνται πνευματικά με τέτοια ακούσματα - και από μουσικής αλλά κυρίως από στιχουργικής πλευράς.
Κανένα είδος μουσικής δεν μπορεί να αυτοανακηρυχτεί «Θεάρεστο» επειδή και μόνο χρησιμοποιεί παραδοσιακά όργανα, κανένα είδος μουσικής δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «δαιμονικό» επειδή και μόνο χρησιμοποιεί σύγχρονα μουσικά μορφώματα!!! Και αυτό επιτέλους θα πρέπει να γίνει κατανοητό.
Στην σύγχρονη πραγματικότητα υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν μουσική και χρησιμοποιούν στίχους για τα τραγούδια τους οι οποίοι φανερώνουν ένα ασυγκρίτως μεγαλύτερο στοχαστικό μεγαλείο από την πλειονότητα των «ανύπαρκτων» – από πνευματικής πλευράς- Παραδοσιακών τραγουδιών.
Στίχοι οι οποίοι κρύβουν μία απεγνωσμένη αναζήτηση του Θείου, του Θεού….τραγούδια που διαγράφουν μία πορεία προς το υπερβατικό, που θέτουν μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα, που καταγράφουν μεγάλες αλήθειες της ανεπάρκειάς μας.
Τέτοια τραγούδια σπανίζουν στον χώρο των Παραδοσιακών μιας και τα παραδοσιακά τραγούδια κυρίως είναι για χορούς και πανηγύρια ή μοιρολόγια.
Μουσικά σχήματα, τραγουδοποιοί ειδικά στην Ελλάδα που καταγράφουν όλα αυτά τα υπαρξιακά ερωτήματα, τις κοινωνικές ανισορροπίες, την φιλοσοφική-ποιητική προσέγγιση της καθημερινότητας, το υπερβατικό, το υπέρλογο, την αναζήτηση του Θεού ΥΠΑΡΧΟΥΝ και μας καλούν να τους ανακαλύψουμε. Και νομίζω αξίζει να ανακαλύψουμε αυτούς τους καλλιτέχνες όχι διότι έχουν μία αψεγάδιαστη ζωή (διότι κάτι τέτοιο δεν είναι το ζητούμενο αλλά ούτε και ζητείτε από τους τραγουδιστές και τους οργανοπαίχτες της Παραδοσιακής μουσικής…άρα θα ήταν κάτι το υποκριτικό να ζητείται) αλλά διότι μπορούν μέσα από το έργο τους να μας κρατούν προβληματισμένους, υποψιασμένους για το άγνωστο, μοιράζοντας από την δική τους καλλιτεχνία… ψεγάδια στοχασμού.
Η μουσική είναι ένα «Θείο Δώρο»… το πώς κάποιος θα την χρησιμοποιήσει είναι άλλο θέμα. Η ηλεκτρική κιθάρα δεν είναι όργανο του Σατανά, και το κανονάκι ή η άρπα όργανο των Αγγέλων. Δεν μπορούμε να κατακρίνουμε ένα ολόκληρο είδος μουσικής όπως η Ροκ ή η Ποπ επειδή μέσα στους κόλπους τους υπάρχουν και άνθρωποι οι οποίοι δεν σέβονται τον Χριστιανισμό διότι τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν και στην Παραδοσιακή μουσική και στην Κλασική μουσική και σε όλα τα είδη μουσικής.
Τα κριτήρια λοιπόν που θα πρέπει να έχουμε για ένα τραγούδι δεν είναι σε ποιο είδος ανήκει αλλά το τι μπορεί να μας προσφέρει.
Δεν νοείται Χριστιανός που να μην φιλοσοφεί την ζωή του, να μην στοχάζεται πάνω στις πράξεις του, στον βίο του, στο υπέρλογο άγνωστο που μας καλεί να το γνωρίσουμε…
Στίχοι όπως οι παρακάτω αποδεικνύουν ότι υπάρχουν ακόμα Έλληνες τραγουδοποιοί ( για να μην μιλήσουμε για ξένους που είναι αρκετοί) που μπορούν να προσφέρουν στον κάθε Χριστιανό μία πιο βαθειά μουσική εμπειρία…
«Ζητάω βοήθεια από ανήμπορα χέρια
που ριγούν στην αγάπη και τον τρόμο.
Πήρες λάθος τον δικό μου δρόμο
και ψάχνεις το φως μου σε σβησμένα αστέρια.
Η απουσία Σου μ' εξουθενώνει
και δεν μπορώ να συνηθίσω.
Νιώθω να προχωράω μπροστά
μα πάντα φτάνω πίσω.
Κι αυτή η αλήθεια με σκοτώνει.
Σβήνω τα ίχνη από τα ψέματά μας
παραπατάω στη σιωπή.
Έγινε η απώλεια συνήθειά μας
κι ο έρωτας μια άρρωστη κραυγή.»
Διάφανα Κρίνα
Οι Χριστιανοί που ακούνε τους Εκκλησιαστικούς Ραδιοφωνικούς Σταθμούς είναι συνήθως άνθρωποι της τρίτης ηλικίας…γιατί άραγε; Γιατί σήμερα οι νέοι απαξιώνουν τους Εκκλησιαστικούς Σταθμούς; Διότι απλούστατα από μουσικής πλευράς δεν μπορούν να προσφέρουν τα αναμενόμενα….και αυτό πού περιμένει σήμερα ο νέος δεν είναι σαχλοτράγουδα… αλλά μουσικές ποιητικές διαδρομές που θα τον οδηγήσουν σε προβληματισμό, σε μία θεολογική προσέγγιση των στίχων, σε μία ψυχαγωγική αφύπνιση!!!
Πολλοί όροι που χρησιμοποιούνται σε τραγούδια όπως η Αγάπη, ο Έρωτας…κατακρίνονται από ποιμένες της Εκκλησίας μας ενώ οι Θεοφόροι Πατέρες δεν είχαν κανένα πρόβλημα να τους χρησιμοποιήσουν ακόμα και σε θεολογικά τους έργα.
Υπάρχει μία τάση να δαιμονοποιούμε ότι το καινούργιο…το internet, την σύγχρονη μουσική, την σύγχρονη τέχνη γενικότερα, τις νέες ανακαλύψεις των επιστημών κ.τ.λ. ενώ κάτι τέτοιο σίγουρα δεν είναι σύμφωνο με το πνεύμα των Πατέρων της Εκκλησίας οι οποίοι ήταν πάντα «ανοικτοί», πάντα πρόθυμοι να μάθουν, να δοκιμάσουν και να χρησιμοποιήσουν προς δόξα Θεού το κάθε τι!!!!
Η τυποποίηση των προτύπων του παρελθόντος και η υπεραξία που τους δίνουμε δυστυχώς έχει κάνει τους σύγχρονους Χριστιανούς να φοβούνται το καινούργιο, να τρέμουν στην ιδέα της ανακαίνισης.
Κανένα τραγούδι δεν μπορεί να απαξιωθεί από κανέναν με βάση μόνο το κριτήριο: «από ποιον γράφτηκε ή το πότε γράφτηκε»…ένα τραγούδι έχει αξία όταν μιλά στην ψυχή ενός ανθρώπου, όταν προσφέρει στον ακροατή του κάτι περισσότερο από μία μουσική μελωδία, όταν προσφέρει στον ακροατή του την ελευθερία της θεολογικής του σκέψης.
Το λιγότερο λοιπόν που μπορούμε να πούμε είναι ότι είναι τουλάχιστον ανορθόδοξο το να φοβούνται πολλοί εκκλησιαστικοί άνδρες να τολμήσουν μία αλλαγή όσο αφορά την μουσική που πλαισιώνει τα ραδιόφωνα της Εκκλησίας.
Είναι τραγικό να επιμένουν πολλοί χριστιανοί σε μία εχθρική στάση απέναντι σε μουσικά σχήματα τα οποία επιθυμούν κάτι το παραπάνω από μία μπαγιάτικη νοθευμένη «χριστιανική μουσικοπαιδεία».
Ο νέος, η νέα ή μάλλον αυτοί που νιώθουν νέοι και έχουν μέσα τους ακόμα ζωντανή την αγωνιά για το τώρα και το μετά, την διάθεση για γνώση, την υποψία για το ανυποψίαστο, την αγάπη για τον Ηγαπημένο, την ζωντάνια του καινούργιου, την αναγνώριση της νιότη του διαχρονικού, τον Έρωτα για την Ζωή- για τα απλά και τα σύνθετα…θα ακούν σε κάθε νότα,σε κάθε στίχο του παρελθόντος, του τώρα ή του μετά...την μουσική των Αγγέλων – την μουσική της Θεολογίας μας…
imverias
Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011
Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011
«Κρύβεται» ο Θεός;
Γνωστός Αμερικανός διανοούμενος και απ’ ό,τι φαίνεται πιστός άνθρωπος, ο Ben Stein, γύρισε το 2008 ντοκυμαντέρ με τίτλο «Expelled: No Intelligence Allowed»1, όπου συζητά με διαφόρους επιστήμονες θέματα σχετικά με τη δημιουργία, τη θεωρία της εξελίξεως κλπ. Μεταξύ των άλλων παίρνει συνέντευξη και από τον περιβόητο άθεο βιολόγο Richard Dawkins. Στο τέλος της συζητήσεως τον ερωτά:
«Αν παρ’ ελπίδα, κύριε Dawkins, υπάρχει Θεός, … όταν πεθάνετε και τον συναντήσετε, τί θα Του πείτε;». «Θα του πω», απαντά ο Dawkins, «αγαπητέ μου κύριε, γιατί έκανες τόσο κόπο να κρύψεις τον εαυτό σου;» …
Παράδοξη ερώτηση, μήπως και αφελής ή μάλλον αυθάδης;
Περπατούσε στον κήπο του κι εκεί σε μια ακρούλα δυό μικροσκοπικά μυρμήγκια φαίνονταν να συζητούν. Τι να έλεγαν άραγε, ήταν τόσο μικρά, ούτε καν μπορούσε να τα δει. Έσκυψε και αφουγκράσθηκε.
Δεν είναι σωστό να ανοίγεις τρύπες όπου να ‘ναι.
―Γιατί παρακαλώ;
―Διότι ο κήπος δεν είναι δικός σου.
―Και ποιανού είναι;
―Είναι Αυτουνού του πολύ Μεγάλου.
―Ποιανού πολύ μεγάλου. Εγώ δεν βλέπω κανένα.
―Δεν μπορείς να τον δεις Αυτόν. Ούτε με τα μάτια μπορούμε να τον δούμε ούτε το μυαλό μας μπορεί να τον συλλάβει.
―Τότε πως το ξέρεις ότι υπάρχει;
―Μας το είπαν οι παλαιότεροι. Έπειτα τον αισθάνομαι. Καταλαβαίνω όταν περπατώ στα παρτέρια, ότι κάποιος τα έχει φτιάξει. Είναι όλα τόσο ωραία και αρμονικά.
―Εγώ δεν πιστεύω σ’ αυτά. Δεν πιστεύω σε κάποιο αφεντικό που κρύβεται. Γιατί να κρύβεται; Ας έλθει εδώ να τα πούμε πρόσωπο προς πρόσωπο.
Κούνησε το κεφάλι του συγκαταβατικά με την αφέλεια-αυθάδεια του μυρμηγκιού. Κρυβόταν; δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρυφτεί. Απλώς τα μυρμήγκια δεν μπορούσαν να τον αντιληφθούν με τα αισθητήριά τους. Έπειτα, τί να συζητήσει με ένα μυρμήγκι; Η συζήτηση προϋποθέτει παρόμοιο επίπεδο νοημοσύνης…
Απλοϊκό το παράδειγμα; Σίγουρα, αλλά εάν το μυρμήγκι δεν μπορεί να αντιληφθεί με τα αισθητήριά του εμάς που είμαστε, ας πούμε, ένα εκατομμύριο φορές μεγαλύτεροί του, αλλά φτιαγμένοι από τα ίδια υλικά και υποκείμενοι στους ίδιους φυσικούς νόμους, πως έχουμε την απαίτηση να αντιληφθούμε εμείς Αυτόν, ο οποίος είναι άπειρες φορές μεγαλύτερος και ανώτερός μας; Αυτόν ο οποίος περιβάλλει το σύμπαν και τα πάντα κινούνται και υπάρχουν μέσα σ’ Αυτόν; «εν αυτώ γαρ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν». Αυτόν που είναι υπεράνω των φυσικών νόμων και είναι ο Βασιλιάς της ορατής και αόρατης κτίσεως;
Ίσως περίμενε ο κ. Dawkins ότι ο Θεός θα έκανε κάποια εξαίρεση και θα εμφανιζόταν να διαλεχθεί με τα «εκλεκτά» τουλάχιστον πνεύματα της ανθρωπότητος, πρόσωπο προς πρόσωπο. Μα, … αυτό το έκανε ήδη και «επί γης ώφθη και τοις ανθρώποις συνανεστράφη»! Αλλά παραδόξως δεν τον είδαν όλοι. Τον είδαν οι απλοί ποιμένες, και οι ψαράδες, αλλά δεν τον είδαν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι. Τον είδαν στις ημέρες μας οι αμόρφωτοι γέροντες ασκητές, τον είδε η εγκαταλειμμένη κατάκοιτη Ελευθερία με τον ναρκομανή γιο (αισθάνθηκε και την ανάσα του!), αλλά δεν τον είδε ο κ. Dawkins. Γι’ αυτό ίσως θύμωσε και Τον πολεμά και γράφει βιβλία εναντίον Του και χρηματοδοτεί τα «λεωφορεία της αθεϊας»! Αυτά παθαίνει ο Θεός όταν… κρύβεται!
Κρύβεται ο Θεός;
Ο πανάγαθος Θεός συγκαταβαίνει απείρως και αποκαλύπτεται σε όσους έχουν ταπεινό φρόνημα, αλλά κρύβεται από αυτούς που προσπαθούν να τον προσεγγίσουν με τη διάνοια και την υπεροψία των «πολλών γνώσεών τους», διότι, παρ’ ο,τι ισχυρίζονται πως αναζητούν την αλήθεια, δεν είναι «εκ της αληθείας», αφού, «εματαιώθησαν εν τοις διαλογισμοίς αυτών, και εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία»2.
Εν εκείνω τω καιρώ αποκριθείς ο Ιησούς είπεν: εξομολογούμαί σοι, πάτερ, κύριε του ουρανού και της γης, ότι απέκρυψας ταύτα από σοφών και συνετών, και απεκάλυψας αυτά νηπίοις. Ναι, ο πατήρ, ότι ούτως εγένετο ευδοκία έμπροσθέν σου3 (Ματθ. ια´ 25-26).
Β.Π.
1. «Αποδιωγμένοι: δεν επιτρέπεται η νοημοσύνη». Το ντοκυμαντέρ αναφέρεται στον διωγμό που υφίστανται επιστήμονες στην Αμερική, που υποστηρίζουν ότι η δημιουργία είναι προϊόν νοήμονος ενέργειας και όχι τυχαίο γεγονός.
2. Παραθέτουμε ολόκληρο το τόσο επίκαιρο αυτό χωρίο του ᾽Απ. Παύλου, καθώς και την ερμηνεία του Π. Ν.Τρεμπέλα. «Τα γαρ αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου, τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράται: η τε αίδιος αυτού δύναμις και θειότης, εις το είναι αυτούς αναπολογήτους, διότι γνόντες τον Θεόν, ουχ ως Θεόν εδόξασαν ή ευχαρίστησαν, αλλ’ εματαιώθησαν εν τοις διαλογισμοίς αυτών, και εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία. Φάσκοντες είναι σοφοί, εμωράνθησαν».
(Διότι αι μη βλεπόμεναι με τα αισθητά μάτια άπειροι τελειότητες του Θεού, … βλέπονται καθαρά δια μέσου των δημιουργημάτων με τα μάτια της διανοίας, τόσον η δύναμίς Του, που δεν έχει αρχήν και τέλος …, όσον και κάθε τελειότης, ώστε αυτοί να είναι αναπολόγητοι … διότι ενώ δια των θαυμασίων της δημιουργίας εγνώρισαν τον Θεόν, … δεν τον εδόξασαν δια τας απείρους τελειότητάς Του, ή δεν τον ευχαρίστησαν δια τας τόσας ευεργεσίας του, … αλλά με τους ψευδείς και πλανημένους συλλογισμούς των, απεδείχθησαν μωροί και εσκοτίσθη η ασύνετος … διάνοιά τους. Και ενώ ισχυρίζονται, ότι είναι σοφοί, έγιναν μωροί και ανόητοι.
3। Κατ’ εκείνον τον καιρόν έλαβε τον λόγον ο Ιησούς και είπε. Σε ευχαριστώ, Πάτερ, ως κύριον και εξουσιαστήν και κυβερνήτην πάνσοφον και δίκαιον του ουρανού και της γης. Σε ευχαριστώ, διότι πανσόφως και εν δικαιοσύνη ενεργών, απέκρυψας τας μυστηριώδεις και ουρανίους ταύτας αληθείας από ανθρώπους, που νομίζουν ότι είναι σοφοί και συνετοί, και εφανέρωσας τα σωτηριώδη αυτά μυστήρια εις απλούς και αφελείς και ταπεινούς. Και εξαρτάται λοιπόν τώρα η γνώσις της σωτηριώδους αληθείας, όχι από εξυπνάδα διανοητικήν, που μόνον ολίγοι την έχουν, αλλ’ από την ταπεινήν διάθεσιν, που όλοι όσοι θέλουν ημπορούν να την αποκτήσουν. Ναι, σε ευχαριστώ, Πάτερ, διότι έτσι ήρεσεν εις σε και τέτοια υπήρξεν η αγαθή και δικαία θέλησίς σουaktines
Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011
Τουρισμός και Μοναστήρια

Ανωνύμου Μοναχού
Είναι σε όλους γνωστό ότι ένα από τα δεδομένα που χαρακτηρίζουν τις ανθρώπινες μετακινήσεις τις τελευταίες δεκαετίες είναι η θεαματική αύξηση του τουρισμού. Πλήθη ανθρώπων πλέον, από πλούσιες και μη χώρες μετακινούνται σε κάθε γωνιά της γης, είτε για αναψυχή, είτε για να επισκεφθούν μνημεία, μουσεία, φυσικές ομορφιές και γενικά κάθε αξιοθέατο το οποίο μπορεί να προσελκύσει το ανθρώπινο ενδιαφέρον.
Είναι επίσης γνωστό ότι πολλά από τα Ορθόδοξα μοναστήρια, ίσως τα περισσότερα, μπορούν να προσελκύσουν τουρίστες, είτε για τον πλούτο των κειμηλίων τους, είτε για τον συνδυασμό που δημιουργούν αυτά μέσα στο φυσικό περιβάλλον που ευρίσκονται, είτε ίσως για κάτι άλλο, εν πάση περιπτώσει τα μοναστήρια δεν περνούν απαρατήρητα από τα μάτια των τουριστών.
Αναρωτιέται κανείς, πώς τα Ορθόδοξα μοναστήρια έγιναν τόσο όμορφα. Λογική απάντηση δεν υπάρχει. Θα μπορούσε απλά κανείς να πει ότι η ομορφιά αυτή αποτελεί ένα από τα ζωντανά θαύματα.
Ο Θεός, η πηγή των τεχνών, των επιστημών και της σοφίας, φρόντισε ιδιαίτερα τους χώρους όπου μένουν οι εκλεκτοί Του.
Χωρίς αρχιτέκτονες και σχέδια, απλά με θεία φώτιση, οι κατασκευαστές μοναχοί δημιούργησαν καταπληκτικές συνθέσεις, υπερβαίνοντας τους εαυτούς τους και τις δυνάμεις τους.
Φτιάχτηκαν πανέμορφα κτίρια, μνημεία αρχιτεκτονικής, τα οποία και ταίριασαν υπέροχα στο φυσικό τους περιβάλλον, αγιογραφήθηκαν εξαιρετικές εικόνες, φιλοτεχνήθηκαν κειμήλια, πραγματικά κομψοτεχνήματα, στολίστηκαν χώροι, όλα με κόπο, υπομονή, μεράκι και προσευχή. Και το αποτέλεσμα: κάτι το υπερφυσικό, κάτι το επουράνιο. Κάτι που καθρεφτίζει την ψυχή αυτών που τα έφτιαξαν, την αγγελική μοναχική ψυχή, που ενώ πατά στη γη, ζει από τώρα τον Παράδεισο.
Είναι φυσικό τα έργα αυτά πού έγιναν με τη χάρη του Θεού να προκαλούν θαυμασμό. Ποια όμως είναι η αποστολή τους, να προσελκύουν τα πλήθη των τουριστών; Η χάρη του Θεού στόλισε τα μοναστήρια και τα ασκηταριά για να γίνουν τουριστικά αξιοθέατα ή για να παρηγορούν τους μοναχούς και τους ερημίτες στη μοναξιά τους; Μάλλον το δεύτερο. Η ομορφιά των Ορθοδόξων μοναστηριών, αυτή η δωρεά του Θεού που δόθηκε σ' αυτούς που άφησαν τα πάντα και Τον ακολούθησαν, δεν είναι μόνο ένα δείγμα της ευαρέσκειάς Του για τη μοναχική ζωή, είναι και μία ένδειξη ότι οι χώροι αυτοί πρέπει να παραμείνουν όπως ξεκίνησαν, αναχωρητικοί, ησυχαστικοί, μοναχικοί, μακριά από τον θόρυβο και τον κόσμο.
Είναι λίγοι αυτοί που κόβουν ένα τριαντάφυλλο για να το μυρίσουν. Δυστυχώς όμως είναι πολύ περισσότεροι αυτοί που θέλουν να καταστρέψουν τη γαλήνη της ερήμου για να την δείξουν. Είναι κρίμα. Η ομορφιά της ερήμου υπάρχει στη σιωπή της....
Η διείσδυση τον τουρισμού στα μοναστήρια και η επιχειρηματολογία της
Δεκαοκτώ αιώνες κυλά συνεχώς η ζωή στα μοναστήρια, όσους και έχει ιστορία ο μοναχισμός. Και αυτή η συνεχής ζωή της ερήμου βρίσκει σήμερα μπροστά της έναν νέο εχθρό, αυτόν που φέρει το όνομα «τουριστική αξιοποίηση των μοναστηριών». Γράψαμε παραπάνω ότι είναι αντιδεοντολογικό να φέρουμε το θόρυβο σ' αυτούς που έφυγαν απ' αυτόν. Και όμως, κάποιοι απ' αυτούς (δηλ. τους μοναχούς) τελικά συνεργούν σ' αυτό. Καλό θα ήταν να μεταφέραμε την έρημο στον κόσμο, δυστυχώς όμως κάποιοι θέλουν να φέρουν τον κόσμο στην έρημο....
Η επιχειρηματολογία των θιασωτών αυτών (μοναχών δυστυχώς) της υποβαθμίσεως που λέγεται «τουριστική αξιοποίηση», είναι περίπου η έξης:
«Είναι πια καιρός να εκσυγχρονισθούμε, να επισκευάσουμε τα κτίριά μας, να κτίσουμε νέες πτέρυγες, να μεγαλώσουμε τα κελιά μας, να βελτιώσουμε τον εξοπλισμό μας, να αναβαθμίσουμε τη ζωή μας γενικά».
«Ας δώσουμε επιτέλους τη συγκατάθεση να έρθουν στο μοναστήρι και κάποιοι τουρίστες, να προβληθεί διεθνώς ο μοναχισμός και η Ορθοδοξία, να έρθουν στο ταμείο και κάποια έσοδα, χωρίς κόπο, χωρίς εργόχειρα και κήπους, χωρίς να χρειάζεται να περιμένουμε πλέον τις εισφορές των δωρητών και τα λοιπά έσοδα από τα σαρανταλείτουργα, τα μνημόσυνα και τις παρακλήσεις».
«Ο τουρισμός θα λύσει τα προβλήματά μας και ποιος ξέρει, ίσως και κάποιοι από τους τουρίστες φωτισθούν».
«Δεν χρειάζεται σχεδόν τίποτε, όλα είναι έτοιμα, ίσως λίγες ακόμη τουαλέτες, ίσως ένα fax ή μία σύνδεση με internet και όταν ο ηγούμενος και η γεροντεία της μονής δώσουν την απαραίτητη συγκατάθεση, όλα θα γίνουν τέλεια».
Και για όσους έχουν επιφυλάξεις υπάρχουν οι καλοντυμένοι τουριστικοί μάνατζερ με τα πολλά χαμόγελα, οι οποίοι διαβεβαιώνουν τον καθένα για ότι θέλει να ακούσει και υπόσχονται ότι θα σεβασθούν τους μοναστηριακούς χώρους και τους κανόνες τους σαν «κόρη οφθαλμού».
Και έτσι υφαίνεται ο ιστός αυτός της αράχνης, που αρχίζει με κάποιους φοβισμένους στην αρχή ξεναγούς που συνοδεύουν ντροπαλούς τουρίστες, οι οποίοι δειλά -δειλά αρχίζουν να επισκέπτονται τα μοναστήρια. Με την πάροδο του χρόνου τα μοναστήρια συμπεριλαμβάνονται πλέον στα εκδρομικά προγράμματα, οι φωτογραφίες τους βρίσκονται ήδη στα διαφημιστικά φυλλάδια των τουριστικών πρακτορείων και ταυτόχρονα αρχίζουν να εμφανίζονται και κάποιοι επαγγελματίες πέρα από τους τουριστικούς πράκτορες και ξεναγούς, οι οποίοι ζουν και αυτοί από όλη αυτή τη διαδικασία που ονομάζεται «τουριστική αξιοποίηση των μοναστηριών».
Αυτοί συνήθως είναι εστιάτορες, ιδιοκτήτες καταστημάτων τουριστικών ειδών, μικροπωλητές, ταξιτζήδες, αγωγιάτες ή βαρκάρηδες, ξενοδόχοι, ενοικιαστές δωματίων και λοιποί. Και χωρίς καλά - καλά να το καταλάβουν, οι μοναχοί βρίσκονται περικυκλωμένοι, πέρα από τους τουρίστες και τους ξεναγούς και από τα συμφέροντα αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι ζουν πλέον από την μετατροπή των μοναστηριών σε τουριστικά αξιοθέατα και κάποια στιγμή αντιλαμβάνονται (οι μοναχοί) ότι δεν είναι και τόσο απλό να επανέλθουν τα πράγματα στην αρχική τους κατάσταση.
Οι τουρίστες δε, με την πάροδο του χρόνου αρχίζουν να κάνουν θόρυβο, είναι μερικές φορές θρασείς ή ασεβείς κατά περίπτωση, κάνουν ανόητες ή ειρωνικές ερωτήσεις, αφήνουν υπονοούμενα και στην ουσία ούτε λαμβάνουν τίποτε ούτε προσφέρουν.
Όταν δε οι μοναχοί προσπαθήσουν να τους βάλουν σε τάξη, τότε συνειδητοποιούν ότι η αιτία του κακού βρίσκεται δυστυχώς στους τουριστικούς μάνατζερ και τους ξεναγούς, οι οποίοι πολλές φορές είναι πολύ χειρότεροι από τους τουρίστες.
Όσον αφορά δε τα έσοδα, αυτά όλως παραδόξως, είναι λιγότερα από αυτά που προσέφεραν πριν οι πατροπαράδοτοι προσκυνητές.
Θα ήταν σωστό τη στιγμή που οι υπεύθυνοι των μοναστηριών καταλάβαιναν ότι άλλα περίμεναν και άλλα τελικά βρήκαν, να κάνουν μία στροφή 180 μοιρών και να επαναφέρουν τα πράγματα στην πρότερή τους κατάσταση, αν και αυτό δεν είναι πλέον απλό. Αν δε οι τουριστικοί αυτοί μάνατζερ είχαν κατορθώσει να τους αποσπάσουν και κάποιες υπογραφές σε συμβόλαια ή συμφωνητικά, η όλη απεμπλοκή είναι σαφώς δυσκολότερη.
Υπάρχουν επίσης και τα «διαπλεκόμενα» συμφέροντα των επαγγελματιών που περιστοιχίζουν πλέον τα μοναστήρια, οι οποίοι θα μείνουν χωρίς δουλειά από τη στιγμή που οι μονές «απεμπλακούν» από τα «πλοκάμια» του τουρισμού. Καλό θα ήταν να μην είχε γίνει αρχή, αλλά όπως η θεραπεία ενός ασθενούς είναι καλύτερη από την εγκατάλειψή του, έτσι και η ανακοπή αυτής της καταστροφικής πορείας των μοναστηριών είναι καλύτερη από την άνευ όρων παράδοσή τους στα συμφέροντα των τουριστικών επιχειρηματιών.
Ένα θέμα που τίθεται: η χρήση εισιτηρίου
Και όμως, σε πολλές περιπτώσεις ο κατήφορος συνεχίζεται. Γράφτηκε προηγουμένως ότι τα έσοδα από τους τουρίστες είναι τελικά λιγότερα από αυτά που προσέφεραν πριν οι προσκυνητές, παρά το γεγονός ότι η αύξηση των εσόδων θεωρείτο αυτονόητη.
Όντως, οι τουρίστες μη έχοντας «συνηθίσει» τα παγκάρια και τα κεριά, δεν προσφέρουν (από οικονομικής πλευράς) σχεδόν τίποτε, ή αν προσφέρουν κάτι αυτό είναι ελάχιστο. Επειδή όμως δεν θα είχαν αντίρρηση να πληρώσουν είσοδο (αν υπήρχε), κάποια στιγμή τίθεται και το θέμα της καθιερώσεως εισιτηρίου.
Υπάρχει και γι’ αυτό επιχειρηματολογία:
«Τα έσοδα πλέον θα είναι εξασφαλισμένα». «Αυτοί που πληρώνουν εισιτήριο είναι συνήθως σοβαροί και ευγενείς άνθρωποι, οι οποίοι σέβονται τον χώρο που επισκέπτονται και ουδέποτε δημιουργούν προβλήματα» και άλλα παρόμοια. Και όμως, «Έσται η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης». Η καθιέρωση εισιτηρίου δεν είναι παρά η χαριστική βολή στα μοναστήρια που νοσούν από την ασθένεια του τουρισμού. Απλώς τα αποτελέσματα χρειάζονται λίγες δεκαετίες για να φανούν.
Το θέμα της καθιερώσεως του εισιτηρίου δεν είναι καθόλου απλό. Πριν αποφασίσει κανείς την θέσπισή του, πρέπει να σκεφτεί τα έξης:
Κατ' αρχάς η καθιέρωση εισιτηρίου δημιουργεί υποχρεώσεις απέναντι στους επισκέπτες, πολλές από τις οποίες είναι και ξένες ως προς την ιδιότητα των μοναχών. Το μοναστήρι ανεξάρτητα από τις δυνατότητές του οφείλει να δέχεται πλέον σχεδόν τους πάντες, να είναι καθαρό, να διαθέτει κοινόχρηστους χώρους, να ανέχεται και να σέβεται πλέον τους επισκέπτες του οι οποίοι πληρώνουν και δικαιούνται να έχουν απαιτήσεις.
Οι τουρίστες ως πελάτες πλέον δικαιούνται να υποβάλλουν αδιάκριτες, ακόμη και ειρωνικές ερωτήσεις, ή να ρωτούν τα πιο απίθανα πράγματα, όπως: Γιατί δεν γράφει στην πόρτα του ιερού της εκκλησίας «Απαγορεύεται η είσοδος», γιατί δεν υπάρχει καλάθι αχρήστων (στην εκκλησία) για να πετάξουν τα κουτιά από τα φίλμ, γιατί να απαγορεύεται να μπει κανείς στον ναό με καπέλο ή με το αναψυκτικό του, γιατί να απαγορεύεται να μπει κανείς με το σκυλί του στο μοναστήρι, ή αφού απαγορεύεται γιατί δεν υπάρχει μελετημένος χώρος έξω απ' αυτό για να αφήσει κανείς το ζώο του με ασφάλεια και γενικά ακούει ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί είτε αυτό είναι λογικό είτε παράλογο. Από μία πλευρά όμως δικαιολογούνται, απλά δεν ξέρουν ότι τα μοναστήρια και οι εκκλησίες είναι θρησκευτικοί και προσκυνηματικοί χώροι που φτιάχτηκαν αποκλειστικά για τους πιστούς τους, για τους οποίους τα πράγματα είναι αυτονόητα.
Το πρόβλημα βέβαια που δημιουργεί το εισιτήριο δεν σταματά στις ανόητες ερωτήσεις που υποβάλλονται πλέον δικαιωματικά, αλλά η μετατροπή των φιλοξενουμένων σε πελάτες δημιουργεί μία γενικότερη υποβάθμιση του κλίματος της ιερότητος του μοναστηριακού χώρου.
Οι επισκέπτες πλέον απαιτούν αυτοί σεβασμό ή τουλάχιστον ανοχή και τελικά αποδεικνύεται ότι η καθιέρωση εισιτηρίου αντί να καλυτερεύσει, χειροτερεύει τα πράγματα. Η προτέρα σχέση κατά την οποία οι μοναχοί εδέχοντο τους επισκέπτες τους με το πνεύμα βέβαια της φιλοξενίας και της αγάπης, αλλά και ως νοικοκυραίοι του χώρου τους αντιστρέφεται και το μοναστήρι οφείλει πλέον να δέχεται σχεδόν τον καθένα, ανεξάρτητα αν θέλει και αν μπορεί.
Το θέμα πρέπει να εξεταστεί και δεοντολογικά. Οι μοναστηριακοί χώροι ως προς την κανονική τους αποστολή, είναι χώροι που μπορούν να δέχονται προσκυνητές. Αυτοί δε είναι που με τις εισφορές τους προσέφεραν (και προσφέρουν) τα μέσα για να κτισθούν και να συντηρούνται τα μοναστήρια. Είναι σωστό να πληρώνουν εισιτήριο οι κτήτορες; Μήπως επίσης είναι σωστό να πληρώνει κανείς για να προσευχηθεί ή για να προσκυνήσει; Υπάρχουν ακόμη και αυτοί που δεν έχουν, δεν δικαιούνται να προσκυνήσουν; Υπάρχει τέλος και η παράδοση που θέλει τις εκκλησίες να συντηρούνται από τους πιστούς τους με εισφορές σαφώς προαιρετικές, αυτή θα καταργηθεί;
Μήπως επίσης είναι εύκολο για τους μοναχούς, αν υπάρχουν ταυτόχρονα προσκυνητές και τουρίστες, να επιτρέπουν στους προσκυνητές να εισέρχονται δωρεάν, ζητώντας μόνο από τους τουρίστες εισιτήριο; Και αν οι τουρίστες πληρώνουν εισιτήριο, είναι δυνατόν να δίδεται προτεραιότητα εισόδου στους προσκυνητές; Πρέπει επίσης να λεχθεί και το εξής: Αναπόφευκτα κάποια στιγμή η πολιτεία ή άλλοι τουριστικοί οργανισμοί να θέσουν ένα αμείλικτο ερώτημα:
«Ποιοι είσαστε εσείς οι μοναχοί που εκμεταλλεύεσθε αυτά τα πανέμορφα μέρη;» Η πρόχειρη απάντηση που κάποιοι θα δώσουν ότι: «Εμείς (οι μοναχοί) που βρισκόμαστε σήμερα στα μοναστήρια είμαστε οι διάδοχοι αυτών που τα έκτισαν», δεν θα είναι και τόσο πειστική, γιατί αυτόματα μετά το πρώτο ερώτημα θα τεθεί και ένα δεύτερο: «Τι σχέση έχετε εσείς μ' αυτούς;» (δηλαδή αυτοί που τα έκτισαν είχαν βάλει εισιτήριο όπως εσείς;)
Δεν σημαίνει βέβαια ότι η μετατροπή αυτή των μοναστηριών σε τουριστικά αξιοθέατα με εισιτήριο ή μη, συνεπάγεται και την άμεση απώλειά τους.
Η απώλεια θα γίνει έμμεσα, απλά η καθιέρωση εισιτηρίου παραδίδει και τυπικά τα μοναστήρια στους επισκέπτες τους και ανοίγει περισσότερο την όρεξη σε δημόσιους ή ιδιωτικούς τουριστικούς οργανισμούς να τα κατασπαράξουν. Σε Ορθόδοξα όμως μοναστήρια που βρίσκονται εκτός Ελλάδος, η καθιέρωση εισιτηρίου μπορεί να προκαλέσει ακόμη και την άμεση κρατικοποίησή τους (και φυσικά την απώλειά τους).
Οι καταστροφικές συνέπειες της ολοκληρωτικής μετατροπής των μοναστηριών σε τουριστικά αξιοθέατα
Ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη εισιτηρίου (το οποίο όπως γράψαμε προσθέτει προβλήματα), από τη στιγμή που ένα μοναστήρι κατακλύζεται από τουρίστες χάνει σιγά - σιγά την ταυτότητά του.
Σύντομα ο χώρος θυμίζει οτιδήποτε άλλο παρά μοναστήρι, η πνευματικότητα χάνεται και οι μοναχοί γίνονται όλο και πιο χαλαροί στον αγώνα τους, σε σημείο να διερωτάται κανείς γιατί εγκατέλειψαν τον κόσμο....Όσοι δε θα προσπαθήσουν τότε να περισώσουν ότι μπορούν, θα φαίνονται προς τα έξω σαν «οπισθοδρομικοί φανατικοί» που εμποδίζουν την «τουριστική ανάπτυξη».
Δεν θα είναι βέβαια και τόσο εύκολο τότε, για τους παλαιούς μοναχούς που εγκαταβιώνουν σε μοναστήρια τα οποία σιγά - σιγά μετατρέπονται σε τουριστικά αξιοθέατα να τα εγκαταλείψουν, μη συμφωνώντας σε όλη αυτή την μετατροπή. Αυτό όμως που σίγουρα θα συμβεί, είναι ότι δεν θα βρεθούν νέοι να τους αντικαταστήσουν, γιατί αυτοί που θα εγκαταλείπουν τότε τον κόσμο, θα κατευθύνονται πλέον σε άλλους χώρους με περισσότερη πνευματικότητα και λιγότερο θόρυβο.
Οπότε αυτό που δεν θα γίνει άμεσα θα γίνει έμμεσα, τα μοναστήρια δηλαδή που θα μετατραπούν σε τουριστικά αξιοθέατα μέσα σε λίγες δεκαετίες θα μείνουν χωρίς μοναχούς, μιας και κανείς πλέον δεν θα πηγαίνει να μονάσει σ' αυτά, έστω κι αν οι τουρίστες συνεχίσουν να τα επισκέπτονται και οι επαγγελματίες που τα περιστοιχίζουν και ζουν από τον τουρισμό παραμείνουν στις θέσεις τους. Το ερώτημα βέβαια δεν είναι αν αυτά (τα μοναστήρια δηλαδή), περάσουν τότε στα χέρια δημοσίων ή ιδιωτικών τουριστικών οργανισμών, ή αν θα νοικιαστούν από ιδιώτες, ή αν θα συνεχίσουν τέλος να υφίστανται, τυπικά μόνο σαν μοναστήρια (με έναν ή δύο μοναχούς), στην υπηρεσία όμως του τουρισμού.
Το ερώτημα θα είναι, γιατί οι μοναχοί δεν σταμάτησαν, όταν μπορούσαν, αυτή την καταστροφή; Γενικά, οι μοναχοί που θέλουν να φέρουν τους τουρίστες στα μοναστήρια τους μοιάζουν με τους ξυλοκόπους που πριονίζουν ένα κλαδί, καθήμενοι όμως πάνω σ' αυτό, και πρόκειται φυσικά να γκρεμιστούν μαζί με αυτό, όταν τελικά το κόψουν....
Πρέπει να δέχονται τουρίστες τα μοναστήρια;
Ίσως αυτά που γράφτηκαν μέχρι τώρα να φαίνονται υπερβολικά, δεν είναι όμως. Απλά περιγράφεται η ολοκληρωτική καταστροφή που συντελείται στα μοναστήρια όταν αυτά παραδίδονται άνευ όρων στα σχέδια των επιχειρηματιών του τουρισμού, οι οποίοι μετατρέποντάς τα σε τουριστικά αξιοθέατα, τα οδηγούν τελικά σε καταστροφή.
Αυτό που συνήθως συμβαίνει στην πράξη είναι να βλέπει κανείς μερικούς μοναχούς να επιδιώκουν, ή τουλάχιστον να μην αποθαρρύνουν την προσέλευση και κάποιων τουριστών, υποτιμώντας τις αρνητικές συνέπειες αυτής της επιλογής. Σίγουρα, η μερική μετατροπή των μοναστηριών σε τουριστικά αξιοθέατα δεν συνεπάγεται και την ερήμωσή τους, αλλά αυτό το οποίο επίσης είναι σίγουρο, είναι ότι αυτή η μετατροπή δεν θα τα ωφελήσει σε τίποτε, αντίθετα θα τα βλάψει, έστω και αν η βλάβη αυτή δεν σημαίνει και την καταστροφή τους.
Δηλαδή, δεν θα πρέπει να δέχονται τουρίστες τα μοναστήρια; Το θέμα τίθεται ως εξής: Σχεδόν όλα τα μοναστήρια, σε κάποιο βαθμό δέχονται προσκυνητές. Αν παρεμπιπτόντως έλθουν και κάποιοι τουρίστες, εφ' όσον δεν αλλοιώνουν το όλο μοναστηριακό κλίμα και ο αριθμός τους είναι σχετικά μικρός, ούτως ώστε να μην δυσκολεύουν την λειτουργία των μοναστηριών, τα μοναστήρια μπορούν να τους δεχθούν.
Εδώ όμως χρειάζεται προσοχή. Κάθε μοναστήρι έχει μία συγκεκριμένη δυναμικότητα να δεχθεί επισκέπτες. Και αυτή η δυναμικότητα υπάρχει για να δέχεται ως επί το πλείστον προσκυνητές, ή έστω και λίγους τουρίστες, στους οποίους όμως υπάρχει και κάποια προοπτική ιεραποστολής.
Το να δέχεται όμως άσχετους ανθρώπους οι οποίοι δεν λαμβάνουν τίποτε το πνευματικό και δυσκολεύουν ταυτόχρονα τη ζωή του μοναστηριού και τους μοναχούς, είναι ζημιά για το μοναστήρι. Δεν υπάρχουν τα μοναστήρια για τον τουρισμό. Αν δε ο αριθμός των ασχέτων αυτών επισκεπτών απορροφά όλη την δυναμικότητα υποδοχής του μοναστηρίου σε κόσμο, τότε, πέρα από την εκ των έσω καταστροφή του όλου μοναστηριακού κλίματος, δυσχεραίνεται και η είσοδος στο μοναστήρι των πραγματικών προσκυνητών, καθώς και κάποιων σοβαρών τουριστών, οι οποίοι έχουν ένα ειλικρινές ενδιαφέρον να γνωρίσουν κάποια πράγματα για την Ορθοδοξία.
Δεν γράφονται αυτές οι γραμμές για να απαντήσουν στο ερώτημα αν τα μοναστήρια πρέπει ή δεν πρέπει να έχουν ιεραποστολικό χαρακτήρα, ή αν πρέπει να λειτουργούν και ως προσκυνήματα.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να υπηρετηθεί ο αμπελώνας του Κυρίου μας από τους μοναχούς, φτάνει όμως ό,τι γίνεται να γίνεται με διάκριση.
Σήμερα, σχεδόν όλα τα Ορθόδοξα μοναστήρια είναι ανοιχτά και δέχονται στο βαθμό που μπορούν αυτούς που τα επισκέπτονται, είτε γιατί είναι προσκυνήματα, είτε γιατί ο χαρακτήρας τους περιλαμβάνει και την ιεραποστολή.
Είναι γνωστή η πνευματική ωφέλεια που συντελείται ένεκα της υπάρξεως των μοναστηριών. Είναι επίσης γνωστό πόσοι εξ αιτίας μιας επισκέψεως σε κάποιο μοναστήρι εξομολογήθηκαν, βαπτίστηκαν (αν δεν ήσαν Ορθόδοξοι) και γενικά πόσοι οδηγήθηκαν και οδηγούνται στην σωτηρία τους μέσω των μοναστηριών.
Αυτό ακριβώς το έργο σταματά με το να κατακλύζονται τα μοναστήρια από άσχετους ανθρώπους (αυτούς που τα θεωρούν αξιοθέατα), οι οποίοι, όχι μόνο δεν λαμβάνουν τίποτε, αλλά εμποδίζουν και την επίσκεψη αυτών που πραγματικά «στέλνει ο Θεός». Θα μπορούσε να λεχθεί ότι: «ο τουρισμός κλέβει την δυναμικότητα ιεραποστολής των μοναστηριών». Και είναι θλιβερό το γεγονός ότι στις περισσότερες περιπτώσεις αυτούς τους άσχετους επισκέπτες που με την παρουσία τους δυσχεραίνουν το ιεραποστολικό έργο των μοναστηριών, τους ελκύουν κάποιοι μοναχοί.
Αυτό βέβαια δεν συμβαίνει με τους συνειδητοποιημένους μοναχούς, οι οποίοι ουδέποτε ενθαρρύνουν την προσέλευση τουριστών ή επισκεπτών στα μοναστήρια, εφόσον δεν υπάρχει κάποια ιεραποστολική προοπτική, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι και τους απαγορεύουν τελείως την είσοδο.
Διαβάζει κανείς στον Ευεργετινό ότι αν κάποιος μπει σ' ένα αρωματοπωλείο, κι αν ακόμα δεν αγοράσει κάτι, θα βγει αρωματισμένος. Έτσι γίνεται και μ' αυτόν που επισκέπτεται τους πνευματικούς πατέρες. Λαμβάνει ωφέλεια από την επίσκεψή του αυτή. (Ευεργ. τόμ. Α' κεφ. ΙΗ' § 14). Το ίδιο φυσικά συμβαίνει και με τα πνευματικά μοναστήρια. Αυτός που τα επισκέπτεται, θέλει - δεν θέλει, θα πάρει λίγο (πνευματικό) άρωμα. Αυτό είναι αλήθεια. Αν όμως σ' ένα αρωματοπωλείο μπει ένα κοπάδι πρόβατα, τότε τι θα γίνει;
Η απάντηση είναι απλή: Θα μυρίσει το αρωματοπωλείο....
Είναι η υποδοχή των τουριστών ιεραποστολή;
Γράψαμε και προηγουμένως ότι υπάρχει δυστυχώς και μία μερίδα από κάποιους μοναχούς, οι οποίοι ενθαρρύνουν την προσέλευση (στα μοναστήρια φυσικά) των τουριστών, καθώς και των επισκεπτών που θεωρούν τους μοναστηριακούς χώρους αξιοθέατα. Αυτή μάλιστα την προσέλευση των τουριστών και των ασχέτων επισκεπτών (η οποία μόνο προβλήματα δημιουργεί), την βαφτίζουν «ιεραποστολή». Χρησιμοποιούν δε και γραφικά χωρία για να στηρίξουν τη γνώμη τους, όπως τη ρήση του Κυρίου μας: «Τον ερχόμενον προς με ου μη εκβάλω έξω» (Ιωάν. ΣΤ' 37) καθώς και άλλα.
Και όμως, κατά κανόνα, η Χριστιανική διδασκαλία απευθύνεται σ' αυτούς που την αναζητούν, βρίσκει δε ανταπόκριση μόνον, εφ' όσον υπάρχει ενδιαφέρον και καλή προαίρεση. Όταν ο Κύριός μας μιλούσε στην Καπερναούμ, στο σπίτι όπου εθεράπευσε τον παραλυτικό, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο: «ευθέως συνήχθησαν πολλοί» (Μάρκ. Β' 2). «Συνήχθησαν» σημαίνει μαζεύτηκαν, δηλαδή αυτοί που πήγαν εκεί, πήγαν με δική τους πρωτοβουλία.
Επίσης, όταν ο Απόστολος Παύλος ευρίσκετο επί διετία στη Ρώμη «απεδέχετο πάντας τους εισπορευομένους προς αυτόν» (Πράξ. ΚΗ' 30), εδέχετο δηλαδή όλους εκείνους που τον επεσκέπτοντο, αυτοί όμως που τον επεσκέπτοντο, «οι εισπορευόμενοι», τον αναζητούσαν προφανώς οι ίδιοι και τον συναντούσαν επειδή οι ίδιοι το ήθελαν. Τον αναζητούσαν δηλαδή αυτοί, δεν τους αναζητούσε. Βλέπουμε δηλαδή και στα παραπάνω χωρία, αλλά και όπου αλλού ανατρέξουμε, ότι στην Ευαγγελική διδασκαλία τίποτε δεν γίνεται χωρίς την διάθεση και την συμμετοχή του ακροατή.
Και όμως, κάποιοι αναζητούν τουρίστες τους οποίους ελκύουν στα μοναστήρια τους, δήθεν για να τους κηρύξουν την Ορθοδοξία (τουλάχιστον έτσι λένε), χωρίς όμως να τους απασχολεί αν αυτοί (οι τουρίστες) έχουν την παραμικρή διάθεση γι’ αυτό....
Δηλαδή, δεν πρέπει να γίνεται ιεραποστολή σε ανθρώπους που βρίσκονται μακριά από το Θεό;
Εφ' όσον οι ίδιοι δεν ενδιαφέρονται, μάλλον όχι.
Ο Κύριός μας στην επί του Όρους ομιλία Του είναι σαφής: «Μη δότε το άγιον τοις κυσί μηδέ βάλητε τους μαργαρίτας υμών, έμπροσθεν των χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αυτούς εν τοις ποσίν αυτών και στραφέντες ρήξωσιν υμάς» (Ματθ. Ζ', 6).
Πολλά σχόλια δεν χρειάζονται. Με κύνες και χοίρους παρομοιάζονται και οι μακριά από το Θεό άνθρωποι, χωρίς διάθεση μετανοίας.
Δηλαδή τα Άγια της πίστεώς μας και τα πολύτιμα μαργαριτάρια της Χριστιανικής διδασκαλίας, δεν πρέπει να δίδονται σε ανθρώπους μακριά από το Θεό, όταν αυτοί δεν έχουν το απαραίτητο ενδιαφέρον και την απαιτούμενη καλή προαίρεση, όχι μόνο επειδή θα τα καταπατήσουν, αλλά και γιατί στο τέλος θα στραφούν εναντίον αυτών που κάνουν αυτή την χωρίς διάκριση ιεραποστολή και θα τους βλάψουν.
Το να χρησιμοποιούνται λοιπόν γραφικά χωρία για να δικαιολογηθεί η μετατροπή των μοναστηριών σε τουριστικά αξιοθέατα, με όλες τις καταστροφικές συνέπειες που ακολουθούν αυτή την μετατροπή και να βαφτίζεται ως «ιεραποστολή» η προσέλκυση στα μοναστήρια τουριστών χωρίς κανένα ενδιαφέρον για κάτι το πνευματικό και μάλιστα η προσέλκυση αυτή να γίνεται με μέσα, όπως διαφημιστικές καμπάνιες, γνωριμίες με πρακτορεία τουρισμού και άλλα, δεν είναι τίποτε άλλο παρά διαστρέβλωση του Ευαγγελικού νόμου.
Η έννοια των λέξεων μοναχός και μοναστήρι και η υποδοχή προσκυνητών και τουριστών
Έχει ήδη γραφτεί ότι όλα τα μοναστήρια είναι ανοιχτά και δέχονται (στο βαθμό που μπορούν) αυτούς που τα επισκέπτονται, είτε επειδή είναι προσκυνήματα, είτε για λόγους ιεραποστολικούς. Παρ' όλο όμως το θόρυβο που δημιουργεί όλη αυτή η κίνηση των επισκεπτών στα μοναστήρια, σχεδόν κάθε μοναστηριακός χώρος σε σχέση με τον έξω κόσμο είναι μια μικρή όαση γαλήνης και ηρεμίας, ένας χώρος όπου αισθάνεται κανείς έστω και ελαφρά, κάτι από το άρωμα της ερήμου.
Ίσως κάποιοι πιστεύουν ότι τα μοναστήρια μένουν ανοιχτά και δέχονται κοσμικούς γι’ αυτά που τους προσφέρουν. Υπάρχει βέβαια μία μικρή δόση αλήθειας σ' αυτό, ο πραγματικός όμως λόγος που κρατά ένα μοναστήρι ανοιχτό είναι η αγάπη των μοναχών για τους κοσμικούς, η διάθεση να τους βοηθήσουν στον αγώνα για τη σωτηρία τους έστω και με τις προσευχές τους και ίσως μία ενδόμυχη επιθυμία τους να μεταδώσουν κάτι απ' αυτά που βιώνουν. Άλλωστε, κάθε συνειδητοποιημένος μοναχός γνωρίζει ότι το μόνο που μπορεί να πάρει από τους κοσμικούς (δεν μιλάμε βέβαια για τα υλικά), είναι ο μισθός από μία πιθανή πνευματική ωφέλειά τους. Ίσως βέβαια εισπράξει και αυτός κάποιες προσευχές.
Πέρα όμως από την υποδοχή κάποιων προσκυνητών ή επισκεπτών με μία προοπτική ιεραποστολής, κάτι που δεν είναι παρά μία εξαίρεση, κάτι σαν μία οικονομία (εφ' όσον δεν αλλοιώνεται το όλο μοναστηριακό κλίμα), η μετατροπή των μοναστηριών σε τουριστικά αξιοθέατα και η υποδοχή πλήθους επισκεπτών χωρίς κανένα ενδιαφέρον για κάτι το πνευματικό, δεν είναι πλέον εξαίρεση αλλά ισοπέδωση.
Είναι μία ισοπέδωση, η οποία εκτός των άλλων προσκρούει και στην έννοια του μοναχού και του μοναστηριού.
Αν προσπαθήσει κανείς να ετυμολογήσει τις λέξεις «μοναχός» και «μοναστήρι», θα ανατρέξει στο ρήμα μονάζω που σημαίνει ζω μόνος μου, απομονώνομαι. Και «μοναχοί» φυσικά είναι αυτοί που ζουν (τουλάχιστον σύμφωνα με την έννοια), απομονωμένοι από τον κόσμο, μόνοι τους ή σε ομάδες. Ο χώρος δε όπου ζουν οι «μοναχοί», αυτοί δηλαδή οι οποίοι υποτίθεται ότι ζουν απομονωμένοι από τον κόσμο, λέγεται «μοναστήρι».
Τώρα τι σχέση μπορεί να έχει η έννοια του μονάχου και του μοναστηρίου με την υποδοχή του πλήθους αυτού των τουριστών, οι οποίοι θεωρούν τα μοναστήρια αξιοθέατα, την απάντηση ας την δώσει κανείς μόνος του. Πολλές φορές τα δύσκολα προβλήματα λύνονται με τον ορισμό: Στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός.
«Στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός» (Ματθ. Ζ', 14)
Αρκετές φορές, όταν επισκέπτεται κανείς κάποια από τα Ορθόδοξα μοναστήρια, συναντά στη μετάβασή του αυτή κάποιες φυσικές δυσκολίες.
Άλλοτε ο αμαξωτός δρόμος δεν φτάνει μέχρι το μοναστήρι, άλλοτε φτάνει αλλά είναι επικίνδυνος ή κατεστραμμένος, άλλοτε είναι στενός (και δεν μπορούν να περάσουν λ.χ. τα πούλμαν), άλλοτε συμβαίνει κάτι άλλο κ.λ.π. Κάτι το οποίο επίσης είναι αξιοπρόσεκτο, είναι ότι η μετάβαση στα μοναστήρια τα οποία διατηρούν κάποια πνευματικότητα σπάνια γίνεται χωρίς δυσκολία. Αναρωτιέται κανείς αν το γεγονός είναι σύμπτωση ή θεία οικονομία. Και φυσικά τίθεται το ερώτημα αν πρέπει οι δυσκολίες αυτές να απαλειφθούν.
Γράφτηκε σε προηγούμενο κεφάλαιο ότι το κάθε μοναστήρι έχει μία συγκεκριμένη δυναμικότητα υποδοχής επισκεπτών. Και αυτή η δυναμικότητα βέβαια υπάρχει για την υποδοχή προσκυνητών ή έστω επισκεπτών με μία ιεραποστολική προοπτική, εφ' όσον το μοναστήρι είναι προσκύνημα, ή ο χαρακτήρας του περιλαμβάνει και την ιεραποστολή.
Δηλαδή το κάθε μοναστήρι πέρα από το γεγονός ότι πρέπει να κρατά μακριά του αυτούς οι οποίοι είναι εκτός του όλου μοναστηριακού κλίματος, οφείλει κατ' αρχάς να περιορίζει (όσο μπορεί) την προσέλευση των επισκεπτών οι οποίοι προσέρχονται χωρίς ιδιαίτερο λόγο, καταλαμβάνουν όμως το χώρο και απασχολούν άσκοπα τους διακονητές (έστω και αν δεν δημιουργούν κάποια ιδιαίτερα προβλήματα).
Οφείλει επίσης, να κρατά τον αριθμό των προσκυνητών και των επισκεπτών (αυτών που ενδιαφέρονται όντως για κάτι πνευματικό), σε τέτοια επίπεδα, ούτως ώστε οι μοναχοί να είναι σε θέση να τους εξυπηρετούν. Και πάνω σ' αυτό το σοβαρότατο θέμα, δηλαδή το «πόσοι» και «ποιοι» θα είναι τελικά ευπρόσδεκτοι στο μοναστήρι, η λύση δίνεται πολλές φορές με έναν απλούστατο τρόπο, ο οποίος δεν είναι άλλος παρά η δυσκολία στη μετάβαση.
Έτσι, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, αλλά και δίχως οι μοναχοί να γίνονται κακοί με τον κόσμο, μένουν μακριά από τα μοναστήρια οι ανεπιθύμητοι επισκέπτες, καθώς και οι υπεράριθμοι προσκυνητές. Η δυσκολία στη μετάβαση δηλαδή, δεν είναι τίποτε άλλο παρά το φυσικό «φίλτρο», το οποίο προστατεύει τελικά το κάθε μοναστήρι, από αυτούς τους οποίους αυτό δεν θέλει ή δεν μπορεί να δεχθεί.
Όταν από μια μηχανή αφαιρέσουμε το φίλτρο, τότε τι συμβαίνει; Συνήθως πηγαίνουν άχρηστα πράγματα στον κινητήρα και η μηχανή παθαίνει βλάβη. Έτσι, αν από τα μοναστήρια αφαιρέσουμε το «φίλτρο», δηλαδή την δυσκολία στην μετάβαση, τότε τι πρόκειται να συμβεί; Και αυτά φυσικά (τα μοναστήρια δηλαδή) θα πάθουν .... «βλάβη».
Μόνο που η «βλάβη» θα είναι πνευματική.... Δεν γράφονται βέβαια αυτές οι γραμμές, για να αποτρέψουν την επισκευή, ή διαπλάτυνση, ή έστω και προέκταση των δρόμων (ή των μονοπατιών) που οδηγούν στα μοναστήρια. Γράφονται απλώς γιατί πρέπει να επισημανθεί ότι η κάθε ενέργεια που αφορά την απάλειψη των δυσκολιών οι οποίες συναντώνται στη μετάβαση στα μοναστήρια, καθώς και η οποιαδήποτε μεταβολή του συγκοινωνιακού καθεστώτος εκάστου μοναστηριακού χώρου, πρέπει να γίνονται (στις περιπτώσεις φυσικά που αυτό κρίνεται σκόπιμο), με πολλή περίσκεψη.
Η τουριστική διείσδυση και οι σχέσεις με τους περιοίκους
Εκτός των προηγουμένων, κάτι το οποίο θα πρέπει επίσης να γνωρίζουν οι μοναχοί πριν αρχίσουν να δέχονται έστω και δοκιμαστικά τους τουρίστες στους χώρους τους, είναι και το εξής: Σχεδόν όλα τα μοναστήρια απολαμβάνουν κάποιου σεβασμού στον τόπο όπου ευρίσκονται, είναι δηλαδή κάτι σαν τους «άρχοντες» της περιοχής τους.
Οι περίοικοι πέρα από το γεγονός ότι τα σέβονται, προστατεύουν συνήθως τις περιουσίες τους και θέλουν να απολαμβάνουν της ευνοίας του κάθε ηγουμένου καθώς και των μοναχών. Πολλοί δε απ' αυτούς συνεργάζονται με διαφόρους τρόπους με τα μοναστήρια και κάποιοι ίσως εργάζονται και σ' αυτά.
Όλα αυτά βέβαια συμβαίνουν πριν ο τουρισμός κάνει την εμφάνισή του. Από τη στιγμή που ένα μοναστήρι αρχίσει σιγά - σιγά να δέχεται τουρίστες και να μετατρέπεται σταδιακά σε τουριστικό αξιοθέατο, αφ' ενός κάποιοι από τους περιοίκους θα αρχίσουν να ασχολούνται με δραστηριότητες σχετικές με τους τουρίστες που επισκέπτονται το χώρο, αφ' ετέρου όλοι σχεδόν οι γείτονες του μοναστηριού θα αναζητούν και αυτοί τρόπους για να ωφεληθούν οικονομικά από την τουριστική «αναβάθμιση» της περιοχής τους.
Το ενδιαφέρον των περιοίκων θα στραφεί τότε στους τουριστικούς επιχειρηματίες και τους ξεναγούς, οι οποίοι θα αποτελούν πλέον την νέα πηγή των εισοδημάτων γι’ αυτούς, αυτά δε τα οποία προηγουμένως κέρδιζαν όσοι εργάζοντο στο μοναστήρι ή έστω συνεργάζοντο με αυτό, θα θεωρούνται πενιχρά. Το μόνο που θα ενδιαφέρει πλέον τους περιοίκους θα είναι η μεγαλύτερη δυνατή οικονομική ωφέλειά τους και κανένα δεν θα απασχολεί το γεγονός ότι το μοναστήρι είναι ένας ιερός χώρος ησυχίας και προσευχής, ο οποίος έχει και αυτός τους κανόνες του.
Όταν δε κάποια στιγμή, το μοναστήρι θα προσπαθήσει να βάλει και κάποιο φρένο στην τουριστική αυτή υποβάθμιση, προσπαθώντας να περισώσει ό,τι μπορεί από την ιερότητα του χώρου του, τότε οι περισσότεροι από τους περιοίκους θα στραφούν εναντίον του, γιατί θα θεωρηθεί εμπόδιο στην «αξιοποίηση» της περιοχής τους και αιτία για να θίγονται τα συμφέροντά τους.
Ο ηγούμενος και οι λοιποί μοναχοί θα γίνουν τότε τουλάχιστον ανεπιθύμητοι αν όχι μισητοί στον τόπο όπου πριν ήσαν άρχοντες και οι γείτονες οι οποίοι προηγουμένως τους εσέβοντο και τους τιμούσαν θα γίνουν εχθροί τους και θα αρχίσουν πλέον να επιβουλεύονται όχι μόνο αυτούς αλλά και το μοναστήρι.
Θα μπορούσαν φυσικά οι μοναχοί να αφήσουν το μοναστήρι να μετατραπεί ολοκληρωτικά σε τουριστικό αξιοθέατο και να οδηγηθεί στη σίγουρη διάλυσή του, για να μη θιγούν τα συμφέροντα των περιοίκων, αλλά αυτό δεν είναι λύση. Απλά πρέπει να γνωρίζουν καλά οι μοναχοί ότι μόνο αν κρατηθούν μακριά από τον τουρισμό, πέρα από το γεγονός ότι θα περισώσουν τα μοναστήρια τους, θα συνεχίσουν να απολαμβάνουν και του σεβασμού των γειτόνων τους.
Η τουριστική διείσδυση και η οικονομική πραγματικότητα
Το κείμενο αυτό, αγαπητοί, γράφεται για να επισημάνει τις αρνητικές επιπτώσεις της διεισδύσεως του τουρισμού στα μοναστήρια, οπότε καλό θα είναι να μην μένουν αναπάντητα τα επιχειρήματα των θιασωτών της μετατροπής αυτής των μοναστηριακών χώρων σε τουριστικά αξιοθέατα, ούτε να δημιουργούνται ψευδαισθήσεις επί του θέματος, ειδικά πάνω σε ανύποπτους μοναχούς.
Η πρώτη ψευδαίσθηση η οποία καλλιεργείται είναι ότι οι τουρίστες θα προσφέρουν περισσότερα από αυτά που προσφέρουν οι προσκυνητές, ενώ αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα (όπως άλλωστε έχει ήδη γραφτεί στην αρχή), είναι εντελώς το αντίθετο. Οι τουρίστες δηλαδή προσφέρουν στα μοναστήρια ελάχιστα σε σχέση με τους προσκυνητές, παρά το γεγονός ότι η οικονομική τους κατάσταση θεωρητικά είναι καλύτερη, διότι πολλοί από τους τουρίστες δεν είναι ορθόδοξοι χριστιανοί.
Όταν εισφέρει κανείς κάτι σ' ένα μοναστήρι, αισθάνεται ότι το προσφέρει στον Άγιο (ή την Αγία) του μοναστηριακού χώρου, από τον οποίο και ελπίζει να λάβει κάτι όπως: ευλογία, προστασία, επίλυση των προβλημάτων κ.λ.π. Συμβαίνει επίσης να δίδονται (από τους προσκυνητές βέβαια), χρηματικές εισφορές για μνημόνευση ονομάτων στην προσκομιδή, μνημόσυνα, παρακλήσεις, προσευχές κ.λ.π., πράγματα τα οποία σχετίζονται μόνον με τους Ορθοδόξους και ούτε καν αφορούν τους τουρίστες. Υπάρχει τέλος και το άναμμα του κεριού, το οποίο επίσης δεν αφορά τους τουρίστες.
Γενικά, οι τουρίστες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να εισφέρουν αυτά που προσφέρουν οι προσκυνητές. Απλώς κάποιοι απ' αυτούς αισθάνονται μία σχετική υποχρέωση για τη φιλοξενία (όταν υπάρχει), την οποία και ανταποδίδουν (όχι βέβαια πάντα) με κάποιες προαιρετικές χρηματικές εισφορές (Donations).... Όταν όμως τα μοναστήρια μετατραπούν σε αξιοθέατα, τότε ο αριθμός των τουριστών αυξάνεται υπερβολικά, οπότε αφ' ενός μεν η παραμονή των επισκεπτών αυτών στο μοναστήρι διαρκεί πολύ λίγο λόγω της μεγάλης πιέσεως που υπάρχει στο χρόνο, αφ' ετέρου, επειδή, η όλη παρουσία του πλήθους αυτού των τουριστών δυσκολεύει αρκετά τη ζωή των μοναχών, η υποδοχή γίνεται με μία σχετική δυσαρέσκεια (η οποία φυσικά δεν κρύβεται)...
Μία επισήμανση
Επειδή αναφερόμαστε στα οικονομικά, θα ήταν παράλειψη αν δεν επισημάνουμε και το εξής: Στο παρελθόν οι μοναχοί συντηρούντο με εργόχειρα, κήπους, κτηνοτροφία, ενοικιοστάσια κ.λ.π., ενώ σήμερα η συντήρηση των μοναστηριών γίνεται πλέον από αυτά που προσφέρουν οι προσκυνητές, τα οποία συνήθως είναι αρκετά για την κάλυψη των βασικών τουλάχιστον αναγκών των μοναχών.
Και τα έσοδα αυτά, πέρα από τον συνήθη οβολό του κεριού, είναι και οι χρηματικές εισφορές για μνημόνευση ονομάτων στην προσκομιδή, εισφορές για μνημόσυνα, για παρακλήσεις, ίσως και για προσωπικές προσευχές, οπότε τα ίδια τα έσοδα γίνονται αιτία να συντελούνται στο μοναστήρι λειτουργίες, άλλες ιεροτελεστίες, προσευχές κ.λ.π. Έτσι, οι χρηματικές αυτές εισφορές κάνουν τους μοναχούς να λειτουργούνται συχνότερα, να συμμετέχουν σε διάφορες ακολουθίες, να μνημονεύουν ονόματα, να προσεύχονται προσωπικά για τρίτους κ.λ.π., δηλαδή να δραστηριοποιούνται πάνω στην ιδιότητά τους και τελικά να ωφελούνται και οι ίδιοι πνευματικά.
Αντίθετα, τα έσοδα που εισπράττονται από τα μοναστήρια, τα οποία σιγά - σιγά μετατρέπονται σε τουριστικά αξιοθέατα, γίνονται αιτία οι μοναχοί να συναναστρέφονται διαρκώς με τους τουρίστες, από τους οποίους ούτε λαμβάνουν τίποτε (πνευματικό), ούτε προσφέρουν. Η διαρκής όμως αυτή συναναστροφή κάνει τους μοναχούς να χάνουν σιγά - σιγά την ταυτότητά τους και σταδιακά να εκκοσμικεύονται. Δηλαδή, όταν τα μοναστήρια λειτουργούν και συντηρούνται με τον πατροπαράδοτο τρόπο, ακόμη και τα έσοδα ωθούν τους μοναχούς να προσεγγίζουν την ταυτότητα του αληθινού μοναχού, ενώ όταν αυτά λειτουργούν ως τουριστικά αξιοθέατα, τα ίδια τα έσοδα τους κάνουν κοσμικούς.
Η υποχρέωση απέναντι στους προαπελθόντες πατέρες
Δεν θα είναι επίσης σωστό να παραλειφθεί και η αναφορά στην υποχρέωση της κάθε γενεάς μοναχών απέναντι στους προαπελθόντες πατέρες της μονής. Είναι σε όλους γνωστό ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία, πέρα από την φροντίδα για την σωτηρία των ζώντων, δεν αδιαφορεί και για την συμπαθή τάξη των κεκοιμημένων μελών της. Εκεί όμως όπου δίδεται ιδιαίτερη φροντίδα για τους κεκοιμημένους είναι τα μοναστήρια. Συγκεκριμένα, γι' αυτούς οι οποίοι κατά το παρελθόν υπηρέτησαν σ' αυτά, γίνονται από τους ζώντες αδελφούς της μονής ειδικά μνημόσυνα, τρισάγια, ατομικές προσευχές κ.λ.π., πέρα από την συνεχή μνημόνευση στην προσκομιδή.
Δεν είναι της στιγμής να γραφεί τι προσφέρουν στις ψυχές των κεκοιμημένων η μνημόνευση στην προσκομιδή, τα μνημόσυνα, τα τρισάγια, οι προσευχές κ.λ.π., απλώς αυτό που θα πρέπει να λεχθεί είναι ότι οι μοναχοί, έστω και κεκοιμημένοι διατηρούν την ελπίδα, φτάνει να συνεχίζεται η μοναχική ζωή εκεί όπου υπηρέτησαν.
Γράφτηκε προηγουμένως (και αναλύθηκε) ότι η μετατροπή των μοναστηριών σε τουριστικά αξιοθέατα γίνεται αιτία να μην προσέρχονται σ' αυτά νέοι μοναχοί, οπότε με την πάροδο των χρόνων στα μοναστήρια αυτά θα δημιουργηθεί φυσικά λειψανδρία και στη συνέχεια θα επέλθει η ερήμωσή τους.
Εδώ απλώς θα πρέπει να επισημανθεί ότι καλό θα είναι οι μοναχοί, αυτοί βέβαια οι οποίοι είναι θιασώτες της μετατροπής των μοναστηριών σε τουριστικά αξιοθέατα, να αναλογισθούν ότι καταστρέφοντας τα μοναστήρια τους, πέρα από το γεγονός ότι αυτό δεν θα ευαρεστούσε τους προστάτες Αγίους της κάθε μονής (για να μην πούμε ότι θα προκαλούσε την οργή τους), θα γίνουν αιτία να σταματήσει προφανώς και κάθε μνημόνευση των προαπελθόντων πατέρων (της μονής), μιας και δεν θα υπάρχουν πλέον μοναχοί στο μοναστήρι.
Αντίθετα, αυτοί οι οποίοι θα αγωνισθούν να διατηρηθεί η μοναχική ζωή στους χώρους τους, θα συνοδεύονται, εκτός από τη χάρη των Αγίων της μονής (μιας και θα συντελέσουν να παραμείνουν σε ζωή τα μοναστήρια που τους τιμούν), θα συνοδεύονται επίσης και με τις ευχές των προαπελθόντων κεκοιμημένων πατέρων που υπηρέτησαν στο μοναστήρι, γιατί θα γίνονται αιτία να συνεχίζεται η μνημόνευσή τους. Όταν δε και αυτοί (όσοι δηλαδή συνετέλεσαν στη διατήρηση της μοναχικής ζωής στους χώρους τους) απέλθουν από τη ζωή, θα λαμβάνουν με τη σειρά τους αυτά που προσέφεραν, δηλαδή ανάπαυση από τη μνημόνευση που θα κάνουν οι μεταγενέστεροι γι' αυτούς.
Η ευθύνη των μοναχών απέναντι στα μοναστήρια (Επίλογος)
Θα νόμιζε κανείς σύμφωνα με τα γραφόμενα ότι ο μοναχισμός αντιτίθεται στην τουριστική ανάπτυξη. Κάθε άλλο. Απλώς δεν πρέπει στο βωμό αυτής της «αναπτύξεως» να καταστρέψουμε τα μοναστήρια. Αν θέλουμε να διατηρηθεί ο μοναχισμός στο μέλλον στους ίδιους χώρους όπου και σήμερα βιώνεται, θα πρέπει τα μοναστήρια να λειτουργήσουν ανεξάρτητα από τον τουρισμό. Υπάρχουν άλλωστε πολλά μέρη να δουν οι τουρίστες, ας αφήσουμε τα πράγματα στην κανονική τους τάξη, τα αξιοθέατα για τους τουρίστες και τα μοναστήρια για τους προσκυνητές.
Αν πάλι θελήσουμε να προβληθεί ο Ορθόδοξος μοναχισμός και στους τουρίστες, θα μπορούσαν αφ’ ενός να επιλεγούν εγκαταλελειμμένα μοναστήρια τα οποία και να λειτουργήσουν ως μουσειακοί χώροι, αφ’ ετέρου να επιλεγούν και κάποια από τα έργα τέχνης τα οποία σήμερα βρίσκονται και κοσμούν τα μοναστήρια και να εκτεθούν (τα ίδια ή αντίγραφά τους) σε ειδικά μουσεία. Τελικά όμως, έστω και αν υπάρχουν λύσεις, ή τουριστική διείσδυση δεν πρόκειται να ανακοπεί εντελώς, οπότε η μετατροπή κάποιων μοναστηριών σε τουριστικά αξιοθέατα πρέπει να θεωρείται γεγονός.
Ο μοναχισμός βέβαια δεν πρόκειται να εξαλειφθεί, απλώς (όπως άλλωστε ήδη γράφτηκε), τα μοναστήρια που θα μετατραπούν σε αξιοθέατα σιγά - σιγά θα ερημώνουν και αυτοί που θα θέλουν να αφιερωθούν (ως μοναχοί) στο Θεό, θα κατευθύνονται σε χώρους με περισσότερη ησυχία και χωρίς τουρίστες.... Γιατί όμως; Υπάρχει λόγος να σβήσει η μοναχική ζωή στους χώρους όπου εδώ και αιώνες ακμάζει και οι επόμενες γενιές μοναχών να οδηγηθούν σε άλλους;
Υπάρχει λόγος να ερημώσουν τα πανέμορφα Ορθόδοξα μοναστήρια, έστω και αν κτισθούν αλλού άλλα, ή μήπως τα καινούρια θα γίνουν καλύτερα από τα παλιά; Κανένα έργο τέχνης δεν μπορεί κανείς να το αντικαταστήσει. Το περισσότερο που μπορεί να κάνει είναι να το διατηρήσει. Μπορεί επίσης και να το καταστρέψει ή να το εγκαταλείψει και να καταστραφεί από μόνο του.
Τα περισσότερα από τα σημερινά μοναστήρια είναι κάτι παραπάνω από έργα τέχνης. Περιέχονται άλλωστε και πολλά έργα τέχνης σ' αυτά. Εκτός όμως από τα αντικείμενα τέχνης, τα ίδια τα μοναστήρια είναι μνημεία τέχνης. Έχουν σπάνια αρχιτεκτονική, υπάρχει στο κάθε τι μία αισθητική, έχουν ταιριάσει υπέροχα στο φυσικό περιβάλλον όπου ευρίσκονται και πολλά άλλα.
Αυτό όμως που κάνει τα Ορθόδοξα μοναστήρια να ξεχωρίζουν και να υπερέχουν από κάθε άλλο αξιοθαύμαστο οικοδόμημα είναι η πλούσια χάρη που τα περιβάλλει. Είναι η ιδιαίτερη χάρη που περιβάλλει τόπους που προστατεύουν Άγιοι, τόπους όπου υπάρχουν Άγια λείψανα, θαυματουργές εικόνες, ιερά κειμήλια και συχνά τάφοι Αγίων.
Είναι επίσης η χάρη που περιβάλλει τόπους όπου έζησαν και πέθαναν οσιακά δεκάδες ίσως και εκατοντάδες ανώνυμοι μοναχοί, οι οποίοι ευαρέστησαν το Θεό και ευλογούν και αυτοί φυσικά τον τόπο της αθλήσεώς τους. Είναι τέλος η χάρη που περιβάλλει τόπους όπου και σήμερα διαβιώνουν και αγωνίζονται κάποιοι μοναχοί με καθημερινές ακολουθίες, νηστείες, αγρυπνίες, καθημερινή διακονία, προσωπικές προσευχές κ.λ.π.
Σε μερικά άλλωστε απ' αυτά έζησαν και επώνυμοι Άγιοι της Εκκλησίας μας, οπότε η ευλογία εκεί είναι μεγαλύτερη. Τα σημεία επίσης όπου κτίστηκαν δεν τα διάλεξαν άνθρωποι, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις η υπόδειξη ήταν Θεία. Αν ένα έργο τέχνης δεν μπορεί να αντικατασταθεί, είναι δυνατόν να αντικατασταθούν ή να μεταφερθούν τα μοναστήρια; Το μόνο που μπορεί να μεταφερθεί είναι οι μοναχοί, τα υπόλοιπα που υπάρχουν σ' αυτά θα μείνουν, θα εγκαταλειφθούν, θα χαθούν....
Αν δε τα μοναστήρια περάσουν στα χέρια κάποιων δημοσίων (ή ιδιωτικών) τουριστικών οργανισμών ή ακόμη και ιδιωτών, αυτά που θα συμβούν με τα Άγια λείψανα και τα άλλα ιερά κειμήλια καλό θα είναι να μην τα γράψει κανείς....
Το περισσότερο λοιπόν που μπορούν να κάνουν οι σημερινοί μοναχοί είναι να διατηρήσουν στη ζωή τους μοναστηριακούς χώρους που βιώνουν.
Μπορούν επίσης να τους οδηγήσουν στην ερήμωση, οπότε να τους καταστρέψουν. Σε καμία όμως περίπτωση δεν θα μπορέσουν να φτιάξουν άλλους σαν αυτούς. Ας ελπίσουμε ότι η κάθε γενιά μοναχών θα αναλάβει τις ευθύνες της απέναντι στα μοναστήρια όπου εγκαταβιώνει, θα τα κρατήσει μακριά από τον τουρισμό και θα κάνει ό,τι μπορεί για να τα διατηρήσει στη ζωή, ούτως ώστε να συνεχίζεται και στο μέλλον η μοναχική ζωή στα πανέμορφα και ευλογημένα μέρη όπου και σήμερα βιώνεται.
Τέλος
Και τω Θεώ Δόξα
oodeg













