Τρίτη 1 Μαΐου 2012
Κυριακή 29 Απριλίου 2012
" Μυροφόρες"
Δεν παρευρίσκονταν δε μόνο αυτές παρατηρώντας, όταν ενταφιαζόταν ο Κύριος, αλλά και άλλες γυναίκες, όπως ιστόρησε
ο Λουκάς γράφοντας' " παρακολουθώντας κάποιες γυναίκες που είχαν έλθει μαζί του από την Γαλιλαία, είδαν το μνημείο και την
σ' αυτό τοποθέτησι του σώματός του' ήσαν η Μαγδαληνή Μαρία και η Ιωάννα και η Μαρία του Ιακώβου και οι άλλες μαζί τους".
*******
******
Συ τον ναόν του σώματος,
7 Φαίνονται βέβαια να διαφωνούν κάπως οι Ευαγγελισταί μεταξύ τους τόσο για την ώρα, όσο και για τον αριθμό των γυναικών, επειδή, όπως είπα, οι Μυροφόρες ήσαν πολλές, και ήλθαν στον τάφο όχι μια φορά, αλλά και δύο και τρείς φορές, συντροφιά μεν, αλλ' όχι οι ίδιες, και κατά τον όρθρο μεν όλες, αλλ' όχι τον ίδιο χρόνο ακριβώς, η δε Μαγδαληνή ήλθε πάλι μόνη της
κι έμεινε περισσότερο. Κάθε ευαγγελιστής λοιπόν αναφέρει μια προσέλευσι μερικών και παραλείπει τις άλλες. 'Οπως δε εγώ υπολογίζω και συνάγω από όλους τους ευαγγελιστάς, σύμφωνα με όσα είπα προηγουμένως, πρώτη από όλες ήλθε στον τάφο του Υιού του Θεού η Θεοτόκος, έχοντας μαζί την Μαγδαληνή Μαρία.Τούτο κυρίως το συμπεραίνω από τον ευαγγελιστή Ματθαίο. Διότι λέγει,
" ήλθε η Μαγδαληνή Μαρία και η άλλη Μαρία ", που ήταν οπωσδήποτε η Θεομήτωρ, για να ιδούν τον τάφο...[...]
Εγώ πάντως νομίζω ότι γι'αυτήν πρώτη ανοίχθηκε ο ζωηφόρος εκείνος τάφος (διότι γι'αυτήν πρώτη και δι'αυτής έχουν ανοιχθεί σ'εμάς όλα, όσα είναι επάνω στον ουρανό και κάτω στη γή),
και ότι γι'αυτήν άστραπτε έτσι ο άγγελος, ώστε, αν και η ώρα ήταν ακόμη σκοτεινή, αυτή με το πλούσιο φως του αγγέλου όχι μόνο να ιδή τον τάφο κενό, αλλά και τα εντάφια να είναι τακτοποιημένα και πολυτρόπως να μαρτυρούν την έγερσι του ενταφιασθέντος.
10 "Αφού δε εξήλθαν", λέγει, "με φόβο και χαρά μεγάλη".
Εγώ νομίζω πάλι ότι τον μεν φόβο έχει ακόμη η Μαγδαληνή Μαρία και οι άλλες γυναίκες που είχαν έλθει έως τότε μαζί (διότι αυτές δεν κατενόησαν τη σημασία των λόγων του αγγέλου ούτε μπόρεσαν να συλλάβουν τελείως το φως, ώστε να ιδούν και να μάθουν ακριβώς), ενώ η Θεομήτωρ απέκτησε τη μεγάλη χαρά,
διότι κατενόησε τα λόγια του αγγέλου και παραδόθηκε ολόκληρη στο φώς, ως τελεία καθαρά και θείως χαριτωμένη, εγνώρισε με όλα αυτά την αλήθεια κι επίστευσε στον αρχάγγελο, επειδή αυτός από πολύ καιρό της εφάνηκε δια των έργων αξιόπιστος.
Πως άλλωστε, αφού ήταν παρούσα στα γεγονότα η θεόσοφος Παρθένος, δεν θα κατανούσε το συμβάν, αφού δηλαδή είδε σεισμό, και μάλιστα μεγάλο, άγγελο να κατέρχεται από τον ουρανό, και μάλιστα αστραποβόλο, τη νέκρωσι των φυλάκων και του λίθου την μετάθεσι, την κένωσι του τάφου και το μέγα θαύμα των ενταφίων, που ήταν άλυτα και συγκρατημένα με σμύρνα και αλόη και συγχρόνως εφαίνονταν αδειανά από το σώμα, και επι πλέον αφού έλαβε την χαρμόσυνη πρός αυτήν θέα και αγγελία του αγγέλου; 'Οταν δε εξήλθαν μετά τον ευαγγελισμό τούτον, η μεν Μαγδαληνή Μαρία, σαν να μη άκουσε καν τον άγγελο, αφού άλλωστε ούτε εκείνος ωμίλησε γι'αυτήν, διαπιστώνει μόνο την κένωσι του τάφου, χωρίς να αναφέρη καθόλου τα εντάφια' και τρέχει πρός τον Σίμωνα Πέτρο και τον άλλο μαθητή, όπως λέγει
ο Ιωάννης.[...]
15 Δεν ωφελεί τίποτε λοιπόν αδελφοί μου, εάν λέγη κανείς ότι έχει θεία πίστι, δεν έχει όμως έργα κατάλληλα στην πίστι.
Τι ωφέλησαν οι λαμπάδες τις μωρές παρθένους, αφού δεν είχαν έλαιο, δηλαδή τα έργα της αγάπης και της συμπάθειας; Τι ωφέλησε η επίκλησις του Αβραάμ σαν πατρός τον πλούσιο εκείνον που τηγανιζόταν στην άσβεστη φλόγα εξ αιτίας της ασυμπαθείας πρός τον Λάζαρο; Τι ωφέλησε η δήθεν ευπείθεια πρός την πρόσκλησι εκείνον τον άνθρωπο που δεν είχε αποκτήσει δια των αγαθών έργων ένδυμα κατάλληλο για το θείο γάμο και για τον άφθαρτο εκείνο νυμφώνα; Προσκλήθηκε μεν και προσήλθε, διότι επίστευσε οπωσδήποτε, και παρακάθησε με τους αγίους εκείνους συνδαιτυμόνες, αλλ' όταν εξεσκεπάσθηκε και καταισχύνθηκε, ως ενδεδυμένος την φαυλότητα από τα ήθη και τις πράξεις εδέθηκε ανηλεώς χειροπόδαρα κι ερρίφθηκε στη γέεννα του πυρός, όπου επικρατεί ο κλαυθμός και ο τρυγμός των οδόντων.
16 Αυτήν είθε να μη την δοκιμάση κανείς Χριστιανός, αλλ' επιδεικνύοντας όλοι διαγωγή πρέπουσα στην πίστι, να εισέλθωμε στον νυμφώνα της άφθαρτης ευφροσύνης και να ζήσωμε αιωνίως μαζί με τους αγίους εκεί, όπου είναι η κατοικία όλων των ευφραινομένων. Γένοιτο.
Παρασκευή 27 Απριλίου 2012
Τί; Πῶς; Ποιούς θά ψηφίσουμε;
Μέσα στήν τεσσαρακονθήμερη ἀναστάσιμη περίοδο ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι πιστοί διακατεχόμενοι ἀπό τό μοναδικό, παγκόσμιο, διαχρονικό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ θεανθρώπου Κυρίου, θά προσέλθουμε στίς κάλπες γιά νά ψηφίσουμε χωρίς φόβο, πάθος καί ἰδιοτέλεια.
Αὐτές οἱ ἐκλογές ἀπαιτοῦν ἀπό ὅλους μας ἰδιαιτέρα σύνεση καί διάκριση, ἀφοῦ καλούμαστε νά ἐκλέξουμε ἐκπροσώπους μας μέ ξεχωριστή ἀγάπη στούς Ἕλληνες πολῖτες, ἀδιάφθορους, ἔντιμους, φιλοπάτριδες, μέ ἐγνωσμένη, εἰ δυνατόν, ὀρθόδοξη φιλοθεΐα καί θυσιαστική φιλανθρωπία.
Ἀνθρώπους μέ ἁπλῆ ἀνθρωπιά πρός τούς ξένους καί μέ ἀκέραιο σεβασμό στήν ὑπερτρισχιλιετῆ ἱστορία τῆς χώρας μας, πού καταξιώθηκε ἀπό τούς ἐξαίρετους θεανθρώπινους θησαυρούς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί ζωῆς τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς και Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἔχει ἐκτονωθεῖ ἀπό τίς ψυχές μας ἕνα ὀγκωδέστατο πλέγμα ἀπό ὕβρεις, κατάρες, ἀγανάκτηση, ἄσπονδο - κοσμικά δικαιολογημένο - μῖσος, ἰδίως ἐκ τῶν κατατρεγμένων συμπολιτῶν μας ἐναντίον τῶν μή σπλαχνικῶν διαχειριστῶν τοῦ Ἔθνους μας, τῶν «ἀρχόντων» ἐχθρῶν μας.
Ἐπιτρέπει νά μειώνονται δραματικά θέσεις ἐργασίας καί στόν δημόσιο καί στόν ἰδιωτικό τομέα, νά παροπλίζονται ὅσοι παρέχουν ἰατροφαρμακευτική περίθαλψη στούς πολῖτες. Ἐπιτρέπει ὁ μόνος Φιλάνθρωπος νά περικόπτονται μισθοί καί συντάξεις καί νά γίνονται αὐτόχειρες ὄχι λίγοι, ἀλλά χιλιάδες ἀδύνατοι στήν πίστη καί ἀπελπισμένοι συνάνθρωποί μας.
Ἐπίσης ὅταν οἱ σταυρωτές Του περιγελώντας Τον ἔλεγαν: «εἰ Υἱός εἶ τοῦ θεοῦ, κατάβηθι ἀπό τοῦ Σταυροῦ ἵνα πιστεύσωμεν», ὅμως ὁ Παντοδύναμος, ὁ «δρακί κρατῶν τά σύμπαντα» δέν ξεκρεμάστηκε ἀπό τό σταυρικό ἰκρίωμα ἐνῷ ἄνετα, θεϊκά μποροῦσε νά γλυτώσει. Δέν θά γλύτωνε ὅμως τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τήν αἰώνια καταδυναστεία τοῦ θανάτου. Ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου διά τοῦ θανάτου Αὐτοῦ ἐπάτησε τόν θάνατον.
Πράγματι δέν ξέρουν τί κάνουν, ἀφοῦ ἡ κομματική πειθαρχία εἶναι ἡ πρώτη καταστατική, ὅπως φαίνεται, ὑποχρέωση γι’ αὐτούς, ὅπως καί ἡ ἄγνοια τοῦ περιεχομένου τῶν συμβάσεων πού ὑπέγραψαν καί … ἴσως κάποια bonus. Νά παρακαλέσουμε ἐπί πλέον νά τούς χαρίσει ὁ Σταυρωθείς Κύριος μετάνοια καί ἐν μετανοίᾳ ἀπολογία στή Μέλλουσα Κρίση.
anavaseis
Πέμπτη 26 Απριλίου 2012
Ο λαός πληρώνει τα σπασμένα, αλλά δεν εκβιάζεται
Δευτέρα 23 Απριλίου 2012
Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης τραγουδάει το Κυπριακό τραγούδι για τον Αη Γιώργη
Παρασκευή 20 Απριλίου 2012
Περί Εκλογών 1
Προχθές είχα μία συζήτηση και μου λέει κάποιος: «ναι, οι μασώνοι, οι καπιταλιστές γενικά, πιστεύουν στο Θεό. Ενώ οι μαρξιστές δεν πιστεύουν». Θα ήθελα λοιπόν, ίσως για τον περαιτέρω διάλογο, αδελφοί, να τονίσω αυτό το γεγονός. Θυμάμαι ότι ο Χριστός μας και με τούς Σαδδουκαίους, τούς φιλελεύθερους της εποχής τους, δεν συντάχθηκε˙ δεν συντάχθηκε όμως και με το συντηρητικό κατεστημένο της εποχής, το Φαρισαϊσμό. Αλλά για το Φαρισαϊσμό είπε τα «ουαί». Για τούς Σαδδουκαίους δεν ξέρω γιατί δεν τα είπε ή αν θα τα ‘λεγε. Αυτό σημαίνει για μένα, σαν έλληνα παπά, ότι η εκμετάλλευση της πίστεως από μια πλευρά ανθρώπων είναι χειρότερη από την άρνηση της πίστεως.
Απόσπασμα ομιλίας του π. Γεωργίου Μεταλληνού στον «Διάλογο Οορθοδοξίας – Μαρξισμού» που διοργάνωσε η Εταιρία Χριστιανικού Θεάτρου στην αίθουσα του «Παρνασσού» στις 13-15/12/1983 [κυκλοφορεί και σε βιβλίο από τον ΑΚΡΙΤΑ]
egolpio
Τρίτη 17 Απριλίου 2012
Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός - Πάσχα 2002.
Ομιλία του μακαριστού Γέροντος Ιωσήφ του Βατοπαιδινού στο Συνοδικό της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου την Κυριακή του Πάσχα του 2002.
Σάββατο 14 Απριλίου 2012
ΧΑΙΡΕΤΕ! -ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

Ο αναστάσιμος χαιρετισμός, που διαμορφώθηκε στην ελληνική γλώσσα και μεταδόθηκε σ’ όλους τους Ορθοδόξους και στον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, είναι το «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»! Δεν είναι λόγος ευχής, αλλά χαιρετισμός και διακήρυξη της πίστεως στο γεγονός της Ανάστασης του Χριστού, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον πιστό στον Χριστό άνθρωπο.
Πόσοι όμως γνωρίζουμε, ότι ο αναστάσιμος χαιρετισμός του Χριστού, αμέσως μετά την ανάστασή του, είναι ο (και πάλι) ελληνικός λόγος «Χαίρετε»!
Με αυτό τον χαιρετισμό απευθύνεται ο αναστάς Χριστός στις Μυροφόρες, μόλις βγήκαν από το «κενό μνημείο» (Ματθ. 28, 8-9).
Η συνήθης αυτή ελληνική προσφώνηση, από την εποχή των Ομηρικών επών, αποκτά τώρα μιαν ιδιαίτερη πνευματική και χριστιανική σημασία. Η λέξη ανανοηματοδοτείται, εντασσόμενη σε ένα καθαρά αγιοπνευματικό πλαίσιο, και γίνεται το πρώτο «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ» της χριστιανικής ιστορίας.
Οι Μυροφόρες βγαίνουν από το μνημείο , στο οποίο πήγαν, για να τελέσουν τα συνήθη νεκρικά έθιμα στον νεκρό Χριστό, με ανάμικτα συναισθήματα «φόβου και χαράς» (Ματθ. 28), κάτι το φυσιολογικό στη συνταρακτική πνευματική εμπειρία, που έζησαν, ακούοντας από τον Άγγελο, ότι ο Κύριός τους «ηγέρθη από των νεκρών» (στ.7).
Ο λόγος, λοιπόν, του Χριστού προς αυτές «Χαίρετε» αποκτά ειδική σημασία, που μπορεί να προσδιορισθεί με τα ακόλουθα λόγια: «Μη φοβείσθε (Ματθ. 28, 5), αλλά χαίρετε. Να αισθάνεσθε χαρά, διότι η Ανάσταση, ως έκφραση της αγάπης του Θεού, νικά τον φόβο (Α΄Ιω. 1,1), αλλά και τον θάνατο, κάθε είδος θανάτου, διότι είναι πηγή ζωής, ζωής αιωνίου. Εκ του τάφου ανέτειλε ζωή και ελπίδα».
Η Ανάσταση του Χριστού είναι , έτσι, πηγή χαράς και δεν μπορεί να εκφρασθεί αποδοτικότερα παρά με τον (ελληνικό) χαιρετισμό «Χαίρετε». Η λέξη δέχεται χριστιανικά μιαν υπέροχη υπέρβαση. Δεν μένει στην ενδοϊστορική πραγματικότητα, σχετιζόμενη με πρόσκαιρα αγαθά («χαίρε, υγίαινε», και σήμερα «γεια-χαρά»), αλλά συνδεόμενη με υπερφυσικές εμπειρίες, όπως η μετοχή στην ανάσταση του Χριστού και η βεβαιότητα για την νίκη πάνω στο θάνατο και την εξουσία του στον φθαρτό τούτο κόσμο.
Ο πιστός στον Χριστό Έλληνας έχει σαφή γνώση, ότι με την προσφώνηση «χαίρετε», που επαναλαμβάνει πολλές φορές την ημέρα, προσφωνεί τους άλλους με τον αναστάσιμο λόγο του Χριστού, καλώντας τους στη μετοχή στο γεγονός της Ανάστασης. Λέγοντας «Χαίρετε», ξέρει ότι λέγει «Χριστός ανέστη» με ένα άλλο τρόπο.
Οι συντελεστές του ράδιο φλόγα σας εύχονται Χριστός Aνέστη!!
Παρασκευή 13 Απριλίου 2012
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης – Παιδικὴ Πασχαλιά, Αναμνήσεις
Τὸν υἱόν της τὸν καπετὰν Κομνιανὸν τὸν ἐπαντρολογοῦσεν ἤδη ἡ γριὰ Κομνιανάκαινα, ἂν (καί) δὲν εἶχε χρονίσει ἀκόμη ἡ νύμφη της, ἡ μακαρῖτις.
Τὰ δυὸ ὀρφανά, μία κόρη ὀκταέτις καὶ ἓν τετραετὲς παιδίον, ἐφόρουν μαῦρα, κατάμαυρα, ὁποῦ ἐστενοχώρουν κ᾿ ἐχλώμιαιναν τὰ πτωχὰ κάτισχνα κορμάκια των, καὶ ἦτον καημὸς καρδιᾶς νὰ τὰ βλέπῃ τις.
Ἐνθύμιζαν τὸ δημῶδες δίστιχον:
Βαρύτερ᾿ ἀπ᾿ τὰ σίδερα εἶναι τὰ μαῦρα ροῦχα,
Γιατί τὰ φόρεσα κ᾿ ἐγὼ γιὰ μιὰν ἀγάπη πού ῾χα.
Ἡ γραῖα ἔκειτο ἐπὶ τῆς κλίνης καθ᾿ ὅλην τὴν ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, γογγύζουσα, ρέγχουσα, φωνάζουσα. Ἐβεβαίου ὅτι «ἀγγελιάστηκε» καὶ ἠτοιμάζετο ν᾿ ἀποθάνῃ. Ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Μόρφω, τὴν μικρὰν ἐγγονήν της, ἐργασίες ἀνωτέρας τῆς ἡλικίας τοῦ πτωχοῦ κορασίου. Αἴφνης, ἐν μέσω δυὸ γογγυσμῶν, ἔβαλε μίαν φωνήν, κ᾿ ἔκραζεν ἀπὸ τῆς κλίνης πρὸς τὴν ἐκτὸς τοῦ ἰσογείου θαλάμου πηγαινο- ἐρχομένην καὶ ὑπηρετοῦσαν παιδίσκην.
- Μὴ χύνῃς στὴν αὐλὴ τὰ νερά, χίλιες φορὲς σ᾿ τὸ εἶπα, στὸ νεροχύτη!
Κ᾿ ἐπανελάμβανε τοὺς ἀφορήτους στεναγμούς, ἐπιτείνουσα μάλιστα αὐτοὺς ὁσάκις τυχὸν πτωχὴ γειτόνισσα, μὴ τολμῶσα νὰ εἰσέλθῃ, ἤρχετο δειλῶς μέχρι τῆς θύρας καὶ ἠρώτα πῶς ἦτο ἡ ἀσθενής. Βεβαίως ἡ γριὰ – Κομνιανάκαινα ἔπασχεν, ἀλλ᾿ ἴσως ἐμεγαλοποίει τὸ πράγμα. Ἔκλαιε «τὰ νιάτα της», ἔλεγεν ὅτι δὲν θὰ προφθάση νὰ κάμῃ ἐφέτος Πάσχα. Ἡ γειτόνισσα ἡ Μηλιὰ ἐβεβαίου ὅτι ἡ γραῖα εἶχε καὶ «κομπόδεμα», ἀλλὰ ποὺ νὰ ἐμβάσῃ μέσα καμμίαν ἐκ τῶν γειτονισσῶν της! Ἐλλείψει ἄλλης ἀσθενείας ἦτον ἱκανὴ ν᾿ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν της. Δὲν ἐβάστα ἡ ψυχή της νὰ δώση κάτι τι εἷς μίαν πτωχὴν γυναίκα διὰ νὰ τὴν «κυττάξη» κ᾿ ἐπέβαλλε βαρείαν ἀγγαρείαν εἰς τὴν Μόρφω, ὀκταετῆ παιδίσκην. Ἐνίοτε παρελήρει ἀληθῶς. Εἶτα ἔβαλλε ἀγρίαν κραυγήν. Ἔκραζε τὴν παιδίσκην νὰ τὴν σκεπάσῃ μὲ τὸ σινδόνιον, ἀλλὰ χωρὶς αὔτη νὰ τὴν ἐγγίση κἄν, ἢ γερόντισσα ἔβαλλε τοιαύτην ὠρυγήν, ὥστε ἡ μικρὰ κατετρόμαζε.
Ὁ καπεταν-Κομνιανὸς ἔλειπε μὲ τὸ γολετί, κ᾿ ἐπεριμένετο νὰ ἔλθῃ. Εἶχε μαζί του, μὲ τὸ γολετί, καὶ τὸν πρωτότοκον υἱόν του, τὸν Γεώργην, δωδεκαετῆ παῖδα. Τοῦτο ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς καημοὺς τῆς γραίας, ὅτι ἔμελλε ν᾿ ἀποθάνη, ὡς ἔλεγε, χωρὶς νὰ ἐπανίδῃ τὸν υἱόν της, καὶ τὸν ἐγγονόν της τὸν μεγάλον, ὅστις ὠμοίαζε τόσον μὲ τὸν μακαρίτην τὸν πάππον του. Καὶ ποῖος νὰ τῆς σφαλήσῃ τὰ μάτια; Αἱ ἀνεψιαί της, ὑπανδρυμέναι καὶ αἱ δύο, τῆς ἐβαστοῦσαν κακίαν διὰ κάτι κληρονομικὰς διαφοράς, καὶ δὲν ἔσπασαν τὸ πόδι «οἱ λαχταρισμένες, οἱ ἀχρόνιαστες!» νὰ ἔλθουν νὰ τὴν ἰδοῦν. Οὕτω τῆς ἤρχετο καὶ αὐτῆς ν᾿ ἀποθάνῃ εἰς τὸ πεῖσμα των, ν᾿ ἀποθάνῃ χωρὶς νὰ τῆς φιλήσωσι τὴν χεῖρα.
Ἰατρός, ποῦ νὰ εὑρεθῇ; Εἶχεν αὐτὴ νὰ πληρώνῃ; Αὐτὴ ὤφειλε νὰ κάμνῃ οἰκονομίαν διὰ τὰ ὀρφανά, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ φθείρῃ τὸ βιὸ τοῦ υἱοῦ τῆς εἷς γιατρικὰ καὶ δὲν ξέρω τί. Ψευτογιάτρισσες! Κάμε τὴ δουλειά σου! Ἔχουν ἐμπιστοσύνην τώρα αὑταὶ αἱ γυναῖκες; Ὁ κόσμος ἐχάλασε, τί τὰ θέλεις! Ἔμβαζε αὐτὴ μὲς στὸ βιό της, μὲς στὰ καλά της, ξένην γυναῖκα; Τῆς ἤρχετο νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς τὰς γειτονίσσας τὴν ἰδίαν κραυγήν, δι᾿ ἧς ἀπεδίωκε τὸ πάλαι παρίσακτον ὄρνιθα ἀπὸ τὸν ὀρνιθῶνα της. Ξού, ξένη!…
Ὡς τόσον ἐπεθύμει νὰ ἤρχετο ὁ υἱός της διὰ νὰ τὸν νυμφεύσῃ νὰ τοῦ δώσῃ καὶ τὴν εὐχήν της. Σαράντα χρόνων ἄνθρωπος, κι ὁ κόσμος εἶναι πελάγος σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἀρμένιζε τώρα. Πῶς νὰ περάση τὴ ζωήν του χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς δεύτερον γάμον; Καὶ τὰ ὀρφανά, καὶ αὐτὰ θὰ εὕρισκαν μητέρα, μίαν καλὴν οἰκοκυρά, ἥτις ἀπὸ τώρα ἐπροσφέρετο μάλιστα νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ὑπηρετήσῃ εἰς τὴν ἀσθενειάν της. Ἀλλ᾿ ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα, μὴ θέλουσα νὰ παραβῆ τὴν ἀρχήν της, δὲν ἐδέχθη τὴν ἐκδούλευσιν.
Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἐκ τῶν δυὸ ὀρφανῶν ἡ Μόρφω, ἥτις εἶχεν ἤδη αἴσθησιν, ἂν δὲν ἐπεθύμει ν᾿ ἀποκτήση μητέρα, ἐνθυμεῖτο κ᾿ ἐλυπεῖτο τὴν μητέρα της. Ὁ Εὐαγγελινός, νήπιον τριετίζον ἐν καιρῶ τῆς συμφορᾶς, οὔτε ἤξευρε τίποτε, οὔτε ἐνθυμεῖτο. Ἔκλαιε μόνον ὅταν ἡ μάμμη τὸν ἐβίαζε νὰ φορέσῃ τὸν κατάμαυρον σάκκον του. Ἡ Μόρφω, λευκὴ καὶ ὠχρὰ μὲ τὰ μαῦρα φουστανάκια της, καὶ μὲ τὸν μαῦρον μανδήλιον τὸ σκεπάζον τὰ ξανθά της μαλλιά, ἦτο κατηφής, κ᾿ ἐνθυμεῖτο τὸ περυσινὸν Πάσχα, ὅταν ἔζη ἡ μήτηρ της. Ἡ ἀτυχὴς γυνὴ εἶχεν ἀποθάνει ἀπὸ τὴν γένναν της, τὸ παρελθὸν θέρος, καὶ τὸ βρέφος μετ᾿ αὐτῆς. Τώρα ἡ κορασὶς εἶχεν ἀντὶ τῆς καλῆς καὶ πονετικῆς μητρός, τὴν μάμμην μὲ τὴν ἀφόρητον παρεξενιά της, ἥτις ἐνῶ ἐβεβαίου ὅτι ὅλα τῆς ἐπόνουν, κεφαλή, λαιμός, χεῖρες, πόδες, πλαῖται, κοιλία, μέση καὶ τὰ λοιπά, πνιγομένη δὲ ἀπὸ τὸν βήχα καὶ γογγύζουσα δυνατὰ καὶ βάλλουσα κραυγὰς ἀγρίας, ἐφείδετο νὰ δώσῃ εἰς ἰατροὺς καὶ φάρμακα, αἴφνης ἠγείρετο, ὑποβαστάζουσα τὴν κοιλίαν της, ἠξήρχετο μέχρι τῆς θύρας, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὸν ἐκτὸς κόσμον κ᾿ ἔλεγεν:
- Ἄχ! Τί γλυκιὰ πού ῾ν᾿ ἡ ζωή!
Πέρυσι ὤ! πέρυσι τὴν Μεγάλην Πέμπτην πρωί, ἀφοῦ ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν ὅπου εἶχον μεταλάβει ὅλοι, ἡ καλὴ καὶ προκομμένη μήτηρ, καίτοι ἄγουσα ἤδη τὸν ἕβδομον μήνα τῆς ἐγκυμοσύνης της, ἀνεσφουγγώθη καὶ ἤρχισε νὰ βάφῃ ἐν τῇ χύτρᾳ τὰ αὐγά, μὲ ῥιζάρι, κιννάβαρι καὶ ὄξος. Εἶτα ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται εἷς τὴν θύραν ἀνὰ ζεύγη τὰ παιδία τῆς πολίχνης, μὲ τὸν ὑψηλὸν καλάμινον σταυρὸν στεφανωμένον μὲ ρόδα εὐώδη καὶ μὲ μήκωνας κατακοκκίνους, μὲ δενδρολίβανον καὶ μὲ ποικιλόχροα ἀγριολούλουδα, μὲ τὸν ἀποσπασθέντα ἀπὸ τ᾿ Ὀχτωήχι χάρτινον Ἐσταυρωμένον εἰς τὸ μέσον τοῦ σταυροῦ, καὶ μὲ ἐρυθρὸν μανδήλιον κυματίζον, μέλποντα τὸ ἄσμα:
Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνὶ μὲ κόκκινη παντιέρα;
Ἐκεῖ σταυρῶσαν τὸ Χριστὸ τὸν πάντων βασιλέα.
……………………………………………………….
Σύρε μητέρα μ᾿ στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα,
Κ᾿ ἐμένα νὰ μὲ καρτερῆς τὸ Σάββατο τὸ βράδυ
Ὅταν σημαίνουν ἐκκλησιὲς καὶ ψέλνουνε παπάδες,
Τότες καὶ σύ, μαννούλα μου, να᾿ χῆς χαρὲς μεγάλες.
Καὶ τί χαρὲς μεγάλες τῷ ὄντι, τί χαρὲς δ᾿ ὅλα τὰ παιδία! Καὶ ἢ καλῆ ἡ μήτηρ της προθυμότατα ἔδιδεν ἀνὰ δυὸ ἀρτιβαφὴ αὐγὰ εἰς ὅλα τὰ παιδία δυὸ αὐγὰ κόκκινα, καὶ τί εὐτυχία! τί νίκη! ἐνῷ ἡ μάμμη ἐφώναζεν ὅτι ἀρκετὰ παιδία ἦλθαν, καὶ ἀρκατὰ ἐτραγούδησαν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν καὶ ἀλλοῦ.
Μετὰ ταῦτα ἡ μήτηρ ἤρχισε νὰ ζυμώνῃ καὶ ἔπλασεν ἀρκετὲς κουλοῦρες μετ᾿ αὐγῶν διὰ τὸν σύζυγον, ἐπιδημοῦντα τότε, διὰ τὴν πενθεράν της, δι᾿ ἐαυτήν, διὰ τὲς κουμπάρες, ὡς καὶ μικρὲς «κοκῶνες» διὰ τὴν Μόρφω, διὰ τὸν Εὐαγγελινόν, διὰ τ᾿ ἀνεδεξίμια της καὶ διὰ τὰ πτωχὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς.
Κ᾿ ἐπειδὴ ὁ μικρὸς Εὐαγγελινὸς ἔκλαιε, λέγων ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη ἡ κοκώνα του, ἡ μήτηρ τοῦ ἔδιδεν ἄλλην νὰ ἐκλέξῃ ἀλλὰ αὐτὸς δὲν ἡμέρωνεν οὔτε ἤθελε νὰ ταιριασθῆ.
Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὰς ἤθελεν ὅλας διὰ τὸν ἐαυτόν του.
Καὶ τότε ἡ μήτηρ τὸν ἐπαρηγόρει λέγουσα ὅτι «τὸ Σάββατο τὸ βράδυ θὰ ῾ρθῆ ἡ κουρούνα (κρά, κρά!) νὰ φέρη τὸ τυρὶ καὶ τὸ κρέας (τσί, τσί!) καὶ τότε νὰ ἰδῆς τὸ παραμύθι. Πάρε Βαγγελινὲ τὸ τυρί, πάρε καὶ τὸ τσὶ-τσί, νὰ φᾶτε!»
Καὶ ὁ μικρὸς ἐψέλλιζε καὶ αὐτός, «θὰ᾿ θῆ ἡ κουούνα νὰ φέη τοῦ τσί-τσί», καὶ συνάπτων τὰς χεῖρας, δακτύλους μεταξὺ δακτύλων κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς μητρὸς τῆς γειτόνισσας τῆς Μηλιᾶς ἑξαετές, ἄνιπτον, ρακένδυτον, ὀκλάζον εἷς μίαν γωνίας, κρατοῦν τὴν κοκώνα του, τὴν ὁποίαν ἐκσέπτετο ἂν δὲν ἦτο καλὸν νὰ τὴ φάγῃ τώρα ποὺ εἶναι ζεστή, διεμαρτύρετο γρυλλίζον καὶ λέγον: «Ναί! Θα᾿ ρθῆ ἡ κουρούνα! ἄμ᾿ δὲ θὰ᾿ ρθῆ!» Καὶ τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἡ μήτηρ ὠδήγησε τὰ δυὸ παιδία εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου, ἀφοῦ ἔκαμαν τρεῖς γονυκλισίας πρὸ τοῦ ἀνθοστεφοὺς κουβουκλίου, ἠσπάσθησαν τὸν μυόπνοουν Ἐπιτάφιον, τὸ ἀργυρόχρυσον Εὐαγγέλιον μὲ τ᾿ ἀγγελούδια, καὶ τὸν Σταυρὸν μὲ τ᾿ ἀνθρωπάκια καὶ τὶς Παναγίτσες (τί χαρά, τί δόξα!), καὶ εἶτα ἐπέρασαν τρὶς ὑπὸ τὸν ὑψηλόν, μεγαλοπρεπῆ Ἐπιτάφιον, ὁ δ᾿ Εὐαγγελινὸς (ὅλα τὰ ἐνθυμεῖτο ἡ μικρὰ Μόρφω) ἀνέτρεψεν ἐξ ἀπροσεξίας πήλινον ἀμφορέα μὲ ὕδωρ, ἐξ ἐκείνων οὖς θέτουσιν ὑπὸ τὸν Ἐπιτάφιον πρὸς ἁγιασμόν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶσι τὸ ὕδωρ εἰς τὸ καματηρό, ἤτοι τοὺς μεταξοσκώληκας, καὶ εἰς ἄλλας χρείας, αἱ νεώτεραι μυροφόροι, γυναῖκες διακαῶς ποθοῦσαι «νὰ ξενυχτίσουν τὸν Χριστόν» μένουσαι ἄγρυπνοι ἐν τῷ ναῷ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, διότι ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου ψάλλεται ἐκεῖ τὸ Μέγα Σάββατον, περὶ ὄρθρον βαθύν. Ὁ ἀμφορεὺς πεσὼν ἐθραύσθη, ἡ δὲ γυνὴ ἧς ἦτο κτῆμα ὠργίσθη, καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἔχει «σὲ κακό της». Τότε ἡ μήτηρ τοῦ Εὐαγγελινοῦ, ἀφοῦ ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸ παιδίον, πειραχθεῖσα εἶπεν ὅτι «ἂν εἶναι κακό, ἂς εἶναι γιὰ μένα!» Καὶ τὴν πτωχὴν δὲν τὴν ηὖρε ὁ χρόνος.
Τὸ Μέγα Σάββατον δέ, μικρὸν μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ μήτηρ ἐξύπνισε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω, κ᾿ ἐνῷ σήμαιναν διὰ μακρῶν οἱ κώδωνες ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὅπου ἐψάλη τὸ «ὦ γλυκύ μου ἔαρ» καὶ ἄλλα ἀκόμη παθητικὰ ἄσματα. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀνημμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἷς τὸ ὕπαιθρο, ὑπὸ τὸ ἀμαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῶ ἡ αὐγὴ ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή, προπέμποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μὲ σειρᾶς λαμπάδων. Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέμα τὺς πυρσούς, χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ καὶ ἢ ἄνοιξις ἔπεμπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ ταφέντα, ὡς τὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή, «ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάμβανεν, «οἶμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!». Τὰ δὲ παιδία προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε Ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐψέλλιζε μετὰ τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον!
Καὶ ὕστερον, ὅταν ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, διαλύων τὴν ἀπαραίτητον ὁμίχλην τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, (ἥτις καθιστᾶ μελαψὴν μιγάδα τὴν ἡμέραν καὶ παμμέλαιναν ἀράβισσαν τὴν νύκτα) ὁ Εὐαγγελινὸς ἐξύπνησεν ἀπὸ τὰ βελάσματα τοῦ ἀρνίου, τὸ ὁποῖον ἠτοιμάζετο νὰ σφάξῃ διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ καπετὰν Κομνιανοῦ ὁ γείτονας Νικόλας, ὁ σύζυγος τῆς Μηλιᾶς.
Ὁ Εὐαγγελινὸς καὶ ἡ Μόρφω ἐξῆλθον εἰς τὸ προαύλιον. Τί ὡραῖον, τί ἥμερον, τί λευκόμαλλον ποὺ ἦτο τὸ ἀρνί! Καὶ πὼς ἐβέλαζε (μπέ! μπέ!) τὸ καημένο. Ἐν τούτοις δὲν ἐφαίνετο πολὺ δυσαρεστημένον, διότι ἔμελλε νὰ σφαγῇ. Καὶ ἄλλος Ἀμνὸς ἄμωμος, Ἀμνὸς αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ ἄλλος ἀτίμητος Ἀμνὸς ἐσφάγη…
Τὴν ἑσπέραν ἔφερεν οἴκαδε ὁ πατὴρ τᾶς πασχαλινὰς λαμπάδας, ὡραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τί χαρά! Τί θρίαμβος! Φαντασθῆτε ὡραίας μικρᾶς λαμπάδας, μὲ ἄνθη τεχνητά, μὲ χρυσόχαρτα. Ὁ Εὐαγγελινὸς ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν τῆς ἀδελφῆς του, λέγων, ὅτι ἐκείνη εἶναι μεγαλυτέρα. Ἡ μήτηρ τοῦ τὴν ἔδωκεν, ἀλλ᾿ ὃ μικρὸς τὴν ἔσπασε, ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζε μὲ αὐτήν, ἔσπασε καὶ τὴν ἰδικήν του, καὶ ὕστερον ἔβαλε τὰ κλάματα. Ὁ πατὴρ τοῦ ἠγόρασεν ἄλλην, ἀφοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ὑποσχεθῆ ὅτι δὲν θὰ τὴν πιάσῃ εἰς τὴν χεῖρα, ἕως τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν.
Ὁ μικρὸς ἀπεκοιμήθη κλαίων καὶ χαίρων.
Μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔγινεν ἡ Ἀνάστασις, καὶ ἤστραψεν ὁ ναὸς ὅλος, ἤστραψε καὶ ἡ πλατεία ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κηρίων, τὰ παιδία ἤρχισαν νὰ καίουν μετὰ κρότου σπίρτα καὶ μικρὰ πυροκρόταλα ἔξω εἰς τὸ πρόναον, καὶ τίνες παῖδες δεκαετεῖς ἐπυροβόλουν μὲ μικρὰ πιστόλια, ἄλλοι ἔρριπτον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους τὰ βαρέα καρφία μὲ τὰ καψύλια καταπτοοῦντες καὶ σκανδαλίζοντες τὰς πτωχὰς γραίας, αἵτινες, μεθ᾿ ὅλον τὸν διωγμὸν ὃν ἐκίνουν κατ᾿ αὐτῶν τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα κατ᾿ ἔτος οἱ ἐπίτροποι, ἀξιοῦντες νὰ περιορίσωσιν αὐτὰς εἰς τὸν γυναικωνίτην, οὐχ ἧττον ἐπέμενον καὶ παρεισέδυον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἀριστερά, εἰς τὴν μίαν κόγχην.
Εἷς δ᾿ ἐπίτροπος τῆς ἐπάνω ἐνορίας, ἄνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ὅτι ὅλοι οἱ ἐθελονταὶ ψάλται, νεανίαι εἰκοσαετεῖς, ἐφοίτων κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν κάτω ἐκκλησίας, εἷς δὲ τὴν ἐπάνω ἠναγκάζοντο νὰ ψάλλωσιν οἱ ἱερεῖς, τί ἐσοφίσθη; Πιάνει καὶ ἀποσπᾶ ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην τὰ καφάσια, τὰ δικτυωτά, δι᾿ ὧν ἐφράττοντο τέως αἱ γυναικεῖαι μορφαὶ ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφήνει τὸν γυναικωνίτην ἄφρακτον. Τότε διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς καὶ μουσόληπτοι νεανίσκοι ἀφῆκαν τὴν κάτω ἐκκλησίαν ἔρημον ψαλτῶν κ᾿ ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὴν ἐπάνω.
Εἶτα τὰ μικρὰ παιδία καὶ τίνες παιδίσκαι τετραετεῖς, μὲ τᾶς κομψὰς ποικιλτὰς λαμπάδας, ἐτάχθησαν ἀνὰ τὸν χορόν, περὶ τὰ δυὸ ἀναλόγια, καὶ παρὰ τὸ εἰκονοστάσιον, καὶ ἤρχισαν νὰ θορυβῶσι, νὰ παίζωσι, νὰ στάζωσιν εἰς τοὺς λαιμοὺς ἀλλήλων, καὶ νὰ τσουγκρίζωσι τὰ αὐγά των. Καὶ ἓν παιδίον ἑξαετές, πονηρότερον τῶν ἄλλων (ἦτο ὁ υἱὸς τῆς Μηλιᾶς τῆς γειτόνισσας) εἶχε πλαστὸν αὐγὸν εἰς τὸν κόλπον του, πωρώδη λίθον στρογγυλευμένον κοκκινοβαφὴ καὶ δι᾿ αὐτοῦ ἔσπαζε τὰ αὐγὰ ὅλων τῶν παιδιῶν, καὶ τὰ ἔπαιρνε, κατὰ τὴν συμφωνίαν, καὶ τὰ ἔτρωγε.
Μία παιδίσκη καὶ εἷς παῖς, πενταετής, ἤρχισαν νὰ φιλονικῶσι περὶ τοῦ τίνος ἡ λαμπάδα ἦτο εὐμορφότερα.
- Ὄχι, ἡ δική μου ἡ λαμπάδα εἶναι καλύτερη.
- Ὄχι, ἡ δική μου.
- Ἐμένα ὁ πατέρας μ᾿ τὴν ἐδιάλεξε, κ᾿ εἶναι πλιὸ καλή.
- Ἐμένα ἡ μάννα μ᾿ τὴν ἐστόλισε μονάχη της.
- Καὶ ξέρει νὰ κάμῃ λαμπάδες ἡ μάννα σ᾿;
- Ὄχι, δὲ ξέρει; Σὰν τὴ δική σ᾿!
- Τέτοια παλιολαμπάδα!
- Ναί, παλιολαμπάδα;… νά!…
- Νὰ κ᾿ ἐσύ!
- Νὰ κι ἄλλη μιά!
Καὶ ἤρχισαν νὰ τύπτουν ἀλύπητα τὰς κεφαλὰς ἀλλήλων μὲ τὰς λαμπάδας των, ἑωσοῦ ἔβαλαν τὰ κλάματα καὶ οἱ δύο.
Τὸ ἀπόγευμα πάλιν, ἀφοῦ ἐψάλη ἡ Β´ Ἀνάστασις κ᾿ ἔγινεν ἢ Ἀγάπη, ἐξῆλθαν ὅλοι εἰς τὴν πλατείαν κ᾿ ἐθεῶντο τὴν πυρπόλησιν τοῦ Ἑβραίου. Τί ἄσχημος καὶ τί εὐμορφοκαμωμένος ποὺ ἦτον ὁ Ἑβραῖος! Εἶχε μίαν χύτραν ὡς κεφαλήν, εἶχε καὶ λινάρι ὡς γένειον. Ἔφερε καὶ ζεῦγος γυαλιὰ (ἡ Μόρφω τὰ ἐνθυμεῖτο ὅλα), ὅμοια μ᾿ ἐκεῖνα ποὺ φορεῖ ἡ γραῖα μάμμη ὅταν ράπτῃ ἢ ἐμβαλώνῃ τὰ παλαιὰ ροῦχα της. Εἶχε κ᾿ ἕνα σακκούλι ἢ πουγγὶ κρεμασμένον εἰς τὸ ἀριστερὸν πλευρόν του. Ἐφόρει μακριά, μακριὰ φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐκρέμασαν ὑψηλὰ ὑψηλά, ἕως ἑπτὰ ὀργυιᾶς ἐπάνω, ἤρχισαν οἱ ἄνδρες νὰ τὸν μαστίζουν, νὰ τὸν τουφεκίζουν ὅλοι, ἕως ὅτου τὸν ἔκαυσαν.
Καὶ ὕστερον ἢ μήτηρ ἔστρωσε τὴν τράπεζαν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ παρέθεσε τὰ αὐγὰ τὰ κόκκινα, τὸ τυρί, ποὺ εἶχε φέρει ἡ κουρούνα, καὶ τὸ ἀρνὶ τὸ ψημένο, καὶ τὰ παιδία ἐκάθισαν εἷς τὴν τράπεζαν καὶ ἤρχισαν νὰ τσουγκρίζουν τὰ αὐγά των. Τί χαρά! τί ἀγαλλίασις!
Ἐφέτος, δηλαδὴ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τῆς δυστυχίας διὰ τὰ δυὸ ὀρφανὰ δὲν ἦτο πλέον ἐκεῖ οὔτε ὁ πατήρ των, ὅστις ἔλειπεν, οὔτε ἡ μήτηρ των, ἥτις ἐπῆγε μακρύτερα ἀκόμη. Ἀντὶ τῶν δύο ἦτο ἡ γηραιὰ μάμμη, ρογχάζουσα ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ γογγύζουσα. Ἀντὶ τῶν ἐπιχρύσων λαμπάδων, ἦσαν οἱ δυὸ τρεμοσβήνοντες καὶ βλοσυροὶ ὀφθαλμοί της. Ἀντὶ τῆς ἀθώας χαρᾶς, ἀντὶ τῆς ἀφάτου εὐτυχίας τοῦ παιδικοῦ Πάσχα, ἦτο ἡ λύπη ἡ βαρεῖα, ἡ ἀνεπανόρθωτος συμφορά.
Εὐτυχῶς ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα δὲν ἀπέθανε, καὶ ὁ υἱός της ἔφθασεν ἀπόπασχα μὲ τὸ γολεττί, καὶ ἤρχισε νὰ καλλωπίζηται καὶ νὰ στρίβῃ τὸν μύστακα ἀποβλέπων εἰς δεύτερον γάμον. Ἀλλά, διὰ τὰ δυὸ παιδία, τάχα θὰ ἐπανήρχετο πάλιν ἡ χαρὰ ἐκείνη, θ᾿ ἀνέτελλεν ἐκ νέου γλυκεῖα ἡ παιδικὴ Πασχαλιά; Διὰ τὸν Εὐαγγελινὸν ἴσως, διὰ τὴν Μόρφω ὅμως ποτέ. Αὕτη ᾐσθάνετο τὴν ἀπουσίαν τῆς μητρός της καὶ ἤξευρεν ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ τὴν ἐπανίδη πλέον ἐπὶ τῆς γῆς.
Γλυκεῖα Πασχαλιά, ἡ μήτηρ τῆς χαρᾶς! Γλυκεία μήτηρ, τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωσις!
Ἀλλ᾿ ὁ Χριστὸς ὑπεσχέθη νὰ πίῃ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς του καινὸν τὸ γέννημα τῆς ἀμπέλου ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Πατρός Του, καὶ οἱ ὑμνωδοὶ ἔψαλλον: «Ὢ Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ! δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς Βασιλείας Σου!».
vatopaidi















