.

.

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010

Χριστός γεννάται...


Μοναχού Μωυσέως, Αγιορείτου

.

.

Ο Χριστός γίνεται άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος Θεός. Ο άνθρωπος δίχως τον Χριστό γίνεται απάνθρωπος. Ο χριστιανισμός γέννησε τον ανθρωπισμό. Ο ανθρωπισμός παραμυθεί την ανθρωπότητα. Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο γυμνός, όπως ο κάθε άνθρωπος, που όμως δεν το συλλογιέται καλά. Αυτό, φρονούμε, είναι το μήνυμα των Χριστουγέννων

Ο νεοελληνικός βίος θέλει να απομακρυνθεί από τον Χριστό. Θεωρεί ότι περιορίζεται, ότι ασφυκτιά η ζωή του με τον Χριστό. Έτσι, ελεύθερος υποδουλώνεται σε διάφορα είδωλα. Η Ορθοδοξία δεν μιλά πια στην καρδιά του Νεοέλληνα. Τη γέννηση του Θεανθρώπου εορτάζει στη Β. Ευρώπη ή στην Άπω Ανατολή. Η Ευρώπη κι αυτή αποχριστιανισμένη. Ο ανθρωπισμός έγινε απανθρωπισμός.

Η αίσθηση της επίγειας αθανασίας οδηγεί τον άνθρωπο στο ασταμάτητο κυνηγητό της ηδονής, από τη σάρκα, το χρήμα και τη δόξα. Συχνά το αποτέλεσμα είναι οδυνηρό, μα ο άνθρωπος δεν το βάζει κάτω. Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο για να μας ανασηκώσει και να μας πει πως είμαστε παρεπίδημοι.

Τυφλωμένος και αχόρταγος ο άνθρωπος από τις απολαύσεις, έτσι εορτάζει και τις χριστιανικές εορτές και τα Χριστούγεννα. Αμφισβητώντας, αγνοώντας ή απορρίπτοντας το επέκεινα, ο άνθρωπος αφοσιώνεται όλος στο ενθάδε, στη μοναδικότητα του παρόντος, στην απόλαυση της ζωής. Η καθαρά αυτή υλιστική θεώρηση της ζωής δεν μπορεί να είναι μια αποτυχία του χριστιανισμού, που ποτέ κανέναν δεν μπορεί να εξουσιάσει, αλλά μια ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου στα γήινα, πρόσκαιρα και φθαρτά.

Η συρρίκνωση του ορθόδοξου βιώματος έκανε και τους Νεοέλληνες να εορτάζουν τις εορτές ανεόρταστα. Η αγορά, η κατανάλωση, η διαφήμιση, η μόδα, η διατροφή, η ενδυμασία, η απόλαυση όλων των υλικών αγαθών άφησε άχαρη την ψυχή.

Χριστούγεννα σε μια παραμορφωμένη Ελλάδα με πικρές στατιστικές.

Σαρκώνεται ο Χριστός για τη θέωση του ανθρώπου. Για την αναστήλωση του ιερού και μοναδικού του προσώπου. Ο Νεοέλληνας σφυρίζει αδιάφορα και αρκείται σε καλό φαΐ και κρασί, τηλεόραση, καναπέ ή πολυθρόνα και γλυκά. Το νήπιο Ιησούς απορεί για την κατάντια του μεγάλου θαύματος, του ανθρώπου. Που πιστεύει σε ό,τι βλέπει και πιάνει. Παραμελεί την ψυχή του. Αδιαφορεί για τα ερωτηματικά της συνειδήσεώς του. Απάνθρωπος βίος, αγενής συμπεριφορά, ατομισμός και αδιαφορία.

Για ποιους σαρκώθηκε ο Χριστός; Για όλους. Οι περισσότεροι τον περιφρονούν επιδεικτικά. Δηλαδή απέτυχε; Νομίζω εμείς αποτύχαμε και ακόμη δεν ταπεινωθήκαμε. Δεν καταλάβαμε ότι δεν έχει ανάγκη από δικηγόρους ο Χριστός. Από νωρίς κυνηγήθηκε ο Χριστός και έφυγε για την Αίγυπτο.

Η εξουσία φοβήθηκε την παρουσία του και κύλησε στο αίμα τα νήπια και γέμισε από θρήνους μητέρων η Σιών. Νομίζουμε πως κάτι είμαστε και κάτι κάνουμε. Δεν καταλάβαμε πως ως τιποτένιοι, απορριμμένοι και ταπεινοί κάτι κάποτε μπορούμε να κατορθώσουμε. Ας διακόψουμε τα πολλά λόγια και ας αφήσουμε να μιλήσει το παράδειγμα. Έχουμε μεγάλη ανάγκη σήμερα από συμπεριφορές και όχι από ομιλίες.

Το νήπιο Χριστός στη φάτνη της Βηθλεέμ είναι σιωπηλό κι όμως διδάσκει περίτρανα την ταπείνωση. Οι νεοέλληνες χριστιανοί ορθόδοξοι έχουν μεγάλη την ανάγκη της γνήσιας μετάνοιας και της αληθινής ταπείνωσης. Οι καιροί είναι δύσκολοι, μα μην τους κάνουμε δυσκολότερους. Ο νεοελληνικός προκλητικός, υπερκαταναλωτικός βίος καταντά απαράκλητος και άχαρος. Των Ελλήνων οι κοινότητες κατά τον Δ. Σαββόπουλο αξίζει να ξαναθυμηθούν την ομορφιά της συντροφιάς, τη χάρη της παρέας, την ωραιότητα του καλαμπουριού.

Και κατά τον Κ. Τσιρόπουλο την ευγένεια του πνεύματος που δίδαξαν με το βίο τους οι άγιοί μας. Παρ' όλα αυτά, αγαπητοί, "Χριστός γεννάται δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε, Χριστός επί γης υψώθητε, άσατε τω Κυρίω άσμα καινόν και εν ευφροσύνη ανυμνήσατε λαοί ότι δεδόξασται".


agioritikesmnimes.

Φωτογραφίες του Αγίου Όρους


agioritikesmnimes.

Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010

Οι Πατέρες της Εκκλησίας και η μεταπατερική «θεολογία»



Τοῦ Μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ γίνεται πολὺ λόγος γιὰ "νεοπατερικὴ σύνθεση", γιὰ "μεταπατερικὴ θεολογία", γιὰ "θεολογία τῆς συνάφειας" καὶ λοιπὰ φιλόδοξα καὶ κενόδοξα λυπηρὰ εὐφυολογήματα ὁρισμένων, ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ ἐπικρατήσουν, νὰ πρωτοτυπήσουν καὶ νὰ διαφοροποιηθοῦν. Ὅλα αὐτὰ δημιουργοῦν ἐκπλήξεις, ἀπορίες, λογισμοὺς καὶ σκέψεις. Μερικὲς ἀπὸ αὐτὲς συνοπτικὰ καὶ ταπεινὰ παρακάτω θὰ παρουσιάσουμε, ἀφοῦ ξανατονίσουμε μερικὲς γνωστὲς ἐκκλησιαστικὲς θέσεις.
Πρῶτος ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεὺς ὁμιλεῖ περὶ "ὀρθῆς θεολογίας" καὶ περὶ τῆς "ὄντως φιλοσοφίας καὶ ἀληθοῦς θεολογίας". Ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας ἀναφέρεται στὴν ἐκκλησιαστικὴ θεολογία λέγοντας: "Δύο γὰρ χορῶν τὴν τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Θεολογίαν ἀνθρώποις παραδεδωκότων, ὁ μὲν προφθάσας χορὸς ἦν ὁ Προφητικός, ὁ δὲ δεύτερος ἐπελθὼν ὁ τῶν ἀποστόλων καὶ μαθητῶν τοῦ Κυρίου". Πρῶτος Θεολόγος εἶναι ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, δεύτερος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνὸς καὶ τρίτος ὁ Συμεὼν ὁ Νέος. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος μὲ τὶς περίφημες ὁμιλίες του συγκροτεῖ σύστημα ἀληθειῶν τῆς Χριστιανικῆς πίστεως, διακηρύσσει τὴν τριαδικὴ θεότητα καὶ περιγράφει τὴν ἀνέφικτη οὐσία, τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες, τὴ συναλληλία τῶν τριῶν θεανδρικῶν προσώπων καὶ τὴν περὶ αὐτῶν γνώση..... Θεολογία σημαίνει ἀκριβὴς λόγος περὶ Θεοῦ, ἡ ἀλήθεια τῆς πίστεως, ὁ τρόπος ἐγγίσεως πρὸς τὸν Θεό, ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ κατὰ χάρη καὶ μέθεξη τελείωση τοῦ πιστοῦ, ἡ ἐμπειρία τοῦ ζῶντος Θεοῦ, ἡ ἀποκάλυψη Αὐτοῦ στὴ ζωή μας, ἡ ἀνακαίνιση καὶ μεταμόρφωση τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου. Ὑπάρχουν διάφοροι δρόμοι γιὰ τὴν προσέγγιση τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ κάθε πιστὸς ἐπιλέγει τὸν πιὸ κατάλληλο. Ὅλοι οἱ δρόμοι ὅμως ἔχουν ταπείνωση καὶ ἀγάπη.

Πρῶτοι Θεολόγοι εἶναι οἱ ἀπόστολοι, κατόπιν οἱ ἀπολογητές, οἱ μεγάλοι πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅλοι οἱ Ἅγιοι. Ἡ χριστιανικὴ Θεολογία εἶναι ἡ ἀληθινὴ φιλοσοφία, ἡ ὁποία περικλείει τὰ γνήσια περὶ Θεοῦ διδάγματα. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στὴν Ἀντιόχεια καὶ τὴν Κωνσταντινούπολη ὁδηγοῦν τὴ Θεολογία σ᾽ ἕνα διακριτικὸ καὶ νηφάλιο χριστοκεντρισμό. Οἱ Καππαδόκες πατέρες τόνισαν κυρίως τὴ διάκριση θείας οὐσίας καὶ ἐνεργείας. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὅπως ἀργότερα καὶ ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀποτελοῦν γνήσια καὶ συστηματικὴ σύνοψη τοῦ ὅλου πατερικοῦ πνεύματος. Ἡ μυστικὴ θεολογία, τὸ ρεῦμα τῶν ἱερῶν ἡσυχαστῶν ἔχει λαμπροὺς ἐκπροσώπους ἀπὸ τὸν Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη ἕως τὸν Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο καὶ ἄλλους κατοπινούς.

Ἡ ἀπὸ ἐτῶν ἐπικρατήσασα τάση ἐπιστροφῆς στοὺς πατέρες ὑπὸ τοῦ μεγάλου θεολόγου π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ ἔδωσε πολλοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους γευόμεθα μέχρι σήμερα. Μακρυὰ ἀπὸ τὴ δυτικὴ δικανικὴ κι εὐσεβιστικὴ θεολογία ἡ ὀρθόδοξη θεολογία τόνισε τὴν ἐν Χριστῷ ἀναγέννηση καὶ μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου διὰ τῆς θέας καὶ μεθέξεως τοῦ Θεοῦ ἐντὸς τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας διὰ νήψεως, ἀσκήσεως, προσευχῆς, μυστηριακῆς ζωῆς, καθάρσεως, φωτισμοῦ καὶ ἁγιασμοῦ. Ὁ δυτικὸς σχολαστικισμὸς ἀπέβη ἀνιαρὸς καὶ κουραστικός. Οἱ ἀπελευθερωτικές, μοντέρνες, πρωτότυπες, καινοφανεῖς ἰδέες ὁρισμένων ἀνατολικῶν Θεολόγων εἶναι προβληματικές. Ὁ προτεσταντισμὸς ἐπέμενε στὴν πίστη μόνο καὶ ὄχι στὰ δόγματα καὶ τὴ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Ἅγιος Διάδοχος Ἐπίσκοπος Φωτικῆς Θεολογία ὀνομάζει τὴν ἐντρύφηση στὸν Θεὸ καὶ τὴ μετ᾽ αὐτοῦ κοινωνία, διὰ τῆς μελέτης καὶ τῆς προσευχῆς. Ὁ Θεόγνωστος ὡς προϋποθέσεις τῆς Θεολογίας καὶ τῆς καθαρῆς θεωρίας ἀναφέρει τὸν καθαρὸ βίο καὶ τὸν καθαρὸ νοῦ. Θεολογία εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς μετὰ τοῦ Θεοῦ ἀναστροφῆς. Ἡ Θεοπτία εἶναι ὑπέρτερη τῆς Θεολογίας καὶ ὁ Θεόπτης ἀνώτερος τοῦ Θεολόγου.

Οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ μεγάλοι Θεολόγοι αὐτῆς. Εἶναι οἱ θεοφόροι, οἱ θεόπνευστοι, οἱ θεοκίνητοι, οἱ φωτισμένοι, οἱ ὀρθοτομοῦντες τὸν λόγο τῆς ἀληθείας μὲ τὴ ζωή τους, τὸν λόγο τους καὶ τὰ ἔργα τους. Τὸ ὕφος τῶν θεολογικῶν τους ἀναβάσεων ὑπάρχει ὄχι μόνο ἀπὸ τὴ συνεχῆ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ βίωμά τους, ἀφοῦ ὁ ἁγιογραφικὸς λόγος ἔγινε φιλότιμη ἀποδοχὴ τῆς καρδιᾶς τους. Ὅλοι οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου τους καὶ τὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία τους.

Εἶναι μεγάλη ἀνάγκη σήμερα νὰ ἐπιστρέψουμε ξανὰ στὶς ἁγιοπατερικὲς πηγές, τὶς ἀστείρευτες καὶ ζωοπάροχες πάντοτε. Πατέρες μεγάλοι δὲν εἶναι μόνο οἱ ἀρχαῖοι ἀλλὰ καὶ οἱ νεώτεροι, ποὺ βαδίζουν στὰ ἴχνη ἐκείνων κι ἔχουν μεγαλύτερη πεῖρα ἀπὸ τὸ χρήσιμο παρελθὸν τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ σύγχρονοι θεολόγοι εἶναι μεγάλη ἀνάγκη νὰ μαθητεύσουν πιστὰ στὰ ἔργα τῶν ἁγίων πατέρων μας. Ἡ διαστρέβλωση ἢ ἄγνοια τῆς ἱερᾶς παραδόσεως καὶ ἡ δημιουργία μίας νέας Θεολογίας, μετὰ τοὺς πατέρες, ποὺ θεωροῦνται ξεπερασμένοι, μὲ μία γλῶσσα κουλτουριάρικη, ὅλο σύνθετες ὁρολογίες, ἀκατανόητη ἐνίοτε καὶ στοὺς ἴδιους, νεοθεολογία ἀντιασκητική, ἄκοπη, ἄμοχθη, εὔκολη, χαρούμενη καὶ λίαν εὐχάριστη, ὡς ρηχή, χλιαρὴ κι ἐπιπόλαιη.

Τί σημαίνει ἆραγε Θεολογία τῆς συνάφειας; Κατ᾽ ἀρχὰς συνάφεια, κατὰ τὸ λεξικό τοῦ Γ. Μπαμπινιώτη, σημαίνει σχέση, ὁμοιότητα, συνάρτηση, συσχετισμὸς μεταξὺ πραγμάτων μὲ κοινὰ στοιχεῖα. Ὁ ὅρος αὐτὸς παρουσιάζεται ἀρκετὰ ἀσαφής. Σὲ διαχριστιανικὲς συναντήσεις παρουσιάσθηκε μία μεσουβέζικη ἑνότητα, γιὰ νὰ μὴ φανοῦν οἱ χριστιανοὶ διχασμένοι στοὺς ἀλλοθρήσκους. Ἄφησαν τὶς βασικὲς δογματικὲς διαφορὲς καὶ παρουσιάσθηκαν ὡς φίλοι καὶ συνεργάτες στὴ φιλανθρωπία, τὴν οἰκολογία, τὸν εἰρηνισμὸ καὶ τὸν ἀγαπισμό. Προτιμήθηκαν λόγοι κοινωνικῆς δικαιοσύνης καὶ οὑμανισμοῦ καὶ ὄχι οἱ μεγάλες ἀλήθειες τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Στὴν ἀκαινοτόμητη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ἔχουμε συνάντηση διαφόρων "ἐκκλησιῶν", γιατὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία, ἁγία καὶ ἀποστολική, δὲν εἶναι κοινοπραξία, συναιτερισμός, σύνδεσμος, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία ποὺ σώζει, λυτρώνει, ἁγιάζει, θεώνει, τελειοποιεῖ. Τὸ βαθὺ σωτηριολογικὸ περιεχόμενο εἶναι ἀδιανόητο καὶ ἀνεπίτρεπτο νὰ διαστρεβλώνεται ἀπὸ Ὀρθοδόξους Θεολόγους καὶ μάλιστα κληρικούς.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν γέρασαν, δὲν ξεπεράσθηκαν, δὲν ἔληξαν καὶ δὲν ἐξαντλήθηκαν. Δὲν ὑπάρχει Θεολογία μετὰ τοὺς πατέρες, ἀλλὰ μὲ τοὺς Πατέρες. Οἱ Πατέρες βασίζονται στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ κινοῦνται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Εἶναι "τὰ δοχεῖα τοῦ πνεύματος", "οἱ θεόφθογγοι σάλπιγγες", "τὰ πάγχρυσα στόματα", "οἱ λύρες τοῦ πνεύματος", "τὰ πυξία τῆς χάριτος", "τὰ ἄνθη τοῦ παραδείσου". Ὀρθόδοξη Θεολογία δίχως προσωπικὸ ἀγώνα, ἄσκηση, νήψη καὶ θεῖο φωτισμὸ δὲν ὑπάρχει, ὅπως δὲν ὑπάρχει καὶ Θεολογία δίχως τοὺς Θεοφόρους Πατέρες. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες, οἱ διδάσκαλοι τῆς Οἰκουμένης, δὲν εἶχαν κανένα ἄγχος νὰ κάνουν τοὺς σπουδαίους συγγραφεῖς, οὔτε εἶχαν ποτὲ καμία ἀγωνία νὰ πρωτοτυπήσουν, νὰ ἐντυπωσιάσουν, νὰ παρουσιάσουν κάτι νεοφανές, ὥστε νὰ τοὺς δοξάσουν. Οἱ Πατέρες ἔγραψαν καὶ μίλησαν, ὅταν ὑπῆρχε μεγάλη ἀνάγκη τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν θέλησαν ν᾽ ἀναπτύξουν νέες προσωπικὲς θεωρίες καὶ φιλοσοφικὰ θεωρήματα. Λουσμένοι στὸ φῶς τῆς Θεοπτίας ταπεινὰ κατέθεσαν ὑψηλὲς ἀλήθειες, ἑρμηνεύοντάς τες θεοφώτιστα, σωτήριες ἀλήθειες, ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἀποκάλυψε στὸν κόσμο.

Οἱ Πατέρες δὲν ἀνήκουν στὸ χθὲς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ στὸ σήμερα. Δὲν μποροῦμε νὰ μιλοῦμε γιὰ τὸ πρὶν καὶ τὸ μετὰ τῶν Πατέρων. Εἶναι σὰν νὰ θεωροῦμε ὅτι τοὺς ξεπεράσαμε, ὅτι ὅ,τι εἶχαν νὰ δώσουν μᾶς τὸ ἔδωσαν, δὲν χρειάζονται τώρα πιά, μποροῦμε νὰ προχωρήσουμε καὶ δίχως αὐτούς, εἴμαστε κι ἐμεῖς πατέρες, δὲν ὑστεροῦμε… Ὅλα αὐτὰ θυμίζουν προτεσταντικὲς ἀπόψεις περὶ κύρους, αὐθεντίας καὶ ἀνεξαρτοποιήσεως. Οἱ Πατέρες ἀκολουθοῦν τὰ ἴχνη τῶν Ἀποστόλων καὶ τοῦ Κυρίου καὶ οἱ νεώτεροι Πατέρες βαδίζουν στὰ ἴχνη τῶν προκατόχων τους Πατέρων. Ἡ αὐθαιρεσία εἶναι αἵρεση στὴν Ὀρθοδοξία.

Πολλὰ ἀπ᾽ ὅσα εἰπώθηκαν σὲ θεολογικὸ συνέδριο τὸν περασμένο Ἰούνιο στὴ Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος μὲ θέμα "Νεοπατερικὴ σύνθεση ἢ μεταπατερικὴ θεολογία• τὸ αἴτημα τῆς θεολογίας τῆς συνάφειας στὴν Ὀρθοδοξία" εἶναι ἀπαράδεκτα. Ἀμφισβητεῖται ἡ προσφορὰ τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, ἡ μοναδικὴ ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας, προτείνεται τὸ ξεπέρασμα τῶν Πατέρων, ὑποτιμᾶται ἡ Παράδοση, ψέγεται ἡ Θεολογία μας ὅτι περιέχει μύθους, δὲν πρωτοτυπεῖ, νὰ γίνει ὑπέρβαση τῶν Πατέρων, ἐπαναπροσδιορισμὸς τῶν δογμάτων… Μία Ὀρθόδοξη Θεολογικὴ Ἀκαδημία δὲν μπορεῖ νὰ προσκαλεῖ εἰσηγητὲς καὶ νὰ καταθέτουν ὅτι φαντάζονται καὶ τοὺς ἀρέσει…

Μήπως ἀντὶ γιὰ κριτικὴ τῶν Πατέρων χρειάζεται αὐτοκριτική; Μήπως θὰ πρέπει νὰ γίνει καλύτερη μελέτη τῶν Πατέρων καὶ ὄχι τὸ ξεπέρασμά τους; Μία θεολογία ποὺ ἀναιρεῖ ἐλεύθερα τὴν προσφορὰ τῶν Πατέρων προτεσταντίζει. Μία ἀνατρεπτικὴ θεολογία δημιουργεῖ καὶ δὲν λύνει προβλήματα. Ἡ Θεολογία ν᾽ ἀναπτυχθεῖ δίχως ὑπερφίαλη γνώση, πρωτότυπα εὐφυολογήματα, αὐθαίρετες ἑρμηνεῖες καὶ νέους τοκετούς, ἀλλὰ στὸ κλίμα τῆς σεμνότητος, τῆς ταπεινότητος, τῆς ἀσκητικότητος, τῆς νηφαλιότητος καὶ παραδοσιακότητος τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ Ἐκκλησία μας γεννᾶ Ἁγίους καὶ σώζει ψυχές. Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ Ἁγίους Θεολόγους. Ἡ Θεολογία ἡ Ὀρθόδοξη μεγαλύνεται μὲ τὴ χάρη τοῦ πανσθενουργοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὶς πρεσβεῖες τῶν Ἁγίων, τῶν κορυφαίων Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων.

Ορθόδοξος Τύπος, 17/12/2010

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

Συνέντευξη με τον Παντελή Θαλασσινό.

Mία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του αξιόλογου Ελληνα μουσικού, Παντελή Θαλασσινού, ο οποίος στο πρώτο βίντεο μιλάει για την παγκοσμιοποίηση, την τηλεόραση, τους Ελληνες καλλιτέχνες, τους Ελληνες του εξωτερικού κ.α και στο δεύτερο για την μεγάλη του αγάπη την ΑΕΚ.





axion-esti.blogspot.com

«Σ’ αγαπώ γιατί είσαι συ»




Μητροπολίτου Σισανίου και Σιατίστης π. Παύλου


Αρρωστημένη θρησκευτικότητα και αγωγή
(Β)μερος



Η σχέση τώρα του ανθρώπου με το Θεό. Ένα μεγάλο θέμα. Μια προσεκτική ματιά θα μας κάνει να δούμε ότι πολλές φορές είμαστε μάρτυρες μιας μεγάλης αρρωστημένης θρησκευτικότητας. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι άρρωστοι θρησκευτικά, που έχουν αρρωστημένη θρησκευτικότητα. Μια θρησκευτικότητα που στερείται και την ελευθερία και την αγάπη. Αρρωστημένη θρησκευτικότητα όσον άφορα στον εαυτό μας, αρρωστημένη θρησκευτικότητα όσον άφορα αυτήν που πάμε να προσφέρουμε στους άλλους. Ποιά είναι η σχέση του ανθρώπου με το Θεό; Είναι μια υπεύθυνη σχέση, και είναι μια σχέση ελευθερίας και από την πλευρά του ανθρώπου και από την πλευρά του Θεού. Ουσιαστικά είπαμε για την ελευθερία του Θεού. Ο άνθρωπος στο Θεό πηγαίνει ελεύθερα. Τί σημαίνει ελεύθερα; Σημαίνει υπεύθυνα. Σημαίνει ότι πηγαίνει εν επιγνώσει. Σημαίνει ότι δεν ζητάει από τον Θεό να του κάνει το κέφι του αλλά ζητάει να γνωρίσει την αλήθεια και το πρόσωπο του Θεού. Πηγαίνει υπεύθυνα, που σημαίνει, πηγαίνει γιατί εμπιστεύεται το πρόσωπό Του και το Λόγο Του, και το εμπιστεύεται «κατά πάντα και διά πάντα». Δεν ζητάει από το Θεό, σαν τον Φαρισαίο, να είναι μάρτυρας της καλοσύνης του και της αρετής του. Γιατί; Γιατί η συναίσθηση της ευθύνης έρχεται να μας φανερώσει πόσο άρρωστοι είμαστε πολλές φορές. Γιατί άρρωστος είναι ο άνθρωπος που λειτουργεί εγωιστικά, άρρωστος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι Αγάπη, όσο κι αν λέει ότι έχει αγάπη. Γιατί αυτό που λέμε ότι έχουμε, το διαψεύδει η καθημερινότητά μας. Η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό λοιπόν, είναι μια σχέση ευθύνης του ανθρώπου. Ο άνθρωπος πηγαίνει όντως στο Θεό και πηγαίνει γιατί Τον εμπιστεύεται. Τον αγαπά. Τί σημαίνει Τον εμπιστεύεται ; Λέει η οπισθάμβωνος Ευχή· «Πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί καταβαίνον». Αυτό έχει και μια δεύτερη ανάγνωση. Ό, τι κατέρχεται άνωθεν είναι «δόσις αγα­θή» και «δώρημα τέλειον». Δηλαδή; Δηλαδή και μια αρρώστια και μια δοκιμασία και ένας θάνατος. Εμείς όμως, που δεν κατανοήσαμε τη σχέση μας αυτή, ουσιαστικά δεν εμπιστευόμαστε τον Θεό. Νομίζουμε ότι ο Θεός τότε τα λέει καλά, όταν συμφωνεί μαζί μας, γιατί ακριβώς έχουμε μια λαθεμένη θρησκευτικότητα. Εμπιστεύομαι λοιπόν την αγάπη του Θεού και δεν πηγαίνω στον Θεό με το ζόρι. Ο Θεός, ούτε εμένα ούτε εσάς έχει ανάγκη. Υπήρχε πριν από μας και μπορεί να υπάρχει και χωρίς εμάς. Κι είναι σημαντικό να το καταλάβουμε. Γιατί μερικές φορές θεωρούμε ότι ο Θεός είναι υποχρεωμένος σε μας, γιατί νηστεύουμε, γιατί πάμε στην εκκλησία. Είναι γνωστή η φράση που προέρχεται από τα χείλη, πολλές φορές, ευσεβών ανθρώπων: «Γιατί, Θεέ μου, σε μένα;». Δηλαδή, γιατί όχι σε σένα; Γιατί σε μένα; Τί σημαίνει αυτό το ερώτημα; Πόσο λίγο εμπιστευόμαστε. Και δεν καταλάβαμε κάτι. Ακριβώς γι’ αυτό σε μας. Γιατί έχουμε οικοδομήσει μια λαθεμένη οικοδομή και επειδή ο Θεός μας αγαπάει δεν μας αφήνει στην πλάνη μας και μας παραχωρεί τη δοκιμασία που φέρνει στην επιφάνεια ποιοί πραγματικά είμαστε. Κάποτε ένα πρόσωπο, το οποίο εργάστηκε χρόνια ολόκληρα μέσα στην Εκκλησία ασθένησε, και είπε αυτό: «Γιατί, Θεέ μου, σε μένα;». Κι εγώ του παρήγγειλα: «Γιατί όχι σε σένα; Πρώτον, και δεύτερον, το ερώτημα σου είναι και η απάντηση. Όταν παλιότερα εσύ πήγαινες σε κάποιον ασθενή να τον παρηγορήσεις, τί του έλεγες; Γιατί δεν τα λες τώρα στον εαυτό σου; Από αυτά τα καλούπια ο Θεός πάει να σε βγάλει». Και έτσι ήτανε, ο Θεός ετοίμασε το πρόσωπο αυτό, το ωρίμασε. Γιατί; Γιατί ο Θεός θέλει «πάντας ανθρώπους σωθήναι». Και η σωτηρία είναι η ζωή με Εκείνον.

Είναι πολύ σημαντικό λοιπόν να προσέξουμε μήπως η θρησκευτικότητά μας και η πίστη μας είναι αρρωστημένη. Γιατί η αρρωστημένη θρησκευτικότητα επηρεάζει την κατάσταση του σπιτιού μας, επηρεάζει την αγωγή που δίνουμε στα παιδιά μας και πολλές φορές εξηγεί γιατί είναι αποτυχημένη αυτή η αγωγή, όταν εμείς προσπαθούμε να διορθώσουμε το έργο του Θεού, ενώ ο Θεός μας έδωσε τη δυνατότητα να πούμε ακόμα και σ’ Αυτόν, όχι. Εμείς θέλουμε να τ’ απαγορεύσουμε αυτό από τα παιδιά μας. Από αγάπη, λέμε. Σα να μη μας αγαπούσε ο Θεός. Έτσι λοιπόν, είναι πάρα πολύ σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι μια υγιής σχέση του Θεού με τον άνθρωπο έχει αυτά τα δύο θεμέλια. Την ελευθερία του ανθρώπου, που πηγαίνει ελεύθερα στον Θεό γιατί Τον αγαπά και Τον εμπιστεύεται, και την αγάπη του Θεού.

Ελευθερία και αγάπη μέσα στο γάμο

Ας έρθουμε όμως λιγάκι πιο κοντά σε πιο ανθρώπινα πράγματα. Τί συμβαίνει μ’ ένα ζευγάρι ανθρώπων; Πού θεμελιώνεται αυτή η σχέση κι αυτός ο γάμος; Δεν μπορεί να έχει άλλο θεμέλιο, παρά στην Ελευθερία και στην Αγάπη. Πόσες φορές επιδιώκουμε να αλλάξουμε τον άλλον, να αφομοιώσουμε τον άλλον; Αυτό σημαίνει πως δεν τον αγαπάμε. Γιατί, στην πραγματικότητα. γνώρισες έναν άνθρωπο τον αγάπησες γι’ αυτό που είναι, τώρα γιατί θες να τον αλλάξεις; Και με τί κριτήριο θέλεις; Με το κριτήριο ότι εσύ είσαι καλύτερος από εκείνον; Εκείνη ή εκείνον; Ποιό είναι το κριτήριο; Και γιατί αυτό το κριτήριο δεν είναι εγωιστικό, δικό σου; Ο γάμος είναι ο μόνος χώρος που ένα κι ένα κάνει πάλι ένα. Έχουμε ένα πρόσωπο, μία ανδρόγυνη φύση, στα δύο αυτά πρόσωπα. Είπαμε ποιό είναι το καλούπι: «Μονάς εν τριάδι, και τριάς εν μονάδι». Δεν υπάρχει άλλο σταθερότερο θεμέλιο από την Ελευθερία και την Αγάπη σαν θεμέλιο αυτής της σχέσης. Πολύ περισσότερο όταν αυτή η ελευθερία κι αυτή η αγάπη μπολιάζεται στη Χάρη του Θεού και γίνεται -γι’ αυτό ο γάμος είναι μυστήριο- ελευθερία και αγάπη του Θεού, που προσφέρεται στον άνθρωπο.

Τί σημαίνει Ελευθερία; Σεβασμός της ετερότητας του άλλου. Βρήκες έναν άνθρωπο. Αυτός ο άνθρωπος είναι κάτι άλλο από σένα. Πώς αυτό το υπολογίζεις; Πόσο το εκτιμάς; Ακόμα περισσότερο πόσο θεωρείς δώρο του Θεού την ετερότητα του άλλου ανθρώπου με ό,τι χαρίσματα μα κι ελαττώματα αν έχει. Εάν πραγματικά αγαπώ τον άλλον, θέλω να παραμείνει έτερος, γιατί τότε μόνο θα μπορώ να τον αγαπώ. Αν τον άλλο θέλω να τον αφομοιώσω, εάν θέλω να γίνει σαν κι εμένα, δεν τον αγαπώ, θέλω να υποτάξω την προσωπικότητά του. Κι αυτό δείχνει δύο λάθη. Ότι θεωρώ τον εαυτό μου κριτήριο, απ’ όποιον κι αν γίνεται η κίνηση αυτή και ότι δεν σέβομαι την ετερότητα του άλλου. Όπου υπάρχει αληθινή ελευθερία, υπάρχει κι αληθινή αγάπη. Κι αυτή δεν οδηγεί στην αφομοίωση ούτε στην ισοπέδωση, αλλά στην αναγνώριση του άλλου.

Πού οδηγεί μια σχέση μέσα στην ελευθερία και στην αγάπη; Σ’ ένα διάλογο των δύο προσώπων. Πρώτον γιατί είναι έτεροι· και δεύτερον γιατί αγαπώνται. Γι’ αυτό διαλέγονται. Κι αυτός ο διάλογος είναι ένας πλούτος. Γιατί κι ο καθένας είναι ένας πλούτος για τον άλλον, κι είναι σημαντικό να τον ανακαλύψουμε. Ο στόχος είναι η διαρκής ανακάλυψη του άλλου. Πολλές φορές νομίζουμε ότι ξέρουμε καλά τον άνθρωπό μας κι αποδεικνύεται ότι δεν τον ξέρουμε. Και πολλές φορές έχουν περάσει κάποια χρόνια κι έρχεται η κρίση. Γιατί; Γιατί αυτό που διαρκώς πιέζαμε κάποια στιγμή κάνει την έκρηξή του. Θέλω να σας θυμίσω το στίχο ενός όμορφου τραγουδιού· «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι συ». Έχετε σκεφθεί καθόλου το μήνυμα που κομίζει αυτός ο στίχος; Σ’ αγαπώ, και μπορώ να σ’ αγαπώ, γιατί δεν είσαι γώ. Αυτή είναι η πρώτη του ερμηνεία. Ουσιαστικά δεν σ’ αγαπώ, αν θέλω εσύ να γίνεις εγώ.

Μέσα από τη διαφορετικότητα του κάθε προσώπου, μέσα στην αγάπη, επιτυγχάνεται ένας διαρκής εμπλουτισμός της σχέσης. Αλλιώς, όπως λένε, στον κόσμο και στην κοινωνία, «παλιώνει η σχέση και ο γάμος». Όμως παλιώνει γιατί εμείς τον αφήνουμε και παλιώνει. Εάν δε σκεφθείτε την δυνατότητα του καθενός ανθρώπου να αγιάζεται και να μετέχει όλο και περισσότερο της δόξης του Θεού και της χάριτός Του, τότε διαρκώς μπορούμε να έχουμε έναν καινούργιο άνθρωπο. Αλλά εμείς προσπαθούμε να διορθώσουμε τα έργα του Θεού νομίζοντας ότι ξέρουμε καλύτερα τί πρέπει να κάνουμε· θα το δούμε ακόμα τραγικότερα το θέμα, όταν φτάσουμε σε μια άλλη σχέση, πολύ βασική και καθημερινή.

(Μητροπ. Σισανίου και Σιατίστης Παύλου, «Ελευθερία και Αγάπη οι βασικές συντεταγμένες των ανθρωπίνων σχέσεων.» Συλλογικός τόμος, «Ονειρεύομαι μια οικογένεια και ένα σχολείο», εκδ. Αρχονταρίκι)

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΜΜΕ - Η μετάδοση της θείας λατρείας


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου


Πριν ένα μήνα, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων Πρωτοκλήτεια 2010, που διοργανώνει η Μητρόπολις Πατρών, πραγματοποιήθηκε στη Χριστιανική Στέγη Πατρών εκδήλωση με θέμα: "Σύγχρονος τρόπος εκφοράς του Εκκλησιαστικού λόγου. Εκκλησιαστικά Μέσα Ενημερώσεως και Επικοινωνίας".
Μεταξύ των προσκεκλημένων ομιλητών (π. Πολύκαρπος Μπόγρης, Στυλιανός Μυστακίδης) ήταν ο Διευθυντής του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος, θεολόγος
Αλέξανδρος Κατσιάρας, ο οποίος με σοβαρότητα και θεολογική τεκμηρίωση εξέφρασε τους προβληματισμούς του για μια σειρά από σχετικά θέματα, όπως η ραδιοφωνική και τηλεοπτική μετάδοση των ακολουθιών και δη της Θ. Λειτουργίας, η μέσω των Μέσων επικοινωνίας (διά της μετάδοσης της λατρείας) εισπήδηση σε άλλη Μητρόπολη, η παρουσία των χριστιανών στα Μέσα που δεν πρέπει να ξεχωρίζουν αλλά ταυτόχρονα πρέπει να διακρίνονται - κι αυτό είναι μια αέναη σχοινοβασία - και άλλα παρόμοια, που αμφισβητούν τα αυτονόητα για τους σημερινούς χριστιανούς της Ελλάδος, οι οποίοι αλλοτριωμένοι από την Δύση θεωρούν τα εκκλησιαστικά μέσα "ιεραποστολικά" και ως εκ τούτου όλα είναι θεμιτά, στο πλαίσιο της "διάδοσης του Ευαγγελίου".
Ο Αλέξανδρος Κατσιάρας ανέλυσε τις έννοιες της Εκκλησίας και του προσώπου και κατέδειξε πως εκλαμβάνονται τελείως διαφορετικά στη Δύση, όπου η φύση κυριαρχεί και άρα τα ΜΜΕ είναι συμβατά με την δυτική θεολογία και πρακτική.
Στην Ορθοδοξία όμως η έννοια της σωτηρίας ως προσωπικού γεγονότος και η έννοια της Βασιλείας που δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αναπαρασταθεί, ούτε καν η εδώ πρόγευσή της μέσα στην Εκκλησία, “δυναμιτίζουν” την χρήση των ΜΜΕ που κινούνται εντός της ιστορίας και – αναπόφευκτα – εντός του μερικού και αποσπασματικού.


Μεταξύ άλλων τόνισε ο Αλέξανδρος Κατσιάρας:
Δεν μπορεί να μεταδίδεται κυρίως η Θεία Λειτουργία και τα μυστήρια, αλλά και οι ιερές ακολουθίες, διότι είναι ακολουθίες που απαιτούν τη σωματική παρουσία του πιστού στο ναό και συνάμα είναι γεγονότα που παραπέμπουν σε κάτι εκτός της ιστορίας. Οι συνέπειες της μετάδοσης της λατρείας και της εσωτερικής ζωής της εκκλησιαστικής κοινότητας, φαίνεται να είναι σοβαρές. Ουσιαστικά συνθέτουν το φαινόμενο που ονομάζουμε εκκσμίκευση, αφού η εκκλησιαστική ζωή, αν μπορεί να αναπαρασταθεί, σημαίνει ότι είναι αποκλειστικά ένα γεγονός φύσεως και όχι προσώπου, όπως λένε οι Καππαδόκες Πατέρες.
Θα αναφέρω κάποιες απ' αυτές τις συνέπειες. Η μετάδοση της λατρείας από τα ΜΜΕ καταργεί την έννοια της Εκκλησίας ως προσωπικής σχέσης και συνάντησης του όλου ανθρώπου, αφού εισάγει την έννοια της παρακολούθησης, κι έτσι εισάγει το απρόσωπο το αποσπασματικό στοιχείο στη ζωή της Εκκλησίας. Αλλά το απρόσωπο στοιχείο ταυτίζεται με το παγκοσμιοποιημένο ή το ατομικό και εν τέλει με το δαιμονικό.
Πέρα από τη λατρεία, και το κήρυγμα εντός της Θείας Λειτουργίας και οι άλλες λειτουργίες της Εκκλησίας, όπως η κατήχηση, η ποιμαντική, η ιεραποστολή, δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτούσιες στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση ή στο διαδίκτυο. Εξ'άλλου ο Απόστολος Παύλος λέει: “Η ζωή ημών κέκρυπται”. Όλες αυτές οι λειτουργίες προϋποθέτουν την προσψπική σχέση, την ένταξη κάποιου στην εκκλησιαστική κοινότητα, την πρόσωπο προς πρόσωπο συνάντηση με τον Επίσκοπο για να καρποφορήσουν.
Τα ΜΜΕ αυτή τη μετοχή δεν μπορούν να την υποκαταστήσουν. Δεν μπορεί να υποκατασταθεί μια προσωπική σχέση από μια νεκρή συσκευή. Ό,τι αναπαράγουν τα ΜΜΕ είναι αποσπασματικό, μαζικό, αλλά το εκκλησιαστικό δεν μπορεί να είναι μαζικό.


Οι παραπάνω θεολογικές απόψεις του Αλέξανδρου Κατσιάρα χαρακτηρίστηκαν από το ακροατήριό του ως “καλογερικές” ή “συντηρητικές”, πράγμα που αποδεικνύει ότι η χρήση των ΜΜΕ στη ζωή της Εκκλησίας έχει νομιμοποιηθεί πλήρως και κάθε θεολογικός λόγος που αμφισβητεί αυτή την άνευ όρων παράδοση στη βουλιμία των Μέσων και στην δι' αυτών ανθρωπαρέσκεια των εκκλησιαστικών ταγών, ακούγεται παράταιρος και αναχρονιστικός, ενώ στην ουσία είναι ο πιο μοντέρνος, ως λόγος που μας εισάγει στην προοπτική της Βασιλείας.
Τα όσα είπε ο Αλέξανδρος Κατσιάρας δεν είναι τίποτε άλλο παρά θεολογικές θέσεις και άλλων θεολόγων του καιρού μας .


Ολόκληρη την εκδήλωση μπορεί να παρακολουθήσει ο κάθε ενδιαφερόμενος από το διαδικτυακό κανάλι intv.gr


panagiotisandriopoulos

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

Ιατρείο η Εκκλησία

Μητροπολίτου Λεμεσού,π. Αθανασίου

Θα προσπαθήσουμε παιδιά να έχουμε μια σειρά ομιλιών σα μια βάση για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στην αληθινή γνώση της πνευματικής ζωής, διότι οι πατέρες της εκκλησίας μας, έδιδαν πολλή βάση και πολλή προσοχή, ώστε ο άνθρωπος από την αρχή που θα αρχίσει να ξεκινήσει την πνευματική του ζωή να βάλει πολύ σωστά τα πράγματα μέσα του.

Διότι η πνευματική ζωή, η εν Χριστώ ζωή έχει πολλή λεπτότητα, και πολλή ακρίβεια. Είναι παραδείγματος χάριν όπως μια χημική εξίσωση στην οποία τα στοιχεία πρέπει να μπουν με πολύ σωστό τρόπο, διότι αν δεν τοποθετηθούν σωστά θα έχουμε λάθος αποτελέσματα και καμιά φορά αυτά τα αποτελέσματα είναι πολύ οδυνηρά κυρίως στον πνευματικό χώρο, στην πνευματική πορεία μας, και έτσι έδιδαν πολύ προσοχή ώστε από την αρχή που θα αρχίσει ο άνθρωπος να λάβει σωστές γνώσεις, την σωστή γνώση.

Γι’ αυτό και εγώ θεώρησα καλό να αρχίσουμε να μιλούμε από την πρώτη βάση, από την βάση αυτή της γνώσεως του ανθρώπου. Οι Άγιοι Πατέρες αν και ήσαν άνθρωποι πνευματικοί και θεολόγοι, όχι με την έννοια των σημερινών που σπουδάζουν σε πανεπιστήμια και παίρνουν ένα χαρτί που λέει θεολόγοι, αλλά ήταν θεολόγοι άνθρωποι οι οποίοι μιλούσαν με τον Θεόν.

Ομιλούσαν περί Θεού από την εμπειρία τους, έγραψαν λόγους και έργα περί του ανθρώπου. Ακόμα ξέρετε ότι η αγία γραφή, η παλαιά διαθήκη αρχίζει τον λόγο της προς τους ανθρώπους με το να ομιλεί περί της κτήσεως του κόσμου και της κτίσεως του ανθρώπου. Έτσι λοιπόν και εγώ σήμερα θα προσπαθήσω να πω μερικά πράγματα γι’ αυτό το μεγάλο γεγονός, για να καταλάβουμε το πόση σημασία έχει το να είναι κανείς άνθρωπος και το ότι πόση σημασία έχει το ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος και έδωσε σε εμάς την δυνατότητα να γίνουμε Θεοί.

Γι’ αυτό λοιπόν θα πω μερικά πράγματα που ασφαλώς θα ξέρετε κι από τα σχολεία από τα παιδικά χρόνια αλλά είναι απαραίτητα για να μπορέσουμε πάνω σε αυτά, να οικοδομήσουμε το υπόλοιπο οικοδόμημα, το οποίο με την χάρη του Θεού θα προσπαθήσουμε να επιτύχουμε.

Είναι γνωστό σε όλους μας ότι λέμε στην εκκλησία, ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος για να θεώσει τον άνθρωπο. Εμείς οι σημερινοί άνθρωποι, δηλαδή οι άνθρωποι οι μετά την πτώση του πρώτου Αδάμ, δηλαδή του πρώτου ανθρώπου, δεν γνωρίζουμε πώς ο άνθρωπος βγήκε από τα χέρια του Θεού. Ξέρουμε βέβαια από την Αγία Γραφή ότι ο Θεός έκανε τον άνθρωπον κατ’ εικόνα Του και καθ’ ομοίωση Του.

Η Αγία Γραφή δεν είναι ένα βιβλίο επιστημονικό ούτε βιβλίο ανθρωπολογίας, ούτε γεωγραφίας, ούτε αστρονομίας, ούτε τίποτα από όλα αυτά. Και είναι γελοίοι φόβοι αυτοί οι οποίοι παρουσιάζονται κατά καιρούς οι οποίοι φοβούνται μήπως αν τυχόν βρεθούν απολιθώματα ή αν τυχόν βρεθούν αστροναύτες, οι οποίοι θα ανακαλύψουν άλλες ζωές σε άλλους πλανήτες, τότε τί θα πάθει η εκκλησία δηλαδή, και τί θα πάθει η Αγία Γραφή, τρόπον τινά κινδυνεύει να καταρρεύσει.

Δεν υπάρχει κανένας τέτοιος κίνδυνος διότι η Αγία Γραφή μίλησε περί άλλου γεγονότος. Το γεγονός το οποίο αφορά εμάς τους χριστιανούς είναι ότι ο Θεός εκ του μη όντος, εκ του μηδενός, από άπειρη αγάπη κινούμενος δημιούργησε τον άνθρωπον. Δημιούργησε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα δική Του και καθ’ ομοίωσιν Του.

Δηλαδή του έδωσε την εικόνα του, όλα τα χαρίσματα που έχει αυτός, δηλαδή τρόπον τινά έκανε ένα αντίτυπο του εαυτού του, μία φωτογραφία του εαυτού του, αυτό σημαίνει κατ’ εικόνα. Όσα έχει ο Θεός στην φύση του τα έδωσε ως δώρο, ως δωρεά-χάρη, σε μας, και έτσι δεικνύει την μεγάλη αξία του ανθρώπου, διότι ο άνθρωπος είναι ο βασιλιάς όλης της κτήσεως, είναι το κέντρο ολοκλήρου της δημιουργίας.

Γνωρίζουμε από την αποκάλυψη ότι ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, ο οποίος είχε ως κύριο έργο στον παράδεισο (σ’ αυτόν τον χώρο που ο Θεός τον έβαλε, λειτουργούσαν όλες οι δυνάμεις μέσα του φυσιολογικά). Κι έτσι ολόκληρη η αγάπη του, ολόκληρη η επιθυμία του, ολόκληρος ο νους του, ολόκληρη η καρδιά του, η ισχύς του η δύναμή του, λειτουργούσαν προς τον Θεόν και δια του Θεού στη κτίση. Αγκάλιαζε τη κτίση ολόκληρη με φυσικό τρόπο ο Αδάμ, διότι ολόκληρες οι δυνάμεις του ήσαν ενοποιημένες δεν είχε ακόμα διασπασθεί η προσωπικότητά του.

Ξέρουμε ότι μετά την παράβαση της εντολής του Θεού αμέσως διακόπηκε η κοινωνία με το Θεό, διασπάσθηκε η προσωπικότητα και έτσι έχουμε πλέον την εισβολή μέσα στον άνθρωπο των παθών και της αμαρτίας. Η αμαρτία και τα πάθη δεν είναι τίποτε άλλο παρά διαστροφές των ανθρωπίνων κατά φύσιν ενεργειών αυτών δηλαδή των δωρεών που ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο. Δηλαδή ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο την αγάπη, αφού αυτός είναι αγάπη, και διεστράφη η αγάπη και έγινε μίσος. Από ανιδιοτελής αγάπη έγινε ιδιοτελής αγάπη.

Ο Θεός έδωσε στο νου του ανθρώπου ως έργο, την αδιάλειπτη προσευχή, η αδιάλειπτη προσευχή δεν είναι τίποτε άλλο πάρα η συνεχής θεωρία του Θεού, κι όμως με την πτώση σταμάτησε αυτό το έργο και ο νους στράφηκε στην ύλη, στράφηκε στον κόσμο, στη κτίση και ελάτρευσε την κτίση αντί τον Κτίστη. Και έτσι έχουμε τα γεννήματα της ειδωλολατρίας; η οποία βέβαια δεν ήταν μόνον προ Χριστού αλλά συνεχίζει μέχρι σήμερα με διαφορετικές φάσεις και με διαφορετικά ενδύματα.

Έχουμε την πορεία του ανθρώπου μέσα στους αιώνες, έχουμε την αποκάλυψη του Θεού στον εκλεκτό λαό του Ισραήλ, και εν συνεχεία την εισβολή του Θεού στον κόσμο, τη σάρκωση του Θεού Λόγου. Ο Χριστός ήλθε στο κόσμο, όχι για να μας δώσει το ευαγγέλιο ως σύνολο αληθειών. Το ευαγγέλιο δεν είναι ένα βιβλίο όπως το κοράνι το οποίο έπεσε από τον ουρανό και λέει μέσα φιλοσοφίες οι οποίες είναι έτσι αφ’ εαυτού τους στηριγμένες έτσι για να αποτελούν ένα νόμο και ένα κώδικα στους ανθρώπους. Το ευαγγέλιο δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εμπειρία των Αποστόλων που ζούσαν μαζί με το Χριστό.

Ο Χριστός ήλθε στο κόσμο όχι για να μας αποκαλύψει ιδέες, ή για να μας δώσει μια φιλοσοφία, ή μερικές αρχές, αλλά ήλθε στο κόσμο για να μας δώσει τον Εαυτό Του, ο οποίος δίδεται στο κόσμο καθημερινά στην εκκλησία στη θεία ευχαριστία. Αυτό ήταν το νόημα της σαρκώσεως του Θεού Λόγου.

Και δίδοντας τον Εαυτό Του στο κόσμο, ταυτόχρονα ανέλαβε το κόσμο επάνω του, έγινε άνθρωπος, θέωσε την ανθρώπινη φύση τη δική Του, την ανέλαβε στον ουρανό, την κάθισε εκ δεξιών του Θεού Πατρός και εν συνεχεία μας έδειξε ότι και σε εμάς πλέον ανήκει αυτός ο δρόμος και αυτή η θέση της δόξας του ανθρωπίνου σώματος, του ανθρώπου στο σύνολό του. Ο άνθρωπος πλέον δεν είναι μόνο ψυχή ή μόνο μία ηθικολογία, αλλά συνολικά άνθρωπος σε όλο του το είναι.

Παραλαμβανόμενος ο Θεός στον ουρανό άφησε στο κόσμο την εκκλησία. Και η εκκλησία είναι ακριβώς ο πνευματικός χώρος στον οποίο παραδόθηκε από γενεά σε γενεά, ως εμπειρία πλέον, η γνώση του Θεού, του αληθινού Θεού· έτσι η εκκλησία μας από τότε που ήλθε ο Χριστός, από την ημέρα της Πεντηκοστής, έλαβε σαν παρακαταθήκη, σαν θησαυρό, σαν δώρο, σαν κληρονομιά αυτήν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Και αυτή τη χάρη του Αγίου Πνεύματος δίδει από γενεά σε γενεά στους ανθρώπους, οι οποίοι ακολουθούν αυτή τη μέθοδο της εκκλησίας, τη μέθοδο των Αποστόλων, και έτσι έχουμε μέσα σε αυτή την πορεία το σύνολο των Αγίων οι οποίοι είναι η επαλήθευση του λόγου του Θεού, η επαλήθευση του ευαγγελίου.

Πολλές φορές διερωτώμεθα όλοι και ιδιαίτερα οι νέοι άνθρωποι για το γεγονός της υπάρξεως της αμαρτίας. Και γιατί μια πράξη είναι αμαρτία και τί σημαίνει αμαρτία. Αυτό έχει μεγάλη σημασία για το θέμα μας για τον άνθρωπο. Διότι όπως είπαμε προηγουμένως εμείς, δεν γνωρίζουμε ποιος είναι ο κατά φύσιν άνθρωπος, δεν είδαμε τον πρώτο άνθρωπο. Ξέρουμε τον σημερινό άνθρωπο, τον εαυτό μας, τους γύρω μας, οι οποίοι μπορούμε να πούμε, κανείς από εμάς δεν είναι ο φυσιολογικός άνθρωπος, ο κατά φύσιν άνθρωπος.

Έχουμε δηλαδή τον άνθρωπο που έπλασε ο Θεός, τον Αδάμ, ο οποίος είναι ο κατά φύσιν άνθρωπος, έχουμε μετά την πτώση, τον άνθρωπο που είμαστε εμείς, που γνωρίζουμε, ο οποίος είναι ο παρά την φύσιν άνθρωπος, ο υπάνθρωπος, ας το πούμε και έτσι, έχουμε μετά τη σάρκωση του Χριστού τον νέον Αδάμ ο οποίος είναι ο θεάνθρωπος. Έχουμε τον άνθρωπο, τον υπάνθρωπο, και το θεάνθρωπο.

Τώρα η εκκλησία καλεί όλους μας ο Χριστός να προχωρήσουμε, να αναλάβουμε, να βρούμε τον εαυτό μας, να βρούμε τον πραγματικό εαυτό μας. Αυτή η εύρεση του πραγματικού εαυτού, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια πορεία επιστροφής προς τα πίσω. Δηλαδή να επιστρέψουμε στην κατά φύσιν δημιουργία μας. Εκεί όπου, όπως ο Θεός μας έπλασε, και εν συνεχεία αφού εργασθούμε αυτόν τον χώρο, αυτήν τη θέση, να υπερβούμε ακόμα και αυτήν τη θέση και να ανέβουμε στην υπερφυσική κατάσταση η οποία είναι η θέωση· και αυτό δεν είναι ηθικολογία ούτε φιλοσοφία, αλλά είναι εμπειρία. Και δόξα τω Θεώ, στην εκκλησία μας μέχρι σήμερα υπάρχουν άνθρωποι και θα υπάρχουν πάντοτε, οι οποίοι έφτασαν σε αυτή την κατάσταση της θεώσεως και σ’ αυτή την κατάσταση λειτουργούν πλέον όλες οι ενέργειες τις οποίες έδωσε ο Θεός σε εμάς την ώρα της δημιουργίας μας, και αποδεικνύουν ανά πάσα στιγμή, ότι αυτά τα οποία ο Χριστός φανέρωσε στο κόσμο είναι πραγματικότητες και αλήθεια.

Εάν θέλαμε σήμερα να κατατάξουμε την θεολογία, την εκκλησία, στο Πανεπιστήμιο ας το πούμε, στο χώρο του πανεπιστημίου, θα ήταν μεγάλο λάθος εάν την κατατάσσαμε όπως κατατάχθηκε δυστυχώς στο χώρο της φιλοσοφικής σχολής, ή της νομικής σχολής, ή της ψυχολογικής σχολής, ή των κοινωνιολογικών επιστημών κτλ.

Το ότι στον Ελλαδικό χώρο η θεολογική σχολή κατετάχθηκε στις θεωρητικές επιστήμες, είναι αποτέλεσμα ακριβώς μιας λανθασμένης νοοτροπίας, μιας δυτικής επίδρασης κατά την οποίαν η θεολογία, η εμπειρία του Θεού ήταν θέμα γνωσιολογικό. Οπόταν ήταν φιλοσοφία και ήταν νοησιαρχία. Σήμερα ένας ορθόδοξος, ένας άγιος, θα κατέτασσε άνετα την εκκλησία στην ιατρική σχολή. Διότι η εκκλησία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας πνευματικός χώρος, όπου θεραπεύεται ο πνευματικά άρρωστος άνθρωπος. Και δεν τον θεραπεύει ως δια μαγείας, ούτε τον θεραπεύει με ευχές, αλλά τον θεραπεύει με συγκεκριμένη μέθοδο, η οποία έχει πειραματισθεί επί των αγίων, έχει αποδείξει την αλήθεια της μεθόδου, έχει καταντήσει σε αξίωμα, και έχει αναχθεί πλέον σε επιστημονική οδό. Διότι χιλιάδες εκατομμύρια άνθρωποι δια της μεθόδου αυτής βρήκαν την πνευματική υγεία και την πνευματική ισορροπία, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επιστροφή του ανθρώπου στο χώρο, στον τρόπο, στο αξίωμα, της πρώτης δημιουργίας του από τον Θεό, και εν συνεχεία της αναβάσεώς του στην κατάσταση της θεώσεως.

Είπαμε λοιπόν ότι η εκκλησία κατατάσσεται από ορθόδοξη άποψη στο χώρο της ιατρικής, διότι πρόκειται πράγματι περί ιατρείας. Και σε αυτό το νοσοκομείο, το πνευματικό, ο ιατρός δεν είναι άνθρωπος, αλλά είναι ο ίδιος ο Θεός, ο οποίος λειτουργεί, διακονεί τους ασθενείς ανθρώπους δια των αγίων του, οι οποίοι έχουν εμπειρία αυτής της θεραπευτικής οδού.

Από τη μικρή μου πείρα, την προσωπική μου ως ασθενής άνθρωπος, και από την πείρα μου ως ιερέας, μοναχός, μπορώ να πω ότι πράγματι είναι γεγονός ότι συναντούμε καθημερινά ολόκληρη αυτή την τραγωδία της διασπάσεως της ανθρώπινης προσωπικότητας. Και ανακαλύπτουμε ότι η αμαρτία είναι η μεγαλύτερη ασθένεια του ανθρώπου.

Λέω καμιά φορά και στον εαυτό μου και σε άλλους ανθρώπους, ότι θα ήταν ευχής έργον η αμαρτία να θεράπευε τον άνθρωπο· και σήμερα οι πιο πολλοί άνθρωποι θα ήταν όλοι υγιείς ή τουλάχιστον ευτυχισμένοι. Διότι σήμερα καταργήθηκε αυτή η έννοια και θεοποιήθηκε η αμαρτία, και άρα λοιπόν, αν κάνεις πράγματα τα οποία είναι παραβάσεις της κατά φύσιν δημιουργίας σου, θεωρούνται φυσιολογικά, ενώ αν αντιστρατευθείς, θεωρείται αυτό ότι είναι παρά φύσιν και ότι πρέπει να είσαι άρρωστος, για να μην κάνεις αυτά που κάνουν όλοι.

Όμως το παράδοξο είναι ότι, όσο απελευθερώνεται ο άνθρωπος, όσο επιτελεί αυτά τα οποία εθεωρούντο ή θεωρούνται αμαρτίες, περισσότερο εμπλέκεται σε μια άρρωστη κατάσταση, ο οποίος δεν μπορεί να βγει από μέσα. Και τελικά εάν η ψυχή του παραμείνει ζωντανή, τότε θα γευθεί πολύ πικρά αυτόν τον δρόμο, στον οποίο μπήκε μέσα, και μετά πολλών δακρύων θα θελήσει να βγει.

Είδα εκατοντάδες ανθρώπους να κλαίουν με μαύρα δάκρυα για τους καρπούς της αμαρτίας. Δεν είδα κανέναν άνθρωπο να κλάψει γιατί ακολούθησε τον δρόμο της εμπειρίας των αγίων. Αντίθετα ενώ στα μάτια του κόσμου φαίνονταν δυστυχισμένοι, όμως η καρδία τους ήταν γεμάτη με ουράνια χαρά και ανέκφραστη μακαριότητα, την οποίαν, ευχόμαστε πολλές φορές έστω ψήγματα, να είχαν οι άνθρωποι για να καταλάβουν πού τελικά ευρίσκεται αυτή η ευτυχία την οποία ψάχνουν.

Επειδή είπαμε για τη αμαρτία και τις συνέπειες της, θα πούμε και λίγα λόγια για το τί σημαίνει αμαρτία. Αφού λοιπόν ξέρουμε ότι τελικά βρισκόμαστε στην κατάσταση της πτώσεως του υπανθρώπου, του διασπασμένου ανθρώπου, του διασκορπισμένου, του ανθρώπου ο οποίος παρουσιάζει μέσα του πολλούς εαυτούς και πολλές θελήσεις και πολλές ενέργειες και ποικιλία νοοτροπίας.

Διερωτόμαστε γιατί λοιπόν μια πράξη να είναι αμαρτία; Και λένε πολλά παιδιά, γιατί πάτερ αυτό το πράγμα που είναι τόσον ωραίο, μας ευχαριστεί, είναι στα μάτια μας τόσο λαμπερό, δηλαδή όπως τα ωραία ρούχα μέσα στις βιτρίνες, η εκκλησία να έρχεται να μας απαγορεύει να το δοκιμάσουμε, μας απαγορεύει να το χαρούμε;

Δηλαδή η εκκλησία είναι τόσο σκληρή; Εμφανίζεται στα μάτια των ανθρώπων σαν μια κακή μάγισσα, η οποία δεν αφήνει τα μικρά παιδιά της να γευθούν και να χαρούν τη ζωή τους; Γιατί έτσι της κατέβηκε της εκκλησίας να πει, ας πούμε, ότι αυτές οι πράξεις είναι αμαρτία; Ή μήπως ο Θεός κάθισε και σκέφθηκε εκεί στον ουρανό που είναι και είπε: “να βγάλω μερικές πράξεις σαν αμαρτίες, για να τυραννώ τους ανθρώπους”;

Αυτές οι αντιλήψεις δόθηκαν στο μεσαίωνα στη δύση, και εν μέρει βρίσκονται και στο μουσουλμανισμό και έτσι εισχώρησαν και στο λαό μας. Στην ορθόδοξή μας παράδοση ουδέποτε υπήρχε αυτή η αντίληψη. Η αμαρτία είναι αμαρτία ως συγκεκριμένες πράξεις, διότι δεν είναι μέσα στη φύση του ανθρώπου. Διότι ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, ευρισκόμενος στον παράδεισο, ευρισκόμενος στην κατά φύσιν δημιουργία του δεν έπραττε αυτά τα πράγματα, δεν λειτουργούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Οπότε η αμαρτία δεν είναι τίποτε άλλο, παρά τα συμπτώματα και η ίδια η αρρώστια. Και οι εντολές του Θεού, το να μην πεις ψέματα, να μην κλέψεις, να μη σκοτώσεις, να μην επιθυμήσεις, να μην κάνεις σαρκικές αμαρτίες, αυτά δεν είναι τίποτα άλλο παρά τα αντίδοτα και η θεραπευτική αγωγή, η οποία δίδεται ώστε ο άνθρωπος να αποβάλλει από μέσα του αυτό το δηλητήριο της ασθένειας και να μπορέσει να λειτουργήσει κατά φύσιν.

Έτσι, με πολλή φιλανθρωπία και με πολλή αγάπη ο Θεός, εντόπισε την αμαρτία για να μας ευκολύνει· κατ’ ακρίβεια ο Θεός δεν έπρεπε να μας δώσει εντολές, είναι προσβολή στην ανθρώπινη φύση οι εντολές. Γι’ αυτό και όταν ο άνθρωπος υπερβεί, φύγει από την κατάσταση του δούλου, τότε καταργούνται και οι εντολές. Διότι όπως λέει και ο Απόστολος Παύλος “δικαίω νόμος ου κείται”, στον δίκαιο δεν υπάρχει νόμος. Διότι πλέον ο δίκαιος λειτουργεί φυσιολογικά.

Δε χρειάζεται να του πει ο Θεός δηλαδή, να μη κλέβει, να μη λέει ψέματα, να μην αμαρτάνει. Διότι η φύση του πλέον λειτουργεί αρμονικά, και αυτή η ενάρετη ζωή είναι πλέον φυσική γι’ αυτόν, και δεν χρειάζονται οι εντολές, μένουν μόνον τρία πράγματα: η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη.

Η πίστη στο Θεό, είναι θεωρία, δεν είναι φιλοσοφία· είναι θεωρία, από το ρήμα θεωρώ-βλέπω, είναι όραση του Θεού, εμπειρία του Θεού.

Μένει η ελπίδα στην έλευση του Χριστού και στην είσοδο του ανθρώπου στη βασιλεία του Θεού. Και «μείζον πάντων η αγάπη», δηλαδή η ένωση, αυτή η ερωτική ένωση του ανθρώπου με το Θεό κατά την οποίαν ο άνθρωπος θεούται και ταυτόχρονα αγκαλιάζει κατά τρόπον απόλυτο ολόκληρη τη δημιουργία σε σχέση αγάπης, σε σωστή σχέση αγάπης ως άνθρωπος υγιής και θεραπευμένος από την αμαρτία.

Είναι γεγονός ότι ο άνθρωπος ζει μία τραγωδία μέσα του. Είναι η τραγωδία της διασπασμένης προσωπικότητάς του. Ο άνθρωπος (όπως είπαμε προηγουμένως), αποφασίζει να κάνει ένα έργο αγαθό· σε λίγο όμως πιεζόμενος από εξωτερικούς και εσωτερικούς παράγοντες, κάνει άλλα πράγματα από ό,τι θέλει· τον πιάνουν οι τύψεις, οι ενοχές, δημιουργείται μέσα του τρόπον τινά μία διάσπαση, άλλα θέλει και άλλα κάνει. Είναι τα συμπτώματα της αρρώστιας, της ασθένειας.

Όμως πρέπει να μάθουμε ότι η σχέση μας με το Θεό δεν είναι σχέση αναμαρτησίας, δηλαδή δεν είναι ότι εμείς θα καταστούμε από την πρώτη στιγμή αναμάρτητα όντα, και ηθικές προσωπικότητες τέλειες, ώστε από αυτά να βγαίνει μία χαρά η οποία έχει ως βάση τον εγωισμό και την οίηση. Η σχέση μας με το Θεό είναι σχέση αγάπης, σχέση παιδιών προς τον πατέρα τους. Και σχέση (για να πούμε την ορολογία των πατέρων), μετανοίας. Στην ορθόδοξη εκκλησία δεν υπάρχει αναμαρτησία, υπάρχει μετάνοια.

Η μετάνοια είναι δηλαδή αυτή η αίσθηση του ανθρώπου ότι όντως παραβαίνει την εντολή του Θεού, η οποία εντολή είναι η θεραπεία του και λειτουργεί διεστραμμένα. Όταν αισθανθεί τη διαστροφή της σχέσεώς του, τότε αρχίζει να προσεύχεται. Αυτή η προσευχή είναι η εκζήτηση του ελέους του Θεού, της υπάρξεως του Θεού, διότι ο Θεός είναι πρόσωπο, ο Θεός δεν είναι ιδέα.

Ο Θεός είναι πρόσωπο και μάλιστα το κατ’ εξοχήν πρόσωπο, βάσει του οποίου δημιουργηθήκαμε και εμείς. Και εάν οποιαδήποτε προσωπική σχέση στο κόσμο αυτό έχει δύναμη, φανταστείτε πόση δύναμη και πόση ένταση έχει, η προσωπική σχέση με το Θεό.

Όταν ο άνθρωπος μπει σωστά μέσα σε αυτό το χώρο της σχέσεως του με το Θεό, ανατέλλει μέσα του σιγά-σιγά αυτή η ισχυρή ελπίδα της αγάπης του Θεού. Παραβλέπει το γεγονός της αμαρτίας του, παραβλέπει το γεγονός της αποστασίας του, παραβλέπει το γεγονός της αρρώστιας του και έχει τη χαρά της ελπίδας.

Όπως ένας άρρωστος ο οποίος είναι μεν στο νοσοκομείο υποφέρει, πονά από τα τραύματά του, αλλά ξέρει ότι είναι στα χέρια ενός πολύ καλού γιατρού και το νοσοκομείο έχει πολύ καλά μηχανήματα. Υπήρξαν κι άλλοι πολλοί τέτοιοι άρρωστοι κι όμως όλοι έγιναν καλά. Έτσι με την ελπίδα ότι όλα θα πάνε καλά, αρχίζει να ανατέλλει σιγά-σιγά η χαρά μέσα του.

Η χαρά που δίνει ο κόσμος είναι χαρά εξωτερική διότι εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες. Δηλαδή, εάν η οικογένειά μας είναι καλή, ευτυχισμένη, αν οι σπουδές μας πάνε καλά, εάν όλες οι εργασίες μας, όλες οι ενέργειές μας είναι καλά και πάνε καλά, αυτά όλα τα εξωτερικά επιδρούν στο εσωτερικό “είναι” μας συνήθως, και μας δημιουργούν ευχάριστες καταστάσεις, χαρά και ευτυχία.

Εάν τα εξωτερικά γεγονότα δεν πάνε καλά, συνήθως και η ψυχή μας συμβαδίζει· τότε και εσωτερικά δεν πάμε καλά. Όμως στο χώρο τον πνευματικό της εκκλησίας δεν συμβαίνει έτσι. Ανεξαρτητοποιείται ο άνθρωπος από την επίδραση του περιβάλλοντός του, είναι ελεύθερος από το περιβάλλον του, έστω κι αν όλα τα έξω πάνε κακά και τον απειλούν και τον συνθλίβουν. Κι αν ακόμα τον εξαφανίσουν από το πρόσωπο της γης, τότε αυτή η χαρά και η ειρήνη παραμένουν μέσα του διότι πλέον αποτελούν εσωτερικό γεγονός.

Είναι δηλαδή εκ των ένδον προς τα έξω, όχι εκ των έξω προς τα ένδω, διότι ακριβώς η χάρη του Θεού, η χάρη του Αγίου Πνεύματος, έχει τη δύναμη να εισχωρεί μέχρι το βαθύτατο “είναι” του ανθρώπου. Κι αυτό απέδειξαν οι άγιοι, οι οποίοι ενώ ήσαν καταδιωγμένοι, ενώ ήσαν φτωχοί, ενώ ήσαν μέσα στις ερήμους, μέσα στα σπήλαια, (τους μάρτυρες τους έτρωγαν τα λιοντάρια, τους έσφαζαν οι δήμιοι). Αυτοί οι άνθρωποι, ήσαν άνθρωποι ειρήνης, χαράς, οι οποίοι μπορούσαν να αγκαλιάσουν με απόλυτη αγάπη ακόμα και τους ανθρώπους που τους μισούσαν και τους σκότωναν.

Όταν ο άνθρωπος μπει σωστά στη πνευματική ζωή, τότε από την πρώτη κιόλας ώρα αρχίζει να ανατέλλει μέσα του το φως της ελπίδας του Θεού. Όμως οπωσδήποτε έχουμε μια πορεία και αυτή η πορεία θέλει και αγώνα θέλει και υπομονή, θέλει καρτερία και προπάντων θέλει την πίστη ότι ο Θεός ως καλός ιατρός έχει στα χέρια του τη δική μας πορεία η οποία είναι μια συνεργασία της δικής μας ελευθερίας με τη χάρη και τη συνεργασία του Αγίου Πνεύματος.

Απόδειξη είναι ότι, ενώ πολλές φορές όλοι μας λένε ότι δεν πάμε καλά και αγωνιζόμαστε και δεν βλέπουμε τίποτα, εν τούτοις δεν βγαίνουμε έξω από την εκκλησία, παρά τα χάλια μας δηλαδή, παραμένουμε στον πνευματικό χώρο της εκκλησίας. Διότι υπάρχει μία μυστική έλξη, μία μυστική δύναμη μας συγκρατεί, παρ’ όλη την αντίθεση που συναντούμε σε κάθε βήμα μας.

Οι αντιρρήσεις που αισθανόμαστε μέσα μας, φανερώνουν ότι είμαστε άνθρωποι. Κι αλλοίμονο αν δεν είχαμε αντιρρήσεις. Θα ήμασταν τούβλα δηλαδή. Κι άρνηση του Θεού, γιατί όχι; Ο Θεός μας έδωσε το δικαίωμα να τον αρνηθούμε, αλλά με καλό τρόπο, ώστε να τον ανακαλύψουμε βέβαια, διότι, τίποτα δεν είναι δεδομένο και δεν δέχεται ουδεμία αντίρρηση,ακόμα και η ίδια η ύπαρξη του Θεού.

Διότι πώς να πούμε, πώς μπορεί κάποιος να αξιώσει να δεχθείς το Θεό έτσι, χωρίς να τον ερευνήσεις; Αυτό το έκαναν στην δύση, ο μεσαίωνας το έκανε και γι’ αυτό και τους έκαιγαν κιόλας. Βλέπετε η αίρεση, η απόκλιση από την ορθή δόξα περί του Θεού δε σηκώνει αντίρρηση. Σηκώθηκε ο Γαλιλαίος να πει ότι η γη δεν είναι ίσια αλλά είναι στρογγυλή και πήγε να τον κάψει ο πάπας γιατί; Διότι πριν, εξέπεσε ο ίδιος από την αντίληψη, την ορθή δόξα περί του Θεού.

Στην εκκλησία έχουμε έρευνα· οι μεγαλύτεροι ερευνητές ήταν οι άγιοι, που έφτασαν , δοκίμασαν όλα τα σημεία, ξεκίνησαν ακριβώς από αυτή την έννοια. Άραγε υπάρχει Θεός; Εάν υπάρχει Θεός, τότε να τον δοκιμάσουμε, να τον ερευνήσουμε, εάν δεν υπάρχει τότε να τον απορρίψουμε. Θα είμαστε πολύ ανόητοι άνθρωποι και πολύ κακόμοιροι άνθρωποι, εάν κάνουμε όλον αυτό τον αγώνα βασιζόμενοι σε μια πιθανότητα, ότι πιθανόν να υπάρχει Θεός.

Εάν δεν είμαστε όχι εκατό τοις εκατό αλλά ένα εκατομμύριο τοις εκατό σίγουροι της υπάρξεως του Θεού ως εμπειρίας στη καρδία μας, τότε ποιος τρελός θα ήταν αυτός που θα ακολουθούσε το ευαγγέλιο και το Χριστό; Αλίμονο τότε, πράγματι είμαστε τρελοί οι άνθρωποι, να ακολουθούμε το Χριστό με πιθανότητες, ότι πιθανόν να είναι έτσι.

Εάν βέβαια η ευαγγελική ζωή, η ζωή της εκκλησίας ήταν: “ε, καλά εντάξει, δε χάσαμε και τίποτα εάν είμαστε και σε κανέναν σύλλογο που τρόπον τινά δεν είναι σωστός, ε, και τί έγινε;” Δεν είναι έτσι τα πράγματα όμως. Η εκκλησία δεν είναι έτσι ένας σύλλογος που ανήκουμε εν μέρει. Στην εκκλησία ζούμε ολόκληροι ως υπάρξεις, οι οποίοι δεχόμαστε κατ’ απόλυτο τρόπο το Θεό μέσα μας.

Οπότε πρέπει οπωσδήποτε να δοκιμάσουμε εάν όντως υπάρχει ο Θεός· και υπάρχει ο τρόπος. Οι πατέρες μας, οι άγιοι της εκκλησίας μας, μας έδειξαν ακόμα και το όργανο με το οποίο θα ανακαλύψουμε εάν υπάρχει Θεός. Ποιο είναι; Είναι η καρδία μας, το είπε ο Χριστός, “μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται”, το οπτικό όργανο, με το οποίο θα εντοπίσουμε, θα δούμε το Θεό, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η καρδία μας και μέθοδος είναι η κάθαρση της καρδίας.

Οπότε εάν ένας άνθρωπος είναι άθεος, είναι πολύ καλά αν θέλει να δει το Θεό· τότε να μην ψάχνει να τον βρει με λογικά επιχειρήματα, θα του υποδείξουμε το δρόμο με τον οποίο τον είδαμε όλοι. Κι αυτός ο τρόπος και ο δρόμος, είναι η κάθαρση της καρδίας του. Εάν καθαρίσει την καρδία του και δεν δει το Θεό, τότε έχει κάθε δικαίωμα να τον απορρίψει. Διότι ο Θεός δεν υπάρχει βάσει της λογικής. Ένας άγιος, ο άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος είπε ότι ο Θεός δεν υπάρχει, και δεν υπάρχει διότι δεν υπάρχει με κανένα τρόπο υπάρξεως που γνωρίζουμε εμείς. Είναι “ανύπαρκτος ύπαρξις” ο Θεός. Υπάρχει, αλλά δεν υπάρχει με τον τρόπο υπάρξεως όπως τον αντιλαμβάνεται ο κόσμος. Ο Θεός δηλαδή δεν γίνεται αντιληπτός με τη λογική, δια της φιλοσοφίας, αλλά με την εμπειρία· όταν αποκτήσεις εμπειρία του Θεού τότε ο νους μπορεί να εκφράσει αυτή την εμπειρία.

—–

Κοίταξε παιδί μου να σου πω, δεν είναι θέμα ανθρώπων, είναι όλοι καλοί άνθρωποι, είναι θέμα ιστορικόν ξέρεις, αυτό το πρόβλημα. Να σας πω με λίγα λόγια γιατί είναι ιστορικό, διότι όπως και η ιστορία που μαθαίνουμε στα σχολεία μας είναι λάθος κατά πολύ και είναι γραμμένη από τους δυτικούς και είναι γραμμένη όπως τους συμφέρει και εμείς πήγαμε και τη μεταφράσαμε και τη διαβάζουμε τώρα.

Κατά τον ίδιο τρόπο και η θεολογία είναι επηρεασμένη από τη δύση κατά ένα μεγάλο μέρος. Διότι μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους, υποδουλώθηκε στους Βαβαρούς. Η υποδούλωση στους δυτικούς ήταν χειρότερη από την υποδούλωση στους Τούρκους. Τότε ιδρύθηκε το πανεπιστήμιο των Αθηνών.

Το πανεπιστήμιο Αθηνών ίδρυσε τη φιλοσοφική και θεολογική σχολή. Αυτοί που το ίδρυσαν ήσαν Βαβαροί, άνθρωποι δηλαδή δυτικοί, με δυτικό τρόπο σκέψεως οι οποίοι νόμιζαν ότι η ορθοδοξία ήταν για τους γύφτους. Έτσι νόμιζαν ότι η ορθοδοξία ήταν γύφτικο πράγμα, ενώ η φιλοσοφία του ορθολογισμού και η θεολογία του ορθολογισμού, ανήκε δηλαδή στα αριστοκρατικά πνεύματα.

Και έτσι όλοι πήγαιναν και σπούδαζαν στα δυτικά πανεπιστήμια. Μάθαιναν την ιστορία, τη θεολογία και τη φιλοσοφία από τους δυτικούς, τα έφερναν σε μας και άρχιζαν να παράγονται από το πανεπιστήμιο Αθηνών οι καθηγητές μας που όλοι αυτοί, τρόπον τινά, αποτελούν τα φώτα. Και έτσι είχαμε πολλά άρρωστα συμπτώματα στο χώρο της Εκκλησίας και γενικά στη νοοτροπία.

Βέβαια δεν είναι εύκολο ούτε δυνατόν από τη μια στιγμή στην άλλη να γίνουν αλλαγές. Όμως είναι μεγάλη η ευλογία του Θεού, ότι εδώ και αρκετά χρόνια άρχισαν να εκδίδονται τα έργα των πατέρων, οι πηγές δηλαδή της ορθοδόξου παραδόσεως. Και ταυτόχρονα και ιστορικές πηγές και τα έργα των φιλοσόφων των αρχαίων, και έτσι τώρα αρχίζει σιγά-σιγά πλέον η επιστροφή στην αυθεντικότητα.

Διότι μπορούμε να πούμε ότι, (ας το πούμε για την δύση, ας μη το πούμε για εμάς), η αθεΐα της δύσεως ήταν το αποτέλεσμα της θεολογίας και η δυτική εκκλησία έφερε σαν γνήσια παιδιά της τον αθεϊσμό. Διότι όταν ζήσει κανείς, όταν μπει κανείς μέσα στο δυτικό χώρο ευσεβείας δεν μπορεί να γίνει τίποτε άλλο παρά ένας άθεος ή ένας διεστραμμένος θρησκευτικά άνθρωπος.

Κι έτσι δημιούργησαν και τον τύπο του θρησκευτικού ανθρώπου, και καταντήσαμε ένα διάστημα, να έχουμε τύπο θρησκευτικού ανθρώπου. Δηλαδή για να είσαι άνθρωπος της Εκκλησίας πρέπει να φοράς αυτά τα φουστάνια, αυτά τα παντελόνια, αυτά τα μαλλιά, αυτά τα γυαλιά, αυτές τις κάλτσες και αυτά τα παπούτσια. Εάν δε φορούσες αυτές τις κάλτσες τότε δεν πήγαινες στο παράδεισο!

Ευτυχώς στη Κύπρο δεν είχαμε πολλά τέτοια συμπτώματα, είμαστε μακρυά από το χώρο εκείνο. Όμως δεν είναι θέμα ανθρώπων, δε φταίνε οι άνθρωποι, είναι ιστορικό το γεγονός τούτο, δηλαδή, η υποδούλωσή μας στη δύση. Γι’ αυτό ξέρετε ότι τελικά ο Θεός μέσα στη πρόνοιά του μας υπέταξε στους Τούρκους, κι όχι στους Φράγκους.

Διότι αν συνέχιζαν οι Φράγκοι να κρατούν την Κύπρο και τον ελληνικό χώρο, τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, το Βυζάντιο, (το λεγόμενο Βυζάντιο το οποίο δεν ονομάσθηκε ποτέ Βυζάντιο, αλλά οι Δυτικοί το ονόμασαν Βυζάντιο και το λέμε και εμείς), Δε θα υπήρχε τίποτα. Οι Τούρκοι βέβαια μας έκοβαν τα κεφάλια μας· μας ταπείνωναν, αλλά δεν χάσαμε την ορθόδοξη παράδοσή μας και την ιστορία μας, ενώ οι Φράγκοι θα μας τα διέλυαν όλα δεν θα υπήρχαμε κατ’ ουδένα λόγο.

Και γι’ αυτό το λόγο είναι μεγάλη η ευθύνη, ευθύνη σε σας, που είστε νέα παιδιά και σπουδάζετε ώστε να μάθετε να ερευνάτε σωστά, τις ρίζες την παράδοση, τον τόπο αυτό. Διότι αν ερευνάτε σωστά και είστε καλοί επιστήμονες, τότε οπωσδήποτε θα ανακαλύψετε αυτόν τον μεγάλο πλούτο της ορθοδοξίας, τον οποίον ανακαλύπτουν σήμερα ευτυχώς και δυτικοί.

Σήμερα το να μιλά κανείς περί της ορθοδοξίας στη δύση είναι της μόδας. Ένας μοναχός, ένας ασκητής, ένας ορθόδοξος άνθρωπος στη δύση, είναι ένα γεγονός το οποίον αποτελεί αντικείμενο πολλών παρατηρήσεων και πολλής μεγάλης ερεύνης. Διότι ανακάλυψαν επιτέλους ότι η ορθοδοξία είναι εμπειρία, και η εκκλησία του Χριστού είναι εμπειρία.

Γιατί νομίζετε στη δύση έχει πέραση σήμερα το Ισλάμ; Το Ισλάμ είναι μια κτηνωδία. Τί είναι το Ισλάμ; Είναι μια κτηνωδία απέραντη. Όμως επειδή δίδει εμπειρία έστω και της κτηνωδίας, γι’ αυτό πάνε εκεί, διότι οι άνθρωποι σήμερα, θέλουν εμπειρία και όχι φιλοσοφία, δηλαδή στοχασμό.

(Απομαγνητοφωνημένη ομιλία)


vatopaidi.

Το νησί των λουλουδιών



Το νησί των λουλουδιών είναι ένα βραβευμένο φιλμάκι ντοκιμαντέρ από τη Βραζιλία (1989), του Jorge Furtado που διηγείται την πορεία μιας χαλασμένης ντομάτας στον κόσμο των ανθρώπων. Θα μπορούσε να έχει τίτλο: “Άνθρωποι που ζουν με τα σκουπίδια”

Ελευθερία και αγάπη. Οι βασικές συντεταγμένες των ανθρωπίνων σχέσεων

Μητροπολίτου Σισανίου και Σιατίστης π. Παύλου


(Α)Μέρος

Αυτό που όλοι μας ξέρουμε και που όλοι μας βιώνουμε, είναι η κρίση, που πολλές φορές υπάρχει στις ανθρώπινες σχέσεις, μια κρίση που φαίνεται ότι γίνεται ολοένα μεγαλύτερη και ριζικότερη, αφού πια η αδυναμία της επικοινωνίας και της επαφής έχει αγγίξει και το σπίτι του καθενός. Πολλές φορές προσπαθούμε να βρούμε την άκρη και να θεραπεύσουμε τα προβλήματα. Όταν μάλιστα κανείς έχει την ευλογία, τη χαρά και την τιμή να επικοινωνεί με νέους ανθρώπους, βλέπει πόσο πιο τραγική γίνεται η κατάσταση, αφού συνήθως πρώτοι οι νέοι εισπράττουν τήν αδυναμία της επικοινωνίας και αφού υπάρχουν παιδιά, που έχουν χάσει το χαμόγελο μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Πολλές φορές οι άνθρωποι ψάχνουμε να βρούμε την άκρη και τη λύση και δεν τις βρίσκουμε και μεγαλώνουμε τα αδιέξοδα και τα κάνουμε τραγικότερα, όταν μάλιστα αυτά συνδυάζονται με σύγχρονους ρυθμούς ζωής αλλά και μ’ έναν σκοτασμό, που υπάρχει μέσα στο νου πολλών ανθρώπων, ακόμα και σε εκείνους οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι μορφωμένοι άνθρωποι, ακριβώς για να μας φανερωθεί η διδασκαλία της Εκκλησίας, η οποία μι­λάει περί του νοός του ανθρώπου και του σκοτασμού του νοός, κάνοντας τη διάκριση ανάμεσα στο νου και τη διάνοια κι έτσι μόνο μπορεί κανείς να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει. Όταν ο νους είναι σκοτισμένος, τότε ο άνθρωπος παραπατάει, όσο σπουδαίος και αν είναι κατά κόσμον. Κι όμως, σ’ αυτήν την περιπλάνηση και την αναζήτηση, υπάρχει λύση. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα το ανθρώπινο, για το οποίο να μην υπάρχει λύση, αφού ουσιαστικά Εκείνος που είναι η απάντηση και η λύση είναι «χθες και σήμερα ο Αυτός και εις τους αιώνας». Και Αυτός είναι το πρόσωπο του Χριστού, θα έλεγα όλη η ιστορία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επιβεβαίωση των λόγων που λέχθηκαν για τον Χριστό από τον Γέροντα Συμεών «ούτως κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών και εις σημείον αντιλεγόμενον». Όλη η ιστορία από τότε μέχρι σήμερα είναι η επιβεβαίωση αυτής της προφητείας και ουσιαστικά η ιστορία πορεύεται όχι κατά κει που οι άνθρωποι νομίζουν πως θα την οδηγήσουν αλλά κατά κει που πραγματικά η αγάπη του Θεού οδηγεί τον άνθρωπο.

Σχέσεις του ανθρώπου με το Θεό και τον συνάνθρωπο- Το πρόσωπο του Χριστού.

Ερχόμαστε λοιπόν να δούμε τί ακριβώς συμβαίνει μέσα στις σχέσεις του ανθρώπου. Κι αυτές οι σχέσεις του ανθρώπου είναι η σχέση του και προς τον Θεό αλλά και προς τον άνθρωπο. Είναι τραγικό να επιχειρούμε να κατανοήσουμε τον άνθρωπο της οποιασδήποτε ηλικίας, χωρίς ποτέ να έχουμε κατανοήσει ποιός τελικά είναι ο άνθρωπος, πώς λειτουργεί, πώς υπάρχει, ποιά είναι η δομή του, δηλαδή βασικά, καίρια θέματα. Η Εκκλησία μας παρουσιάζει το πρόσωπο του Χριστού. Ποιός είναι ο Χριστός; Είναι ο ενανθρώπησας Υιός και Λόγος του Θεού. Και τί μας λέει; Ότι στο πρόσωπο του Χριστού ενώθηκε η θεία και η ανθρώπινη φύση «ασυγχύτως» και «αδιαιρέτως». Δύο επιρρήματα τα οποία είναι κλειδιά. Τί είναι το «ασυγχύτως» και τί είναι το «αδιαιρέτως»; Είναι οι δύο λέξεις που αποτελούν το θέμα μας. Η Ελευθερία και η Αγάπη. Στο πρόσωπο του Χριστού, λοιπόν, ενώθηκε η θεία και η ανθρώπινη φύση. Ο Χριστός είναι ο ενανθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού, αλλά σ’ αύτη την ένωση των δύο φύσεων διατηρείται ακέραια η ταυτότητα και η καθαρότητα της κάθε μιας. Η ανθρώπινη φύση μας δεν απορροφάται από τη θεία αλλά διατηρεί την ετερότητά της. Αυτή είναι η Ελευθερία. Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός δεν ήρθε να σώσει τον άνθρωπο αναγκαστικά. Θα δούμε και στη συνέχεια ότι ο Θεός μας έπλασε ελεύθερους. Και είναι ο μόνος που πήρε στα σοβαρά την Ελευθερία μας. Εμείς οι άνθρωποι αποδεικνύουμε από την καθημερινότητά μας ότι αυτή μας την Ελευθερία δεν την πήραμε στα σοβαρά. Κι ο Θεός, ακόμα κι όταν θέλησε να ανορθώσει τον πεπτωκότα άνθρωπο, και πάλι ακολούθησε μία πορεία της οποίας το κύριο χαρακτηριστικό είναι ο σεβασμός του ανθρώπινου προσώπου, ο σεβασμός της Ελευθερίας του. Αυτό λοιπόν είναι εκείνο το οποίο συνιστά το πρόσωπο του Χριστού. Ο Θεός κινείται με αγάπη προς τον άνθρωπο, εκείνον τον οποίον δημιούργησε· εκείνου του οποίου σεβάστηκε τη δυνατότητα ακόμα και να πει όχι στο Θεό· και ο άνθρωπος είπε όχι στο Θεό, και απ’ την άλλη πλευρά δεν αχρηστεύει, δεν αφομοιώνει, δεν καταργεί την ανθρώπινη φύση. Ο Θεός λοιπόν οικοδομεί τη σχέση του με τον άνθρωπο μέσα στα πλαίσια της ελευθερίας και της αγάπης, κινείται από αγάπη στον άνθρωπο. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μιλούν για ένα Θεό ο οποίος σε μία παραφορά ερωτικής αγαθότητας «έξω εαυτού γίνεται». Βγαίνει από τον εαυτό Του και έρχεται να συναντήσει τον άνθρωπο. Αιτία, η αγάπη του Θεού, η αγάπη για τον άνθρωπο και τη σωτηρία του. Καθώς κινείται προς τον άνθρωπο, έρχεται να προσλάβει την ανθρώπινη φύση του, αυτό που έχουμε κοινό όλοι οι άνθρωποι. Είναι σημαντικό να θυμηθούμε ότι εμείς οι άνθρωποι υπάρχουμε με τον τρόπο του Θεού. Και τούτο γιατί ο άνθρωπος είναι «κατ’ εικόνα» Θεού δημιουργημένος, γιατί αυτό είναι το καλούπι μας. Ο Θεός είναι ένα και τρία μαζί. Είναι ένας κατά την Ουσία και Τριαδικός κατά τις υποστάσεις. Κατ’ εικόνα Θεού ο άνθρωπος πλασμένος είναι ένας κατά την ανθρώπινη φύση και πολλαπλούς κατά τις υποστάσεις. Αλλά αυτές οι πολλές ανθρώπινες υποστάσεις, στο πλαίσιο της ίδιας ανθρώπινης φύσεως, είναι εκείνες που συνιστούν τον άνθρωπο πιεστικά. Από τη μια μεριά θεμελιώνουν τη δομή του κι απ’ την άλλη του προτείνουν το όραμά του. Διότι ο άνθρωπος καλείται να συγκροτήσει μέσα του την εικόνα του Θεού και τα πολλά ανθρώπινα πρόσωπα να συγκροτήσουν την αγαπητική κοινωνία, κατ’ εικόνα της τριαδικής κοινωνίας του Θεού, που είναι Αγάπη. Ο άνθρωπος πλάσθηκε να είναι και όχι να έχει, αγάπη. Η διαφορά είναι πάρα πολύ σημαντική. Όσοι λένε ότι έχουν αγάπη, έχουν μόνον εγωισμό. Ποιά είναι η διαφορά; Αυτός που είναι αγάπη, δεν αλλοιώνεται. Δεν αλλοιώνεται από την κακία των άλλων, όπως ο Θεός που είναι αγάπη, ανατέλλει τον ήλιο του επί αγαθούς και πονηρούς, και βρέχει επί δικαίους και αδίκους. Και γι’ αυτό φανερώνουμε πόσο αγνοούμε το Θεό όταν μερικές φορές ζητάμε να έρθει τιμωρός σε ανθρώπους, οι οποίοι παραβιάζουν το θέλημά του.

Ο Θεός λοιπόν γενόμενος άνθρωπος χαίρεται την ελευθερία μας και μας πλάθει από την αρχή ελεύθερους. Και τώρα που έρχεται να μας θεραπεύσει, έρχεται μ’ ένα σεβασμό στο ανθρώπινο πρόσωπο. Ανακαινίζει την ανθρώπινη φύση αλλά αφήνει την ελευθερία στο κάθε ανθρώπινο πρόσωπο να κάνει δική του αυτή τη θεανθρώπινη φύση του Χριστού. Ο άνθρωπος θεραπεύτηκε από το θάνατο, αλλά αν το κάθε συγκεκριμένο ανθρώπινο πρόσωπο θα αποδεχθεί στη ζωή του αυτή τη θεραπεία είναι θέμα της δίκης του ελευθερίας. Βέβαια, το γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι ελεύθερος σημειώνει και μια άλλη πραγματικότητα, την οποία πολλές φορές ξεχνάμε. Σημαίνει ότι είναι υπεύθυνος για την ελευθερία του. Μια καίρια αλήθεια, την οποία την αγνοούμε και γι’ αυτό κάνουμε πολλές ζημιές.

Σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου ο Θεός λοιπόν, γιατί; Γιατί ο άνθρωπος έχει την τελική ευθύνη γι’ αυτήν. Είπε στον πρώτο άνθρωπο ο Θεός· «Ιδού, δέδωκα υμίν την ζωήν και τον θάνατον»· διάλεξε. Κι ο άνθρωπος διάλεξε το θάνατο. Δεν τιμώρησε ο Θεός τον άνθρωπο, ο άνθρωπος τιμώρησε τον εαυτό του, στερώντας τον από τη Χάρη του Θεού, απ’ αυτό που συνιστούσε την υπόστασή του. Και τώρα πάλι μας βεβαιώνει ο Χριστός ότι «δεν ήρθα να κρίνω τον κόσμο, ήρθα να σώσω τον κόσμο». Κι ο Χριστός μας σώζει όχι με κάτι που κάνει αλλά μ’ αυτό που είναι. Γιατί ακριβώς γι’ αυτό είναι Σωτήρας ο Χριστός, γιατί στο πρόσωπό Του ενώνει τη δική μας θνητότητα και κτιστότητα με το άκτιστο και αθάνατο το δικό Του. Μέσω της κοινωνίας του κτιστού με το άκτιστο, στο πρόσωπο του Χριστού, μπορούμε να υπερβούμε τη δική μας θνητότητα. Γι’ αυτό μας λέει πάλι ότι «ουσιαστικά δεν είμαι εγώ που κρίνω τον κόσμο». Αλλά να ποιά είναι η κρίση. Ότι ενώ το Φως ήρθε στον κόσμο, οι άνθρωποι επέλεξαν το σκοτάδι αντί για το Φως. Είναι λοιπόν η ευθύνη του ανθρώπου. Ο Θεός λοιπόν έτσι σχετίζεται με μας. Με την αγάπη Του και την ελευθερία Του. Με την αγάπη που έρχεται να μας δημιουργήσει, και μετά την πτώση μας, και με το σεβασμό της ελευθερίας μας από την πλευρά Του, να μας ανακαινίσει, καθώς την τελική ευθύνη την αφήνει στο δικό μας θέλημα έχοντας όμως δημιουργήσει τις προϋποθέσεις της σωτηρίας μας.

(Μητροπ. Σισανίου και Σιατίστης Παύλου, «Ελευθερία και Αγάπη οι βασικές συντεταγμένες των ανθρωπίνων σχέσεων.» Συλλογικός τόμος, «Ονειρεύομαι μια οικογένεια και ένα σχολείο», εκδ. Αρχονταρίκι)


vatopaidi.

Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

Γέροντας Εφραίμ ο Φιλοθεΐτης: Εάν συγχωρήσουμε, θα συγχωρηθούμε

«Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος. εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών» (Ματθ. στ’, 14-15).

Επάνω στη γη κανείς δεν είναι αναμάρτητος. Όλοι είμεθα αμαρτωλοί και ένοχοι σηκώνοντας ο καθένας μας ένα φορτιο από αμαρτιες, πάθη, αδυναμίες, απροσεξίες, οι οποίες έχουν επιβαρύνει τη ζωή μας. Φέρουμε όλοι μας ένα ποινικό με ποικίλες αμαρτιες, βαρειές, ελαφρές, πολλές, λίγες, μηδενός εξαιρουμένου, εκτός του Θεού. Η ζωή μας ολόκληρη συνεχώς παράγει αμαρτιες. Αμαρτάνουμε με τη σκέψι, με τη καρδιά, με όλες τις αισθήσεις τις σωματικές και τις πνευματικές της ψυχής. Σκεφθήτε τι μεγάλη παραγωγή αμαρτιας έχουμε! Όλοι λοιπόν εμείς οι ταλαίπωροι άνθρωποι έχουμε ανάγκη από τη συγχώρησι από το Θεό, από την ακύρωσι όλης αυτής της παραγωγής των αμαρτημάτων.

Και κάθε χριστιανός λογικά σκεπτόμενος για τη σωτηρία του, επιποθεί την καταλλαγή του με το Θεό. Επιθυμεί να συγχωρηθή και να αγαπηθή από το Θεό δια της μετανοίας. Αλλά για να το πετύχη αυτό, να πετύχη την συγγνώμη υπό του Θεού, να πετύχη την συμφιλίωσι μαζί του, πρέπει να τηρήση τον όρο, που ο Χριστός μας μας έθεσε στο Ευαγγέλιό Του: «Εάν συγχωρήσουμε, θα συγχωρηθούμε». Εάν όμως θελήσουμε να αρνηθούμε την συγγνώμη στον πλησίον μας, στον συγγενή μας, στον συνάνθρωπό μας, που ενδεχομένως κάπου μας έφταιξε, εάν αποφεύγουμε να του την δώσουμε, διότι δεν θέλουμε να ταπεινωθούμε, δεν πρόκειται να πάρουμε την συγγνώμη σε καμμιά περίπτωσι από τον Θεό. Όταν φερ’ ειπείν μας ζητάει κάποιος συγγνώμη, εμείς να μη τον αποστραφούμε γυρνώντας αλλού τα μάτια μας, επειδή δεν μπορούμε να τον αντικρύσουμε. Βέβαια, επειδή εμείς είμεθα εμπαθείς και αδύναμοι, τη δύναμι της συγχωρητικότητος πρέπει να τη ζητήσουμε από τον Θεό με την προσευχή. και τότε θα την πάρουμε θετικά.

Όλοι μας θέλουμε και σ’ αυτή τη ζωή και ιδιαίτερα στην άλλη, στη μετά θάνατον, να ιδούμε το πρόσωπο του Θεού ιλαρό, να μη θέλη να μας αποστραφή για τις πολλές μας αμαρτιες. Δεν θέλουμε να ιδούμε τα γαληνά θεία μάτια να μας αποστρέφωνται για τη βρωμερότητά μας. Επιθυμούμε τα μάτια του Χριστού να μας κοιτάζουν κατάμματα με πατρική αγάπη, με τρυφερότητα, ευμενέστατα και να εκφράζουν την επιείκεια, την συγγνώμη και την είσοδο στη Βασιλεία των ουρανών. Αν θέλουμε να επιτύχουμε αυτή την ασύλληπτη σε πνευματική αξία επιτυχία και να δεχθούμε από το πρόσωπο του Θεού σε μας αυτά, τα οποία επιθυμούμε, όταν θα βρεθούμε μπροστά στο φοβερό δικαστήριο, στην κρίση τη μεγάλη, πρέπει κι εμείς να προσφέρουμε στον πλησίον αυτά τα λίγα πράγματα.

Κι ο Χριστός μας είναι όλος συγγνώμη και άφεσι αμαρτιών. Όπως θέλουμε να μας αγαπά ο Θεός, να μας συγχωρή, να παραβλέπη τα σφάλματά μας, να μας παρακολουθή, να μας προστατεύη η πρόνοιά Του, έτσι κι εμείς να προσφέρουμε αυτά τα ίδια στον αδελφό μας. Η συγγνώμη δεν έχει κόπο, δεν έχει δυσκολία. Τι χρειάζεται; Χρειάζεται ταπείνωσι. Δίνοντας την συγγνώμη στον άλλο, θα πάρουμε την συγχώρησι των αναριθμήτων αμαρτημάτων μας και θα έχουμε όλο το δικαίωμα να πούμε στον Θεό: «Κύριε, ό,τι μου έκαναν οι άνθρωποι τους συγχώρησα, τους έδωσα ολόκαρδα την συγγνώμη μου και την αγάπη μου κατά το Ευαγγέλιό Σου, κατά το Λόγο Σου. Τώρα ζητώ κι εγώ να εκφράσης την αγάπη Σου επάνω μου και να συγχωρήσης τα δικά μου αμαρτήματα».

Πόσες φορές, όταν συναντήσουμε τον άνθρωπο, με τον οποίο είμεθα στενοχωρημένοι ή έχουμε λογισμούς, γιατι μας κατηγόρησε, μας κουτσομπόλεψε, μας πρόδωσε και τόσα άλλα, κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε, πως δεν τον βλέπουμε, για να μη τον χαιρετισουμε! Λένε οι Άγιοι Πατέρες και οι Ασκηταί της ερήμου, οι οποίοι εφήρμοσαν με ακρίβεια το Ευαγγέλιο, ότι όταν σε επισκεφτή ο άνθρωπος, που εσύ γνωρίζεις ότι αυτός πολλά είπε για σένα, μη δείξης πρόσωπο σκυθρωπό ή ότι κάτι γνωρίζεις. Να τον δεχτής τόσο όμορφα, τόσο καλά, σαν να σε επήνεσε, σαν να σε εγκωμίασε, σαν να σε ετιμησε ενώπιον των ανθρώπων! Αυτή η στάσι εκφράζει πολλή πνευματικότητα και απόλυτη εφαρμογή του Ευαγγελικού πνεύματος.

Το Ευαγγέλιο είναι ο διδάσκαλός μας. Ό,τι και να μας απασχολή, αν το ανοίξουμε, θα πάρουμε την απάντησι, θα πάρουμε τον φωτισμό, θα πάρουμε ακριβώς αυτό το φάρμακο, που χρειάζεται για οιανδήποτε περίπτωσι. Οι εντολές του Χριστού είναι ο νόμος του Ευαγγελίου και όταν η ψυχή πιαστή ένοχη στην εφαρμογή του Ευαγγελικού νόμου, χωρίζεται από τον Θεό. Ποιος είναι ο Ευαγγελικός νόμος; «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών» (Ματθ. ζε’, 44). Σχετικά με το θέμα αυτό θα σας πω την εξής ιστορική περίπτωσι από το Μαρτυρολόγιο της Εκκλησίας μας:

Στα χρόνια των διωγμών υπήρχε ένας ιερεύς, ο οποίος λεγόταν Σαπρίκιος. Αυτός ο ιερεύς είχε φίλο ένα λαϊκό χριστιανό, που τον βοηθούσε πολύ. Ήταν πολύ πλησίον του και λεγόταν Νικηφόρος. Ίσως από την πολλή παρρησία, που είχαν μεταξύ τους, ξεπήδησε ένας πειρασμός κι ο ιερεύς σκανδαλίσθηκε πολύ με τον αδελφό και δεν τον συγχωρούσε με τιποτα. Ο Νικηφόρος πήγαινε κατ’ επανάληψιν και του ζητούσε συγγνώμη, αλλά δεν την έπαιρνε από τον ιερέα. Ήταν ο πειρασμός που δεν τον άφηνε.

Κάποια στιγμή συνέλαβε ο ηγεμόνας της επαρχίας εκείνης τον Σαπρίκιο, ως ιερέα του Θεού και Χριστιανό. Τον καλεί ενώπιόν του και τον απειλεί να αρνηθή την πίστι του. Αυτός ωμολογούσε κι έλεγε ότι σε καμμιά περίπτωσι δεν αρνούμαι τον Χριστό μου. Ο τύραννος επέμενε, επέμενε και ο ιερεύς Σαπρίκιος. Άρχισαν τα βασανιστήρια. Ο καλός Νικηφόρος γνωρίζοντας ότι μήτε η ομολογία της πίστεως δεν μπορεί να απαλλάξη τον άνθρωπο από την κόλασι, εάν δεν έχη αγάπη και συγχωρητικότητα, βλέποντας ότι προχωρεί στο μαρτύριο και συγγνώμη δεν παρέχει κατά το Ευαγγέλιο, φοβήθηκε ότι δεν πρόκειται το αίμα του να τον σώση κι έτρεξε στη φυλακή κι έπεσε στα πόδια του κλαίγοντας και ζητώντας συγγνώμη.

- Συγχώρησέ με, πάτερ, σε ό,τι σου έκανα. εγώ φταίω.

- Δεν σε συγχωρώ.

Διαβολική ενέργεια εντελώς. Συνέχιζε ο αγαθός αυτός άνθρωπος, ο Νικηφόρος να ζητή συγγνώμη μετά δακρύων και να φιλάη τα πόδια του ιερέως.

- Πάτερ, δεν θα σε σώση το μαρτύριο. χύνεις το αίμα σου, σε λίγο αποκεφαλίζεσαι. δεν θα στεφανωθής, εάν δεν με συγχωρέσης.

Αυτός δεν του έδινε παντελώς σημασία. Προχωρώντας στον τόπο της θανατώσεως, ο ταπεινός Νικηφόρος ακολουθούσε πίσω από τους δημίους επαναλαμβάνοντας τις παρακλήσεις του μετά δακρύων. Ο Σαπρίκιος συνέχιζε να είναι άκαμπτος. Τότε συνέβη κάτι το τρομακτικό. Την ώρα του αποκεφαλισμού, κατά παραχώρησιν Θεού, η θεία Χάρις εγκατέλειψε τον ιερέα Σαπρίκιο, σκοτισθηκε το μυαλό του και αρνήθηκε τον Χριστό. Την τελευταία στιγμή έχασε το στεφάνι του μαρτυρίου εξ αιτιας της μνησικακίας του. Και στη θέσι του αποκεφαλίζεται ο καλός Νικηφόρος, ο οποίος τώρα συγκαταλέγεται μεταξύ των Αγίων της Εκκλησίας μας. ενώ ο Σαπρίκιος τιμωρήθηκε με αιώνια κόλασι.

Τόσο δύσκολο ήταν να πη: «Αδελφέ μου, εντάξει, ο Χριστός ας σε συγχωρέση»; Μα, το Ευαγγέλιο δίδασκε ως ιερεύς. δεν ήξερε ότι πρέπει να δώση συγχώρεσι, δεν ήξερε ότι ούτε το μαρτύριο δεν σώζει τον άνθρωπο, χωρίς την αγάπη; Κι όμως κατά διαβολική ενέργεια δεν την έδωσε κι έχασε τη Βασιλεία του Θεού.

Μα, κι όταν ρίξουμε μια ματιά, ένα βλέμμα στην Σταύρωσι του Χριστού μας, υπάρχει δυνατώτερο παράδειγμα παροχής συγγνώμης από το αγιώτατο παράδειγμά Του; Επάνω στους μεγάλους Του πόνους, επάνω στη μεγάλη Του εγκατάλειψι από κάθε ανθρώπινη βοήθεια, δεν εξέφρασε καν παράπονο, δεν είπε κανένα κακό λόγο για τους σταυρωτάς Του, που εκείνη την ώρα Τον βασάνιζαν το Θείο Λυτρωτή. Μόνον έστρεψε τα μάτια Του προς τον Ουράνιο Πατέρα Του και είπε: «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. κγ’, 34). (Συγχώρησέ τους Πατέρα μου, αυτό το μέγιστο έγκλημα, που κάνουν. Δεν ξέρουν τι κάνουν. Είναι έρημοι και φτωχοί και το κάνουν από άγνοια). Κι ο Ουράνιος Πατέρας τους συγχώρησε. Νομίζετε ότι εάν μετανοούσε αληθινά ο μεγάλος προδότης, ο Ιούδας, ο Χριστός μας δεν θα τον συγχωρούσε; Βεβαιότατα.

Εάν υποθετικά αυτή τη στιγμή βάλουμε στη σκέψι μας ότι ο Εωσφόρος, τα δαιμόνια μετανοήσουν, θα πάρουν την συγχώρησι από τον Θεό. Ηξεύρετε έστω και στο ελάχιστο, πόσο μεγάλη και αφάνταστη είναι η ενοχή τους απέναντι στον Θεό για όλα τα φοβερά εγκλήματα, και για τα προσωπικά τους και γι’ αυτά που έχουν κάνει στους ανθρώπους. Αυτοί έχουν κηρύξει ανοιχτά τον πόλεμο και την επανάστασι απέναντι στον Θεό και βλασφημούν εκατομμύρια φορές στο λεπτό το όνομα του Θεού. Παρ’ όλα αυτά, εάν μετανοήσουν για όλα όσα έχουν κάνει, ο Θεός θα τους ανοίξη τη Βασιλεία Του και θα τους δώση την πρώτη θέσι, την οποία είχαν προ της πτώσεως. Ποία συγχωρητικότητα έχει ο Θεός! Σκεφθήτε τι Θεό έχουμε! Τι απέραντη καρδιά έχει! Τι ευσπλαχνία έχουμε μπροστά μας! Ο Θεός είναι ωκεανός απέραντος, απέραντη η αγάπη Του, απέραντη η ευσπλαχνία Του, απέραντη η συγχωρητικότητά του, απέραντα όλα! Κι έρχεται τώρα ο φτωχός άνθρωπος, ο χωματένιος, ο ένοχος, ο αποστάτης, ο βαρυποινίτης να μη θέλη να συγχωρήση του συνανθρώπου του, του χρεωφειλέτου του το χρέος μιας δεκάρας, και ζητάει από τον Θεό να του λύση το χρέος ολόκληρου θησαυρού.

Ας υποθέσουμε ότι σε κάποιον άνθρωπο χάρισε ο Θεός χίλια χρόνια ζωής. Όλα αυτά τα χίλια χρόνια τα γέμισε με αμαρτια. το κάθε λεπτό της ώρας με ένα φοβερό αμάρτημα, βλασφημίες, φόνους, αδικίες, κ.λπ. Χίλια χρόνια ζωή γεμάτη εγκλήματα. Με τις φτωχές μας γνώσεις και χωρίς το πνεύμα του Ευαγγελίου, θα πούμε ότι αυτός ο άνθρωπος αποκλείεται να μετανοήση και να σωθή. Αλλά, να! Έρχεται η θεία φώτισι, έρχεται κι ανοίγει ο Θεός την καρδιά του και βλέποντας ότι τελειώνει η ζωή του, ότι φεύγει για την άλλη ζωή -γιατι έρχεται αυτή η αίσθησι στον ετοιμοθάνατο- σκέπτεται όλα αυτά τα φοβερά εγκλήματα των χιλίων χρόνων κι αρχίζουν τα μάτια του να τρέχουν. Μετανοεί και ζητεί συγγνώμη από τον Θεό. Νομίζετε ότι δεν θα την πάρη; Θα την πάρη και πλούσια!

Έχουμε και τους ληστάς εκατέρωθεν του Εσταυρωμένου Κυρίου μας. Ο ένας λέει: «Αν είσαι Θεός κατέβα από τον Σταυρό και κατέβασε κι εμάς!». Έρχεται κι ο άλλος ο ληστής ο ευγνώμων και λέει: «Μα, γιατι μιλάς έτσι; Γιατι προσθέτεις στις πληγές αυτού του Αγίου τα πικρά σου λόγια; Αυτός δεν έκανε κανένα κακό. εμείς κάναμε φόνους και εγκλήματα και άξια ων επράξαμε απολαμβάνουμε. Αυτός ο άνθρωπος ουδέν κακόν εποίησεν». Κι αμέσως με την ομολογία, που έκανε, έρχεται και η φώτισι της θεολογίας και στρέφει ικετευτικά τα μάτια του στον Χριστό μας και του λέει: «Μνήσθητι μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία Σου» (Λουκ. κγ’, 41-42). Εφ’ όσον θα πέθαινε, σε ποια βασιλεία ζήτησε να εισέλθη μαζί Του; Εγνώρισε θεολογικά ότι Αυτός, που σταυρώνεται, είναι Θεός και έχει τη Βασιλεία Του στον Ουρανό. Κι ο Χριστός μας στρέφει το πρόσωπό Του και τα γαληνά Του μάτια και του λέει: «Απ’ αυτή τη στιγμή θα είσαι μαζί Μου στη Βασιλεία Μου». Και είναι ο ληστής ο πρώτος άνθρωπος, που εισήλθε στη Βασιλεία του Θεού. Ο λόγος του Θεού δεν πέφτει έξω. Εάν ο ληστής με το κλειδί του «μνήσθητι» άνοιξε την πύλη του Παραδείσου, πολλώ μάλλον η μετάνοια, η επιστροφή, τα δάκρυα θα ανοίξουν ευκολώτατα την πύλη της Βασιλείας των ουρανών στον κάθε αμαρτωλό! Τι φοβερό, τι ασύλληπτο, τι αδιανόητο πράγμα η συγχωρητικότητα του Θεού!

Θα σας πω ένα παράδειγμα μιας ψυχής, που κι εγώ ο ίδιος έμεινα έκθαμβος μπροστά στο μεγαλείο της. Εδώ στο εξωτερικό πριν μερικά χρόνια ήταν μία ψυχή, την οποία εγκατέλειψε ο άνδρας της. Μπήκε ένα άλλο πρόσωπο μέσα στο σπίτι της, της πήρε τον άντρα και έφυγε. Αυτή η γυναίκα κάποια μέρα προσήλθε στο χώρο, που εξομολογούσα με πολλή αγάπη και σεβασμό. Γονάτισε κι έκλαιγε. Της λέω:

- Παιδί μου, ποια είναι η αιτια των δακρύων σου; Τι σου συμβαίνει;

- Ξέρετε, Πάτερ, δεν κλαίω για κάποιο αμάρτημα, αλλά κλαίω για να φωτισθή ο άντρας μου, να μετανοήση, γιατι έκανε το σφάλμα κι έφυγε από το σπίτι με άλλη γυναίκα κι αμάρτησε στον Θεό. Και έρχεται στο σπίτι μου με τη γυναίκα, που έχει τώρα, τους φιλοξενώ, τους κάνω τραπέζι, κοιμούνται και μετά φεύγουν. Φιλάω τον άντρα μου, φιλάω τη γυναίκα αυτή, τους κάνω δώρα, τους ξεπροβοδίζω, τους δίνω ευχές και πηγαίνουν. Και ξαναέρχονται.

- Και γιατι παιδί μου, το κάνεις αυτό;

- Μα, δεν το λέει ο Χριστός αυτό στο Ευαγγέλιο, να αγαπάμε τους εχθρούς μας; Αυτή η γυναίκα για μένα είναι ο μεγαλύτερός μου εχθρός, αφού μου πήρε τον άντρα. αλλά πρέπει να την αγαπώ. Κι αφού ο Χριστός ζητεί να αγαπάμε τους εχθρούς μας και να δίνουμε όλο τον εαυτό μας και την αγάπη μας, αυτό κάνω κι εγώ. Και κλαίω να τους φωτιση ο Θεός και να τους δώση μετάνοια. Προσευχηθήτε κι εσείς γι’ αυτό.

Μπορείτε να μετρήσετε την αρετή αυτής της γυναίκας; Μπορεί ο Θεός τώρα αυτήν την γυναίκα, ό,τι κι αν έκανε σαν άνθρωπος, να μην την έχη συγχωρήσει; Και τα δάκρυά της δεν ήταν για τίποτε άλλο, παρά το βραβείο, που της είχε δώσει, για τη μεγάλη αυτή νίκη της αγάπης. Να, η εφαρμογή του Ευαγγελίου τι ανθρώπους κάνει! Και δεν είναι καθόλου χαζή, είναι λογικωτάτη γυναίκα και πάρα πολύ δυνατός άνθρωπος. Μια αφανής ηρωίδα του Ευαγγελίου, χωρίς κανείς να το γνωρίζη αυτό.

Ενώ εμείς οι ταλαίπωροι άνθρωποι, και πρώτος εγώ, ποτέ δεν θα το έκανα αυτό. Μπορεί να έβριζα, μπορεί να συκοφαντούσα, μπορεί να τον έδερνα, να τον καταριόμουν κι αυτόν κι εκείνη κ.λπ. Και βλέπεις από την άλλη πλευρά το Ευαγγέλιο να κάνη ένα τέτοιον ωραίο άνθρωπο. Αυτή η γυναίκα εν ημέρα Κρίσεως θα κρίνη μία άλλη γυναίκα με το ίδιο ιστορικό, αλλά με διαφορετική αντιμετώπισι του θέματος. Και δεν θα έχη δικαιολογία να πη στον Θεό: «Αφού ήταν τόσο μεγάλο το αδίκημα απέναντι μου, τι μπορούσα να κάνω;» «Να τι έκανε αυτή η γυναίκα. αυτό μπορούσες να κάνης κι εσύ, αν τηρούσες το Ευαγγέλιο».

Το Ευαγγέλιο μπορεί να εφαρμοσθή από κάθε άνθρωπο. Κι όποιος το τηρήση στην ουσία του, μπορεί να γίνη μία εξαίρετη προσωπικότητα. Δεν μπορούμε να πούμε ότι σε ωρισμένους ο Θεός δίνει τη δύναμι και σε άλλους όχι. Το Ευαγγέλιο λάμπει όπως ο ήλιος λάμπει για όλους. Ανάλογα όμως με την υγεία των ματιών μας βλέπουμε τον ήλιο. Έχεις υγιή μάτια; Βλέπεις ολοφώτεινο τον ήλιο. Δεν έχεις; Αναγκάζεσαι να φορέσης γιαλιά.

Θυμάστε το ιστορικό εκείνο από τον βίο του Αγίου Διονυσίου της Ζακύνθου:

Κάποια νύχτα χτυπάει κάποιος την πόρτα του Αγίου και του λέει:

- Σε παρακαλώ, Άγιε του Θεού, κρύψε με.

- Γιατι τι έκανες, παιδί μου;

- Σκότωσα άνθρωπο, κρύψε με.

Τον κρύβει ο Άγιος. Μετά από λίγο βλέπει ανθρώπους του νησιού να τρέχουν και να αναζητούν το φονιά. Φτάνουν στον Άγιο και του λένε:

- Μήπως πέρασε από δω κάποιος άνθρωπος, γιατι κάποιος σκότωσε τον αδελφό σου και τον ψάχνουμε.

- Δεν ξέρω, δεν πέρασε κανείς από δω. Αλλά γιατι σκότωσε τον αδελφό μου; Κοιτάξτε κάπου αλλού να τον βρήτε.

Και τον φονιά του αδελφού του τον είχε κρυμμένο ο Άγιος. Φύγανε αυτοί οι άνθρωποι και φυσικά δεν τον βρήκανε. Πηγαίνει μέσα και λέει στον φονιά:

- Τι σου έκανε αυτός ο καλός άνθρωπος και τον σκότωσες; Ξέρεις ότι ήταν αδελφός μου;

Σκεφθείτε και φαντασθήτε την κατάστασι του φονιά εκείνη τη στιγμή!

- Άνθρωπε, θα σου δείξω ένα δρόμο, για να φύγης, να μη σε πιάσουν και μετανόησε γι’ αυτό που έκανες.

Και τον ωδήγησε κρυφά και τον φυγάδευσε. Σκεφθήτε ανεξικακία, μακροθυμία κι Ευαγγελική αγάπη!

Εκείνο που πρόσεξαν πολύ και προσπάθησαν οι Άγιοι και οι Ασκηταί και οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν να αγαπήσουν τον πλησίον τους με όλη την αγάπη του Ευαγγελίου. Κι έτσι πέτυχαν την αγιότητα. Και σε μας τους αμαρτωλούς με τα τόσα βάρη, που σηκώνουμε επάνω στην πλάτη μας, μας δίδεται η ευκαιρία, μας δίδεται η εγγύησι από τον Θεό, ότι μπορούμε όλο αυτό το φορτιο να το πετάξουμε, να γίνουμε ελεύθεροι, να ανεβούμε με φτερά στον ουρανό. Μη λογίζεσθε κακό, ό,τι κι αν ακούσετε, ότι σας έκαναν. Συγχωρείτε με όλη την καρδούλα σας, με όλη την ψυχή σας και να ξέρετε, πως θα είσθε συγχωρημένοι από τον Θεό.

Πήγαν κάποτε κάποιοι στον Μέγα Θεοδόσιο και του είπαν:

- Μεγαλειότατε την προτομή σας κάτω εκεί στην Αντιόχεια, την χτύπησαν, την μωλώπισαν, την κατέστρεψαν. Διατάξτε τιμωρία για τους υπευθύνους.

Τι έκανε τότε ο βασιλεύς; Αυτός που είχε βασιλική καρδιά, αυτός που είχε το Ευαγγέλιο μέσα του, τι τους απάντησε;

-Μήτε μώλωπα έχω, μήτε τα μάτια μου βγήκαν, μήτε η μύτη μου έπαθε τιποτα. Αν έκαναν κάτι το έκαναν σε πράγμα άψυχο. δεν είναι τιποτα κακό. Γιατι να τους κάνουμε κακό; Να είναι συγχωρημένοι.

Γι’ αυτό, παιδιά όταν μας κατηγορούν, όταν μας συκοφαντούν, όταν μας πειράζουν, όταν μας ταπεινώνουν, όταν μας αδικούν, πρέπει κι εμείς να συγχωρούμε. Με όποια καρδιά, με όποια δύναμι, με όποια διάθεσι προσφέρουμε τη συγχωρητικότητά μας, όχι εκατονταπλάσια, άλλα μυριοπλάσια θα είναι τα αντίστοιχα αγαθά, που θα λάβουμε από τον Θεό. Να ο δρόμος! Να, πώς ακριβώς μπορούμε να σωθούμε! Να, η πύλη από την οποία θα εισέλθουμε στη Βασιλεία των ουρανών!

Τελειώνοντας σας δίνω όλες τις καλύτερες ευχές από την καρδιά μου την ταπεινή κι ελάχιστη και βρώμικη για πνευματική προκοπή και πρόοδο. Εάν σε κάτι σας σκανδάλισα να με συγχωρήσετε, διότι είμαι άνθρωπος και σαν άνθρωπος κάνω σφάλματα. Εύχομαι ταπεινά αυτά τα ολίγα, τα οποία εδώ μιλήσαμε από τα λόγια του Ευαγγελίου, αυτός ο θείος σπόρος, που σπείρεται στις καρδούλες σας, να μη πέση σε πέτρα, μήτε σε λίγο χώμα, μήτε στο δρόμο, που δεν φυτρώνει τιποτα, αλλά να βρη γη αγαθή και να καρποφορήση εκατονταπλασίονα, εις ζωήν αιώνων. Αμήν.

(Ομιλία σε σύναξι πιστών στο εξωτερικό το 1989)

Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεϊτου, “Πνευματικές Ομιλίες”, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη


vatopaidi.wordpress.com

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )