.

.

Παρασκευή 22 Μαΐου 2009

Η θεολογία του Σώματος


παπα Νικόλαου Λουδοβίκου
Χριστός Ανέστη,

Ευχαριστώ τον κύριο Μητρόπουλο***, για όσα είπε και κυρίως για την τελεία που έβαλε μόλις ξεστόμισε την λέξη «παράγει λόγο», την φράση «παράγει λόγο». Πράγματι μ' αρέσει η λέξη λόγος, έτσι στον ενικό. Εάν έλεγε «παράγει λόγια» θα σηκωνόμουνα να φύγω, θα έλεγα «ωχ, εδώ αυτό είναι βαρύ». Αλλά εάν παράγεται λόγος, ξέρετε πόσο βαθειά είναι αυτή η ελληνική λέξη. Λόγος είναι μια βαθυνόητη λέξη ελληνική, η οποία διατήρησε, ξέρετε, το νόημά της και στη θεολογική παράδοση.
* Πάτρα, Κυριακή, 10-05-2009: Ομιλία στο Ξενοδοχείο «Αστήρ» της Πάτρας με αφορμή την εορτή του προστάτη των οδοντιάτρων, Αγίου Αντύπα. Τη διοργάνωση έκανε ο σύλλογος οδοντιάτρων Πάτρας. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά.
Όλοι γνωρίζετε ότι το δεύτερο Πρόσωπο της Τριάδος είναι ο Λόγος. Είναι οι Λόγοι επίσης των όντων, τα άκτιστα θελήματα του Θεού, που βρίσκονται πίσω από την Δημιουργία. Έτσι λόγος σημαίνει και στοχασμός, σημαίνει και διάλογος - έτσι δεν είναι; - σημαίνει και σκοπός, σημαίνει και φύσις, κατά τους προσωκρατικούς, σημαίνει και την θεότητα, σημαίνει και την ελευθερία ακόμη. Και βεβαίως σημαίνει και την αλήθεια.

Η μετοχή μας σε όλα αυτά τα πράγματα θα μπορούσε να θεωρηθεί, είτε είμαστε θεολόγοι, είτε δεν είμαστε, ότι αποτελεί ένα ζητούμενο ζωής. Έλεγα στον κύριο Μητρόπουλο λοιπόν, εις απάντηση ενός σχετικού ερωτήματος, ότι η θεολογία αξίζει να ακουστεί και αυτός που παράγει λόγο, όταν προέρχεται από μια τέτοια αναζήτηση, ξέρετε. Είναι πολύ μεγάλη υπόθεση η θεολογία, για να είναι μια απλή επανάληψη, έτσι, αληθειών, τις οποίες κανείς δεν ξέρει ακριβώς πια γιατί υπήρξαν κάποτε αλήθειες. Κάθε αλήθεια πρέπει να δοκιμάζεται σήμερα, εδώ και τώρα. Η αλήθεια του Θεού και η αλήθεια του ανθρώπου, και όλα αυτά τα μεγάλα πράγματα που λέμε έτσι, στην Εκκλησία και στο Σύμβολο της Πίστης είναι μεγέθη τα οποία δοκιμάζονται ξανά εδώ και τώρα. Γι' αυτό και η θεολογία, όταν παράγεται, ανήκει σε αυτούς που ζουν γι' αυτήν ή από αυτήν, ή για χάρη της, δηλαδή ζουν εξ αιτίας της, ζούνε για να αναζητούν αυτό το οποίο στον χώρο της Θεολογίας φιλοξενείται.

Μου αρέσει αυτό και οι μεγάλοι θεολόγοι που έτυχε να συναντήσω, είτε ζωντανοί, είτε μέσα στα κείμενά τους και οι μικροί-μεγάλοι θεολόγοι που συνάντησα μέσα στον λαό, μέσα στους μοναχούς και μέσα στον απλό κόσμο και μέσα στους απλούς παπάδες, ήταν όλοι μεγάλοι αναζητητές. Ήταν άνθρωποι οι οποίοι λειτουργούσαν καθολικά και ψυχοσωματικά - έτσι θα μπούμε σιγά-σιγά και στο θέμα της ομιλίας μας -, μέσα στην αρμονία αυτής της αλήθειας, ήτανε άνθρωποι οι οποίοι όχι μόνον δεν ζούσαν με τα αυτονόητα αλλά άνθρωποι οι οποίοι στην κυριολεξία συντονίζονται με τις μεγαλύτερες και πιο ουσιαστικές λαμπρές στιγμές αυτής της αλήθειας. Η ζωή έτσι αποκτά περιεχόμενο ξέρετε, διαφορετικά, είτε είμαστε θεολόγοι είτε όχι, είτε θεολογούμε, είτε είμαστε πιστοί, είτε όχι, η ζωή μας κυλάει σε ένα είδος θεολογίας, δηλαδή, όπως λένε οι Γάλλοι, τρέχει στο ποτάμι, τρέχει σαν το νερό μέσ' στο ποτάμι και κανείς δεν μπορεί να την σταματήσει και κανείς δεν μπορεί να δώσει νόημα στην ζωή αυτή.
Μια και μίλησα για αλογία, νομίζω ότι είναι μια καλή πόρτα, μια καλή είσοδος, για να εισάγω το θέμα το σημερινό μας, το θέμα του σώματος γιατί για τους πολλούς, όσοι είναι παρόντες σήμερα και κυρίως όσους είναι απόντες, η χαρά που προσφέρει το σώμα, η χαρά της αλογίας ξέρετε, για την οποία μιλάω τώρα, θα εξηγηθώ, μην βιάζεστε και θα εξηγήσω γρήγορα τι προσπαθώ να πω.

Το σώμα προσφέρει την χαρά μιας συγκριτικής δραπέτευσης, σε έναν μικρό ή μεγάλο ιδιωτικό κόσμο απόλαυσης ο οποίος όμως και η οποία δραπέτευση, μου κάνει την ζωή όμορφη. Όταν απέναντί μου έχω για παράδειγμα τον άτεγκτο θεσμό, όταν έχω έτσι τον κοινωνικό ας πούμε καταναγκασμό, όταν έχω τον πολιτικό ολοκληρωτισμό, όταν έχω μια καθολική και αναγκαστική αλήθεια, όταν δεν με πείθει αυτό που πείθει τους πολλούς, όταν ο λόγος ο κοινός, ο λόγος της εκκλησίας, ο λόγος του κράτους, ο λόγος της παιδείας, δεν με κερδίζει πλέον, έχω ένα καταφύγιο. Και το καταφύγιο αυτό είναι αυτή η αλογία, η μικρή αλογία που είναι το σώμα μου, το οποίο μου δίνει ανάπαυση, χαρά, ηδονή, ευτυχία, ζεστασιά, επικοινωνία και πέραν αυτών μικρές και μεγάλες δραπετεύσεις προς όλες τις κατευθύνσεις αυτές, έτσι ακριβώς μικρούς ιδιωτικούς μυστικισμούς. Ο μυστικισμός της κατανάλωσης, ο μυστικισμός του ερωτισμού - του ερωτισμού είναι μια άλλη υπόθεση -, ο μυστικισμός της μόδας, ο μυστικισμός όλων αυτών των, όπως είπα, ιδιωτικών μικρών δραπετεύσεων έτσι, που φαίνεται να κάνουν την ζωή άξια να την ζήσει κανείς.
Έτσι λοιπόν πρέπει να ξέρετε ότι στην Δύση το σώμα, για πάρα πολλούς αιώνες, για να μην πω για χιλιετίες, δεν υπήρξε τίποτα περισσότερο από αλογία, αυτή η αλογία. Βεβαίως στην αρχή αυτό ήταν μια φιλοσοφική καταδίκη, μετά έγινε διεγερτική απόλαυση. Η δυνατότητα, όπως λέει ένας μεγάλος Γάλλος ποιητής ο Ρεμπώ, να έχω την αλήθεια μέσα σε μια ψυχή και μέσα σε ένα σώμα, δηλαδή να μετέχω ψυχοσωματικά στην αλήθεια, όχι να έχω την αλήθεια δήθεν στην ψυχή και την διαφυγή από την αλήθεια στο σώμα, δηλαδή να υποχρεούμαι να δεχθώ κάτι σαν αλήθεια και να δραπετεύω σωματικά από αυτήν. Η αλήθεια λοιπόν αυτή, το να έχω την αλήθεια μέσα σε μια ψυχή, σε ένα σώμα, είναι κάτι το οποίο υπήρξε πάρα πολύ δύσκολο, και ουσιαστικά πέρασαν πάρα πολλοί αιώνες στην Δύση και δυτικοί είμαστε εμείς ουσιαστικά, προτού συμβεί. Πρέπει να ξέρετε δε ότι αυτό ξεκίνησε ουσιαστικά από την αρχαία φιλοσοφία, έτσι.
Για να μπω απότομα στο θέμα, αν διαβάσετε τον Πλάτωνα, το «Θέατρον» του Πλάτωνος, θα δείτε ότι στο τέλος ο Σωκράτης αφού φτάσει η ώρα προτού πεθάνει, λέει στους κατάπληκτους μαθητές του ότι έφτασε η ώρα της ελευθερίας. Μια ζωή αγωνίζομαι να πεθάνω, να λυτρωθώ από το σώμα. Τώρα ο θάνατος έρχεται και με λυτρώνει ακριβώς από αυτό από το οποίο πάλεψα τόσο πολύ για να λυτρωθώ. Πεθαίνει ευτυχισμένος, επειδή λυτρώνεται από το σώμα, έτσι. Το σώμα είναι εχθρός διότι η ουσία του ανθρώπου είναι η ψυχή. Στην αρχαία φιλοσοφία μετά τον Όμηρο, επικρατεί το μεγάλο ρεύμα του Ορφισμού, όπως ξέρετε, δεν ξέρω εάν έχουμε εδώ ειδικούς, όπου η ουσία του ανθρώπου είναι η ψυχή και η ψυχή είναι κομμάτι του Θεού, έτσι; Κομμάτι του Θεού το οποίο μπήκε μέσα εις τον κόσμο, είναι εξόριστο στον κόσμο, ενδύεται ένα σώμα, το σώμα αυτό είναι ξένο προς την ουσία της, αναγκάζεται να κουβαλάει το σώμα αυτό, να παιδαγωγείται μέσω του σώματος. Στη συνέχεια θα χρειαστεί να περάσει σε άλλες μετενσαρκώσεις, για να παιδαγωγηθεί ακόμη περισσότερο, να μάθει δηλαδή να μην ζει την ζωή του σώματος, και κάποια στιγμή πρέπει να γλυτώσει από αυτές τις μετενσαρκώσεις, έτσι και να ξαναγυρίσει στον υπερουράνιο τόπο από όπου είναι φυγάς θεόθεν και αλήτης, κατά τον λόγο του Φίλωνος, που επαναλαμβάνει έναν λόγο του Εμπεδοκλή, έτσι, φυγάς θεόθεν και αλήτης.

Λοιπόν αυτή η μετενσάρκωση η οποία είναι ένα γεγονός παιδείας, δεν είναι ευχάριστη, μόνον οι έλληνες δημοσιογράφοι θεωρούν ευχάριστη την μετενσάρκωση, για τον αρχαίο η μετενσάρκωση είναι τραγωδία, γι' αυτό και βλέπετε οι ορφικοί φοράνε άσπρα γιατί ελπίζουν ότι δεν θα μετενσαρκωθούν ξανά, οι πιστοί των μεγάλων μυστηριακών θρησκειών οι πυθαγόριοι, οι ορφικοί, ελπίζουν ότι δεν θα μετενσαρκωθούν ξανά, ότι είναι το τελευταίο τους νταλαβέρι με το σώμα αυτό το τωρινό. Θα γλυτώσουν από το σώμα, έτσι. Λοιπόν και κάποια στιγμή, εάν δεν γλυτώσουμε από το σώμα, θα κινδυνεύει να γίνει η ψυχή μας σωματοειδής, έτσι. Αυτή είναι η μεγάλη κατάντια της ψυχής μας.
Στον νεοπλατωνισμό αυτό συνεχίζεται, φανταστείτε ότι μεταξύ Πλάτωνος και νεοπλατωνισμού είναι 1000 χρόνια. Για 1000 ολόκληρα χρόνια, με μοναδική εξαίρεση τον Επίκουρο, ο οποίος θυμίζει την νέα εποχή, ουσιαστικά η φιλοσοφία είναι αντισωματική έτσι; Βεβαίως εάν ρωτήσετε πάλι τον μέσο Έλληνα δημοσιογράφο, θα σας πει ότι ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός αγαπάει το σώμα. Δεν αγαπάει το σώμα, αγαπάει την ιδέα του σώματος, γι' αυτό και δεν θα μάθετε ποτέ το όνομα του τάδε κούρου ή του τάδε δισκοβόλου. Είναι η ιδέα, η αφηρημένη ιδέα του σώματος, όχι το σώμα ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Έτσι, ελπίζω ότι στο τέλος θα έχουμε την δυνατότητα μιας μικρής συζήτησης, που θα μας δώσει την δυνατότητα να τα πούμε αυτά λίγο περισσότερο, λίγο καλύτερα.
Λοιπόν, αν διαβάσετε λοιπόν τον Πλωτίνο θα δείτε ότι 1000 χρόνια μετά τον Πλάτωνα σχεδόν, ότι να σας λέει ότι ήμασταν κάποιοι ουράνιοι άνθρωποι λέει, που περιπολούσαμε σε έναν ουράνιο τόπο, κάποια στιγμή «προσήλθε άνθρωπος άλλος είναι εθέλων» ήταν κάποιος άλλος, μας δελέασε, πήρε την ψυχή που ήμασταν, την φόρεσε και πήγε στον κόσμο. Και με τον τρόπο αυτό είμαστε καταδικασμένοι σε μία σωματοειδή ζωή. Η ψυχή μας, το κατώτερο μέρος της, το παθητικό μέρος, τα συναισθήματα και οι επιθυμίες, δένονται με το σώμα, και παιδεύονται, και υποφέρουν, το ανώτερο μέρος της ψυχής όμως, ο νους, πρέπει να ξαναγυρίσει από εκεί που ήτανε, έτσι ο δίκαιος «εν τω θεωρείν το είναι έχειν», λέει ο Πλωτίνος. Ο δίκαιος έχει την ζωή την πραγματική στην θεωρία, όταν φεύγει δηλαδή από το σώμα, το οποίο είναι αισχρόν, τόσο αισχρόν, «ως αίσχος είναι», δηλαδή είναι αίσχος αυτό το ίδιο. Γι' αυτό ο Πλωτίνος δεν θα δεχθεί ποτέ να ποζάρει για ένα άγαλμα, δεν ξέρουμε ποιος είναι, δεν θα δεχθεί να ποζάρει σε έναν γλύπτη ποτέ, να του φτιάξει αυτή την εικόνα, την φθαρτή εικόνα.



Λοιπόν είναι σημαντικά όλα αυτά που λέμε, για να καταλάβετε την μεγάλη επανάσταση η οποία έγινε από τον Χριστιανισμό στο σημείο αυτό. Και είναι μια πολύ μεγάλη επανάσταση διότι, για πρώτη φορά η ουσία του ανθρώπου δεν είναι πλέον το σώμα του, δεν είναι πλέον (συγγνώμη) η ψυχή του, ούτε το σώμα του, έτσι, αλλά το όλον αυτού, έτσι. Επειδή μιλάω με χωρία, αυτό είναι ένα βιβλίο δικό μου, το οποίο η μόνη του δουλειά εδώ είναι να βοηθάει κανένα χωρία να διαβάσω έτσι, δεν ξέρω εάν θα μου στοιχίσει αυτό την κούρασή σας, αλλά μερικά φρασίδια καμιά φορά βοηθάνε πιο πολύ, από τον δικό μας λόγο. Λοιπόν ο άνθρωπος δεν είναι η ψυχή, αλλά το έμψυχο σώμα. «Ο νουν και λόγον δεξάμενος εστίν άνθρωπος, ου ψυχή καθ' εαυτήν». Δεν είναι μόνο η ψυχή καθεαυτή ο άνθρωπος", λέει ο Αθηναγόρας, έτσι. Μιλάμε για τις πρώτες δεκαετίες της μ.Χ. εποχής. «Άνθρωπον άρα δε των εξ αμφοτέρων, σώματος και ψυχής όντα, διαμένειν εσαεί ανάγκη εστί». Επομένως εάν αυτό το πράγμα είναι ο άνθρωπος, πρέπει ο άνθρωπος να παραμένει εσαεί, να μπορεί να υπάρξει αιώνια έτσι όπως είναι.
Εάν το σώμα δεν μπορεί να συνδιαιωνίζει με την ψυχή, λέει ο Αθηναγόρας, αυτό σημαίνει δύο πράγματα ή ότι δεν το έπλασε ο Θεός ή ότι δεν είναι αρκετά Θεός ούτως ώστε να το σώσει. Άρα μιλώντας για σωτηρία του ανθρώπου, δεν μπορούμε να μιλάμε μόνο για σωτηρία της ψυχής του, μπορούμε να μιλάμε μόνον για μια ψυχοσωματική του πιθανή αιωνιοποίηση, αφθαρτοποίηση. Η προοπτική αυτή είναι σας είπα συγκλονιστικά καινούργια. Η εβραϊκή λέξη «νεφές» η βιβλική λέξη αυτή, δεν σημαίνει ψυχή, σημαίνει ύπαρξη. Μιλάμε για μια ύπαρξη, σώζεται αυτό όταν λέμε καμιά φορά στην καθημερινή μας γλώσσα, ακόμη και σήμερα, που έχουμε γίνει όλοι πλατωνικοί, ότι έπεσε το αεροπλάνο και χαθήκανε 100 ψυχές. Εννοεί 100 ψυχοσωματικές υπάρξεις.
Ο άνθρωπος λοιπόν δεν είναι μόνο σώμα, είναι και ψυχή. Επεκτείνεται από τους πρώτους αυτούς πατέρες το «κατ' εικόνα» και στο σώμα, ενώ τα κατ' εικόνα κατ' αρχήν υπήρχε μία τάση, μια πλατωνική επίδραση, να αποδίδεται μόνο στην ψυχή. Ο άνθρωπος είναι κατ' εικόνα Θεού και η ψυχή του και το σώμα του. Το σώμα δηλαδή είναι εξ' ίσου πνευματικό με την ψυχή. Αυτό το πράγμα είναι μια επανάσταση, πολύ μεγάλη επανάσταση, η οποία επισυνέβη στα πρώτα χρόνια, τους πρώτους αιώνες της ελληνικής πατερικής γραμματείας. Επιμένω σε αυτό διότι έχουμε γιατρούς εδώ ανάμεσα, θα ξέρετε ότι μέχρι την εποχή του Λαμετρύ, 18ο αιώνα, στη Δύση ακόμα και μεγάλοι φυσιολόγοι, όπως ο Ρεζάλιους ή ο Γουίλις στην Αγγλία, αισθάνονται υποχρεωμένοι να ψάξουν να βρούνε τόπο για την ψυχή την άυλη, για να πείσουν τις εκκλησιαστικές αρχές να τους επιτρέψουν να κυκλοφορήσουν τα έργα τους.
Ο μεγάλος Ντεκάρτ, ο Καρτέσιος, έτσι, αφού βεβαιώνει και αυτός ξεκάθαρα ότι η ουσία του ανθρώπου είναι μια άυλη ψυχή, έτσι, ψάχνει να βρει πως ενώνεται με το σώμα. Διότι στη Δύση, μέσω του Αυγουστίνου, πέρασε αυτός ο πλατωνικός δυαλισμός και δεν διορθώθηκε ουσιαστικά ποτέ. Διορθώθηκε μόνον όταν εμφανίστημε ουσιαστικά ο Νίτσε και ο Φρόυδ. Και έχουμε την πρώτη, θα σας πω με ποιο τόπο, εισαγωγή του σώματος στην ανθρωπολογία για την Δύση, έτσι. Και σπερματικά βέβαια, έγινε από τον Σοπενάουερ και βεβαίως από τους χονδροειδείς λεγόμενους υλιστές, τον Φόγκ, τον Λαμετρύ και Τπαν του διαφωτισμού, τους οποίους εγώ θεωρώ θεολογικότατους. Πιο θεoλόγους από τους θεολόγους της εποχής μας, παρόλο που λέμε ότι είναι άθεοι. Γενικά μην σας τρομάζει κανείς που λέει ότι είναι άθεος, συνήθως απορρίπτει μια εικόνα του Θεού, έτσι μου έλεγε μία δημοσιογράφος πριν από καιρό, πριν από την Μεγάλη Εβδομάδα, με πήρε και μου λέει «πάτερ, να κάνουμε μια εκπομπή διότι σας εκτιμώ. Αλλά εγώ είμαι άθεη». Έ της λέω και εγώ άθεος είμαι, σε σχέση με τον Θεό αυτό που έχετε στο νου σας. Ακόμη δεν έχω βρει εγώ έναν άθεο, ο οποίος να απορρίπτει τον Θεό αυτό που έχω στο μυαλό μου, που έχουν οι Πατέρες στο νου τους, έτσι. Γι' αυτό η αθεΐα είναι πολύ χρήσιμη εμπειρία, μας βοηθάει στην αποειδωλοποίηση, και αν δεν κάνουμε αποειδωλοποίηση, Θεό δεν βλέπουμε. Παρένθεση ήταν αυτό.
Λοιπόν, στην Ανατολή υπήρξε βεβαίως ο Ωριγένης. Έχουμε θεολόγους εδώ και νοιώθω υποχρέωσή μου να έχω και αυτή την πλευρά πάντοτε, δηλαδή να μην σας μιλάω με συμπεράσματα, να σας βάζω λίγο να σκέπτεστε. Λοιπόν ο Ωριγένης ήταν πλατωνικότατος. Ναι, αλλά μετά τον Ωριγένη θα έλθει ο Μάξιμος, ο οποίος θα διορθώσει τον Ωριγένη. Εάν διαβάσετε τον Ωριγένη, είναι σαν να διαβάζετε Πλάτωνα και Πλωτίνο. Ό άνθρωπος είναι κάποιος νους, στα ουράνια περιπολεί και κάποια στιγμή βαριέται να είναι πνεύμα, τι πιο φυσικό; Βαριέται να είναι ένα στείρο πνεύμα, το οποίο ατενίζει ένα άλλο στείρο πνεύμα, που είναι ο Θεός. Κόρος, η έννοια του κόρου, έτσι, είναι θεολογική έννοια στον Ωριγένη. Και επειδή βαριέται αρχίζει να πέφτει και ο Θεός μόλις αρχίζει να πέφτει τον ενδύει με σώμα. Έτσι η δημιουργία είναι ουσιαστικά μία πτώση και η υλικότητα είναι μία πτώση, είναι πτώση στην υλικότητα. Σκοπός είναι να γλυτώσουμε από το σώμα και να ξαναγυρίσουμε πάλι.
Λοιπόν αυτά υποτίθεται, ο Ωριγένης ότι είναι χριστιανός αλλά είναι πλατωνικός περισσότερο παρά χριστιανός. Διότι εάν το σώμα, εάν η ύλη είναι μία πτώση, τότε υπεύθυνος κάθε πτώσης είναι ο Θεός, έτσι, εάν έφτιαξε αυτός το σώμα. Εάν δεν έφτιαξε αυτός το σώμα, υπάρχουν δύο Θεοί, ένας που έφτιαξε τα πνευματικά και ένας που έφτιαξε τα σωματικά. Και περνάμε άνετα στον γνωστικισμό τον λεγόμενο, έτσι, τον μανιχαϊσμό αν θέλετε. Λοιπόν εάν όμως ο Θεός έπλασε το σώμα, τότε αυτό σημαίνει ότι δεν είναι απλά πτώση η σωματοποίηση. Μήπως είναι ακριβώς το αντίθετο; Μήπως είναι μία ευκαιρία ακριβώς για πνευματοποίηση του παντός; Μήπως είναι κάτι διαφορετικό, να το δούμε. Αλλά όπως σας είπα στην ανατολή υπήρξε ο Μάξιμος ο ομολογητής ο οποίος - και οι Καππαδόκες πριν από αυτόν - και ο Μακάριος ο Αιγύπτιος, οι οποίοι ξεκάθαρα είπαν ότι δεν είναι ουσία του ανθρώπου η ψυχή του, ούτε βέβαια μόνον το σώμα του, αλλά το «όλον αυτού».
Μια άλλη φράση γι' αυτό είναι η λέξη «συναμφότερον» στον Παλαμά, αιώνες μετά. Είναι το «όλον αυτού», δηλαδή το άθροισμα και κυρίως κάτι περισσότερο από το άθροισμα. Δηλαδή όταν προσθέσετε ψυχή και σώμα, πάλι δεν παίρνετε τον άνθρωπο. Γιατί ο άνθρωπος είναι η ενεργή οικειοποίηση και της ψυχής και του σώματος. Ο άνθρωπος είναι μία άποψη, ο άνθρωπος είναι μία στάση, είναι μία όψη του όλου. Επομένως είναι η ελευθερία η οποία υπάρχει σε ένα σώμα και σε μία ψυχή. Ο άνθρωπος και αυτό ακριβώς είναι η εικόνα του Θεού. Και ακριβώς επειδή η εικόνα του Θεού είναι ελευθερία, δεν είναι ανάγκη να είναι μόνον η ψυχή η εικόνα αυτή. Και το σώμα μπορεί και πρέπει να είναι ελεύθερο. Θα το εξηγήσουμε αυτό παρακάτω.
Στην Δύση όμως δεν υπήρξε Μάξιμος, δεν υπήρξε Παλαμάς και έτσι ο Αυγουστίνος κυριάρχησε. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά από αιώνες, ο Αυγουστίνος τον 4ο αιώνα, ο Καρτέσιος μετά από 12 αιώνες και παραπάνω, θα σας πει «cogito ergo sum», έτσι «σκέπτομαι άρα υπάρχω». Δεν λέει πονάω άρα υπάρχω, δεν λέει ερωτεύομαι άρα υπάρχω, τι λέει: σκέπτομαι, άρα υπάρχω. Δηλαδή επιμένει η παλαιά πλατωνική, αυγουστίνεια θέση, ότι ο άνθρωπος είναι ψυχή και η ουσία της ψυχής τι είναι: η σκέψη. Έτσι δεν είναι; Ουσία της ψυχής είναι ο νους, όχι το μέρος εκείνο το σωματοειδές, οι επιθυμίες ή τα συναισθήματα που ακουμπάει το σώμα, αλλά ο νους, ο καθαρός νους. Εδώ υπάρχει πλατωνισμός και εδώ υπάρχει και στωϊκισμός, διότι για τους στωϊκούς η ουσία του νου, η ουσία της ψυχής είναι ο νους. Αυτό μοιάζει με τον Θεό. Ο Θεός δεν μπορεί να έχει συναισθήματα, δεν μπορεί να έχει επιθυμίες, είναι απαθής. Και για να είναι απαθής πρέπει να είναι καθαρός νους. Έτσι νόησις, νοήσεως, να βρει τον εαυτό του. Είναι δύσκολα όλα αυτά; Λοιπόν όπως και να είναι, αξίζει τον κόπο νομίζω, να κάνουμε μια βουτιά μιας και τα δύσκολα έχουν αξία γενικώς.
Λοιπόν επιμένω σε αυτό γιατί σήμερα εμφανίζεται μία μεγάλη σύγχυση, στα θέματα αυτά. Θα την εξηγήσουμε, θα μπούμε στην σύγχυση αυτή. Να τελειώσω λίγο με την ιστορία. Στη δύση θεωρήθηκε λοιπόν ότι ουσία του ανθρώπου είναι η ψυχή του, η σκέψη, η σκεπτόμενη ψυχή. Το εγώ είναι ουσιαστικά ένα σκεπτόμενο εγώ που είναι πάνω από το σώμα, πάνω από την παράδοση, πάνω από τα αισθήματα, πάνα απ' όλα, αυτό είναι το εγώ. Το καρτεσιανό, του Κάντ αυτό είναι το εγώ, αυτό το detouched, το αποσυνδεδεμένο εγώ, όπως ονομάστηκε από κάποιους ιστορικούς της φιλοσοφίας. Ναι αλλά κάποια στιγμή, αυτό το αποσυνδεδεμένο, καθαρά ψυχικό εγώ, το οποίο απελευθέρωσε τεράστιες πνευματικές δυνάμεις στην ιστορία, είναι αλήθεια έτσι γεννήθηκε η νεώτερη τεχνική, η νεότερη επιστήμη στην δύση, από έναν άνθρωπο που είναι καθαρή σκέψη. Ναι ανακάλυψε κάποια στιγμή το εγώ αυτό ότι έχει ένα σκοτεινό υπόγειο. Ανακάλυψε ότι άλλα λέει, άλλα κάνει και άλλα επιθυμεί για παράδειγμα. Ανακάλυψε τα μπερδέματα της γλώσσας, τις αστοχίες του συναισθήματος, τα αδιέξοδα έτσι της καθημερινότητας, να σκέπτομαι τα πάντα και κάτι περισσεύει. Υπάρχει ένας κόσμος ολόκληρος, ένα υπόγειο με όντα ζωντανά που βροντούνε από κάτω, έτσι. Και επιβουλεύονται την δήθεν ελευθερία και την δήθεν ασφάλεια του σκεπτόμενου εγώ.
Είναι το ασυνείδητο το περίφημο, γι' αυτό σας είπα ότι ο Φρόυδ ανήκει στους ευεργέτες της δύσης. Μας είπε ότι έχουμε και ενορμήσεις και βεβαίως οι ενορμήσεις ριζώνουν βαθειά στην σωματικότητα, έτσι δεν είναι; Ριζώνουν βαθειά στο σωματικό, δεν είναι σκέψεις οι ενορμήσεις, είναι ένστικτα. Πως θα κάνουμε καλά τα ένστικτα; Με την σκέψη κάτι γίνεται, με τα ένστικτα τι θα κάνουμε, καταλαβαίνετε; Δημιουργείται λοιπόν εδώ για πρώτη φορά, έτσι, προϋπόθεση για να εισβάλλει ένας αντάρτης, να εισβάλλει η εκδίκηση του σώματος αυτή, έτσι, επειδή δεν θεωρήθηκε μέλος, μέρος μιας λογικής εικόνας του Θεού, επειδή δεν του αποδόθηκε η εικόνα του Θεού, εισβάλλει τώρα ως αντάρτης το σώμα, καταλάβατε; Στη δύση εισβάλλει ως επαναστάτης. Δεν ξέρω πως, εάν έχουμε φιλοσόφους, αλλά αν έχουμε φιλοσόφους θα ξέρουν όλοι τον Φουκώ, είναι τραγική η ζωή του και με τραγικό θάνατος με τον οποίο πέθανε, που αυτοκτόνησε.
Και στις μέρες μας ο Φουκώ δίδασκε ακριβώς αυτό ότι η υπερβατικότητα, η υπέρβαση, ο τρόπος να βγω από την καθημερινότητα, από την καταπίεση, είναι το σώμα μου. Το ξαναλέω, γίνεται το σώμα το υπόλειμμα το οποίο επιστρέφει θορυβωδώς, αλλά ως αντάρτης και ως κάποιος ο οποίος καταστρέφει ουσιαστικά την ησυχία του, έτσι, ευρωπαίου ανθρώπου. Απωθήθηκε το σώμα στον έρωτα, τον δυτικό. Εάν διαβάσετε τα ιπποτικά μυθιστορήματα, κανένα από αυτά δεν περιέχει ερωτική πράξη και κανένα από αυτά δεν τελειώνει με ένωση των εραστών, σε αντίθεση με τα βυζαντινά μυθιστορήματα που τελειώνουν όλα με γάμο, ή αρχίζουν με γάμο και στη συνέχεια υπερασπίζονται τον γάμο.
Ο έρως στην δύση είναι αληθινός μόνο ως απουσία του ή ως φανταστική μοιχεία. Επιστρέφει λοιπόν το σώμα ως πορνογραφία στη δύση για παράδειγμα, διότι ο έρως -ο ιπποτικός έρως- που γεννήθηκε στην δύση από την αίρεση την χριστιανική των βογοβίνων ή παυλικιανών που δυστυχώς δεν παντρεύονταν και έτσι δεν υπάρχουν σήμερα, λοιπόν ήτανε καθαροί αυτοί, ήτανε εγκρατίτες αυτοί και οτιδήποτε σωματικό φοβόταν ότι τους μολύνει, επιστρέφει σαν πορνογραφία στη δύση λοιπόν. Επιστρέφει σαν ένωση στο ψυχικό επίπεδο, επιστρέφει σαν και αυτό που είπα στην αρχή αν μη τι άλλο, σαν μια μικρή ιδιωτική αλογία, η οποία με βοηθάει να αντιμετωπίσω, να ανταπεξέλθω τις δυσκολίες του ορθολογισμού, είτε είναι αυτός θεσμός λέγετε, είτε είναι επιστήμη, είτε είναι ολοκληρωτισμός, είτε είναι το δυτικό κράτος, το οποίο σημειωτέον διαφέρει πολύ από το βυζαντινό κράτος, το δυτικό κράτος θα πρέπει να κάνουμε μια ολόκληρη διάλεξη για να πούμε πως γεννήθηκε, ένα κράτος βαθειά ορθολογικό, στο οποίο προσχωρείς με τον νου, δεν προσχωρείς απλά, δεν το ανέχεσαι.
Για εμάς το κράτος είναι εσχατολογικό, είναι κάτι στο οποίο βολευόμαστε γιατί υπάρχει η βασιλεία του Θεού που έρχεται. Για τον δυτικό είναι ο λόγος του Θεού πάνω στην γη. Έ, αυτό λέει ο Χαίγκελ, αυτό είναι το κράτος, είναι κάτι το οποίο δεν μπορείς να το αγνοήσεις υπαρξιακά, γι' αυτό και δεν μπορείτε να πείσετε -εγώ δεν κατάφερα να πείσω, χρόνια στην Αγγλία-, ούτε έναν Άγγλο να κάνει φοροδιαφυγή. Ενδοβάλλει το κράτος, το ενδοβάλλει, νοιώθει ενοχή όταν κάνει φοροδιαφυγή, νοιώθει ότι διαταράσσει τον Θεό τον ίδιο, τον λόγο του κόσμου, ο οποίος ενσαρκώνεται στο κράτος. Δεν μπορεί να κάνει φοροδιαφυγή, λοιπόν.
Ήμουνα μια φορά στο Καίμπριτζ, από τις πολλές φορές που πηγαίνω κάθε τόσο, και έπρεπε να σταματήσω οπωσδήποτε και είχε μια διπλή κίτρινη γραμμή, που σημαίνει ότι καλύτερα να πεθάνεις, παρά να σταματήσεις εκεί. Παρά ταύτα είχα μερικούς Άγγλους να ξεφορτώσω, και λέω ας το κάνω με τον ελληνικό τρόπο, ανέβηκα στο πεζοδρόμιο μεγαλοπρεπώς και πατάω τις γραμμές. Τους κόπηκε η ανάσα. Με κοίταζαν έτσι με ανοικτό το στόμα. Και μετά ένας μου λέει, ίσα ίσα που το άκουσα, λέει «I like it!», μου αρέσει! Καταλάβατε, είναι η αλογία. Εάν πάτε στην Αγγλία την Παρασκευή το βράδυ θα δείτε τον καθηγητή σας στο Καίμπριτζ να είναι στουπί με μία τεράστια κανάτα μπύρα στο κεφάλι δίπλα του και να είναι ο ίδιος άνθρωπος. Την Δευτέρα θα είναι ακέραιος στην θέση του, καταλάβατε; Και απαιτεί και από εσάς να είστε πολύ σοβαρός μαζί του. Την Παρασκευή το βράδυ ήτανε αυτού του είδους η αλογία, η οποία έτσι; Επιστρέφει το σώμα λοιπόν στην σύγχρονη ζωή ακατέργαστο, ακριβώς επειδή δεν του αποδώσαμε την εικόνα του Θεού, ακριβώς διότι δεν καταφέραμε, μαζί με την πατερική παράδοση την ελληνική να καταλάβουμε, όπως λέει ο Παλαμάς, ότι το σώμα έχει «ενσυνενωμένας πνευματικάς διαθέσεις».
Έχει πάνω του, βαθειά πάνω του, πνευματική διάθεση. Είναι ένα πνευματικό γεγονός, όχι λιγότερο πνευματικό από την ψυχή, και όταν προφέρουμε την λέξη χάρις, η χάρις αυτή δεν αφορά μονάχα τον νου, αντιθέτως αφορά εξίσου ή και περισσότερο και το παθητικό μέρος της ψυχής και τα συναισθήματα δηλαδή και τις επιθυμίες και το σώμα. Δηλαδή ο Θεός ασχολείται με το σώμα πολύ σοβαρά. Δηλαδή οτιδήποτε κάνω με το σώμα, δηλαδή τα πάντα, δεν υπάρχει τίποτα που να μην κάνω με το σώμα, ο νους είναι ενσώματος, σήμερα το ξέρουμε, νομίζω την άλλη φορά σας είπα κάτι γι' αυτό, άρχισα κάτι να λέω, η σημερινή νευροψυχολογία το ξέρει αυτό, ότι ο νους είναι ενσώματος, έτσι δεν είναι; Όλα τα μαθηματικά του Καρτεσίου πρώτον απάγεται από σωματικές σχέσεις και από σωματικές έννοιες έτσι δεν είναι; Δεν ξέρω αν θυμάστε, νομίζω ότι είχα πει την άλλη φορά όλοι μας ας πούμε εδώ λένε ότι η αγάπη είναι θερμή. Γιατί είναι θερμή η αγάπη; Γιατί όλοι έχουμε ως παιδιά την εμπειρία του όταν μας αγκαλιάζει η μάνα μας και να μας σφίγγει στο σώμα της. Βλέπετε φτιάχνω έννοια, νοητική έννοια με βάση μια σωματική αίσθηση.
Σε όλες τις γλώσσες λέμε «τόπιασα», σε όλες τις γλώσσες το λέμε αυτό, το κατάλαβα. Γιατί το μικρό το παιδί τι κάνει για να καταλάβει; Πιάνει τα αντικείμενα. Για όλους μας οι δυσκολίες είναι φορτία, πολύ βαρύ φορτίο, διότι από μικροί έχουμε την εμπειρία ότι κάτι πολύ βαρύ δυσκολευόμαστε να το σηκώσουμε. Τι είναι δηλαδή μαρτυρίες όλα αυτά που λέω, ότι ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματική ύπαρξη. Δεν είναι μόνον νους, δεν είναι μόνον ψυχή, αλλά είναι ακριβώς ενσώματος νους. Ένας νους ο οποίος μόνον ως σωματικός νους είναι δυνατόν να υπάρξει. Αυτό έχει φοβερές συνέπειες διότι εάν είναι τέτοιος ο άνθρωπος, έτσι, κάπως έτσι πρέπει να τον βλέπει και ο Θεός. Δηλαδή δεν μπορεί ο Θεός να βλέπει μόνον την ψυχή, πρέπει οπωσδήποτε να ασχολείται και με οτιδήποτε άλλο, έτσι; Αρκεί να σας πω στο σημείο αυτό ότι και ο ίδιος ο διαχωρισμός μεταξύ ψυχής και σώματος στην πατερική παράδοση την ελληνική δεν είναι τόσο σαφής.
Πρέπει να ξέρετε ότι η ψυχή δεν είναι άυλη στους πατέρες. Δεν είναι άυλη, όπως εξηγεί ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, μόνον σε σχέση με την υλική παχύτητα του σώματος. Είναι υλική η ψυχή, αποτελείται από λεπτότατη ύλη. «Πνεύμα λεπτόσωμον εστίν η ψυχή», λέει ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, αντιγράφοντας ουσιαστικά τον μεγάλο πατέρα και δάσκαλο της δογματικής τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό έτσι, ο οποίος λέγει «ου πάντι άυλος εστίν η ψυχή, πάντι γαρ άυλος εστίν ο Θεός», μόνον ο Θεός είναι παντελώς άυλος. Η ψυχή είναι και γι' αυτό ακριβώς στην Ανατολή δεν ψάξαμε ποτέ να βρούμε, όπως έψαχνε ο Καρτέσιος ποιο είναι το σημείο που η άυλη ψυχή εφάπτεται με το υλικό σώμα. Διότι η ψυχή, ως υλική, είναι διάχυτη μέσα στο σώμα. Είναι εκμαγείο, υλικό εκμαγείο του σώματος. Και σε τι χρειάζεται η ψυχή στην περίπτωση αυτή, κατά τους πατέρες;
Η απάντηση την οποία δίνει ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης είναι πολύ σημαντική: είναι λέει, τολμηρή και σημαντική έτσι, είναι λέει ένα εκμαγείο, μία λεπτότατη υλική υφή που απομένει μετά τον θάνατο, για να μπορέσουμε λέει κάποτε, να μπορέσουμε να έχουμε αναδημιουργία του ίδιου ανθρώπου. Γιατί αλλιώς, λέει, η ανάσταση των νεκρών θα ήταν με δημιουργία άλλων ανθρώπων, καταλάβατε; Επομένως ένα ειδικό εκμαγείο του σώματος, έτσι, το οποίο ο Θεός θέλει να αναδημιουργήσει. Και γιατί να αναδημιουργήσει; Να αυτή η πολύ μυστήρια, θα λέγαμε, δήλωση. Γιατί να ξαναφτιάξει ο Θεός τον κόσμο; Δεν είναι καλά φτιαγμένος ο κόσμος; Βεβαίως είναι καλά φτιαγμένος ο κόσμος, όμως μέσα τον κόσμο χωράει και η δική μου ελευθερία και επειδή δρα η δική μου ελευθερία μέσα στον κόσμο, η προαίρεσή μου κάνει και σφάλματα. Κάνει αμαρτίες. Τι είναι αμαρτία; Αμαρτία είναι οτιδήποτε αποφασίζω να κάνω για πάρτη μου, για μένα μόνο. Οτιδήποτε με χωρίζει από τους άλλους. Οτιδήποτε με κλείνει στην φιλαυτία. Οτιδήποτε περιγράφεται με αυτό που ο Φρόυδ ονόμασε «δευτερογενής ναρκισσισμός», να το πω έτσι. Οτιδήποτε με απομονώνει σε εμένα τον ίδιο, είναι αμαρτία. Γιατί είναι αμαρτία αυτό; Διότι θα με οδηγήσει οπωσδήποτε σε σύγκρουση με τον άλλο, έτσι.
Ήταν δύο ασκητές, λέει μία φορά το γεροντικό, είχανε ξεχάσει να μαλώνουνε. Και κάποια στιγμή, ρωτάει ο ένας τον άλλον, «πως μαλώνουν οι άνθρωποι;». «Έ, λέει, πως μαλώνουν οι άνθρωποι, θα βάλουμε μια κανάτα στη μέση, λέει, εγώ θα πω ότι είναι δική μου, εσύ θα πεις ότι είναι δική μου, θα επιμείνουμε, και θα μαλώσουμε». Βάζουνε μια κανάτα στην μέση. Λέει ο ένας, «αυτή είναι δική μου». Λέει ο άλλος, «έ, πάρ' την». «Όχι», λέει ο πρώτος, «δεν το' πες καλά, θα πεις ότι είναι δική μου, θα το κάνουμε ανάποδα». Βάζουνε την κανάτα στην μέση, λέει ο δεύτερος, «αυτή η κανάτα είναι δική μου». Λέει ο άλλος, «δεν μπορώ να μην στην δώσω, πάρ' την». Και δεν κατάφεραν να μαλώσουν. Ο τσακωμός αρχίζει από την φιλαυτία, μόλις πω αυτή η κανάτα είναι δική μου και ο άλλος πει, βεβαίως αυτή η κανάτα δεν είναι δική σου, αλλά είναι δική μου, έτσι. Ο Θεός δεν είναι αμαρτία, γιατί δεν υπάρχει για τον εαυτό του. Η ελευθερία του, το είχαμε πει την άλλη φορά, είναι καθαρή αγάπη. Και μέσα στην Τριάδα είναι καθαρή κένωση, ο Πατήρ υπάρχει, γιατί υπάρχει ο Υιός. Φοβερό να ονομάζεσαι με το όνομα ενός άλλου. Λέμε Πατήρ και εννοούμε πάντα τι, τον Υιό. Δεν είναι ο Γιάννης που είναι και πατέρας, άρα έχει μια ξεχωριστή ύπαρξή του και μπορεί να αποκηρύξει τον υιό, το έχετε σκεφτεί ποτέ αυτό; Ο Πατήρ είναι Πατήρ, που σημαίνει ο Υιός. Αν εγώ είμαι πατήρ και πω εγώ είμαι πατήρ, θα πρέπει να υπάρχει υιός.
Αν το σκεφτείτε αυτό το πράγμα τι σημαίνει θα τρελαθείτε, δεν θα συνέλθετε εύκολα, θα περάσουν δεκαετίες να συνέλθετε, τι σημαίνει αυτό, καταλάβατε; Είναι ένας νέος τρόπος υπάρξεως. Και έρχεται λοιπόν ο Θεός, ο Χριστός στον κόσμο και μου προτείνει την ίδια ακριβώς, μου λέει ουαί υμίν γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές, σταυρώστε με! Μα τι λέει αυτός τώρα! Γι' αυτό ο χριστιανισμός δεν τελειώνει εύκολα, δεν τελειώνεις εύκολα με τον χριστιανισμό. Θυμάμαι όταν ήμουνα 20 χρονών έλεγα, πως ζει αυτό το πράγμα τόσες χιλιετίες, τι ανοησία είναι αυτό, καταλάβατε, ήμουν και εγώ ένας γόνος των κατηχητικών, και έλεγα να τελειώσω με την εκκλησία πολύ γρήγορα. Λοιπόν, και τώρα λέω, θα αρκέσει η ιστορία της ανθρωπότητος για να το καταλάβει αυτό άραγε; Καταλάβατε; Ουαί υμίν, μωροί και τυφλοί, σταυρώστε με! Αυτό το πράγμα το συγκλονιστικό, το να παραδίδεσαι και να αγαπάς ακριβώς αυτούς που δεν το αξίζουν και επειδή δεν το αξίζουν. Έ, αυτό είναι η καθαρή ελευθερία. Είναι η απόλυτη μη αμαρτία.
Λοιπόν, με τον τρόπο αυτό καταλαβαίνουμε γιατί έγινε και η ενσάρκωση, γιατί μιλάμε για το σώμα. Πως την ονομάζουν οι Πατέρες την ενσάρκωση: την ονομάζουν συγκατάβαση. Συγκατάβαση... πολύ ωραία λέξη. Συγκατάβαση, υπό την έννοια ότι δεν έχουμε κάποια φιλοσοφική αναγκαιότητα για την οποία να είναι υποχρεωμένος ο Θεός να λάβει σώμα. Γιατί δεν έχουμε αναγκαιότητα; Διότι είναι Τριάς και την βρίσκει πολύ ωραία, δεν έχει ανάγκη... Προσέξτε έχω ανάγκη, σημαίνει είμαι μόνος και όντας μόνος έτσι, παίρνω ένα φτωχό παιδάκι να μου κάνει παρέα. Αυτό δεν είναι συγκατάβαση, αυτό είναι ευγενική χρησιμοποίηση του άλλου, έτσι. Γι' αυτό σήμερα τα ζευγάρια έχουν πρόβλημα, ή σχεδόν όλα ή πολλά. Διότι χρειάζονται τον άλλον, παρένθεση και τον χρειάζονται πολύ άσχημα. Και το φοβερό είναι ότι δεν του λένε τι τον χρειάζονται. Του παρουσιάζονται με την εικόνα της πλησμονής, ενώ αυτό που του ζητάνε στην πραγματικότητα είναι να τους γεμίσει, και δεν του λένε τι τον χρειάζονται. Είναι μεγάλη τέχνη στο ζευγάρι, χρειάζεται μια άλλη ομιλία αυτό όμως, να μάθει το ζευγάρι να λέει ο ένας στον άλλο τι πραγματικά χρειάζεται.
Συνήθως κρύβουμε αυτά που χρειαζόμαστε, αλλά περιμένουμε να τα βρει ο άλλος. Και βέβαια δεν είναι αλήθεια αυτό που λένε - συνεχίζεται η παρένθεση - ότι το αγόρι ψάχνει να βρει μία σαν την μάνα του ή το κορίτσι σαν τον πατέρα του. Ψάχνει να βρει στην πραγματικότητα μία που έχει αυτά που δεν έχει η μάνα του και αυτό είναι το πιο φοβερό. Διότι δεν υπάρχει τρόπος έτσι, εάν δεν ανοιχτούνε αυτοί μεταξύ τους. Βαθειά αυτό είναι η αληθινή αγάπη. Να εξηγήσει ο ένας στον άλλον τι ακριβώς θέλει. Λοιπόν γιατί, διότι δεν είναι συγκατάβαση αυτή η αγάπη είναι χρειάζεται, είναι χρεία, χρειάζομαι να θεραπεύσω τις μονομέρειές μου και τα τραύματά μου, εντάξει; Κλείνει η παρένθεση.
Λοιπόν η ενσάρκωση είναι συγκατάβαση, που σημαίνει ότι κάποιος που δεν με χρειάζεται καθόλου μα καθόλου, αποφασίζει να αναλάβει προσωπική ευθύνη και το προσωπικό βάρος της ύπαρξής μου. Και να την αναλάβει, παρακαλώ προσέξτε, όχι στις δήθεν ευγενικές της στιγμές, δεν ήτανε το σώμα ενός φιλοσόφου, δεν πάει στον Πλάτωνα να πει θα ενωθώ με τον νου σου -τρομερό θα ήταν αυτό-, αλλά τι πάει, πάει και βρίσκει μια απλή κοπέλα στην Ναζαρέτ, με μεγάλη αγάπη για τον Θεό και για τον άνθρωπο, την Παναγία. Λοιπόν και κατεβαίνει μέσα στην πραγματική συνθήκη της πραγματικής μου δυσκολίας και της πραγματικής μου ύπαρξης. Φωτίζει δηλαδή την πληρότητα του είναι μου. Μπαίνει και αναλαμβάνει προσωπικά όλο αυτό το φύραμα για να το πάει πολύ μακριά, πέρα από τον θάνατο. Λοιπόν, γιατί χρειάζεται την σάρκωση, ρωτώ καμιά φορά τους φοιτητές μου. Δεν θα μπορούσε να έχει υπάρξει ένα είδος ουρανίου συμβολαίου, μια ουράνια συγνώμη, κάποια στιγμή να πει ο Θεός, περασμένα ξεχασμένα, ότι κάνατε και ότι σας έκανα τελειώνει εδώ, θα τα βρούμε και τέλειωσε η υπόθεση.
Σε τι χρειάζεται η ενσάρκωση, αυτή η συγκατάβαση, έτσι. Χρειάζεται μόνο για ένα λόγο, διότι να το πω με μία φράση του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και μετά να το εξηγήσω. Λέει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, «δια το αγιασθήναι τω ανθρωπίνω του Θεού τον άνθρωπον». Επειδή πραγματικά ο άνθρωπος είναι ψυχή και σώμα, επειδή πραγματικά είναι μέσα στην ιστορία, επειδή πραγματικά έχει συναισθήματα. Και σκοπός δεν είναι η συγνώμη, σκοπός είναι η αφθαρσία όλων αυτών, σκοπός είναι η θέωση όλων αυτών. Έ, αυτή η θέωση, αυτή η αφθαρσία δεν μπορεί να γίνει χωρίς οντολογική ένωση κτιστού και ακτίστου, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Μπορεί να είμαι συγχωρεμένος από όλους και μόνος, ναι ή όχι; Δεν μπορεί να είμαι, έτσι, σε μια στιγμή να μην έχω με τίποτα με κανέναν και να μην έχει κανένας με εμένα τίποτα και να είμαι κατάμονος. Είναι άλλο αυτό και άλλο πράγμα αυτό το άλλο το οποίο λέμε τόση ώρα ότι πρέπει η συνθήκη η ψυχοσωματική μου, έτσι να θεωθεί. Να αρχίσει να κάνει οτιδήποτε κάνει με ένα τέτοιο τρόπο που να είναι άξιος του Θεού, που είναι γεμάτος Θεό. Να αρχίσει δηλαδή, λένε οι Πατέρες, όχι λέει να εξαλείψει τα πάθη, τα πάθη δεν πρέπει να εξαλειφθούνε - εάν διαβάσετε τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, θα δείτε ότι είναι σε αυτό πάρα πολύ επίμονος -, αλλά να τα μεταμορφώσει, να τους δώσει αληθινό αντικείμενο. Να μάθω όχι να μην θυμώνω, αλλά να θυμώνω σωστά, όχι να μην αγαπώ, αλλά να αγαπώ σωστά κατά Θεόν, όχι να μην τρώω, αλλά να τρώω σωστά κατά Θεόν, όχι να μην χρησιμοποιώ τον κόσμο, αλλά να τον χρησιμοποιώ κατά Θεόν.
Αυτό σημαίνει η ενσάρκωση, να γίνω ένας εν σαρκί περιπολών Θεός, κάποιος δηλαδή ο οποίος ξέρει και έχει εξαντλήσει μέσ' την υλικότητα. Γιατί αυτή είναι η συνθήκη, υλικός είμαι, τελείως, και η ψυχή μου υλική και εγώ υλικός, τελείως μέσ' την υλικότητα, έτσι να εξαντλήσει τι, την χάρη του Θεού, την σωτηρία του Θεού, το Πνεύμα το Άγιο. Έτσι όταν ρωτάει η Καινή Διαθήκη το ερώτημα αυτό, «τις μερίσεται του σώματος του θανάτου τούτου», λέει ο Παύλος. Η απάντηση λοιπόν δεν είναι η αθάνατη ψυχή του, διότι η ψυχή είναι κομμάτι μου, δεν μπορεί να με σώσει η ψυχή, είναι κάτι που επιβιώνει από εμένα, τι είναι η ψυχή... ένα αυτοκίνητο όταν τρακάρει έτσι, διαλύεται αλλά οι βίδες μένουν. Η ψυχή είναι οι βίδες, η βαριά δομή διαλύεται, το σώμα, και μένουν οι βίδες. Δεν είναι ο άνθρωπος μόνον η ψυχή. Μπορεί να ξαναέχω το σώμα άραγε; Μπορεί το σώμα αυτό, το αυτοκίνητο αυτό, να προχωρήσει και να υπάρξει με ένα τέτοιο τρόπο θεοειδή; Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα του χριστιανισμού και ως προς αυτό είναι πολύ τολμηρός φιλοσοφικά.
Κανείς ουδέποτε δεν το διανοήθηκε αυτό, ούτε το Ισλάμ, ούτε φυσικά πολύ περισσότερο ο Ινδουϊσμός ή ο Βουδισμός που αντίθετα συμβουλεύει να απαλλαγούμε από την ύπαρξη αυτή διότι είναι πόνος. Ο χριστιανισμός δεν αδειάζει τον πόνο. Δεν θα μπορούσα να είμαι χριστιανός εάν υπήρχε άρνηση του πόνου στο ευαγγέλιο. Δεν θα μπορούσα να είμαι χριστιανός, προσωπικά, εάν ο Χριστός δεν υπέφερε και δεν πέθαινε. Θα ήταν ψεύτικο, δεν θα ήταν κατάβαση, συγκατάβαση στην δική μας αλήθεια. Επομένως καταλαβαίνετε ότι το να έχει κανείς σώμα, το να είναι κανείς σώμα, γιατί εάν έχουμε σώμα είμαστε σώμα, είναι πάρα πολύ σημαντικό. Είναι μια μεγάλη απελπισία και μια μεγάλη ελπίδα. Απελπισία διότι δεν υπάρχει τίποτα μέσα μας που να μας κάνει θεούς από μόνο του. Ελπίδα διότι αυτό το τίποτα, αυτή η φθορά, αυτή η έλλειψη μπορεί να γίνει αιώνια πλησμονή δια του θεού και τώρα και στους αιώνες. Έτσι...
Ξαναγυρίζω, να πω μια μικρή ανακεφαλαίωση και μετά θα σας δώσω τον λόγο, γιατί μίλησα πολύ ώρα. Λοιπόν είπαμε ότι το σώμα απωθήθηκε από την φιλοσοφία γενικά, από την αρχαία φιλοσοφία μέχρι την νεότερη. Θεωρήθηκε άλογο και η ιδεολογία ακολούθησε θεωρώντας ότι το σώμα, ότι η ουσία του ανθρώπου, η εικόνα του θεού είναι μόνο στην ψυχή. Στην δύση επέστρεψε ως αντάρτης το σώμα και ως τέτοιο είναι πολύ γοητευτικό, μέσα από την διαφήμιση, μέσα από τον υπέροχο αυτό ναρκισσισμό της σύγχρονης μουσικής έτσι, μέσα από την σύγχρονη τέχνη, αλλά μέσα και από χυδαιότερες εκφάνσεις, οι οποίες και αυτές είναι πολύ κοντινές μας, διότι μας έχουν περικυκλώσει σε μία καθημερινότητα πια.
Το μεγάλο στοίχημα είναι ακριβώς αυτό που συνέβη, πιστεύω, στην πατερική ελληνική παράδοση, όπου ξαφνικά αποδόθηκε η εικόνα του Θεού και στο σώμα. Η πνευματοποίηση του σώματος. Το ότι μπορώ να θυμώνω κατά Θεόν, το ότι ο έρως - ο σωματικός έρως - δεν χρειάζεται να είναι πορνογραφία, αλλά μπορεί να μπει μέσα στην οντολογία, την καθημερινή ζωή του ανθρώπου, ότι τα συναισθήματα και οι επιθυμίες μπορούν να προσεχθούν από τον Θεό και όχι απλά να υπάρχουν σαν μια παρένθεση.
Εν ολίγοις το γεγονός ότι ο εικονισμός του Θεού πάνω στο σώμα και πάνω στην ψυχή, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ενσάρκωση ως συγκατάβαση, ως ανάληψη του σώματος από τον Θεό τον ίδιο και δημιουργεί μια ριζική πνευματικοποίηση του σώματος. Αυτή η ριζική πνευματικοποίηση του σώματος είναι το αίτημα του άμεσου μέλλοντος. Και το αίτημα αυτό, έτσι να ξέρετε, το ερώτημα αυτό θα το απαντήσουμε εμείς όλοι στην δύση, ο ελληνοδυτικός κόσμος, με δύο πιθανούς τρόπους: ο ένας θα είναι ο παγανιστικός έτσι, όπου το σώμα θα θεωρηθεί ως κατοικητήριο σκοτεινών δυνάμεων στις οποίες πρέπει να παραδοθούμε, έστω με μέτρο αλλά να παραδοθούμε, ένα μέρος της ψυχολογίας του βάθους ήδη το ζητάει αυτό σήμερα, και ο άλλος τρόπος θα είναι ο χριστιανικός, δηλαδή η πιθανότητα το Πνεύμα το Άγιο να μπορεί να θεώσει το σώμα, δηλαδή να το κάνει διάφανο στην χάρη και να το κάνει όμορφο και κυρίως αιώνιο. Αυτά.

* Πάτρα, Κυριακή, 10-05-2009: Ομιλία στο Ξενοδοχείο «Αστήρ» της Πάτρας με αφορμή την εορτή του προστάτη των οδοντιάτρων, Αγίου Αντύπα. Τη διοργάνωση έκανε ο σύλλογος οδοντιάτρων Πάτρας.

Πέμπτη 14 Μαΐου 2009

Ο ΠΑΠΠΟΥΛΗΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΜΑΣ ΕΛΕΓΕ...


Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής. Αυτό είναι! Πρέπει να πονάεις. Ν’ αγαπάεις και να πονάεις. Να πονάεις γι’ αυτόν που αγαπάεις. Η αγάπη κάνει κόπο για τον αγαπημένο. Όλη νύχτα τρέχει, αγρυπνεί, ματώνει τα πόδια, για να συναντηθεί με τον αγαπημένο. Κάνει θυσίες δεν λογαριάζει τίποτα, ούτε απειλές ούτε δυσκολίες εξαιτίας της αγάπης.

Αν στραπατσαρισθεί η ψυχή και γίνει ανάξια της αγάπης του Χριστού διακόπτει ο Χριστός τις σχέσεις διότι ο Χριστός «χοντρές» ψυχές δεν θέλει κοντά Του. Η ψυχή πρέπει να συνέλθει πάλι, για να γίνει άξια του Χριστού, να μετανοήσει «έως εβδομηκοντάκις επτά». Η μετάνοια η αληθινή θα φέρει τον αγιασμό. Όχι να λέεις «πάνε τα χρόνια μου χαμένα, δεν είμαι άξιος» αλλά μπορείς να λέεις «θυμάμαι κι εγώ τις μέρες τις αργές που δεν ζούσα κοντά στον Θεό».
Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ: «Πάσα γαρ εργασία σωματική τε και πνευματική μη έχουσα πόνον ή κόπον, ουδέποτε καρποφορεί τω ταύτην μετερχομένω, ότι βιαστή εστίν η Βασιλεία των ουρανών και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν, βίαν ειπών την του σώματος εν πάσιν επίπονον άσκησιν».

Χρειάζεται προσοχή και προσπάθεια για να κατανοεί κανείς αυτά που μελετάει και να τα ενστερνίζεται. Αυτός είναι ο κόπος που θα κάνει ο άνθρωπος. Στην κατάνυξι στην ζέση στα δάκρυα θα μπει μετά χωρίς να κοπιάσει. Αυτά ακολουθούν είναι δώρα Θεού. Ο έρωτας θέλει προσπάθεια;

Εγώ ο καημένος επιθυμώ ν’ ακούω τα λόγια των Πατέρων, των ασκητών, τα λόγια της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Σ’ αυτά θέλω να εντρυφώ. Αυτά καλλιεργούν το θείο έρωτα.

Ο Χριστός κάθεται έξω απ’ τη θύρα της ψυχής μας και κρούει για να Του ανοίξομε, μα δεν μπαίνει μέσα. Δεν θέλει να εκβιάσει την ελευθερία, που ο ίδιος μας έχει δώσει. … Ο Χριστός είναι ευγενής. Στέκει έξω απ’ τη θύρα της ψυχής μας και χτυπάει απαλά. Αν του ανοίξομε, θα έλθει μέσα μας και θα μας δώσει τα πάντα, τον εαυτό Του, μυστικά, αθόρυβα.
Ετοιμάζεσαι ν’ αποκτήσεις εκείνα που θέλει ο Χριστός, για να έλθει μέσα σου η θεία χάρις, αλλά δεν μπορεί να μπει, όταν δεν υπάρχει εκείνο που πρέπει να έχει ο άνθρωπος.
Ποιο είναι αυτό; Είναι η ταπείνωση. Αν δεν υπάρχει ταπείνωση, δεν μπορούμε ν’ αγαπήσομε τον Χριστό. Ταπείνωση και ανιδιοτέλεια στη λατρεία του Θεού.
Κανείς να μη σας βλέπει κανείς να μην καταλαβαίνει τις κινήσεις της λατρείας σας προς το θείον. Όλ’ αυτά κρυφά, μυστικά, σαν τους ασκητές. Θυμάστε που σας έχω πει για τ’ αηδονάκι; Έτσι γίνεται και μ’ αυτόν που ερωτεύεται τον Χριστό. Άμα αγαπάει, «φουσκώνει ο λάρυγγας, παθαίνει, μαλλιάζει η γλώσσα».
Έ, όταν φθάσεις σε μια τέτοια ταπείνωση κι εξαναγκάσεις την χάρι του Θεού να κατοικήσει μέσα σου, τότε τα κέρδισες όλα. Όταν έχεις ταπείνωση, όταν γίνεις αιχμάλωτος του Θεού, αιχμάλωτος με την καλή έννοια, δηλαδή δοχείο της θείας χάριτος, τότε μπορείς να πεις με τον Απόστολο Παύλο: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη εν εμοί Χριστός». Είναι πάρα πολύ εύκολο να πραγματοποιηθεί αυτό, να κάνομε, δηλαδή αυτά που θέλει ο Θεός. Όχι απλώς εύκολο αλλά ευκολότατο. Αρκεί να κάνομε το άνοιγμα. Όταν κάνομε το άνοιγμα, για να δεχούμε το θείον, γινόμαστε άξιοι του Θεού, για να εγκύψει μέσα μας ο Χριστός. Και αν εγκύψει μέσα μας ο Χριστός μας χαρίζει την ελευθερία. Πού να βρεις λέξεις γι’ αυτά τα μυστήρια! Όλο το μυστικό είναι η αγάπη, ο έρωτας στον Χριστό. Το δόσιμο στον κόσμο τον πνευματικό. Ούτε μοναξιά νιώθει κανείς, ούτε τίποτα. Ζει μέσα σ’ άλλον κόσμο. Εκεί που η ψυχή χαίρεται, εκεί που ευφραίνεται, που ποτέ δεν χορταίνει.
Είναι μία πανήγυρις και το κέντρο όλης της χαράς είναι το πρόσωπο του Χριστού. Τι είναι ακριβώς, δεν μπορούμε στο βάθος να το καταλάβομε, διότι ο Θεός είναι άπειρος, είναι μυστήριο, είναι σιωπή. Ο Θεός είναι πολύ μυστικός, αλλά υπάρχει παντού. Θεό ζούμε, Θεό αναπνέομε, αλλά δεν μπορούμε να αισθανθούμε το μεγαλείο Του, την πρόνοιά Του. Συχνά κρύβει τις ενέργειες της θείας Του προνοίας (ΛΟΓΟΙ ΟΝΤΩΝ). Όταν όμως αποκτήσομε την αγία ταπείνωση, τότε τα βλέπομε όλα κι όλα τα ζούμε· ζούμε τον Θεό ολοφάνερα κι αισθανόμαστε τα μυστήρια Του. Τότε πια αρχίζομε να Τον αγαπάμε. Κι αυτό είναι κάτι που το ζητάει Εκείνος. Είναι το πρώτο που ζητάει για τη δική μας ευτυχία, …
Το άκρον εφετόν είναι ο Θεός, ο Πατέρας ο Υιός το Άγιον Πνεύμα. Όλα τα πρόσωπα είναι ένα μεταξύ τους και είναι ένα και με την Εκκλησία.
Για να μη ζείτε στο σκοτάδι, γυρίστε το διακόπτη της προσευχής, ώστε να έλθει το θείο φως στην ψυχή σας. Στο βάθος του είναι σας θα φανεί ο Χριστός. Εκεί, στο βάθος είναι η Βασιλεία του Θεού.

Σάββατο 9 Μαΐου 2009

..Εκκλησιαστική συνείδηση :Αφασία, ευσεβισμός και εκκλησιαστική συνείδηση


Tου Χρήστου Γιανναρά

Η πραξικοπηματική απόσχιση της ελλαδικής Εκκλησίας από τον κορμό της ελληνικής οικουμενικότητας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, η αυτοανακήρυξη της «αυτοκεφαλίας» της, ήταν ενέργημα συνεπέστατο στον επαρχιωτισμό του εθνικισμού που καθόριζε πια την πορεία του νεόφυτου κρατιδίου. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, ο Κοραϊσμός, χάρη στις λόγχες των Βαυαρών, επιβλήθηκε κυριαρχικά σαν επίσημη κρατική ιδεολογία. Και ο Κοραής είχε προκαθορίσει την εκκλησιαστική αυτοκεφαλία σαν προϋπόθεση για την εθνικιστική βαλκανιοποίηση του Ελληνισμού.




Από τα πρώτα της βήματα αυτή η βαλκανικού επαρχιωτισμού εθνική Εκκλησία σάρκωνε μια σχιζοφρένεια, οργανικό σύμπτωμα και συνέπεια του ξεσπιτωμού των Ελλαδιτών από την κοσμοπολίτικη αρχοντιά της πατριαρχικής οικουμενικότητας: Η διοίκηση εντελώς αφασική, με ριζικά αλλοτριωμένη εκκλησιολογική συνείδηση, ολοκληρωτικά υποταγμένη στις κρατικές σκοπιμότητες, ξιπασμένη από κατ' επίφασιν προνομίες κοσμικής επιβλητικότητας - συμβατικός θεσμός «επικρατούσης θρησκείας», χρηστικός όσο και κάθε άλλη υπηρεσία κοινής ωφέλειας. Και παράλληλα, άσχετα με τη διοίκηση, κάποια «κινήματα», πρωτοβουλίες λαϊκών και «κατώτερων κληρικών», που η αφασία του επίσημου θεσμού τους εξωθούσε να αναζητήσουν τη «ζωντανή» και «γνήσια» θρησκευτικότητα αλλού: Στα υποδείγματα ορθολογικά οργανωμένης ευσέβειας και νομικά κωδικοποιημένης ηθικής που είχαν εισαχθεί στην Ελλάδα από τα κύματα των προτεσταντών μισσιοναρίων πριν και μετά την ανεξαρτησία.


Για περισσότερα από εκατό χρόνια, η σχιζοφρενική αυτή συνύπαρξη της αφασίας του επίσημου θεσμού με τον ζηλωτισμό του εξωεκκλησιαστικού ευσεβισμού λειτούργησε χάρη σε μιαν αμοιβαία, καθαρά συμφεροντολογική, ανεκτικότητα: Η αφασική διοίκηση αντλούσε από τον ζηλωτικό ευσεβισμό ευπρόσωπο λόγο ύπαρξης της Εκκλησίας και επίδειξη ωφέλιμου κοινωνικά έργου. Ο δε αυτόνομος στην οργάνωσή του ευσεβισμός κατόρθωνε έτσι να γίνεται ανεκτός παρά τον εξωεκκλησιαστικό χαρακτήρα του.




Μετά από δύο αρχιεπισκόπους στις αρχές του 20ού αιώνα που οδήγησαν την υποτέλεια του θεσμού σε εξευτελιστική κορύφωση («ανάθεμα» Βενιζέλου, 1916 - εκδίωξη του βενιζελικού αρχιεπισκόπου, 1920), ανεβαίνει στο θρόνο των Αθηνών, με ανακτορική παρέμβαση, ο πρώτος μέγας προστάτης των ευσεβιστικών κινημάτων αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος. Πανεπιστημιακός καθηγητής, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, προβλήθηκε ως «το πρόσωπο της αλλαγής»: Η Εκκλησία εμφανίστηκε να «βγαίνει από το κοινωνικό περιθώριο», να έχει «μορφωμένη ηγεσία», αξιοπρεπή παρουσία. Βιτρίνα του ιεραποστολικού της έργου τα αυτονομημένα εξωεκκλησιαστικά σωματεία: ο ηγέτης τους ορίζεται ιεροκήρυκας του καθεδρικού ναού των Αθηνών και σελαγίζει στο κοινωνικό στερέωμα σαν ιερατικό πρότυπο προσδίδοντας και στο ευσεβιστικό κίνημα θριαμβική νομιμοποίηση. Παράλληλα όμως ο ρηξικέλευθος αρχιεπίσκοπος θα εισαγάγει μαζικά στην επισκοπική Ιεραρχία πολλά πρόσωπα που στις επόμενες δεκαετίες θα αποτελέσουν αφορμές αλυσσιδωτών, θορυβωδών σκανδάλων σεξουαλικής ιδιαιτερότητας.




Ακολουθεί η ανώμαλη εκλογή ως αρχιεπισκόπου, κάτω από το μεταξικό καθεστώς, μιας σημαντικής στον εθνικό και θρησκευτικό βίο προσωπικότητας, του Χρύσανθου Φιλιππίδη, που θα επιχειρήσει να μπολιάσει στην αφασική διοίκηση πρόσωπα των ζηλωτικών κινημάτων. Με την εισβολή των Χιτλερικών ο Χρύσανθος αντικαθίσταται από τον Δαμασκηνό Παπανδρέου, για να ξεστρατίσει άλλη μια φορά η ελλαδική Εκκλησία σε ρόλο εθναρχικό, σε στρεβλή αναζήτηση κοινωνικής αναγνώρισης της «χρησιμότητάς» της. Το ίδιο κλίμα θα υπηρετήσει και ο στιβαρός Σπυρίδων Βλάχος, κυρίως με αφορμή τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της Κύπρου.




Επονται διαδοχικά τέσσερις αρχιεπίσκοποι με ασήμαντη παρουσία, ενώ η δραματική αντίθεση ανάμεσα στην αφασία της διοικούσας Εκκλησίας και στον θρησκευτικό δυναμισμό του εξωεκκλησιαστικού ευσεβισμού επιτείνεται. Την επίταση τροφοδοτεί σωρεία κραυγαλέων ηθικών σκανδάλων κληρικών, κυρίως επισκόπων. Ετσι, όταν η δικτατορία των συνταγματαρχών το 1967 συγκροτεί «αριστίνδην» σύνοδο επισκόπων, η οποία εκλέγει αρχιεπίσκοπο Αθηνών το κορυφαίο στέλεχος των ευσεβιστικών οργανώσεων Ιερώνυμο Κοτσώνη και ο Ιερώνυμος επιχειρεί σαρωτική «ηθική κάθαρση» του επισκοπικού σώματος, ό,τι και αν λέμε για λόγους «αντιστασιακούς» εκ των υστέρων, το γενικό αίσθημα λαϊκής ανακούφισης ήταν περισσότερο και από έκδηλο. Κατηχημένο μόνο με τις αρχές του προτεσταντικού ηθικισμού (τόσο από το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολειά όσο και από τα κηρύγματα των οργανώσεων), το πλήρωμα της ελλαδικής Εκκλησίας ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει τη ζωτική και θεμελιώδη διαφορά του ατομοκεντρικού ηθικισμού από το άθλημα μετοχής στο σώμα εκκλησιαστικής κοινωνίας της ζωής. Γι' αυτό και αναφανδόν προτιμούσε επισκόπους με ηθική τουλάχιστον συνέπεια από αφασικούς καριερίστες, σκανδαλοποιούς.
Με τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο Κοτσώνη, γεφυρώνεται για πρώτη φορά το χάσμα ανάμεσα στη διοικούσα Εκκλησία και στα ζηλωτικά κινήματα. Μια καινούργια, συχνά εκπληκτική ανθρώπινη ποιότητα αναλαμβάνει επισκοπικές ευθύνες: άνθρωποι με ανιδιοτέλεια, θυσιαστική ετοιμότητα, ιεραποστολικό ζήλο, μάλλον ανυποψίαστοι όμως για το εκκλησιαστικό γεγονός, παγιδευμένοι στην ιδεολογική θρησκευτικότητα και στον ηθικιστικό ωφελιμισμό.




Οταν ο Ιερώνυμος θα παραιτηθεί (και απογοητευμένος από την εκκλησιαστική του διακονία θα ιδρύσει ένα διεθνές κίνημα «Αγαπισμού»!) ο διάδοχός του, εκλεκτός της χούντας Ιωαννίδη, Σεραφείμ Τίκας θα αποβάλει από το επισκοπικό σώμα, με την ανομία συντακτικών πράξεων της δικτατορίας, αυτήν την ενοχλητική ευσεβιστική ποιότητα. Στα είκοσι πέντε χρόνια της αρχιεπισκοπικής του θητείας η αφασία της διοικούσας Εκκλησίας θα αποκατασταθεί υποδειγματικά.




Ομως, ο ίδιος ο Σεραφείμ, παρ' όλο που επιβάλλει και χειροτονεί ως επισκόπους ασήμαντα αναστήματα, αναγκάζεται να καταφύγει και σε κληρικούς τυπικά εξωεκκλησιαστικής ευσεβιστικής νοοτροπίας. Τα κάποτε σωματεία - πυρήνες του ατομοκεντρικού ζηλωτισμού έχουν πια εκλείψει ή φυτοζωούν, αλλά το μόνο είδος δραστηριότητας που έχουν να επιδείξουν οι εκκλησιαστικές μητροπόλεις, παντού στην Ελλάδα, είναι ο προτεσταντικού τύπου θρησκευτικός ιεραποστολισμός των εξωεκκλησιαστικών κινημάτων. Πολλούς επιδέξιους σε αυτό τον ακτιβισμό κληρικούς προβιβάζει σε επισκόπους ο Σεραφείμ.


Για τη διαδοχή του συγκρούστηκαν δύο ξεκάθαρα αντιθετικές νοοτροπίες: Από τη μια το χαρισματικών προσόντων βλάστημα της ιδεολογικής θρησκευτικότητας των οργανώσεων, μοντέλο εκσυγχρονισμένου θρησκευτικού ηγέτη (περισσότερο Αγιατολάχ και παρεμπιπτόντως εκκλησιαστικού ποιμένα), μέλος συγκεκριμένης οργάνωσης κληρικών συγκροτημένης ακριβώς με τις σκοπιμότητες της «τυρείας» που καταδικάζουν οι Κανόνες της Εκκλησίας. Και από την άλλη, ένα από τα ελάχιστα δείγματα μιας μικρής μειονότητας επισκόπων που συνειδητοποιούν την καισαρική διαφορά της Εκκλησίας τόσο από τον ατομοκεντρισμό του ευσεβισμού όσο και από την αφασία και θεομπαιξία.


Φυσικά και εξουδετερώθηκε, με λάσπη για δήθεν οικονομικές ατασθαλίες, ο δεύτερος υποψήφιος.


πηγή:καθημερινή 03-02-08

Δευτέρα 4 Μαΐου 2009

ΑΓΑΠΩ, ΑΡΑ ΥΠΑΡΧΩ-Χωρίς αγάπη δεν είμαστε άνθρωποι!...


Επίσκοπος Διοκλείας Kάλλιστος Ware, «H Oρθόδοξη θεολογία στον 21ο αιώνα»


Amo, ergo sum!

Στη θεία Λειτουργία το ευχαριστείν και προσφέρειν, η ευχαριστία και η θυσία, είναι τόσο στενά συνδεδεμένα, ώστε συνιστούν μια μοναδική πραγματικότητα, μια αδιαίρετη πράξη. Έτσι πρέπει να είναι απʼ αρχής μέχρι τέλους και η συνολική ανθρώπινη ζωή μας, η «Λειτουργία μετά τη Λειτουργία».

Δεν μπορούμε να είμαστε αυθεντικά ευχαριστιακά ζώα, αληθινοί ιερείς της δημιουργίας, αν δεν κουβαλάμε το Σταυρό, αν δεν μετέχουμε στη θυσιαστική αυτοπροσφορά του Χριστού, του μεγάλου Αρχιερέως μας, αν δεν θυσιάσουμε με άλλα λόγια τις ζωές μας με γενναιόδωρη αγάπη, πεθαίνοντας για να μπορέσουν άλλοι να ζήσουν.

Η τέλεια αγάπη είναι η θυσιαστική αγάπη. «Να προσφέρεις τον κόσμο πίσω στον Θεό ευχαριστιακά» σημαίνει «να προσφέρεις την ίδια σου τη ζωή ως θυσία στο Θεό, για χάρη των συνανθρώπων σου». Μόνο που μια τέτοια θυσία, θα ανακαλύψουμε ότι δεν χάνουμε αλλά κερδίζουμε. Η κένωση οδηγεί στην πλήρωση, το άδειασμα του εαυτού μας οδηγεί στην πλήρωσή του. Όπως ο Κύριος μας ο ίδιος μας διαβεβαίωσε, αν απολέσουμε τη ζωή μας για χάρη Του θα την κερδίσουμε (Ματθ. 10, 39). Με τα λόγια του C.S.Lewis: «Τίποτα δε θα είναι πραγματικά δικό σου αν πρώτα δεν το παραδώσεις».

Όποια και αν είναι η επιλογή μας για τα κυρίαρχα θέματα, υπάρχει βέβαια ένα βαθύτερο στοιχείο, το οποίο είναι θεμελιώδες σε κάθε κατανόηση του ανθρώπινου προσώπου, και αυτό είναι η ποιότητα της αγάπης. Χωρίς αγάπη δεν είμαστε άνθρωποι.


Στις αρχές του 17ου αιώνα, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή στη φιλοσοφία, ο René Descartes επέλεξε ως εναρκτήριο σημείο την αρχή Cogito ergo sum –«Σκέφτομαι άρα υπάρχω».


Θα μπορούσε ίσως καλύτερα, καθώς το ανθρώπινο ον είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα ον που σκέφτεται, να έχει λάβει ως εναρκτήριο σημείο τη βεβαίωση Amo, ergo sum –«Αγαπώ, άρα υπάρχω». Με τα λόγια του πατρός Δημητρίου Staniloae: «Αν δεν με αγαπούν, αδυνατώ να κατανοήσω τον εαυτό μου». Όπως δηλώνει ο Παύλος Evdokimov, το μεγαλύτερο γεγονός ανάμεσα στον Θεό και στο ανθρώπινο πρόσωπο –και ανάμεσα σε ένα ανθρώπινο πρόσωπο και ένα άλλο, μπορούμε να προσθέσουμε- είναι να αγαπά και να αγαπάται.


Αν μπορούμε να κάνουμε την αγάπη το εναρκτήριο και το ακροτελεύτιο σημείο στη διδασκαλία μας για το πρόσωπο, η χριστιανική μας μαρτυρία στον 21ο αιώνα θα αποδειχθεί συνολικά δημιουργική και ζωοποιός.


Κυριακή 26 Απριλίου 2009

«Βάζουμε στη θέση του Θεού φαντασιώσεις για Ισχύ και Κυριαρχία»


Πατήρ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ Καθηγητής Θεολογίας και Φιλοσοφίας στο Κέμπριτζ:
ΠΗΓΉ:Ελευθεροτυπία
«Το πραγματικό πρόβλημα των καιρών μας δεν είναι η αθεΐα, αλλά η πολυθεΐα και μάλιστα με τη μορφή της ειδωλολατρίας. Δημιουργείται κίνδυνος επειδή τοποθετούμε στη θέση του αγαπητικού και θυσιαζόμενου ταπεινού Θεού του Χριστού τα αλαλάζοντα Τέρατα των ναρκισσιστικών μας φαντασιώσεων για Ισχύ και Κυριαρχία».

Μιλάμε με τον π. Νικόλαο Λουδοβίκο, ο οποίος διδάσκει Θεολογία και Φιλοσοφία στο Ορθόδοξο Ινστιτούτο του Κέμπριτζ και στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Θεσσαλονίκης. Βαθύς γνώστης της ευρωπαϊκής σκέψης, από τους σημαντικότερους Ελληνες θεολόγους.

Πώς βιώνει ο σημερινός άνθρωπος το γεγονός του Πάσχα;
«Πέρα από το συγκινησιακό και εορταστικό διάκοσμο, συντελείται στις μέρες αυτές μια συγκλονιστική υπαρξιακή αποκάλυψη: πως ο Θεός κατέρχεται στη συνθήκη του χάους και του παραλογισμού μου, αγαπώντας με, με τίμημα τη σταύρωσή του από μένα. Ο Θεός με νοιάζεται και αυτό του στοιχίζει -όταν όλοι θέλουν να μου επιβληθούν, αυτός ασκεί την ελευθερία του για σχέση μαζί μου όχι ως θέληση για δύναμη αλλά ως αγάπη, θυσιάζεται, ταπεινώνεται, γίνεται ο μεγάλος χαμένος, για μένα. Ο Χριστός σταυρώνεται γιατί μόνον έτσι αγαπάς πραγματικά τον πραγματικό, θρυμματισμένο άνθρωπο. Η Ανάσταση είναι έτσι ο τελικός προσωπικός του θρίαμβος της επώδυνης περιχώρησης όλων: των Ιουδαίων, των Ρωμαίων, των Ελλήνων, καθώς φυσικά και των τρομαγμένων και μπερδεμένων μαθητών. Ο θάνατος και το κακό νικιούνται ταυτόχρονα μέσα στον αγαπητικό εναγκαλισμό του Γολγοθά: "ήπλωσας τας παλάμας και ήνωσας τα το πριν διεστώτα"».


Τι θα λέγατε σ' έναν συνάνθρωπο που αυτές τις μέρες ζει το δικό του Γολγοθά (άστεγος, άνεργος, άρρωστος);
«Βρισκόμαστε όλοι σταυρωμένοι στον Γολγοθά της ιστορίας. Να κάνουμε τον προσωπικό μας σταυρό αναζήτηση του σταυρού του Χριστού. Ο σταυρός του Χριστού είναι ο μόνος μη τραγικός σταυρός, διότι είναι ο Αναστάσιμος σταυρός της αυτοπροσφοράς στον Θεό και στους άλλους. Δεν τρομάζει τον άνθρωπο ο πόνος αλλά η έλλειψη νοήματος, έλεγε ο Επίκτητος. Να γίνουν οι συμφορές αναζήτηση βαθιά του Θεού, γιατί αυτός είναι το πραγματικό αντικείμενο της επιθυμίας του ανθρώπου, πέρα από τα ποικιλώνυμα αιτήματα, το βαθύ νόημα που θεραπεύει όλες τις ελλείψεις».


Πριν από λίγες ημέρες ο π. Φιλόθεος Φάρος είπε ότι «οι περισσότεροι ιερωμένοι είναι ποιμαντικά ανύπαρκτοι, δεν έχουν σταθεί στο πλευρό ενός ανθρώπου που έχει ανάγκη». Συμφωνείτε;
«Η συνεχής διατυμπάνιση του κακού προκαλεί ανασφάλεια, βία, επιθετικότητα, καθώς και αντίρροπες τάσεις αυτοπροβολής. Να δείξουμε και λίγο το καλό; Συνάντησα προσωπικά σειρά ολόκληρη αγίων κληρικών και μοναχών που κατόρθωσαν να μεταβάλουν τον άσχετο προς την εκκλησία μαθητή του Φρόιντ και του Χάιντεγκερ σε θεολόγο και κληρικό. Αισθάνομαι δραματικά ελλιπής απέναντί τους».


«Να μη χάσουμε τα πάθη. Να τα μεταβάλλουμε», έχετε πει. Πώς το εννοείτε;
«Ο χριστιανισμός ευτυχώς δεν είναι ούτε πλατωνισμός ούτε στωικισμός. Το καθετί πάνω στο σώμα μας και την ψυχή μας είναι θεόπλαστο και ως εκ τούτου απολύτως ιερό. Απομένει στην ελευθερία μου να θυμώνω, να ερωτεύομαι, να παίζω, να δημιουργώ, να τρώγω, να χαίρομαι και να λυπάμαι μ' έναν τρόπο που με φέρνει όλο και πιο κοντά στη θεία πηγή τού είναι μου: αυτό σημαίνει η Ενσάρκωση. Ο Θεός δεν με καλεί να δραπετεύσω από τον κόσμο του αλλά να τον μεταβάλλω σε τόπο φανέρωσής του».

«Εορτών εορτή και πανήγυρις πανηγύρεων», η Ανάσταση;
«Ο χριστιανισμός είναι βαθύς εχθρός κάθε είδους ιδεαλισμού, επειδή ο ίδιος δεν είναι τίποτε άλλο παρά ιερός υλισμός. Η Ενσάρκωση δεν είναι παρά η καταξίωση της ύλης και της ιστορίας όταν αυτά προσφέρονται στον Θεό και στους άλλους. Υλη (ακόμα και η ψυχή του ανθρώπου, κατά τους Πατέρες, είναι λεπτότατης υλικής υφής!), ιστορία και, εν τέλει, υπαρξιακή κοινότητα εν τω Θεώ (ως Σώμα Χριστού, θεολογικότερα) συναποτελούν το υπαρξιακό και οντολογικό γεγονός της Εκκλησίας».


Σας ενοχλεί που πολλές φορές κοσμικές ακρότητες και ανέσεις «ποιμεναρχών» γίνονται στο όνομα του Θεού;
«Πράγματι, ο Ιούδας υπήρξε ένας από τους μαθητές του Χριστού. Πολύ περισσότερο προσωπικά ενοχλούμαι όταν στη θέση τής παραπάνω αντίληψης για την Εκκλησία εγκαθίσταται μία τελείως ανόητη θεώρησή της ως κοσμικού Ιδρύματος, που είτε δήθεν εθναρχεύει είτε ασχολείται νευρωτικά με την αστυνόμευση των ηθών των άλλων: αυτή είναι μια Εκκλησία χωρίς καμιά πρόταση ζωής».

Τελικά πώς θα καταφέρουμε την Ανάσταση να τη βιώσουμε κάθε στιγμή ως κατάσταση αιωνιότητας, ως η αιωνιότητα της κάθε στιγμής μας;

«Ανάσταση είναι το άνοιγμα στην περιχώρηση (τη συν-χώρηση), η ελευθερία που γίνεται αγάπη μέσω του σταυρού: να η αιωνιότητα. Πρόκειται για το τέλος της βασιλείας του μαρκησίου Ντε Σαντ: οι άλλοι παύουν να είναι "αντικείμενα του εαυτού" μου (για να θυμηθούμε τον Κόχουτ) και εισερχόμαστε στην υπαρξιακή αυθεντικότητα μέσω της ανακάλυψης των άλλων μέσα στον εαυτό και του εαυτού μέσα στους άλλους».

Τρίτη 14 Απριλίου 2009

Η Μεγάλη Εβδομάδα


Ας κάνουμε μια σύντομη γνωριμία με τις εορτές της Μεγάλης Εβδομάδας.


Τι είναι Μεγάλη Εβδομάδα;



Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι η εβδομάδα πριν το Πάσχα (από την Κυριακή των Βαϊων το βράδυ μέχρι το Μ. Σάββατο) και ονομάζεται «Μεγάλη», όχι γιατί έχει περισσότερες μέρες ή ώρες από τις άλλες εβδομάδες, αλλά γιατί τα γεγονότα όπου τελούνται και βιώνονται στους Ιερούς Ναούς είναι κοσμοσωτήρια για τον άνθρωπο!


Πώς βιώνεται ο λειτουργικός χρόνος τη Μεγάλη εβδομάδα;
Η Εκκλησία από την μεγάλη της φιλανθρωπία, για να μπορέσουν όσο είναι δυνατόν περισσότεροι πιστοί να συμμετέχουν στις Ακολουθίες, επέτρεψε από την αρχή της Μ. Εβδομάδας, να ψάλλεται ο Όρθρος της επόμενης ημέρας. (π.χ. την Κυριακή των Βαϊων το βράδυ ψάλλεται ο Όρθρος της Μεγάλης Δευτέρας).



Τι τελείται τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας;
Οι τέσσερις πρώτες ημέρες μας προετοιμάζουν πνευματικά για το θείο δράμα και οι Ακολουθίες ονομάζονται «Ακολουθίες του Νυμφίου».
Μεγάλη Δευτέρα (Κυριακή Βαϊων βράδυ):


Την Μεγάλη Δευτέρα κυριαρχούν δύο γεγονότα:
α) Η ζωή του Ιωσήφ του 11ου γιού του Πατριάρχη Ιακώβ, του ονομαζόμενου Παγκάλου, δηλαδή του ωραίου στο σώμα και τη ψυχή. Ο Ιωσήφ προεικονίζει με την περιπέτειά του (που πουλήθηκε σκλάβος στην Αίγυπτο) τον ίδιο τον Χριστό και το πάθος Του.
β) Το περιστατικό της άκαρπης συκιάς που ξέρανε ο Χριστός (Ματθ. 21, 18-22): Συμβολίζει την Συναγωγή των Εβραίων και γενικά την ζωή του Ισραηλιτικού λαού που ήταν άκαρποι από καλά έργα.



Μεγάλη Τρίτη (Μεγάλη Δευτέρα βράδυ):
Την Μεγάλη Τρίτη θυμόμαστε και ζούμε δύο παραβολές:
α) Των δέκα παρθένων (Ματθ. 25,1-13) που μας διδάσκει να είμαστε έτοιμοι και γεμάτοι από πίστη και φιλανθρωπία.
β) Των Ταλάντων (Ματθ. 25,14-30), που μας διδάσκει να είμαστε εργατικοί και πρέπει να καλλιεργούμε και να αυξήσουμε τα πνευματικά μας χαρίσματα.
Μεγάλη Τετάρτη (Μεγάλη Τρίτη βράδυ):



Η Μεγάλη Τετάρτη είναι αφιερωμένη στην αμαρτωλή γυναίκα (Λουκ. 7,47), που μετανιωμένη άλειψε τα πόδια του Κυρίου με μύρο και συγχωρήθηκε για τα αμαρτήματά της, γιατί έδειξε μεγάλη αγάπη και πίστη στον Κύριο. Ψάλλεται το περίφημο τροπάριο (δοξαστικό) της Υμνογράφου Μοναχής Κασσιανής.




Μεγάλη Πέμπτη (Μεγάλη Τετάρτη βράδυ):
Την Μεγάλη Πέμπτη γιορτάζουμε 4 γεγονότα :
α) Τον Ιερό Νιπτήρα, το πλύσιμο δηλαδή των ποδιών των μαθητών από τον Κύριο, δείχνοντας για το ποια πρέπει να είναι η διακονία των πιστών στην Εκκλησία.
β) Τον Μυστικό Δείπνο, δηλαδή την παράδοση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας.
γ) Την Προσευχή του Κυρίου, στο Όρος των Ελαιών και
δ) την Προδοσία του Ιούδα, δηλαδή την αρχή του Πάθους του Κυρίου.







Μεγάλη Παρασκευή (Μεγάλη Πέμπτη βράδυ):
Την Μεγάλη Παρασκευή έχουμε την Κορύφωση του θείου δράματος, τελείται η «Ακολουθία των Παθών» και θυμόμαστε και βιώνουμε τα Σωτήρια και φρικτά Πάθη του Κυρίου και Θεού μας. Δηλαδή:
α) Τα πτυσίματα
β) τα μαστιγώματα
γ) τις κοροϊδίες
δ) τους εξευτιλισμούς
ε) τα κτυπήματα
στ) το αγκάθινο στεφάνι και κυρίως την
ζ) Σταύρωση και
η) τον θάνατο του Χριστού μας.








Μεγάλο Σάββατο (Μεγάλη Παρασκευή πρωϊ και βράδυ):
Το Μεγάλο Σάββατο το πρωϊ γιορτάζουμε:
α) την Ταφή Του Κυρίου και
β) την Κάθοδο Του στον Άδη, όπου κήρυξε σε όλους τους νεκρούς. Έτσι Μεγάλη Παρασκευή το πρωϊ (ημερολογιακά), τελούνται οι εξής ακολουθίες: Ακολουθία των Μεγάλες Ωρών και στις 12.00 το μεσημέρι της Αποκαθηλώσεως, δηλαδή την Ταφή Του Κυρίου από τον Ιωσήφ τον Αριμαθαίας και το Νικόδημο τον Φαρισαίο, μέλος του Μ. Συμβουλίου και κρυφό μαθητή του Κυρίου.
Την Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ (ημερολογιακά) ψάλλονται τα Εγκώμια και έχουμε την περιφορά του Επιταφίου!

Κυριακή του Πάσχα (Μ. Σάββατο πρωϊ και νύχτα από τις 12.00 π.μ):
Το Μεγάλο Σάββατο (ημερολογιακά) το πρωϊ, έχουμε την λεγόμενη «1η Ανάσταση», δηλαδή το προανάκρουσμα της Αναστάσεως που μεταδίδουν οι ύμνοι και της προσμονής της λυτρώσεως όλης της κτίσεως από την φθορά και τον θάνατο!




Το Μεγάλο Σάββατο στις 12.00 (δηλαδή ουσιαστικά την Κυριακή), έχουμε την ζωηφόρο Ανάσταση του Κυρίου μας, την ήττα του θανάτου και της φθοράς και την αφή του Αγίου Φωτός στον κόσμο από το Πανάγιο Τάφο.


Κυριακή του Πάσχα στις 11.00 π.μ. ή το απόγευμα, τελείται ο «Εσπερινός της Αγάπης», όπου σε πολλές γλώσσες διαβάζεται το Ιερό Ευαγγέλιο και διατρανώνεται παγκοσμίως η νίκη του θανάτου και η εποχή της Καινούριας Διαθήκης, της χαράς και της Αναστάσιμης ελπίδας.


Ποιο είναι το βαθύτερο νόημα των Παθών και της Αναστάσεως για όλους εμάς τους Πιστούς;


Οι πιστοί βιώνουμε τα πάθη και την ανάσταση του Χριστού συμμετέχοντας ενεργά σε αυτά με «συμπόρευση», «συσταύρωση» και «συνανάσταση»! Ο Χριστός με την θέληση του (εκουσίως), έπαθε και ανέστη για να σωθούμε όλοι εμείς! Αυτό σημαίνει ότι δεν λυπούμαστε «μοιρολατρικά» για το Πάθος του, αλλά για τις δικές μας αμαρτίες και αφού μετανοιώνουμε ειλικρινώς μπορούμε την αντικειμενική σωτηρία που χάραξε ο Χριστός να την κάνουμε και υποκειμενική - προσωπική σωτηρία!

Παρασκευή 10 Απριλίου 2009

Αυτό το Σάββατο τιμάμε την υπό του Χριστού Ανάσταση του φίλου Του Λαζάρου.

π. Επιφ. Θεοδωρόπουλος γράφει:
Αναγράφει το «Ωρολόγιο»: «Ο Λάζαρος ήταν φίλος του Χριστού και οι αδελφές του Μάρθα και Μαρία που τον φιλοξένησαν πολλές φορές (Λουκ. ι΄, 38-40, Ιωαν. ιβ΄, 1-3) στη Βηθανία κοντά στα Ιεροσόλυμα περίπου δύο μίλια. Λίγες μέρες προ του πάθους του Κυρίου ασθένησε ο Λάζαρος και οι αδελφές του ενημέρωσαν σχετικά τον Ιησού που τότε ήταν στη Γαλιλαία να τον επισκεφθεί. Ο Κύριος όμως επίτηδες καθυστέρησε μέχρι που πέθανε ο Λάζαρος, οπότε είπε στους μαθητές του πάμε τώρα να τον ξυπνήσω. Όταν έφθασε στη Βηθανία παρηγόρησε τις αδελφές του Λάζαρου που ήταν πεθαμένος τέσσερις μέρες και ζήτησε να δει το τάφο του.Όταν έφθασε στο μνημείο, δάκρυσε και διέταξε να βγάλουν την ταφόπλακα. Τότε ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό, ευχαρίστησε τον Θεό και Πατέρα και με μεγάλη φωνή είπε: Λάζαρε, βγες έξω. Αμέσως βγήκε έξω τυλιγμένος με τα σάβανα ο τετραήμερος νεκρός μπροστά στο πλήθος που παρακολουθούσε και ο Ιησούς ζήτησε να του λύσουν τα σάβανα και να πάει σπίτι του. (Ιωαν. ια΄,44)Αρχαία παράδοση λέγει ότι τότε ο Λάζαρος ήταν 30 χρονών και έζησε άλλα 30 χρόνια.

Τελείωσε το επίγειο βίο του στην Κύπρο το έτος 63 και ό τάφος του στην πόλη των Κιτιέων έγραφε: «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού».Το έτος 890 μετακομίσθηκε το ιερό λείψανό του στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Λέοντα το σοφό, ο οποίος συνέθεσε τα ιδιόμελα στον εσπερινό του Λαζάρου: Κύριε, Λαζάρου θέλων τάφον ιδείν, κλπ».Χαρακτηριστικό της μετέπειτας ζωής του Λαζάρου λέγει η παράδοση, ήταν ότι δεν γέλασε ποτέ παρά μια φορά μόνο όταν είδε κάποιο να κλέβει μια γλάστρα και είπε την εξής φράση: Το ένα χώμα κλέβει το άλλο.


Η Ανάσταση του Λαζάρου επέτεινε το μίσος των Εβραίων που μόλις την έμαθαν ζήτησαν να σκοτώσουν τον Λάζαρο και το Χριστό.


Το απολυτίκιο της ημέρας είναι σε μετάφραση: «Θέλοντας Χριστέ και Θεέ μας να δείξεις, προ της σταυρικής Σου Θυσίας, ότι είναι βέβαιο πράγμα η ανάσταση όλων των νεκρών, ανέστησες εκ νεκρών τον Λάζαρον. Για τούτο και εμείς, μιμούμενοι τα παιδιά που σε υποδέχθηκαν κατά την είσοδό Σου στην Ιερουσαλήμ, κρατούμε στα χέρια μας τα σύμβολα της νίκης, τα βάγια και βοώμε προς Εσένα, τον νικητή του θανάτου: Βοήθησέ μας και σώσε μας, Συ που ως Θεός κατοικείς στα ύψιστα μέρη του ουρανού, ας είσαι ευλογημένος Συ, που έρχεσαι απεσταλμένος από τον Κύριο!»







0 λαός γιορτάζει την πρώτη Λαμπρή, την "Έγερση" του φίλου του Χριστού, του "αγέλαστου" Λάζαρου.
Ο φόβος και ο τρόμος για όσα γνώρισε στον άλλο κόσμο άφησαν τόσο βαθιά σημάδια στην ψυχή του Λάζαρου που, λέει η παράδοση, μετά την Ανάσταση του δε γέλασε παρά μόνο μια φορά.
Είδε κάποιον χωρικό στο παζάρι να κλέβει μια στάμνα και να φεύγει κρυφά. "Βρε τον ταλαίπωρο, είπε.
Για ιδές τον πώς φεύγει με το κλεμμένο σταμνί. Ξεχνάει ότι κι αυτός είναι ένα κομμάτι χώμα, όπως και το σταμνί. Το 'να χώμα κλέβει τ' άλλο.
Μα δεν είναι να γελούν οι πικραμένοι;" και χαμογέλασε.
Στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας για να απεικονίσουν την Ανάσταση του Λάζαρου, να συμβολίσουν δηλαδή τη Νίκη του Χριστού απέναντι στο θάνατο, αλλά παράλληλα και για να υποδηλώσουν την ανάσταση της φύσης, έφτιαχναν ένα ομοίωμα του Λάζαρου.
Την παραμονή της γιορτής ή, σε πολλά μέρη, ανήμερα την "πρώτη Λαμπρή", τα παιδιά, κρατώντας το "Λάζαρο", έκαναν τους αγερμούς τους. Γύριζαν στα σπίτια και τραγουδούσαν τα "λαζαρικά", για να διηγηθούν την ιστορία του αναστημένου φίλου του Χριστού και να πουν παινέματα στους νοικοκυραίους.
Στην Ήπειρο μάλιστα, στις κτηνοτροφικές περιοχές, χτύπαγαν ταυτόχρονα και μεγαλοκούδουνα."Πες μας Λάζαρε τι είδεςεις τον Άδη που επήγες.
Είδα φόβους, είδα τρόμους,είδα βάσανα και πόνους,δώστε μου λίγο νεράκινα ξεπλύνω το φαρμάκι,της καρδούλας μου το λέωκαι μοιρολογώ και κλαίω.Του χρόνου πάλι να 'ρθουμε,με υγεία να σας βρούμε,και ο νοικοκύρης του σπιτιούχρόνια πολλά να ζήσει,να ζήσει χρόνια εκατόκαι να τα ξεπεράσει.
"Τα "λαζαρικά" από τόπο σε τόπο έχουν πολλές παραλλαγές.
Στη Στερεά Ελλάδα, τη Μακεδονία και τη Θράκη στο έθιμο έπαιρναν μέρος μόνο κορίτσια, οι "Λαζαρίνες" ή "Λαζαρίτσες", έτσι εύρισκαν την ευκαιρία να γίνουν γνωστές και σαν υποψήφιες νύφες.
Για "Λάζαρο" βαστούσαν έναν ξύλινο κόπανο για τα ρούχα, τυλιγμένο με παρδαλά κομμάτια από πανιά, ίδιο μωρό. Σε άλλα μέρη πάλι έντυναν με χτυπητά πολύχρωμα υφάσματα μια ρόκα, μια κούκλα, έναν καλαμένιο σταυρό και τα στόλιζαν με κορδέλες και λουλούδια.
Στη Σκύρο έπαιρναν την τρυπητή κουτάλα, "τη σιδεροχουλιάρα". Έβαζαν σε κάθε τρύπα και από ένα άσπροπούλι -άσπρη μαργαρίτα- ένα κόκκινο γαρίφαλο για στόμα και σχημάτιζαν το πρόσωπο. Έδεναν σταυρωτά πάνω στην κουτάλα ένα ξύλο, για να κάνουν τα χέρια, της φορούσαν και ένα πουκαμισάκι ή ένα μωρουδίστικο ρούχο και ο "Λάζαρος" ήταν έτοιμος. Γύριζαν τα παιδιά από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας και οι νοικοκυρές τους έδιναν αυγά, λεφτά ή ό,τι άλλο είχαν. Πάντα όλοι κάτι έβρισκαν να δώσουν. Κι όταν θέλαν για κάποιον να πούνε πως ήταν τσιγκούνης έλεγαν: "Ποτέ του αυγό δεν έδωσε, ούτε τ' αγίου Λαζάρου!"
Στα Τρίκαλα τα αυγά που συγκέντρωναν οι Λαζαρίνες, οι μητέρες τους τα έβαφαν κόκκινα και τα κρατούσαν σε ξεχωριστό μέρος. Όταν ήθελαν να περιποιηθούν έναν επισκέπτη από αυτά τα αυγά του έδιναν, του Λαζάρου.
Σε μερικά μέρη τη θέση του "Λάζαρου" έπαιρνε ένα καλάθι στολισμένο με λουλούδια και με πολύχρωμες κορδέλες.
Στην Κρήτη έκαναν έναν ξύλινο σταυρό και τον στόλιζαν με ορμαθούς από λεμονανθούς και αγριόχορτα με κόκκινα λουλούδια, τις μαχαιρίτσες.
Στην Κύπρο συναντάμε το έθιμο της αναπαράστασης, στην αρχαιότερη μορφή του. Ο θεός πεθαίνει στην ακμή της νιότης του και αμέσως ανασταίνεται, όπως ο Άδωνης στους αρχαίους Έλληνες. Έντυναν ένα παιδί με κίτρινα λουλούδια, έτσι ώστε ούτε το πρόσωπο του δε φαινόταν. Σε κάθε σπίτι που πήγαιναν, όταν άρχιζαν τα άλλα παιδιά να τραγουδούν, ξάπλωνε και υποκρινόταν το νεκρό, όταν όμως έλεγαν το "Λάζαρε δεύρο έξω" σηκωνόταν.
Το ίδιο έθιμο συναντάμε και στην Κω. Το παιδί που αναπαριστούσε το Λάζαρο, τυλιγμένο σε ένα σεντόνι, ήταν και αυτό στολισμένο με κίτρινα λουλούδια. Αμοιβή της παρέας για την αναπαράσταση τα αυγά για το δάσκαλο. Τα πιο μεγάλα παιδιά, οι "πρωτόσχολοι", έπαιρναν την εικόνα του Λάζαρου, την έβαζαν πάνω σε μια ειδική κατασκευή που στόλιζαν με δεντρολίβανο -ήταν, λέει, η Βηθανία, η πατρίδα του- και γύριζαν στις στάνες. Οι βοσκοί τους φίλευαν αυγά, τυριά και μυζήθρες για τις λαμπρόπιτες. Για την ψυχή του Λάζαρου οι γυναίκες ζύμωναν ανήμερα το πρωί ειδικά κουλούρια, τους "λαζάρηδες", τα "λαζαρούδια" ή και "λαζαράκια". "Λάζαρο δεν πλάσεις, ψωμί δεν θα χορτάσεις" έλεγαν, μια και ο αναστημένος φίλος του Χριστού πίστευαν πως είχε παραγγείλει: "Όποιος ζυμώσει και δε με πλάσει, το φαρμάκι μου να πάρει..." Στα "λαζαράκια" έδιναν το σχήμα ανθρώπου σπαργανωμένου, όπως ακριβώς παριστάνεται ο Λάζαρος στις εικόνες. Όσα παιδιά είχε η οικογένεια τόσους "λαζάρηδες" έπλαθαν και στη θέση των ματιών έβαζαν δυο γαρίφαλα. Στην Κω οι αρραβωνιασμένες θα έφτιαχναν ένα λαζαράκι σε μέγεθος μικρού παιδιού, γεμισμένο με χίλια δυο καλούδια και κεντημένο σχεδόν σαν τις κουλούρες του γάμου, για να το στείλουν στο γαμπρό. Τα "λαζαρούδια" πολλές νοικοκυρές τα γέμιζαν με αλεσμένα καρύδια, αμύγδαλα, σύκα, σταφίδες, μέλι, πρόσθεταν πολλά μυρωδικά και τα παιδιά ξετρελλαίνονταν να τα τρώνε ζεστά.

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

Περάσαμε πιὰ τὸ πέλαγος τῆς νηστείας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς...


Παντελὴ Πᾶσχου: Εἰσαγωγικὰ στὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα
Περάσαμε πιὰ τὸ πέλαγος τῆς νηστείας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Καὶ τώρα στεκόμαστε μπροστὰ στὴ θύρα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ὁποῦ ὀνομάζεται Μεγάλη ὄχι γιατί εἶναι μεγαλύτερη, ἢ ἔχει περισσότερες μέρες, ἀλλὰ «ἐπειδὴ μεγάλα ἡμῖν γέγονεν ἐν αὐτῇ παρὰ τοῦ Δεσπότου κατορθώματα. Καὶ γὰρ ἐν αὐτῇ τῇ ἑβδομάδι τῇ Μεγάλῃ, ὅπως λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἡ χρονία τοῦ διαβόλου κατελύθη τυραννίς· ὁ θάνατος ἐσβέσθη· ὁ ἰσχυρὸς ἐδέθη· τὰ σκεύη αὐτοῦ διηρπάγη· ἁμαρτία ἀνηρέθη· ἡ κατάρα κατελύθη· ὁ Παράδεισος ἀνεώχθη· ὁ Οὐρανὸς βάσιμος γέγονεν· ἄνθρωποι ἀγγέλοις ἀνεμίγησαν· τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ ἤρθη· τὸ θριγγίον περιηρέθη· ὁ τῆς εἰρήνης Θεὸς εἰρηνοποίησε τὰ ἄνω καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς· διὰ τοῦτο Μεγάλη καλεῖται Ἑβδομάς».


Ὄντως φοβερὰ αὐτῆς τῆς ἑβδομάδος τὰ Μυστήρια! Ὅλη ἡ ποίηση τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ ὅλη ἡ δόξα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἑβδομάδα πηγάζουν. Ἀπ᾿ τὸν καιρὸ πού, μαθητούδια ἀκόμη, παίρναμε ἀπ᾿ τὸ ζεστὸ χέρι τῆς μάνας μας τὴ σύνοψη καὶ τὸ κερί, ποὺ καθὼς ἦταν ἁγνὸ μοσκοβολοῦσε σὰν λιβάνι ὅταν ἔκαιγε, καὶ πηγαίναμε στὶς ἀκολουθίες τοῦ Νυμφίου, ἢ στὶς Μεγάλες Ὧρες τῶν Παθῶν, τῆς Μεγ. Πέμπτης καὶ τῆς Μεγ. Παρασκευῆς, ὅπου κλαίγαμε ἀπὸ καρδιᾶς μπρὸς στὸν Ἐσταυρωμένο, καθὼς ἀποθέταμε μὲ τρέμοντα δάχτυλα τὰ παρθενικὰ ἀγριολούλουδα, ποὺ μὲ μίαν ὁλόζεστη λαχτάρα τρέχαμε νὰ μάσουμε στοὺς κήπους καὶ στὰ χωράφια· ἀπ᾿ τὰ μικρά μας ἐκεῖνα χρόνια, ποὺ προσμέναμε νά ῾ρθει ἡ ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, γιὰ νὰ δεχτοῦμε ὕστερα καὶ τὴν Ἀνάσταση, μέχρι τὰ γηρατειά μας τὰ βαθιά, αὐτὴ ἡ Ἑβδομάδα εἶναι ποὺ μᾶς κρατάει συντροφιὰ μὲ τὸν πόνο της, μὲ τὰ δάκρυά της, μὲ τὴ λύπη της, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐφροσύνη τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ ἀκολουθεῖ.


Κι αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη φιλοσοφία τῆς ζωῆς, ποὺ ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας τὴν δίνει μὲ τὸν πιὸ ὡραῖο, ἁπλὸ καὶ κατανυκτικὸ τρόπο στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Καὶ εἶναι ἀλήθεια, ὅτι αὐτὴ ἡ φιλοσοφία, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν ὑψηλὴ θεολογία τοῦ Σταυροῦ, δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ κανεὶς νὰ τὴν ἀφομοιώσει καὶ νὰ τὴν κατανοήσει ἔξω ἀπὸ τὸν ἐκκλησιαστικὸ περίβολο, ἔξω ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.

Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὁ Σταυρὸς ἢ ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα γίνεται λογοτεχνία, γίνεται θέατρο ἢ κινηματογράφος, γίνεται στοχαστικὴ διάλεξη ἢ δημοσιογραφικὸ ἄρθρο, γίνεται εὐκαιρία γιὰ νὰ δοκιμάσει κανεὶς τὶς ἱκανότητές του μ᾿ ἕναν τρόπο – ὁποιοδήποτε – ἐπάνω σ᾿ ἕνα σοβαρὸ θέμα. Καὶ μόνο μέσα ἀπὸ τὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες καὶ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ φτάσει στὴν κορφὴ τῆς πνευματικῆς φιλοσοφίας καὶ στὴ δόξα τῆς Ἀναστάσεως, ἀνεβαίνοντας τὸν ἀνηφορικὸ δρόμο τοῦ Γολγοθᾶ καὶ περνώντας πνευματικὰ μέσα ἀπὸ τὴν ἀγωνία τῆς Σταυρώσεως.

Ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός, ὅλη τὴν Ἑβδομάδα ἔχει ἕνα μεγάλο δρόμο νὰ ὁδοιπορήσει. Μεγάλο, ὄχι μὲ τὶς ἐξωτερικές, ἀλλὰ μὲ τὶς ἐσωτερικὲς διαστάσεις. Ἕνα δρόμο, ποὺ περπάτησε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ναί, κι ἂς μὴ φανεῖ σὲ κανέναν αὐτὸ τὸ πράγμα παράδοξο. Ἂν δὲν «συμπορευθῶμεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν», δὲν θὰ μπορέσουμε οὔτε τὴ Μεγαλοβδομάδα νὰ νιώσουμε, οὔτε καὶ στὴν Ἀνάσταση νὰ φτάσουμε μαζί του.

Σ᾿ αὐτὸ τὸ δρόμο, ποὺ βρίσκεται πάντα κάτω ἀπ᾿ τὴ σκιὰ τοῦ Σταυροῦ, καὶ ἀντικρύζει στὸ βάθος τὸ φωτεινὸ λόφο τῆς Ἀναστάσεως, οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔβαλαν μερικὰ σημάδια σὰν ὁρόσημα, ποὺ μᾶς βοηθοῦν κι αὐτὰ μ᾿ ἕναν εἰδικὸ τὸ καθένα τρόπο, γιὰ νὰ πετύχουμε τὸ σκοπό μας.


Τὴ Μεγάλη Δευτέρα, μετὰ τὸ Κοντάκιο καὶ τὸν Οἶκο τῆς ἡμέρας, θ᾿ ἀκούσουμε μαζὶ μὲ τὸ σύντομο συναξάρι, αὐτὸ τὸ ὑπόμνημα: «τῇ Ἁγίᾳ καὶ Μεγάλῃ Δευτέρᾳ, μνείαν ποιούμεθα τοῦ μακαρίου Ἰωσὴφ τοῦ παγκάλου καὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Κυρίου καταρασθείσης συκῆς». Δοξάζεται καὶ τιμᾶται ὁ πάγκαλος Ἰωσήφ, γιατί «τῆς Αἰγυπτίας τότε ταῖς ἡδοναῖς μὴ δουλεύσας», ἐσκλαβώθηκε μὲν κατὰ τὸ σῶμα, ἀλλὰ κατὰ τὴν ψυχὴ ἔμεινε ἀδούλωτος, ὁ ἀοίδιμος καὶ σώφρων, καὶ ἔτσι ἀξιώθηκε νὰ γίνει κυρίαρχος ὅλης τῆς Αἰγύπτου. «Ὁ Θεὸς γὰρ παρέχει τοῖς δούλοις αὐτοῦ στέφος ἄφθαρτον». Ἡ κατάρα ἔπειτα τῆς ἄκαρπης συκιᾶς, μᾶς λέει ν᾿ ἀποφεύγουμε τὸ πάθος καὶ νὰ κάνουμε ἔργα καὶ καρποὺς πνευματικούς, γιὰ νὰ μὴ μᾶς εὕρει ὁ Χριστὸς μὲ φύλλα μοναχὰ σὰν ἔρθει, καὶ μᾶς δείξει τὴ φωτιά, σὰν μοίρα ἀναπόφυγη τῶν ἀκάρπων μας δέντρων.


Τὴ Μεγάλη Τρίτη θ᾿ ἀκούσουμε: «τῆς τῶν δέκα παρθένων παραβολῆς μνείαν ποιούμεθα», δηλ. τῶν πέντε φρονίμων καὶ τῶν πέντε μωρῶν παρθένων, μὲ τὶς διδακτικὲς λαμπάδες τους. Μᾶς συμβουλεύει κ᾿ ἐδῶ μὲ ὕμνους ἐξαίσιους ἡ Ἐκκλησία μας, «νὰ σπουδάσωμεν νὰ ἀνάψωμεν τὰς νοητὰς λαμπάδας τῶν ψυχῶν μας, ὡς αἱ φρόνιμοι ἐκεῖναι παρθένοι. Διατί; Ἵνα μὲ τὸ λαμπρὸν φῶς τῶν λαμπάδων μας καὶ μὲ ὕμνους πνευματικούς, συναπαντήσωμεν τὸν ἀθάνατον νυμφίον τῶν ψυχῶν, δηλαδὴ τὸν Δεσπότην μας Ἰησοῦν Χριστόν, ὅστις θὰ ἔλθει ἐν τῇ συντελείᾳ τοῦ κόσμου, διὰ νὰ ἐμβάσει τὰς δρονίμους ψυχὰς μέσα εἰς τὸν οὐράνιον νυμφώνα τῆς ἀϊδίου τρυφῆς τεσ καὶ βασιλείας».


Τὴ Μεγάλη Τετάρτη: «τῆς ἀλειψάσης τὸν Κύριον μύρῳ πόρνης γυναικὸς μνείαν ποιεῖσθαι οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν, ὅτι πρὸ τοῦ σωτηρίου Πάθους μικρὸν τοῦτο γέγονεν». Ποιὸς δὲν δακρύζει, ὅταν σκεφθεῖ ὅτι, ἐνῶ ὅλοι ἁμαρτάνουμε (καὶ πολλὲς φορὲς βαρύτερα ἀπὸ τὴν πόρνη) ὡστόσο δὲν ἀκολουθοῦμε τὸ παράδειγμά της, γιὰ νὰ σβήσουμε μὲ δάκρυα μετανοίας τὸ χειρόγραφο, ποὺ εἶναι φορτωμένο μὲ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας.


Τὴ Μεγάλη Πέμπτη «ἐορτάζομεν τὸν Ἱερὸν Νιπτήρα, τὸν Μυστικὸν Δεῖπνον, τὴν ὑπερφυᾶ προσευχὴν καὶ τὴν Προδοσίαν». Ἡ κυριαρχοῦσα μορφὴ – αἰώνιο σύμβολο σκότους συνειδήσεως καὶ παράδειγμα πρὸς ἀποφυγὴν – εἶναι ἡ προδοτικὴ ὄψη τοῦ Ἰούδα.


Τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ «τὰ Ἅγια καὶ Σωτήρια καὶ Φρικτὰ Πάθη τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιτελοῦμεν».


Καὶ τὸ Μέγα Σάββατον «τὴν Θεόσωμον Ταφὴν καὶ τὴν εἰς ᾍδου κάθοδον τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἑορτάζομεν».


Εἴπαμε, ὅτι πίσω ἀπὸ τὰ μαρτύριο καὶ τὸ Πάθος τῆς Σταυρώσεως, ὁ ὀρθόδοξος χριστιανὸς βλέπει πάντοτε τὸ γλυκὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως. Εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸν ἐμποδίζει νὰ ἰδεῖ τὰ Πάθη μέσα σ᾿ ἕνα ζοφερὸ καὶ καταλυτικὸ σκοτάδι. Ὁ ὀρθόδοξος – καὶ ὁ Ἕλληνας ἰδιαίτερα, ποὺ πέρασε τόσα καὶ τόσα πάθη μέσα στὴ μακραίωνη πορεία τῆς ἱστορίας του – εἶναι ντυμένος μὲ τὸ ζεστὸ ἔνδυμα τῆς χαρμολύπης. Πάσχει καὶ ὑποφέρει, ἀλλὰ ὄχι μὲ ἀσυγκράτητο σαρκικὸ πόνο. Ἡ πνευματικὴ φιλοσοφία τοῦ Σταυροῦ, αὐτὲς τὶς ἡμέρες εἰδικώτερα, πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος μας, ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς μας. Ἰδοὺ πῶς βλέπουν μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρας τὸ Σταυρὸ καὶ τὸ μυστήριο τῆς Σταυρώσεως.
Ὁ ἀκάνθινος στέφανος φανέρωσε ὅτι ὁ Κύριος ἐξάλειψε τὴν κατάρα ποὺ ἔλαβε ἡ γῆ, νὰ βλαστάνει ἀγκάθια καὶ τριβόλια καὶ ὅτι ὁ Χριστὸς ἀφάνισε τὶς μέριμνες καὶ τὶς ὀδύνες τῆς παρούσης ζωῆς.
«Ἐξεδύθη τὰ ἱμάτια καὶ ἐνεδύθη τὴν πορφύραν, διὰ νὰ ἐκδύσει τοὺς δερματίνους χιτώνας τῆς νεκρώσεως, ὁποῦ ἐφόρεσεν ὁ Ἀδὰμ μετὰ τὴν παράβασιν. Κάλαμον ἔλαβεν ὁ Κύριος εἰς τὴν δεξιάν, ὡς σκῆπτρον, διὰ νὰ θανατώσει τὸν ἀρχαῖον ὄφιν καὶ δράκοντα· ἔλαβε κάλαμον, διὰ νὰ σβήσει τὸ χειρόγραφον τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἔλαβε τὸν κάλαμον διὰ νὰ ὑπογράψει βασιλικῶς, μὲ τὸ κόκκινον αἷμα του, τὸ γράμμα τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν μας, καθότι καὶ οἱ βασιλεῖς μὲ κόκκινον κιννάβαρι ὑπογράφουσιν».
»Εἰς τὸ ξύλον ἐσταυρώθη, διὰ τὸ ξύλον τῆς γνώσεως. Ἔλαβε τὴν γεῦσιν τῆς χολῆς καὶ τοῦ ὄξους, διὰ τὴν γλυκείαν γεῦσιν τοῦ καρποῦ τοῦ ἀπηγορευμένου. Ἔλαβε τὰ καρφία διὰ νὰ καρφώσει τὴν ἁμαρτίαν. Ἅπλωσε τὰς χείρας εἰς τὸν Σταυρόν, διὰ νὰ ἰατρεύσει τὸ ἅπλωμα τῶν χειρῶν τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, ὁποῦ ἐποίησαν εἰς τὸ ἀπηγορευμένον ξύλον, καὶ διὰ νὰ ἑνώσει τὰ μακρὰν διεστῶτα, ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους, οὐράνια καὶ ἐπίγεια. Ἔλαβε τὸν θάνατον, διὰ νὰ θανατώσει τὸν θάνατον. Ἐτάφη, διὰ νὰ μὴ στρεφώμεθα πλέον ἡμεῖς εἰς τὴν γῆν, ὡς τὸ πρότερον...».
»Ἐσκοτίσθησαν οἱ φωστῆρες, διὰ νὰ φανερώσουν ὅτι πενθοῦσι τὸν Σταυρωθέντα. Αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν, διότι ἔπασχεν ἡ πέτρα τῆς ζωῆς. Εἰς τὸ ὕψος τοῦ Σταυροῦ ἀνέβη, διὰ τὸ πτῶμα ὁποῦ ἔπαθεν ὁ Ἀδάμ. Καὶ τελευταῖον ἀνέστη, διὰ τὴν ἰδικήν μας ἀνάστασιν!».Ὤ! Εὐτυχισμένοι καὶ τρισμακάριοι, ὅσοι μπορέσουν ν᾿ ἀφήσουν τὶς βιοτικές τους μέριμνες αὐτὲς τὶς μέρες, κι ἀρχίσουν ἀπὸ τώρα, ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὥρα κιόλας, τὴν εὐλογημένη πορεία δίπλα στὸν πορευόμενο πρὸς τὸ Πάθος Χριστό! «Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς, συμπορευθῶμεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν, καὶ νεκρωθῶμεν δι᾿ αὐτόν, ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς», «ἵνα μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ».

Σάββατο 4 Απριλίου 2009

Ε' Κυριακή των Νηστειών,μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας



Απολυτίκιον Οσίας Μαρίας

Φωτισθείσα ενθέως Σταυρού τη χάριτι, της μετανοίας εδείχθης φωτοφανής λαμπηδών, των παθών τον σκοτασμόν, λιπούσα πάνσεμνε• όθεν ως άγγελος Θεού, Ζωσιμά τω ιερώ ωράθης εν τη ερήμω, Μαρία οσία Μήτερ μεθ' ου δυσώπει υπέρ πάντων ημών.

Ένα τρανταχτό παράδειγμα μετανοίας που γεμίζει ελπίδα την ψυχή κάθε αμαρτωλού είναι ο βίος της οσίας Μαρίας της Αιγύπτιας. Η μετάνοια της Αγίας αυτής είναι τόσο συγκλονιστική και τόσο μεγαλειώδης που η Εκκλησία μας τιμά δύο φορές τη μνήμη της, μία την 1η Απριλίου κάθε έτους και δεύτερη φορά την Ε' Κυριακή των Νηστειών, θέλοντας να μας δώσει ένα παράδειγμα για να πορευθούμε την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αλλά και σε όλη την πορεία της ζωής μας.

Η οσία Μαρία έζησε πιθανώς τον 4ο αιώνα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, μια πόλη πλούσια, αλλά αρκετά διεφθαρμένη εκείνη την εποχή. Έτσι λοιπόν και η Μαρία ήδη από την ηλικία των 12 ετών, χάρις στην απαράμιλλη φυσική ομορφιά της παρεκτράπηκε και άρχισε ήδη να ζει ζωή διεφθαρμένη για 17 περίπου χρόνια, παρασύροντας στην αμαρτία, την πορνεία και τη φιληδονία κι άλλες ψυχές. Μια μέρα, όταν ήταν περίπου 30 ετών, στο λιμάνι της πόλης, ένα πλοίο ήταν έτοιμο να αναχωρήσει για τα Ιεροσόλυμα και στην ψυχή της Μαρίας γεννήθηκε η ανάγκη να πάει κι εκείνη έως εκεί.

Ξημέρωνε η 14η Σεπτεμβρίου, γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, όταν το πλοίο έφθασε στα Ιεροσόλυμα κι όλοι οι προσκυνητές έτρεξαν για να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό. Ανάμεσά τους και η Μαρία έτρεξε προς το Ναό που έχτισε η Αγία Ελένη, αλλά μία αόρατη δύναμη την εμπόδιζε να μπει μέσα. Για αρκετή ώρα προσπαθούσε να μπει από την ανοιχτή πόρτα του Ναού, αλλά δεν μπορούσε και τότε κατάλαβε πώς την εμπόδιζαν οι αμαρτίες της και πως ήταν ανάξια να προσκυνήσει. Αυτή η συναίσθηση της έφερε ασταμάτητα δάκρυα στα μάτια. Προσευχήθηκε με μεγάλη συναίσθηση της αμαρτωλότητάς της στη Μητέρα του Χριστού, στην Παναγία μας να μεσιτεύσει στον Υίό της και να συγχωρέσει τις αμαρτίες της. Τα δάκρυα κυλούσαν ακόμη ασταμάτητα, όταν επιτέλους η Μαρία μπόρεσε να διαβεί την είσοδο του Ναού και με ψυχή συντετριμμένη από τη μετάνοια να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό, υποσχόμενη ότι πλέον θ' αλλάξει ζωή.


ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ
Όταν βγήκε από το Ναό αναρωτιόταν που να πορευθεί, όταν μία εσωτερική φωνή της είπε να πορευθεί προς την έρημο του Ιορδάνη Ποταμού. Εκεί βρήκε έναν πνευματικό ιερέα, εξομολογήθηκε τα αμαρτήματα της, και αφού πέρασε τον Ιορδάνη προχώρησε στην έρημο. Εκεί έζησε 47 ολόκληρα χρόνια με αυστηρή νηστεία, προσευχή και δάκρυα μέσα στην αφιλόξενη έρημο που ήταν καυτή το πρωί και παγωμένη όλη τη νύχτα, χωρίς τροφή, χωρίς ρούχα, χωρίς στέγη. Εκείνη που έμενε στα καλύτερα δωμάτια στην Αλεξάνδρεια, έτρωγε τα καλύτερα φαγητά, ζούσε μέσα στη χλιδή και στην πολυτέλεια και ταυτόχρονα μέσα στην φιληδονία και στην ακολασία, πέρασε όλη τη ζωή της στην έρημο έχοντας πάρει μαζί της μόνο τα ρούχα που φορούσε και τρία ψωμιά που μόλις τελείωσαν, για 47 ολόκληρα χρόνια έτρωγε τα χόρτα της ερήμου και ξεδιψούσε στο νερό του Ιορδάνη. Για στρώμα της είχε την άμμο της έρημου, για σκεύη της τ' άστρα του ουρανού, για φίλο της και συντροφιά τα άγρια θηρία και μόνο για μία φορά στη ζωή της μετά από 47 χρόνια συνάντησε κατ' οικονομάν Θεού άνθρωπο, τον Άβα Ζωσιμά από τη Μονή του Τιμίου Σταυρού. Όπως ήταν συνήθεια των μοναχών της εποχής, έφευγαν από το μοναστήρι τους στην έρημο, από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι την Κυριακή των Βαΐων.


Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΒΑ ΖΩΣΙΜΑ
Ένας από αυτούς τους μοναχούς, ο Άβας Ζωσιμάς ξεκίνησε λοιπόν για την έρημο, παρακαλώντας το Θεό να του δείξει κάποιο Γέροντα της ερήμου για να ωφεληθεί πνευματικά.Καθώς προσευχόταν αντιλήφθηκε μια σκιά ανθρώπου και σκέφτηκε ότι ίσως να ήταν δαιμονική ενέργεια κι έκανε το σταυρό του. Πρόσεξε όμως ότι αυτό που έβλεπε μπροστά του είχε μαύρο σώμα, γυμνό και κατάλευκα μαλλιά. Ο Αββάς πίστεψε ότι βρήκε τον ερημίτη που θα τον ωφελούσε πνευματικά, όπως είχε ζητήσει από το Θεό. Άκουσε τότε τη φωνή αυτού του ασκητικού πλάσματος να του λέει: "Συγχώρεσέ με Αββά Ζωσιμά, αλλά επειδή είμαι γυναίκα γυμνή, ρίξε μου το ράσο να σκεπαστώ και θα έρθω να με ευλογήσεις". Όταν άκουσε το όνομά του από τα χείλη της γυναίκας, ο Ζωσιμάς κατάλαβε πως η γυναίκα είχε χάρισμα προορατικό. Όταν η Αγία τον πλησίασε, εκείνος γονάτισε με το πρόσωπο στη γη και είδε ότι τα πόδια της δεν ακουμπούσαν στη γη, αλλά αιωρείτο έναν πήχυ ψηλότερα. Την παρακάλεσε θερμά να του διηγηθεί την ιστορία της και τα ασκητικά της παλαίσματα και η Αγία υπήκουσε. Εκείνη του διηγήθηκε πώς έζησε, πως υπέμεινε τον καύσωνα της ημέρας, το ψύχος της νύχτας, την πείνα, αλλά παράλληλα και τον πόλεμο από τις παλαιές μνήμες, που για πολλά χρόνια την τυρρανούσαν. Η Αγία Μαρία συμβούλεψε τον Αββά την επόμενη Σαρακοστή να μην έρθει στον Ιορδάνη, μόνο τη Μεγάλη Πέμπτη, ημέρα του Μυστικού Δείπνου, να έρθει να την κοινωνήσει. Επέστρεψε ο Αββάς Ζωσιμάς στη Μονή του και τον επόμενο χρόνο, την Καθαρά Δευτέρα δεν κατάφερε να φύγει για την έρημο, γιατί έπεσε άρρωστος στο κρεββάτι. Και τότε θυμήθηκε τα λόγια της οσίας. Την Μεγάλη Πέμπτη ο Γέροντας πήρε τη θεία Κοινωνία όπως του είχε ζητήσει η οσία Μαρία, λίγα σύκα, χουρμάδες και φακή βρεγμένη και πήγε στον Ιορδάνη ανήσυχος, διότι είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και δεν είχε τρόπο να περάσει απέναντι. Είδε τότε την οσία Μαρία στην απέναντι όχθη να κάνει το σημείο του σταυρού και να διασχίζει τον ποταμό περπατώντας πάνω στα νερά σαν να ήταν σε στεριά. Αφού με μεγάλη συγκίνηση κοινώνησε των Άχράντων Μυστηρίων, ζήτησε από τον Γέροντα να έρθει πάλι στο σημείο που είχαν συναντηθεί την προηγούμενη χρονιά, μετά από ένα χρόνο. Από τα τρόφιμα που της είχε φέρει ο Γέροντας κράτησε μόνον τρία σπυριά φακή, έκανε το σημείο του σταυρού, πέρασε τον Ιορδάνη περπατώντας στα κύματα και χάθηκε στην έρημο. Ο Αββάς Ζωσιμάς επέστρεψε στη Μονή του, ενώ σκεπτόταν ότι ξέχασε να ρωτήσει το όνομα τη Αγίας. Τον επόμενο χρόνο βγήκε πάλι ο Γέροντας στην έρημο αναζητώντας τη μεγάλη ασκήτρια. Όταν την βρήκε εκείνη ήταν ήδη νεκρή με το σώμα της στραμμένο στην Ανατολή και τα χέρια σταυρωμένα. Διάβασε προσεκτικά τις λέξεις που ήταν χαραγμένες στη γη κοντά της.. ''Αββά Ζωσιμά θάψε το σώμα της ταπεινής Μαρίας, εδώ όπου το βρήκες και παρακάλεσε το Θεό για μένα. Ετελειώθη το μήνα Απρίλιο τη νύχτα εκείνη κατά την οποία μετάλαβα.'' Ο Γέροντας σκεφτόταν πως να σκάψει τον τάφο της, αφού δεν είχε μαζί του κανένα εργαλείο, όταν εμφανίστηκε ένα λιοντάρι, το οποίο άρχισε να γλύφει, τα πόδια της νεκρής. Ο Αββάς στην αρχή φοβήθηκε, αλλά καθώς το είδε ήρεμο του είπε: "θηρίο ανήμερο, επειδή δεν έχω εργαλεία για ν' ανοίξω τον τάφο της οσίας σκάψε εσύ τη γη να θάψουμε το λείψανο, γιατί ο Θεός σ' έστειλε εδώ να με βοηθήσεις". Το λιοντάρι σα να είχε λογικό έσκαψε το λάκκο στα μέτρα που έπρεπε, έβαλε μετάνοια στο Γέροντα κι έφυγε. Ο Αββάς Ζωσιμάς έθαψε το σώμα της Οσίας Μαρίας και επέστρεψε συγκλονισμένος στη Μονή του.

Παρασκευή 3 Απριλίου 2009

Ο Ακάθιστος Ύμνος


Κατά την παρατήρησι του συναξαριστού ο ύμνος λέγεται «Ακάθιστος», γιατί τότε κατά την σωτηρία της Πόλεως και έκτοτε μέχρι σήμερα, όταν οι, οίκοι του ύμνου αυτού εψάλλοντο, «ορθοί πάντες» τους ήκουαν εις ένδειξιν ευχαριστίας προς την Θεοτόκο, ενώ στους οίκους των άλλων κοντακίων «εξ έθους» εκάθηντο.

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )