.

.

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

Τα πάθη της Ευρώπης και οι συνέπειές τους.


Ομιλεί ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Νικόλαος Λουδοβίκος, καθηγητής της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Σχολής Θεσσαλονίκης και του Ορθοδόξου Ινστιτούτου Πανεπιστημίου Cambridge. Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος, επισκοπώντας την πορεία της δυτικής Ευρώπης από την εποχή της Αναγέννησης μέχρι τις μέρες μας, προβαίνει σε αντίστιξη μεταξύ των φιλοσοφικών ζητουμένων, σε κάθε ιστορική φάση, και των πρακτικών αποκυημάτων τους. Αφηγείται την ιστορία του θεωρητικού λόγου, αυτής της ηπείρου, ως ιστορία της βούλησης Αυτοθέωσης του ανθρώπου και εντοπίζει εκεί ακριβώς την αιτία του σημερινού Μηδενισμού όλων των Κατανοήσεων – είτε με τη μορφή της κατάθλιψης εκδηλώνεται αυτός, είτε με τη μορφή του ναρκισσισμού, είτε με τη μορφή τηςκαταστροφικότητας. Επισημαίνει, τέλος, την ατραπό μιας (δυνητικής) ανάκτησης του νοήματος. Η εκπομπή μεταδόθηκε τον Μάιο του 2016, από τον τηλεοπτικό σταθμό 4Ε, μέσα στα πλαίσια της εκπομπής «Γράμματα Σπουδάματα», που παρουσιάζει ο Δημήτρης Νατσιός.

Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

Ο ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΜΕ ΤΟ ΙΣΛΑΜ


Εισήγηση του Δημητρίου Ι. Τσελεγγίδη, Καθηγητού Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στο Αντιαιρετικό Σεμινάριο της Ιεράς Μητροπόλεως Γλυφάδας, Ε.Β.Β. & Β., την 30ή Μαΐου 2016
Ο ΄Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι ένας εκ των σπουδαιοτέρων και μεγαλυτέρων Πατέρων όλης της Εκκλησίας, όλων των αιώνων. Είναι όμως και ο πλέον επίκαιρος, ως προς τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Εκκλησία ανά την οικουμένη. Το σημαντικότερο από αυτά τα προβλήματα, που συνιστά και την πρωτογενή αιτία όλων των άλλων, είναι ο ανθρωποκεντρισμός της εποχής μας, με την συνεπαγόμενη εκκοσμίκευση του φρονήματος μεγάλου μέρους των πιστών της Εκκλησίας. Συγκεκριμένα, τον ΙΔ΄ αιώνα επιχειρείτο, συστηματικά, από την προ πολλού εκκοσμικευμένη Χριστιανική Δύση, να επιβληθεί ο ανθρωποκεντρισμός και στην θεανθρωποκεντρική καθ᾽ ημάς Ανατολή. Ο ΄Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ως ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του Ορθοδόξου δόγματος και της αγιοπνευματικής εμπειρίας της Εκκλησίας, πρόβαλε τότε, λίαν επιτυχώς, την ησυχαστική εμπειρία ως ανυπέρβλητο πνευματικό «ανάχωμα» έναντι της αιρετικής Χριστιανικής Δύσεως, ανάγοντας την ησυχαστική εμπειρία σε φανέρωση βιουμένου δόγματος, του δόγματος για τον άκτιστο χαρακτήρα του θείου φωτός και της θείας Χάριτος.

Σήμερα έχω κληθεί να παρουσιάσω ενώπιόν σας τον ΄Αγιο Γρηγόριο ως ομολογητή της Ορθοδόξου πίστεως, μέσα από ένα Θεολογικό Διάλογο με το Ισλάμ, υπό καθεστώς αιχμαλωσίας και απειλής της ζωής του. Πρόκειται, όντως, για μία μαρτυρία πίστεως εν αγάπη.
Ως πηγαίο ερευνητικό υλικό θα χρησιμοποιήσω τις δύο Επιστολές της Αιχμαλωσίας του Προς την Εκκλησία της Θεσσαλονίκης και την Διάλεξή του με τους Χιόνες. Στο πηγαίο αυτό υλικό περιέχονται τρεις θεολογικές συζητήσεις του Παλαμά με τους Τούρκους.
Βλέποντας ο Παλαμάς, κατά την αιχμαλωσία του, να κατοικούν οι Χριστιανοί ανάμικτα με τους Τούρκους, απέδωσε αυτό στη θεία οικονομία. Με τον τρόπο αυτό, παρατηρεί, φανερώνονται τα έργα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και Θεού όλων και σ᾽ αυτούς (προφανώς δι᾽ ημών, ως αγωγών). Έτσι, οι Τούρκοι θα είναι αναπολόγητοι στη μέλλουσα Κρίση.
΄Αλλωστε, και την αιχμαλωσία του ίδιου και της συνοδείας του την απέδωσε σ᾽ αυτή την θεία οικονομία, κρίνοντας μάλιστα αυτό και από τα αποτελέσματά της. Ταυτόχρονα, θεώρησε την αιχμαλωσία τους αυτή και ως μικρή έκτιση, για τις πολλές αμαρτίες τους έναντι του Θεού.
Κατά συνέπεια, κατά την θεολογική συνείδηση του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, η αγαπητική πρόνοια του Θεού αποτελεί το «κλειδί» ερμηνείας τόσο της προσωπικής όσο και της κοινωνικής ζωής της ανθρωπότητας.
Αλλά και κατά τον ΄Αγιο Φιλόθεο Κόκκινο – Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, φίλο και ομόφρονα του Αγίου Γρηγορίου – ο σκοπός του Θεού ήταν να αποσταλεί δι᾽ αιχμαλωσίας στους Μουσουλμάνους ο μεγαλύτερος θεολόγος του ΙΔ΄ αιώνα, για να απαλλάξει πολλούς από τη νοητή αιχμαλωσία και δουλεία.
Παράλληλα, ο σκοπός του Θεού ήταν να αποσταλεί και προς τους κατεχομένους από τους κατακτητές υπόδουλους Χριστιανούς ως ευαγγελιστής και κήρυκας, ως μεσίτης και ως διαλλάκτης. Ο ΄Αγιος Γρηγόριος είχε συνείδηση της ιεραποστολής του στην Ασία για τον επανευαγγελισμό της.
Στην Λάμψακο, πρώτο σταθμό της αιχμαλωσίας του, ο Παλαμάς βρέθηκε σε πλήθος Χριστιανών – ανδρών, γυναικών και παιδιών – που επιθυμούσαν άλλοι να εξομολογηθούν και να βρουν την θεραπεία των ψυχικών νοσημάτων τους, άλλοι να ακούσουν απαντήσεις σχετικά με την πίστη, ενώ οι περισσότεροι ζητούσαν να πληροφορηθούν την αιτία της τόσο μεγάλης εγκαταλείψεως του γένους μας από τον Θεό.
Ο ΄Αγιος Γρηγόριος απαντά στο θεολογικό αυτό ερώτημα, με βάση την Βιβλική αλήθεια, ότι δηλαδή ο Θεός δεν εγκαταλείπει ποτέ τον άνθρωπο, σύμφωνα με τον λόγο Του: «οὐ μή σέ ἀνῶ, οὐ μή σέ ἐγκαταλείπω». Εκείνος που εγκαταλείπει τον Θεό είναι ο άνθρωπος, με την αμαρτία και την παράβαση του θελήματός Του. Τότε, ο Θεός, για την επαναφορά του αποστάτου ανθρώπου, ασκεί οικονομία και σωτήρια παιδαγωγία.
Σε σχετική Ομιλία του [Η΄, 9, 224], ο ΄Αγιος Γρηγόριος διευκρινίζει ότι «τά πονηρά πάθη καί τά δυσσεβῆ δόγματα δι᾽ ἀλλήλων εἰσάγεται, λαβόντα χῶραν ὑπό τῆς τοῦ Θεοῦ δικαίας ἐγκαταλείψεως». Με άλλα λόγια, η αλληλοεισαγωγή των πονηρών παθών και των δυσσεβών δογμάτων έχει ως προϋπόθεσή της την δικαία εγκατάλειψη του Θεού. Πότε όμως εμφανίζεται ο Θεός να εγκαταλείπει δικαίως τους ανθρώπους;
Κατά την θεολογική αποτίμηση του Παλαμά, επειδή οι Τούρκοι γνώρισαν τον θεάνθρωπο Χριστό και δεν τον πίστεψαν, δεν τον δόξασαν και δεν τον λάτρευσαν ως Θεόν (Ρωμ. 1,21) αλλά πίστεψαν σε έναν θνητό άνθρωπο, τον Μωάμεθ, ο Θεός τους παρέδωσε σε αδόκιμο νου (Ρωμ. 1,28), σε «πάθη ἀτιμίας» (Ρωμ. 1,26,27-32), ώστε να ζουν «αἰσχρῶς καί ἀπανθρώπως καί θεομισῶς» [7, 168]. Να ζουν με μαχαίρια και ασωτία, επιδιδόμενοι σε αιχμαλωσίες, φόνους, λεηλασίες, αρπαγές, ακολασίες, μοιχείες και ομοφυλοφιλίες. Και το χειρότερο είναι ότι θεωρούν πως ο Θεός τους επιδοκιμάζει [7, 168].
Στην θέση που υποστήριξε παραπάνω ο ΄Αγιος Γρηγόριος, ότι οι Τούρκοι γνώρισαν τον Χριστό, την θεμελιώνει σε όσα γράφει το Κοράνιο για τον Χριστό. Στο Κοράνιο λέγεται για τον Χριστό ότι είναι ο Λόγος του Θεού και Πνεύμα. Λέγεται ότι γεννήθηκε από Παρθένο και ότι έπραξε και δίδαξε θεϊκώς, ότι αναλήφθηκε στους ουρανούς, ότι παραμένει αθάνατος και ότι πρόκειται να έλθει για να κρίνει τους πάντες. Έτσι, ενώ γνώρισαν τον Χριστό, δεν τον πίστεψαν ως Χριστό, αλλά «άλλαξαν την αλήθεια με το ψεύδος» και πίστεψαν και ακολούθησαν έναν θνητό, τον Μωάμεθ, και όχι τον Θεάνθρωπο [7, 166-8].
Στην Επιστολή του Προς την Εκκλησία της Θεσσαλονίκης, ο Παλαμάς χαρακτηρίζει τους Τούρκους, ως «τῶν πάντων βαρβάρων βαρβαρικωτέρους» και το γένος τους ως «δυσσεβές και θεομισές και παμμίαρο» [7, 166-8]. Όσα καταθέτει ο ΄Αγιος τα γνωρίζει εμπειρικά, από την διαγωγή τους, όπως μας διαβεβαιώνει ο ίδιος.
Οι τρεις θεολογικές συζητήσεις του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά με τους Τούρκους είχαν επίκεντρο το πρόσωπο του Χριστού και του Μωάμεθ. Ο ΄Αγιος Γρηγόριος κινήθηκε θεολογικά σε τέσσερα επιμέρους θέματα: α) την Τριαδολογία, β) την Χριστολογία, γ) την Αγία Γραφή και δ) την Εικονολογία. Κεντρικός άξονας όλων των συζητήσεων ήταν η Σωτηριολογία.
Ο πρώτος Θεολογικός Διάλογος έγινε με τον νεαρό Ισμαήλ, εγγονό του ανώτατου άρχοντα των Τούρκων, του εμίρη Ορχάν. Ο δεύτερος Διάλογος έγινε με τους Χιόνες (εξισλαμισθέντες Χριστιανούς), με πρακτικογράφο του Διαλόγου τον Έλληνα ιατρό Ταρωνείτη. Ο τρίτος Διάλογος έγινε με ένα Μουσουλμάνο θρησκευτικό λειτουργό, τασιμάνη.
Ο ΄Αγιος Γρηγόριος – παρά την σαφώς δυσμενή θέση του, ως προς τις προϋποθέσεις του Θεολογικού Διαλόγου που διεξήγαγε – είχε τόση παρρησία, ώστε οι υπερασπιστές του Ισλάμ δεν μπόρεσαν να επικαλεστούν την αιχμαλωσία του ως κάποιο σημείο που φανέρωνε την αναλήθεια της πίστεώς του ως Χριστιανού [7, 166].
Στην ερώτηση του Ισμαήλ, αν οι Χριστιανοί δέχονται και αν αγαπούν τον προφήτη του Θεού, Μωάμεθ, η απάντηση του Παλαμά ήταν, κατηγορηματικά, αρνητική.
Όμως και στην ερώτηση αυτή ο ΄Αγιος συνέδεσε αμέσως την αγάπη και την εξήρτησε πρωτογενώς από την πίστη. «Όποιος δεν πιστεύει στους λόγους του διδασκάλου», είπε επιγραμματικά, «δεν μπορεί να αγαπά τον διδάσκαλο, ως διδάσκαλο» [7, 172-4].
Στο σημείο αυτό ακολούθησε ένας ενδιαφέρων διάλογος με εκατέρωθεν επιχειρήματα, που κατέληξε στην απόρριψη της πίστεως στα λεγόμενα του Μωάμεθ, εκ μέρους του Αγίου Γρηγορίου. Ας παρακολουθήσουμε τα επιχειρήματα των διαλεγομένων:
«Πώς εμείς δεχόμαστε τον Χριστό», είπε ο Ισμαήλ, «τον αγαπούμε, τον τιμούμε και υποστηρίζομε, ότι αυτός είναι Λόγος του Θεού και Πνοή, και έχομε την μητέρα του κοντά στο Θεό, ενώ εσείς δεν δέχεσθε τον προφήτη μας, ούτε τον αγαπάτε;».
Στο ερώτημα αυτό, ο Αρχιεπίσκοπος της Θεσσαλονίκης απάντησε θεολογικώτατα, συνδέοντας και πάλι την αποδοχή των λεγομένων του οποιουδήποτε με την πίστη στην απόλυτη αξιοπιστία των λόγων του Χριστού, απ᾽ όπου απορρέει και η αληθινή αγάπη προς αυτόν.
«Εκείνος που δεν πιστεύει στους λόγους του διδασκάλου», παρατήρησε, «δεν μπορεί να αγαπήσει τον διδάσκαλο. Γι᾿ αυτό και εμείς», σημείωσε εμφατικά, «δεν αγαπάμε τον Μωάμεθ». Και συνέχισε την τεκμηρίωση της θέσεώς του: «Ο Κύριος και Θεός μας Ιησούς Χριστός είπε ότι θα έρθει πάλι, για να κρίνει όλο τον κόσμο. Και μας παρήγγειλε να μη δεχθούμε κανένα άλλον, έως ότου έλθει πάλι εκείνος προς εμάς. Αλλά και σ᾽ εκείνους που δεν τον πίστεψαν, έλεγε: "Εγώ ήλθα στο όνομα του Πατέρα μου και δεν με δεχθήκατε· εάν έλθει όμως κάποιος άλλος στο δικό του όνομα, εκείνον θα τον δεχθείτε" (Ιω. 5,43). Γι᾿ αυτό και ο μιμητής του Χριστού (Παύλος) γράφει σ᾽ εμάς: "κἄν ἄγγελος εὐαγγελίσηται ὑμῖν παρ᾽ ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω"» (Γαλ. 1,8), [7, 220].
Ο Θεολογικός αυτός Διάλογος έγινε ενώπιον των Τούρκων αρχόντων, οι οποίοι και τον αξίωσαν να γίνει.
Οι πραγματικά διαλεγόμενοι με τον ΄Αγιο ήταν οι θεολόγοι των Τούρκων Χιόνες, οι οποίοι με την πρώτη ερώτησή τους κάνουν και τον αυτοπροσδιορισμό τους.
«Εμείς ακούσαμε», είπαν οι Χιόνες, «για Δέκα Λόγους, τους οποίους κατέβασε ο Μωυσής, γραμμένους σε λίθινες πλάκες, και ξέρουμε ότι οι Τούρκοι τους αποδέχονται. Έτσι, εμείς αφήσαμε όσα πιστεύαμε πρωτύτερα και ήρθαμε προς αυτούς και γίναμε κι εμείς Τούρκοι».
Στην μομφή των Μουσουλμάνων για Τριθεῒα και Πολυθεῒα των Χριστιανών, ο Παλαμάς αναφέρθηκε στο μυστήριο της ευσεβείας μας ως εξής: «Όπως το απαύγασμα του ήλιου γεννιέται απ᾽ αυτόν και η ακτίνα του ηλίου εκπορεύεται από αυτόν και κατεβαίνει έως εμάς και ποτέ δεν χωρίζεται από τον δίσκο ούτε το απαύγασμα ούτε η ακτίνα και, γι᾿ αυτό, όταν αυτά τα λέμε ήλιο, δεν λέμε άλλον ήλιο, αλλά τον ένα, έτσι (ακριβώς) λέγοντας Θεό και τον Λόγο του Θεού και το ΄Αγιο Πνεύμα δεν ονομάζομε άλλον Θεό, αλλά τον Ένα, τον θεωρούμενο ανάρχως και αϊδίως μαζί με τον άναρχο Λόγο και το άναρχο Πνεύμα». Και κατέληξε, συμπερασματικώς: «Έτσι μας δίδαξε ο ίδιος ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού» [7, 214].
Είναι ιδιαίτερα σημαντική η κατοχύρωση της Τριαδολογίας που κάνει ο Παλαμάς στην αυθεντία του Χριστού, τον οποίο αποδέχονται οι Μουσουλμάνοι, προκειμένου να τους εμφανίσει λογικά και θεολογικά ασυνεπείς. Με την ίδια στρατηγική επιχειρηματολογία περνά και στην Παλαιά Διαθήκη, την οποία επίσης αποδέχονται οι συνομιλητές του.
«Όχι μόνον ο Χριστός, αλλά και ο Μωυσής στον Δεκάλογο», συνεχίζει ο ΄Αγιος Γρηγόριος, «τον οποίο προβάλλετε εσείς οι Χιόνες, γι᾿ αυτό τον λόγο είπε: "Κύριος ὁ Θεός Κύριος εἷς ἐστίν" (Δευτ. 6,4), λέγοντας τρεις φορές τον ένα (διότι δύο φορές είπε [την λέξη] Κύριος και μία φορά το Θεός), για να δείξει [ότι] τα τρία είναι ένα και το ένα τρία. Αλλά και από την αρχή, θέλοντας να δείξει ο Μωυσής ότι ο Θεός έχει και Λόγο και Πνεύμα, και μέσα σ᾽ αυτά και μαζί με αυτά είναι ένας Θεός, δημιουργός όλων των κτιστών, λέγει: "είπε ο Θεός ας γίνει φως και έγινε φως" (Γεν. 1,3) – είπε: "ας βλαστήσει η γη και βλάστησε" (Γεν. 1,12). Και για να μην τα διηγούμαι ένα ένα, όπως λέει ο Δαβίδ: "τα πάντα είπε και έγιναν" (Ψαλμ. 32,9· 148,5). Αυτό, λοιπόν, το "είπε ο Θεός και έγιναν", δείχνει ότι ο Θεός έχει Λόγο – διότι δεν μπορεί να πει κάποιος δίχως λόγο – και ότι δι᾽ αυτού έγιναν όλα τα κτιστά. Κατά συνέπεια, αυτός ο Λόγος του Θεού υπήρχε πριν από όλα τα κτίσματα και είναι άκτιστος. Αφού όμως είναι άκτιστος ο Λόγος του Θεού, πώς δεν είναι Θεός; Διότι μόνον ο Θεός είναι άκτιστος» [7, 214].
«Αυτός ο Θεός», παρατηρεί ο Παλαμάς, «δεν είναι άλογος…, δεν είναι άσοφος. Κατά συνέπεια, ο Λόγος του Θεού είναι και Σοφία του Θεού. Διότι η Σοφία είναι με Λόγο, και χωρίς Λόγο δεν υπάρχει Σοφία. Αν θεωρήσουμε, λοιπόν, ότι υπήρχε κάποτε κατάσταση κατά την οποία δεν υπήρχε ο Λόγος ή η Σοφία του Θεού, τότε θα πρέπει να δεχθούμε ότι υπήρχε κατάσταση κατά την οποία ο Θεός ήταν άλογος και άσοφος, πράγμα που είναι ασεβές και αδύνατο. Επομένως, και ο Λόγος του Θεού είναι άναρχος και η Σοφία του Θεού δεν χωρίζεται ποτέ από Αυτόν» [7, 212].
Στην συνέχεια περνά ο Παλαμάς με θεολογικά αριστοτεχνικό τρόπο, μέσω της θεολογικής ανθρωπολογίας, στην Πνευματολογία του, παραπέμποντας στην Παλαιά Διαθήκη και ιδιαίτερα στον αποδεκτό από τους συνομιλητές του Μωυσή.
Έτσι, εύστοχα σημειώνει τα εξής: «Και για τον άνθρωπο διδάσκοντάς μας ο Μωυσής λέγει: "ἐνέπνευσε (ἐνεφύσησε) ὁ Θεός εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ πνοήν ζωῆς καί ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχήν ζῶσαν" (Γεν. 2,27). Με το να πει "ἐνέπνευσε ὁ Θεός καί ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος", έδειξε ότι ο Θεός έχει και Πνεύμα και ότι το Πνεύμα αυτό είναι δημιουργό. Και δημιουργός των ψυχών είναι μόνον ο Θεός. Γι᾿ αυτό και ο Ιώβ λέγει: "Πνεῦμα Κυρίου τό ποιήσαν με" (Ιώβ 33,4).
Πραγματευόμενος την Τριαδολογία του ο Παλαμάς δίνει έμφαση και στην Πνευματολογία του, αξιοποιώντας κατά το δυνατόν το Κοράνιο εις βάρος των συνομιλητών του. «Αλλά ούτε Λόγος βρίσκεται χωρίς Πνεύμα», παρατηρεί, «πράγμα που ομολογείτε και εσείς οι Τούρκοι. Γιατί, λέγοντας (εσείς), ότι ο Χριστός είναι Λόγος του Θεού, λέτε ότι είναι και Πνεύμα Θεού, αφού ποτέ δεν χωρίζεται από το ΄Αγιο Πνεύμα. Επομένως, ο Θεός έχει και Λόγο και Πνεύμα, τα οποία υπάρχουν και παραμένουν μαζί του ανάρχως και αχωρίστως. Διότι ο Θεός δεν ήταν ποτέ, ούτε θα είναι άπνους και άλογος» [7, 212-213].
Η παραπάνω θεολογική επιχειρηματολογία του Παλαμά, άριστα θεμελιωμένη στην αποδεκτή από τους συνομιλητές του Αποκάλυψη του Θεού στην Αγία Γραφή, έγινε πλήρως αποδεκτή. Όπως σημειώνεται στα Πρακτικά του Θεολογικού αυτού Διαλόγου, που συνέγραψε ο γιατρός Ταρωνείτης, «τότε, όλοι μαζί και οι παριστάμενοι είπαν (στον Αρχιεπίσκοπο της Θεσσαλονίκης): Αυτά, που λέγεις, είναι αληθινά και δεν μπορεί να είναι διαφορετικά. Και ο ΄Αγιος, απευθυνόμενος προς αυτούς, (πρόσθεσε): Επομένως, ο Θεός είναι τρία και τα τρία αυτά είναι ένας Θεός και Δημιουργός.
Εκείνοι, πάλι, είτε κινούμενοι από θεία δύναμη, είτε μη μπορώντας να προβάλλουν αντίρρηση, συμφώνησαν λέγοντας: Έτσι φάνηκε, έτσι είναι η αλήθεια και έτσι πιστεύουμε και εμείς» [7, 216].
Από τα παραπάνω είναι προφανές ότι ο Θεός έδωσε λόγο και σοφία Θεού στον θεοφόρο ΄Αγιο, γι᾿ αυτό και κανείς δεν μπόρεσε να του αντισταθεί.
Η συνέχεια του Διαλόγου οδήγησε στην Χριστολογία. Ο Ισμαήλ, θέλοντας να περιπαίξει και να διασύρει ως απρεπή την πίστη μας, είπε: «Εσείς (ως Χριστιανοί) λέτε ότι ο Θεός έχει γυναίκα, διότι ισχυρίζεσθε ότι ο Θεός γέννησε υιό».
Ο ΄Αγιος Γρηγόριος απάντησε στην πρόκληση για τον διπλό χαρακτήρα της Γεννήσεως του άσαρκου και ένσαρκου Υιού του Θεού, πράγμα που άφησε άφωνο τον Ισμαήλ. «Οι Τούρκοι λέγουν», παρατήρησε ο Παλαμάς, «ότι ο Χριστός είναι ο Λόγος του Θεού και ότι γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία, την οποία εμείς δοξάζουμε ως Θεοτόκο. Αν, λοιπόν, η Μαρία, η οποία γέννησε τον Χριστό κατά σάρκα, δεν είχε άνδρα, ούτε χρειαζότανε άνδρα, επειδή γέννησε τον Λόγο του Θεού, πολύ περισσότερο ο Θεός, γεννώντας τον Λόγο του ασώματο, ασωμάτως και θεοπρεπώς, δεν είχε γυναίκα, ούτε είχε ανάγκη γυναικός, όπως εσείς εσφαλμένα νομίζετε» [7, 174].
Εκείνο το οποίο εντυπωσιάζει στην θεολογική επιχειρηματολογία του Αγίου Γρηγορίου είναι ότι συνθέτει την επιχειρηματολογία του πάντοτε σε σχέση με τον τρόπο που τίθεται η αμφισβήτηση της πίστεως, αλλά και ως γνώστης της θεολογίας των αντιπάλων του την χειρίζεται άριστα, φέρνοντας σε λογικά αδιέξοδα τους συνομιλητές του, οι οποίοι άλλοτε έμμεσα και άλλοτε άμεσα αναγνωρίζουν την αδυναμία και την θεολογική ήττα τους.
Την Χριστολογική διδασκαλία του Ισλάμ, όπως και την διδασκαλία για τον Μωάμεθ και το Κοράνιο, ως βιβλίο της Αποκαλύψεως του Θεού, ο ΄Αγιος Γρηγόριος τα ανατρέπει σε έναν άλλο Θεολογικό Διάλογο, που είχε με έναν θρησκευτικό λειτουργό των Τούρκων, με αφορμή την κηδεία ενός Μουσουλμάνου.
Επωφελούμενος ο Παλαμάς την εκ μέρους του τασιμάνη – θρησκευτικού λειτουργού των Τούρκων – αποδοχή του Χριστού, ως Κριτού ζώντων και νεκρών που θα αναστηθούν κατά την μέλλουσα Παρουσία του, έκανε αναφορά στον Αβραάμ, ως τον προπάτορα του Χριστού. Και τούτο, για να αποδείξει στον τασιμάνη την θεότητα του Χριστού, που εκείνος αμφισβητούσε.
«Ο Αβραάμ», είπε ο Παλαμάς, «διαβεβαιώνει στην Παλαιά Διαθήκη ότι ο Θεός είναι Εκείνος που θα κρίνει όλον τον κόσμο (ὁ κρίνων πᾶσαν τήν Γῆν· Γεν. 18,25). Επομένως, ο Χριστός, τον οποίο δέχεσθε ως Κριτή, δεν είναι διαφορετικός από τον Πατέρα κατά την θεότητα, όπως ούτε το ηλιακό απαύγασμα είναι διαφορετικό από τον ήλιο, κατά το φως» [7, 182].
Μη μπορώντας να αμφισβητήσει την επιχειρηματολογία του Παλαμά, ο τασιμάνης έστρεψε τον λόγο γύρω από τη αποδοχή του Μωάμεθ ως προφήτου και του Κορανίου ως βιβλίου της Αποκαλύψεως. Συγκεκριμένα, ο τασιμάνης υποστήριξε ότι οι Τούρκοι δέχονται όλους τους Προφήτες και τον Χριστό και το Ευαγγέλιο του Χριστού, ως βιβλίο που έχει την προέλευσή του άνωθεν. «Εσείς όμως», είπε, «πώς δεν δέχεσθε τον προφήτη μας, ούτε πιστεύετε στο βιβλίο του, που και αυτό κατέβηκε από τον ουρανό;».
Ο Παλαμάς επικαλέστηκε τον νόμο των Μουσουλμάνων, σύμφωνα με τον οποίο τίποτε δεν γίνεται αποδεκτό ως αληθινό χωρίς μαρτυρίες. Και οι μαρτυρίες είναι διπλές: ή από τα ίδια τα πράγματα ή από αξιόπιστα πρόσωπα.
Με βάση αυτές τις προϋποθέσεις συνθέτει ο ΄Αγιος την επιχειρηματολογία του, λέγοντας τα εξής: «Ο Χριστός, μαζί με τα πολλά και μεγάλα θαύματα που έκανε, μαρτυρείται και από τον Μωυσή – ο οποίος σημειωτέον θεωρείται και από τους Μουσουλμάνους αξιόπιστος – αλλά μαρτυρείται και από άλλους προφήτες. Αλλά και ανά τους αιώνες αυτός λέγεται και από σας Λόγος του Θεού. Μόνος αυτός στους αιώνες γεννήθηκε από Παρθένο και μόνος αυτός αναλήφθηκε στον ουρανό, όπου διαμένει αθάνατος, και μόνος αυτός θα έρθει από εκεί πάλι, για να κρίνει ζώντες και νεκρούς, που θα αναστηθούν. Αναφέρω – λέγει ο ΄Αγιος – τόσα για τον Χριστό, όσα είναι αποδεκτά και από εσάς τους Τούρκους. Γι᾿ αυτό, εμείς πιστεύομε στον Χριστό και στο Ευαγγέλιό του. Τον Μωάμεθ όμως δεν τον βρίσκουμε να μαρτυρείται από τους προφήτες, αλλά αυτός δεν έκανε και κάτι θαυμαστό και αξιόλογο και οδηγητικό προς την πίστη. Αυτός είναι ο λόγος που εμείς δεν πιστεύουμε σ᾽ αυτόν, ούτε και στο βιβλίο που προέρχεται από αυτόν» [7, 184].
Ο τασιμάνης δυσανασχέτησε και είπε: «Ήταν γραμμένο (σχετικά) με τον Μωάμεθ στο Ευαγγέλιο, αλλά εσείς το απαλείψατε (Βλ. Κοράνιο 61, 6). Αλλά επιπλέον αυτός, ξεκινώντας από την άκρα Ανατολή του ηλίου, όπως βλέπεις, έφθασε νικητής έως τη Δύση του» [7, 184-6].
Η απάντηση του Αγίου στην προκλητική θέση του τασιμάνη έναντι του Ευαγγελίου υπήρξε επιστημονική και αφοπλιστική. «Στο δικό μας Ευαγγέλιο», είπε, «δεν αποκόπηκε ποτέ τίποτε από κανένα Χριστιανό ούτε τροποποιήθηκε αυτό καθόλου. Και τούτο, γιατί στην περίπτωση αυτήν υπάρχουν βαριές και φρικωδέστατες κατάρες. Και όποιος τολμήσει να αποκόψει ή να διασκευάσει κάτι, μάλλον αυτός αποκόπτεται από τον Χριστό (Αποκ. 22,19). Κατά συνέπεια, πώς θα μπορούσε να κάνει αυτό κάποιος Χριστιανός; Πώς, ακόμη, θα μπορούσε αυτός να παραμείνει Χριστιανός ή να είναι δεκτός από Χριστιανούς, αν έσβηνε τα θεοχάρακτα γράμματα, αυτά που ο ίδιος ο Χριστός ή ενέγραψε ή προείπε;
Επιπροσθέτως, είναι μάρτυρες οι πολλές και διάφορες διάλεκτοι στις οποίες ευθύς εξαρχής μεταφράστηκε το Ευαγγέλιο του Χριστού, αλλά και από την αρχή δεν γράφτηκε μόνο σε μία. Πώς λοιπόν θα μπορούσε να διαφύγει την προσοχή, αν κάτι είχε παραποιηθεί; Και πώς θα μπορούσε να διατηρηθεί η συμφωνία κατά το νόημα στα διάφορα έθνη, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα; Αλλά το Ευαγγέλιο του Χριστού υπάρχει και σε πολλούς ετεροδόξους, τους οποίους εμείς ονομάζουμε αιρετικούς, από τους οποίους μερικοί συμφωνούν με εσάς σε ορισμένα θέματα, όμως αυτοί δεν έχουν να επιδείξουν τίποτε τέτοιο στο Ευαγγέλιο του Χριστού. Αλλά και από αυτούς που αντιτάχτηκαν (σε μας) από την αρχή – και είναι πολλοί αυτοί – δεν παρουσιάζεται κάτι τέτοιο.
Μάλιστα, μπορεί να βρει κανείς στο Ευαγγέλιο φανερά και τα αντίθετα (δηλαδή μαρτυρίες αντίθετες προς την διδασκαλία του Μωάμεθ). Πώς λοιπόν θα επιβεβαίωνε το Ευαγγέλιο τους αντίθετους (λόγους σχετικά με την έλευση του Μωάμεθ); Εκτός από αυτά, στο Ευαγγέλιο δεν υπάρχει τίποτε που να μην έχει προλεχθεί και από τους θείους Προφήτες. Επομένως, αν ήταν γραμμένο στο Ευαγγέλιο κάτι καλό για τον Μωάμεθ, θα υπήρχε γραμμένο και στους Προφήτες. Αντιθέτως, θα βρεις στο Ευαγγέλιο γραμμένο και μη απαλειμμένο ότι θα έρθουν πολλοί ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήτες και θα παραπλανήσουν πολλούς (βλ. Μθ. 24, 5 11· 24 - Μκ. 13, 6, 22 Λκ. 21,8 Α΄ Ιω. 4,1). Γι᾿ αυτό και παραγγέλλει (το Ευαγγέλιο) λέγοντας, "μη λοιπόν παραπλανηθείτε και τους ακολουθήσετε" (Μθ. 24,4· Μκ. 13,5· Λκ. 21,8) [7, 186].
Στη συνέχεια, ο ΄Αγιος Γρηγόριος τεκμηριώνει την θέση του και με άλλες αναφορές στην Καινή Διαθήκη, με τις οποίες πιστοποιείται όχι μόνο γιατί δεν δεχόμαστε τον Μωάμεθ, αλλά και γιατί δεν δεχόμαστε γενικότερα άλλη πίστη. Κάτι τέτοιο μας είναι απολύτως απηγορευμένο από την Αγία Γραφή.
Ως προς τον ισχυρισμό του τασιμάνη για τις επιτυχίες του Μωάμεθ, ο ΄Αγιος Γρηγόριος τις χαρακτήρισε καθαρά κοσμικές και όχι κατά Θεόν.
«Έφθασε, βέβαια, ο Μωάμεθ, ξεκινώντας από την Ανατολή, νικητής έως τη Δύση του ηλίου», παραδέχθηκε ο Παλαμάς και συνέχισε αξιολογώντας, «αλλ᾽ αυτό το πέτυχε με πόλεμο και μαχαίρι, με λεηλασίες, αιχμαλωσίες και ανθρωποκτονίες. Τίποτε όμως από αυτά δεν προέρχεται από τον αγαθό Θεό, αλλά είναι μάλλον θέλημα του εξαρχής ανθρωποκτόνου (Ιω. 8,44). Γιατί και ο Αλέξανδρος, ξεκινώντας από τη Δύση, δεν υπέταξε όλη την Ανατολή;
Αλλά και πολλοί άλλοι – πολλές φορές – με τις εκστρατείες τους επικράτησαν σε όλη την Οικουμένη. Κανένα όμως γένος δεν εμπιστεύτηκε τις ψυχές του σε κάποιον από αυτούς, όπως εσείς στον Μωάμεθ.
Αν και αυτός, παρόλο που χρησιμοποιούσε βία και υποσχόταν την επίδοση στις ηδονές, δεν κατέκτησε ολοκληρωμένο κανένα μέρος της Οικουμένης. Η διδασκαλία όμως του Χριστού, μολονότι αποτρέπει από όλες σχεδόν τις ηδονές του βίου, κατέλαβε όλα τα πέρατα της γης και επικρατεί και ανάμεσα σ᾽ αυτούς που την πολεμούν. Και τούτο, χωρίς να επιβάλλει καμία βία, αλλά μάλλον νικώντας τη βία, που προέρχεται από αλλού, με αποτέλεσμα αυτή η νίκη να είναι εκείνη που νίκησε τον κόσμο (Α΄ Ιω. 5,4) [7, 188-90].
Σ᾽ αυτό το σημείο ο ΄Αγιος Γρηγόριος – μιλώντας με πολλή παρρησία – προκάλεσε την οργή των Τούρκων. Γι᾿ αυτό και οι παριστάμενοι Χριστιανοί του υπέδειξαν με νοήματα να μετριάσει το λόγο του. Τότε ο Παλαμάς – στρέφοντας τον λόγο προς κάτι ευχάριστο – είπε χαμογελώντας προς αυτούς: «Βέβαια, αν συμφωνούσαμε στα λόγια, θα ανήκαμε σε ένα δόγμα».
Ένας Τούρκος τότε είπε: «Θα έρθει κάποτε ο καιρός, που θα συμφωνήσουμε μεταξύ μας». Στο σημείο αυτό ο Παλαμάς φάνηκε εξωτερικά να συμφωνεί, εσωτερικά όμως έδωσε πολύ διαφορετική ερμηνεία στα λεγόμενά του.
Επ᾽ αυτού, γράφει χαρακτηριστικά στην Επιστολή προς την Εκκλησία του: «Και εγώ συμφώνησα και ευχήθηκα να έρθει το ταχύτερο εκείνος ο καιρός». Και αμέσως εξηγεί: «Αλλά, γιατί το είπα αυτό προς αυτούς που τώρα ζουν ετεροδόξως ή προς τους τότε (όταν δηλ. θα συμφωνήσουμε) ζώντες; Συμφώνησα, διότι θυμήθηκα τα λόγια των Αποστόλων, ότι "στο όνομα του Ιησού Χριστού θα καμφθεί κάθε γόνατο και κάθε γλώσσα θα διακηρύξει ότι Κύριος είναι ο Ιησούς Χριστός, προς δόξαν Θεού Πατρός" (Φιλιπ. 2,10-11. Πρβλ. Ρωμ. 14,11). Και αυτό θα συμβεί οπωσδήποτε κατά την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού [7, 190].
Στον Θεολογικό Διάλογο με τους Μουσουλμάνους συζητήθηκε και το θέμα των αγίων εικόνων.
Ρώτησαν λοιπόν ευθέως τον ΄Αγιο: «Πώς εσείς κατασκευάζετε στις Εκκλησίες σας πολλά ομοιώματα και τα προσκυνείτε, αν και έγραψε ο Θεός και είπε στον Μωυσή "οὐ ποιήσεις πᾶν ὁμοίωμα, ὃσα ἐν τῷ οὐρανῷ και ὅσα ἐν τῇ γῇ και ἐν τῇ θαλάσσῃ";» (Έξ. 20, 4. Δευτ. 5,8).
Τότε ο Παλαμάς, ακολουθώντας τους εικονολόγους Πατέρες και ειδικότερα τον ΄Αγιο Ιωάννη Δαμασκηνό, είπε: «Προσκυνούν και οι φίλοι ο ένας τον άλλο, αλλά δεν θεοποιούνται με αυτό. Ότι δε αληθινά έτσι διδάχθηκε ο Μωυσής από τον Θεό και δίδαξε τον τότε λαό, είναι φανερό σ᾽ όλους. Αλλά ο ίδιος ο Μωυσής πάλι τότε δεν άφησε κανένα σχεδόν ομοίωμα, το οποίο δεν κατασκεύασε. Το εσωτερικό του καταπετάσματος το κατασκεύασε σε ομοίωμα και τύπο των επουρανίων (και επειδή τα Χερουβίμ βρίσκονται στα επουράνια, έκανε εικόνες τους που τις έστησε εκεί μέσα στα άδυτα του Ναού), ενώ το εξωτερικό του Ναού το κατασκεύασε σε τύπο των επιγείων.
Αν, λοιπόν, ρωτούσε τότε κάποιος τον Μωυσή, πώς, ενώ ο Θεός απαγόρευσε τις εικόνες και τα ομοιώματα των άνω και κάτω, εσύ πάλι τα έκανες έτσι, θα έλεγε εκείνος οπωσδήποτε ότι απαγορεύτηκαν οι εικόνες και τα ομοιώματα για να μη τα λατρεύει κανείς ως Θεούς (βλ. Έξ. 20,5·23,-24·Δευτ. 4,19· 5,9). Το να ανάγεται όμως κανείς με αυτά τα ομοιώματα προς τον Θεό, είναι καλό. Επαινούσαν και οι Έλληνες τα κτίσματα, αλλά ως θεούς. Τα επαινούμε και εμείς, αλλά αναγόμαστε μέσω αυτών στη δόξα του Θεού».
Τότε είπαν οι Τούρκοι: «Αλήθεια, τα κατασκεύασε (αυτά) τότε ο Μωυσής;». Και πολλοί τους διαβεβαίωσαν από τους παρευρισκομένους: «Ναι, όλα αυτά τα κατασκεύασε» [7, 224].
Σε ανάλογο ερώτημα του Ισμαήλ κατά τον πρώτο Θεολογικό Διάλογο, που αναφερόταν στην τιμή και προσκύνηση του σταυρού, ο ΄Αγιος Γρηγόριος, μέσα στο παραπάνω πνεύμα, απάντησε διευκρινίζοντας ότι ο σταυρός του Χριστού είναι τρόπαιο και σημαία, γιατί δι᾽ αυτού νίκησε ο Χριστός τον διάβολο, την αμαρτία και τον θάνατο [7, 174].
Με την ολοκλήρωση του Θεολογικού Διαλόγου με τους Χιόνες, που τελείωσε με την εικονολογική διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου, οι Τούρκοι άρχοντες σηκώθηκαν και αποχαιρέτησαν με ευλάβεια τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης και έφυγαν.
Ένας όμως από τους Χιόνες έμεινε πίσω και ύβρισε με αισχρότητα τον μεγάλο αρχιερέα και ορμώντας εναντίον του τον χτύπησε στο πρόσωπο. Τότε, οι άλλοι Τούρκοι τον κράτησαν, τον κατηγόρησαν επίμονα και τον οδήγησαν στον ηγέτη των Τούρκων, αμηρά.
Ο πρακτικογράφος του Θεολογικού Διαλόγου με τους Τούρκους, ιατρός Ταρωνείτης, κατακλείει τα γραφόμενά του, ως εξής: «Αυτά, που γράψαμε, ήμασταν αυτήκοοι και γράψαμε όσα είδαμε και ακούσαμε με την αίσθηση ότι μας βλέπει ο Θεός» [7, 224].
………………………………………………………………………………………..
(Πηγή: Αντιαιρετικό σεμινάριο της Ιεράς Μητροπόλεως Γλυφάδας Ε.Β.Β. & Β., πού ἔγινε τήν Δευτέρα 30-5-2016)
aktines

Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος: Λίγο πρίν την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο


Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου 
Πλησιάζει ὁ χρόνος πού θά συνέλθη στήν Κρήτη ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν γιά νά συζητήση πάνω στά ἕξι κείµενα πού ἔχουν προετοιµασθῆ στίς Προσυνοδικές Συνδιασκέψεις, καθώς ἐπίσης νά δώση ἕνα µήνυµα ἑνότητας µεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. 
Αὐτόν τόν καιρό ἔχουν γραφῆ πολλά κείµενα ἀπό εἰδικούς καί µή, ἀπό ἁρµοδίους καί µή, πάνω στό µεγάλο αὐτό γεγονός. ∆υστυχῶς, ὅπως ἔχω σηµειώσει καί σέ ἄλλο κείµενό µου, σέ µερικές ἐκδηλώσεις βλέπουµε ὅτι ἀναµειγνύεται ἡ θεολογία µέ τήν πολιτική, ἤ µᾶλλον καλύτερα, διάφοροι ἐκκλησιαστικοί παράγοντες ἐµπλέκονται ἐν γνώσει ἤ ἐν ἀγνοίᾳ τους στίς ἐπιδιώξεις τῶν πολιτικῶν, καθώς ἐπίσης καί οἱ πολιτικοί χρησιµοποιοῦν διαφόρους ἐκκλησιαστικούς παράγοντες, προκειµένου νά περάσουν τά σχέδιά τους µέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία. 
Βέβαια, ἡ Σύνοδος τοῦ 1872 στήν Κωνσταντινούπολη κατεδίκασε τόν ἐθνοφυλετισµό ὡς αἵρεση, ἀλλά δυστυχῶς ὁ ἐθνοφυλετισµός χρησιµοποιεῖ ὡς ὄχηµα τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία µέ ποικίλα ἀποτέλεσµατα. Στίς ἡµέρες µας τό µεγαλύτερο µέρος τῆς συζητήσεως γίνεται γιά τό κατά πόσον θά συµµετάσχουν στήν Σύνοδο ὅλες οἱ δεκατέσσερεις Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, τί συνέπειες θά προκληθοῦν ἀπό τήν ἀπουσία µερικῶν Ἐκκλησιῶν καί ὄχι τόσο γιά τό περιεχόµενο τῶν κειµένων καί τῶν διορθώσεων πού πρέπει νά γίνουν. 

Μέ ἀπόφαση τῆς ∆ιαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου καί τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος θά εἶµαι µέλος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης αὐτῆς Συνόδου καί µέ διακατέχει ὑψηλό αἴσθηµα εὐθύνης ἔναντι τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως καί τῆς ἰδίας τῆς ἱστορίας. Μέ ἀπασχολεῖ σοβαρῶς τό θέµα τῶν ἀποφάσεων πού θά λάβη ἡ Σύνοδος αὐτή καί κυρίως καί πρό παντός γιά τά ὅσα θά ἐπακολουθήσουν.  
Αὐτό λέγεται ἀπό τήν ἄποψη ὅτι οἱ Σύνοδοι τελικά ἐνεκρίθησαν ἀπό τήν θεολογική συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως ὁ σωµατικός ὀργανισµός τοῦ ἀνθρώπου κρατᾶ τά στοιχεῖα τῶν τροφῶν πού χρειάζεται καί ἀποβάλλει τά µή χρειαζούµενα στοιχεῖα, τό ἴδιο γίνεται καί µέ τόν Θεανθρώπινο ὀργανισµό τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία µέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἐπικυρώνει τήν ἀλήθεια ἑνός γεγονότος ἤ τήν ἀπορρίπτει. 
Ὡς µέλος τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου θά ἤθελα νά ἐκφράσω ἕναν λόγο, πρίν τήν ἔναρξη τῆς Συνόδου. ∆έν θά ἀναφερθῶ ἐδῶ γιά τούς λόγους πού µέ ὁδήγησαν στό νά ἀποδεχθῶ αὐτήν τήν πρόταση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νά συµµετάσχω στήν Σύνοδο, πράγµα πού θά τό κάνω ἀργότερα, ἀλλά θά διατυπώσω µερικές σκέψεις µου. 
1. Ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς Συνόδου 
Μέ λύπη παρακολουθῶ µερικές ἀπό τίς ἀπόψεις πού διατυπώνονται ὅτι, δηλαδή, ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος εἶναι ἡ µοναδική Σύνοδος πού γίνεται κατά τήν διαρρεύσασα δεύτερη χιλιετία τοῦ Χριστιανισµοῦ. Ἄλλοι ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι ἡ πρώτη Μεγάλη Σύνοδος µετά τό «Σχίσµα» πού ἔγινε τό 1054, ἐνῶ ἡ ἀκοινωνησία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Παλαιᾶς Ρώµης ἔγινε τό 1009 µέ τήν εἰσαγωγή τοῦ Filioque, ἄλλοι λένε ὅτι θά συνέλθη ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος µετά ἀπό 1200 ἤ 1300 χρόνια, δηλαδή ἀπό τό ἔτος 787 πού συνῆλθε ἡ Ζ΄ Οἰκουµενική Σύνοδος, καί ἄλλοι τολµοῦν νά ποῦν καί µάλιστα ἐπισήµως ὅτι θά εἶναι ἡ Η΄ Οἰκουµενική Σύνοδος! 
Ἡ βάση αὐτῆς τῆς νοοτροπίας εἶναι ὅτι δῆθεν ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπό τό ἔτος 787 µέχρι σήµερα παραµένει σέ πνευµατική ὕπνωση, σέ ἕνα πνευµατικό ἀλτσχάϊµερ, ὅτι ὅλο αὐτό τό διάστηµα ἦταν µιά «νεκρή», «ὑπνώτουσα», «µουσειακή» Ἐκκλησία. 
Μιά τέτοια ἀντίληψη ὄχι µόνον ἀποτελεῖ ὕβρη στούς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πού ἐµφανίσθηκαν καί δίδαξαν κατά τήν διάρκεια τῆς δεύτερης χιλιετίας, ἀλλά εἶναι καί ὑπονόµευση τῆς ἴδιας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι διαρκής Σύνοδος καί εἶναι τό ἀληθινό καί ζωντανό Σῶµα τοῦ Χριστοῦ. 
Οἱ Οἰκουµενικές Σύνοδοι κατά βάση ἀσχολήθηκαν µέ δογµατικούς ὅρους καί διοικητικούς καί ποιµαντικούς Κανόνες, ὅπως τό βλέπουµε στά Πρακτικά τους. Ἐνῶ ὅταν διαβάσουµε τά κείµενα πού βρίσκονται πρός ἐπεξεργασία καί τελική ἔγκριση ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, δέν µποροῦµε νά διακρίνουµε ποιοί εἶναι οἱ ὅροι καί ποιοί εἶναι οἱ Κανόνες. Ἐάν θεωρηθῆ ὅτι οἱ ἐπί µέρους παράγραφοι τοῦ κειµένου θεωροῦνται ὡς Κανόνες, τότε ἀπαιτεῖται διεξοδική συζήτηση γιά τό ἐάν αὐτοί οἱ «κανόνες» συντονίζονται στήν κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἤ ἀνατρέπουν τήν βάση καί τήν καρδιά τοῦ κανονικοῦ δικαίου τῆς Ἐκκλησίας. 
Τό πρόβληµα, ὅµως, εἶναι ὅτι ἐάν θεωρηθῆ, κακῶς κατά τήν γνώµη µου, ὅτι αὐτή ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος εἶναι συνέχεια τῆς Ζ΄ Οἰκουµενικῆς Συνόδου, τότε κακοποιεῖται σέ µεγάλο βαθµό ἡ ὀρθόδοξη ἀλήθεια. Γιατί στό διάστηµα αὐτό συνῆλθαν Μεγάλες καί Οἰκουµενικές Σύνοδοι καί ἄλλες λαµπρές Σύνοδοι τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς, δηλαδή ὅλης τῆς τότε Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες ἐπελήφθησαν σοβαρῶν θεµάτων καί ἀντιµετώπισαν µεγάλα θεολογικά καί ἐκκλησιαστικά ζητήµατα. 
∆ιάβασα ὅτι µερικοί γιά νά ὑποστηρίξουν τίς ἀπόψεις πού παρουσιάζονται στά κείµενα πού τίθενται πρός τελική ψήφιση ἀπό τούς Προκαθηµένους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, χρησιµοποίησαν ἀπόψεις τοῦ ἀειµνήστου δογµατικοῦ θεολόγου Ἰωάννη Καρµίρη. Καλό θά εἶναι νά µελετήση κανείς τούς δύο τόµους τῶν βιβλίων «Τά δογµατικά καί συµβολικά µνηµεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας», γιά νά δῆ τόν παλµό καί τήν ζωντάνια τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας µέχρι τόν 19ο αἰώνα. Ἐκεῖ θά διαπιστώση ὅτι µέχρι τόν 19ο αἰώνα ὑπάρχει κατά βάση µιά ἑνιαία γλώσσα στά ἐκκλησιαστικά κείµενα καί ὅτι ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα ἄρχισε ἡ διαφοροποίηση. 
Θά ἤθελα νά µνηµονεύσω µερικές σηµαντικές Συνόδους µετά τήν Ζ΄ Οἰκουµενική Σύνοδο, οἱ ὁποῖες δυστυχῶς παραθεωροῦνται. 
Ἡ Σύνοδος τῶν ἐτῶν 879-80 ἐπί Μεγάλου Φωτίου εἶναι µιά µεγάλη Οἰκουµενική Σύνοδος, ἡ ὁποία συνεκλήθη ἀπό τόν Αὐτοκράτορα καί ἦταν παρόντες καί οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Ὀρθοδόξου τότε Πάπα καί ὅλοι ἀποδέχθηκαν τίς ἀποφάσεις της. Ἡ Σύνοδος αὐτή συζήτησε γιά τούς δύο τύπους ἐκκλησιολογίας, ἀνατολικῆς καί δυτικῆς, καί κυριάρχησε ἡ ἀνατολική ἐκκλησιολογία, ἐπίσης ἀποφάνθηκε γιά τό πρωτεῖον τοῦ Πάπα καί τήν αἵρεση τοῦ Filioque. 
Οἱ Σύνοδοι τοῦ ἔτους 1341-1368, ἰδιαιτέρως ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους 1351, συνεκλήθη ἀπό τόν Αὐτοκράτορα µέ τήν παρουσία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ, ἡ ὁποία ἀπεφάνθη γιά τό ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστη, τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ πού ἔλαµψε στό Θαβώρ ἦταν ἄκτιστο καί κατεδίκασε τήν αἵρεση τοῦ Βαρλαάµ καί τοῦ Ἀκινδύνου ὅτι ταυτίζεται ἡ ἄκτιστη οὐσία µέ τήν ἄκτιστη ἐνέργεια, τό γνωστό actus purus, καί ὅτι δῆθεν ὁ Θεός ἐπικοινωνεῖ µέ τήν κτίση καί τόν ἄνθρωπο µέ κτιστές ἐνέργειες. Ἔτσι, στήν πραγµατικότητα ἡ Σύνοδος τοῦ 1351 κατεδίκασε τήν σχολαστική θεολογία, πού ἐν πολλοῖς ἰσχύει µέχρι σήµερα στόν «Ρωµαιοκαθολικισµό». 
Ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους 1484, στήν ὁποία συµµετεῖχαν οἱ Πατριάρχες: Κωνσταντινουπόλεως Συµεών, Ἀλεξανδρείας Γρηγόριος, Ἀντιοχείας ∆ωρόθεος καί Ἱεροσολύµων Ἰωακείµ, ἐχαρακτήρισε τόν ἑαυτό της ὡς Οἰκουµενική, ἀκύρωσε τήν ἑνωτική Σύνοδο τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας καί ἐξέδωσε Ἀκολουθία, τήν ὁποία συνέταξε ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Συµεών, γιά τούς ἐπιστρέφοντας στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «ἐκ τῶν λατινικῶν αἱρέσεων». Καί ναί µέν ἡ Σύνοδος αὐτή καθιέρωσε νά γίνεται ἡ ἐπιστροφή τῶν Λατίνων στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διά λιβέλλου καί Χρίσµατος, ἐπειδή ἐπικρατοῦσε τότε ὁ καθιερωµένος «τύπος τοῦ Βαπτίσµατος», ἀλλά σαφέστατα στήν Ἀκολουθία πού συνετάγη γιά τήν ἐπιστροφή τῶν Λατίνων στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γίνεται λόγος γιά τήν αἵρεση τῶν Λατίνων, γιά τά «αἴσχιστα καί ἀλλότρια δόγµατα τῶν Λατίνων», νά ἀποστρέφεται αὐτός πού ἐπέστρεψε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «τελείως καί τάς συνάξεις τῶν Λατίνων ἐν ταῖς αὐτῶν Ἐκκλησίαις» (προφανῶς ἐννοεῖ τούς Ναούς) καί νά ἀναθεµατίση ὅσους τόλµησαν νά προσθέσουν τό Filioque. 
Στήν Ἀκολουθία αὐτή γίνεται λόγος γιά Λατίνους καί γιά ἀλλότρια δόγµατα, µεταξύ τῶν ὁποίων εἶναι τό γνωστό Filioque, δηλαδή ἡ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος ἐκ τοῦ Πατρός καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ, καί ἡ αἵρεση τοῦ actus purus, ὅτι ταυτίζεται ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια µέ τήν ἄκτιστη οὐσία στόν Θεό καί, ἑποµένως, ὁ Θεός ἐπικοινωνεῖ µέ τόν κόσµο µέ κτιστές ἐνέργειες. 
Ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους 1590, πού χαρακτήρισε τόν ἑαυτό της «Οἰκουµενική Σύνοδο», καί ἡ συνέχειά της πού εἶναι ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους 1593, πού χαρακτηρίσθηκε ὡς «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» εἶναι σηµαντικές. Καί οἱ δύο Σύνοδοι εἶναι Σύνοδοι τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς, ἀποφάσισαν νά συναινέσουν στήν ἀνακήρυξη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μόσχας σέ Πατριαρχική ἀξία καί τιµή πού εἶχε δοθῆ ὑπό τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριάρχου τό 1589 µέ σχετικό Πατριαρχικό Χρυσόβουλο ἤ Τόµο. 
Ἡ Συνοδική ἀπόφαση τῶν τριῶν Πατριαρχῶν τοῦ ἔτους 1756 ἤτοι τοῦ Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου, τοῦ Ἀλεξανδρείας Ματθαίου καί τοῦ Ἱεροσολύµων Παρθενίου, ἀναφέρεται στόν ἀναβαπτισµό τῶν ∆υτικῶν πού προσέρχονται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. 
Καί ναί µέν ἡ ἀπόφαση αὐτή δέν ἐπικράτησε γιά πολύ χρονικό διάστηµα, διότι ἡ Ἐκκλησία στήν πράξη ἐπανῆλθε στήν ἀπ΄όφαση τῆς Συνόδου τοῦ 1484, ἀλλά ὅµως δέν καταργήθηκε ποτέ µέ ἄλλη Συνοδική ἀπόφαση. 
Εἶναι γνωστόν ὅτι τό θέµα «Ἡ Οἰκονοµία ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ» πού ἀναφερόταν στήν ἀποδοχή τῶν αἱρετικῶν καί σχισµατικῶν, ὑπῆρχε στήν θεµατολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ὅπως φαίνεται στήν Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή πού συνῆλθε τό 1971 στήν Γενεύη. Τελικά ὅµως ἐξέπεσε ἀπό τήν ἡµερήσια διάταξη τῆς Συνόδου καί δέν δόθηκε ἡ δυνατότητα νά ἀποφανθῆ ἐπισήµως ἐπί τοῦ θέµατος αὐτοῦ ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος. Τό ἐρώτηµα λοιπόν εἶναι: Γιατί δέν ἐτέθη τό θέµα αὐτό στήν θεµατολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου γιά νά συζητηθῆ µέ θεολογικά ἐπιχειρήµατα τό ἔγκυρο καί ὑποστατό ἤ µή ἔγκυρο καί µή ὑποστατό τοῦ Βαπτίσµατος τῶν αἱρετικῶν καί ἔρχεται τώρα νά ἀντιµετωπισθῆ µέ τρόπο ἔµµεσο; 
Ἡ Συνοδική ἀπόφαση τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς τοῦ ἔτους 1848, ἡ ὁποία ὑπογράφεται ἀπό τούς Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύµων µέ τίς Συνόδους τους, χαρακτηρίζει τόν «Παπισµόν» αἵρεση καί τόν παραβάλλει µέ τόν Ἀρειανισµό καί ἀναιρεῖ τίς βασικές λατινικές ἑτεροδιδασκαλίες, ὅπως τό Filioque, τό πρωτεῖον καί τό ἀλάθητον τοῦ Πάπα, καθώς ἐπίσης καί ἄλλες κακοδοξίες πού σχετίζονται µέ τό βάπτισµα καί τά µυστήρια. 
Ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους 1872 στήν Κωνσταντινούπολη, ἡ ὁποία κατεδίκασε τόν φυλετισµό στήν ἐκκλησιαστική ζωή «τοὐτέστι τάς φυλετικάς διακρίσεις καί τάς ἐθνικάς ἔρεις καί ζήλους καί διχοστασίας ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίᾳ». Ὁ φυλετισµός εἶναι «ξένος» πρός τήν παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἶναι «νεωτερική λύµη». Εἶναι σηµαντικό ὅτι στόν ἐπίλογο τοῦ συνοδικοῦ ὅρου ὑπάρχει µιά προσευχή στόν Κύριο ἡµῶν Ἰησοῦ Χριστό, γιά νά διατηρῆ τήν Ἐκκλησία «ἄµωµον καί ἀλώβητον ἀπό πάσης νεωτερικῆς λύµης, ἐρηρεισµένην ἐπί τῷ θεµελίῳ τῶν ἀποστόλων καί τῶν προφητῶν». 
Ἀνέφερα µερικές Συνόδους «Οἰκουµενικές», «Ἅγιες καί Μεγάλες» – ὑπάρχουν καί ἄλλες– ἀπό ὅσες ἔγιναν ἀπό τήν Ζ΄ Οἰκουµενική Σύνοδο µέχρι τόν 19ο αἰώνα καί ἔγιναν ἀποδεκτές ἀπό τήν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας. Μάλιστα οἱ ἀποφάσεις τῆς Μεγάλης Συνόδου τοῦ 1351 ἐπί ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ περιελήφθησαν στό «Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας», τό ὁποῖο διαβάζεται κατά τήν Α΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν καί εἰσήχθησαν στά τροπάρια τῆς λατρείας. Τό γεγονός αὐτό συνιστᾶ τήν µεγαλύτερη ἀπόδειξη ὅτι ἡ Σύνοδος τοῦ 1351 ἔγινε ἀποδεκτή ἀπό τήν συνείδηση καί τίς ἀποφάσεις τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Οἰκουµενική. 
Ἐδῶ πρέπει νά ἀναφερθοῦν καί οἱ πολύ σηµαντικές τρεῖς ἀπαντήσεις τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριάρχου Ἱερεµίου Β΄ (1576, 1578, 1581) πρός τούς Λουθηρανούς Θεολόγους τοῦ Πανεπιστηµίου τῆς Τυβίγγης. Πρόκειται γιά ἀξιόλογες ἀπαντήσεις πού ἔστειλε ὁ Πατριάρχης Ἱερεµίας συνεργαζόµενος µέ Ὀρθοδόξους Κληρικούς καί λαϊκούς, µεταξύ τῶν ὁποίων περιλαµβάνεται καί ὁ Ναυπάκτου καί Ἄρτης ∆αµασκηνός ὁ Στουδίτης, ὁ ὁποῖος συγκαταλέγεται µεταξύ τῶν ἁγίων. 
Στίς σπουδαῖες αὐτές ἀπαντητικές ἐπιστολές ἀφ' ἑνός µέν ἐκτίθεται ἡ ὀρθόδοξη πίστη, ἀφ' ἑτέρου δέ ἀναιροῦνται οἱ κακοδοξίες τῶν ∆ιαµαρτυροµένων. Στίς ἀπαντήσεις αὐτές διατυπώνεται ἡ Ὀρθόδοξη πίστη βάσει τῶν Πατέρων καί διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς νά γίνεται προσφυγή στήν διδασκαλία τῆς Σχολαστικῆς θεολογίας. Ἀντιµετωπίζονται πολλά θέµατα, ἐπί τῶν ὁποίων ἐπῆλθε διαφωνία µέ τούς Λουθηρανούς θεολόγους, ἤτοι γιά τήν Ἱερά Παράδοση, τήν Χριστολογία, τό Filioque, τό αὐτεξούσιο, τόν προορισµό, τήν δικαίωση, τόν ἀριθµό τῶν µυστηρίων καί τόν τρόπο τελέσεώς τους, τό ἀλάθητο τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Οἰκουµενικῶν Συνόδων, τήν λατρεία, τήν ἐπίκληση τῶν ἁγίων, τίς εἰκόνες καί τά λείψανά τους, τίς νηστεῖες καί διάφορες ἐκκλησιαστικές παραδόσεις. 
Οἱ ἀπαντητικές αὐτές ἐπιστολές θεωροῦνται σηµαντικά κείµενα, µνηµονεύονται στά Πρακτικά τῆς Τοπικῆς Συνόδου πού ἔγινε τό 1672 στά Ἱεροσόλυµα ἐπί ∆οσιθέου, καί κατατάχθηκαν µεταξύ τῶν συµβολικῶν βιβλίων τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας. 
Ὕστερα ἀπό ὅλα αὐτά διερωτῶµαι γιά τό πῶς εἶναι δυνατόν ὅλες αὐτές οἱ σηµαντικές Σύνοδοι νά τεθοῦν στό περιθώριο, πρός χάριν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου πού πρόκειται νά συνέλθη στήν Κρήτη; Πῶς εἶναι δυνατόν νά ἰσχυρίζωνται µερικοί ὅτι ἡ ἐπικείµενη Σύνοδος εἶναι ἡ µοναδική Σύνοδος τῆς δεύτερης χιλιετίας; Πῶς εἶναι δυνατόν καί ἐπιτρεπτόν νά «ποδοπατῆται» ὅλη ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιαστική Παράδοση 1.200 χρόνων; Ποιοί ἔδωσαν αὐτήν τήν γραµµή σέ δηµοσιογράφους νά κάνουν λόγο γιά τήν Σύνοδο τῆς χιλιετίας; Ἀπό ποῦ τό γνωρίζουν αὐτό µερικοί δηµοσιογράφοι, οἱ ὁποῖοι µάλιστα δέν ἀσχολοῦνται ἰδιαιτέρως µέ τό ἐκκλησιαστικό ρεπορτάζ; 
Τό ἐρώτηµα αὐτό εἶναι πολύ σηµαντικό. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο θεωρῶ ἀναγκαῖο τοὐλάχιστον στό Μήνυµα πού θά ἀποφασισθῆ νά ἐκδοθῆ ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, νά ἀναφερθοῦν αὐτές καί ἄλλες Σύνοδοι καί νά φανῆ ἡ συνεχής ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος στήν Ἐκκλησία. ∆έν µποροῦµε νά παίζουµε µέ τά ἐκκλησιαστικά καί δογµατικά ζητήµατα καί τήν ὅλη ἐκκλησιαστική παράδοση. 
Ἑποµένως, ὅταν λέγεται ὅτι ἡ ἐπικείµενη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος θά εἶναι ἡ Σύνοδος πού συνέρχεται µετά ἀπό 1200 χρόνια, εἶναι παραπλάνηση, καί στήν πραγµατικότητα παράκαµψη καί παραθεώρηση ὅλων αὐτῶν τῶν Μεγάλων Συνόδων, καί τελικά καταλήγει σέ «προδοσία» τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Πιθανόν ἐπιδιώκεται νά δηµιουργήση µιά νέα ἐκκλησιολογία. 
Ἄν δέν ὑπάρχη ἕνας τέτοιος σκοπός, θά πρέπει ὁπωσδήποτε στό Μήνυµα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου νά γίνη µνεία ὅλων τῶν Ἁγίων, Μεγάλων Συνόδων τῆς δεύτερης χιλιετίας. ∆ιαφορετικά θά ἐπιβεβαιωθῆ αὐτή ἡ ὑποψία. 
2. Ὁ ∆υτικός Χριστιανισµός 
Εἶναι γνωστόν σέ ὅσους παρακολουθοῦν τά ἐκκλησιαστικά πράγµατα καί διαβάζουν τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία, ὅτι τό 1009 ὁ Πάπας Σέργιος ∆΄ χρησιµοποίησε ἐπισήµως τό Σύµβολο τῆς Πίστεως µέ τήν προσθήκη ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦµα προέρχεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ (Filioque) καί γι' αὐτό ὁ Πατριάρχης Σέργιος Β΄ διέγραψε τόν Πάπα ἀπό τά δίπτυχα τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁπότε ὑπάρχει ἀκοινωνησία. Ἔτσι ἕνα µεγάλο τµῆµα τοῦ Χριστιανισµοῦ ἀποκόπηκε ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Ἀποστολική καί Καθολική Ἐκκλησία. 
Στήν συνέχεια, ἀρχές τοῦ 16ου αἰῶνος ἀπό τόν δυτικό αὐτό Χριστιανισµό πού ἀποκόπηκε ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποσχίσθηκαν καί ἀπεκόπησαν ἄλλες ὁµάδες Χριστιανικές, πού ὀνοµάσθηκαν Μεταρρυθµιστές, ∆ιαµαρτυρόµενοι, Προτεστάντες καί προσέλαβαν πολλά ὀνόµατα. Ἔτσι, οἱ αὐθαιρεσίες τοῦ Πάπα εἶχαν ὡς ἀποτέλεσµα νά ἀποσχισθῆ ὁ δυτικός Χριστιανισµός ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά καί νά διαιρεθοῦν καί µεταξύ τους. 
Αὐτό πού ὀνοµάζουµε δυτικό Χριστιανισµό εἶναι ἕνα ἀρρωστηµένο, αἱρετικό σύστηµα, ἀφοῦ ἀποσχίσθηκε ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση τῆς πρώτης χιλιετίας. Φυσικά, ὅταν κάνουµε λόγο γιά δυτικό Χριστιανισµό, δέν ἐννοοῦµε τούς ἁπλούς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν στόν Χριστό, προσεύχονται, µελετοῦν τήν Ἁγία Γραφή, ἀλλά τήν δογµατική διδασκαλία τῶν Χριστιανικῶν Κοινοτήτων καί Ὁµολογιῶν. Κατ' ἐπέκταση ὅταν κάνουµε λόγο γιά Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, δέν ἐννοοῦµε ὅλους τούς Ὀρθοδοξους Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ἐνῶ βαπτίσθηκαν µπορεῖ νά εἶναι ἄθεοι καί ἀδιάφοροι, ἀλλά τήν διδασκαλία, ὅπως καταγράφεται στίς ἀποφάσεις τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουµενικῶν Συνόδων. 
Ἔτσι, τό δογµατικό καί ὁµολογιακό σύστηµα τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισµοῦ εἶναι ἐν πολλοῖς ἀρρωστηµένο καί διέστρεψε ἀκόµη καί τόν κοινωνικό χῶρο τῆς ∆ύσεως. Οἱ µέν Λατίνοι-«Ρωµαιοκαθολικοί» ἔχουν ἀλλοιωθῆ µέ τόν σχολαστικισµό, οἱ δέ Προτεστάντες ἔχουν ἀλλοιωθῆ καί ἀπό µερικές ἀπόψεις τοῦ σχολαστικισµοῦ πού κληρονόµησαν, ἀλλά καί ἀπό τόν ἠθικισµό πού εἰσήγαγαν, ὅπως καί ἀπό τήν µελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς χωρίς τίς ἀπαραίτητες ἑρµηνεῖες τῶν Πατέρων, ὁπότε περιπίπτουν σέ διάφορες πλάνες. 
Ὁ σχολαστικισµός, πού ἀναπτύχθηκε στήν ∆ύση ἀπό τούς θεολόγους τῶν Φράγκων, κυρίως µεταξύ 11ου καί 13ου αἰῶνος, ἀνέµειξε τήν χριστιανική πίστη µέ τήν φιλοσοφία, –τό γνωστό analogia entis. Μερικοί σχολαστικοί θεολόγοι χρησιµοποίησαν τίς θεωρίες τοῦ Πλάτωνος καί τῶν Νεοπλατωνικῶν, ἄλλοι τίς θεωρίες τοῦ Ἀριστοτέλη καί ἄλλοι ἔκαναν ἀνάµειξη καί τῶν δύο. Τό σηµαντικό εἶναι ὅτι ἀνέπτυξαν τήν ἄποψη ὅτι ἡ σχολαστική θεολογία εἶναι ἀνώτερη ἀπό τήν Πατερική θεολογία καί τήν ὑπερέβη. 
Ὁ Προτεσταντικός ἠθικισµός ἀντέκρουσε τίς αὐθαιρεσίες τοῦ σχολαστικισµοῦ καί ἔφθασε σέ ἄλλο ἄκρο, ἔχοντας ὅµως µερικές σχολαστικές ἀπόψεις, ὅπως τόν ἀπόλυτο προορισµό καί τήν θεωρία τῆς ἱκανοποίησης τῆς θείας δικαιοσύνης µέ τήν σταυρική θυσία τοῦ Χριστοῦ καί µελετώντας τήν Ἁγία Γραφή µέ τό γωστό analogia fidei. 
Πάντως, καί οἱ δύο αὐτές δυτικές παραδόσεις ἐπηρεάσθηκαν ἀπό τό φεουδαλιστικό σύστηµα πού ἔφεραν οἱ Φράγκοι στήν Εὐρώπη, θεωρώντας ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἕνας «φεουδάρχης» πού προσβάλλεται µέ τήν ἁµαρτία τοῦ ἀνθρώπου, µέ συνέπεια νά τιµωρήση τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος γιά νά ἐπανέλθη χρειάζεται νά ἱκανοποιήση τόν Θεό! 
∆έν ἐπιθυµῶ νά κάνω ἀνάλυση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ἀλλά νά τονίσω ὅτι ὅλα τά µεταγενέστερα ἰδεολογικά ρεύµατα πού ἀναπτύχθηκαν στήν ∆ύση, ὅπως ὁ ἀνθρωπισµός, ἡ ἀναγέννηση, ὁ διαφωτισµός, ὁ ροµαντισµός, ὁ γερµανικός ἰδεαλισµός, ὁ ὑπαρξισµός, ὁ ψυχολογισµός κλπ. ἦταν µιά ἀντίδραση µέ διαφορετικούς λόγους, στόν δυτικό σχολαστικισµό, ὁ ὁποῖος στηριζόταν στήν παντοδυναµία τῆς λογικῆς καί στόν ἠθικισµό. 
Στήν δυτική θεολογία παρατηροῦµε πολλές θεολογικές διαστροφές, πού ἔχουν σχέση µέ τά ρεύµατα πού ἀναφέρθηκαν προηγουµένως. Νά θυµίσω µερικές τέτοιες ἀπό αὐτές. Ὁ Θεός διακρίνεται ἀπό ἰδιοτελῆ εὐδαιµονισµό· διευθύνει τόν κόσµο µέ κτιστά µέσα· εἶναι αἴτιος τοῦ θανάτου· προσβάλλεται ἀπό τήν ἁµαρτία τοῦ ἀνθρώπου· ἡ ἁµαρτία θεωρεῖται ὡς ἀνατροπή τῆς τάξης πού ὑπάρχει στήν δηµουργία· ὁ Θεός προόρισε ποιοί θά σωθοῦν καί ποιοί θά καταδικαστοῦν· ὁ Χριστός µέ τήν σταυρική θυσία ἱκανοποίησε τήν θεία δικαιοσύνη· ὁ Πάπας εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεοῦ στήν γῆ· αὐτός ἔχει τήν Ἱερωσύνη τήν ὁποία µεταδίδει στούς ἄλλους ἐπισκόπους καί ἔχει τό ἀλάθητο· οἱ µετανοοῦντες ὀφείλουν νά ἱκανοποιήσουν τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ· ἡ διδασκαλία περί παραδείσου καί κολάσεως εἶναι ὑλιστική κ.ἄ. 
Αὐτές οἱ ἀπόψεις στόν θεολογικό χῶρο λέγονται διαστροφές-αἱρέσεις, οἱ ὁποῖες ὅµως ἐπηρέασαν καί τόν κοινωνικό χῶρο. Ἄλλωστε, ὅλες οἱ θεολογικές ἀποκλίσεις ἔχουν καί κοινωνικές συνέπειες. Ἔτσι µπορεῖ νά ἑρµηνευθῆ τό Κράτος τοῦ Βατικανοῦ, καθώς ἐπίσης καί ἡ ταύτιση χριστιανικῆς καί κοσµικῆς ἐξουσίας σέ µερικούς Προτεστάντες. Τό καθεστώς πού ἐπέβαλε ὁ Καλβίνος στήν Γενεύη εἶναι µιά χαρακτηριστική περίπτωση αὐτῆς τῆς νοοτροπίας. 
Ὅλα ὅσα ἀναφέρθηκαν δέν εἶναι φονταµεναλισµός, συντηρητισµός, φανατισµός. Ἄς διαβάση κανείς πῶς οἱ κοινωνιολόγοι ἑρµηνεύουν τόν δυτικό ἄνθρωπο ὕστερα ἀπό τήν ἐπιρροή πού δέχθηκε ἀπό τόν σχολαστικισµό καί τόν ἠθικισµό. 
Μπορῶ νά συστήσω τήν µελέτη τῶν ἀπόψεων τοῦ διάσηµου Κοινωνιολόγου Max Weber ὅπως καταγράφεται στό βιβλίο του: «Ἡ Προτεσταντική ἠθική καί τό πνεῦµα τοῦ Καπιταλισµοῦ». Ἐκεῖ θά διαπιστώση κανείς πῶς ὁ Max Weber περιγράφει ἀνάγλυφα καί παραστατικά τήν ἀγωνία τοῦ δυτικοῦ Χριστιανοῦ νά µάθη ἄν εἶναι προορισµένος ἀπό τόν Θεό νά σωθῆ. Πρόκειται γιά τό ἀµείλικτο δίληµµα ἄν ὁ ἄνθρωπος εἶναι «ἐκλεκτός ἤ καταδικασµένος». Γιατί ἄν δέν εἶναι προορισµένος, τότε δέν χρειάζεται νά ἀγωνίζεται στήν ζωή του νά εἶναι καλός Χριστιανός. Καί τελικά θά µάθη πῶς ὁ δυτικός Χριστιανισµός ἀνέπτυξε τό πνεῦµα τοῦ καπιταλισµοῦ, µέ τόν ἀπόλυτο προορισµό, τόν εὐσεβιστικό ἀτοµισµό, τόν προτεσταντικό ἀσκητισµό, τόν ὠφελιµισµό τοῦ ἐπαγγέλµατος κλπ. 
Ἡ Ὀρθόδοξη διδασκαλία δέν περιέπεσε σέ τέτοιες διαστρεβλώσεις. ∆ιαφύλαξε τήν διδασκαλία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, ὄχι µόνον τῆς πρώτης χιλιετίας, ἀλλά καί τῆς δεύτερης χιλιετίας, ὅπως τῶν ἁγίων Συµεών τοῦ Νέου Θεολόγου, Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ, Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ καί ὅλων τῶν Φιλοκαλικῶν καί Νηπτικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Μέσα στήν θεολογία αὐτή ἀνδρώθηκαν οἱ τελευταῖοι ἅγιοί µας, ὅπως ὁ ἅγιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι, πού ἔφερε µιά ἀναγέννηση στήν Ρουµανία καί τήν Ρωσία, ὁ ἅγιος Νικόδηµος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ ἅγιος Κοσµᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, ὁ ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης καί πολλοί ἄλλοι. 
Ἑποµένως, τό νά γίνεται προσπάθεια νά τεθοῦν στό περιθώριο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς οἱ διδασκαλίες τῶν Πατέρων αὐτῶν, πού εἶναι διδασκαλίες τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά βρισκόµαστε «ὁµολογιακά» πλησίον τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισµοῦ µέ τά τόσα θεολογικά καί κοινωνικά προβλήµατα, εἶναι ἕνα µεγάλο πρόβληµα. Ἡ παραθεώρηση τῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας πού ἐκφράζεται µέσα ἀπό τούς ἁγίους αὐτούς, γιά νά βρεθοῦν µερικά κοινά σηµεῖα µέ τόν δυτικό Χριστιανισµό, εἶναι προδοσία τῆς πίστεως. ∆έν µπορῶ νά βρῶ ἄλλον εὐγενέστερο χαρακτηρισµό. 
Ἐπί πλέον, µέ τέτοιον ἀποστεωµένο Χριστιανισµό, ἀποκοµµένο ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες τῆς δεύτερης χιλιετίας δέν βοηθoῦµε τούς ἴδιους τούς δυτικούς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπογοητευµένοι ἀπό τήν δυτική χριστιανική παράδοση στήν ὁποία µεγάλωσαν καί ἀναζητοῦν τήν ἡσυχαστική παράδοση. Ὅσοι δυτικοί Χριστιανοί γίνονται Ὀρθόδοξοι ἐµπνέονται ἀπό τήν Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν Πατέρων, τίς γραφές τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου, τήν διδασκαλία τῶν ἁγιορειτῶν Πατέρων. ∆έν µποροῦµε νά ἀπογοητεύσουµε ὅλους αὐτούς µέ ἀνούσια, ἄγευστα καί ἀναιµικά κείµενα. 
3. Ἐκκλησία - Ὀρθοδοξία – Εὐχαριστία 
Ἡ Ὀρθόδοξη πίστη δέν εἶναι ἀφηρηµένη καί δέν παραµένει στίς βιβλιοθῆκες τῶν Ἐκκλησιῶν καί τῶν Μονῶν, ἀλλά εἶναι ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας, πού βιώνεται στά Μυστήρια, ψάλλεται στίς ἱερές ἀκολουθίες, µετέχεται στήν θεία Εὐχαριστία, ἀποκαλύπτεται στήν προσευχή καί στόν ἀσκητικό ἀγώνα. Αὐτή ἡ «θεολογία τῶν γεγονότων» καταγράφεται στά ὁµολογιακά κείµενα καί τίς ἀποφάσεις τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουµενικῶν Συνόδων. 
∆έν ὑπάρχει διάσταση µεταξύ µυστηρίων καί ὁµολογίας, προσευχῆς καί καθηµερινῆς ζωῆς, θείας Λειτουργίας καί Συνοδικῶν ∆ιασκέψεων. 
Συνδέεται πολύ στενά τό lex credendi µέ τό lex orandi. Ἄν ὑπάρχη µιά διάσπαση µεταξύ αὐτῶν τῶν δύο, δηλαδή µεταξύ δόγµατος καί λατρείας, εἶναι ἀπόκλιση ἀπό τήν ἀλήθεια. Αὐτό σηµαίνει ὅτι κάθε Συνοδική ἀπόφαση πού ἀντιπαρατίθεται στήν θεολογία τῶν εὐχῶν τῶν Μυστηρίων καί τῶν τροπαρίων εἶναι ἀντορθόδοξη ἀπόφαση. 
Ὁ Ἐπίσκοπος πρ. Ἐρζεγοβίνης καί Ζαχουµίου Ἀθανάσιος Γιέφτιτς σέ µιά σηµαντική µελέτη του µέ τίτλο «Ἐκκλησία, Ὀρθοδοξία καί Εὐχαριστία παρά τῷ ἁγίῳ Εἰρηναίῳ» (βλ. Ἀθανασίου Γιέφτιτς, Χριστός ἀρχή καί τέλος, ἐκδ. Ἵδρυµα Γουλανδρῆ-Χόρν, Ἀθήνα 1983, σελ. 109 κ.ἑξ.) καταγράφει τόν σύνδεσµο πού ὑπάρχει µεταξύ Ἐκκλησίας, Ὀρθοδοξίας καί Εὐχαριστίας, ὅπως ἀναλύεται ἀπό τόν ἅγιο Εἰρηναῖο Ἐπίσκοπο Λυῶνος. 
Νά θυµίσω ὅτι ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος εἶναι ἕνας Ἀποστολικός Πατέρας πού ἔζησε στήν Λυώνα σέ µιά κρίσιµη περίοδο (140-202) ὅταν ἐξέλιπαν οἱ Ἀπόστολοι καί ἐµφανίσθηκαν οἱ αἱρετικοί Γνωστικοί, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν ὅτι ἔλαβαν µιά «ἀπόκρυφον γνῶσιν» καί «κρυφά µυστήρια». Ἔτσι, ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος δίδασκε τήν στενή σχέση πού ὑπάρχει µεταξύ Ἐκκλησίας, Ὀρθοδοξίας καί θείας Εὐχαριστίας. 
Κατά τόν ἅγιο Εἰρηναῖο ἡ Ἐκκλησία διαφυλάσσει τήν πίστη τῶν Ἀποστόλων. «Ἡ ἀπό τῶν ἀποστόλων παράδοσις, ἡ διά τῶν διαδόχων των πρεσβυτέρων φυλασσοµένη ἐν ταῖς ἐκκλησίαις». Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος δέν χρησιµοποιεῖ τόν ὅρο «Ἐκκλησία» ἤ «Ἐκκλησίαι» γιά τούς Γνωστικούς, παρά µόνον τίς λέξεις «συναγωγή» καί «διδασκαλεῖον». Ἐπίσης, προτρέπει τούς Πρεσβυτέρους νά ὑπακούουν στούς διαδόχους τῶν Ἀποστόλων πού ἔχουν «τό χάρισµα τῆς ἀληθείας ἀσφαλές» καί ὅσοι ἀφίστανται ἀπό αὐτούς τούς χαρακτηρίζει «ὡς αἱρετικούς καί κακογνώµονας ἤ ὡς σχίζοντας (τήν Ἐκκλησία) καί ὑπερηφάνους καί αὐθάδεις». 
Ἔπειτα, ἡ Ἐκκλησία συνδέεται στενά µέ τήν Ὀρθοδοξία, τήν ἀληθινή πίστη. Γράφει ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος: «ἡ ὑπό τῆς Ἐκκλησίας κηρυσσοµένη ἀλήθεια», «ἡ ἀπό τῶν ἀποστόλων ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ παράδοσις καί τό τῆς ἀληθείας κήρυγµα». 
Ἀκόµη ἡ Ἐκκλησία καί ἡ Ὀρθοδοξία συνδέονται µέ τήν θεία Εὐχαριστία. Γράφει ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος: «Ἡµῶν δέ σύµφωνος ἡ γνώµη τῇ εὐχαριστίᾳ καί ἡ εὐχαριστία πάλιν βεβαιοῖ τήν γνώµην». Οἱ εὐχές τῆς θείας Εὐχαριστίας ὁµολογοῦν τό µυστήριο τῆς θείας Οἰκονοµίας, δηλαδή τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, καί τό µυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. 
Ἑρµηνεύοντας ὅλα αὐτά ὁ Ἐπίσκοπος Ἀθανάσιος Γιέφτιτς παρατηρεῖ: 
«Κατά τήν µαρτυρίαν τοῦ Εἰρηναίου εἰς τήν συνείδησιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐποχῆς του δέν ἦτο δυνατόν νά ὑπάρχη ὁποιοσδήποτε διαχωρισµός ἤ ἀνεξαρτητοποίησις µεταξύ Ἐκκλησίας, εὐχαριστίας καί ὀρθοδοξίας, διότι οὔτε ὑπάρχει Ἐκκλησία χωρίς τήν ὀρθοδοξίαν καί τήν εὐχαριστίαν, οὔτε δέ ἡ ὀρθοδοξία χωρίς τήν Ἐκκλησίαν καί τήν εὐχαριστίαν, οὔτε πάλιν ἡ εὐχαριστία ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἀληθινῆς πίστεώς της. Ὅπως "οἱ ἐκτός τῆς ἀληθείας", δηλ. ἐκτός τῆς ὀρθῆς πίστεως εὑρισκόµενοι, εὑρίσκονται αὐτοµάτως καί ταυτοχρόνως καί "ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας", οὕτω καί τἀνάπαλιν, οἱ ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας εὑρίσκονται καί ἐκτός τῆς ὀρθοδοξίας (ἐκτός τῆς ἀληθείας) καί ἐκτός τῆς ἀληθοῦς καί θεαρέστου εὐχαριστίας (τῆς κοινωνίας τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ), ἐφ' ὅσον ἡ πίστις εἶναι ἡ ἔκφρασις τῆς ἀληθινῆς παραδόσεως καί ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἀληθινῆς εὐχαριστιακῆς πράξεως καί συνάξεώς της». 
Αὐτή ἡ ἀλήθεια ἔχει µερικές θαυµαστές συνέπειες. Θά καταγραφοῦν µερικές ἀπό αὐτές. 
α) «Ἡ µέχρι σήµερον ἐµµονή τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν ὀρθήν πίστιν καί τήν ὀρθήν πρᾶξιν καί ὀρθήν σύναξιν τῶν ἀποστόλων καί τῶν ἀληθινῶν µαθητῶν αὐτῶν, καί ὡς συνέπειαν τούτου ἡ µή ἀναγνώρισις κοινωνίας µέ καµµίαν ἄλλην "ἐκκλησίαν" ἐκτός τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ καλυτέρα ἀπόδειξις τῆς µέχρι τῶν ἡµερῶν µας ἐπιβιώσεως τῆς ἰδίας αὐτῆς περί Ἐκκλησίας συνειδήσεως τοῦ Εἰρηναίου καί γενικῶς ὅλης τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας». 
β) «Ὅλαι αἱ οἰκουµενικαί καί τοπικαί σύνοδοι τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἀπέβλεπον τελικῶς εἰς τόν αὐτόν σκοπόν· τήν διαφύλαξιν τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως εἰς τήν πίστιν καί τήν ζωήν καί τήν λατρείαν τῆς Ἐκκλησίας, καί εἰς τόν ἀποκλεισµόν ἀπό τήν ἐκκλησιαστικήν ἐν τῇ εὐχαριστίᾳ κοινωνίαν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διαστρέφουν τόν σωτήριον "κανόνα τῆς ἀληθείας", τόν ὁποῖον ἀπό τούς ἀποστόλους καί τούς γνησίους µαθητάς των, τούς πατέρας, παρέλαβεν ἡ Ἐκκλησία. Τοιουτοτρόπως προεφυλάσσετο ἡ σωτηρία τῶν πλασµάτων τοῦ Θεοῦ, τῶν ἀνθρώπων. 
∆ιά τόν λόγον αὐτόν ἀπό τούς πρώτους αἰῶνας µέχρι σήµερον οἱ ὀρθόδοξοι ὑπογραµµίζουν συνεχῶς ὅτι δέν ὑπάρχει σωτηρία ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή ἐκτός τῆς µετά τοῦ Χριστοῦ ἑνότητος καί κοινωνίας τῶν ἀνθρώπων καί τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν ἐν τῇ ὀρθῇ καί ἀληθινῇ πιστει καί τῇ χαρισµατικῇ πράξει καί τῇ εὐχαριστιακῇ συνάξει καί κοινωνίᾳ καί τῇ χάριτι τοῦ Πνεύµατος καί τῶν δώρων αὐτοῦ. Ἡ σωτηρία εἶναι ἕνωσις καί κοινωνία µετά τοῦ Χριστοῦ, ἡ δέ κοινωνία αὐτή πραγµατοποιεῖται µόνον ἐν τῷ σώµατι τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία, καί συγκεκριµένως ἐν τῇ εὐχαριστιακῇ κοινωνίᾳ τῶν ἐν ἑκάστῃ τοπικῇ ἐκκλησίᾳ ὀρθῶς πιστευόντων εἰς τόν Χριστόν καί εἰλικρινῶς ἡνωµένων πέριξ τῶν ἐπισκόπων ὡς φορέων τῶν "ἀποστολικῶν διαδοχῶν" ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις». 
γ) «Ἡ "ἀποστολική διαδοχή" αὐτή τῶν ἐπισκόπων εἶναι διαδοχή (succesio) αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς πληρότητος τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας τῶν ἐν τῷ κόσµῳ τοπικῶν ἐκκλησιῶν µετά τοῦ Χριστοῦ καί µεταξύ τῶν ἐν τῇ ὀρθῇ πίστει, τῇ ἀληθεῖ καί σωτηρίῳ διδασκαλίᾳ, καί ἐν τῇ χάριτι τοῦ Πνεύµατος τοῦ Θεοῦ καί τῷ σώµατι καί αἵµατι τοῦ Χριστοῦ. ∆έν εἶναι ἡ ἀποστολική διαδοχή, κατά τόν Εἰρηναῖον, διαδοχή µόνης τῆς "χειροτονίας", ἀλλά διαδοχή καί συνέχεια ὅλης τῆς οἰκονοµίας τοῦ Θεοῦ τῆς ἐπί τῇ ἀνθρωπότητι γενοµένης, ὅλης δηλαδή τῆς ὑποστάσεως καί ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὅλης τῆς πληρότητος καί καθολικότητός της». 
δ) «Εἰς τήν "οἰκουµενίζουσαν" ἀλλά µή ὀρθοδοξοῦσαν ἐποχήν µας ἡ θεολογική καί ἐκκλησιαστική µαρτυρία αὐτή τοῦ ἱεροµάρτυρος Εἰρηναίου, ἐπισκόπου τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, –εἰς τήν ὁποίαν ἐκυριάρχει ἡ συνείδησις περί ἀδιαιρέτου ἑνότητος τοῦ ἀποστολικοῦ καί καθολικοῦ καί ὀρθοδόξου καί εὐχαριστιακοῦ χαρακτῆρος τῶν τοῦ Θεοῦ ἀνά τόν κόσµον διεσπαρµένων ἐκκλησιῶν– δι' ἡµᾶς τούς Ὀρθοδόξους σηµαίνει πάντοτε τήν ζῶσαν παράδοσιν περί τοῦ µυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἑνότητός της, τῆς ὁποίας παραδόσεως δέν δυνάµεθα νά ἀποµακρυνθῶµεν οὔτε νά τήν ἀλλάξωµεν. Οἱ Ὀρθόδοξοι δέν ἀλλάζοµεν τήν παραδοσιακήν µας συνείδησιν περί Ἐκκλησίας, διότι τοῦτο θά ἐσήµαινε τήν ἀλλαγήν τῆς Ἐκκλησίας, τήν διακοπήν δηλαδή τοῦ ἱστορικοῦ οἰκουµενισµοῦ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, τήν διακοπήν τῆς ἑνότητός µας καί κοινωνίας µέ τήν ἀποστολικο-πατερικήν Ἐκκλησίαν ὅλων τῶν αἰώνων». 
Ἑποµένως, κατά τόν ἅγιο Εἰρηναῖο Ἐπίσκοπο Λυῶνος, δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία χωρίς Ὀρθοδοξία καί θεία Εὐχαριστία· δέν ὑπάρχει Ὀρθοδοξία χωρίς Ἐκκλησία καί θεία Εὐχαριστία· καί δέν ὑπάρχει θεία Εὐχαριστία χωρίς τήν Ἐκκλησία καί τήν Ὀρθοδοξία. Αὐτή εἶναι ἡ παράδοση πού διατρέχει τήν Ἐκκλησία ἀπό τῶν Ἀποστόλων καί µέχρι σήµερα στήν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας. 
4. Οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶναι µιά ἀπό τίς δεκατέσσερεις Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Παρέλαβε τήν αὐτοκεφαλία της µέ τόν Συνοδικό-Πατριαρχικό Τόµο τοῦ 1850 καί σέ αὐτήν προσετέθησαν διάφορες κατά καιρούς ἐπαρχίες, ἄλλες κατά ἀφοµοίωση (1866, 1882) καί ἄλλες ἐπιτροπικῶς (1928).  
Ὅπως εἶχα καθῆκον µελέτησα τά κείµενα πού εἶχαν προετοιµάσει οἱ ἀντιπρόσωποι ἀπό ὅλες τίς Ἐκκλησίες καί ὑπεγράφησαν ἀπό τούς Προκαθηµένους. Κατά τήν µελέτη τῶν κειµένων ἀπό τήν ∆ιαρκῆ Ἱερά Σύνοδο καί τήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀποφασίσθηκε νά γίνουν διάφορες ἀλλαγές, ἤτοι διορθώσεις, προσθῆκες µέσα στήν προοπτική τῆς βελτιώσεως τῶν κειµένων. Αὐτό ἔγινε σέ ἕνα πνεῦµα ὁµοψυχίας, ὁµοφωνίας στά περισσότερα καί ἐλάχιστες µειοψηφίες σέ µερικά ἀπό αὐτά, καί µιά πρόταση µέ ἀνοικτή ψηφοφορία. 
Ἔτσι προῆλθε ἕνα ἀποτέλεσµα πού ἱκανοποίησε ὅλους τούς Ἱεράρχες, ἀλλά καί ἐκείνους πού ἔµαθαν γιά τήν ἀπόφαση. Στήν συνέχεια θά παρουσιάσω τά κεντρικά σηµεῖα τῆς ἀποφάσεως. 
Τό βασικό σηµεῖο εἶναι ὅτι ἐνῶ στό κείµενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον» σέ διάφορες παραγράφους γινόταν λόγος ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «ἀναγνωρίζει τήν ἱστορικήν ὕπαρξιν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν», αὐτό ἀντικαταστάθηκε µέ τήν φράση: «γνωρίζει τήν ἱστορικήν ὕπαρξιν ἄλλων Χριστιανικῶν Ὁµολογιῶν καί Κοινοτήτων». 
Ἐπίσης, σηµαντικό σηµεῖο εἶναι αὐτό πού ἀναφέρεται στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐνῶ στό κείµενο γινόταν λόγος γιά τό ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας «εἶναι ἀδύνατον νά διαταραχθῆ», ἐν τούτοις γινόταν στήν συνέχεια λόγος γιά τήν προσπάθεια νά ἀποκατασταθῆ ἡ ἑνότητα µεταξύ τῶν Χριστιανῶν, ὡσάν νά ἰσχύη ἡ θεωρία τῶν κλάδων. Στό κείµενο ἔγιναν µερικές διορθώσεις, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία πιστεύει ὅτι «ἡ ἑνότης αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νά διαταραχθῆ» καί συµµετέχει «εἰς τήν κίνησιν πρός ἀποκατάστασιν τῆς ἑνότητος τῶν λοιπῶν Χριστιανῶν» ἤ «τῆς ἀπωλεσθείσης ἑνότητος τῶν λοιπῶν Χριστιανῶν», καθώς ἐπίσης ὅτι ἐργάζεται ὥστε νά ἔλθη ἐκείνη ἡ ἡµέρα κατά τήν ὁποίαν «ὁ Κύριος θά ἐκπληρώση τήν ἐλπίδα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας περί ἐπισυναγωγῆς εἰς αὐτήν πάντων τῶν ἐσκορπισµένων καί γενήσεται µία ποίµνη εἷς ποιµήν». 
Ἀκόµη σηµαντικό σηµεῖο εἶναι αὐτό στό ὁποῖο γίνεται λόγος γιά τήν προοπτική «τῶν θεολογικῶν διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας µετά τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ὁµολογιῶν καί Κοινοτήτων», οἱ ὁποῖοι διάλογοι «προσδιορίζονται πάντοτε ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας καί τῶν κανονικῶν κριτηρίων τῆς ἤδη διαµορφωθείσης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως συµφώνως πρός τούς ἱερούς κανόνας τῶν Οἰκουµενικῶν καί τῶν ὑπό τούτων ἀναγνωριζοµένων Τοπικῶν Συνόδων, ὡς εἶναι οἱ Κανόνες 46, 47 καί 50 τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, οἱ 8 καί 19 τῆς Α΄ Οἰκουµενικῆς Συνόδου, ὁ 7 τῆς Β΄ Οἰκουµενικῆς, ὁ 95 τῆς Πενθέκτης, καί ὁ 7 καί 8 τῆς Λαοδικείας». 
Ἐπίσης, προσετέθη µιά ἀπαραίτητη διευκρίνιση: «∆ιευκρινίζεται, ὅτι, ὅταν ἐφαρµόζεται ἡ κατ’ οἰκονοµίαν εἰσδοχή τῶν ἑτεροδόξων διά Λιβέλλου καί ἁγίου Χρίσµατος, δέν σηµαίνει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τήν ἐγκυρότητα τοῦ Βαπτίσµατος ἤ καί τῶν λοιπῶν µυστηρίων αὐτῶν». 
Στήν παράγραφο πού γινόταν λόγος γιά τήν καταδίκη κάθε διάσπασης τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας ἀπό ἄτοµα ἤ ὁµάδες καί γιά τήν διατήρηση τῆς γνησίας ὀρθοδόξου πίστεως, ἡ ὁποία διασφαλίζεται διά τοῦ Συνοδικοῦ συστήµατος, προσετέθησαν ὁ 6ος Κανόνας τῆς Β΄ Οἰκουµενικῆς Συνόδου καί οἱ 14ος καί 15ος τῆς Πρωτοδευτέρας Οἰκουµενικῆς Συνόδου. 
Σέ ἄλλη παράγραφο πού γινόταν λόγος γιά τήν ἀναγκαιότητα τοῦ διαχριστιανικοῦ θεολογικοῦ διαλόγου, χωρίς προκλητικές ἐνέργειες ὁµολογιακοῦ ἀνταγωνισµοῦ, προστέθηκε µέσα σέ παρένθεση ἡ Οὐνία, πράγµα τό ὁποῖο σηµαίνει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν δέχεται τόν ὑποκριτικό αὐτόν τρόπο γιά τήν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν, ὅπως τό ἐπαγγέλλεται στήν πράξη ἡ Οὐνία. 
Σηµαντική διόρθωση στήν παράγραφο ὅτι οἱ κατά τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες «καλοῦνται νά συµβάλουν εἰς τήν διαθρησκειακήν συνεννόησιν καί συνεργασίαν», ἔγινε µέ τήν προσθήκη τῆς φράσεως «διά τήν εἰρηνικήν συνύπαρξιν καί κοινωνικήν συµβίωσιν τῶν λαῶν, χωρίς τοῦτο νά συνεπάγεται οἱονδήποτε θρησκευτικόν συγκρητισµόν». 
Γιά τήν συµµετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στό Παγκόσµιο Συµβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν (ΠΣΕ) ἔγινε εὐρύτατος λόγος. Ἡ πρόταση τῆς ∆ιαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου ἦταν νά διαγραφοῦν οἱ σχετικές παράγραφοι πού ἀναφέρονται σέ αὐτό. Κατόπιν ἐντόνου συζητήσεως ἔγινε φανερή ψηφοφορία (διά ἀνατάσεως τῆς χειρός), ἀπό τήν ὁποία προέκυψε ὅτι δεκατρεῖς (13) Ἀρχιερεῖς πρότειναν νά διαγραφοῦν οἱ παράγραφοι αὐτοί, ἑξήντα δύο (62) νά παραµείνουν καί δύο (2) εἶχαν διαφορετικές ἀπόψεις. 
Ἔτσι, ἡ πλειοψηφία τῶν Ἱεραρχῶν ἦταν νά παραµείνουν οἱ παράγραφοι αὐτοί στό κείµενο καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος συµµετέχει στίς ἐργασίες τοῦ ΠΣΕ σύµφωνα µέ τίς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις. Στήν συζήτηση καί ψηφοφορία ὑπεστήριξα ὅτι θά πρέπει νά παραµείνουµε στό ΠΣΕ ὡς παρατηρητές, ἀλλά αὐτή ἦταν ἡ µοναδική πρόταση. 
Παρά ταῦτα στό κείµενο αὐτό ἡ φράση ὅτι οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες στό ΠΣΕ συµβάλλουν «δι’ ὅλων τῶν εἰς τήν διάθεσιν αὐτῶν µέσων εἰς τήν µαρτυρίαν τῆς ἀληθείας καί τήν προαγωγήν τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν» διορθώθηκε µέ τήν φράση συµβάλλουν «δι’ ὅλων τῶν εἰς τήν διάθεσιν αὐτῶν µέσων διά τήν προώθησιν τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως καί τῆς συνεργασίας ἐπί τῶν µειζόνων κοινωνικοπολιτικῶν προκλήσεων καί προβληµάτων».Αὐτό σηµαίνει ὅτι ὁ λόγος συµµετοχῆς τῆς Ἐκκλησίας µας στό ΠΣΕ εἶναι µόνον γιά κοινωνικούς λόγους καί ὄχι γιά τήν µαρτυρία τῆς ἀληθείας καί τήν προαγωγή τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν. 
Στό κείµενο µέ τίτλο «Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσµῳ», γινόταν λόγος γιά τό ἀνθρώπινο πρόσωπο καί γιά τήν κοινωνία τῶν προσώπων. Παράλληλα ὅµως διαρκῶς γινόταν λόγος καί γιά τόν ἄνθρωπο. Ὁπότε, χάριν θεολογικῶν λόγων καί ἑνοποιήσεως τοῦ κειµένου ἀντικαταστάθηκε ἡ φράση «ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου» µέ τήν φράση «ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου». 
Στό κείµενο µέ τίτλο «Τό αὐτόνοµον καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ» προσετέθη µία παράγραφος:«Ἐκκλησιαστικαί Ἐπαρχίαι δι' ἅς ἐξεδόθη Πατριαρχικός Τόµος ἤ Πρᾶξις, δέν δύνανται ἵνα αἰτήσωνται τήν χορήγησιν αὐταῖς αὐτονοµίας, διατηρουµένου ἀπαρασαλεύτου τοῦ ὑφισταµένου ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος αὐτῶν». 
Σέ µιά ἄλλη παράγραφο τοῦ ἰδίου κειµένου, στό ὁποῖο γινόταν λόγος γιά τήν χορήγηση τῆς Αὐτονοµίας σέ µιά Ἐπαρχία ἀπό τήν Μητέρα Ἐκκλησία προστέθηκε ἡ φράση «ὁµοφώνως». 
Αὐτές ἦταν οἱ βασικές προτάσεις βελτιώσεως τῶν κειµένων ἀπό τήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. 
Θά ἤθελα νά διατυπώσω δύο σκέψεις. 
Πρῶτον, µέσα ἀπό αὐτές τίς προσθῆκες καί τίς ἀλλαγές διαφαίνεται µιά παραδοσιακή ἐκκλησιολογία, µέσα στίς δυνατότητες τίς ὁποῖες εἶχε ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας µας νά κάνη αὐτό τό ἔργο. Οἱ ἀποφάσεις αὐτές κατά βάσιν ἦταν ὁµόφωνες καί κανείς δέν µπορεῖ νά ἰσχυρισθῆ ὅτι στήν Ἱεραρχία οἱ «συντηρητικοί» Ἱεράρχες ἐπιβλήθηκαν ἐπί «τῶν προοδευτικῶν» Ἱεραρχῶν!!! 
Ὑπῆρξαν βέβαια καί προτάσεις νά ἀποσυρθῆ τελείως τό κείµενο «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον» γιά περαιτέρω ἐπεξεργασία, ἀλλά δέν ἔγινε ἀποδεκτό ἀπό τήν Ἱεραρχία. 
∆εύτερον, οἱ ἀποφάσεις αὐτές εἶναι δεσµευτικές γιά τήν Ἐκκλησία µας, διότι ἔγιναν ἀποδεκτές κατά βάσιν ὁµοφώνως. Αὐτό σηµαίνει ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία µας στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο πρέπει νά τίς ὑποστηρίξη γιά νά περάσουν στό κείµενο καί δέν ἔχει δυνατότητα ὑπαναχώρησης. 
Συµπέρασµα 
Ὕστερα ἀπό τά ἀνωτέρω, καταλήγω στό συµπέρασµα ὅτι ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος, µέ ὅσες Ἐκκλησίες προσέλθουν, θά πρέπει ὁπωσδήποτε στό Μήνυµά της νά ἀναφέρη ρητῶς τίς Οἰκουµενικές καί Μεγάλες Συνόδους, καί νά παύση νά διαδίδεται τό «παραµύθι» πού εἶναι ἀνιστόρητο, ἀθεολόγητο, ἀντιεκκλησιαστικό, ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή συνεκλήθη ὕστερα ἀπό 1200 χρόνια, ἤ ὅτι εἶναι ἡ πρώτη Σύνοδος µετά τό Σχίσµα. 
Μέ πολύ σεβασµό, παρακαλῶ ἱκετευτικῶς τούς Προκαθηµένους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, πού τελικά θ΄α παραστοῦν, ἰδίως τόν Παναγιώτατο Οἰκουµενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολοµαῖο, ὁ ὁποῖος κοπίασε γιά νά φθάσουν τά πράγµατα ἕως ἐδῶ, νά ἀναφέρουν ρητῶς ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή εἶναι συνέχεια τῶν Συνόδων τοῦ Μεγάλου Φωτίου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ, τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, τῶν Μεγάλων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς, τῶν Προκατόχων τους, ἐκ τῶν ὁποίων µερικοί ἐµαρτύρησαν γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας. ∆ιαφορετικά θά ὑπάρχη ἕνας ἐπί πλέον λόγος νά ἀπαξιωθῆ στήν συνείδηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώµατος ὡς Σύνοδος ἀντιφωτιανή, ἀντιπαλαµική, ἀντιµαρκιανή (Μάρκου Εὐγενικοῦ), ἀντιφιλοκαλική! 
Αἰσθάνοµαι ὅτι κατά τήν διάρκεια τῶν Συνεδριάσεων τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου θά ὑπάρξουν Συνοδικοί πού θά αἰσθανθοῦν τήν φωνή τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, τά αἵµατα τῶν Μαρτύρων τῆς πίστεως, τά δάκρυα καί τούς ἀγῶνες τῶν ἀσκητῶν, τούς ἱδρῶτες τῶν ἱεραποστόλων, τήν προσευχή τῶν «τοῦ Χριστοῦ πενήτων», τήν προσδοκία τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ. ∆υστυχεῖς θά εἶναι ὅσοι δέν θά τό αἰσθανθοῦν αὐτό, οὔτε θά τό καταλάβουν. 
Ἰούνιος 2016

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )