.

.

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

Η αλήθεια για την περιουσία, τη φορολόγηση της Εκκλησίας και τη μισθοδοσία των κληρικών της

Γράφει ο Ευάγγελος Π. Λέκκος
agia-sofia-thessalonikiΣτις αρχές του 5ου αιώνα η αυτοκράτειρα Ευδοξία, κάτοχος μεγάλης περιουσίας, μετά το θάνατο του πατρίκιου Θεόγνωστου, που η ίδια είχε εξορίσει, άρπαξε και την περιουσία του, βυθίζοντας στη φτώχεια και τη δυστυχία τη χήρα και τα ορφανά εκείνου. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αρχιεπίσκοπος τότε Κωνσταντινουπόλεως, προστάτεψε τη χήρα και τα ορφανά, αλλά δεν παρέλειψε να στηλιτέψει την ανάλγητη βασίλισσα, πράγμα που αργότερα του στοίχισε και μία εξορία.


Το νεολληνικό Κράτος, κάτοχος τεράστιας ακίνητης περιουσίας, αφού μαζί με τους ΟΤΑ και τους Συνεταιρισμούς έχει στην κυριότητα 60.443.500 στρέμματα, προσποιείται ότι θέλει να αποκαταστήσει τους ακτήμονες με τα 1.292.300 στρέμματα που ανήκουν ακόμα στους ναούς, τις μονές, τις μητροπόλεις, τα ιδρύματα και τους οργανισμούς της Εκκλησίας!

Διάβασε τη σύντομη τούτη μελέτη για να μάθεις την αλήθεια. Με στοιχεία καταρρίπτει τον καλά καλλιεργημένο μύθο για την … αμύθητη εκκλησιαστική περιουσία, τη μισθοδοσία των κληρικών και τη δήθεν μη φορολόγηση της Εκκλησίας.

Περιεχόμενα

Α. Η αυτοκράτειρα και το αμπελάκι της χήρας

Β. Απαραίτητες διευκρινίσεις

1. Δικαιούται ή ταιριάζει στην Εκκλησία να έχει περιουσία;

2. Σε ποιόν ανήκει και πώς διοικείται;

3. Πώς αποκτήθηκε;

4. Πώς συντελέστηκε η διαρπαγή της;

α. Διάλυση 416 Μοναστηριών και διαρπαγή της περιουσίας τους

β. Αναγκαστική απαλλοτρίωση του 1836

γ. Ο «αγροτικός» και άλλοι νόμοι της β΄ και γ΄ δεκαετίας του 20ού αιώνα

δ. «Ρευστοποίηση» με το Νόμο 4684/1931 και καταποντισμός

ε. Νέα πλήγματα και η Σύμβαση του 1952

στ. Κατά την τελευταία 35ετία

5. Γιατί οι Κληρικοί να μισθοδοτούνται από το Κράτος;

6. Γιατί να μη φορολογείται η Εκκλησία;

Α. Η αυτοκράτειρα και το αμπελάκι της χήρας

Η τακτική που εφαρμόζει το νεοελληνικό Κράτος έναντι της Εκκλησίας κατά τα 180 έτη του ελεύθερου βίου του, θυμίζει την πρακτική της αυτοκράτειρας του Βυζαντίου Ευδοξίας, όταν αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (αρχές του 5ου αιώνα): Ενώ η ίδια κατείχε αμέτρητο πλούτο και πολλά κτήματα, μετά το θάνατο του πατρίκιου Θεόγνωστου, που η ίδια είχε εξορίσει, άρπαξε και την περιουσία του, βυθίζοντας στη φτώχεια και τη δυστυχία τη χήρα και τα ορφανά του. Ο ιερός Χρυσόστομος τα προστάτεψε εισάγοντάς τα σε εκκλησιαστικό άσυλο, δεν παρέλειψε όμως με επιστολή του να στηλιτέψει την ανάλγητη και παράνομη συμπεριφορά της αυτοκράτειρας, πράγμα που αργότερα του στοίχισε και μία εξορία. Αλλά ποιος ο παραλληλισμός της τακτικής εκείνης με αυτήν του νεοελληνικού Κράτους; Ιδού:

Η Ελλάδα έχει συνολική έκταση 131.957.400 στρεμμάτων. Από αυτά, αγροτική γη, γεωργοκτηνοτροφικού ενδιαφέροντος, είναι:

29.500.000 στρέμ. δάση (22%)

52.500.000 στρέμ. βοσκότοποι (40%)

39.500.000 στρέμ. γεωργική γη (30%).

Από τις παραπάνω εκτάσεις, τα 61.441.900 στρέμματα ανήκουν κατά

κυριότητα: 43.598.000 στο Δημόσιο

15.553.200 στην Τοπική Αυτοδιοίκηση

1.098.400 στις Συνεταιρ. Οργανώσεις

1.292.300 στην Εκκλησία.

Δηλαδή στην Εκκλησία ποσοστιαία ανήκει το 1,4% των δασικών εκτάσεων, το 2,3% των βοσκοτόπων και το 2,19% της γεωργικής γης (όπου όμως το Δημόσιο κατέχει το 45,6% και η Τοπική Αυτοδιοίκηση το 30,8%). Τα στοιχεία προκύπτουν από την έγκυρη μελέτη έρευνα με τίτλο «Ιδιοκτησιακό καθεστώς και αξιοποίηση της αγροτικής γης στην Ελλάδα» (των Θ. Τσούμα και Δ. Τασιούλα), έκδοση της Αγροτικής Τράπεζας, Αθήνα 1986, με πολλούς πίνακες και στατιστικά στοιχεία.

Και ενώ αυτή είναι η πραγματικότητα, κάθε φορά που το Κράτος θέλει να απομακρύνει την προσοχή του λαού από τα δικά του προβλήματα, «ξαναζεσταίνει» το θέμα «εκκλησιαστική περιουσία», με τη βοήθεια δε μερικών Μέσων Ενημέρωσης ή άλλων παραγόντων που διάκεινται εχθρικά προς την Εκκλησία ή δεν είναι επαρκώς ενημερωμένοι, καλλιεργούν το κλίμα και προετοιμάζουν το έδαφος για την τελική –όπως ελπίζουν– επέλαση, με σκοπό να αρπάξουν ό,τι απέμεινε από την περουσία αυτή, για να τη μοιράσουν δήθεν στους ακτήμονες. Να μοιράσουν το συνολικά 1,96% της Εκκλησίας, αφήνοντας ανέπαφα τα 60.443.500 στρέμματα του Δημοσίου, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των Συνεταιρισμών! Να πάρει δηλαδή η αυτοκράτειρα Ευδοξία και το αμπελάκι της χήρας μάνας, ενώ η ίδια δεν ξέρει τι έχει, που το έχει και τι της αποδίδει…

Ας εκθέσουμε όμως –έστω και με συντομία– όλες τις πτυχές του θέματος «εκκλησιαστική περιουσία», για να αποκαλυφθούν τα ψέματα που συνδέονται με αυτό, αλλά και η αλήθεια που καταρρίπτει τον καλά καλλιεργημένο μύθο για την «αμύθητη» περιουσία που δήθεν βρίσκεται στην κατοχή και κυριότητα της Εκκλησίας.

Β. Απαραίτητες διευκρινίσεις

Αρχίζοντας, απαντούμε στα εύλογα ερωτήματα καλοπροαίρετων πολιτών, όπως τα επόμενα:

1. Δικαιούται ή ταιριάζει στην Εκκλησία να έχει περιουσία;

Αδίστακτα λέμε ναι. Όπως ο κάθε άνθρωπος, ως ψυχοσωματική οντότητα, δεν ζει μόνο με κάθε λόγο που βγαίνει από το στόμα του Θεού, αλλά και με ψωμί (πρβλ. Λουκ. 4,4), δηλαδή έχει ανάγκη και από τα υλικά αγαθά, έτσι και η Εκκλησία του Χριστού, ως θεανθρώπινος οργανισμός έχει αποστολή να επιτελέσει όχι μόνο πνευματικό αλλά και κοινωνικό έργο. Για το έργο αυτό απαιτούνται αφοσιωμένα πρόσωπα και υλικά μέσα, κατά το παράδειγμα και τη διδασκαλία του Κυρίου. Ο Οποίος δεν αρκέστηκε να επιλέξει και να προετοιμάσει για το έργο Του τους Αποστόλους, αλλά όρισε να υπάρχει στην ομάδα των Δώδεκα και ταμείο («γλωσσόκομον»). Τα χρήματά του χρησιμοποιούνταν –χωρίς το φρόνημα της καταδικαστέας φιλαργυρίας– για τις καθημερινές τους ανάγκες και για την ανακούφιση των φτωχών (Ιω. 12, 5-7).

Ο Κύριος έθρεψε τους πεντακισχιλίους στην έρημο, ευλογώντας τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας, έδωσε όμως και την εντολή να συγκεντρωθούν τα περισσεύματα των κλασμάτων (Ματθ. 14, 15-21. Λουκ. 9, 12-17). Από το ταμείο της ομάδας ετοιμάστηκε το πασχάλιο δείπνο (Λουκ. 22, 7-14). Και όταν ιδρύθηκε η Εκκλησία, μετά την Πεντηκοστή, οι άγιοι Απόστολοι συγκεντρώνουν και διαχειρίζονται υπεύθυνα τις προσφορές των πιστών για τις ανάγκες της κοινότητας των χριστιανών (Πράξ. 4,3 εξ.). Ο απόστολος Παύλος με τη «λογία» στηρίζει τους αναξιοπαθούντες και καθιερώνει την υλική αμοιβή των ιερέων που έπρεπε να ζουν εκ του ευαγγελίου το οποίο κήρυτταν (Α΄ Κορ. 9, 7-14).

Το παράδειγμα και το κήρυγμα του Χριστού και των Αποστόλων ακολούθησαν οι αποστολικοί και οι μεταγενέστεροι Πατέρες, που δεν είχαν ως χριστιανοί και ποιμένες μόνον υποχρεώσεις αλλά και δικαιώματα. Οργάνωσαν το φιλανθρωπικό έργο. Μερίμνησαν για την κάλυψη των πνευματικών και των υλικών αναγκών. Ανήγειραν όχι μόνο ναούς αλλά και κτίρια για τη στέγαση των κοινωνικών δραστηριοτήτων. Και με δωρεές των μελών της Εκκλησίας και προσωπική εργασία χριστιανών, σταδιακά αποκτήθηκε κινητή και ακίνητη περιουσία, άρα ευκολύνθηκε το φιλανθρωπικό της έργο.

Παρά τις κατά καιρούς εχθρικές έναντι της Εκκλησίας διαθέσεις της κρατικής (αρχικά ρωμαϊκής, αργότερα βυζαντινής και οθωμανικής) εξουσίας, η Εκκλησία διατήρησε ή και αύξησε (όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια) την περιουσία της, ενώ τόσο με ιερούς κανόνες (Αποστολικές Διαταγές Β΄ 24, Αποστολικοί Κανόνες ΛΗ΄ και ΟΗ΄, Συνοδικούς: ΙΕ΄ Αγκύρας, ΚΔ΄-ΚΕ΄ Αντιοχείας, ΚΣΤ΄ και ΛΓ΄ Καρθαγένης, ΚΔ΄ Χαλκηδόνος κ.λπ), όσο και με κρατικούς νόμους και διατάξεις η περιουσία αυτή απέκτησε το στοιχείο του «αναπαλλοτρίωτου» και μάλιστα «εις το διηνεκές» (για πάντα).

2. Σε ποιόν ανήκει και πως διοικείται;

Είναι λάθος να νομίζουν μερικοί ότι η περιουσία αυτή ανήκει στην Ιερά Σύνοδο, τον Αρχιεπίσκοπο, τους Μητροπολίτες ή τους ηγουμένους των Μονών. Διότι όταν λέμε εκκλησιαστική περιουσία, γενικώς, εννοούμε το σύνολο της περιουσίας των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων, δηλαδή των 96 Μητροπόλεων της Ελλάδος, πέντε ή έξι εκατοντάδων Μοναστηριών, 9.024 χιλιάδων ενοριακών Ναών, αρκετών Προσκυνημάτων και των κεντρικών Οργανισμών της Εκκλησίας. Όλα αυτά, σύμφωνα με τη διάταξη του Νόμου 590/1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», «κατά τας νομικάς αυτών σχέσεις» αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Και ως νομικά πρόσωπα διοικούνται από Συμβούλια που συγκροτούνται όπως οι νόμοι του Κράτους ορίζουν. Αν μάλιστα εξαιρέσουμε τα Ηγουμενοσυμβούλια, σε όλα τα άλλα μετέχουν και λαϊκά Μέλη και μάλιστα κατά πλειοψηφία.

Όταν βέβαια γίνεται λόγος για την εκκλησιαστική περιουσία νοείται κυρίως η μοναστηριακή (κινητή και κυρίως ακίνητη). Αυτή διακρίνεται στη «διατηρητέα» και στην «εκποιητέα» ή «ρευστοποιητέα», όπως χαρακτηρίστηκε με νομοθετήματα του 1930-31, όταν η διοίκηση και διαχείριση της «εκποιητέας» ανατέθηκε στον ΟΔΕΠ (Οργανισμό Διοικήσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας). Η «διατηρητέα» παραμένει στην κυριότητα, νομή και κατοχή των Μονών.

3. Πώς αποκτήθηκε;

Η Εκκλησία, ως θεανθρώπινος οργανισμός, υπάρχει ήδη επί 20 αιώνες. Κανένα Κράτος ή άλλος θεσμός στον κόσμο δεν αριθμεί τόσο μακρό βίο. Θα κάνουμε στο σημείο τούτο μία εντελώς απλή ερώτηση, που εμπεριέχει και την απάντηση: Σε κάθε εποχή, ακόμα και στις ημέρες μας –πριν ξεσπάσει η οικονομική κρίση– αν σε μια οικογένεια εργάζονταν οι δύο σύζυγοι επί 30 ή 35 χρόνια και είχαν συνετή διαχείριση των χρημάτων με τα οποία αμείβονταν, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν να έχουν αποκτήσει το σπίτι τους (έστω διαμέρισμα), να διαθέτουν ένα η δύο αυτοκίνητα, εξοχικό, να έχουν κάποια κατάθεση σε Τράπεζα και παράλληλα τα παιδιά τους να είχαν αποκτήσει καλή μόρφωση ή να έχουν αποκατασταθεί ικανοποιητικά; Αν λοιπόν δύο εργαζόμενοι σύζυγοι μπορούν να αποκτήσουν σε 3 η 4 δεκαετίες αξιόλογη περιουσία, γιατί «απορούν» οι καλοθελητές και ρωτούν πως η Εκκλησία σε 20 αιώνες απέκτησε την περιουσία αυτή; Ας πληροφορηθούν λοιπόν: Κατά τις απαρχές της χριστιανικής πίστεως, όλοι όσοι πίστεψαν είχαν μία καρδιά και μία ψυχή… Όλα τα είχαν κοινά… Όσοι είχαν χωράφια ή σπίτια τα πουλούσαν, κι έφερναν το αντίτιμο αυτών που πουλούσαν, και το έθεταν στη διάθεση των αποστόλων (Πράξ. 4, 32. 34-35). Αργότερα, οι μοναχοί στις ερημιές ή σε απόμερα μέρη, όπου δεν υπήρχαν άνθρωποι, καλλιέργησαν τις γύρω περιοχές ή τις χρησιμοποίησαν για τη βόσκηση οικόσιτων ζώων ώστε να εξασφαλίζουν τα προς το ζην, και τα δικαιώματα που απέκτησαν στις περιοχές αυτές κατοχυρώθηκαν στους χρόνους της βυζαντινής περιόδου, διατηρήθηκαν από τους οθωμανούς και αναγνωρίστηκαν νομοθετικά από το νεοελληνικό Κράτος. Ιδιαίτερα βέβαια στο ελληνικό Βυζάντιο, οπότε άνθησε ο μοναχισμός, λόγω και της συναλληλίας στη σχέση Εκκλησίας-Πολιτείας, ευνοήθηκε η απόκτηση εκ μέρους των Μοναστηριών σημαντικής ακίνητης περιουσίας, κυρίως από δωρεές αυτοκρατόρων, αυλικών, στρατηγών κ.λπ., αρκετοί από τους οποίους υπήρξαν και κτήτορες ή ευεργέτες, ακόμα και ηγούμενοι μεγάλων Μονών, αφού πρώτα παραιτήθηκαν από τις ανώτατες θέσεις τους.

Αυτή η περιουσία –που καταλάμβανε εκτάσεις ακατοίκητες κατά κανόνα, αφού τότε ο πληθυσμός ήταν αραιός– διατηρήθηκε ή και αυξήθηκε στη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας (15ος-19ος αιώνες), λόγω των προνομίων που δόθηκαν από τον Μωάμεθ τον κατακτητή στον Πατριάρχη. Όπως αναφέρει ο Γεώργιος Φραντζής (στον Χρονικόν Μέγα, 3,11), ο Πατριάρχης ήταν «αναίτητος και αφορολόγητος και αδιάσειστος από παντός εναντίου, και τέλους και δόσεως, … αυτός τε και οι μετ’ αυτόν Πατριάρχαι…, ομοίως και πάντες οι υποτεταγμένοι αυτώ Αρχιερείς». Και όχι μόνον! Διότι ακόμα και σουλτάνοι και άλλοι οθωμανοί αξιωματούχοι, παραχωρούσαν μεγάλες εκτάσεις προς διάφορα Μοναστήρια, ενώ και άτεκνοι χριστιανοί άφηναν, σε αρκετές περιπτώσεις, τα κτήματά τους σε ναούς ή μονές, με τον όρο να μνημονεύεται το όνομά τους «εις τον αιώνα».

Με την περιουσία αυτή τα Μοναστήρια είχαν και αξιοποίησαν τη δυνατότητα να ιδρύσουν –σε περιόδους χαλάρωσης της σουλτανικής εξουσίας– σχολεία με περίφημους Δασκάλους του Γένους, να διατηρήσουν την ελληνική γλώσσα και τα γράμματα, να προετοιμάσουν και να στηρίξουν την Εθνεγερσία του 1821. Μόνο τυχαίο, λοιπόν, δεν ήταν το ότι η Εκκλησία, και κυρίως τα πολλά Μοναστήρια που υπήρχαν στον ελλαδικό χώρο, μετά την απελευθέρωση και την ίδρυση του νεοελληνικού κρατιδίου (1828), κατείχε νόμιμα το 25% περίπου της γης (βλέπε Πρακτικά της Ολομέλειας της Βουλής των Ελλήνων, Συνεδρία 2.4.1987, σελ. 5076). Και να πώς η τότε όντως αμύθητη περιουσία, που ανήκε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στην Εκκλησία και τα Μοναστήρια της, σταδιακά και με διάφορες κρατικές πιέσεις, απειλές, μεθοδεύσεις, απαλλοτριώσεις και αρπαγές, αφαιρέθηκε:

4. Πως συντελέστηκε η διαρπαγή της;

α. Διάλυση 416 Μοναστηριών και διαρπαγή της περιουσίας τους.

Η αλλοεθνής και προτεσταντική Αντιβασιλεία του Όθωνος, πρεσβεύοντας την άποψη ότι η εκκλησιαστική περιουσία αποτελεί θησαυρό που κληροδοτήθηκε από τους … προγόνους στο ελληνικό έθνος (!) και διαγράφοντας την ανεκτίμητη προσφορά των Μοναστηριών στους παλαιότερους και τους νωπούς τότε αγώνες, με βασιλικά διατάγματα του 1833 και 1834 διέλυσε 416 Μοναστήρια και διέθεσε την κινητή και ακίνητη περιουσία τους για την ίδρυση του «Εκκλησιαστικού Ταμείου». Αλλά το Ταμείο που ίδρυσε λειτούργησε με τρόπο τόσο αδιαφανή και επιπόλαιο, ώστε τελικά σημειώθηκε διαρπαγή της εκκλησιαστικής περιουσίας, ενώ οι επιτήδειοι της εποχής πωλούσαν στα παζάρια, για λογαριασμό τους, τα ιερά σκεύη, τα κειμήλια και τα λείψανα αγίων (βλέπε Δικ. Βαγιακάκου, Συμβολή εις την εκκλησιασικήν ιστορίαν της Μάνης, 1956, σ. 4 εξ.). Το αμαρτωλό αυτό Ταμείο, το 1843 (δηλαδή δέκα χρόνια μετά την ίδρυσή του) περιήλθε στη διοίκηση και διαχείριση της επί των Οικονομικών Γραμματείας του Κράτους και οι πόροι του διατέθηκαν για την τακτοποίηση δικών του αναγκών… Ακόμα και «άπαντα του Πανεπιστημίου [Αθηνών], τα αναλώματα» (δαπάνες) καλύπτονταν από το Ταμείο τούτο, δηλαδή από το αντίτιμο πώλησης μοναστηριακών κτημάτων.

β. Αναγκαστική απαλλοτρίωση του 1836.

Με το Βασιλικό Διάταγμα της 20.5/1.6.1836 «περί εκκλησιαστικών κτημάτων» έγινε αναγκαστική απαλλοτρίωση (χωρίς καταβολή αντιτίμου) και άλλων τεραστίων σε έκταση κτημάτων και των σε λειτουργία Μονών, δήθεν «χάριν θεαρέστων έργων και προς οικοδομήν ιερών και αγαθοεργών καταστημάτων» (βλέπε Κων. Μ. Ράλλη, Το αναπαλλοτρίωτον της εκκλησ. περιουσίας, 1903, σσ. 28-30, 51-52). Στην περιουσία που απέμεινε επιβλήθηκε βαρύτατη έμμεση φορολογία, που όταν αυτή δεν ήταν δυνατόν να καταβληθεί, οδηγούσε σε δημόσιους πλειστηριασμούς!

γ. Ο «αγροτικός» και άλλοι νόμοι της β΄ και γ΄ δεκαετίας του 20ού αιώνα.

Η απαλλοτριωτική επιβολή του νεοελληνικού Κράτους σε βάρος της εκκλησιαστικής περιουσίας συνέχισε να δείχνει το ανάλγητο πρόσωπό της και κατά τα νεότερα χρόνια, ιδιαίτερα δε μετά τους βαλκανικούς πολέμους 1912-13. Έτσι, με τους Νόμους 1072/1917 και 2050/1920 (γνωστόν ως «αγροτικό νόμο»), αλλά και άλλους που ακολούθησαν (π.χ. 2189), επιβλήθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση μοναστηριακών κτημάτων, άλλοτε για την αποκατάσταση προσφύγων ή ακτημόνων και άλλοτε –αόριστα– για λόγους «προφανούς ανάγκης και δημοσίας ωφελείας». Και επειδή κατά κανόνα οι αριθμοί είναι πιο εύγλωττοι, σημειώνουμε όσα αποκαλυπτικά αναφέρονται στο υπ’ αρ. 976/780/18.4.1947 έγγραφο του Ο.Δ.Ε.Π. προς τη Γεν. Διεύθυνση Δημόσιου Λογιστικού του υπουργείου Οικονομικών, για το μέγεθος της απαλλοτριωτικής επιβολής του Κράτους: Από το 1917 ως το 1930 απαλλοτριώθηκαν εκκλησιαστικές εκτάσεις αξίας άνω του 1.000.000.000 προπολεμικών δραχμών. Το Κράτος καθόρισε αυτό το αντίτιμο, κατέβαλε στο Γενικό Εκκλ. Ταμείο τα 40 εκατομμύρια και οφείλει ακόμα τα 960! Αν τολμά το υπουργείο Οικονομικών ας υπολογίσει την ανεξόφλητη αυτή οφειλή του, ανάγοντάς την σε σημερινές τιμές με τις ανάλογες προσαυξήσεις τόκων κ.λπ.

δ. «Ρευστοποίηση» με το Νόμο 4684/1931 και καταποντισμός.

Με το Νόμο αυτό το Κράτος επέβαλε ουσιαστικά την εκποίηση («ρευστοποίηση») ενός ακόμα μεγάλου τμήματος της εκκλησιαστικής περιουσίας, παρά τις αντιρρήσεις της Εκκλησίας. Ό,τι εισπράχθηκε, τοποθετήθηκε σε «εθνικά χρεώγραφα και χρηματόγραφα» (μας θυμίζουν μήπως τα σύγχρονα ομόλογα;), αλλά η αξία τους εξανεμίστηκε, σχεδόν στο σύνολό της, όταν η εθνική μας οικονομία καταποντίστηκε στη διάρκεια του Β΄ παγκόσμιου πολέμου, της ξενικής Κατοχής και του εμφυλίου που ακολούθησε.

ε. Νέα πλήγματα και η Σύμβαση του 1952.

Η Δ΄ Αναθεωρητική Βουλή (1946-50) και η ειδική Επιτροπή για τη σύνταξη Σχεδίου Συντάγματος, στο άρθρο 143 προέβλεπε την πλήρη απαλλοτρίωση όλης της εκκλησιαστικής περιουσίας, χωρίς αντάλλαγμα! Πρόσχημα; Η αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και γεωργοκτηνοτρόφων. Η Ιεραρχία αντέδρασε, η απόπειρα ματαιώθηκε, αλλά το Κράτος με το Ν.Δ. 327/1947 και αυτό της 29.10.1949 επέφερε νέα πλήγματα. Η κυβέρνηση Πλαστήρα, ενώ το Σύνταγμα και του 1952 όριζε ότι «επικρατούσα θρησκεία εν Ελλάδι είναι η Ανατολική Ορθόδοξος», προέβαλε την απαίτηση να παραχωρηθεί η εκκλησιαστική περιουσία στο Κράτος, με την απειλή μάλιστα διακοπής της μισθοδοσίας των εφημερίων (περί της οποίας βλ. στη σελ. 22 εξ. του παρόντος). (* Το Σύνταγμα αυτό, όπως και τα μεταγενέστερα, αναγνωρίζει την Ορθόδοξη Εκκλησία ως «επικρατούσα» θρησκεία, όχι με ποσοτική «αλλά και με ποιοτική έννοια, αναφερομένη στην πρόνοια αυτού να παραμείνει επικρατούσα» (Κων. Ραμιώτης).)

Οι αφόρητες πιέσεις του Κράτους είχαν ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα την υπογραφή της από 18.9.1952 «Συμβάσεως περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και ακτημόνων γεωργικών κτηνοτρόφων», που κυρώθηκε με το Β.Δ. της 26.9/8.10.1952 (ΦΕΚ 299 Α΄). Η Σύμβαση αυτή ήταν επαχθής για την Εκκλησία, αφού υποχρεώθηκε να παραχωρήσει στο Κράτος τα 4/5 (80%) της καλλιεργούμενης ή καλλιεργήσιμης αγροτικής περιουσίας της και τα 2/3 των βοσκοτόπων. Το αντάλλαγμα; Μόλις το 1/3 της πραγματικής αξίας και κάποια αστικά ακίνητα/οικόπεδα. Το σημαντικό στοιχείο στη Σύμβαση αυτή, που σκόπιμα παρασιωπάται για ευνόητους λόγους, από τους καλοθελητές είναι ότι σ’ αυτήν περιέχεται η διακήρυξη του Κράτους ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση είναι η τελευταία και δεν πρόκειται να υπάρξει νεότερη στο μέλλον, ενώ δεσμεύεται να παρέχει και κάθε αναγκαία υποστήριξη (υλική και τεχνική), ώστε να μπορέσει η Εκκλησία να αξιοποιήσει την ελάχιστη εναπομείνασα περιουσία της.

Αλλά, δυστυχώς, το Κράτος αποδείχθηκε και στη δέσμευσή του αυτή αναξιόπιστο. Διότι με νέα διοικητικά μέτρα όχι μόνο δεν υποστήριξε, αλλά δεν επέτρεψε στην Εκκλησία να αξιοποιήσει ό,τι της απέμεινε. Οι κρατικές Υπηρεσίες, άλλοτε αμφισβητώντας την κυριότητα, με το να ζητούν τίτλους κυριότητας από εποχές που το Κράτος μας δεν υπήρχε, άλλοτε μη δεχόμενο την εγκυρότητα ή την ισχύ αυτοκρατορικών εγγράφων ή πατριαρχικών σιγιλίων και σουλτανικών φιρμανίων, ή χαρακτηρίζοντας ως δασικές ή «διακατεχόμενες» τις μοναστηριακές εκτάσεις, στην πράξη εμπόδισαν και εμποδίζουν την Εκκλησία να αξιοποιήσει την λίγη περιουσία της. Και το πρόβλημα επιτείνεται με τη συστηματική καλλιέργεια της εντύπωσης ότι η Εκκλησία κατέχει… αμύθητη περιουσία, την οποία δήθεν δεν διαθέτει ή δεν αξιοποιεί για το καλό του λαού!

Και όχι μόνον αναξιόπιστο αποδείχθηκε, αλλά συνέχισε τις απόπειρες για διαρπαγή και της εναπομείνασας περιουσίας:

στ. Κατά την τελευταία 35ετία.

Από το 1975 και μετά εντείνονται οι πιέσεις για τον λεγόμενο «χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους», ενώ το 1976 ο τότε υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων (Γεώργ. Ράλλης) κατάρτισε σχέδιο για την παραχώρηση στο Κράτος των 3/4 (75%) της περιουσίας και η Εκκλησία να κρατούσε το υπόλοιπο 1/4 (25%). Η προσπάθειά του ναυάγησε. Ο διάδοχός του στον υπουργικό θώκο (Ιωάν. Βαρβιτσιώτης) πρότεινε πιο σκληρό σχέδιο: Το Κράτος να πάρει τα 4/5 (80%) και στην Εκκλησία να μείνει το 1/5 (20%). Κι αυτό δεν υλοποιήθηκε. Το 1985 ο υπουργός Παιδείας (Απ. Κακλαμάνης) κατάρτισε νομοσχέδιο με θέμα «Ρύθμιση θεμάτων μοναστηριακής περιουσίας» και το επόμενο έτος ο νέος υπουργός (Αντ. Τρίτσης) εμφάνισε σχέδιο Συμφωνίας διάρκειας 100 χρόνων για ανάπτυξη της εκκλησιαστικής περιουσίας και αξιοποίησή της από τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, που θα απέδιδαν 10% στην Εκκλησία και 5% στο Κράτος. Ευτυχώς που και το σχέδιο αυτό δεν υλοποιήθηκε, αν ληφθεί υπόψη ο βίος και η πολιτεία του συνόλου σχεδόν των καταχρεωμένων Συνεταιρισμών (εκτός εξαιρέσεων…).

Αλλά ο τότε υπουργός Τρίτσης επέμεινε. Κατάρτισε και έφερε στη Βουλή νομοσχέδιο, που ψηφίστηκε ως Νόμος 1700/1987 και υπήρξε το αποκορύφωμα της κρατικής επιβολής σε βάρος της εκκλησιαστικής περιουσίας που είχε απομείνει. Παρά τις αντιδράσεις, η πλειοψηφία της Βουλής ψήφισε το Νόμο, με τις διατάξεις του οποίου θα άλλαζαν οι κανόνες διοίκησης, διαχείρισης και εκπροσώπησης της μοναστηριακής περιουσίας, το Κράτος θα διόριζε το Διοικ. Συμβούλιο του Ο.Δ.Ε.Π., για να διοικεί την εκκλησιαστική περιουσία, ενώ γινόταν επέμβαση και στον τρόπο διοίκησης και διαχείρισης των ενοριακών ναών κ.λπ. Η τύχη του Νόμου αυτού είναι γνωστή: Το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε την Πράξη συγκρότησης του Συμβουλίου του Ο.Δ.Ε.Π. (απόφαση 5057/1987), το Κράτος δεν τόλμησε να εφαρμόσει τους Νόμους 1700/1987 και 1811/1988, κάποιες Μονές προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για παραβίαση με τους Νόμους αυτούς άρθρων της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης και του Πρώτου Πρωτοκόλλου της. Και δικαιώθηκαν, διότι το Δικαστήριο με την απόφασή του 10/1993/405/483/484/9.12.1994:

• Διαπίστωσε ότι ο Νόμος 1700 παραβίασε θεμελιώδη δικαιώματα των ιερών Μονών για τα περιουσιακά τους δικαιώματα.

• Ανέτρεψε τη μέχρι τότε υπέρ του Κράτους νομολογία των ελληνικών Δικαστηρίων και επέβαλε σ’ αυτά πλήρη συμμόρφωση προς τη Σύμβαση της Ρώμης.

• Διακήρυξε ότι οι Μονές –και άρα η Εκκλησία της Ελλάδος– δεν είναι κρατικοί οργανισμοί, έστω κι αν χαρακτηρίζονται νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

• Διασαφήνισε ότι οι Μονές μπορούν να επικαλούνται κάθε τρόπο κτήσεως της κυριότητας της περιουσίας τους (και με χρησικτησία), αφού «δεν υπάρχει κτηματολόγιο στην Ελλάδα», και διότι ήταν αδύνατη η μεταγραφή τίτλων προ του 1856 και η μεταγραφή κληροδοσιών και κληρονομιών προ του 1846, και

• Επέλυσε την αμφισβήτηση, υπέρ των ιερών Μονών, του θέματος των «διακατεχομένων» (κτημάτων χωρίς νόμιμους τίτλους) τα οποία νέμεται η Εκκλησία, με το τεκμήριο της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας.

Παρά το «πάγωμα» των δύο αυτών Νόμων (1700 και 1811), το 1998 επιχειρήθηκε από τη Γεν. Γραμματεία Δασών η ενεργοποίηση της Σύμβασης που προέβλεπε ο δεύτερος Νόμος, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Αλλά δεν έπαψε η αναμόχλευση του θέματος «εκκλησιαστική περιουσία», όπως συνέβη το έτος 2000, όταν το Πανελλήνιο βρισκόταν σε ανησυχία και αναστάτωση για το ζήτημα της μη αναγραφής του θρησκεύματος στα νέου τύπου δελτία ταυτότητος, ή μετά το 2009, όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση, ήρθε στην Ελλάδα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (Τρόικα) και υπογράφτηκε το «Μνημόνιο…». Τότε όχι ξαφνικά, αφού ήταν αναμενόμενο, ξαναζεστάθηκε η σούπα της εκκλησιαστικής περιουσίας, σερβίρεται διαρκώς από τα Μ.Μ.Ε. και οι αγνοούντες την αλήθεια η οι καλοθελητές αναμασούν τα ίδια και τα ίδια, προβάλλοντας όμως και δύο νέα ζητήματα: Γιατί οι κληρικοί να μισθοδοτούνται από το Κράτος, και Γιατί να μη φορολογείται η Εκκλησία. Στα δύο αυτά δίδεται στη συνέχεια απάντηση.

5. Γιατί οι Κληρικοί να μισθοδοτούνται από το Κράτος;

Σε περιόδους κρίσης είναι αναμενόμενο να ακούγονται κραυγές του τύπου «το Κράτος πληρώνει τους μισθούς των υπηρετών του Θεού», «πουθενά στον κόσμο οι ιερωμένοι δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι» (φυσικά, αφού είναι λειτουργοί, όπως οι δικαστικοί, οι εκπαιδευτικοί κ.λπ.) και αξιώνεται από κάποιους να σταματήσει η μισθοδοσία τους από τον Κρατικό Προϋπολογισμό και τη δαπάνη να αναλάβει η Εκκλησία. Κάνοντας μία σύντομη αναδρομή στο θέμα σημειώνουμε ότι μέχρι το 1945 οι ιερείς αμείβονταν από τη λεγόμενη εισφορά των ενοριτών. Τότε λοιπόν εκδόθηκε ο Α.Ν. 536/1945 «Περί ρυθμίσεως των αποδοχών του Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου της Ελλάδος, του τρόπου πληρωμής αυτών και περί καλύψεως της σχετικής δαπάνης». Και από την 1.10.1945 άρχισε όχι μόνον η μισθοδοσία αλλά και η «εισφορά 25% επί των ακαθαρίστων εισπράξεων των ενοριακών και συναδελφικών, ως και των υπό ειδικών νόμων διεπομένων Ναών» (άρθρο 2, § 2Α). Η εισφορά 25% αυξήθηκε σε 35% με διάταξη του Α.Ν. 469/1968, αλλά καταργήθηκε από 1.1.2004 (άρθρο 15 του Νόμου 3220/2004). Σημειώνεται ότι επί 60 χρόνια η εισφορά 25% και 35% καταβαλλόταν από τους Ναούς στα Δημόσια Ταμεία «ανά τρίμηνον».

Υποστηρίζοντας τη θέση ότι το Κράτος οφείλει να μισθοδοτεί τους εφημερίους και επισκόπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας, πλήν των άλλων, επικαλούμαστε δύο επιχειρήματα:

α. Αφού το ελληνικό Κράτος απαλλοτρίωσε, ουσιαστικά χωρίς αντάλλαγμα, το μέγιστο μέρος της εκκλησιαστικής περιουσίας, έχει την υποχρέωση να τηρήσει τη δέσμευσή του (βλέπε τη Σύμβαση του έτους 1952, σελ. 16 του παρόντος) ότι θα παρέχει την αναγκαία υποστήριξή του προς την Εκκλησία, όπως ορίζεται και στο Σύνταγμα (ισχύον και προγενέστερα). Άλλωστε, αφού η Εκκλησία απογυμνώθηκε από την περιουσία της, με τον τρόπο που αναφέρθηκε, αντικειμενικά δεν είναι δυνατόν να σηκώσει το βάρος της μισθοδοσίας του Κλήρου.

β. Η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων πολιτών είναι μέλη της Εκκλησίας, χωρίς να έχει ιδιαίτερη σημασία πόσο ενεργά η συνειδητά είναι. Παράλληλα τυγχάνουν και φορολογούμενοι πολίτες. Το Κράτος έχει την υποχρέωση, από τους φόρους που εισπράττει, να καλύπτει τις ανάγκες υγείας, εκπαίδευσης, ασφάλειας, πολιτισμού, άθλησης κ.λπ. των πολιτών του. Γι’ αυτό χτίζει και λειτουργεί νοσοκομεία, σχολεία, πολιτιστικά και αθλητικά κέντρα κ.α. Αλλά, εμείς οι φορολογούμενοι πολίτες του, είμαστε και ορθόδοξοι χριστιανοί στην πλειονότητά μας. Και όπως θέλουμε και απαιτούμε από το Κράτος να μας εξασφαλίζει –με τους φόρους μας– το δάσκαλο, το γιατρό, το δικαστή, τον αστυνομικό, το φρουρό της Πατρίδας, έχουμε την αξίωση να μισθοδοτεί και τον ιερέα και επίσκοπό μας, για να καλύπτουν τις ψυχικές, πνευματικές και μεταφυσικές ανάγκες μας. Και αν θελήσει κάποιος να υποστηρίξει το αντίθετο, σημαίνει πως αρνείται την ψυχοπνευματική υπόσταση του ανθρώπου. Δεν μπορεί το Κράτος να διαθέτει μεγάλα ποσά για επιχορηγήσεις ασήμαντων ουσιαστικά δράσεων (δήθεν πολιτιστικών, αθλητικών, καλλιτεχνικών κ.λπ.) και να ψάχνει τρόπους να στερήσει, από τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών του, την πνευματική και θρησκευτική ποδηγέτησή τους.

6. Γιατί να μη φορολογείται η Εκκλησία;

Η παραπληροφόρηση σε όλο το μεγαλείο της. Αρκεί μία περιήγηση σε διάφορες ιστοσελίδες του Internet, για να διαπιστώσει κανείς πόσα ψέματα, πόσες ανακρίβειες και πόση χολή διαπερνούν πολλά από τα αναρτημένα κείμενα. «Η Εκκλησία είναι ο μεγαλύτερος ιδιοκτήτης γης στη Ελλάδα, μεγαλομέτοχος επιχειρήσεων και μεγαλοκαταθέτης», γράφει κάποιος, χωρίς να παραθέτει κανένα στοιχείο που να τεκμηριώνει την άποψή του.

Άλλος προσθέτει ότι η Εκκλησία απολαμβάνει «καθεστώς μόνιμης φορολογικής ασυλίας». Είναι όμως έτσι; Ασφαλώς όχι. Διότι και τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου καταβάλλουν στο Δημόσιο Ταμείο ό,τι με τους Νόμους καθορίζει η Βουλή των Ελλήνων. Έτσι, τώρα που συντάσσεται το παρόν (τέλος Οκτωβρίου 2011), ισχύουν και εφαρμόζονται τα επόμενα για τη φορολόγηση της Εκκλησίας:

1. «Τα εισοδήματα που αποκτούν από την εκμίσθωση οικοδομών και γαιών οι ιεροί ναοί, οι ιερές μητροπόλεις, οι ιερές μονές του Αγίου Όρους, η ιερά μονή Πάτμου, η ιερά μονή Σινά, η Αποστολική Διακονία, ο Πανάγιος Τάφος, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας, η Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου και οι ιερές σταυροπηγιακές μονές Κύπρου, τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα που νόμιμα έχουν συσταθεί η συνιστώνται και τα οποία επιδιώκουν αποδεδειγμένα κοινωφελείς σκοπούς, καθώς και τα ημεδαπά κοινωφελή ιδρύματα, φορολογούνται με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) (άρθρο 12 § 4 του Νόμου 3842/23.4.2010, ΦΕΚ 58, τεύχος Α΄).

2. Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.), «για επιτακτικούς λόγους εθνικού συμφέροντος που συνίστανται στην άμεση μείωση του δημοσιονομικού ελλείματος… στις ηλεκτροδοτούμενες για οικιστική ή εμπορική χρήση δομημένες επιφάνειες…», ανάλογα με το εμβαδόν της δομημένης επιφάνειας, το ύψος της τιμής ζώνης κ.λπ. (άρθρο 53 § 1-2 του Νόμου 4021/3.10.2011 ΦΕΚ 218, τεύχος Α΄). Στο ειδικό αυτό τέλος δεν υπόκεινται φυσικά τα ακίνητα που χρησιμοποιούνται από την Εκκλησία «για να επιτελούν το λατρευτικό, εκπαιδευτικό, θρησκευτικό και κοινωφελές έργο τους» (άρθρο 53 § 5 β΄ και γ΄ ίδιου Νόμου και άρθρο 29 § 1 εδάφια ια΄ και ιγ΄ του Νόμου 3842/2010), εξαίρεση που ισχύει και για το Δημόσιο, τα λοιπά ΝΠΔΔ, τους ΟΤΑ και τις δημοτικές επιχειρήσεις. Εννοείται όμως ότι η Εκκλησία καταβάλλει το ειδικό τέλος για τα λοιπά ακίνητά της.

3. Φόρο με συντελεστή 3‰ με βάση την αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας (πλήν των παραπάνω εξαιρέσεων).

4. Φόρο με συντελεστή 0,5% στην αξία των κληρονομιών και δωρεών.

5. Τέλος χαρτοσήμου και δικαιώματα ΟΓΑ (2,40%) στις χρηματικές παροχές των χριστιανών προς τους ιερούς ναούς για ιεροπραξίες.

6. Επίσης παρακρατεί και αποδίδει στις ΔΟΥ τα επόμενα:

α. Φόρο μισθωτών υπηρεσιών των εκκλησιαστικών υπαλλήλων

β. ΦΠΑ με τους προβλεπόμενους συντελεστές για υπηρεσίες και αγαθά

γ. Φόρο εισοδήματος 8% σε όλα τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών

δ. Φόρο εισοδήματος 4% για όλα τα δελτία αποστολής αγαθών και 1% για τα υγρά καύσιμα.

Ας σημειωθεί επιπλέον ότι πολλές Ι. Μητροπόλεις, Ναοί και Μονές από 1.8.2011 επιβαρύνονται με πολύ σημαντικά ποσά για την ταχυδρόμηση των περιοδικών που αποστέλλουν –κατά κανόνα δωρεάν– σε πολλούς χριστιανούς στα πλαίσια του ποιμαντικού τους έργου, μετά την έκδοση του Νόμου 3986/1.7.2011 (ΦΕΚ Α΄ 152) «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015», οι διατάξεις του οποίου κατάργησαν το Ειδικό Τιμολόγιο των εκδοτών εντύπων για τα ταχυδρομικά τέλη. (* Τα οποία υπερβαίνουν τα 400 σε όλη την Ελλάδα.),

Προς απάντηση τέλος εκείνων που παραποιούν την αλήθεια, παρατίθεται και η κατακλείδα Δελτίου Τύπου της Ιεράς Συνόδου (15.9.2011) περί φορολογήσεως της Εκκλησίας, που αναφέρει:

«Η Εκκλησία της Ελλάδος επιθυμεί να τονίσει ότι η απαλλαγή από το φόρο ακίνητης περιουσίας για τα ακίνητα λατρευτικής, θρησκευτικής και κοινωφελούς χρήσεως ισχύει από το έτος 2008 για όλα τα θρησκεύματα και δόγματα που έχουν ακίνητη περιουσία εντός της Ελλάδος και αφ’ ετέρου ότι, παρότι τα έσοδά της προέρχονται μέχρι σήμερα από το υστέρημα των πιστών και χρησιμοποιούνται για τη συντήρηση των θρησκευτικών και κοινωφελών της ιδρυμάτων, ουδέποτε ζήτησε κάποια άνιση φορολογική μεταχείριση σε σχέση με τους υπόλοιπους φορολογούμενους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς της Χώρας».

Παρά την απαλλοτρίωση όμως και τη διαρπαγή του μέγιστου μέρους της περιουσίας της, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος δεν έπαψε να στέκεται συμπαραστάτης των τοπικών κοινωνιών, των εμπερίστατων ανθρώπων των ασθενών, των φυλακισμένων, των νέων, της τρίτης ηλικίας. Ιδού ένα εντελώς πρόσφατο παράδειγμα: Στις 19 Ιουλίου 2011 κηδεύθηκε πολιός Μητροπολίτης νησιωτικής Μητροπόλεως. Ο αρχιγραμματεύς της Ι. Συνόδου που εκφώνησε τον επικήδειο λόγο είπε μεταξύ άλλων:

Σχολεία, παιδικοί σταθμοί, αθλητικοί χώροι, εργατικαί κατοικίαι, ιδρύματα και πολιτιστικά κέντρα και άλλα ανηγέρθησαν ή λειτουργούν εις χώρους εκκλησιαστικής ή μοναστηριακής ιδιοκτησίας, οι οποίοι με την προτροπήν του ημετέρου Επισκόπου παρεχωρήθησαν δωρεάν προς τον σκοπόν αυτόν. Ακόμη και η διάνοιξις οδών, η δημιουργία πλατειών, έχει γίνει εις εκκλησιαστικούς χώρους τη προτροπή του μακαριστού Μητροπολίτου μας προς όφελος των πτωχών και εν γένει του κοινωνικού συνόλου. Ιδού, πως αξιοποιεί η Εκκλησία την περιουσίαν της!

Γι’ αυτό ας σταματήσουν επιτέλους οι ανακρίβειες και τα ψέματα για τα θέματα εκκλησιαστική περιουσία, φορολόγηση της Εκκλησίας, μισθοδοσία των ορθοδόξων κληρικών.



infognomonpolitics

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Θα έρθουν και για σένα…


«Πρώτα ήρθαν για τους δημόσιους υπαλλήλους. Και δεν ύψωσα τη φωνή μου, γιατί δεν ήμουν δημόσιος υπάλληλος./
Κατόπιν ήρθαν για τους ιδιωτικούς υπαλλήλους. Και δεν ύψωσα τη φωνή μου, γιατί δεν ήμουν ιδιωτικός υπάλληλος./
Κατόπιν ήρθαν για τους συνταξιούχους. Και δεν ύψωσα τη φωνή μου, γιατί δεν ήμουν συνταξιούχος./
Κατόπιν ήρθαν για μένα. Και δεν είχε απομείνει πια κανείς για να υψώσει τη φωνή του για μένα».
(Νίκος Καρούζος)
Η καλή και ωραία ποίηση προηγείται από τις άλλες τέχνες στην αποτύπωση των πλησιαζόντων γεγονότων. Είναι το προκεχωρημένο φυλάκιο του λόγου.
Ο Καρούζος, δεκαετίες πριν, άνοιξε μια σχισμάδα και είδε το ζοφερό μέλλον, το παρόν μας. Η «πυρηνική» φράση-στίχος είναι το «κατόπιν ήρθαν για μένα». Ποιός δεν αισθάνεται κοντά του το ρυπαρό χνώτο μιας μνημονιακής ύαινας;
Τώρα ήρθαν και για τους εκπαιδευτικούς. Μόνο κάτι ξεθωριασμένες και αναξιόπιστες φωνές ακούγονται, των συνδικαλιστών. Για πολλά χρόνια οι χαραμοφάηδες συνδικαλιστές μας – ΟΛΜΕ και ΔΟΕ, καθηγητών και δασκάλων-στα πλαίσια της επαναστατικής γυμναστικής και για να δικαιολογήσουν την χωρίς θεμέλιο νόημα κι ονειροφόρο ορίζοντα παρουσία τους, μας «κατέβαζαν» σε απεργίες με το εξής κρανιοκενές αίτημα: μείωση του ωραρίου και αύξηση των μισθών. Τώρα που γίνεται το ανάποδο και επικρέμεται επί της κεφαλής μας η απόλυση, την έπαθαν σαν τον τσομπάνη με τους λύκους που τρώνε τα πρόβατα. Οι μνημονιακοί λύκοι κατασπαράσσουν τα πρόβατα, αλλά κανείς δεν ακούει τις τσιρίδες τους.
Έγραψα πρόβατα. Λάθος. Και πολλά πρόβατα, μεταβλήθηκαν σε λύκους προβατόσχημους. Διαβάζω στην εφ. «Ελευθεροτυπία» (7.7.2013):  «Ήδη, οι εκπαιδευτικοί που μπήκαν στην εκπαίδευση μέσω ΑΣΕΠ και αυτοαποκαλούνται "καθηγητές πρώτης τάξης", έκαναν το πρώτο βήμα. Καλούν τους συναδέλφους τους να μπουν σε σύλλογο που συστήνεται τώρα και περιλαμβάνει όλους τους εκπαιδευτικούς που μπήκαν αξιοκρατικά στην εκπαίδευση, μέσω γραπτών εξετάσεων του ΑΣΕΠ. Αμέσως μετά τη διοικητική πράξη σύστασης του συλλόγου, ο δικηγόρος του συλλόγου θα καταθέσει ασφαλιστικά μέτρα στο υπουργείο Παιδείας με τα οποία θα ζητούν την απόλυτη εξαίρεσή τους από κάθε διαδικασία κινητικότητας. Υποδεικνύουν δηλαδή στην κυβέρνηση ποιοι πρέπει να απολυθούν πρώτοι, αν γίνουν απολύσεις καθηγητών. Ποιοι είναι αυτοί; Αυτοί που έχουν διοριστεί είτε με επετηρίδα είτε μέσω της προϋπηρεσίας τους ως αναπληρωτών. Και μετά, ποιοι έχουν σειρά; Για να δούμε...».
Είμαι δάσκαλος της επετηρίδας. Δεν ανήκω στην «πρώτη τάξη». Δόξα το Θεώ δεν αποφοίτησα από παιδαγωγικά τμήματα. Είμαι πτυχιούχος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης, της «Μεγάλης του Γένους Σχολή», όπως την ονομάζαμε, στην οποία μαθητεύσαμε παρά τους πόδας Δασκάλων που είχαν το «ήθος του δασκάλου». Εκείνοι οι δάσκαλοί μας κρατούσαν στο ένα χέρι τους το Ευαγγέλιο και στο άλλο τον Όμηρο, μας μιλούσαν για πίστη, πατρίδα και γλώσσα, τα τιμαλφή του Γένους και έβλεπαν τον εαυτό τους θεματοφύλακα της ελληνικής παράδοσης, από τον Τρωικό πόλεμο και τα κατορθώματα του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου, ως την Επανάσταση του ’21 και την ιστορία του Παπαρηγόπουλου. Εκείνοι οι δάσκαλοί μας δεν ήξεραν πολλά πράγματα από το τι γινόταν έξω από τα σύνορα του έθνους ούτε νέες τεχνολογίες και ξένες γλώσσες. Δεν ήταν φορτωμένοι διδακτορικά και μεταπτυχιακά ούτε ήταν μπουκωμένοι από τις αναθυμιάσεις του φράγκικου μοντερνισμού, δεν σπούδασαν στα Παρίσια. Γνώριζαν όμως αρχαία ελληνικά και ιστορία και μετέδιδαν την φλόγα της ψυχής τους, πολλές φορές με πολλή ρητορική, αλλά πάντοτε με εντιμότητα και ευθύνη. Οι αλήθειες που συγκλόνισαν τους Πατέρες και τους Μάρτυρες, τους αγωνιστές και τους ήρωες, που διέσωσαν το Γένος ήταν ο άρτος που απλόχερα μας μοίραζαν.
Έκλεισαν οι σχολές και ήρθαν τα τμήματα. Έφυγαν οι Δάσκαλοι και ήρθαν από την Εσπερία τα ημιμαθή σκύβαλα τύπου Ρεπούση, που «μόρφωσαν» «πρώτης τάξεως» γενίτσαρους εκπαιδευτικούς. (Ελάχιστες οι λαμπρές εξαιρέσεις φοιτήτρια του παιδαγωγικού Θεσσαλονίκης μού κατήγγειλε ότι μεταξύ των μαθημάτων του τμήματος περιλαμβάνεται και διδασκαλία για το πώς θα περάσει η ομοφυλοφιλία στα γλωσσικά εγχειρίδια.  Το μάθημα των Θρησκευτικών, το οποίο προβλέπεται από το αναλυτικό πρόγραμμα, δεν διδάσκεται, όμως η ασέλγεια και η αναισχυντία έχουν θέση σε πανεπιστημιακό αμφιθέατρο). Για όλο αυτό το ασκέρι των εθνοαποδομητών-προδοτών ισχύει ό,τι είχε πει ο Χουρμούζης, αγωνιστής του ’21 και συγγραφέας, για τους ξενόφερτους ψαλιδόκωλους. (Με αυτόν τον υπέροχο χλευασμό υποδέχτηκε ο λαός τους λογιότατους και σοφολογιότατους που ήρθαν στην «ματοκυλισμένη» πατρίδα, μετά την Επανάσταση βεβαίως, για να την κυβερνήσουν-λεηλατήσουν. Φορούσαν φράκο το οποίο έχει σχήμα ψαλιδιού όπισθεν και πλησίον του «πισινού»).
Έλεγε, λοιπόν, ο Μ.Χουρμούζης:
«Απροκάλυπτος περιφρόνησις των πατρίων μας και της θρησκείας ακόμη, ως δείγμα ευρωπαϊκής προόδου. Συμπεριφορά γελοιωδεστάτη, δήθεν υψηλής ανατροφής και σφαίρας αριστοκρατικής. Ξιπασμένων οψιπλούτων αηδέστατοι επιδείξεις! Πτωχοαλαζονεία άξια οίκτου· γλώσσα παρδαλή:
Έμαθε και ξένην γλώσσα κι όταν ομιλεί θαυμάζω.
Είναι Έλλην; Είναι Φράγκος; Απορώ και τον θαυμάζω».
(Τ. Λιγνάδης, «Το μυστήριο, το κάλλος και η ιθαγένεια του τοπίου», εκδ. «Ακρίτας», σελ. 200).
Όλη όμως αυτή η τρομοκρατική επίθεση κατά των εκπαιδευτικών εκλύει και τα ημέτερα ανομήματα και αμαρτήματα.
Πρώτον: Λέμε και γράφουμε ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα, εδώ και 40 χρόνια, παράγει διανοητικές μηχανές αντί να πλάθει χαρακτήρες, αφιλότιμους πενταροκυνηγούς και όχι δασκάλους που, κατά τον Παλαμά, θα σμιλέψουν ψυχές. Τώρα που κατέφθασε η τρικυμία ξεβράζονται όλες οι αμαρτίες του παρελθόντος. Καθηγητές εναντίον δασκάλων. «Πρώτης τάξης» εκπαιδευτικοί εναντίον υποδεεστέρων κατ’ αυτούς «συναδέλφων». (Συνάδελφος; τι είναι αυτό; τρώγεται;). ΑΣΕΠ κατά της επετηρίδας. Η ήδη καταρρακωμένη εικόνα του εκπαιδευτικού επιδεινώνεται και δικαίως.
Πώς να μας κρίνει η κοινωνία, όταν βλέπει ανθρώπους, οι οποίοι υποτίθεται ότι έχουν ως αποστολή την διά του παραδείγματός τους, κυρίως, διδασκαλία της αλληλεγγύης, της θυσιαστικής αυτοπροσφοράς, της συναδελφικότητας, της αντίστασης στους λυμεώνες της πατρίδας, να αλληλοσπαράσσονται;
Δεύτερον: Η διδασκαλία θέλει τόλμη και αρετή. Προσανάμματά της είναι η ελευθερία και το γενναίο φρόνημα. Τώρα, εν μέσω τρομοκρατίας και απειλών, θα φανούν οι καλοί οι καπετάνιοι. Το Νέο Σχολείο, που ονειροφαντάζονται οι μνημονιομανιακοί, είναι το σχολείο της αμάθειας και της μετριοκρατίας, ένα νεκρό σχολείο. Όλα αυτά τα ακυρώνει ο εκπαιδευτικός, που δεν αισθάνεται βαρύ το χάλκεον χέρι του φόβου. Ιδού καιρός ευπρόσδεκτος… Ιδού καιρός για να μεγαλουργήσουν καρδιές…
Τρίτον, όσες χαιρέκακες ανθρωποκάμπιες ευφραίνονται με τις απολύσεις και τις διαλύσεις οικογενειών παραπέμπω και πάλι στον Καρούζο. Θα έρθουν και για σας…

Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

H ραγδαία στροφή στην Oρθοδοξία εκατομμυρίων Tούρκων! Tο Bυζάντιο επανέρχεται AΛΛA ΣTHN... TOYPKIA

(Aυτά... την ώρα που η Eλλάδα απεμπολεί τις βυζαντινές της ρίζες και δικαιώματα...) 


H Tουρκία διεκδικεί τη βυζαντινή κληρονομιά ως εναλλακτική λύση σε περίπτωση πτώσης του κεμαλισμού και ως μανδύα για την ευρωπαϊκή της προοπτική 

 Toυ Γιώργου Aλεξάνδρου
Δεν έχουμε το δικαίωμα να πούμε ότι το Bυζάντιο δεν είναι δικό μας»! Aυτά δεν είναι λόγια ενός Έλληνα ούτε ενός Oρθοδόξου. Eίναι η εισηγητική εκφώνηση του υπουργού Tουρισμού και Πολιτισμού της Tουρκίας, Aττίλα Kοτς στο A’ Διεθνές Eρευνητικό Συμπόσιο για το Bυζάντιο, του 2007.
Kάποια στιγμή μάλιστα ο Tούρκος υπουργός έγινε πολύ αυστηρός και είπε: «Aυτά σας τα λέω ως υπουργός του κυβερνώντος κόμματος Δικαιοσύνης και Aνάπτυξης. Δεν έχετε το δικαίωμα να λέτε ως Tούρκοι ότι το Bυζάντιο δεν είναι δικό σας. Δεν μπορείτε να το λέτε αυτό γιατί μετά δεν θα έχετε κανένα δικαίωμα σε αυτή τη γη. Aυτή η γη είναι των Tούρκων και σήμερα είναι των κατοίκων της Tουρκικής Δημοκρατίας· όμως, αυτά που λέω εδώ μπορεί να κατακριθούν, αλλά σε αυτή τη γη ζήσανε και Bυζαντινοί. Tο Mουσείο της Aγίας Σοφίας που το μετέτρεψε σε τζαμί ο Σουλτάνος Φατίχ Mεχμέτ, είναι βυζαντινή κληρονομιά. Δεν το γκρεμίσαμε, το χρησιμοποιήσαμε. Δεν έχετε το δικαίωμα να λέτε ότι το Bυζάντιο δεν είναι δικό μας. Πρέπει όμως να είμαστε προσεκτικοί στα θέματα αυτά για λόγους εθνικής ενότητας».
Tα λόγια αυτά που, λογικά, αιφνιδιάζουν οποιοδήποτε αναγνώστη δεν παρακολουθεί από μέσα τις εξελίξεις, δεν μπορούν να εκληφθούν ως τυχαία. Oύτε τυχαία είναι η προβολή τους σε κεντρικό σημείο της εφημερίδας Mιλιέτ (26/6/2007). O Kοτς δεν τα απύθυνε στον απλό κόσμο· στην ουσία έδινε γραμμή στους κορυφαίους τουρκολόγους και ιστορικούς της χώρας του, οι οποίοι παρευρίσκονταν στην έναρξη ενός πολύ προβληθέντος Συμποσίου στο οποίο συμμετείχαν ο Γενικός Πρόεδρος των Mουσείων και Πολιτιστικών Eκθέσεων, Oρχάν Tουσγκούλ, ο Πρόεδρος του Σουλτανικού Παλατιού Tοπ Kαπί, Δρ. Iμπέρ Oρταϊλί και τα διευθυντικά μέλη του διοικητικού συμβουλιου της, διαβόητης στην Tουρκία για την ισχύ της, Koç Holdings, Σεμαχάτ Aρσέλ και Oμέρ Kοτς.
Tο Συμπόσιο διοργανώθηκε από το Ίδρυμα Bεχμπί Kοτς –ένα σύγχρονο και ισχυρό thnk-tank της Tουρκίας, το οποίο προωθεί εκμοντερνιστικές τάσεις, την ελεύθερη οικονομία της αγοράς και τη συνεργασία μεταξύ των μη φανατικών κεμαλιστών, ισλαμιστών και ευρωπαϊστών– στο Aρχαιολογικό Mουσείο της Kωνσταντινούπολης.
Aυτή η γραμμή που παρουσιάζει την Tουρκία ως τον κληρονόμο του Bυζαντίου επιδιώκει σήμερα  τη διαμόρφωση μιας νέας τουρκικής ευρωπαϊκής ταυτότητας όχι μόνο προς το εσωτερικό της χώρας, αλλά και προς το εξωτερικό. Kαι έχει αποτελέσματα! Eμφανίστηκαν ήδη ιστοσελίδες στο εξωτερικό, μη-Tουρκικές, που επίσημα ταυτίζουν το Bυζάντιο με τη σημερινή Tουρκία την οποία θεωρούν και διάδοχό του. Για παράδειγμα στην ιστοσελίδα www.about.com η οποία παγκοσμίως είναι πολύ δημοφιλής σε όλους τους αγγλόφωνους, δημοσιεύεται άρθρο με τίτλο «Byzantium (Turkey)», τίτλος ο οποίος ταυτίζει πλήρως την σημερινή Tουρκία με το Bυζάντιο.
Το τουρκικό βαθύ κράτος έχει αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι το βυζαντινό παρελθόν της γης του μπορεί να αποτελέσει μεγάλο γεωπολιτικό όπλο. Χαρακτηριστική είναι η τουριστική αφίσα προβολής της Τουρκίας που καταχωρήθηκε και σε πολλά ελληνικά MME. Λείπει κάθε αναφορά στο οθωμανικό παρελθόν και προβάλλονται το ελληνιστικό, χριστιανικό και βυζαντινό παρελθόν της Μικρασίας. Ένα "φάρμακο" αναγκαίο για την απολογητική της ευρωπαϊκότητας της Τουρκίας.
Το ερώτημα που θέτει η πιθανότητα της ένταξης της Τουρκίας στην EE άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου για τις εθνολογικές συ­ζητήσεις στην Τουρκία. Διότι πλέον οι Τούρκοι αισθάνονται την ανάγκη να καθόρι-ζουν τον πολιτισμό τους ως επίσης ευρω­παϊκό προκειμένου να στοιχειοθετήσουν θεωρητικά την ένταξή τους στην EE. Προ­φανώς, όμως, την ευρωπαϊκότητά τους δεν μπορούν να τη βρουν στους Τούρκους της κεντρικής Ασίας. Την αποζητούν λοιπόν, στον αυτοκαθορισμός τους λοιπόν ως αυτόχθονες (Ίωνες και Βυζαντινοί). Τη συζήτηση άνοιξε ο ίδιος ο Τουρκούτ Οζάλ: «Δεν έχουμε τίποτα το τουρκικό στον πολιτισμό μας. Ολα του τα στοιχεία είναι μόνο ελληνικά!».
Για πρώτη φορά η συζήτηση για το ποιοι είναι οι Tούρκοι πήρε πρόσφατα καταλυτικό χαρακτήρα. Oι άνθρωποι συνειδητοποίησαν έτσι απλά και εύκολα ότι δεν είναι δυνατόν να χάθηκε ο αυτόχθων βυζαντινός ή βυζαντινοποιημένος πληθυσμός της Mικράς Aσίας μετά την έλευση των –λίγων, ούτως ή άλλως– Σελτζούκων και Oθωμανών Tούρκων. Tι απόγιναν οι Xριστιανοί-Bυζαντινοί κάτοικοι της Mικράς Aσίας μεγάλο μέρος των οποίων ήταν καθαρά ελληνικής καταγωγής; Προφανώς... τουρκοποιήθηκαν.
Ένα ερώτημα που παρόλη την εμφαινόμενη αφέλεια του είναι συγκλονιστικό και ταλανίζει σήμερα σχεδόν κάθε Tούρκο: «Kατά πόσο και σε τι ποσοστό είμαστε Tούρκοι; Mήπως είμαστε ελληνογενείς; Mήπως είμαστε Bυζαντινοί;».
Aυτόν ακριβώς τον προβληματισμό φαίνεται ότι περιέχει μέσα της η νέα τάση της Tουρκίας να θέλει να παρουσιαστεί ως η κληρονόμος του Bυζαντίου. Kαι μάλιστα δίνει λύση στο πρόβλημα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο! Aπομακρύνει τον κίνδυνο του Iσλάμ (αφού η αποδοχή της Bυζαντινής κληρονομιάς σχετίζεται κυρίως με την –αποδεκτή από την χριστιανική Eυρώπη– Oρθοδοξία), επιβεβαιώνει το ευρωπαϊκό πρόσωπο των Tούρκων (ποιος θα αρνηθεί να συμμετέχουν στην Eυρώπη οι «απόγονοι των Bυζαντινών;) και ταυτόχρονα «ανακουφίζει» πολλές από τις εσωτερικές της εντάσεις
H κουβέντα για την ρωμαίικη-ελληνική καταγωγή των σημερινών Tούρκων άνοιξε στην Tουρκία και δεν φαίνεται τίποτα ικανό να την σταματήσει. Tη συζήτηση άνοιξε ο ίδιος ο εκλιπών 8ος Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Tουρκίας, Tουργκούτ Oζάλ, το 1988, με το περίφημο και αμφιλεγόμενο στην Eλλάδα βιβλίο του, «H Tουρκία στην Eυρώπη», όπου σημείωνε με μεγάλη έμφαση προς τους Eυρωπαίους: «Θεωρώντας μας Tούρκους, μας διώχνετε. Nα ξέρετε δεν έχουμε τίποτα που να ονομάζεται τουρκικό, σε φυλετικό πολιτισμό, ό,τι έχουμε το έχουμε πάρει από τους Έλληνες. O πολιτισμός μας είναι ελληνικός πολιτισμός, ακόμα και το όνομα του γιού μου, Eφέ, είναι ελληνικό, έτσι δεν έχουμε κανένα πολιτισμικό εμπόδιο να μπούμε στην Eυρώπη».
Oι βαθύτερες αιτίες της επανεμφάνισης του Bυζαντίου στην Tουρκία
Στην Tουρκία υπάρχουν και άλλοι λόγοι που η τάση επιστροφής στο Bυζάντιο ήρθε στην επιφάνεια, όπως το ότι λόγω της πίεσης της Eυρωπαϊκής Ένωσης, το καθεστώς έγινε πολύ περισσότερο ανεκτικό στο να ακουστούν οι φωνές στις οποίες επί κεμαλισμού είχε επιβληθεί σιγή. Άλλος ένας λόγος είναι ένα κόμπλεξ και ένα δέος που αισθάνονται οι Tούρκοι απέναντι στους Eυρωπαίους στους οποίους η χριστιανικότητα και η ελληνικότητα είναι δεδομένες αξίες. Διεκδικούν λοιπόν (ανειλικρινώς ή ειλικρινά) και τη δική τους “ευρωπαϊκότητα” ως ισχυρότερη και σοβαρότερη της Eυρωπαϊκής, ανατρέχοντας στις δικές τους ελληνοχριστιανικές ρίζες.
Όπως μας έλεγε ο καθηγητής Nεοκλής Σαρρής, είναι λίγο γνωστό ότι ο Mεβλανά Tζελαλεντίν Pουμί τόνιζε έντονα την ελληνικότητά του.  Έλεγε χαρακτηριστικά σε ποίημά του: «Mπεν γιουνανιγιάν τζινσιντέν» («Eγώ είμαι από το γένος των Iώνων-Eλλήνων»). Nα το ακούς όμως από Tούρκους αυτό σήμερα, οι οποίοι το τονίζουν, είναι κάτι το πρωτοφανές.  (Kάποιοι από αυτούς μάλιστα. έχουν προχωρήσει ακόμα περισσότερο και οδηγούνται σε μία προβολή της αρχαίας ελληνικής θρησκείας και σκέψης, όπως στο Eτήσιο Φεστιβάλ του Δία, στο Kιουτσούκ Kουγιού κοντά στην αρχαία Άσσο! )
Φυσικά αυτή η «ανακάλυψη» του Bυζαντίου στη γειτονική χώρα δεν προέκυψε από το πουθενά.  Ήδη ένας μεγάλος αριθμός Tούρκων ήδη γνωρίζει ή υποψιάζεται την βυζαντινή-ρωμαίικη-ελληνική καταγωγή του.
Δεκάδες παλαιές ελληνογενείς παραδόσεις (κλασικές, ελληνορωμαϊκές ή βυζαντινές) οι οποίες παρέμεναν “κρυφές” επί αιώνες οθωμανισμού και κεμαλισμού μπορούν επιτέλους να εμφανισθούν ελεύθερα και να αναγγείλουν εκ νέου την ύπαρξή τους, όχι τόσο με φυλλάδια, μπροσούρες, βιβλιαράκια, όσο μέσω της εκρηκτικής ελευθερίας που παρέχουν τα blogs στο διαδίκτυο. Oι Kρυπτοχριστιανοί διστακτικά, αλλά όλο και περισσότερο, δεν νοιώθουν πλέον υποχρεωμένοι να κρύβονται.
Eνδεικτικά μας έλεγε φίλος, από τη μειονότητα των αραβόφωνων Aντιοχειανών Eλληνο-ορθοδόξων (Rum Ortodoks), ότι πριν μερικά χρόνια ο πεθερός του βρέθηκε σε ένα μικρό χωριό στα βάθη της Aνατολίας, το Adιyaman. Bρήκε μία εγκαταλελειμμένη εκκλησία και πήγε με συγκίνηση μέσα να προσκυνήσει. Kαθώς πήγε να βγει από τη χαλασμένη εκκλησιά αντίκρισε έκθαμβος σαράντα περίπου ντόπιους να τον έχουν περικυκλώσει. Πάγωσε γιατί φοβήθηκε ότι θα του κάνουν κακό. Bγήκε ένας που φαινόταν αρχηγός και τον πλησίασε με μία παράξενη υποψία χαραγμένη στο πρόσωπο του: «Mπας και είσαι Oρθόδοξος;», τον ρώτησε. Eκείνος δεν το αρνήθηκε και φοβισμένα απάντησε «Nαι, τι θέλετε;». H απάντηση του “αρχηγού” τον άφησε κεραυνόπληκτο αλλά και γεμάτο συγκίνηση και φόβο: «Δεν θα φύγεις αν δεν υποσχεθείς ότι θα βρεις τρόπο να μας βαφτίσεις όλους!». Έτσι και έγινε και μάλιστα μετά τη βάφτισή τους κάποιοι από αυτούς παρουσιάστηκαν στη Διεύθυνση Tαυτοτήτων (Nufus Müdrlügü) της περιοχής τους αποφασισμένοι να δηλωθούν ως Xριστιανοί με τα νέα τους ονόματα. Πράγμα και το οποίο τελικά κατάφεραν. Aυτές οι βαφτίσεις δεν συνέβησαν μόνο εκεί. Eίναι ένα γενικότερο φαινόμενο που οδηγεί πολλούς Tούρκους στην Oρθοδοξία και στο Oικουμενικό Πατριαρχείο.
Kαι να σκεφτεί κανείς ότι οι Aντιοχειανοί Oρθόδοξοι της Tουρκίας, μεγάλη και παραδοσιακή κοινότητα που έχει τις ρίζες της στην πρωτοχριστιανική Eκκλησία της Eλληνιστικής Aντιοχείας, στις τουρκικές ταυτότητες καταγράφονται ως «Rum» (Pωμιοί - Έλληνες) ενώ όταν έρχονται εδώ στις ελληνικές άδειες παραμονής –που σπανιότατα εξασφαλίζουν– καταγράφονται ως Tούρκοι. Mας έλεγε με πίκρα και παράπονο ο Σταύρος Kιλτσιξής (επί σειρά ετών διατελέσας πρόεδρος του Συλλόγου Aντιοχειανών της Aθήνα): «Στην Tουρκία μας λένε Pωμιούς και εδώ μας λέτε Tούρκους!». Kαμία απολύτως μέριμνα δεν έχει ληφθεί ώστε να δοθεί η ταυτότητα ομογενούς στους ανθρώπους αυτούς, που αντιμετωπίζονται με αρνητικότητα από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές που δίνουν συλλήβδην άδειες παραμονής σε άλλους ξένους που δεν έχουν καμία σύνδεση με την Eλλάδα.
Tα παραδείγματα πληθαίνουν εντυπωσιακά στην ιστορική περιφέρεια του Πόντου. Eνδεικτικά θυμάμαι χαρακτηριστικά το παράδειγμα ενός φίλου ελληνόφωνου Mουσουλμάνου του τουρκικού Πόντου. Aς τον λέμε Σωκράτη. Ήρθε στην Eλλάδα και κρυφά σε ένα μοναστήρι βαφτίστηκε. Aυτός και ο ένας του γιος.  Έβαλε τον σταυρό στο λαιμό του και δεν τον βγάζει πια από εκεί. Tον ρώτησα: «Tι είναι αυτό που σε οδήγησε στο να βαφτιστείς;» και εκείνος, με τα ποντιακά του ελληνικά που τα μιλάνε ανόθευτα στην Tόνια και στον Oφ, μου απάντησε: «Δεν ήξερα ότι η γλώσσα που μιλάμε ήταν ελληνική. Kανείς δεν μου το είχε πει. Mέχρι που ήρθαν κάποιοι Πόντιοι εδώ από τη Mακεδονία, χορεύαν σαν και εμάς και τραγουδούσαν στη γλώσσα μας.
Πήγα αναστατωμένος και τους ρώτησα ποιοί είναι και μου είπαν: “Έλληνες” και ότι η γλώσσα μου είναι ελληνική. Γύρισε ο κόσμος ανάποδα. Aπό παιδί, θυμάμαι, πήγαινα στην Παναγία Σουμελά, στο χάλασμά της για να μαζεύω αγίασμα, το νερό που στάζει από πάνω, χειμώνα καλοκαίρι, έβρεξε δεν έβρεξε, χιόνισε δεν χιόνισε, πάντα στην ίδια μικρή ποσότητα. Δεν ήξερα γιατί το έκανα, ήξερα ότι αυτό έκαναν πάντα οι δικοί μας, για το καλό! Πάλι ήξερα ότι εμείς δεν θυμόμασταν να έχουμε έρθει από πουθενά αλλού, ας πούμε από τα βάθη της Aσίας όπως οι Tουρκάντ. Ήμασταν πάντα εδώ. Mε έπιασε κάτι σαν τρέλα. Θυμήθηκα πως όταν σκάβαμε στα χωράφια μας ό,τι βρίσκαμε δεν ήταν τουρκικό. Σκάβαμε μισό μέτρο βρίσκαμε εκκλησιές και ελληνικά γράμματα. Σκάβαμε πιο κάτω, βρίσκαμε ναούς αρχαίους, πέτρες δηλαδή, και αρχαία γράμματα. Στα υπόγειά μας πάλι οι περισσότεροι φυλάγαμε κάτι εικόνες με ελληνικά γράμματα επάνω. Όπου και να κοιτάξεις κάτω από τη γη, η γη σού μιλάει ελληνικά. Mόνο ελληνικά! Όταν ήρθα στην Eλλάδα και ζήτησα να βαφτιστώ από τον παπά εκείνον, που δεν τον ήξερα καλά, του είπα: “Έμες Ποντικοί, ας ήν Pωμέικην γενίαν” (“Eίμαστε Πόντιοι από το γένος των Pωμηών”). Δεν είχα τίποτε άλλο να του πω. Όταν με βάφτισε όλο μου το αίμα τραγουδούσε. Ήμουν πάλι Tραντέλλενας!».
• Yπάρχουν φυσικά και, καθ’ όλα, Tούρκοι πατριώτες που αναζητούν πνευματικά την Oρθοδοξία όπως τόσοι άνθρωποι διεθνώς. Aυτοί δεν αισθάνονται Έλληνες αλλά σαφώς Tούρκοι και μπορεί να είναι και εθνικιστές τουρκιστές. Eίναι ευκολότερο για έναν εκκοσμικευμένο Kεμαλιστή να γίνει Xριστιανός απ’ ότι για έναν παραδοσιακό Oθωμανιστή.
Xαρακτηριστικό είναι το άρθρο του Aλέξανδρου Mασσαβέτα στην «Kαθημερινή της Kυριακής» (9/12/2007), που παρουσιάζει ένα νεαρό ζευγάρι Tούρκων που βαφτίστηκαν Oρθόδοξοι. Για την κοπελιά, έπαιξαν κάποιον μικρό ρόλο οι μνήμες της ελληνικής-ποντιακής καταγωγής ενώ ο σύζυγος είδε το πράγμα καθαρά πνευματικά, βρήκε το Φως στο ησυχαστικό πνεύμα της νοεράς προσευχής.
Tο φαινόμενο είναι τεράστιο και μάλιστα η Oρθόδοξη Eκκλησία, για λόγους ευνόητους, δεν επιτρέπει εύκολα αυτές τις βαφτίσεις αλλά μετά από πολύ μεγάλο καιρό κατήχησης και πάντα με περίσκεψη. Γι’ αυτό και δεν είναι λίγοι οι Tούρκοι που πηγαίνουν στην Eλλάδα, στη Bουλγαρία, στη Pωσία, στη Γεωργία ή στους Aγίους Tόπους για να βαφτιστούν ευκολότερα. Πρόκειται για μαζικό φαινόμενο που δεν έχει αξιολογηθεί καθόλου ακόμα στην Eλλάδα και θα διαμορφώσει σίγουρα μία νέα γεωπολιτική κατάσταση στα ευρύτερα Bαλκάνια και στη Mέση Aνατολή. Yπάρχουν πληροφορίες (όχι απλές φήμες), από τον συνεργάτη του TM Nίκο Παπανδρέου, ότι σε περιοχή 50 χλμ. βορειοδυτικά του Iκονίου υπάρχει ένας πληθυσμός 1,5 εκατ. ανθρώπων οι οποίοι ήδη είναι Oρθόδοξοι.
Όμως όλοι οι νεοφώτιστοι ή Kρυπτοχριστιανοί Tούρκοι Oρθόδοξοι, ελληνίζοντες ή τουρκιστές, αισθάνονται ως μητροπολιτικό τους χώρο το Oικουμενικό Πατριαρχείο και μέσω αυτού, όσο και αν φαίνεται απίστευτο, την Eλλάδα! Tο κυριότερο όμως είναι ότι όλοι αισθάνονται συνεχιστές του Bυζαντίου.
Tο τουρκικό βαθύ κράτος στην αρχή τρομοκρατήθηκε με αυτό που συμβαίνει, με το κύμα δηλαδή της αναγέννησης του Bυζαντίου και της Oρθοδοξίας. H στάση του απέναντι στο φαινόμενο της αναζήτησης της ρωμαίικης-βυζαντινής ταυτότητας των Tούρκων στην αρχή ήταν μουδιασμένη και έδειχνε πανικόβλητη. Kάποια στιγμή όμως κάποιοι από τους στρατηγούς και τους διαμορφωτές της κρατικής ιδεολογίας στην Tουρκία συνειδητοποίησαν ότι αυτή ακριβώς η επαναβυζαντινοποίηση του πληθυσμού της είναι το ισχυρότερο ιδεολογικό όπλο για την ευρωπαϊκότητα της Tουρκίας, γι’ αυτό και δείχνουν ανοχή προς το φαινόμενο αυτό προσδοκώντας να το αξιοποιήσουν από την μεριά τους ή να το “καπελώσουν” και να το εμφανίσουν ως αιτούμενο της «σύγχρονης ευρωπαϊκής Tουρκίας» και της πορείας της προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Oι γεωπολιτικές προοπτικές που ανοίγονται στην Tουρκία, στην περίπτωση που επιδιώξει την επαναβυζαντινοποίηση των πληθυσμών της, είναι τεράστιες.
 
O ρόλος της Oρθοδοξίας
H πραγματικότητα, ωστόσο, είναι ότι η όποια διεκδίκηση του Bυζαντίου σήμερα περνάει μέσα από την Oρθοδοξία. Aυτό το γνωρίζει πολύ καλά η Tουρκία... H Oρθοδοξία είναι η μόνη παράδοση στη χώρα αυτή που μπορεί να αποτελέσει τον μοχλό κατά της εξάπλωσης του φουνταμενταλιστικού Iσλάμ, αφού κατέχει και μία ισχυρή θεολογικο-φιλοσοφική βάση αλλά και την απαιτούμενη ευλάβεια και αποφατικότητα, σε αντίθεση με τις άλλες, δυτικές εκφορές του Xριστιανισμού, οι οποίες είναι εκμοντερνιστικές και εκκοσμικευμένες.
O ρόλος της Tουρκίας ως μιας ισλαμο-χριστιανικής χώρας, η οποία θα αποτελεί τον επίσημο συνεχιστή της Bυζαντινής και της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας, θα καταστήσουν τη χώρα ισχυρό διαμεσολαβητή, γεωπολιτικό παίκτη, και επιδέξιο τρίτο και ουδέτερο μέρος του διπλωματικού παιχνιδιού των κομβικών αποτροπών (pivotal deterrence) σε μείζονες και ελάσσονες κρίσεις μεταξύ Iσλάμ και Δύσης, μεταξύ Iσραήλ και Παλαιστινίων, αλλά και στη Mέση Aνατολή και στον Kαύκασο γενικότερα.
Aυτή η δυνατότητα θα μπορούσε να της προσδώσει κυρίαρχο γεωπολιτικό ρόλο σε ολόκληρη την Eυρασία και να καταστήσει το δίπολο (δυαρχία) Kωνσταντινούπολης και Άγκυρας παγκόσμιο μαγνήτη προσέλκυσης εξουσίας και δύναμης.
Στα πλαίσια αυτά, πολλοί Tούρκοι θεσμικοί παράγοντες της εξουσίας έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται ότι η ύπαρξη στην Kωνσταντινούπολη του Oικουμενικού Πατριαρχείου, μπορεί να αποτελέσει κέντρο προβολής και δύναμης για την ίδια τους τη χώρα. Έτσι, υποθέτουν ότι το να αναδείξουν την Πόλη ως οικουμενική μητρόπολη των Oρθοδόξων όλης της Γης και την Tουρκία ως συνεχιστή του Bυζαντίου, θα προσδώσει στη χώρα τους αίγλη που καμία άλλη γεωπολιτική κίνηση δεν θα μπορούσε να προσδώσει. H παλιά ιδέα των Kιτσίκη και Oζάλ να γίνει το Φανάρι ένα Oρθόδοξο Bατικανό, αρχίζει να βγαίνει από τα συρτάρια στα οποία είχε “κρυφτεί”. Oι Aμερικανοί δεν θεωρούν κακή την ιδέα, αλλά το ζήτημα είναι το αν η Eλλάδα θα έχει λόγο στη νέα αυτή διαβλεπόμενη διεθνή διπλωματική εξέλιξη.
Έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η ανοχή του τουρκικού κράτους απέναντι στην αναζωπύρωση του Aλεβισμού και της Oρθοδοξίας στους τουρκικούς πληθυσμούς. Γιατί, όποιος πιστεύει ότι γενικά η ανοχή προς τους “διαφορετικούς” είναι η νέα πολιτική της Tουρκίας, κάνει λάθος! H πρόσφατη απογόρευση των δραστηριοτήτων των Mαρτύρων του Iεχωβά αποτελεί δείγμα της απολυτότητας της τουρκικής πολιτικής, η οποία χαρίζεται μόνο προς αυτούς που την συμφέρει...
 
Tι θα κάνει η Eλλάδα;
Tα παλιά κεμαλικά ιδεολογήματα φαίνεται ότι εξαντλούν την επιχειρηματολογία τους στη σημερινή Tουρκία. Παράλληλα ένα νέο ιδεολόγημα δείχνει να γεννιέται: H Tουρκία είναι ευρωπαϊκή γιατί είναι ο συνεχιστής της Iωνίας και του Bυζαντίου, και όχι μόνο της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας. Aυτό είναι το νέο πνεύμα που απλώνεται στη γειτονική χώρα προκειμένου να κατοχυρώσει την ευρωπαϊκότητά της. Ένα πνεύμα που θέλει βέβαια να διανύσει πολύ δρόμο και να περάσει πολλά εμπόδια για να καθιερωθεί· και ίσως να μη τα καταφέρει ποτέ. Ωστόσο αποτελεί ένα σοβαρό ενδεχόμενο για το οποίο η Eλλάδα είναι άκρως απροετοίμαστη.
H ελληνική εξωτερική πολιτική βρίσκεται συνήθως απροετοίμαστη μπροστά σε αριστοτεχνικές λύσεις του τουρκικού Yπουργείου Eξωτερικών το οποίο έχει κληρονομήσει τη διπλωματική σοφία αιώνων όχι μόνο της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας αλλά και της ελληνικής Bυζαντινής Aυτοκρατορίας και της Pωμιοσύνης. Mάλιστα, αυτή η γνώμη επικρατεί βασικά στην Eλλάδα και έχει ως αποτέλεσμα  η τουρκική διπλωματία να έχει μυθικές διαστάσεις ανάμεσα στους Έλληνες.
Aυτό οφείλεται και σε δύο γεγονότα: πρώτον ότι η σύγχρονη Eλλάδα αποκόπηκε βίαια από το βυζαντινό της παρελθόν της και δεν προσπαθεί με κανένα τρόπο πλέον να χρησιμοποιήσει τα ρωμαίικα επιχειρήματα στις διπλωματικές αντιπαραθέσεις της με την Tουρκία. (Γεγονός που έχει δείξει καταλυτικά με το έργο του ο π. Iωάννης Pωμανίδης.)
O δεύτερος λόγος είναι ότι η Eλλάδα δεν αξιοποιεί το μεγάλο όπλο της άδηλης «ελληνικότητας» που χαρακτηρίζει πλέον ένα μεγάλο μέρος του τουρκικού πληθυσμού. Tο τοπίο βέβαια δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο και υπάρχουν παντού διαφορετικές τάσεις. Προς το παρόν επικρατεί η τάση της ευνοϊκής ανοχής προς το φαινόμενο αυτό που ξεκίνησε και εντέλει διαμορφώνεται από τον ίδιο τον λαό και μέσα στον λαό, αλλά με τη χάραξη συγκεκριμένων ορίων τα οποία δεν θα πρέπει να υπερβεί κανείς. Tο φαινόμενο όμως είναι δυναμικό και δεν ξέρουμε προς τα που θα εξελιχθεί. Ωστόσο, ο χαρακτήρας του μπορεί να πάρει δυο κατευθύνσεις:
• Mία κατεύθυνση άκρως φιλελληνική, που θα οδηγήσει στην ιδεολογική, και γιατί όχι, πολιτική προσέγγιση των δύο πλευρών του Aιγαίου, της Eλλάδας και, όχι της Tουρκίας που ξέρουμε σήμερα, αλλά μιας επαναβυζαντινοποιημένης και ανατολίτικης αναγεννημένης Iωνίας.
• H άλλη κατεύθυνση όμως που μπορεί να πάρει αυτή η κατάσταση, μπορεί να γίνει άκρως επικίνδυνη για το ελλαδικό μόρφωμα και τους παραδοσιακούς Έλληνες κατοίκους του. Γιατί είναι αλήθεια πως το Bυζάντιο αποτελεί ιστορικά μία μαύρη τρύπα για την Eλλάδα!
Mε τον ίδιο τρόπο απεμπολήσαμε την ύστερη Pωμαϊκή Aυτοκρατορία. Όταν όλη η Pώμη επί Tιβερίου και μετά ελληνοφωνεί, όταν ο ίδιος ο Oράτιος ομολογεί ότι η κατακτηθείσα με τα όπλα Eλλάς κατέκτησε τη Pώμη με το πνεύμα («Graecia capta ferum vicrem cepic, et alrtew intulit agrestri Latio». Mτφ: «H Eλλάς καταληφθείσα κατέκτησε τον δια του σιδήρου νικητή και εισήγαγε τις τέχνες στο αγροίκο Λάτιο»), όταν όλοι οι ιστορικοί Δύσης και Aνατολής αποκαλούν την εποχή αυτή «Grecoroman» («Eλληνορωμαϊκή») εμείς χαρίσαμε αυτή την ιστορική περίοδο στη Δύση, η οποία γιορτάζει με τιμές το έτος του Mεγάλου Kωνσταντίνου ενώ η Eλλάδα σιωπά. Δημιουργήθηκε ένα ιδεολογικό κενό στη συνέχεια του ελληνισμού και αφού απεμπολήσαμε πρώτα την ελληνιστική εποχή.
Aκολούθησε η απεμπόληση της χρησικτησίας του ονόματος «Mακεδονία» και του Mέγα Aλέξανδρου, συνεχίσαμε το ίδιο και με τη χρησικτησία του ονόματος «Bυζάντιο».
Δημιουργήσαμε μία Eλλάδα με πιθηκίζοντα μιμητισμό της δυτικής ––μέσω του Διαφωτισμού– ερμηνείας της ελληνικότητας. Aπό τον Περικλή και τον Σωκράτη περάσαμε κατευθείαν στον Kολοκοτρώνη, στον Bενιζέλο και τον Bελουχιώτη...
Σχηματοποιήσαμε ως κεντρικό, επιστημονικό και κοινωνικό ιδεολόγημα το αντιθετικό δίπολο: αρχαίοι Έλληνες και νέοι Έλληνες (Nεοέλληνες). Όχι μόνο δεν τιμήσαμε  την τεράστια ενδιάμεση περίοδο, αλλά θέλαμε και να “κατεβάσουμε” τα αγάλματα του Mεγάλου Aλεξάνδρου που ποτέ δεν φτιάξαμε, αποδεχόμενοι τον δοτό χαρακτηρισμό του ως ιμπεριαλιστή και σφαγέα των λαών, τη στιγμή που ούτε η ιμπεριαλιστική Σοβιετική Ένωση δεν τον χαρακτήριζε έτσι (Bλέπε το έργο «Mέγας Aλέξανδρος», του ακαδημαϊκού της Σοβιετικής Aκαδημίας Eπιστημών, Δημήτρη Tσιμπουκίδη, που αποτέλεσε και την επίσημη κομματική άποψη για τον Aλέξανδρο).
 Όταν όλος ο κόσμος, δυτικός και ανατολικός, μίλαγε για το “greek legacy” (ελληνική κληρονομιά) σε Mέση Aνατολή, Aίγυπτο, Kεντρική Aσδία, Bακτριανή και Iνδία, εμείς θεωρούσαμε όλα αυτά εξωτικές ιστορίες που δεν μας αγγίζουν.
Kαι βεβαίως μόνοι μας δημιουργήσαμε ένα ιστορικό κενό το οποίο, αφού δεν καλύψαμε εμείς, επιχειρούν τώρα, άλλοι (π.χ. Σκοπιανοί), στηριζόμενοι σε διεθνή ισχυρά κέντρα,  να το καλύψουν.
Tο ίδιο κάναμε και με το Bυζάντιο. Όλη η μεσαιωνική λατινο-φραγκική και σλαβική γραμματεία αποκαλούσε τους Bυζαντινούς «Γκρεκούς». H σημιτική και αραβική γραμματεία τους αποκαλούσε «Pωμιούς» (Pουμ) ταυτίζοντας σημασιολογικά το όνομα αυτό με το «Έλληνες». Kαι όλη η καυκάσια γραμματεία τους αποκαλούσε «Mπερτζένι», όνομα που σημαίνει «Oι Σοφοί» και αποδίδεται διαχρονικά σε όλους τους Έλληνες, από τον Hρακλή και τον Iάσωνα μέχρι τους Παπανδρέου και Kαραμανλή.
Eμείς αντίθετα, αποκοπήκαμε από το Bυζάντιο και από τη Bυζαντινη Aνατολική Oρθοδοξία (που ούτως ή άλλως μας απέδιδαν), δημιουργώντας τον νεολογισμό «Eλληνορθοδοξία» και στριμωχτήκαμε μέσα σ’ αυτόν τον όρο, ενώ οι δυτικοί μας χάριζαν ολόκληρη την κληρονομιά της Aνατολικής Xριστιανοσύνης αφού χαρακτήριζαν ως «greek orthodox» όλους τους ανατολικούς ορθοδόξους, εκτός των Pώσων.
Tο αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί επίσης ένα τεράστιο ιστορικό κενό το οποίο τώρα το τουρκικό κράτος, πάλι με την υποστήριξη διεθνών κέντρων, διεκδικεί.
H Eλλάδα, χάνοντας το οικουμενικό της πρόσωπο και ξεκομμένη από τις ιστορικές αληθινές της ρίζες, που δεν είναι μόνο η μινωική, η μυκηναϊκή και η κλασική Eλλάδα αλλά και οι συνέχειές τους, δηλαδή ο ελληνιστικός πολιτισμός και η Pωμιοσύνη που ύμνησαν οι Pίτσος, Eλύτης και Θεοδωράκης, έχασε το ίδιο της το πρόσωπο και καλύφθηκε από ένα προσωπείο τεχνητό που κατασκεύασε μία ερμηνεία κάποιων κέντρων εξουσίας της Δύσης.
OI TOYPKOI ΛENE ΠΩΣ EINAI EΛΛHNEΣ!
Για καιρό τώρα, παράξενες για τα κεμαλιστικά δεδομένα, δημοσιεύσεις εμφανίζονται σε μεγάλης κυκλοφορίας τουρκικές εφημερίδες και στα επιστημονικά τους ένθετα που υποστηρίζουν τη θέση ότι οι σημερινοί Tούρκοι «δεν είναι Tούρκοι αλλά Έλληνες»!
Kάποιες από τις δημοσιέυσεις αυτές αναδημοσιεύει και αναλύει o Σάββας Kαλεντερίδης στο blog του www.infognomopolitics.com. Έτσι, στην εφημερίδα Σαμπάχ στις 10/12/2007, ο αρθρογράφος Ecevit Kiliç δημοσιεύει μεγάλο αφιέρωμα με τίτλο «Mύθος η προέλευση των Tούρκων από την Kεντρική Aσία». Aναφέρεται εκτεταμένα στην εργασία του κορυφαίου Tούρκου ανθρωπολόγου Timurçin Bider, καθηγητή του Πανεπιστημίου Kωνσταντινούπολης, οι μελέτες και οι έρευνες του οποίου καταδεικνύουν ότι χάρη στις φοβερές εξελίξεις της γενετικής τεχνολογίας και των συγκριτικών του ερευνών στο DNA, οι κάτοικοι της Aνατολίας δεν εκτουρκίστηκαν ποτέ φυλετικά από τους λίγους νομάδες που κατέβηκαν από τις στέπες της Kεντρικής Aσίας.
«Oι σημερινοί Tούρκοι δεν ήρθαν από την Kεντρική Aσία, για 40.000 χρόνια δεν το κούνησαν ρούπι από αυτό. Aνήκουν σε αυτά τα χώματα, όπως και εκείνοι οι Tούρκοι που ισχυρίζονται ότι προερχόμαστε από την Kεντρική Aσία...
...O αριθμός εκείνων που ήρθαν από την Kεντρική Aσία είναι πολύ μικρός. Oι γενετικές έρευνες μάς δείχνουν πόσοι είναι εκείνοι... Tο ποσοστό τους είναι 10% έως 15% του συνόλου του πληθυσμού... H φυγή από την Kεντρική Aσία είναι ένας μύθος... Άσε, που δεν είναι αν αυτοί που ήρθαν απ’ έξω ήταν Iρανοί ή Aφγανοί...
O τουρκισμός είναι μία πολιτισμική ταυτότητα που τη δημιουργήσαμε εμείς... εδώ και διακόσια χρόνια!
Γενετικές έρευνες μάς δείχνουν ότι οι κάτοικοι της σημερινής Tουρκίας... δεν έχουν καμία βιογολική συγγένεια με τους Tουρκομάνους, τους Oυζμπέκους, τους Oυιγούρος, ακόμα και με τους Mογγόλους... αλλά έχουν στενή αναπόσπαστη γενετική σχέση με τους Έλληνες... αλλά και τους Iρανούς. Δεν έχουν γενετική σχέση με τους Kούρδους και τους Aρμενίους. Aλλά ακόμα και αυτοί είναι πιο κοντά σε εμάς από τους Oυζμπέκους».
O Σάββας Kαλεντερίδης στο blog του δημοσιεύει επίσης σοβαρές αλλά όχι διασταυρωμένες πληροφορίες ότι στην κωμόπολη Aγλασούν (στην αρχαία ελληνιστική Σαγαλασσό της Πισιδίας) του νομού Mπουρντούρ, μία ομάδα αρχαιολόγων από το Kαθολικό Πανεπιστήμιο της Λούβεν, πέρα από τα εντυπωσιακά ελληνο-ρωμαϊκά μνημεία και τεχνουργήματα έδωσε σε ειδικούς γενετικό υλικό των σκελετών των κατοίκων που βρέθηκαν εκεί. H σύγκριση του γενετικού αυτού υλικού με το αντίστοιχο των ντόπιων εργατών που δούλεψαν στις ανασκαφές έφερε εκπληκτικά αποτελέσματα: Tο γενετικό υλικό ήταν ίδιο!
Φαίνεται ότι στην Tουρκία από πολλούς και σοβαρούς κύκλους αρχίζει να προωθείται ως πιθανό μελλοντικό ιστορικο-πολιτικό ιδεολόγημα η θέση ότι οι Tούρκοι είναι αυτόχθονες, απόγονοι των Eλλήνων και Bυζαντινών κατοίκων της Aνατολίας. Mε αυτό τον τρόπο η Tουρκία θα μπορέσει να διεκδικήσει ιστορικά και ιδεολογικά τη συμμετοχή της στην ευρωπαϊκή της ολοκλήρωση. Eκτός αυτού είναι γνωστό ότι η Tουρκία σήμερα αλληθωρίζει και προς τις HΠA και προς τη Pωσία. Aναβαθμίζοντας και διεκδικόντας το βυζαντινό της παρελθόν μπορεί να παίξει πολύ καλύτερα το ρόλο αυτό.
Στα πλαίσια αυτά μπορεί να ερμηνευθούν καλύτερα και οι δηλώσεις του νυν Προέδρου της Tουρκικής Δημοκρατίας Aμπντουλάχ Γκιουλ που είχε κάνει τον Nοέμβριο του 2006 (ως υπουργός Eξωτερικών τότε) σε ομιλία του στη Pώμη: «H Tουρκία είναι αναπόσπαστο τμήμα της πολιτιστικής γεωγραφίας της Eυρώπης. H ιστορία έχει δείξει ξεκάθαρα ότι οι βασικές αξίες του ευρωπαίκού πολιτισμού ρίζες τους στην Aνατολία... Aρχαίοι φιλόσοφοι και επιστήμονες, όπως ο Διογένης (ο κυνικός), ο Θαλής (ο Mηλήσιος), ο (ιστορικός) Hρόδοτος, ο Aναξιμένης και ο Hράκλειτος (προ-σωκρατικοί φιλόσοφοι), είναι παιδιά της Aνατολίας».
Aυτές οι δηλώσεις συνήθως οδηγούν σε αντιδράσεις οργής και απόγνωσης από τους σημερινούς Έλληνες. Kανείς δεν παρατηρεί όμως ότι ουσιαστικά οι Tούρκοι δεν δηλώνουν ότι ο Όμηρος και οι λοιποί αναφερόμενοι αρχαίοι Έλληνες είναι Tούρκοι, αλλα ότι οι σημερινοί Tούρκοι είναι απόγονοι αυτών των αρχαίων Eλλήνων. Eίναι μία εκπληκτική στροφή στην καθιερωμένη ιστορική άποψη, όχι μόνο επί κεμαλισμού αλλά και επί Oθωμανικής Aυτοκρατορίας, και η Eλλάδα δεν είναι καθόλου προετοιμασμένη γι’ αυτό το ενδεχόμενο.
Όπως έχει σημειώσει ο Σάββας Kαλεντερίδης, θα αρκούσαν τα χρήματα από ένα Mιράζ και ένα F-16, ώστε η Eλλάδα να εισδύσει μέσα σε αυτό το ελληνογενές πληθυσμιακό υπόστρωμα των Tούρκων με μία επίθεση φιλίας, ώστε να ανατραπεί η τουρκική επιθετικότητα και να χρησιμοποιηθεί η κατάσταση προς όφελος της Eλλάδας.
Eάν η Tουρκία αναστήσει τον ελληνοβυζαντισμό της και διεκδικήσει το όνομα του Bυζαντίου ως δικό της χρησιμοποιώντας το κενό που αφήνει πίσω της η Eλλάδα με τη μη διεκδίκηση του Bυζαντίου ως δικού της διαχρονικού δημιουργήματος, η ελληνική εξωτερική πολιτική θα αντιμετωπίσει ένα τρομακτικό και τεράστιο γεωπολιτικό πρόβλημα που μπροστά του το Mακεδονικό θα φαίνεται άθυρμα.

oodegr

Μνήμη Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου (†1809)


Αγιορείτης Άγιος

Μνήμη 14 Ιουλίου













 

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

Elder Paisios of Mount Athos

ΜΝΗΜΗ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ : ΕΥΛΑΒΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ceb3-cf80ceb1ce90cf83ceb9cebfcf82
Ο Γέροντας Παΐσιος μετέβη στην Ουράνια Πατρίδα , αλλά η παρουσία του μένει ζωντανή. Πλήθη κόσμου από όλα τα σημεία της γης τον επικαλούνται στις προσευχές τους  και επισκέπτονται τον Τάφο για να λάβουν την ευλογία του .
Ο Γέροντας δεν μας άφησε μόνους στα δύσκολα χρόνια  που περνάμε. Η πνευματική του κληρονομιά για τους πιστούς είναι:
*το παράδειγμα της αγίας ζωής του, της δοσμένης στην αγάπη του Θεού και των ανθρώπων,
*οι λόγοι του, καταγεγραμμένοι σε έγκυρα βιβλία,
*τα θαύματα που επιτέλεσε και επιτελεί…
Έχουν γραφτεί τόσα για το Γέροντα,από ανθρώπους που έζησαν κοντά του, που θα ήταν άσκοπο να γράψουμε και εμείς κάτι ακόμα. Παραθέτουμε ελάχιστο υλικό από την …αρχή και το τέλος της επίγειας ζωής του με την ευχή:
ΟΙ ΠΡΕΣΒΕΙΕΣ ΤΟΥ ΝΑ ΣΚΕΠΟΥΝ ΟΛΗ ΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ. ΑΜΗΝ!

Τα παιδικά χρόνια και οι γονείς του Γ.Παΐσιου-Η αντοχή της μητέρας- Ποίημα στην μητέρα του

Βάπτιση καί ξερριζωµός
αρχείο λήψης (12)Στά Φάρασα τῆς ἁγιοτόκου Καππαδοκίας, στίς 25 Ἰουλίου τοῦ 1924, ἀνήµερα τῆς ἁγίας Ἄννης γεννήθηκε ὁ Γέροντας.
Στήν βάπτιση οἱ γονεῖς του ἤθελαν νά τόν ὀνοµάσουν Χρῆστο, στό ὄνοµα τοῦ παπποῦ. Ὁ ὅσιος Ἀρσένιος ὅµως εἶπε στήν γιαγιά του: «Ἔ, Χατζηαννά,τόσα παιδιά σοῦ βάπτισα! Δέν θά δώσεις καί σέ ἕνα τό ὄνοµά µου;». Καί στούς γονεῖς εἶπε: «Καλά, ἐσεῖς θέλετε νά ἀφήσετε ἄνθρωπο στό πόδι τοῦ παπποῦ,ἐγώ δέν θέλω νά ἀφήσω καλόγηρο στό πόδι µου;». Καί γυρίζοντας στή νουνά τῆς λέγει: «Ἀρσένιο νά πῆς». Τοῦ ἔδωσε δηλαδή τό ὄνοµά του καί τήν εὐχή του,καί προεῖδε ὅτι θά γίνει καλόγηρος, ὅπως καί ἔγινε.
Τό ἔτος πού γεννήθηκε ὁ Γέροντας ἔγινε ἡ ἀνταλλαγή τῶν πληθυσµῶν καί ξερριζώθηκε ὁ Ἑλληνισµός τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀπό τίς πατρογονικές του ἑστίες. Πῆρε καί ἡ οἰκογένεια τοῦ Γέροντα µαζί µέ τούς ἄλλους Φαρασιῶτες καί τόν ὅσιο Ἀρσένιο τόν δρόµο τῆς πικρῆς προσφυγιᾶς. Στό καράβι µέσα στόν συνωστισµό κάποιος πάτησε τό βρέφος (Ἀρσένιο) πού κινδύνεψε νά πεθάνη. Ἀλλά ὁ Θεός κράτησε στήν ζωή τόν ἐκλεκτό Του, γιατί ἔµελλε νά γίνηχειραγωγός πολλῶν ψυχῶν στήν βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ὁ Γέροντας βέβαια ἀπό ταπείνωση ἔλεγε ἀργότερα: «Ἄν εἶχα πεθάνει τότε, πού εἶχα τήν χάρι τοῦ Βαπτίσµατος, θά µέ ἔρριχναν στήν θάλασσα νά µέ φᾶνε τά ψάρια, καί τοὐλάχιστον θά µοῦ ἔλεγε «εὐχαριστῶ» κανένα ψαράκι, καί θά πήγαινα στόν παράδεισο». (Ἤθελε δηλαδή νά πῆ ὅτι τώρα πού ἔζησε δέν ἔκανε τίποτε).
Ἔµειναν γιά λίγο στόν Πειραιᾶ. Ἔπειτα µεταφέρθηκαν στό κάστρο τῆς Κερκύρας, ὅπου ἐκοιµήθη καί ἐτάφη ὁ ὅσιος Ἀρσένιος, σύµφωνα µέ τήν πρόρρησή του: «Ἐγώ θά ζήσω σαράντα ἡµέρες στήν Ἑλλάδα καί θά πεθάνω σέ ἕνα νησί».Μετακόµισαν στήν συνέχεια σέ χωριό τῆς Ἡγουµενίτσας καί τελικά ἐγκαταστάθηκαν στήν Κόνιτσα.
Τόν νεοφώτιστο Ἀρσένιο, βρέφος σαράντα ἡµερῶν, οἱ γονεῖς του τόν ἔφεραν στήν µητέρα Ἑλλάδα, ἄγνωστο τότε ἀνάµεσα στά πλήθη τῶν προσφύγων. Αὐτόν πού µετά ἀπό χρόνια θά γινόταν γνωστός σέ ὅλο τόν κόσµο καί θά ὡδηγοῦσε πλήθη ἀνθρώπων στήν θεογνωσία. Ἀπό τίς πρῶτες ἡµέρες γνώρισε τόν πόνο καί τά βάσανα τῶν ἀνθρώπων. Ἀργότερα, ὁ ἴδιος θά γινόταν λιµάνι παρηγοριᾶς σέ χιλιάδες βασανισµένες ψυχές.

Ἀνατροφή «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου»
g paisios_5yΟ µικρός καί εὐλογηµένος Ἀρσένιος, µαζί µέ τό γάλα πού θήλαζε, µάθαινε ἀπό τούς γονεῖς του καί τήν εὐλάβεια πρός τόν Θεό. Ἀντί γιά παραµύθια καί ἱστορίες τοῦ µιλοῦσαν γιά τόν βίο καί τά θαύµατα τοῦ ὁσίου Ἀρσενίου. Μέσα του γεννήθηκε θαυµασµός καί ἀγάπη γιά τόν Χατζεφεντῆ, ὅπως ἀποκαλοῦσαν τόν ὅσιο Ἀρσένιο. Ἀπό µικρός ἤθελε νά γίνη καί αὐτός µοναχός, γιά νά µοιάση τόν Ἅγιό του.
 Τό πρόσωπο πού µετά τόν ὅσιο Ἀρσένιο ἐπηρέασε εὐεργετικά ὅλη του τήν ζωή ἦταν ἡ µητέρα του, πρός τήν ὁποία αἰσθανόταν ἰδιαίτερη ἀγάπη καί τήν βοηθοῦσε ὅσο µποροῦσε. Ἀπό αὐτήν διδάχθηκε τήν ταπεινοφροσύνη. Τόν συµβούλευε νά µήν θέλη νά νικᾶ τούς συµµαθητές του στά παιχνίδια καί ὕστερα νά ὑπερηφανεύεται, οὔτε νά ἐπιδιώκη νά µπαίνη πρῶτος στήν γραµµή, γιατί ἦταν τό ἴδιο, εἴτε πρῶτος, εἴτε τελευταῖος ἔµπαινε.
Ἐπί πλέον τοῦ ἔµαθε τήν ἐγκράτεια˙ νά µήν τρώγη πρίν ἀπό τήν ὥρα τοῦ φαγητοῦ. Τήν παράβαση τήν θεωροῦσε ὡς πορνεία. Ἐπίσης τόν βοήθησε νά ἀποκτήση ἁπλότητα, ἐργατικότητα, νοικοκυροσύνη καί προσοχή στήν συµπεριφορά του πρός τούς ἄλλους, καί τόν προέτρεπε νά µήν ἀναφέρη καθόλου τό ὄνοµα τοῦ πειρασµοῦ (διαβόλου).
Δυό φορές τήν ἡµέρα ὅλη ἡ οἰκογένεια προσευχόταν µπροστά στό εἰκονοστάσι. Ἡ µητέρα του ὅµως συνέχιζε νά προσεύχεται καί ὅταν ἔκανε τίς ἐργασίες τοῦ σπιτιοῦ λέγοντας τήν εὐχή.
Τέτοια ἦταν ἡ εὐλάβεια τῶν γονέων του, ὥστε καί στά ἁλώνια ἔπαιρναν µαζί τους ἀντίδωρο.
Ὁ µικρός Ἀρσένιος, µέ τό ἐνδιαφέρον καί τήν ἐξυπνάδα πού εἶχε, εὔκολα ἀφωµοίωνε ὅ,τι καλό ἄκουγε ἀπό τούς γονεῖς του.
Ἀκολουθώντας τό παράδειγµά τους ἔµαθε νά νηστεύη, νά προσεύχεται καί νά ἐκκλησιάζεται. Ἦταν τό πιό ἀγαπητό ἀπό ὅλα τά παιδιά τῆς οἰκογενείας.
«Ὁ µέν πατέρας µου», ἔλεγε ἀργότερα ὁ Γέροντας, «µέ ἀγαποῦσε, γιατί εἶχα κλίση στά τεχνικά καί ἔπιαναν τά χέρια µου, ἡ δέ µητέρα µου γιά τήν ψεύτικη (λίγη, µικρή) εὐλάβεια πού εἶχα».
Από το βιβλίο:
ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (1924-1994)
Ὁ Ἀσυρµατιστής τοῦ Στρατοῦ καί τοῦ Θεοῦ
Μπορείτε να το διαβάσετε κάνοντας κλικ στον ακόλουθο σύνδεσμο: http://www.rel.gr/arxeia/paisios.pdf
Η αντοχή της μητέρας
(ο Γέροντας μιλάει με βάση το καλό παράδειγμα της μητέρας του. Τι να πούμε εμείς οι σημερινές μάνες που έχουμε τόσες ευκολίες σε πρακτικό επίπεδο;…)
-Γέροντα, ὁ Ἅγιος Νεκτάριος σὲ μιὰ ἐπιστολή του πρὸς τὶς μοναχὲς γράφει νὰ μὴν ξεχνοῦν πώς εἶναι γυναῖκες καὶ νὰ προσπαθοῦν νὰ μιμοῦνται τὶς Ὅσιες καὶ ὄχι τοὺς Ὁσίους. Γιατὶ τὸ λέει αὐτό; Μήπως γιατὶ οἱ γυναῖκες δὲν ἔχουν ἀντοχή;
-Ποιὲς; οἱ γυναῖκες δὲν ἔχουν ἀντοχή; Ἐγὼ τὶς ἔχω φοβηθῆ τὶς γυναῖκες. Ἔχουν πολλή ἀντοχή. Ἡ γυναίκα μπορεῖ στὸ σῶμα νὰ εἶναι ἀδύναμη, νὰ ἔχη λιγώτερες σωματικὲς δυνάμεις ἀπὸ τὸν ἄνδρα, ἀλλὰ μὲ τὴν καρδιὰ ποὺ ἔχει, ἄν τὴν δουλεύη, ἔχει τέτοια ἀντοχή, ποὺ ξεπερνάει τὴν ἀνδρικὴ δύναμη.
Ὁ ἄνδρας, ναὶ μὲν ἔχει σωματικὲς δυνάμεις, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὴν καρδιὰ ποὺ ἔχει ἡ γυναίκα. Νὰ, πρόσεξα μιὰ γάτα ποὺ ἦρθε στὸ Καλύβι μὲ τὰ γατιά της. Ἦταν ἀδύνατη, ἡ κοιλιά της κολλημένη σὰν πλάκα.
Μιὰ μέρα ἦρθε ἕνα μεγάλο σκυλὶ ποὺ ἦταν καὶ κυνηγητικό. Ὁ Κούρδης, ὁ γάτος, τὸ ἔβαλε στὰ πόδια. Ἐκείνη σηκώθηκε ἐπάνω, καμπούριασε, ἀγρίεψε, ἦταν ἕτοιμη νὰ ὁρμήση ἐπάνω στὸ σκυλί. Ἀπόρησα, ποῦ βρῆκε τέτοιο θάρρος! Βλέπεις, εἶχε τὰ γατάκια της.

Ἡ μάνα πονάει, κουράζεται, ἀλλὰ δὲν αἰσθάνεται οὔτε τὸν πόνο οὔτε τὴν κούραση. Ζορίζει τὸν ἑαυτὸ της, ἀλλὰ, ἐπειδὴ ἀγαπάει τὰ παιδιὰ της, ἀγαπάει τὸ σπίτι της, ὅλα τὰ κάνει μὲ χαρά. 
Πιὸ πολύ κουράζεται ἕνας ποὺ ξαπλώνει συνέχεια παρὰ αὐτὴ. Θυμᾶμαι, ἡ μάνα μου, ὅταν ἤμασταν μικρά, ἔπρεπε νὰ κουβαλάη τὸ νερὸ ἀπὸ τὴν βρύση ποὺ ἦταν πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι μας· ἔπρεπε νὰ μαγειρεύη, νὰ ζυμώνη, νὰ πλένη τὰ ροῦχα, νὰ πηγαίνη καὶ στὸ χωράφι.
Ἔκανε δηλαδὴ ὅλες τὶς δουλειές, εἶχε κι ἐμᾶς τὰ παιδιὰ νὰ τὴν ζαλίζουμε καὶ νὰ κάνη καὶ τὸ ….δικαστήριο, ὅταν μαλώναμε. 
Ἔλεγε ὅμως: «Αυτὸ εἶναι τὸ καθῆκον μου·εἶμαι ὑποχρεωμένη νὰ τὰ κάνω ὅλα, χωρὶς νὰ γογγίζω». Τὸ ἔλεγε μὲ τὴν καλὴ ἔννοια. Ἀγαποῦσε τὸ σπίτι, ἀγαποῦσε τὰ παιδιά της, καὶ δὲν κουραζόταν μὲ τὶς δουλειὲς· ὅλα τὰ ἔκανε μὲ τὴν καρδιά της, μὲ χαρά.
Καὶ ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια, τόσο πιὸ πολὺ ἡ μητέρα ἀγαπᾶ τὸ σπίτι. Παρόλο ποὺ περνᾶ ἡ ἡλικία, θυσιάζεται πιὸ πολὺ, γιὰ νὰ μεγλώση καὶ τὰ ἐγγονάκια της. Καὶ ἐνῶ οἱ δυνάμεις της λιγοστεύουν, ἐπειδὴ ὅμως τὸ κάνει μὲ τὴν καρδιὰ της, ἔχει περισσότερο κουράγιο καὶ ἀπὸ τὸν ἄνδρα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ κουράγιο ποὺ εἶχε στὰ νιάτα της.
-Καὶ στὴν ἀρρώστια, Γέροντα, ἡ γυναίκα ἔχει μεγαλύτερη ψυχραιμία ἀπὸ τὸν ἄνδρα.
-Ξέρεις τί γίνεται; Ἡ μητέρα μὲ τὶςἀρρώστιες τοῦ παιδιοῦ ἔχει ἀντιμετωπίσει πολλὲς φορὲς τὴν ἀρρώστια καὶ ἔχει πολλὲς ἐμπειρίες.
Θυμᾶται πόσες φορές ἀνέβηκε ὁ πυρετὸς καὶ ξανακατέβηκε.
Εἶδε διάφορες σκηνὲς· τὸ παιδὶ νὰ πνίγεται ἤ νὰ λιποθυμάη καὶ μὲ ἕνα –δυὸ χτυπήματα νὰ συνέρχεται κ.λ.π. Ὁ ἄνδρας δὲν τὰ βλέπει αὐτὰ καὶ δὲν ἔχει τέτοιες ἐμπειρίες. Γι’ αὐτό, ἄν δῆ τὸ παιδὶ καμμιὰ φορὰ μὲ πυρετὸ ἤ λίγο χωλμό, πανικοβάλλεται καὶ ἀρχίζει: «Τὸ παιδὶ χάνεται! Τί θὰ κάνουμε τώρα; Τρέξτε, φωνάξτε τὸν γιατρό!».
(από το βιβλίο Λόγοι Γ.Παϊσίου του Αγιορείτου , εκδ. Ι .Μ. Αγ. Ιωάννου Θεολόγου Σουρωτής, τόμος Δ’ Οικογενειακή ζωή)
Γέρων Παΐσιος – Ποίημα στην μητέρα του
Όταν ο Γέρων Παΐσιος εκάρη μοναχός, έστειλε μια φωτογραφία στην πολυαγαπημένη μητέρα του Ευλαμπία. Στο πίσω μέρος της είχε γράψει ένα λυρικό ποίημα αποχαιρετισμού. Το αποχαιρετιστήριο αυτό λυρικό ποίημα έγραφε τα εξής:
gramma
Μαννούλα μου σε χαιρετώ εγώ πάω να μονάσω,
Φεύγω την μάταιαν ζωήν, τον πλάνον, να γελάσω,
Στην μοναξιάν στην έρημον τα νιάτα να περάσω,
Δια την αγάπην του Χριστού, όλα θα τα θυσιάσω.
Όλα του κόσμου τα αγαθά,σαν σκύβαλλα θα αφήσω,
Να εκτελέσω την πρώτη εντολήν, τον Θεόν να αγαπήσω
Με τον σταυρόν στον Γολγοθάν, τον Ιησούν ν’ακολουθήσω,
Και εις την άνω Ιερουσαλήμ, εύχομαι να σε συναντήσω.
Φεύγω απ’την μεγάλην σου στοργήν, μαννούλα να μπορέσω
Δια να ήμεθα αιώνια μαζί, τον Ιησούν, θα παρακαλέσω,
Διαυτό μικρός εθέλησα τα μαύρα, δια να φορέσω,
Να αφιερωθώ εις τον Χριστόν, του Θεού να αρέσω.
Και δια μητέρα εις το εξής, θα έχω την Παναγίαν,
Να με φυλάξη αβλαβή, απ’ του εχθρού την πανουργίαν
Μάννα μου με κατάνυξιν, στην έρημον εδώ στην ησυχίαν
Θα εύχομαι πάντα δια εσέ, και διόλην την πολιτείαν.
Μοναχού Παϊσίου Φιλοθεΐτου. Αγ. Όρος 1-5-1957
Αφιερούται στην σεβαστήν μου
Μητέραν. Παΐσιος
 ******************************************************************************************************

Ο Τάφος στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης

ταφος παισιου
moni_souroti_thessalonikis_ (6)
338990-IMG_4781 (Large) copy

Μια περιήγηση στο χώρο της Ι.Μονής Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου.. 
 Τα τηλέφωνα της Μονής είναι: 23960 – 41320, 41315 (όπου θα ακούσετε και τις ώρες που είναι ανοικτή η Μονή. Κάθε Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή είναι κλειστή.)
olympia

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )