.

.

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012

H Θεοτόκος και το Μυστήριο της Ενσάρκου Οικονομίας στην Ερμηνεία των νηπτικών πατέρων



ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΟΜΑΝ
Θα μου επιτρέψετε μια πιο προσωπική, πιο ανθρώπινη προσέγγιση του θέματος, παρ’ όλο που βρισκόμαστε σ’ ένα αυστηρά επιστημονικό συνέδριο. Έχω ιδιαίτερους λόγους να το κάνω. Ο σημαντικότερος απ’ αυτούς είναι η ίδια η επαφή με τους νηπτικούς πατέρες, με τα συγγράμματά τους, που μου υπαγόρευσε κατά κάποιο τρόπο αυτό το προσωπικό τόνο στην διαπραγμάτευση του θέματος.
Γι’ αυτό ακριβώς, πριν περάσω στην διαπραγμάτευση του θέματος, θα ήθελα να εκφράσω την βαθειά συγκίνηση την οποία αισθάνομαι βρισκόμενος για πρώτη φορά στους Αγίους Τόπους, στα Θεοβάδιστα αυτά μέρη, όπου βάδισαν όχι μόνο τα ουράνια βήματα του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, τα άχραντα βήματα της Παναγίας και των άλλων προσωπικοτήτων της Ιεράς Βιβλικής Ιστορίας, αλλά ακόμη εκείνα του Ιδίου του Θεανθρώπου, του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Δοξάζω τον Πανάγαθο Θεό για το μεγάλο αυτό δώρο και ευχαριστώ θερμότατα τους οργανωτές του παρόντος πανορθοδόξου επιστημονικού συνεδρίου.
Ο λόγος που με οδήγησε στην επιλογή αυτού του θέματος υπήρξε η επιθυμία μου να εκφράσω, με την ευκαιρία του πρώτου προσκυνήματος στους Αγίους Τόπους, την ευλάβεια και την ευγνωμοσύνη μου, της οικογενείας μου και των πιστών της ενορίας μου προς την Μητέρα του Θεού, προς την Δέσποινα του κόσμου για τις πλούσιες ευλογίες και ευεργεσίες Της προς εμάς. Και είχα την διαίσθηση ότι καταλληλώτερα και εκφραστικώτερα λόγια απ’ αυτό το σκοπό δεν θα έβρισκα άλλα απ’ εκείνα των νηπτικών πατέρων.
Και πράγματι, αυτά που βρήκα για την Θεοτόκο και την Μητέρα του Θεού στους νηπτικούς φιλοκαλικούς πατέρες ξεπέρασαν κατά πολύ τις προσδοκίες μου.
Σ’ αυτό το σημείο οφείλω μια διευκρίνιση. Με τον όρο νηπτικοί ή φιλοκαλικοί πατέρες, εννοώ όχι μόνο εκείνους τους Πατέρες των οποίων τα συγγράμματα αποτελούν την γνωστή Φιλοκαλία, αλλά όλους τους Πατέρες της Εκκλησίας που εντάσσονται στη συνεχή αγιοπνευματική θεολογική παράδοση, η οποία αρχίζει με την πρώτη Εκκλησία, με τα ίδια τα βιβλία της Καινής Διαθήκης και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Θα ήταν ίσως καλύτερα να μιλήσουμε για μια νηπτική ή φιλοκαλική θεολογία, εννοώντας εκείνη την θεολογία η οποία πηγάζει από την βίωση της Θείας Χάριτος και προσπαθεί να εκφράσει την εμπειρία της μέθεξης στον κόσμο του Θεού, στη Βασιλεία των ουρανών.
Είναι γνωστό, εξάλλου, ότι η πρώτη συλλογή φιλοκαλικών κειμένων διευρύνθηκε κατά καιρούς. Θα αναφέρω μόνο το γεγονός ότι η ρουμανική έκδοση της Φιλοκαλίας -η οποία οφείλεται στον μακαριστό μεγάλο φιλοκαλικό θεολόγο π. Δημήτριο Στανιλοάε- έχει δώδεκα τόμους. Ενώ, προσωπικά, πιστεύω ότι, κείμενα συγχρόνων νηπτικών πατέρων μπορούν να εισαχθούν χωρίς καμία επιφύλαξη στην καθιερωμένη μεν, αλλά όχι κλειστή, σειρά των φιλοκαλικών κειμένων. Αναφέρω ενδεικτικά τα βιβλία του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη, του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού, καλούμενον Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας και του ανωνύμου ησυχαστού, Νηπτική Θεωρία, το οποίο είχα την ευλογία να μεταφράσω στην ρουμανική γλώσσα.
Επανέρχομαι και σημειώνω το πραγματικά ξεχωριστό ενδιαφέρον που δείχνουν οι νηπτικοί πατέρες στο πρόσωπο της Μητέρας του Θεού και στο ρόλο Της στο μυστήριο της ενσάρκου θείας οικονομίας. Ταυτόχρονα, διαπιστώνει κανείς μία ιδιαίτερη οικειότητα αυτών των αγίων Πατέρων προς το πρόσωπο της Παναγίας. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι στην ορθόδοξη ανατολική θεολογική παράδοση δεν γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα στο πρόσωπο και το έργο του ίδιου προσώπου. Αυτό εξηγεί γιατί, η θεώρηση και η εκτίμηση του έργου του Χριστού, της Παναγίας ή των αγίων της Εκκλησίας, οδηγούν τον ερευνητή σε ένα έντονο ενδιαφέρον για το πρόσωπο εκείνων και τελικά στην επιθυμία μιας προσωπικής αγαπητικής σχέσης μ’ αυτούς. Η προσοχή των φιλοκαλικών πατέρων επικεντρώνεται, πρώτα απ’ όλα στο ίδιο το πρόσωπο της Παναγίας, γι’ αυτό κάθε αναφορά σ’ Αυτήν προϋποθέτει μια προσωπική σχέση και μια προσωπική τοποθέτηση. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι μοναχοί της αθωνικής πολιτείας αισθάνονται εκεί σαν το Περιβόλι της Παναγίας και ότι όλοι οι ορθόδοξοι μοναχοί έχουν την Θεοτόκο ως Προστάτισσα.
Την ίδια ευλάβεια και οικειότητα προς το πρόσωπο της Μητέρας του Θεού συναντάμε στην ζωή των απλών πιστών μας. Ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους ρουμάνους πνευματικούς, ο π. Παΐσιος Ολάρου, έλεγε ότι ο πατέρας του, απλός αγρότης, ήξερε απ’ έξω τον παρακλητικό κανόνα προς την Θεοτόκο και τον έλεγε καθημερινά, ενώ ο ίδιος ο πατήρ Παΐσιος συμβούλευε όλους τους πιστούς να ζουν κάθε μέρα με την συνείδηση ότι βρίσκονται στην αγκαλιά της Παναγίας. Αυτή η ιδιαίτερη ευλάβεια των πιστών προς την Παναγία είναι μία φυσιολογική συνέπεια, και συνέχεια ταυτόχρονα, της λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας, όπου η Θεοτόκος κατέχει μια κεντρική θέση, αλλά είναι και μια βέβαιη απήχηση της φιλοκαλικής νηπτικής θεολογίας και πνευματικότητας1.
Οι φιλοκαλικοί πατέρες αναπτύσσουν μία πλουσιότατη μαριολογία ή, μάλλον σωστότερα, μία πλουσιότατη θεοτοκολογία2 παρ’ όλο που όπως είναι γνωστό και λέχθηκε κιόλας εδώ, οι βιβλικές αναφορές στην Παναγία είναι λίγες. Θα περιορισθούμε σε μερικές μόνο πτυχές του θέματος, για να κλείσουμε με σύντομα συμπεράσματα.
Καταρχήν, μπροστά στο μυστήριο του Προσώπου της Μητέρας του Θεού, οι πατέρες ομολογούν την αδυναμία τους να εκφράζουν αυτά που αισθάνονται και βιώνουν και δεν βρίσκουν άλλη κατάλληλη γλώσσα παρά την υμνολογική, την δοξολογική.
Γράφει ενδεικτικά ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ο οποίος και ανακεφαλαιώνει, συνοψίζει και αυξάνει την μέχρι αυτόν αντίστοιχη νηπτική παράδοση:
Εις την υπόθεσιν της ανωτέρας πάντων των αγίων Μητρός του Θεού… όχι μόνο ένας ρήτωρ, ο πλέον διαλεκτός από όλους, δεν ήθελε φθάσει να εγκωμιάση κατ’ αξίαν, αλλά αν ήταν δυνατόν να ευρεθούν και να γενούν ένα στόμα όλοι όσοι εσώθησαν με τον άφθορον τόκον της, πάλι δεν ήθελε φθάσουν ουδέ εις το ελάχιστον. Διότι, ανίσως και όλη η κτίσις δεν είναι ικανή να προσφέρη εις Αυτήν καν σήμερον δοξολογίαν, ωσάν έγινε μήτηρ του Κτίστου των απάντων, πώς ήθελε είναι ικανή η δύναμις μόνων των ανθρώπων, καν και ολονών είπης, να δοξολογήση τα μεγαλεία της; Και δεν ήθελε φανή ωσάν μικροτάτη ρανίδα έμπροσθεν εις μίαν άβυσσον δόξης; Ποίος νους ήθελε δυνηθή, δεν λέγω να χωρήση μέσα εις το βάθος αλλ’ ουδέ όλως να παρακύψη, καν εις τα προαύλια της θείας ταύτης σκηνής, δηλαδή της Παρθένου, εις την οποίαν εκατοίκησεν ο υπεράνω πάντων των όντων Θεός. ο των ουρανών Βασιλεύς3…
Αλλού, ο ίδιος Πατήρ λέγει, θαυμάζοντας το έργο που τελείται από τον Ίδιο τον Θεό μέσα από το πρόσωπο της Παναγίας:
Αλλ’ ω Θεομήτωρ Παρθένε, και ποίος λόγος δύναται να επαινέση το θείον σου κάλλος; Επειδή τα ειδικά σου χαρίσματα δεν περιορίζονται από λόγους και νοήματα, διότι υπερβαίνουν κάθε λόγον και διάνοιαν… Έτσι εσκήνωσε σ’ αυτήν απορρήτως και από αυτήν προήλθε σαρκοφόρος ο Λόγος του Θεού, θεουργώντας την φύση μας και χαρίζοντάς μας κατά τον θείον απόστολο αγαθά «στα οποία επιθυμούν να παρακυττάζουν άγγελοι». Κι αυτό είναι το υπερφυές εγκώμιο και η υπέρδοξη δόξα αυτής της αειπαρθένου, ενώπιον της οποίας ηττάται κάθε νους και λόγος, ακόμη και αγγελικός αν είναι. Τα δε μετά την απόρρητη γέννηση ποίος λόγος θα μπορέσει να εκφράσει4;
Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, βλέποντας ότι κάθε «ύμνος ηττάται συνεκτείνεσθαι σπεύδων» απέναντι στα μεγαλεία της Θεοτόκου, καταλήγει:
Έστι μεν ανθρώπων ουδείς, ος κατ’ αξίαν την θεομήτορα ευφημήσαι δυνήσεται, ουδ’ ει μύριαι γλώσσαι συνέλθοιεν, των καθηκόντων επαίνων εφίκοιντο. Πάντα γαρ αυτή θεσμόν εγκωμίων υπέρκειται…5
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο οποίος και έγραψε χιλιάδες σελίδες για την Μητέρα του Θεού, γράφει και τα παρακάτω, τα οποία απηχούν την θεολογία των μεγάλων φιλοκαλικών πατέρων Μαξίμου του Ομολογητού, Ανδρέου Κρήτης και Γρηγορίου Παλαμά, και εξηγεί ότι αυτός ο θαυμασμός μπροστά στα μεγαλεία της Παναγίας οφείλεται στο μοναδικό Της ρόλο στην ένσαρκον οικονομία του Θεού:
Αν τα εννέα τάγματα των αγγέλων ήθελον κρημνισθή από τους ουρανούς, και να γενούν δαίμονες. Αν όλοι οι άνθρωποι εγένοντο κακοί. Αν όλα τα κτίσματα, ουρανός, φωστήρες, ιερείς, ζώα, ήθελον αποστατήσει κατά του Θεού. Όλαι αυταί αι κακίαι των κτισμάτων συγκρινόμεναι με το πλήρωμα της Αγιότητος της Θεοτόκου δεν εδύναντο να λυπήσουν τον Θεόν. Διότι μόνη η Κυρία Θεοτόκος ήτο ικανή να τον ευχαρίστηση κατά πάντα. Αυτή μοναχή, σταθείσα ανάμεσον Θεού και ανθρώπων, τον μεν Θεόν υιόν ανθρώπου εποίησε, τους δε ανθρώπους υιούς Θεού. Χωρίς την μεσιτείαν αυτής κανένας, ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, δύναται να πλησίαση εις τον Θεόν, επειδή και αυτή ευρίσκεται μόνον μεθόριον αναμεταξύ της ακτίστου και κτιστής φύσεως. Αυτή μόνη είναι θεός αμέσως μετά τον Θεόν και έχει τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος, ως ούσα Μήτηρ αληθώς του Θεού. και Αυτή μοναχή είναι, όχι μόνον ο θησαυροφύλαξ όλου του πλούτου της θεότητος, αλλά και ο διαμοιραστής εις όλους, και αγγέλους και ανθρώπους, όλων των από Θεού διδομένων εις την κτίσιν υπέρ φυσικών ελλάμψεων και θείων και πνευματικών χαρισμάτων. Και δεν είναι τινάς που να την επεκαλέσθη με πίστιν και να μην του υπήκουσε με ευσπλαχνίαν. Αυτός ο Υιός του Θεού και αγαπητός Υιός της Παρθένου έδωκε τη μητέρα Του δια μητέρα μας και συνήγορον να μας βοηθή προς σωτηρίαν μας6.
Μια, πράγματι, τολμηρή γλώσσα, η οποία προκαλεί την αντίδραση των θεολόγων της εποχής και αναγκάζει τον Άγιον Νικόδημο να απαντήσει με μια απολογία. Στην απολογία αυτή θεμελιώνει τις απόψεις του πάνω σε κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, ανάμεσα στους οποίους σημαντική θέση κατέχει ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς. Από τον εκτεταμένο δεύτερο Λόγο του εις τα Εισόδια της Θεοτόκου αναφέρει και το έξης κείμενο του μεγάλου ησυχαστή θεολόγου.
Αύτη πρώτη δεχόμενη το πλήρωμα του τα σύμπαντα πληρούντος καθίστησε τοις πάσι χωρητόν κατά το μέτρον της εκάστου καθαρότητος, ώστε προς αυτήν οράν τας ανωτάτω Χερουβικάς Ιεραρχίας, απλώς πάσι τε και πάσαις κατά το μέτρον του προς αυτήν απαθούς και θείου πόθου και του αΰλου και αλήκτου έρωτος έψεται και η του θείου φωτισμού τανότης… Ουκούν αυτή μόνη μεθόριον έστι κτιστής και ακτίστου φύσεως και ουδείς αν έλθοι προς Θεόν ειμή δι’ αυτής. Και ουδέν των εκ Θεού δωρημάτων, ειμή δι’ αυτής7.
Η θεολογική και υμνολογική αυτή τόλμη των νηπτικών πατέρων βασίζεται όχι μονάχα στην διδασκαλία και στις ιστορικές πληροφορίες περί της Θεοτόκου, αλλά κυρίως στην προσωπική εμπειρία της σχέσεώς τους με την ίδια την Μητέρα του Θεού. Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς αισθάνεται δειλίαν μπροστά στην δόξα, το κάλλος και τα μεγαλεία της Θεοτόκου, αλλά παίρνει θάρρος ενθυμούμενος τις εμφανίσεις της Παναγίας προς αυτόν και τις πλούσιες δωρεές της, τις οποίες ομολογεί με ευγνωμοσύνη, αφού όταν έγραφε, ήταν νωπές στην μνήμη του.
Και οι χάριτες -γράφει ο άγιος- όπου έλαβον από Αυτήν έως τώρα, και προς τούτας η ακένωτος της Παρθένου φιλανθρωπία υπόσχονται να μοι συγχωρήσουν δια τούτο. Επειδή και Αυτή ωσάν μια ψυχή, συγκρατεί όλους της τους υπηκόους, και ευρισκομένη πάντοτε κοντά εις όλους όπου την επικαλούνται, τελεί πάντα προς το συμφέρον με την ακατάπαυστον προς τον Υιόν της πρεσβείαν, καθώς ημείς εμπράκτως εγνωρίσαμεν, και έχομεν την πίστιν βεβαιοτέραν από τα αγαθά όπου αυτή μας εχάρισεν8.
Αναφέρουμε ως προς αυτό και μια συγκινητική ενός συγχρόνου νηπτικού πατρός μαρτυρία. Πρόκειται για τον Όσιο Σιλουανό, ο οποίος γράφει σχετικά:
Δεν ψεύδομαι, λέγω την αλήθειαν ενώπιον του Θεού, ότι εν τω πνεύματι γνωρίζω την άχραντον Παρθένον. Δεν είδον Αυτήν, αλλά το Πνεύμα το Άγιον έδωκεν εις εμέ να γνωρίσω Αυτήν και την αγάπην της δι’ ημάς. Άνευ της ευσπλαχνίας της, η ψυχή μου θα απώλετο προ πολλού. Εκείνη όμως ηυδόκησε να με επισκεφθή και να με νουθετήση, ίνα μη αμαρτάνω. Είπεν εις εμέ «Δεν είναι αρεστόν εις εμέ να βλέπω τα έργα σου». Οι λόγοι Αυτής ήσαν ευχάριστοι, ήρεμοι, πράοι, και συνεκίνησαν την ψυχήν. Παρήλθον υπέρ τα τεσσαράκοντα έτη, αλλ’ η ψυχή μου δεν δύναται να λησμονήση εκείνην την γλυκείαν φωνήν και δεν γνωρίζω πώς να ευχαριστήσω την αγαθήν ελεούσαν Μητέρα του Θεού. Και. Τί να ανταποδώσω εγώ εις την Υπεραγίαν Δέσποιναν, Ήτις δεν με απεστράφη βεβυθισμένον εις την αμαρτίαν, αλλά επεσκέφθη εμέ ελεημόνως και με εσυνέτισε9.
Το βασικό κίνητρο της προσωπικής αυτής σχέσεως και της θεολογίας ή μάλλον υμνολογίας των νηπτικών πατέρων είναι ο απαθής πόθος τους, που τους ελκύει προς την Παναγία. Χαίροις, Μαρία, γλυκύτατον της Άννης θυγάτριον -γράφει ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός- προς σε γαρ αύθις ο πόθος ανθέλκει με… Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς μιλάει και αυτός περί του απαθούς και θείου πόθου και περί του αΰλου και αλήκτου έρωτος. Ο Άγιος Νικόδημος γράφει πάλι. Ω, γλυκυτάτη και πράγμα και όνομα Μαριάμ, τί πάθος είναι τούτο, όπου αισθάνομαι εις τον εαυτόν μου; εγώ δεν ημπορώ να χορτάσω τους επαίνους των μεγαλείων σου. Όσον γαρ περισσότερον τα επαινώ, τόσο περισσότερον τα ορέγομαι, και ο πόθος μου επ’ άπειρον προβαίνει, και η επιθυμία μου ακόρεστος γίνεται. διό και πάλιν επιθυμώ να τα επαινέσω10.
Πρόκειται για μια αγαπητική σχέση παρόμοια μ’ εκείνη που ποθούν οι πατέρες οι φιλοκαλικοί να έχουν με τον Ίδιο τον Θεόν και στην οποία η Παναγία ανταποκρίνεται χωρίς καθυστέρηση. Η ψυχή μου ούτως έλκεται προς Αυτήν δια της αγάπης ώστε και μόνον η επίκλησις του ονόματός της γλυκαίνη την καρδίαν μου.
Άλλος σύγχρονος αγιορείτης μοναχός, ο Αθανάσιος Ιβηρίτης, εκφράζει με τους ίδιους όρους την χάριν που λαμβάνει η ψυχή του μπροστά στην θεωρία του μυστηρίου της ενσάρκου οικονομίας:
Τρυφή ουράνια και απόλαυσις υπερκόσμιος η στιγμή, καθ’ ην ο άνθρωπος σκέπτεται το μυστήριον της ενσάρκου οικονομίας με όργανον την Παναγίαν Παρθένον. Η Μαρία με τον Ιησούν, ο Ιησούς με την Μαρίαν, τα δύο αυτά πάνσεπτα και γλυκύτατα ονόματα, ιδού ο Παράδεισος11.
Από αυτή τη βιωματική εμπειρία των νηπτικών πατέρων πηγάζει η αναφερόμενη πλουσιότατη θεοτοκολογία ή μαριολογία, η οποία εκφράζεται σε γλώσσα αποφατική, υμνολογική, ποιητική. Η αγάπη τους προς την Παναγία είναι εκείνη που ανοίγει τους πνευματικούς οφθαλμούς να γνωρίζουν το μυστήριο. Αδυνατούμε να συλλάβουμε τούτο, διότι ολίγη είναι η αγάπη ημών… λέγει πάλι ο Άγιος Σιλουανός. Η αγάπη είναι το μοναδικό κίνητρο που ωθεί τους πατέρες να γνωρίζουν το μυστήριο και να θεολογούν, επειδή η γνώση και η θεολογία γι’ αυτούς είναι μέθεξη, είναι συμμετοχή, κοινωνία, αγαπητική σχέση. Απ’ εδώ και ο πόθος να γνωρίζουν.
Παρατηρώντας, με κάποιο παράπονο, ότι η Γραφή μας προσφέρει πολύ πενιχρές πληροφορίες για την Παναγία, ο ίδιος όσιος πατήρ γράφει:
Αι ψυχαί ημών έλκονται να γνωρίσουν περί της ζωής Σου μετά του Κυρίου επί γης, Συ δε δεν ηυδόκησας να παραδώσης πάντα ταύτα τη Γραφή, αλλ’ εκάλυψας δια της σιγής το μυστήριόν Σου. Και συνεχίζει χαρακτηριστικά. Η Θεοτόκος δεν παρέδωσε τη Γραφή ούτε τας σκέψεις Της, ούτε την αγάπην της προς τον Θεόν και Υιόν Αυτής, ούτε τας οδύνας της ψυχής Της κατά τον καιρόν της σταυρώσεως, διότι και τότε πάλιν δεν θα ηδυνάμεθα να συλλάβωμεν αυτά12.
Η ταπεινοφροσύνη τους από την μια πλευρά, και ο απαθής πόθος τους, από την άλλη πλευρά, οδηγούν τους νηπτικούς πατέρες στην τόλμη να προσεγγίσουν το μυστήριο και να το γνωρίσουν, χάρη στην αποκάλυψη την οποία προϋποθέτει η μέθεξη στην θεία πραγματικότητα. Ενδεής είναι ο νους μου και πτωχή και αδύνατος η καρδία μου, αλλ’ η ψυχή μου χαίρει, και έλκομαι να γράφω έστω και ολίγους λόγους δι’ Αυτήν, γράφει ο Άγιος Σιλουανός, εκφράζοντας όλην την νηπτική παράδοση.
Πολύ σημαντικό είναι και το τι ποθούν οι νηπτικοί πατέρες να μάθουν και να γνωρίζουν για την Παναγία. Τίποτα άλλο παρά την αγάπη Της προς αυτούς και προς τους συνανθρώπους τους. Οι νηπτικοί πατέρες δεν αναζητούν θεωρητικές γνώσεις, πληροφορίες, ούτε απαντήσεις σε επιστημονικές ερωτήσεις. Ως πρόσωπα που αγαπούν θέλουν να γνωρίσουν και να ζουν την αγάπη του αγαπημένου προσώπου. Και λαμβάνουν την απάντηση στον πόθο τους αυτό κατά το μέρος της αντίστοιχης πνευματικής τους προετοιμασίας μέσα από μια συνεχή προσωπική θεία αποκάλυψη.
Το μόνο που γράφει και ομολογεί με κάθε βεβαιότητα για την Παναγία ο Άγιος Σιλουανός είναι η αγάπη Της για όλο τον κόσμο:
Και παρ’ όλον ότι ή ζωή της Θεοτόκου, ως εάν εκαλύπτετο υπό αγίας σιγής, όμως ο Κύριος εφανέρωσεν εις την Εκκλησίαν ημών, ότι Αυτή περιβάλλει όλον τον κόσμον και εν Πνεύματι Αγίω βλέπει όλους τους λαούς της γης, και ως και ο Υιός Της, τους πάντας σπλαχνίζεται και ελεεί. Και κλείνει. Ω, εάν θα γνωρίζομεν ποτέ, οπόσον αγαπά η Παναγία πάντας, όσοι φυλάττουν τας εντολάς του Χριστού, και πόσον λυπείται και θλίβεται δι’ εκείνους, οι οποίοι δεν μετανοούν. Τούτο εδοκίμασα εκ πείρας μου13.
Η αγαπητική σχέση με την Παναγία την οποία τόσον ποθούν οι νηπτικοί πατέρες μεταφράζεται σε θεία μέθεξη και κοινωνία. Για όλους, ανεξαιρέτως, η Παναγία είναι η πηγή θείας Χάριτος. Ιδού τι γράφει ο Θεοφάνης ο Ομολογητής:
Την Θείαν Χάριν προμηθεύει και μοιράζει στον κόσμο ο Παράκλητος. Και έχει ως πρώτον δοχείον την ανθρώπινή μας φύση που ο Σωτήρας παρέλαβε εκ της Παρθένου. Ενώ η ουράνια σκηνή της Μητέρας του Θεού είναι το δεύτερο, αμέσως μετά απ’ Εκείνο. Επειδή ο Θείος Λόγος, ο δωρητής δια της φύσεως του Πνεύματός Του γεμίζει μ’ Αυτό πρώτο το δικό Του το σπίτι και ναό και έπειτα, από εκεί, το Πνεύμα το Άγιο, πηγάζοντας σαν από πηγή, περνά και στο δεύτερό Του σπίτι και ναό, που είναι η Μήτηρ Του.
Ένας σύγχρονος μακαριστός ρουμάνος μοναχός, ο π. Δοσίθεος Μοράριου, σε σημαντικότατο βιβλίο του περί της θείας Χάριτος, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, γράφει αναφορικά με τον ουσιαστικό ρόλο της Παναγίας στην συνεχή σωτήρια θεία οικονομία:
Είναι αδύνατον, και για μας τους ανθρώπους και για τους αγγέλους να γινόμαστε μέτοχοι των δωρεών του Θεού, με άλλο τρόπο, έκτος από την μεσιτεία της Παναγίας Θεοτόκου, επειδή η ανθρώπινη σάρκα του Υιού του Θεού είναι ενωμένη με την σάρκα Της. Γι’ αυτό και οι Πατέρες της Εκκλησίας λέγουν ότι καθώς ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι’ Υιού, το ίδιο και προς τον Υιόν, την πηγή της Χάριτος, ουδείς έρχεται ει μη δια της Μητρός Αυτού14.
Και πάλι, ο ίδιος πατήρ γράφει συμπερασματικά: Η Μήτηρ του Θεού, δια τον μοναδικό θεϊκό Της ρόλο στην ένσαρκον σωτηριώδη οικονομία, με το γεγονός ότι έδωσε σάρκα εκ της σαρκός Της στον Υιό του Θεού, φτάνει στην πιο υψηλή μορφή ενότητος του ανθρώπου με τον Θεό επί της γης, είναι το πρώτο ανθρώπινο πρόσωπο πλήρως ενωμένο με τον Θεό. Με το να είναι πλήρως θεοποιημένη και βρισκόμενη στην κορυφή της ιεραρχίας πάντων των αγίων, Αυτή κατέστη θησαυρός της θείας χάριτος, από τον οποίο κατά την θεία δικαιοσύνη και βουλή λαμβάνουν όλα τα κτίσματα15.
Όπως προέκυψε και από τις μέχρι τώρα παραπομπές σε νηπτικά κείμενα, το ενδιαφέρον των νηπτικών πατέρων απέναντι στο πρόσωπο της Παναγίας αφορά όχι μόνο την συμμετοχή Της στην ενσάρκωση του Λόγου και Υιού του Θεού, αλλά και το παρόν έργο Της στην ζωή τους και γενικά στην ζωή των χριστιανών. Η Παναγία είναι η πρώτη που οι πατέρες επικαλούνται σαν μεσίτρια στις προσευχές τους και, όπως μαρτυρούν οι ίδιοι, Αυτή ανταποκρίνεται με μεγάλη προθυμία. Σε συνομιλία του με τον Όσιο Μάξιμο τον Καψοκαλύβη, ο Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης τον ρωτάει εάν κρατεί την νοεράν προσευχήν και λαμβάνει την εξής απάντηση:
Δεν θέλω σου κρύψη, τίμιε Πάτερ, το θαύμα της Θεοτόκου, όπου έγινεν εις εμέ. εγώ εκ νεότητός μου είχον πολλήν πίστιν εις την κυρίαν μου Θεοτόκον και την επαρακαλούσα μετά δακρύων να μου δώση αυτήν την χάριν της νοεράς προσευχής. και μίαν των ημερών πηγαίνοντας εις τον ναόν της, καθώς είχα συνήθειαν, την επαρακαλούσα πάλιν με άμετρον θερμότητα της καρδίας μου. και εκεί όπου ασπαζόμουν με πόθον την αγίαν εικόνα της, παρευθύς αγροίκησα εις το στήθος μου και εις την καρδίαν μου μίαν θερμότητα και φλόγα, όπου ήλθεν από την αγίαν εικόνα, όπου δεν έκαιεν, αλλά με εδρόσιζε και εγλύκαινε και έφερνε εις την ψυχήν μου μεγάλην κατάνυξιν. από τότε πλέον, Πάτερ, άρχισεν η καρδία μου να λέγη από μέσα την προσευχήν και ο νους μου να γλυκαίνεται εις την ενθύμησιν του Ιησού μου και της Θεοτόκου μου και να είναι πάντοτε μαζί με την ενθύμησιν αυτών. Και πλέον από εκείνον τον καιρόν δεν έλειψεν η προσευχή από την καρδίαν μου. συγχώρησόν μοι16.
Κάθε βράδυ όπου επήγαινε δια να κοιμηθή επροσεύχετο, και άρχισε να θερμαίνεται η καρδιά του και να του έρχεται κατάνυξις και να τρέχουν από τα μάτια του, δάκρυα περισσά και να κάνη συχναίς φοραίς γονυκλισίαις πολλαίς και να λέγη και άλλας ευχάς εις την Θεοτόκον με αναστεναγμούς και με πόνον καρδίας. και του εφαίνετο πως παραστέκεται έμπροσθεν εις τον Κύριον σωματικώς…
Θα κλείσω με μερικά σύντομα συμπεράσματα.
1. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι στην νηπτική θεολογία -η οποία είναι αντιπροσωπευτική για την ορθόδοξη θεολογία- βρίσκουμε μια πολύ αναπτυγμένη θεοτοκολογία.
2. Η όλη φιλοκαλική διδασκαλία περί της Θεοτόκου και του ρόλου Της στο μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας βασίζεται μεν στις σχετικές βιβλικές διηγήσεις, αλλά κατανοείται και επιβεβαιώνεται, εμβαθύνεται και αυξάνεται, μέσα από την αγιοπνευματική εμπειρία της προσωπικής σχέσεως των νηπτικών πατέρων με την Μητέρα του Θεού.
3. Αυτή η προσωπική σχέση εν Αγίω Πνεύματι είναι σχέση αγαπητική, η οποία έχει ως κίνητρο και τέλος τον απαθή πόθο.
4. Ερμηνεύοντας την βιβλική ιστορία κάτω από το φως της προσωπικής θείας εμπειρίας, οι φιλοκαλικοί πατέρες αποδίδουν στην Μητέρα του Θεού σημαντικότατο ρόλο στο μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας, και μιλούν για την ουσιαστική συμβολή Της, πρώτα με τον ενάρετο βίο Της, δια του οποίου έλκυσε την αγάπη του Θεού, δεύτερον, δια την χωρίς δισταγμόν ελεύθερη συγκατάθεσή Της στην θεία βούληση, και τρίτο, δια της συνεχούς μεσιτείας Της, ως πρεσβεύουσα υπέρ ημών, αλλά και ως πηγάζουσα θείας χάριτας προς την ανθρωπότητα. Οι πατέρες δεν έχουν καμιά απολύτως επιφύλαξη να χαρακτηρίζουν και να ονομάζουν την Παναγία, χάρι στο ρόλο Της στην ένσαρκο θεία οικονομία, ως μετά Θεόν θεό.
5. Για τους φιλοκαλικούς πατέρες, η Παναγία δεν είναι μόνο παρελθόν, αλλά και παρόν. Δεν είναι μια ιστορική προσωπικότητα η οποία κάποτε έπαιξε ένα σπουδαίο ρόλο στην ιστορία της ανθρωπότητας, αλλά είναι μια ζωντανή παρουσία, ένα ζωντανό πρόσωπο, πάντοτε παρόν, με το οποίο ποθούν να βρίσκονται σε συνεχή αγαπητική σχέση.
6. Η θεοτοκολογία των νηπτικών πατέρων συμφωνεί πλήρως μ’ εκείνη που προβάλλουν και εκφράζουν η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, η υμνολογία και η αγιογραφία της Εκκλησίας, η πνευματική ζωή των πιστών μας, αλλά δεν βρίσκει την ίδια απήχηση στην ακαδημαϊκή επιστημονική θεολογία, η οποία διστάζει ακόμη, με σπάνιες εξαιρέσεις, να υιοθετήσει τη νηπτική-φιλοκαλική παράδοση και τις αρχές της ως ερμηνευτικό και επιστημονικό κριτήριο.

Σημειώσεις
• 1. Αναφορικά με τη θέση που κατέχουν στη λατρευτική εκκλησιαστική και θεολογική φιλολογία, το πρόσωπο της Παναγίας και ο ρόλος της στην ένσαρκον θεία οικονομία γράφει ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης. «Διάστικτα από τους ύμνους και τις ικεσίες προς την Θεομήτορα, σε μορφή τροπαρίων, είναι τα λειτουργικά μας βιβλία. Παρακλητική, Τριώδιον, Μηναία, Ωρολόγιον, με τους Παρακλητικούς Κανόνες, τον αριστουργηματικόν Ακάθιστον και σε χιλιάδες ανέρχονται οι ποιητικοί στίχοι, που αναφέρονται στην Θεοτόκον, εκτός των αναρίθμητων θεολογικώτατων Λόγων των θείων Πατέρων, που εγκωμιάζουν την Μητέρα του Θεού, αφού και τα λειτουργικά κείμενα της Εκκλησίας, με το όνομα της Παναγίας αχράντου, Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας αρχίζουν και τελειώνουν». Από το βιβλίο Μαρία η Μητέρα του Θεού (Μέσα από την θεολογία και την Υμνολογία των αγίων Πατέ), Θεσσαλονίκη, 1988, σ. 30.
• 2. Είναι γεγονός ότι η ορθόδοξη θεολογία αποφεύγει την χρήση του τεχνικού όρου μαριολογία με την σωστή δικαιολογία ότι αυτός μπορεί να παραπέμπει σε μια κάπως αυτόνομη περί Παρθένου διδασκαλία. Είναι και ο λόγος για τον οποίον προτείνουμε τον όρο θεοτοκολογία, ο οποίος αποκλείει κάθε αυτόνομη ερμηνεία και προοπτική, παρ’ όλο που η συστηματική μας θεολογία χρησιμοποιεί, κυρίως στα δογματικά εγχειρίδια, τεχνικούς όρους οι οποίοι παρουσιάζουν παρόμοιους κινδύνους. βλ. ανθρωπολογία, κοσμολογία, κλπ. Η ορθόδοξη θεολογία είναι κατ’ εξοχήν χριστοκεντρική και δεν εννοείται αυτόνομη ανάπτυξη της περί Παναγίας διδασκαλίας. Επιμένουμε συνειδητά να χρησιμοποιήσουμε ένα αντίστοιχο τεχνικό όρο επειδή πιστεύουμε ότι αυτός απαιτείται από την ίδια την πραγματικότητα.
• 3. Λόγος εις τα Εισόδια της Θεοτόκου, Γρηγορίου Παλαμά, Έργα Τόμος 9, Πατερικαί Εκδόσεις (Γρηγόριος ο Παλαμάς), Θεσσαλονίκη, 1984, σ. 117.
• 4. Ομιλία ΛΖ’ στην Πάνσεπτη Κοίμηση της Πανυπέραγνης Δέσποινας μας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, Γρηγορίου Παλαμά, Έργα Τόμος 10, Πατερικαί Εκδόσεις (Γρηγόριος ο Παλαμάς), Θεσσαλονίκη, 1985, σ. 445.
• 5. Πολύτιμον βοηθόν στη σύνταξη αυτής της εισηγήσεως είχα το περιεκτικότατο και μοναδικό στο είδος του βιβλίο του γνωστού σύγχρονου αγιορείτη μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, με τίτλο Μαρία η Μητέρα του Θεού (μέσα από την θεολογία και την Υμνολογία των αγίων Πατέρων), Θεσσαλονίκη 1988, από το οποίο και παραπέμπω αρκετά από τα πατερικά κείμενα στην μετάφραση του συγγραφέα. Έτσι εξηγείται και η ανομοιομορφία της ελληνικής γλώσσας του κειμένου μου, και ζητώ την κατανόησή του.
• 6. Στο βιβλίο του Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Μαρία η Μητέρα του Θεού, σ. 21.
• 7. Λόγος εις τα Εισόδια της Θεοτόκου, σ. 118.
• 8. Λόγος εις τα Εισόδια της Θεοτόκου, σ. 116.
• 9. Στο βιβλίο του Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Μαρία η Μητέρα του Θεού, σ. 44.
• 10. Αύτοθι, σ. 2.
• 11. Αύτοθι, σ. 16.
• 12. Αύτοθι, σ. 42.
• 13. Αύτοθι, σ. 43.
• 14. Arhimandrit Dosoftei Morariu, Despre Dumnezeiescul Har, Tesalonic, 1990, σ. 196.
• 15. Αύτοθι, σ. 200.
• 16. Από τον βίον του Οσίου Πατρός ημών Μαξίμου του ονομαζομένου Καψοκαλύβη, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Πέμπτος, σ. 104.
• 17. Φιλοκαλία, Τόμος Πέμπτος, σ. 75.
ΠΗΓΗ: ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

vatopaidi

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

Γιατί δεν γίναμε σωστοί άνθρωποι…

Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν κατά της μετανάστευσης

Κάποιοι που νομίζουν ότι κρατούν το «αριστερόμετρο» και το «δημοκρατικόμετρο», καταγγέλλουν ως «ακροδεξιούς», «φασίστες» και «εθνικιστές» όσους τολμούν να ορθώσουν λόγο ενάντια στη λαθρομετανάστευση.
Επειδή αυτοί οι «τύποι» εκθέτουν και διαστρεβλώνουν το σοσιαλισμό, την Αριστερά και την ευρύτερη δημοκρατική παράταξη, ήρθε η ώρα να αποκαλυφθούν.
Ουδέποτε ο σοσιαλισμός ήταν υπέρ της λαθρομετανάστευσης. Όλοι οι «κύριοι» αυτοί που θέλουν ανοιχτά σύνορα και παριστάνουν τους «αριστερούς», τους «σοσιαλιστές» και τους «δημοκράτες», όπως θα διαβάσετε στα αποκαλυπτικά κείμενα που ακολουθούν, στην πραγματικότητα εξυπηρετούν τα συμφέροντα του Μεγάλου Κεφαλαίου εις βάρος των εργατών και των μη προνομιούχων!
Δεν έχουν κανένα δικαίωμα να παριστάνουν τους σοσιαλιστές, τους αριστερούς και τους δημοκράτες!
Διαβάστε τα άρθρα και διαδώστε την παρούσα ανάρτηση, για να μάθει όλος ο ελληνικός λαός την αλήθεια:

ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ και μετανάστες
Σε μία εποχή που η λαθρομετανάστευση αποτελεί και θέμα αλλά και πρόβλημα στην ταλαιπωρούμενη από πολλά προβλήματα Ελλάδα, πιστεύω ότι είναι χρήσιμο να μάθουμε τη θέση του Μαρξ περί του συγκεκριμένου θέματος :
• Σκοπός της εισαγωγής ξένων εργατών είναι η διατήρηση της δουλείας και η ακύρωση όλων των διεκδικήσεων των ντόπιων εργατών για μισθούς και συνθήκες εργασίας.
• Ο μετανάστης ανταγωνίζεται τον ντόπιο εργάτη και σιγά σιγά αναγάγει το μεροκάματο στο δικό του επίπεδο. Είναι το πιο αποτελεσματικό όπλο του κεφαλαίου.
• Η μετανάστευση διαιρεί την εργατική τάξη της χώρας υποδοχής σε τόσα εχθρικά στρατόπεδα όσες και οι εθνοφυλετικές ομάδες διότι η κάθε μία καταλαβαίνει μόνο τον εαυτό της. Έτσι αναστέλλεται η εργατική επανάσταση και διαιωνίζεται η καπιταλιστική κυριαρχία
• Η λαθρομετανάστευση χρησιμοποιείται αφ’ ενός ως απεργοσπαστικός μηχανισμός αφ’ ετέρου με τον εργατικό υπερπληθυσμό – πλεόνασμα που δημιουργεί ρίχνει το επίπεδο ζωής σε κατάσταση δουλοπάροικου.
• Η Α’ Διεθνής Ένωση Εργατών έβαλε πρακτικά τέλος στις μεθοδεύσεις των βιομηχάνων και υποχρέωνε τα συνδικάτα να διώχνουν τους ξένους εργάτες πίσω στις χώρες τους με το πρώτο καράβι.
• Οι μεταναστευτικοί νόμοι είναι τα μανιφέστα των εργοστασιαρχών.
Ερώτημα λοιπόν αποτελεί το για ποιό λόγο το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος (ΚΚΕ) και ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζουν τη συλλήβδην νομιμοποίηση των μεταναστών, αντίθετα στις “διδαχές” του Μαρξ.

Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν κατά της μετανάστευσης
Ο ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ ΚΑΙ Η Α’ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ
1. Ο ΜΑΡΞ ΚΑΙ Η Α. ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΓΩΝΙΖΩΝΤΑΙ ΝΑ ΑΚΥΡΩΣΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΞΕΝΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ ΑΠ’ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Καρλ Μαρξ – ΜΙΑ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ
Εδώ και λίγο καιρό, οι ραφτεργάτες του Λονδίνου ίδρυσαν μια γενική ομοσπονδία για να υποστηρίξουν τα αιτήματά τους εναντίον των εργοδοτών, που στην πλειοψηφία τους είναι μεγαλοκαπιταλιστές. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να ανέβουν οι μισθοί στα επίπεδα των διαρκώς αυξανομένων τιμών των μέσων επιβίωσης αλλά και να μπει ένα τέλος στην υπερβολικά σκληρή μεταχείριση Των εργατών σ’ αυτόν τον κλάδο της βιομηχανίας.
Οι εργοδότες κοίταξαν πως θα ματαιώσουν αυτό το σχέδιο, φέρνοντας εργάτες απ’ το Βέλγιο, τη Γαλλία ή την Ελβετία. Πάνω σ’ αυτό το θέμα, το Κεντρικό Συμβούλιο της Διεθνούς Ένωσης Εργατών δημοσίευσε στις βελγικές, γαλλικές και ελβετικές εφημερίδες μια προειδοποίηση, η οποία είχε πλήρη επιτυχία. Η μανούβρα των εργοδοτών του Λονδίνου απέτυχε’ αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν και να ανταποκριθούν στα δίκαια αιτήματα των εργατών.
Έχοντας ηττηθεί στην Αγγλία οι εργοδότες προσπαθούν τώρα να πάρουν αντίμετρα, ξεκινώντας απ’ τη Σκωτία. Σαν αποτέλεσμα των όσων συνέβησαν στο Λονδίνο, αναγκάστηκαν αρχικά και στο Εδιμβούργο να συμφωνήσουν σε μια αύξηση μισθών 15%. Την ίδια στιγμή όμως μυστικά έστειλαν στη Γερμανία ανθρώπους για να στρατολογήσουν εργάτες, ειδικά απ’ τις περιοχές του Ανόβερου και του Μεκλεμβούργου και να τους φέρουν στο Εδιμβούργο. Η πρώτη ομάδα έχει ήδη μεταφερθεί. Ο σκοπός αυτής της εισαγωγής εργατών είναι ίδιος με την εισαγωγή Ινδών κούληδων στην Τζαμάικα, δηλαδή η διατήρηση της δουλείας.
Αν οι εργοδότες του Εδιμβούργου πετύχουν, μέσω της εισαγωγής Γερμανών εργατών, να εξουδετερώσουν της παραχωρήσεις που ήδη έχουν κάνει, αυτό θα έχει αναπόφευκτα το αντίκτυπό του και στην Αγγλία. Και αυτοί που θα υποφέρουν περισσότερο θα είναι οι ίδιοι οι Γερμανοί εργάτες, που στη Μεγάλη Βρετανία είναι περισσότεροι απ’ τους εργάτες άλλων εθνών της ηπειρωτικής Ευρώπης.
Αυτοί οι ίδιοι οι νέο-εισαγόμενοι εργάτες, όντας τελείως αβοήθητοι σε μια ξένη χώρα, θα βυθιστούν σύντομα στο επίπεδο ενός παρία. Είναι ζήτημα τιμής για τους Γερμανούς εργάτες ν’ αποδείξουν στους εργάτες των υπολοίπων χωρών ότι κι αυτοί, όπως οι αδελφοί τους στην Γαλλία, στο Βέλγιο και στην Ελβετία, γνωρίζουν πώς να υπερασπιστούν τα κοινά συμφέροντα της τάξης τους και δεν θα γίνουν υποτακτικά όργανα του κεφαλαίου στον αγώνα του ενάντια στην εργατική τάξη.
Για λογαριασμό του Κεντρικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης Εργατών Καρλ Μαρξ, Λονδίνο 4 Μαΐου 1866

2. ΠΩΣ Η Α’ ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΠΕΙΣΕ ΤΟΥΣ ΕΙΣΑΓΟΜΕΝΟΥΣ ΕΡΓΑΤΕΣ ΝΑ ΓΥΡΙΣΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΟΥΣ
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 306 Από το βιβλίο των Πρακτικών του Γενικού Συμβουλίου της Α’ Διεθνούς
Στις 3 Μαΐου 1866, ο Μαρξ έλαβε από την Επιτροπή των Γερμανών ραφτεργατών του Λονδίνου, υλικό σχετικά με Γερμανούς ειδικευμένους ράφτες που χρησιμοποιούνταν ως απεργοσπάστες από Ολλανδούς και Βρετανούς εργοδότες. Στις 4 Μαΐου, έγραψε το κομμάτι «Μια προειδοποίηση» και το έστειλε στον Λημπκνεχτ εκ μέρους της Κεντρικής Επιτροπής, για να δημοσιευθεί σε Γερμανικές εφημερίδες. Ο Μαρξ, κατόπιν οδηγίας του Κεντρικού Συμβουλίου της Διεθνούς, έγραψε αυτήν την έκκληση σε σχέση με την εισαγωγή Γερμανών και Δανών ραφτεργατών στη Σκωτία, εισαγωγή που είχε σκοπό τη χρησιμοποίησή τους ως απεργοσπαστών.
Αυτό το θέμα συζητήθηκε στη συνεδρίαση του Κεντρικού Συμβουλίου της Διεθνούς την 1η Μαΐου 1866. Ο Φρίντριχ Λέσνερ ενημέρωσε στη συνεδρίαση ότι και οι Λονδρέζοι βιομήχανοι σκόπευαν επίσης να καταφύγουν στην εισαγωγή Γερμανών εργατών. Γι’ αυτό το σκοπό οι Γερμανοί ραφτεργάτες που ζούσαν στο Λονδίνο σχημάτισαν μια επιτροπή με επικεφαλής τους Λέσνερ και Χάουφε και αποφάσισαν να δράσουν από κοινού με το Συμβούλιο της Διεθνούς, με σκοπό να ματαιώσουν τα σχέδια των βιομηχάνων και των πρακτόρων του στη Γερμανία. Το Κεντρικό Συμβούλιο έστειλε δύο αντιπροσώπους στο Εδιμβούργο, οι οποίοι και έπεισαν τους νεοφερμένους εργάτες να ακυρώσουν το συμβόλαιό τους και να γυρίσουν στην πατρίδα τους.
Κατόπιν αιτήματος του Μαρξ, ο Λέσνερ και ο Χάουφε τον ενημέρωσαν στις 3 Μαΐου με λεπτομέρειες για τα όσα συνέβησαν στο Εδιμβούργο.
Η «Προειδοποίηση» που γράφτηκε απ’ τον Μαρξ στις 4 Μαΐου δημοσιεύθηκε σε διάφορες γερμανικές εφημερίδες. Τόσο τα πρόχειρα όσο και τα διορθωμένα χειρόγραφα αυτου του ντοκουμέντου έχουν σωθεί. Την ίδια περίοδο ο Λέσνερ και ο Χάουφε δημοσίευσαν μια ανακοίνωση σχετικά με τους σκοπούς και τα καθήκοντα της Επιτροπής των Γερμανών ραφτεργατών του Λονδίνου και περιελάμβανε μια έκκληση προς τους Γερμανούς εργάτες του Λονδίνου να συγκεντρώσουν χρήματα. Τον Ιούλιο του 1866, η Επιτροπή δημοσίευσε μια δεύτερη ανακοίνωση, επίσης υπογεγραμμένη από τους Λέσνερ και Χάουφε, που απευθυνόταν στους ραφτεργάτες της Γερμανίας.

3. ΕΝΓΚΕΛΣ: «…ΚΑΘΕ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ ΜΟΝΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ…» ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΥΠΟΔΟΧΗΣ
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ Από επιστολή του Φρίντριχ Ένγκελς προς τον Ζόργκε, Της 2 Δεκεμβρίου 1893
….Είναι αναμφισβήτητο ότι οι ειδικές συνθήκες της Αμερικής προκαλούν πολύ μεγάλες και πολύ ιδιαίτερες δυσκολίες στην υπόθεση της ανάπτυξης ενός εργατικού κόμματος. (…) Έπειτα, κι αυτό είναι το πιο σημαντικό, υπάρχει και η μετανάστευση που διαιρεί τους εργάτες σε δύο ομάδες, στους ντόπιους και στους ξένους, και οι τελευταίοι χωρίζονται σε Ιρλανδούς, Γερμανούς και πολλές άλλες μικρές ομάδες, η κάθε μια απ’ τις οποίες καταλαβαίνει μόνο τον εαυτό της. Τσέχοι, Πολωνοί, Ιταλοί, Σκανδιναβοί κ.λπ. Και έπειτα, υπάρχουν και οι Μαύροι. Για να σχηματίσεις απ’ όλους αυτους ένα ενιαίο κόμμα, απαιτούνται ασυνήθιστα μεγάλες δυνάμεις. Έχουμε συχνά κάποια βίαια ξεσπάσματα, αλλά η μπουρζουαζία δεν έχει παρά να περιμένει υπομονετικά και αυτά τα ανομοιογενή στοιχεία της εργατικής τάξης θα διαχωριστούν και πάλι…

ΛΕΝΙΝ
«Στον αριθμό των ιδιοτήτων του ιμπεριαλισμού που συνδέονται με τον κύκλο των φαινομένων που περιγράφουμε, ανήκει η μείωση της μετανάστευσης από τις ιμπεριαλιστικές χώρες και η αύξηση της εγκατάστασης (του ερχομού εργατών και της μετοίκησης) σε αυτές τις χώρες από τις πιο καθυστερημένες…
Στη Γαλλία, σημαντικό μέρος των εργατών της βιομηχανίας μεταλλείων είναι ξένοι…
Στις ΗΠΑ οι ξενητεμένοι από την ανατολική και νότια Ευρώπη παίρνουν τις θέσεις που πληρώνονται χειρότερα, ενώ οι αμερικάνοι εργάτες αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό των εργατών που ασχολούνται με την επίβλεψη της δουλειάς ή παίρνουν τις θέσεις που πληρώνονται καλύτερα. Ο ιμπεριαλισμός έχει την τάση να ξεχωρίζει και ανάμεσα στους εργάτες προνομιούχες κατηγορίες και να τους αποσπά από την πλατιά μάζα του προλεταριάτου…
Στην Αγγλία, η τάση του ιμπεριαλισμού να διασπά τους εργάτες και να δυναμώνει τον οπορτουνισμό ανάμεσα τους, να γεννά την προσωρινή αποσύνθεση του εργατικού κινήματος, εκδηλώθηκε πολύ νωρίς… Ο Μαρξ και ο Ένγκελς παρακολουθούσαν συστηματικά, ολάκερα δεκάχρονα, αυτή τη σχέση του οπορτουνισμού μέσα στο εργατικό κίνημα, με τις ιμπεριαλιστικές ιδιομορφίες του αγγλικού καπιταλισμού. Ο Ένγκελς έγραφε λόγου χάρη στον Μαρξ, στις 7 του Οκτώβρη 1858: “…ότι το αγγλικό προλεταριάτο ουσιαστικά όλο και περισσότερο αστοποιείται, έτσι που αυτό το πιο αστικό από όλα τα έθνη θέλει όπως φαίνεται να οδηγήσει τα πράγματα, σε τελευταία ανάλυση, ως το σημείο που να έχει αστική αριστοκρατία και αστικό προλεταριάτο π λ ά ι στην αστική τάξη”…».
Λένιν, Ιμπεριαλισμός, Διαλεκτά Έργα, τ. 1 μέρος 2, εκδοτικό Κ.Ε. του ΚΚΕ, 1951, σελ. 520-521.

 tsantiri.

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2012

Το Ολυμπιακό ιδεώδες και ο ρατσισμός (σε βάρος της Ελλάδας)

Του Νίκου Αναγνωστάτου
ImageΟι φετεινοί Ολυμπιακοί Αγώνες στο Λονδίνο, μας αποκάλυψαν στοιχεία και γεγονότα τα οποία δεν μας είχαν προβληματίσει μέχρι τώρα. Το πρώτο είναι η τελετή έναρξης η οποία υπήρξε, αν όχι χειρότερη όλων των εποχών, ήταν τουλάχιστον άσχετη με τους Ολυμπιακούς Αγώνες και τον Ολυμπισμό. Μας τόνισαν ξεκάθαρα με τον Mr Bean τον τρόπο με τον οποίο πετυχαίνουν ό,τι έχουν επιτύχει. Το δεύτερο είναι οι εκδηλώσεις αισθημάτων για την Ελλάδα, τη γενέτειρα του Ολυμπισμού, ασχέτως τι λέει ο ανιστόρητος κ.Ρόγκ, και τα αήθη δημοσιεύματα της SUN του Λονδίνου και τη δήλωση της Γερμανίδας πρωταθλήτριας και δη σημαιοφόρου, η οποία φαίνεται μας αγαπάει πολύ μαζί με τους πατριώτες της, ότι αποφεύγουν τους ξυπόλητους Έλληνες για να μην τους ζητήσουν δανεικά. Ντροπή και αποτροπιασμός είναι οι μόνοι χαρακτηρισμοί που ταιριάζουν. Δήλωση άκρως ρατσιστική, αντεθνική για χώρα υποτίθεται της Ενωμένης Ευρώπης. Άλλωστε τα ρατσιστικά αισθήματά τους οι Γερμανοί ουδέποτε τα έκρυψαν και οι Γερμανοί αθλητές παραμένουν στους αγώνες, χωρίς αιδώ και χωρίς ούτε μια συγγνώμη. Η μεθόδευση που επινόησαν ότι κάποιος άλλος δήθεν έκλεψε τους κωδικούς της και το ανάρτησε στο tweeter, απλά επιβεβαιώνει τον ρατσιστικά τους αισθήματα και κανείς από την ΔΟΕ ή τη δική μας ΕΟΕ δεν συγκινήθηκε.
Έτσι έμεινε το μόνο θύμα αυτής της υπερευαισθησίας, η καημένη η Παπαχρήστου, η οποία πέραν του αφελούς αστείου που αναμετάδοσε και της συγγνώμης της, είναι αμφίβολο αν υπήρξε κάτι το ρατσιστικό. Ρατσιστικό χαρακτηρίζεται κάτι που μειώνει κάποιο λαό, έγχρωμο ή λευκό, όπως αυτό που ανάρτησε ο κ.Κελερ, που μειώνει, προσβάλει και υποτιμά τους Έλληνες
.
Ποιον και σε τι πρόσβαλε ή μείωσε η Παπαχρήστου; Ο χαρακτηρισμός «πολλοί Αφρικανοί» ποιον υποτιμά; Δεν είναι Αφρικανοί; Είναι υποτιμητικό να είναι κανείς Αφρικανός; Το ανέκδοτο τα «κουνούπια του Νείλου θα έχουν σπιτικό φαγητό» ποιον υποτιμά; Ο Νείλος είναι ποταμός της Αφρικής και εκεί τα κουνούπια τσιμπούν τους Αφρικανούς. Τώρα που τα κουνούπια αυτά ήρθαν στην Ελλάδα τσιμπούν και τους πατριώτες τους.είναι για αυτούς υποτιμιτικό; Σε τι προσβάλουν ή μειώνουν τους Αφρικανούς αν τους τσιμπήσουν τα κουνούπια τους; Το «σπιτικό φαγητό» τους πείραξε; Με ποιον τρόπο αυτή η έκφραση μειώνει τους Αφρικανούς; Το γεγονός ότι θα τους τσιμπούσαν εδώ και όχι στην Αφρική; Κατά μία άποψη, μόνο οι ρατσιστές ερμηνεύουν αυτή τη δήλωση ως ρατσιστική. Τότε τι συνέβη;

Η ΕΟΕ τρομοκρατήθηκε και περιδεής έκρινε να αποκλείσει την νεαρή αθλήτρια από τιυς αγώνες, μήπως μας κακολογήσουν οι υπόλοιποι. Ποιοι υπόλοιποι; Στο σύνολο των Ολυμπιακών Αγώνων που βλέπετε τον σεβασμό του Ολυμπιακού ιδεώδους; Αρχίζοντας από την τελετή έναρξης, χολιγουντιανής μορφής άσχετη και προκλητική για αθλητικούς αγώνες, μέχρι τις μεγάλες χορηγίες στους πρωταθλητές αντί του κότινου και γενικότερα η εμπορευματοποίηση του ολυμπιακού πνεύματος!

Το σημαντικότερο Ολυμπιακό ιδεώδες ήταν η κατάπαυση των εχθροπραξιών κατά την διάρκεια των αγώνων, τηρείται; Μήπως θα έπρεπε να αποκλειστούν η Αγγλία και η Αμερική; Το αναμεταδοθέν αστείο της Παπαχρήστου τους πείραξε; Ντροπή!
Υπερευαισθησία, ανοησία ή δουλοπρέπεια; Διαλέξτε ό,τι θέλετε και θα αισθανθείτε άσχημα και μειωμένοι ως άνθρωποι και ως Έλληνες. Ένας υπερήφανος λαός που διέδωσε τον πολιτισμό και τη δημοκρατία σε όλον τον κόσμο αυτοαναιρείται! Ένας λαός που διέδωσε την αξίαν και τα υψηλά αισθήματα του ευ αγωνίζεσθαι, αυτοαποκλειόμαστε από τους αγώνες ΜΑΣ! Διότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι Ελληνικοί Αγώνες! Αγώνες ελληνικής φιλοσοφίας και ψυχικής ανύψωσης και όλοι οι υπόλοιποι πρέπει να σέβονται και να εκτιμούν. Την Ολυμπιακή Φλόγα της Ολυμπίας περιφέρουν υπερήφανα και θεωρούν ξεχωριστό γεγονός τον τρόπο αφής της στο στάδιο των αγώνων. Στοιχειώδη σεβασμό αποτελεί η είσοδος της ελληνικής ομάδας πρώτη στο στάδιο. Ύστερ τα ξεχνάμε όλοι όλα με πρώτους εμάς τους Έλληνες. Για την ακριβολογία, οι επικεφαλής της ελληνικής ομάδας.
Ας επανεξετάσουν τη στάση τους για το κορίτσι, που τέσσερα χρόνια ετοιμάζεται εντατικά για να πάρει μέρος σε αυτούς τους αγώνες. Μην του γκρεμίζετε τα όνειρά του τόσο επιπόλαια. Τα όνειρα αυτά αποτελούν σίγουρα μέρος του ολυμπιακού ιδεώδους. Για τον κότινο θα αγωνιζόταν η νεάνις αυτή που συνθλίψατε. Άλλως η αιδήμονα σιγή δεν αρκεί.. Χρειάζεται μια μεγάλη συγγνώμη στο κορίτσι και τον ελληνικό λαό που τον ντρόπιασαν και απαρνήθηκαν την ελληνικότητα των αγώνων και το ολυμπιακό ιδεώδες τους.
Μετά την ντροπή που μας επιφύλαξε ο «εκλεκτός» πρωθυπουργός μας ΓΑΠ και τον διασυρμό μας ως λαός και ως κράτος, κάτι που έδωσε το δικαίωμα στη Γερμανίδα, και όχι μόνο, να μας χλευάσει, ήρθαν και οι ιθύνοντες της ΕΟΕ να ολοκληρώσουν τον διασυρμό μας.

Έλληνες γρηγορείτε! Η κυβέρνησή μας, σε αυτή τη θλιβερή κατάσταση που μας έφεραν τα καταστροφικά μνημόνια του μοιραίου για την Ελλάδα ΓΑΠ, ας ευχηθούμε να μην τριτώσει το κακό. Να επικρατήσουν η ελληνική υπερηφάνεια, η ελληνική λεβεντιά και ψυχή, χωρίς ποτέ, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες να δεχθούμε την υποτέλεια που επιδιώκουν κάποιοι «φίλοι» μας. Είθε!
defencenet.

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

Πώς καθιερώθηκαν σε εκκλησιαστική λειτουργική χρήση ο Μικρός και Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας.

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.
H Μεγάλη και Μικρή Παράκληση στην Ύπεραγία Θεοτόκο, είναι από τις πιο λαοφιλείς ακολουθίες της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι υμνολογικά ποιήματα του δεκάτου τρίτου αιώνα, κληρονομιές της Αυτοκρατορίας της Νικαίας και της επανασυγκροτηθείσης Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως αντίστοιχα.
A O Mεγάλος Παρακλητικός Κανόνας.
Ελάχιστη έρευνα έχει γίνει πάνω στις ιστορικές συγκυρίες που οδήγησαν στην ποίηση όσο και στην τελική μορφολογία των δύο κανόνων.
Το σίγουρο γεγονός της Ιστορίας των δύο Παρακλήσεων είναι ότι ο Κανών της Μεγάλης Παρακλήσεως είναι ποίημα του Αυτοκράτορα της Νικαίας Θεοδώρου Β’ Δούκα του Λασκάρεως.
Ο τίτλος του δούκα μάς δείχνει ότι συνέθεσε τον Κανόνα πριν την άνοδό του στον θρόνο της Νικαίας τον Νοέμβριο 1254.
Ό Θεόδωρος Δούκας Λάσκαρης έζησε σε μια εποχή πολύ κρίσιμη για το Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος από στρατιωτικής, πολιτικής και πολιτιστικής απόψεως. Ήδη από το 1204 οι Φράγκοι είχαν καταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Οι Βούλγαροι, μετά τον θάνατο του Ιωάννη Βατατζή (πατέρα του Θεοδώρου), είχαν επεκτατικές βλέψεις στις περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης. Τα μικρασιατικά σύνορα της αυτοκρατορίας της Νικαίας ήθελαν ιδιαίτερη προσοχή και επιτήρηση, με τον Σουλτάνο του Ικονίου να απειλείται από τους Μογγόλους, με αποτέλεσμα να υπάρχει  αστάθεια στην περιοχή. Επίσης, ή σκέψη να ζητηθεί  ή βοήθεια του Πάπα, με κάποια θεολογικά ανταλλάγματα, προκειμένου να επιτευχθεί  ή ανακατάληψη της Κωνσταντινούπο­λης, ήταν ένας ισχυρός  πειρασμός για την πίστη.
Στην τετραετή βασιλεία του ό Θεόδωρος, παρά το νεαρό  της ηλικίας του (πέθανε 36 ετών), έδειξε εξαιρετικά ηγετικά προσόντα. Κατάφερε να συνδυάσει την έντονη και επιτυχημένη πολεμική δράση με φιλοπρόοδη κοινωνική πολιτική. Στον τομέα, επίσης, της εκπαίδευσης έδειξε μεγάλο και έμπρακτο ενδιαφέρον ίδρυσε βιβλιοθήκες και σχολεία. Και μέσα σε όλα αυτά, παρουσίασε αξιόλογη συγγραφική παραγωγή• έγραψε φιλοσοφικές και θεολογικές μελέτες. Ήταν απ’ τους σοφότερους άνδρες της εποχής του. Ή μεγάλη σοφία του, όμως, δεν φαίνεται τόσο στα άλλα του έργα, όσο στον κανόνα της Μεγάλης Παράκλησης.
Έκεί φαίνεται το βάθος της προσωπικότητας του Θεοδώρου, ή αληθινή του σοφία, ή οποία δεν συνδέεται μόνο με την ανάπτυξη και εκλέπτυνση της διάνοιας, άλλα και με την ψυχολογική και πνευματική ωριμότητα του ανθρώπου.
Αναφέρεται ότι ο Αυτοκράτορας Θεόδωρος είχε μία πάθηση, η οποία του προκαλούσε βαριά κατάθλιψη, και από την οποία προσευχόταν να απαλλαγεί. Μάλιστα, φαίνεται ότι κάποτε είχε παραμελήσει τον πνευματικό του αγώνα, γι\’ αυτό και επαναλάμβανε συνεχώς τη φράση «εγκατέλιπόν σε Χριστέ». Οι προσευχές του, λοιπόν, έλαβαν τη μορφή Παρακλήσεως προς την Παναγία όταν γνώρισε τη Βασίλισσα της Ηπείρου, Αγία Θεοδώρα, η οποία ευλαβείτο πολύ την Θεοτόκο. Απ’ αυτήν έμαθε στις δύσκολες στιγμές, και ιδίως όταν τον κατέβαλλε η θλίψη, να απευθύνεται προς την Παναγία και να την παρακαλεί να του καταπραϋνει το άλγος και να του μεταδώσει τη θεία χαρά και παρηγοριά. Στον Παρακλητικό αυτό Κανόνα «διεκτραγωδούνται τα παθήματα και τα βάσανα μιας ψυχής…, όπου εις βασιλεύς Έλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, από Λατίνους και Άραβας και τους ιδικούς του, διεκτραγωδεί προς την Παναγίαν τους ιδίους πόνους του, και τους διωγμούς, όσους υπέφερεν από τα στίφη των βαρβάρων, τα οποία ονομάζει ΄΄νέφη΄΄», σημειώνει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Η Παράκληση του Θεοδώρου Β’ διαδόθηκε στις Ιερές Μονές της περιοχής, όπου καταρτίστηκε ως ακολουθία, και από εκεί εξαπλώθηκε σε όλο το Βυζάντιο ως ο Μέγας Παρακλητικός Κανόνας.
Ο Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις  αναγκάστηκε ,λόγω της ασθένειας που τον ταλαιπωρούσε,να παραιτηθεί από τον θρόνο της Νικαίας και να αποσυρθεί στην Μονή των Σωσάνδρων, δυτικά της Νικαίας, όπου και εκάρη μοναχός λίγο πριν τον θάνατο του.
Ακόμα και κατά τις τελευταίες ώρες του Θεοδώρου η Μεγάλη Παράκλησις ετελείτο καθημερινώς προς ίασή του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημέρα της Κοιμήσεως τού Θεοδώρου, αλλά αφού συνέπεσε κοντά στην Κοίμηση της Θεοτόκου είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι οι μοναχοί των Σωσάνδρων αφιέρωσαν αυτή την ακολουθία στην μνήμη του Θεοδώρου και κατέστη συνήθεια έκτοτε να ψάλλεται η ακολουθία κάθε Αύγουστο εις μνήμην τού ποιητού της.
Βεβαίως το όνομα της ακολουθίας δεν ήτο ίδιο με το σημερινό της Μεγάλης Παρακλήσεως, αφού δεν υπήρχε ακόμα Μικρή Παράκλησις.
Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε ονομαστή ευθύς εξ αρχής «Παρακλητικός Κανών», αφού αποτελούσε επίκληση προς βοήθεια και παρηγοριά άνωθεν.
Β.Ο Μικρός Παρακλητικός Κανόνας
Στις 25 Ιουλίου 1261 o Αλέξιος Στρατηγόπουλος καταλαμβάνει την Κωνσταντινούπολη για λογαριασμό του Αυτοκράτορα της Νικαίας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου τερματίζοντας έτσι την λατινική κατάληψη των Σταυροφόρων τού 1204.
Η αναίμακτη ανάκτηση της Πόλης χαρακτηρίστηκε αμέσως ως θαυματουργή παρέμβαση της Θεοτόκου. Ο Αυτοκράτωρ για να τιμήσει το θαύμα και την Θεοτόκο αποφάσισε να ηγηθεί θρησκευτικής πομπής και να εισέλθει στην Πόλη κατά τις εορταστικές εκδηλώσεις τού δεκαπενταύγουστου.
Μεταξύ της 25ης Ιουλίου και 15 Αυγούστου πολλές ευχαριστήριες ακολουθίες γινόντουσαν στην Κωνσταντινούπολη και μεταξύ αυτών ήταν και ο  Παρακλητικός Κανών τού Θεοδώρου Λασκάρεως.
Η νέα Βασιλική Αυλή του Μιχαήλ,, βρέθηκε προ διλήμματος. Οι δύο βασιλικές δυναστείες τού Θεοδώρου Λασκάρεως και Μιχαήλ Παλαιολόγου βρισκόταν  σε μεγάλο μίσος μεταξύ τους. Ο Μιχαήλ είχε ήδη σφετερισθεί την εξουσία από τον νόμιμο διάδοχο και γιο τού Θεοδώρου, Ιωάννη. Ήταν δύσκολο κατά συνέπεια να δεχθεί η Βασιλική Αυλή ακολουθίες που θύμιζαν την δυναστεία τού Θεοδώρου.
Ο άγνωστος μέχρι τότε μοναχός  Θεοστήρικτος  έδωσε την λύση. Χρησιμοποιώντας τον ήδη γνωστό Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο τού Θεοφάνους Γραπτού και άλλα λειτουργικά στοιχεία, όπως βιβλικά αναγνώσματα, ευαγγέλιο, έφτιαξε την Ακολουθία τού Μικρού Παρακλητικού Κανόνος.
Ο Κανών τού Θεοφάνους Γραπτού είχε ήδη εισαχθεί ως πρώτος κανών τού όρθρου στις εορτές μεγάλων αγίων.
Ο Θεοφάνης με την σειρά του είχε χρησιμοποιήσει, προϋπάρχοντα στοιχεία από τον Κανόνα τού Ιωάννου Δαμάσκηνου στην έγερση τού Λαζάρου. Συγκεκριμένα είχε δανειστή τους ειρμούς της α’, γ’, ζ και η’ ωδής, ενώ τους υπολοίπους ή τους συνέθεσε μόνος του ή τους δανείσθηκε από προγενέστερο λειτουργικό υλικό.
Έτσι ο Μικρός Παρακλητικός Κανών πήρε ανάλογη μορφή και σχήμα με τον ήδη υπάρχοντα Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα.
Ο τελευταίος παρέμεινε εις χρήση μόνο κατά την νηστεία του δεκαπενταύγουστου αφού ήταν τόσο στενά συνδεδεμένος με την μνήμη τού Θεοδώρου, ενώ βαθμιαία άρχισε να εναλλάσσεται με τον Μικρό, ο όποιος διεδόθη εξ ίσου ευρέως και χρησιμοποιείτο πλέον καθ’ όλη την διάρκεια τού χρόνου (εις πάσαν περίστασιν). Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς καθιερώθη η εναλλακτική χρήση των δύο Παρακλήσεων κατά το δεκαπενταύγουστο.
Είναι φυσικό να υποθέσουμε πως αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο του  Μιχαήλ ξεχάστηκαν οι διαφορές   των δύο δυναστειών καθιερώθηκε η εναλλαγή των δύο Παρακλήσεων κατά το Δεκαπενταύγουστο  σαν  εναρμόνιση των δύο παραδόσεων Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως. 

Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό


Η ΑΣΚΗΣΗ ΣΤΗ ΖΩΗ ΖΩΗ ΜΑΣ
Βασισμένο στούς Ἀσκητικούς Λόγους τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου
Ἡ ψυχή πού ἀγαπάει τόν Θεό βρίσκει ἀνάπαυση μόνο κοντά Του. Μόλις ἐλευθερωθεῖς ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας, ἡ καρδιά σου θά συνδεθεῖ μέ τόν Θεό. Ὅπως τά βρέφη τρέφονται πρῶτα μέ τό γάλα καί μετά μέ τό ψωμί, ἔτσι καί οἱ ἀρχάριοι  στή χριστιανική ζωή πρῶτα πρέπει νά κόψουν αὐτά πού τούς συνδέουν μέ τόν κόσμο καί μετά νά ἑνωθοῦν μέ τόν Θεό. Ἡ σωματική ἐργασία προηγεῖται ἀπό τήν ψυχική.
Ὅπως ὁ Θεός στή δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου πρῶτα ἔφτιαξε τό χωμάτινο σῶμα καί μετά φύσηξε καί τοῦ ἔδωσε «πνοήν ζωῆς», ἔτσι καί στά πνευματικά, πρῶτα θ’ ἀρχίσουμε μέ τούς σωματικούς κόπους καί κατόπιν θά προχωρήσουμε στή συστηματική καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν. Πρῶτα βάζει στό σπίτι κανείς  θεμέλια καί μετά τό χτίζει. Ἀλλιώτικα δέν γίνεται. Ἡ ψυχική ἐργασία γεννιέται ἀπό τή σωματική, ὅπως τό στάχυ βγαίνει ἀπό τόν γυμνό κόκκο τοῦ σταριοῦ.
Οἱ κόποι πού κάνουμε γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν συγκρίνονται μέ τήν ἀπόλαυση τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Τόν κόπο τοῦ γεωργοῦ ὅταν σπέρνει, ἀκολουθεῖ ἡ χαρά ὅταν θερίζει. Τό ψωμί πού τρώει τοῦ φαίνεται γλυκό, γιατί εἶναι ὁ καρπός τοῦ ἱδρώτα του.
Ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἀπαιτεῖ κόπο πνευματικό καί πολλή προσπάθεια, ἀλλά μετά ἀκολουθεῖ ἡ ἀγαλλίαση. Γι’ αὐτό περιφρόνησε τά πάντα καί θά ἔχεις βοηθό τόν Θεό.
Αὐτός πού ἀποφεύγει τή μάταιη δόξα τοῦ κόσμου, αἰσθάνεται στήν ψυχή του τή δόξα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν. Ἐνῶ ἐκεῖνος πού προσπαθεῖ νά ξεκουράσει τόν ἑαυτό του μέ τίς πρόσκαιρες ἀπολαύσεις τοῦ κόσμου, αὐτός εἶναι τυφλός στήν ψυχή, γιατί δέν παραδόθηκε ὁλοκληρωτικά στόν Θεό.
Μή δένεσαι μέ χρυσάφι, ἤ ἀσήμι, ἤ μέ ὁποιοδήποτε ἄλλο θησαυρό τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Συνήθιζε τόν ἑαυτό σου νά μήν ἔχει δικαιώματα στή ζωή αὐτή, γιά νά μή φτάσεις στό σημεῖο, μέ τό ἕνα χέρι νά μαζεύεις καί μέ τό ἄλλο νά σκορπᾶς.
Νά κάνεις ἐλεημοσύνη ἀπό τόν κόπο σου καί τόν ἱδρώτα σου καί ὄχι ἀπό τίς ἀδικίες. Νά ἐλεεῖς τούς φτωχούς ἔστω κι’ ἄν σ’ ἀδικοῦν καί σέ βρίζουν. Ἡ ἐλεημοσύνη ὅμως δέν μπορεῖ νά σταθεῖ μόνη της σάν ἀρετή, ἄν δέν ὑπάρχει πρῶτα ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό. Αὐτή θά μᾶς στηρίξει, ὥστε ὄχι μόνο νά ὑπομένουμε τήν ἀδικία, ἀλλά νά περιμένουμε μέ χαρά τήν ἀγνωμοσύνη, πού εἶναι ἐνδεχόμενο νά μᾶς δείξουν. Νά λυπᾶσαι νά ὑποφέρεις καί νά καίγεσαι ὅταν ὁ ἀδελφός σου ἔχει ἀνάγκη, γιατί αὐτό ἔκανε καί ὁ Χριστός. Καί ἄν κανείς σέ χτυπήσει στό πρόσωπο νά μή λυπηθεῖς, ἀλλά νά χαρεῖς, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καί νά μήν τοῦ πεῖς κανένα ψυχρό λόγο.
Ν’ ἀγαπήσεις τήν προσευχή, γιατί θά σέ παρηγορήσει πολύ στή ζωή σου. Διάβαζε τίς θεῖες Γραφές καί ἀγάπα τή φτώχεια, γιατί αὐτή θά σ’ ὁδηγήσει στόν Θεό. Μίσησε τήν ξεκούραση τοῦ σώματος καί τίς ἀνέσεις, γιατί αὐτά εἶναι θάνατος τῆς ψυχῆς. Περιόρισε τίς συναναστροφές σου μέ τούς ἀνθρώπους καί φρόντισε περισσότερο γιά τήν ψυχή σου, ὥστε ν’ ἀποκτήσεις ἐσωτερική εἰρήνη καί γαλήνη. Ἀγάπησε τή σωφροσύνη καί φρόντισε, μέ τήν προσευχή καί τόν ἀγώνα σου, ἡ ψυχή σου νά μένει καθαρή ἀπό ρυπαρούς λογισμούς.
Μήν ἀποκάμνεις δουλεύοντας στίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ γιά νά μή ντροπιασθεῖς μία μέρα, ὅταν βρεθεῖς μπροστά Του, γιά νά δώσεις λογαριασμό γιά τά ἔργα σου. Προφυλάξου ἀπό τά μικρά σφάλματα γιά νά μή πέσεις στά μεγάλα. Δούλευε στήν ἀρετή καί μή δεσμεύεσαι ἀπό τήν ἀπόλαυση καί τήν ἀνάπαυση πού προσφέρουν τά πάθη. Ἀγάπησε τά φτωχά ροῦχα καί ὄχι αὐτά πού φαντάζουν καί φαίνονται ὡραῖα. Περισσότερο νά σ’ ἐνδιαφέρει ἡ ὀμορφιά τῆς ψυχῆς καί ὄχι τοῦ σώματος.
Αὐτός πού εἶναι φλύαρος, μπορεῖ ποτέ ν’ ἀποκτήσει καθαρό νοῦ; Μπορεῖ ποτέ νά ἔχει κανείς ταπεινούς λογισμούς, ὅταν ἐπιθυμεῖ ν’ ἀπολαύσει τήν ἀνθρώπινη δόξα; Ὅταν ὑποταχθεῖ κανείς στίς σωματικές αἰσθήσεις, εἶναι σάν νά τρώει τήν τροφή τῶν θηρίων, ἐνῶ ὅταν τίς νικήσει, εἶναι σάν νά τρώει τήν τροφή τῶν ἀγγέλων.
Μέ τήν ταπεινοφροσύνη ἀτονοῦν τά σαρκικά πάθη, ἐνῶ μέ τήν ὑπερηφάνεια παραχωρεῖ ὁ Θεός καί πέφτει κανείς στήν πορνεία. Ἡ ταπεινοφροσύνη στολίζει τήν ψυχή μέ τήν ἁγνότητα. Ὁ ἐγωϊσμός δημιουργεῖ ἀκαταστασία καί ταραχή στήν ψυχή καί μολύνεται ὁ νοῦς μέ τούς ἀκάθαρτους λογισμούς. Ἡ ταπεινοφροσύνη ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στόν Θεό.
Νά κάνεις ἐλεημοσύνη καί νά φροντίζεις γιά τούς ἄλλους ἀνθρώπους,πού εἶναι εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, ἀλλά μήν παραμελεῖς ποτέ τή σωτηρία τῆς ψυχῆς σου. Πρῶτα θά φωτίσεις τόν ἑαυτό σου καί μετά τούς ἄλλους.
Μή νομίζεις ὅτι μέ τήν ἐλεημοσύνη τελείωσες τίς ὑποχρεώσεις σου στόν Θεό. Χρειάζεται μεγάλος ἀγώνας γιά νά καθαρίσεις τόν ἑαυτό σου ἀπό τά πάθη, κι’ ἔτσι θά γίνει εὐπρόσδεκτη στόν Θεό ἡ προσφορά πού κάνεις στούς συνανθρώπους σου. Γιατί καί θαύματα νά κάνεις, ἀκόμη καί νεκρούς ν’ ἀναστήσεις, ἄν δέν φροντίζεις συγχρόνως γιά τήν ψυχή σου, δέν ἔκαμες τίποτα.
Πῶς θά ὁδηγήσεις ἄλλους στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἄν ἐσύ προηγουμένως δέν ἔχεις γνωρίσει τόν Θεό; Ἐνῶ εἶσαι ἄρρωστος, προσπαθεῖς νά κάνεις τούς ἄλλους καλά; Πρέπει νά γνωρίζεις ὅτι πρῶτα θά καθαρισθεῖς ἐσύ καί μετά θά καθαρίσεις τούς ἄλλους. Γιά νά φτάσει κανείς στόν Θεό, χρειάζεται νά θυσιάσει καί φαγητά καί ποτά καί ροῦχα πολυτελῆ καί ἐπαίνους καί ὅ,τι ἄλλο τραβάει τόν ἄνθρωπο στόν κόσμο. Νά γίνεις φτωχός μέ τήν ταπείνωσή σου καί ὄχι πλούσιος μέ τήν ἀναισχυντία σου.
Νά συμφιλιώνεις τούς  συνανθρώπους σου μέ τήν ἀρετή σου καί ὄχι μέ τά λόγια σου. Μέ τήν πραότητά σου καί τήν γλυκύτητα θά σβήνεις τήν πυρκαϊά τοῦ θυμοῦ καί τῆς φιλονεικίας. Νά ἐλέγχεις τούς ἀκόλαστους μέ τήν ἐνάρετη συμπεριφορά σου.
Ὅπου κι ἄν πᾶς νά θεωρεῖς τόν ἑαυτό σου ξένο. Ἔτσι θά προσέξεις καί δέν θά βλάψεις τούς ἄλλους. Σέ κάθε περίπτωση νά κάνεις πώς δέν γνωρίζεις τίποτε, γιά νά μή σέ κυριέψει ὁ ἐγωϊσμός. Κι ἄν ἀκόμη σέ κατηγορήσουν, ἐσύ νά τούς συγχωρεῖς καί νά μήν κρατᾶς κακία μέσα σου. Νά πιστέψεις ὅτι γιά κάθε πράγμα ἔχεις ἀνάγκη νά σέ διδάξουν, καί ὄχι νά διδάξεις ἐσύ τούς ἄλλους. Ποτέ νά μήν ὑποδείξεις κάτι στόν ἄλλο, ἄν δέν τό ἔζησες προηγουμένως ἐσύ στήν ἴδια σου τή ζωή. Νά μιλᾶς καί νά συμπεριφέρεσαι σάν μαθητής καί ὄχι σάν  δάσκαλος. Νά κατακρίνεις τόν ἑαυτό σου καί νά παίρνεις τήν τελευταία θέση. Νά εἶσαι τίμιος καί νά ἐμπνέεις σεβασμό στούς ἄλλους. Κι’ ἄν εἶναι ἀναγκαῖο νά διδάξεις, αὐτό νά τό κάνεις μέ ταπείνωση, γιά νά ὠφελήσεις τούς ἀκροατές σου.
Ν’ ἀγωνίζεσαι μέ τήν προσευχή, τά δάκρυα καί τίς νηστεῖες καί ν’ ἀποφεύγεις νά διαβάζεις τίς διδασκαλίες τῶν αἱρετικῶν. Γιά νά ἑνωθεῖς μέ τόν Θεό χρειάζεται πολλή νηστεία. Τά πολλά καί ὡραῖα φαγητά δέν ἀφήνουν τόν νοῦ νά πλησιάσει τόν Θεό. Τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ γνωρίζονται μέ προσευχή καί νηστεία. Νά διαβάζεις τά ἱερά Εὐαγγέλια γιά νά παραδειγματίζεσαι ἀπό τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ὅσο διαβάζεις τά ἱερά κείμενα, τόσο προχωρᾶς στή γνώση τῶν θαυμασίων τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν μελετᾶς τήν Ἁγία Γραφή νά εἶσαι ἐλεύθερος ἀπό φροντίδες καίἀπό μέριμνες βιοτικές, ὥστε νά ποτίζεται ἡ ψυχή σου ἀπό τή θεία ἀνάγνωση. Αὐτά πού διαβάζεις νά προσπαθεῖς νά ἐφαρμόζεις, γιά νά μή μένει ἡ ψυχή σου στό σκοτάδι. Στόν καιρό τοῦ πνευματικοῦ πολέμου βοηθάει πολύ ἡ ἀνάγνωση τῶν θείων Γραφῶν πού ἔχουμε κάμει, γιατί ὑπάρχει στήν ψυχή μας ἀπόθεμα πνευματικό.
Τό μέλι εἶναι πολύ ὡραῖο. Ὅταν ὅμως φάει κανείς πάρα πολύ, μπορεῖ νά τοῦ δημιουργήσει ἐμετό. Ἔτσι καί στά πνευματικά, δέν πρέπει νά βγαίνεις ἀδιάκριτα ἀπό τά ὅρια τῶν δυνατοτήτων σου. Νά κάνεις μόνο ἐκεῖνο πού μπορεῖς. Αὐτό θέλει ὁ Θεός. Τ’ ἄλλα θά τ’ ἀναπληρώσει ὁ Ἴδιος μέ τή χάρη Του. Γιατί ὑπάρχει καί ὁ φόβος ν’ ἀπελπισθεῖς, διαβάζοντας τίς ὑψηλές καταστάσεις πού ἔφτασαν οἱ ἅγιοι. Προχώρα στήν πνευματική ζωή μέ ταπεινό φρόνημα καί ὁ Θεός δέν θά σ’ ἐγκαταλείψει. Μήν προσπαθεῖς νά φτάσεις πνευματικές καταστάσεις πού ὑπερβαίνουν τίς δυνάμεις σου, γιατί θά πέσεις ὁπωσδήποτε, καί τήν πτώση σου αὐτή θά τήν ἐκμεταλλευθεῖ ὁ διάβολος.
Οἱ ὑψηλές πνευματικές κορυφές εἶναι πολύ δύσκολο νά κατακτηθοῦν.Ἀπαιτοῦν ταπείνωση καί πολύ κόπο καί μακροχρόνιους ἀγῶνες. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δέν ἐπισκιάζει εὔκολα τόν ἄνθρωπο, γιατί πρέπει προηγουμένως νά καθαρισθεῖ ἀπό κάθε μολυσμό. Τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ τά γνωρίζουν αὐτοί πού μέ τήν ἄσκηση καί τήν ταπείνωση ἀγωνίστηκαν στή ζωή τους γιά πολλά χρόνια. Μόνο στούς ταπεινούς ὁ Θεός φανερώνει τά μυστήριά Του.
Ἄν θέλεις νά ἐπιδοθεῖς στήν προσευχή καί στήν ἀγρυπνία, πρέπει νά κόψεις κάθε ἐπαφή σου μέ τόν κόσμο καί τήν ἁμαρτία. Χρειάζεται ἀκόμη ὑπομονή καί ἡσυχία. Μή φοβᾶσαι ἀπό τήν ταραχή πού δημιουργεῖ ὁ διάβολος κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς. Αὐτό τό κάνει, γιατί γνωρίζει τήν ὠφέλεια πού θά ἔχουμε μετά ἀπό τήν προσευχή. Γι’ αὐτό ἀγωνίζεται μέ κάθε τρόπο νά σβήσει τή λαμπάδα τῆς προσευχῆς. Ἡ προσευχή σου ὅμως πρέπει νά συνοδεύεται καί ἀπό τήν ἐλεημοσύνη, ὥστε νά γεμίσει ἡ ψυχή σου ἀπό τό θεῖο φῶς. Τέλος, ὅσο εἰρηνικός εἶσαι ἐσωτερικά, τόσο περισσότερο ὁ νοῦς σου θά ἐννοεῖ τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Μέ τήν προσευχή καί τή μελέτη τῶν ἁγίων Γραφῶν καί μ’ ὅλο τόν πνευματικό σου ἀγώνα, γρήγορα θά φτάσεις στήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς.
Εἰναί αἰσχρό οἱ φιλοσαρκοι καί γαστρίμαργοι νά ἐξέταζουν τά πνευματικά πράγματα, ὅπως ἡ πόρνη νά μιλάει γιά σωφροσύνη. Καί ὅπως, ὅταν τό σῶμα πάσχει ἀπό μεγάλη ἀρρώστια, ἀποφεύγει τά παχειά φαγητά, ἔτσι κι’ ὁ νοῦς δέν μπορεῖ νά φτάσει στά θεῖα πράγματα ὅταν καταγίνεται μέ τά κοσμικά. Ὅπως ἡ φωτιά δέν μπορεῖ ν’ ἀνάψει τά βρεγμένα ξύλα, ἔτσι καί ἡ θεία φωτιά δέν μπορεῖ νά θερμάνει τήν καρδιά πού ἀγαπάει τήν ἀνάπαυση. Ὄπως ἡ πόρνη δέν περιορίζεται σ’ ἕνα μόνο ἐραστή, ἔτσι καί ἡ ψυχή πού καταγίνεται μέ πολλά πράγματα δέν μπορεῖ να κατανοήσει τά σπουδαιότερα, πού εἶναι τά θεῖα.
Ὅπως ἐκεῖνος πού δέν εἶδε μέ τά μάτια του τόν ἥλιο δέν μπορεῖ νά διηγηθεῖ στούς ἄλλους πῶς εἶναι τό φῶς του, ἔτσι κι αὐτός πού δέν γεύτηκε τή γλυκύτητα τῆς πνευματικῆς ζωῆς δέν μπορεῖ νά μιλήσει γιά πνευματικά πράγματα. Ἄν κάτι δέν τό ἔχεις ἀνάγκη καί σοῦ περισσεύει, δῶστο στόν ἀδελφό σου, γιατί ἔτσι θά πλησιάσει περισσότερο ἡ καρδιά σου τόν Θεό. Ὅταν κάνεις ἐλεημοσύνη νά δίνεις πλουσιοπάροχα, κάνοντάς την μέ χαρά, «ἱλαρόν γάρ δότην ἀγαπᾶ ὁ Θεός». Γιά τό ψωμί πού δίνεις στόν φτωχό θά πάρεις μισθό στήν ἄλλη ζωή. Μήν ἐξετάζεις ἄν σ’ αὐτόν πού κάνεις ἐλεημοσύνη ὑπάρχει πραγματική ἀνάγκη ἤ ὄχι. Ἐσύ κάνε τό καθῆκον σου καί ὁ Θεός θά κρίνει σωστά. Γιατί κάνοντας ἀδιάκριτα ἐλεημοσύνη, θά προσελκύσεις καί τούς σκληρόκαρδους στό καλό.
Σ’αὐτό μᾶς διδάσκει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, πού ἔτρωγε μαζί μέ τούς τελῶνες καί τούς ἁμαρτωλούς. Δέν προτιμοῦσε τούς καλούς καί τούς ἄξιους, ἀλλά τούς ἀνάξιους, γιά νά τούς προσελκύσει καί νά τούς δημιουργήσει τόν φόβο τοῦ Θεοῦ.
Ἔτσι κι’ ἐσύ νά κάνεις τό καλό σέ ὅλους, εἴτε εἶναι φίλοι σου εἴτε ἐχθροί σου.
Κι’ ὅταν κάνεις τό καλό, μήν περιμένεις ἀμοιβή ἀπό τούς ἀνθρώπους, γιατί θά σέ ἀνταμείψει ὁ Θεός. Πρόσεξε μήπως πέσεις στήν παγίδα καί μαζεύεις πράγματα, γιά νά κάνεις δῆθεν ἐλεημοσύνη. Ἡ ἐλεημοσύνη ἔχει ἀξία μπροστά στά μάτια τοῦ Θεοῦ ὅταν γίνεται ἀπό τό ὑστέρημά σου. Ὅσο λιγότερα ἔχεις, τόσο πιό εὐτυχισμένος εἶσαι καί πολύ εὔκολα θά πλησιάσεις τόν Θεό. Τά πολλά ὑλικά πράγματα δένουν τόν ἄνθρωπο στήν γῆ  αὐτή, καί δέν τόν ἀφήνουν νά δεῖ τήν Αἰώνια Βασιλεία. Ἡ ἀφθονία τῶν πραγμάτων εἶναι ἐχθρός τῆς ἐγκράτειας.
Εἰναι εὐτυχισμένος ἐκεῖνος πού προσπαθεῖ νά  βρεῖ ἡσυχία γιά νά ἔλθει σ’ ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό, καί δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τίς πολλές ἐργασίες. Γιατί ὅσο ζεῖ ὁ ἄνθρωπος θά ἔχει δουλειές καί δέν θά σταματήσουν ποτέ. Βέβαια, καί ἡ ἐργασία εἶναι ἀπαραίτητη γιά τήν προκοπή τῆς ψυχῆς. Οἱ Πατέρες μάλιστα ὁρίζουν ὅτι οἱ ἀρχάριοι στήν πνευματική ζωή πρέπει νά καταγίνονται πολύ μέ τή σωμάτικη ἐργασία, γιά νά μή τούς πειράζει ὁ σατανᾶς, χωρίς φυσικά νά παραλείπουν καί τήν προσευχή.
 Καί προσευχή καί ἐργασία.
Νά μήν ἀμελεῖς τίς μετάνοιές σου, γιατί αὐτό φοβίζει τόν σατανᾶ. Νά γνωρίζεις ὅτι θά σέ πολεμήσουν πολύ οἱ δαίμονες, ὅταν ἀρχίζεις νά προσκυνᾶς τόν Θεό σου. Κανένα πρᾶγμα στόν πνευματικό ἀγώνα δέν εἶναι ἀνώτερο ὅσο ἡ ἀσκητική προσπάθεια, πού τόσο φθονοῦν οἱ δαίμονες, γιατί καίγονται ὅταν βλέπουν τούς χριστιανούς νά πέφτουν γονατιστοί μπροστά στόν Ἐσταυρωμένο.
Νά ζητᾶς τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί Αὐτός θά φωτίσει τό σκοτάδι τῆς καρδιᾶς σου καί θά κάνει ν’ ἀνθίσει μέσα σου ἕνας πνευματικός παράδεισος. Πρῶτα ὅμως πρέπει νά κόψεις κάθε ἁμαρτωλό πρᾶγμα πού σέ συνδέει μέ τόν κόσμο καί μετά νά στραφεῖς στόν ἐσωτερικό σου κόσμο, γιά νά ξεριζώσεις ὅ,τι σάπιο ὑπάρχει.
Αὐτά ὅπως σοῦ εἶπα καί πιό πάνω, δέν εἶναι εὔκολα πράγματα. Τό νά καθαρίσει κανείς τόν ἑαυτό του ἀπό τούς σαρκικούς μολυσμούς ἀπαιτεῖ ἀγώνα μεγάλο πού θά διαρκέσει πολύ καιρό. Καί αὐτά στά λέω ὄχι γιά νά σέ ἀπελπίσω γιά τή σωτηρία σου, ἀλλά γιά νά σέ βοηθήσω νά προχωρᾶς συνεχῶς, μέχρις ὅτου γευθεῖς τή γλυκύτητα πού προσφέρει ὁ Θεός. Γιατί ἡ γλυκύτητα τῆς ἁμαρτίας εἶναι ψευτική καί πρόσκαιρη. Μόνο κοντά στό Θεό θά βρεῖς πραγματική παρηγοριά καί καταφύγιο.
Νά μισήσεις  τά ἁμαρτωλά ἔργα καί τότε θά σέ πλησιάσει ὁ Θεός καί θά σοῦ στείλει τή χάρη Του.
Κοντά στόν Θεό θά βρεῖς εἰρήνη καί χαρά, ἀρκεῖ νά Τόν ἀγαπήσεις μ’ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς σου.
Κοντά στόν Θεό θ’ ἀπολαύσεις τήν αἰώνια μακαριότητα στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Ἀγάπησε ἀληθινά τόν Θεό καί τότε θά γίνεις εὐτυχισμένος.
Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ
 iereasanatolikisekklisias

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012

Σεφέρης: «Να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου, τίποτε δεν είναι πιο πικρό»

Δημήτρης Νατσιός, Δάσκαλος

 «Να δούμε ακόμα πού θα φτάσουμε! Δεν αφήσαμε βρωμιά, δεν αφήσαμε σιχαμένη πράξη, που να μην την κάνουμε, δεν αφήσαμε πονηρό διαλογισμό που να μην τον πούμε ή να μην τον γράψουμε με την μεγαλύτερη αδιαντροπιά. Ξεχαλινωθήκαμε πια ολότελα. Ποτέ ο άνθρωπος δεν είχε φτάσει ούτε στην μισή αναισθησία και σιχαμένη παραμόρφωση, απ’ όσο έφτασε σήμερα...». (Φ. Κόντογλου, «Μυστικά Άνθη», εκδ. «Αστήρ», σελ. 21). Αν ζούσε σήμερα ο κυρ-Φώτης, πενήντα χρόνια μετά την μακαρία κοίμησή του, κι έβλεπε τις προκοπές και τις πομπές μας, τι θα έγραφε άραγε; Δεν θα ‘πιανε την μύτη από τις αναθυμιάσεις; Τι καλό να περιμένεις, όταν, για παράδειγμα, στην πάλαι ποτέ συμβασιλεύουσα πόλη του αγίου Δημητρίου και του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, παρελαύνει, «δόξη και τιμή», η διαστροφή; Να μαγαρίζεται μια ολόκληρη πόλη από την δυτικόφερτη ασυδοσία με τις «ευλογίες» της δημοτικής αρχής; «Θε μου τι βλέπομεν στις μέρες μας», όπως αναφωνεί ο Μακρυγιάννης. Και από κοντά τα δημοσιογραφικά γιουσουφάκια, να υπερασπίζονται το δικαίωμα της θηλύγλωσσης αναίδειας να παρελάσει, προβάλλοντας και πάλι το μπαχαρικό των τάχα και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Για τις παρελάσεις όμως των εθνικών επετείων εξεμέουν δηλητήρια. Εκείνες τους ενοχλούν, η παρελαύνουσα ηθική παραλυσία τους ενθουσιάζει. Τι να πει κανείς, κατρακύλισμα εις μέγα βόθυνον και γι’ αυτό το κατρακύλισμα έλεγε ο ψαλμωδός: «Άνθρωπος εν τιμή ων ου συνήκε, παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς». (Ψαλμ. 48, 13).
Αγνώριστη η πατρίδα μας. Και αν περπατούμε και ανασαίνουμε πάνω στα άγια χώματά της, μας φαίνεται σαν ξένη. Σάβανα απλώθηκαν πάνω από τα ρόδινα ακρογιάλια της και δεν μας αφήνουν να δούμε τον ήλιο και τον Ήλιο της Δικαιοσύνης. Νοσταλγούμε την Ελλάδα, την Πονεμένη Ρωμηοσύνη.
Το είπε ο Σεφέρης με τον άφθαστο ποιητικό λόγο αυτό, από το 1936 ακόμη:
«Όσο προχωρεί ο καιρός και τα γεγονότα, ζω ολοένα με το εντονότερο συναίσθημα πως δεν είμαστε στην Ελλάδα, πως αυτό το κατασκεύασμα που τόσο σπουδαίοι και ποικίλοι απεικονίζουν καθημερινά, δεν είναι ο τόπος μας, αλλά ένας εφιάλτης με ελάχιστα φωτεινά διαλείμματα, γεμάτα με μια πολύ βαριά νοσταλγία. Να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου, τίποτε δεν είναι πιο πικρό». 
Αλήθεια δεν μας κυριεύει η πικρή και βαριά νοσταλγία του ποιητή, βλέποντας τα δάκρυα και ακούγοντας τους ολοφυρμούς της πατρίδας; Και ο πόνος μεγαλώνει, γιατί νοσταλγούμε… Νοσταλγούμε τα χρόνια τα ευλογημένα στο πατρικό σπίτι και όχι στην πολυώροφη απανθρωπία, τα βράδια του καλοκαιριού που μοσχοβολούσαν οι μπαχτσέδες και συνάζονταν οι γειτόνισσες, μαζί με την μάνα μας, και περνούσαν γενεές δεκατέσσερις όλη την πόλη ή το χωριό και εμείς, τα αλάνια αλωνίζαμε τον τόπο. Ήταν ωραία χρόνια, δεν τα εξωραϊζω, και ας ζούσαμε με την «έντιμον πενίαν» του Παπαδιαμάντη. Και μετά η πατρίδα μαγαρίστηκε. Τρέξαμε λαχανιασμένοι να προλάβουμε το τρένο του δήθεν εξευρωπαϊσμού μας, υψώσαμε σε εθνικό ιδεώδες έναν «πολιτισμό», τον δυτικό, διαφορετικό από πολλές απόψεις του δικού μας, μόνο και μόνο επειδή ήταν υλικά υπέρτερος. Έναν «πολιτισμό» που μας επιτρέπει μεν να πάμε στ’ αστέρια, παραμένει εν τούτοις σκληρός και ανελέητος προς τον συνάνθρωπο. Από κοντά και η Παιδεία, θλιβερό παρακολούθημα όλη αυτής της διαστροφής. Εγκατέλειψε την ψυχή του παιδιού και στράφηκε στον εγκέφαλό του για να θεραπεύσει τις ανάγκες του κράτους της βιομηχανίας και των επιχειρήσεων. Όμως, αφ’ ότου έκανε στόχο της το δίπλωμα, το πτυχίο, γεμίσαμε διπλωματούχους και οι πνευματικοί άνθρωποι εξαφανίστηκαν.
Μια κακή Παιδεία, που, όπως έλεγε ο Σεφέρης (στον λόγο του για τον Μακρυγιάννη, το 1941 στο Κάιρο) «διαστρέφει και αποστεγνώνει και είναι μια βιομηχανία που παράγει τους ψευτομορφωμένους και τους νεόπλουτους της μάθησης, που έχουν την ίδια κίβδηλη ευγένεια με τους νεόπλουτους του χρήματος».
Τις πταίει για το κακό μας ριζικό;
«Την τύχη του κάθε λαός
την κάνει μοναχός του
και όσα του φταίει η κούτρα του
δεν του τα κάνει ο εχθρός του»,
λέει μια κρητική μαντινάδα.
Φταίμε και εμείς, ο λαός, που αφήσαμε τους δαίμονες της πατρίδας, τους πολιτικούς τζιτζιφιόγκους, να την καταντήσουν παλιόψαθα των εθνών.
Το 1945, πάλι ο Σεφέρης, σημειώνει στο πολιτικό του ημερολόγιο μια παρατήρηση, η οποία παραμένει διαχρονικά εύστοχη:
«Η βλακεία, η εγωπάθεια, η μωρία και η γενική αναπηρία της ηγετικής τάξης στην σημερινή Ελλάδα, σε φέρνει στην ανάγκη να ξεράσεις... Είμαι βέβαιος πώς τούτοι οι ελεεινοί δεν αντιπροσωπεύουν την ζωντανή Ελλάδα, δεν αντιπροσωπεύουν τίποτε και υπάρχουν άγνωστοι, πολλοί που δεν ξέρουν, αλλά που αξίζουν, που σε φωνάζουν». Ας κρατήσουμε την τελευταία παρατήρηση του Σεφέρη.
Υπάρχουν ακόμη Άνθρωποι (με το άλφα κεφαλαίο) σε τούτο τον τόπο, είναι οι ταπεινοί τη καρδία. Την απάντηση για την κρίση μας την δίνει ο ίδιος ο ποιητής με τον επίλογο της ομιλίας του κατά την παραλαβή του Νόμπελ λογοτεχνίας:
«Όταν στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα».
Πολλοί συνάνθρωποί μας σήμερα βοούν και κραυγάζουν: «άνθρωπον ουκ έχω». Αυτούς να βρούμε, που είναι δίπλα μας, γείτονες, τους πλησίον. Ακούς κάποιους μεγάθυμους, κυρίως πολιτικούς, να λένε: «σκέφτομαι και συμπονώ τους αναξιοπαθούντες συνανθρώπους μας, τους άνεργους, τους φτωχούς όλου του κόσμου». Έτσι γενικά και αόριστα. Ανέξοδη αυτή η «αγάπη» και «συμπόνια», απρόσωπα πράγματα.
Γράφει κάπου ο Ντοστογιέφσκι στον «Ηλίθιο»: «Μπορεί τάχα ν’ αγαπάει κανείς όλους τους ανθρώπους, όλους τους πλησίον του; Το ‘χω συχνά αναρωτηθεί; Και βέβαια όχι. Είναι μάλιστα αφύσικο. Στην αόρατη αγάπη για την ανθρωπότητα, αγαπάς σχεδόν πάντα τον εαυτό σου». Οι αυτοκτονίες συνανθρώπων μας πρέπει να μας συγκλονίζουν. Γιατί δεν βρίσκεται ένα χέρι, ένας λόγος παρήγορος να τους συγκρατήσει; Δεν λείπουν τόσο τα χρήματα, όσο το «άνθρωπον ουκ έχω». Αυτό μας ντροπιάζει περισσότερο απ’ όλα και όχι η φτώχεια μας.
«Στην αργατιά, στην χωριατά
το χιόνι, η γρίπη, η πείνα, οι λύκοι
ποτάμια, πέλαγα, στεριές, ξολοθρεμός και φρίκη.
Χειμώνας άγριος. Κι η φωτιά
καλοκαιριά στην κάμαρά μου.
Ντρέπομαι για τη ζέστα μου
και για την ανθρωπιά μου».
(Κωστής Παλαμάς)

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )