.

.

Σάββατο 27 Αυγούστου 2011

Σωτηρία Μπέλλου (22/8/21 – 27/8/97)


Η Σωτηρία Μπέλλου γεννήθηκε στα Χάλια (σήμερα Δροσιά Χαλκίδας) στις 22 Αυγούστου 1921. Η Σωτηρία (μεγαλύτερη από το άλλα τέσσερα αδέλφια της) πήρε το όνομα του αγαπημένου της παππού, Σωτήρη Παπασωτηρίου, που ήταν παπάς στο Σχηματάρι και της είχε πολύ μεγάλη αδυναμία… Από μικρό κοριτσάκι την έπαιρνε κοντά του στην εκκλησία. Εκείνη άρχισε να επηρεάζεται από τα τροπάρια και έψελνε μόλις «κατάλαβε» τον εαυτό της.

Έτσι άρχισε να «ζυμώνεται» με τους εκκλησιαστικούς ήχους και τη βυζαντινή μουσική…

ΣΠΟΥΔΑΖΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΨΑΛΤΗΡΙ

Με τα εκκλησιαστικά η μικρή Σωτηρία είχε αποκτήσει ένα μεγάλο πάθος πριν ακόμη τελειώσει το δημοτικό σχολείο. Μπαινόβγαινε στο Ιερό, έψελνε στο αριστερό ψαλτήρι και χτυπούσε την καμπάνα για τον εσπερινό. Όταν έγινε δέκα χρόνων, έφυγε από τον παππού της και πήγε μέσα στη Χαλκίδα όπου έμεναν οι γονείς της και τα μικρότερα αδέλφια της. Ο πατέρας της ήταν από τους πλέον εύπορους κατοίκους της πόλης γιατί διατηρούσε το μεγαλύτερο και το καλύτερο κατάστημα τροφίμων στην πολυσύχναστη οδό Αβάντων.

Τις εφημερίδες που έπαιρνε ο Κυριάκος Μπέλλος, η μικρή Σωτηρία της «ξεκοκάλιζε» μετά τα μαθήματά της. Μια μέρα είπε στον πατέρα της: «Μπαμπά, θέλω να με πας στον κινηματογράφο να δω την “Προσφυγοπούλα” γιατί πρωταγωνιστεί η Βέμπο που μου αρέσει πολύ». Έγινε το χατίρι της, είδε τη Βέμπο στο σινεμά και ύστερα άρχισε να τη μιμείται. Πήγαινε κάθε μέρα μπροστά στον καθρέφτη του σπιτιού της κι έκανε σκέρτσα και κινήσεις όπως η Βέμπο στην οθόνη. Παρά τις συστάσεις της μάνας της, η Σωτηρία συνέχιζε το βιολί της ώσπου έφαγε το ξύλο της χρονιάς της.

Η Ελένη Μπέλλου, γνήσια Αρβανίτισσα, δεν ήθελε ποτέ να δει τη μεγαλοκόρη της τραγουδίστρια. Η Σωτηρία (αρβανίτικο κεφάλι κι αυτή) εγκατέλειψε το σπίτι της. Έφυγε από τη Χαλκίδα, για την Αθήνα, όπου αρχίζουν οι πρώτες μεγάλες δυσκολίες για ένα κορίτσι που ζει πλέον μόνο του στην πρωτεύουσα της χώρας. Ήταν αρχές της ναζιστικής κατοχής. Το αρβανίτικο πείσμα να εγκαταλείψει το σπίτι της, τους γονείς στη Χαλκίδα, την οδήγησε σε μεγάλες περιπέτειες.

Η ΒΙΤΡΙΟΛΙΣΤΡΙΑ

Στην απειρία της, γνωρίσθηκε στη Χαλκίδα, στα 17 της χρόνια, το 1938 με έναν άνδρα που την κορτάριζε συνεχώς όταν την έβλεπε στο μαγαζί του πατέρα της. Το επάγγελμά του ήταν ελεγκτής στα λεωφορεία. Ο Βαγγέλης Τριμούρας (πέθανε πέρυσι 85 ετών στην Αθήνα κι άφησε έναν γιο από τη δεύτερη γυναίκα του).

Οι γονείς της την είχαν προειδοποιήσει να προσέξει αυτή τη γνωριμία της. Εκείνη δεν τους άκουσε και παντρεύτηκε. Έζησε μαζί του έξι μήνες. Εκείνος, όμως, έκανε άστατη ζωή. Γύριζε με άλλες κι όταν γυρνούσε σπίτι, την έδερνε. άρχισαν οι καβγάδες. Η Σωτηρία δεν σήκωνε από τότε φοβέρες και ζοριλίκια. Κάποια στιγμή πάνω σ’ έναν από τους πολλούς καβγάδες τού ‘ριξε βιτριόλι στο πρόσωπο. Συνελήφθη και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση τριών χρόνων και έξι μηνών. Έμεινε υπόδικη 3 μήνες στη Χαλκίδα, ενώ ένα μήνα κάθισε στις φυλακές «Αβέρωφ» στην Αθήνα.

Στο Εφετείο μειώθηκε η ποινή της στους έξι μήνες. Πλήρωσε και βγήκε από τη φυλακή. Ξαναγύρισε στη Χαλκίδα και με το που έφτασε στο σπίτι της, άρχισε η γκρίνια και το ξύλο. Την έδερναν όλοι. Γονείς κι αδέρφια. Θεωρούσαν ότι τους ντρόπιασε όλους στην οικογένεια. Τη φώναζαν χωρισμένη, βιτριολίστρια, φυλακισμένη. Η ζωή της πραγματικό μαρτύριο. Δεν άντεχε άλλο. Ήταν πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940, όταν αποχαιρετούσε τη Χαλκίδα κι έμπαινε στην «πόστα», το τρένο που θα τη μετέφερε στην Αθήνα. Οι σειρήνες ηχούσαν. Ανατριχίλα, γενική αναστάτωση. Πόλεμος. Η Σωτηρία στα ίδια βαγόνια με τους φαντάρους. Όταν κατέβηκε στο σταθμό Λαρίσης, κάποιος της έδωσε μια κουραμάνα. Νέος Γολγοθάς, στην Αθήνα, αρχίζει μες στου πολέμου τη φωτιά για το πλουσιοκόριτσο του Μπέλλου από τη Χαλκίδα.

ΠΟΛΕΜΩΝΤΑΣ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΩΝΤΑΣ

Η οικογένεια της Σωτηρίας χάνει τα ίχνη της. Κανείς δεν ήξερε για την τύχη της. Μετά επτά ολόκληρα χρόνια, την εντοπίζουν να τραγουδά πλάι στον Βασίλη Τσιτσάνη στο κέντρο «Τζίμης ο Χοντρός» στην Αχαρνών.

Στην Κατοχή, όμως, η Μπέλλου δεν πάλεψε μονάχα για να ζήσει, να βρει το δρόμο της στην Αθήνα. Πάλεψε και κατά των Γερμανών κατακτητών και των ντόπιων συνεργατών τους.

Οργανώθηκε στις γραμμές του ΕΑΜ. Κινδύνευσε πολλές φορές. Οι Γερμανοί την έπιασαν, τη βασάνισαν, την έκλεισαν φυλακή. Στον εμφύλιο συνελήφθη και πάλι από τους «ισχυρούς» κρατούντες και ξανακλείσθηκε φυλακή. Κρατήθηκε μαζί με άλλους ομοϊδεάτες της σε ένα υπόγειο καμπαρέ της οδού Βουκουρεστίου, το «Κιτ-Κατ». Όταν αφέθηκε ελεύθερη, πήγε κι έπιασε δουλειά στου «Τζίμη του Χοντρού» με τον Τσιτσάνη. Είχε όμως μια άσχημη περιπέτεια.

Ένα βράδυ που τραγουδούσε, μπήκε στο μαγαζί μια παρέα από Χίτες. Της κρατούσαν γινάτι από τα Δεκεμβριανά το 1944, όπου η Μπέλλου είχε λάβει μέρος στις μάχες σαν αγωνίστρια του ΕΛΑΣ. Ένας από τους Χίτες ανέβηκε στο πάλκο και της ζήτησε να τραγουδήσει «Του αητού ο γιος». Εκείνη αρνήθηκε και τότε μαζεύτηκαν όλοι της παρέας και την τσάκισαν στο ξύλο. Κι όμως η Μπέλλου γι’ αυτό το περιστατικό είχε ένα παράπονο, μια πικρία που ανέφερε σ’ όλη της τη ζωή. Δεν περίμενε την ώρα που την χτυπούσαν έξι Χίτες μαζί να μη σηκωθούν από τις καρέκλες τους δύο άνδρες να αντισταθούν σ’ αυτή την πρόκληση. Οι τρομοκράτες που έκαναν άνω κάτω το μαγαζί φώναζαν στην Σωτηρία: «Πες του αητού το γιο, γιατί θα σε καθαρίσω Βουλγάρα». Ήταν Δεκέμβρης του 1948. Η τραγουδίστρια έφυγε από τον «Τζίμη τον Χοντρό» και πήγε σε ένα μαγαζί και εργάσθηκε μαζί με τον Μάρκο Βαμβακάρη. Ήταν το κέντρο «Παναγάκη» στην οδό Παρασίου.

Η ΚΑΤΑΞΙΩΣΗ

Η ζωή της Μπέλλου από το 1940 έως το 1946, τότε δηλαδή που μπαίνει πλέον επίσημα στον χώρο και τον κόσμο του ρεμπέτικου, είναι μια περιπέτεια, ένα θρίλερ. Οι δραματικές στιγμές που πέρασε στην Αθήνα και έχει περιγράψει η ίδια, θυμίζουν κινηματογραφική ταινία. Έκανε πολλές δουλειές για να επιβιώσει. Δούλεψε σε εστιατόριο λαντζιέρα. Νύχτες ολόκληρες έπλενε πιάτα. Πουλούσε τσιγάρα με τον ταβλά και παστέλια. Έκανε τον αχθοφόρο σε σταθμούς τρένων και λεωφορείων. Με ένα καρότσι έπαιρνε τα ταγάρια, τα καλάθια και τις βαλίτσες των επαρχιωτών και τα ξεφόρτωνε στην Ομόνοια. Τις νύχτες κοιμόταν μέσα στα βαγόνια. Με τα χαρτζιλίκια που μάζευε από όλες αυτές τις δουλειές, αγόρασε παπούτσια και κουβέρτες, νοίκιασε μια κάμαρα – σπίτι στο Περιστέρι, κι αγόρασε μια κιθάρα, που ήταν το μεγάλο της όνειρο. Στερήθηκε πολλά αγαθά τόσα χρόνια, αλλά με το αρβανίτικο πείσμα που τη διέκρινε και τη σιδερένια θέληση που είχε πέτυχε τον στόχο της. Να γίνει τραγουδίστρια.

Με τον Μιχάλη Γενίτσαρη το 1948

Ένα βράδυ του Μάη του 1945 κατέβαινε την Ιπποκράτους. Είχε πάει να συναντήσει κάποιες κοπέλες, που ήταν συγγενείς της, στην οδό Διγενή Ακρίτα. Κοντά στην πλατεία Εξαρχείων, είδε μια ταβέρνα και μπήκε μέσα. Κάθισε σ’ ένα τραπέζι στην αυλή και παρήγγειλε κάτι να φάει. Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, Κρητικός την καταγωγή, και μερικοί θαμώνες κοίταζαν επίμονα τη Σωτηρία. Τόσο όμορφη κοπέλα, ίδια κούκλα, μόνη της τέτοια ώρα; Εκείνη απτόητη. Καθώς περίμενε την παραγγελία, το μάτι της έπεσε πάνω σε μια κιθάρα. Ρώτησε ευγενικά τον ταβερνιάρη αν μπορεί να παίξει, πήρε θετική απάντηση και άρχισε να παίζει και να τραγουδά ένα παλιό τραγούδι της Σοφίας Βέμπο «Τι έχεις κι όλο κλαις και δεν μου το λες». Δεν σταμάτησε όμως στο ένα τραγούδι. Είπε και δεύτερο: «Αντιλαλούνε οι φυλακές τ’ Ανάπλι κι ο Γεντί Κουλές». Στην απέναντι γωνιά, άκουγε με πολλή προσοχή την κοπέλα με την κιθάρα, ένας 45άρης καλοντυμένος, με ψαρά μαλλιά, χωρίς να πει κουβέντα. Το επόμενο βράδυ η Μπέλλου ξαναπήγε στο μαγαζί, έπαιξε και τραγούδησε. Στην ταβέρνα, παρ’ ότι ήταν λαϊκή, πήγαιναν πολλοί κοσμικοί. Ανάμεσά τους και ο θεατρικός συγγραφέας Κίμων Καπετανάκης, ο οποίος δύο βράδια αργότερα, πήγε με τον Βασίλη Τσισάνη εκεί. Στο φουλ της επιτυχίας του ο βάρδος του ρεμπέτικου, ο οποίος ενθουσιάστηκε από τη φωνή της Μπέλλου, αλλά και από τη δεξιοτεχνία της στην κιθάρα. Τα είπαν οι δυο τους και συμφώνησαν να μπουν στο στούντιο. Η Σωτηρία δεν μπορούσε να πιστέψει ότι της δινόταν μια τέτοια μεγάλη ευκαιρία. Η ευκαιρία της ζωής της που την οδήγησε στη μεγάλη λεωφόρο του ρεμπέτικου και στη συνέχειά του, που ήταν το αυθεντικό λαϊκό τραγούδι με κοινωνικό χαρακτήρα.

1959, με τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Στράτο Παγιουμτζή

Στα χρόνια της πολυτάραχης ιστορίας στο ελληνικό τραγούδι, η Μπέλλου έκανε πολύ μεγάλες επιτυχίες σε τραγούδια των πιο γνωστών λαϊκών συνθετών: «Συνεφιασμένη Κυριακή», «Καβουράκια», «Όταν πίνεις στην ταβέρνα», «Κάνε λιγάκι υπομονή» του Τσιτσάνη, «Γύρνα στη ζωή την πρώτη» ­ «Κάνε κουράγιο καρδιά μου» (Παπαϊωάννου), «Ο ναύτης» ­ «Το σβηστό φανάρι» (Μητσάκη), «Είπα να σβήσω τα παλιά» (Καλδάρα), «ανοιξε, άνοιξε» (Παπαϊωάννου). Από το ’41 ως το ’76 τραγούδησε αδιάκοπα όλους σχεδόν τους λαϊκούς συνθέτες, ενώ από τότε μέχρι πριν από πέντε χρόνια τάραξε πάλι τα νερά, με πρωτοποριακές συνεργασίας που έκανε με έντεχνους και γενικά σύγχρονους συνθέτες: Μούτσης (Το φράγμα), Σαββόπουλος (Το βαρύ ζεϊμπέκικο), Ανδριόπουλος (Λαϊκά προάστια), Κουνάδης (Δεν περισσεύει υπομονή), Ανδριόπουλος, Λάγιος (Λαός) κ.ά. Παράλληλα, προχώρησε και σε επανεκτελέσεις παλιών λαϊκών και ρεμπέτικων τραγουδιών, από τα οποία την αγάπησε η νέα γενιά και τη στήριξε στις αδιάκοπες εμφανίσεις της στα λαϊκά κέντρα, στις μπουάτ της Πλάκας καθώς και σε μεγάλες συναυλιακές και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Στο λαϊκό πάλκο, σε όλη της την πορεία στο τραγούδι, είχε πολύ έντονη παρουσία στα πιο διάσημα μαγαζιά της περιοχής Αθηνών: «Νήσος Ύδρα» του Αλάογλου στο Περιστέρι, «Ροσινιόλ» στα Σεπόλια, «Τζίμης ο Χοντρός» (Αχαρνών), «Τριάνα» και «Λουζιτάνια» (λεωφόρος Συγγρού), «Φαληρικόν» (Τζιτζιφιές), «Καλαματιανός» (Τζιτζιφιές), «Μάριος» (Ίωνος). Ξεχωριστή ιστορία έγραψε μαζί με Τσιτσάνη – Παπαϊωάννου, στην Καισαριανή, στο «Σκοπευτήριο» και στο «Χάραμα», για 10 χρόνια, ενώ με τους δύο τελευταίους εμφανίστηκε για μεγάλα διαστήματα στο «Όνειρο» και στο «Πρόσωπο» της Εθνικής οδού. Σημαντική παρουσία είχε στη δεκαετία του 1980, στον «Δία» της πλατείας Αττικής.

Έδωσε δεκάδες συναυλίες σε πολιτιστικές εκδηλώσεις. Η Μπέλλου υπήρξε ειλικρινής και γνήσια σαν καλλιτέχνις και σαν άνθρωπος. Βοήθησε όσο μπορούσε πολλούς νέους συναδέλφους της να σταθούν στο τραγούδι. Αγαπήθηκε από τον κόσμο του λαϊκού τραγουδιού και όχι μόνο. Προσωπικότητες του διεθνούς τζετ σετ, αλλά και Έλληνες πνευματικοί άνθρωποι θαύμασαν, λάτρεψαν και αποθέωσαν την Μπέλλου στα λαϊκά κέντρα όπου εμφανίσθηκε τα τελευταία χρόνια κυρίως.

vatopaidi

Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Ο Αγιορείτης Άγιος Ιερομάρτυς Κοσμάς ο Αιτωλός (+1779)




Μνήμη 24 Αυγούστου

Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου

Ο μέγας ισαπόστολος, φωτιστής του υπόδουλου Γένους, θαυματουργός όσιος, ένδοξος και λαοφιλής ιερο΅άρτυς, γεννήθηκε στο χωριό Μεγάλο Δένδρο της Αιτωλίας το 1714. Συγκεκριμένα ανάμεσα στα χωριά Μεγάλο Δένδρο και Ταξιάρχης της ορεινής Τριχωνίδος, περιοχή που ονομάζεται Απόκουρο, από γονείς Ηπειρώτες: «Γονέων ευσεβών υιός, παρά των οποίων ανατραφείς, και παιδευθείς εν παιδεία, και νουθεσία Κυρίου, κατά τον Απόστολον».

Έμαθε τα πρώτα γράμματα στη μονή της Παναγίας Σεγδίτσας Παρνασσίδος κοντά στον ιεροδιάκονο Γεράσιμο Λύτσικα και στη Λαμποτινά Ναυπακτίας με τον ιεροδιδάσκαλο Ανανία Δερβισάνο, όπου και δίδαξε. Κατόπιν συναντάται στην ονομαστή σχολή Βραγγιανών Αγράφων, την οποία είχε ιδρύσει ο συμπατριώτης του όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός ( 1682). Στη σχολή αυτή διδάχθηκε ανώτερα μαθήματα φιλοσοφίας, αρχαίων ελληνικών, θεολογικών, φυσικομαθηματικών, στοιχείων ιατρικής και άλλων εγκυκλοπαιδικών γνώσεων.

Στη συνέχεια ήλθε στο Άγιον Όρος. Κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη: «Επειδή κατά τους χρόνους εκείνους άρχισε με φήμην μεγάλην και το σχολείον του Βατοπαιδίου εις το Άγιον Όρος, μετέβη εις εκείνο με άλλους ειδικούς του συμμαθητάς ουκ ολίγους· εκεί ετελείωσε τα γραμματικά υποκάτω εις τον διδάσκαλον Παναγιώτην Παλαμάν μετά δε ταύτα παρέλαβε και την Λογικήν από τον διδάσκαλον Νικόλαον Τζαρτζούλιον τον εκ Μετζόβου, όστις εκεί εσχολάρχησε μετά τον σοφώτατον Ευγένιον· ήταν δε ακόμα λαϊκός Κώνστας καλούμενος· πλην και εις το σχήμα όντας των λαϊκών, εφαίνετο εστολισμένος με την σεμνότητα του μοναδικού σχήματος, και κατά πάντα ηγωνίζετο, και τον εαυτόν του εγύμναζε προς τελείαν άσκησιν· επειδή δε πάλιν κακή τύχη η περίφημος εκείνη σχολή αναχωρησάντων των διδασκάλων, ερημώθη, και κατήντησε να γένη ως το απ' αρχής»500. Στην περίφημη αυτή Βατοπαιδινή Σχολή και κοντά σε σπουδαίους διδασκάλους επί μία περίπου εξαετία απέκτησε αρκετά καλή μόρφωση και προσωπική εκπαιδευτική αντίληψη.

Αργότερα, στις διδαχές του, αναφέρεται στη μόρφωση που απέκτησε: «Εγώ, χριστιανοί μου, έφθειρα την ζωήν μου εις την σπουδήν σαράντα-πενήντα χρόνους, εγώ εδιάβασα και περί ιερέων, και περί ασεβών και περί αθέων και περί αιρετικών, τα βάθη της σοφίας ερεύνησα».

Αλλού αναφέρει: «έμαθα πολλών λογιών γράμματα, εβραϊκά, τουρκικά, φράγκικα και απ' όλα τα έθνη και πολλά τα εδιάβασα».

Κατόπιν μετέβη στην ιερά μονή Φιλοθέου. Εκεί εκάρη μοναχός με το όνομα Κοσμάς και χειροτονήθηκε ιερεύς. Όπως λέγει ο ίδιος, «επήγα και εις το Άγιον Όρος και έκλαιγα διά τες αμαρτίες μου δεκαεπτά χρόνους». Από μικρός είχε μεγάλη αγάπη στον Θεό και στον συνάνθρωπο. Μελετούσε το ευαγγέλιο και σκεπτόταν πως θα μπορούσε να βοηθήσει τους αδελφούς του κατά τον καλύτερο τρόπο. Προσευχόταν και συμβουλευόταν πνευματικούς και Γέροντες. Ένιωθε ότι έπρεπε να αφήσει το προσφιλές Άγιον Όρος, για να βοηθήσει τον χειμαζόμενο λαό. «Το Γένος κινδύνευε τον έσχατο κίνδυνο. Από την μια οι Τούρκοι, απ' την άλλη ο διαφωτισμός -ο άθεος διαφωτισμός- της Γαλλίας. Η πίστις διαρκώς υποχωρούσε. Το ισλάμ εν θριάμβω. Η εληνική γλώσσα ηφανίζετο. Επαρχίες ολόκληρες είχαν ξεχάσει τα ρωμέϊκα και μιλούσαν άλλες τούρκικα, άλλες σλάβικα, άλλες αρβανίτικα, άλλες βλάχικα. Ήσαν και οι ξένες προπαγάνδες. Παπικοί μισσιονάριοι, λουθηροκαλβίνοι ψευδοϊεραπόστολοι εκμεταλευόμενοι την φτώχεια του λαού έμπηγαν τα γαμψά και μολυσμένα νύχια τους στις άχραντες και αμίαντες σάρκες της Εκκλησίας του Χριστού. Αντελήφθη ο Άγιος τον κίνδυνο. Τα απαισιόδοξα μηνύματα έφθαναν και στο Άγιον Όρος. Τα συνέλαβε. Έπρεπε να διακόψη την άσκησι στη Μονή. Τον περίμενε το Γένος του, η Εκκλησία του Χριστού. Μόρφωσιν είχε αποκτήσει πολλή, αρετές δυσκατόρθωτες για τους πολλούς είχε, ταπείνωσι διέθετε δυσθεώρητη, ζήλος ένθεος έκαιγε στην καρδιά του».

Στη μονή Φιλοθέου αισθάνθηκε κλήση από τον Θεό για την ανάληψη του μεγάλου έργου «της διαφωτίσεως και αναγεννήσεως των αδελφών Χριστιανών. Οι Έλληνες είχαν περιπέσει εις αμάθειαν εις ότι αφορά την θρησκείαν των, και αυτό είχεν ως αποτέλεσμα τας πολλαπλάς κακίας, και την κατά μεγάλους αριθμούς αλλαξοπιστίαν εκ της Ορθοδοξίας εις τον Μωαμεθανισμόν. Ο Κοσμάς ένοιωθε τούτο βαθύτατα. Εζήτησε λοιπόν και έλαβε την συγκατάθεσιν των γερόντων του όπως αναλάβη μία τοιαύτην αποστολήν. Αφήνοντας το Άγιον Όρος, μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν, συνήντησε τον Πατριάρχην Σεραφείμ (1757-1761) και έλαβε παρ' αυτού γραπτήν άδειαν να κηρύξη ανά την Ελλάδα».

Το 1760 στην Κωνσταντινούπολη συνάντησε τον κατά σάρκα αδελφό του Χρύσανθο τον Αιτωλό ( 1785), από τον οποίο διδάχθηκε ρητορική τέχνη. Το ιεραποστολικό του έργο στον ηπειρωτικό και νησιωτικό ελλαδικό χώρο ήταν μεγαλόπνοο, θαυμαστό, αποτελεσματικό και σπουδαίο.

Κήρυττε απλά, μεστά, εγκάρδια, εκφραστικά, ταπεινά και χαριτωμένα. Μιλούσε «το κατά δύναμιν, όχι ως διδάσκαλος, αλλ' ως αδελφός· διδάσκαλος μόνος ο Χριστός μας είναι». «Είστε τέκνα και θυγατέρες του Χριστού μας», έλεγε στους ακροατές του, «και όχι μόνον δεν είμαι άξιος να σας διδάξω, αλλά μήτε τα ποδάρια να σας φιλήσω, διατί ο καθένας από λόγου σας είναι τιμιώτερος από όλον τον κόσμον». Άλλοτε πάλι χαρακτηριστικά και ταπεινά παρατηρούσε: «Ακούγοντας και εγώ, αδελφοί μου, ετούτον τον γλυκύτατον λόγον, οπού λέγει ο Χριστός μας, "Με έτρωγεν εις την καρδίαν τόσους χρόνους ωσάν σκουλίκι", διά τους αδελφούς μας τους Χριστιανούς για τη σωτηρία των ψυχών τους εβγήκα και περιπατώ από τόπον εις τόπον και από χώραν εις χώραν και διδάσκω τους αδελφούς μου Χριστιανούς».

Το επί εικοσαετία πλούσιο κηρυκτικό έργο του πέρασε από την Κωνσταντινούπολη, Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία, Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησο, Ήπειρο, νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου πελάγους. Το φλογερό κήρυγμά του είχε τεράστια απήχηση στις διψασμένες και ταλαιπωρημένες ψυχές των υποδούλων, όπως αναφέρει ο καλός μαθητής και βιογράφος του Σάπφειρος Χριστοδουλίδης: «Όπου και εάν επήγαινεν ο τρισμακάριστος, εγίνετο μεγάλη σύναξις των Χριστιανών και ήκουαν μετά κατανύξεως και ευλαβείας την χάριν και γλυκύτητα των λόγων του, και ακολούθως εγίνετο και μεγάλη διόρθωσις και ωφέλεια ψυχική». Όπως μάλιστα γράφει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, «ήτον η διδαχή του, καθώς ημείς αυτήκοοι αυτής εγενόμεθα, απλούστατη, ωσάν εκείνη των αλιέων· ήταν γαλήνιος, και ησύχιος, οπού εφαίνετο καθολικά, να είναι γεμάτη από την χαράν του ιλαρού, και ησύχου Αγίου Πνεύματος». Και συνεχίζει: «Και ο Θεός άνωθεν συνήργει και εβεβαίωνε τα λόγιά του με τα ακόλουθα σημεία, και θαύματα, καθώς ποτέ διά των τοιούτων θαυμάτων εβεβαίωνε και το κήρυγμα των ιερών Αποστόλων του». Στη Βόρειο Ήπειρο «συνεργούσης της θείας χάριτος, πολλούς και μεγάλους καρπούς έκαμε· διά τί τους αγρίους, ημέρωσε· τους ληστάς, κατεπράϋνε· τους άσπλαχνους και ανελεήμονας, έδειξε ελεήμονας, τους ανευλαβείς, έκαμεν ευλαβείς, τους αμαθείς, και αγροίκους εις τα θεία, εμαθήτευσε, και τους έκαμε να συντρέχουν εις τας ιεράς Ακολουθίας· και όλους απλώς τους αμαρτωλούς, έφερεν εις μεγάλην μετάνοιαν, και διόρθωσιν· ώστε οπού έλεγον όλοι, ότι εις τους καιρούς των εφάνη ένας νέος Απόστολος».

Όλοι οι βιογράφοι του τονίζουν ιδιαίτερα ότι έπασχε για την ίδρυση σχολείων, για να μαθαίνουν τα ελληνόπουλα γράμματα δωρεάν, «να στερεώνωνται μεν εις την πίστιν και την ευσέβειαν, να οδηγώνται δε εις την ενάρετον ζωήν και πολιτείαν». Έπεισε τους πλούσιους να αγοράζουν κολυβήθρες για τις εκκλησίες που δεν είχαν .

Έτσι αγοράστηκαν πάνω από 400 κολυμβήθρες, βιβλία για τους εγγραμμάτους, κομποσχοίνια και σταυρουδάκια για όλους, περί τις 500.000. Δεν δίστασε να στιγματίσει το εμπόριο των Εβραίων, που έκαμαν ημέρα Κυριακή, και δεν επέτρεπε τους χριστιανούς να εργάζονται την ημέρα του Κυρίου. Γι' αυτό οι Εβραίοι τον μίσησαν θανάσιμα.

Στις περιοδείες του τον ακολουθούσαν πολλοί ιερείς και πολύς κόσμος. Το κάθε κήρυγμά του στον κάθε τόπο ήταν μία ιεροτελεστία. Έλεγε στους χριστιανούς να προετοιμασθούν, να εξομολογηθούν και να νηστεύσουν. Οι ιερείς τελούσαν το μυστήριο του ιερού ευχελαίου, και έχριαν τους χριστιανούς. Έστηναν παντού ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό, άναβαν κεριά, και εκείνος ανέβαινε στο σκαμνί του, μοίραζε ευλογίες, άρτους και κόλλυβα, και έκανε τη διδαχή. Ο σταυρός έμενε σε ανάμνηση της διαβάσεώς του και συχνά θαυματουργούσε517. Οι μαθητές του κρατούσαν σημειώσεις, και έτσι έχουμε σήμερα τις διδαχές του, που συνοδεύονταν από θαύματα και προφητείες. Οι προφητείες του αναφέρονται στην απελευθέρωση του σκλαβωμένου Έθνους, στο μέλλον διαφόρων προσώπων, πόλεων και της ανθρωπότητος, στις εφευρέσεις της επιστήμης και σε άλλα θέματα. Πολλές από αυτές πραγματοποιήθηκαν με πιστή ακρίβεια.

Παρά τη μεγάλη αγάπη του ευεργετημένου από τον άγιο λαού και τον σεβασμό που του έτρεφαν ακόμη και Τούρκοι υπήρχαν και ορισμένοι που τον μισούσαν, όπως κάποιοι πλούσιοι κοτσαμπάσηδες, γιατί τους έλεγχε τις διάφορες αδικίες, αλλά κυρίως οι Εβραίοι, τους οποίους έλεγχε και αυτούς στα κηρύγματά του. Φυσικά «δεν πάσχει βέβαια από αντισημιτισμό ο Άγιος. Μιλεί και εδώ την γλώσσα της αλήθειας. Ξέρει ότι οι Εβραίοι βρίσκονταν πίσω από τις αδικίες και τους διωγμούς των Χριστιανών». Έγραφε σε επιστολή του προς τον αδελφό του Χρύσανθο λίγους μήνες προ του τέλους του: «Δέκα χιλιάδες χριστιανοί με αγαπώσι και ένας με μισεί. Χίλιοι Τούρκοι με αγαπώσι και ένας όχι τόσον. Χιλιάδες Εβραίοι θέλουν τον θάνατόν μου και ένας όχι».

Οι Εβραίοι τον συκοφάντησαν στις τουρκικές αρχές, και κατόρθωσαν με πολλά χρήματα προς τον Κούρτ Πασά του Βερατίου να επιτύχουν τη θανάτωσή του. Ο άγιος προγνώρισε το τέλος του και την τελευταία νύκτα του, «χωρίς να δείξη ολότελα κανένα σημείον λύπης διά την στέρησιν της ζωής του, αλλά μάλιστα φαινόμενος χαριέστατος εις το πρόσωπον, ωσάν να επήγαινεν εις χαραίς και ξεφαντώματα». Τον κρέμασαν από ένα δένδρο στο χωριό Κολικόντασι και έριξαν το τίμιο λείψανό του στον ποταμό Άψο. Παρά την πέτρα που του είχαν δέσει στον λαιμό το λείψανο έπλεε. Βρέθηκε από τον ευλαβή ιερέα Μάρκο και ενταφιάστηκε στη μονή της Θεοτόκου Αρδονίτσας. Ο άγιος μαρτύρησε στις 24.8.1779. Τον Αύγουστο του 1813 έγινε η ανακομιδή των τιμίων λειψάνων. Το επόμενο έτος κτίστηκε εκεί προς τιμή του ναός και μονή με προσταγή του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, για τον οποίο είχε προφητεύσει ότι θα προοδεύσει.

Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός τιμήθηκε από νωρίς ως άγιος από τον πιστό λαό. Απόδειξη της τιμής αυτής και της αγάπης είναι εκατοντάδες φορητές εικόνες, τοιχογραφίες, χαλκογραφίες, ξυλογραφίες, σχέδια, προσκυνητάρια και ναοί. Η κανονική πράξη της αναγνωρίσεώς του έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις 20.4.1961. Το 1984 βρέθηκαν από τους συγγραφείς κυρίους Π. Β. Πάσχο και Π. Φ. Χριστόπουλο τα λείψανα του αγίου στο καταστραμένο μοναστήρι του στην Αλβανία. Υπάρχει μία αρκετά πλούσια βιβλιογραφία σχετική, με τον άγιο.

Ακολουθία και βίο του συνέθεσαν οι Νικόδημος ο Αγιορείτης, Σαπφείριος Χριστοδουλίδης (1814), ο Θωμάς Πασχίδης (1860) και ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννίτης. Παρακλητικό Κανόνα έγραψε ο μητροπολίτης Άρτης Σεραφείμ.






Διαβάστε επίσης:

Οι προφητείες του Αγίου Κοσμά

421 - Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, Φιλοθεΐτης

Μια Ορθόδοξη Θεώρησι του Ανθρώπου κατά Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό

Η ζωή του Κοσμά του Αιτωλού

Πατροκοσμάς και Εβραίοι

Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός και οι συκοφαντίες περί «αντισημιτισμού»

422 - Μνήμη Αγιορείτη Αγίου

429 - Αγιορείτης Άγιος ο προστάτης της Δασικής Υπηρεσίας

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός για τον εκκλησιασμό και τη Θεία Λειτουργία

Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Γέροντας του σκλαβωμένου γένους



πηγές:agioritikesmnimes
trelogiannis

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2011

Η δημοκρατία του homo idiot και πως να απαλλαγούμε



Κατερίνα Δ. Χατζοπούλου
Πολύς λόγος γίνεται τον τελευταίο καιρό για το πολίτευμά μας, την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ακούμε να σχολιάζεται άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο καυστικά η αποτυχία της, να αμφισβητείται ο χαρακτηρισμός της ως δημοκρατία, ενώ παράλληλα εκφράζεται και από πολλούς το αίτημα για άμεση δημοκρατία. Τί είναι όμως η άμεση δημοκρατία; Είναι το να συναποφασίζουμε όλοι μαζί για όλα. Ας δούμε τώρα για ποιό λόγο αυτό ούτε γίνεται, ούτε χρειάζεται να γίνει.

Η συνθετότητα των σύγχρονων κοινωνιών, μεταξύ των οποίων και η ελληνική, από καμία άποψη δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη της Αθηναϊκής δημοκρατίας του 5ου αιώνα. Άλλη είναι η περιπλοκότητα της κρατική δομής σήμερα και άλλος ο αριθμός των πολιτών. Δεν είμαστε μια μικρή πόλη του τότε γνωστού κόσμου, αλλά 11 εκατομμύρια λαός. Το βασικό ιδεώδες της δημοκρατίας, με την έννοια όλοι να συναποφασίζουμε για το κοινό καλό, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην εποχή των spreads. Σίγουρα το να αναθέτεις όλες τις αποφάσεις στην κοινή γνώμη, προστατεύει από την αυθαιρεσία του ενός ή των ολίγων. Ο μέσος πολίτης όμως δεν μπορεί να παρακολουθεί τα πάντα. Ίσως και να μην θέλει. Εκ των πραγμάτων άρα η καθιέρωση άμεσης δημοκρατίας είναι μη εφαρμόσιμη. Ίσως κανένα δημοψήφισμα που και που για σοβαρά θέματα που αφορούν όλους, αλλά μέχρι εκεί.

Τί μπορεί τότε να γίνει; Για να δούμε τί μπορεί να γίνει πρέπει να εντοπίσουμε τι ρίζα του κακού και να δούμε μήπως τελικά ο ακριβής χαρακτηρισμός του ως τώρα πολιτεύματός μας δεν είναι άλλος παρά η δημοκρατία του homo idiot, του άνθρωπου ιδιώτη, είτε πολίτη, είτε πολιτικού. Αν όχι απόλυτα, σίγουρα ως επί τω πλείστω. Αυτό τουλάχιστον μαρτυρεί το ύψος του εθνικού χρέους. Ο ιδιώτης πολίτης ψήφισε αυτόν που τον έβαλε στο δημόσιο και ο ιδιώτης πολιτικός κατασπατάλησε το δημόσιο χρήμα μεταξύ άλλων και για να δημιουργήσει «θέσεις εργασίας». Ο ιδιώτης πολίτης φοροδιεύφευγε επί δεκαετίες και ο ιδιώτης πολιτικός, συχνά κάνοντας το ίδιο, αρνούνταν επίμονα να «χτίσει το γεφύρι της Άρτας», κάνοντας κάποια γενναία αλλαγή και αναλαμβάνοντας το πολιτικό για αυτήν κόστος. Άρα η ιδιωτεία, με την έννοια της πολιτικής συμπεριφοράς που βασίζεται στο άμεσο ατομικό όφελος είναι η μία παράμετρος της εθνικής κατάντειας. Ίσως είναι και η ίδια η εθνική κατάντεια κι ας μην βιαστεί κανένας μας να εξαιρέσει τον εαυτό του από αυτήν.

Υπάρχει όμως και δεύτερη καθοριστική παράμετρος στην αντιμετώπιση της οποίας ίσως βρίσκεται μια λύση, μια βελτίωση ή μερική εξυγίανση της δημοκρατίας μας. Γιατί το να βρεθεί μια πρακτική λύση είναι πάντα πιο χρήσιμο και ρεαλιστικό από το να θες να αλλάξεις την νοοτροπία ενός λαού. Στην παρούσα πολυσύνθετη κοινωνικοπολιτική δομή της Ελλάδας και ενώ για όλα τα σοβαρά επαγγέλματα απαιτείται εξειδίκευση, για την ιδιότητα του πολιτικού δεν απαιτείται καμία εξειδίκευση, καμία ειδική επιμόρφωση και αρκετά συχνά καμία ουσιαστική ικανότητα. Οποιοσδήποτε μπορεί να εκλεγεί και να καταλάβει κάποιο δημόσιο αξίωμα. Εκεί βρίσκεται η αρετή της δημοκρατίας μας, αλλά και το τρωτό της. Πρόκειται για την καθολικότητα του δικαιόματος του «εκλέγεσθαι», το οποίο βέβαια λίγο χρησιμεύει στο 90% των πολιτών, αλλά επιτρέπει να αναρριχηθούν σε θέσεις εξουσίας άνθρωποι χωρίς ειδική εκπαίδευση, μόνο και μόνο επειδή κατόρθωσαν να πείσουν. Όμως ακόμη και καλές προθέσεις να έχεις και διάθεση να αγωνιστείς και να προσφέρεις, εύκολα μπορείς να κάνεις τραγικά λάθη με υψηλό κόστος, επειδή δεν είχες την αναλογη εκπαίδευση, επειδή η τελευταία ουτε απαιτείται, αλλά ούτε και υπάρχει.

Αυτό που θέλει ο μέσος άνθρωπος είναι ο πολιτκός να κάνει τη δουλειά του. Και για να την κάνει σωστά πρέπει πρώτα να την μάθει. Αυτό προτείνει το παρόν άρθρο. Θέλεις να γίνεις πρωθυπουργός; Πρέπει να λάβεις τη συγκεκριμένη εκπαίδευση. Θέλω να δω περγαμηνές, όχι να σε ψηφίσω. Πτυχίο «Πρωθυπουργός» και μάλιστα «Πρωθυπουργός Ελλάδος» όχι αστεία. Μπορούμε να ξέρουμε το χαρακτήρα ενός αγνώστου που βλέπουμε στην τηλεόραση, πότε να απαγγέλει λόγους που άλλοι του γράψανε και πότε να δυσφημείται από εκπροσώπους αντίπαλων κομμάτων με προφανές ίδιον όφελος, να τον ρίξουν για να ανεβούν αυτοί; Θέλεις να κυβερνήσεις; Θέλω να δω τις εξειδικευμένες γνώσεις σου για τη θέση που ζητάς. «Υπουργός Oικονομικών Ελλάδος», ας μαζευτούν όλοι οι πρώην υπουργοί οικονομικών και ας αποφασίσουν τί πρέπει να περιλαμβάνει αυτός ο κύκλος σπουδών. Τί πρέπει να ξέρει για την οικονομία και την οικονομία της Ελλάδας συγκεκριμένα όποιος επιθυμεί να αναλάβει τη θέση. Και υπάρχουν και ψυχολογικά τέστ που μπορούν να μας δείξουν κάτι σαν «δείκτη συλλογικότητας», πως αντιδράς ως μέλος ομάδας μπροστά στον κίνδυνο ή το ενδεχόμενο προσωπικού κέρδους σε βάρος της ομάδας. Την θέση θα την παίρνει όποιος ολοκληρώσει τον κύκλο σπουδών με τη μεγαλύτερη διακριση ΚΑΙ έχει τα υψηλότερα ποσοστά στον «Δείκτη του Αδιάφθορου».

Η πρόταση για ειδική εκπαίδευση Πρωθυπουργού (με ένα «Καλώς» έστω) είναι τόσο ρεαλιστικη όσο και η άμεση δημοκρατία. Βασικά νομίζω είναι και πιο ρεαλιστική και πιο χρήσιμη. Σήμερα τα ζητήματά μας δεν είναι, αν θα κάνουμε ή δεν θα κάνουμε πόλεμο με τους Σπαρτιάτες, ούτε το που να κάνουμε τη ναυμαχία. Η συνθετότητα της κρατικής δομής επιβάλει εξειδικευμένη γνώση. Τί να κάνουνε κι αυτοί οι άνθρωποι; Εντάξει, είχανε και λίγο από Νταβέλη μέσα τους μερικοί. Ίσως όλοι έχουμε ως ένα βαθμό. Το θέμα είναι να εξασφαλίσουμε, όποιοι είναι σε θέσεις εξουσίας, να έχουν μεσα τους όσο γίνεται λιγότερο Νταβέλη. Δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό, αλλά ένα από τα είδη του δημοτικού μας τραγουδιού είναι και το «Ληστρικό Τραγούδι». Είναι είδος της παραδοσιακής μας ποίησης ανεξάρτητο από το «Κλέφτικο». Οι πρόγονοί μας μέχρι και μετά τους Βαλκανικούς και πιο μετά εξυμνούσαν κατά κάποιο τρόπο πράξεις ληστών. Τότε που ο χαρακτρισμός του «κατσικοκλέφτη» ήταν υποτιμητικός όχι λόγω του δεύτερου συνθετικού, αλλά λόγω του πρώτου. Ιδου τα πρότυπα των παππούδων μας...

«Μας πήρε η μέρα κι αυγή – Γεια σου Νταβέλη αρχιληστή!»


antibaro.

Κυριακή 21 Αυγούστου 2011

Το Πάσχα του καλοκαιριού




Ο π. Αντώνιος Πινακούλας γεννήθηκε το 1952 στο Αργύρι Καρδίτσας. Από το 1964 κατοικεί στην Αθήνα, όπου σπούδασε νομικά και θεολογία. Για δεκαπέντε χρόνια εργάστηκε ως τραπεζοϋπάλληλος. Το 1983 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1984 πρεσβύτερος. Είναι εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Παντελεήμονος Χαλανδρίου. Δημοσίευσε άρθρα λειτουργικού και ποιμαντικού περιεχομένου, όπως και σχετικά με τη νεοελληνική ιδεολογία.


agiazoni

Σάββατο 20 Αυγούστου 2011

Λόγος περί πίστεως. ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ


Λόγος περί πίστεως

Και διδασκαλία για εκείνους πού λένε, ότι δεν είναι δυνατόν εκείνοι πού βρίσκονται μέσα στις φροντίδες του κόσμου να φτάσουν στην τελειότητα των αρετών. Και διήγηση επωφελής στην αρχή.

Αδελφοί και πατέρες· είναι καλό να διακηρύττομε σε όλους το έλεος του Θεού και να φανερώνομε στους πλησίον μας την ευσπλαχνία και την ανείπωτη αγαθότητα του Θεού προς εμάς. «Εγώ λοιπόν, καθώς το βλέπετε, μήτε νηστείες έκανα, μήτε αγρυπνίες, μήτε χαμαικοιτίες, αλλά μόνο ταπεινώθηκα και ο Κύριος σύντομα με έσωσε», λέει ο θειος Δαβίδ. Και μπορεί κανείς να πει πολύ πιο σύντομα: «Μόνο πίστεψα, και με δέχτηκε ο Κύριος». Επειδή είναι πολλά αυτά πού μας εμποδίζουν ν΄ αποκτήσομε την ταπείνωση, να βρούμε όμως την πίστη δεν μας εμποδίζει τίποτε. Γιατί αν το θελήσομε ολόψυχα, ευθύς ενεργεί μέσα μας η πίστη, αφού είναι δώρο του Θεού και φυσικό προσόν, αν και υπόκειται στην αυτεξουσιότητα της προαιρέσεώς μας. Γι΄ αυτό ακόμη και οι Σκύθες και οι βάρβαροι πιστεύουν ο ένας τα λόγια του άλλου. Και για να σας δείξω στην πράξη την ενέργεια της ενδιάθετης πίστεως και να βεβαιώσω όσα είπα, ακούστε να σας διηγηθώ κάτι πού άκουσα από κάποιον πού δεν ψεύδεται.

Κάποιος, Γεώργιος ονομαζόμενος, νέος στην ηλικία, έως είκοσι χρόνων, κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη τώρα στους καιρούς μας· ο οποίος ήταν όμορφος και φανταχτερός στην εμφάνιση, τούς τρόπους και το βάδισμα, έτσι πού μερικοί από τούτα σχημάτισαν κακή γνώμη γι΄ αυτόν, όσοι δηλαδή βλέπουν μόνο τα εξωτερικά και κρίνουν κακώς τα των άλλων. Αυτός γνωρίστηκε με κάποιον άγιο μοναχό πού ζούσε σ΄ ένα μοναστήρι της πόλεως, και αναθέτοντάς του όλα τα της ψυχής του, έλαβε από αυτόν για υπενθύμιση μια μικρή εντολή (ένα σύντομο κανόνα). Ο νέος ζήτησε ακόμη από τον γέροντα να του δώσει κανένα βιβλίο πού να περιέχει διηγήσεις για τη ζωή των μοναχών και την πρακτική τους άσκηση. Εκείνος του έδωσε να διαβάσει το σύγγραμμα του μοναχού Μάρκου πού διδάσκει περί του πνευματικού νόμου· το οποίο ο νέος το πήρε σαν να ήταν σταλμένο από τον ίδιο το Θεό. Και ελπίζοντας πώς θα λάβει πολύ μεγάλη ωφέλεια από αυτό, το διάβασε όλο με πόθο και προσοχή. Και ωφελήθηκε βέβαια απ΄ όλα όσα διάβασε, όμως τρία κεφάλαια* μόνο ενσφήνωσε, να πω έτσι, στην καρδιά του.

Το ένα έλεγε επί λέξει: « Αν ζητάς τη θεραπεία της ψυχής σου, επιμελήσου τη συνείδησή σου, και να κάνεις όσα αυτή σου επιδεικνύει, και θα βρεις ωφέλεια». Το άλλο έλεγε: « Όποιος ζητά τις ενέργειες του Αγίου Πνεύματος προτού να εργαστεί τις εντολές του Θεού, είναι παρόμοιος με αγορασμένο δούλο, ο οποίος την ίδια ώρα πού αγοράστηκε ζητά να του δώσουν και το χαρτί της απελευθερώσεως». Και το τρίτο έλεγε: « Εκείνος πού προσεύχεται σωματικά και δεν απέκτησε ακόμη γνώση πνευματική, είναι παρόμοιος με τον τυφλό πού φώναζε "Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με". Όταν ο πρώην τυφλός έλαβε το φως του και είδε τον Κύριο, δεν τον ονόμασε πλέον υιό Δαβίδ, αλλά τον ομολόγησε Υιό Θεού και τον προσκύνησε».

Αυτά λοιπόν τα διάβασε ο νέος εκείνος και τα θαύμασε, και πίστεψε ότι με την επιμέλεια της συνειδήσεως θα βρει ωφέλεια και με την εργασία των εντολών θα δεχτεί συνειδητά την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και με τη χάρη Του θ΄ ανοίξουν τα νοερά του μάτια και θα δει τον Κύριο. Και πληγωμένος από την αγάπη και την επιθυμία του Κυρίου, ζητούσε πλέον το Πρώτο Κάλλος, το αόρατο.

Τίποτε άλλο όμως δεν έκανε, καθώς με βεβαίωσε ύστερα με όρκους, παρά μόνο εκτελούσε κάθε βράδυ το σύντομο κανόνα πού του όρισε ο άγιος εκείνος γέρων, και τότε πλάγιαζε και κοιμόταν. Και καθώς η συνείδηση του έλεγε: «Κάνε κι άλλες μετάνοιες, πρόσθεσε κι άλλους ψαλμούς, πες κι άλλο το Κύριε ελέησον, αφού μπορείς», αυτός υπάκουε σ΄ αυτήν πρόθυμα κι αδίστακτα κι έτσι έπραττε, σαν να τα έλεγε ο ίδιος ο Θεός. Και από τότε πλέον δεν κοιμήθηκε ποτέ με τη συνείδηση να τον ελέγχει και να λέει: «Αυτό γιατί δεν το έκανες;». Κι έτσι, υπακούοντας αυτός χωρίς παράλειψη στη συνείδησή του κι εκείνη προσθέτοντας μέρα με τη μέρα περισσότερο, σε λίγες μέρες αυξήθηκε πολύ η εσπερινή προσευχή του. Κατά τη διάρκεια της ημέρας είχε την επιστασία του σπιτιού ενός πατρικίου κι είχε πολλές βιοτικές φροντίδες και πήγαινε κάθε μέρα στο Παλάτι· έτσι κανείς δεν αντιλήφθηκε όσα αυτός έπραττε το βράδυ. Αλλά κάθε βράδυ έτρεχαν από τα μάτια του δάκρυα κι έκανε πολλές γονυκλισίες και μετάνοιες και όταν στεκόταν σε προσευχή είχε τα πόδια κολλημένα μεταξύ τους και ακίνητα και διάβαζε ευχές στη Θεοτόκο με πόνο και στεναγμούς και δάκρυα και, σαν να ήταν ο Κύριος παρών σωματικά, έτσι έπεφτε εμπρός στα άχραντα πόδια Του και ως τυφλός του ζητούσε να τον σπλαχνιστεί και να του χαρίσει το φως των ματιών της ψυχής του. Και καθώς πλήθαινε κάθε βράδυ η προσευχή, κρατούσε ως τα μεσάνυχτα, κι όση ώρα προσευχόταν, στεκόταν όρθιος σαν κολόνα η σαν ασώματος, χωρίς διόλου να χαλαρώνει η να ραθυμεί η έστω να κινεί κανένα μέλος του σώματός του, μήτε τα μάτια του να στρέψει η να τα σηκώσει.

Ένα βράδυ λοιπόν, πού ήταν όρθιος κι έλεγε το «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ» με το νου μάλλον παρά με το στόμα, έξαφνα φανερώθηκε πλούσια από ψηλά μια έλλαμψη θεϊκή και γέμισε από φως όλο τον τόπο και ο νέος αγνόησε και λησμόνησε αν βρισκόταν μέσα σε σπίτι η αν ήταν κάτω από στέγη, γιατί παντού έβλεπε μόνο φως και δεν ήξερε μήτε αν πατούσε στη γη. Ούτε φόβο είχε μήπως πέσει, ούτε καμία φροντίδα του κόσμου, ούτε τίποτε άλλο από όσα ταιριάζουν σε ανθρώπους πού έχουν σώμα περνούσε από το λογισμό του. Αλλά μένοντας τελείως μέσα στο άϋλο φως, του φαινόταν πώς έγινε και αυτός φως και λησμόνησε όλο τον κόσμο κι ήταν όλος γεμάτος από δάκρυα κι από ανέκφραστη χαρά και αγαλλίαση. Και ύστερα από τούτο ανέβηκε ο νους του στον ουρανό κι εκεί είδε άλλο φως λαμπρότερο από το γύρω του· και κοντά σ΄ εκείνο το φως του φάνηκε να στέκεται ο άγιος και ισάγγελος εκείνος γέροντας πού του έδωσε, όπως είπαμε, την εντολή και το βιβλίο.
Εγώ λοιπόν, καθώς τʼ άκουσα από το νέο, σκέφτηκα ότι και η πρεσβεία του αγίου εκείνου θα είχε συνεργήσει πολύ σε τούτο και ότι ο Θεός πάλι θα οικονόμησε να δείξει στο νέο σε ποιο ύψος αρετής βρισκόταν ο άγιος εκείνος. Όταν πέρασε αυτή η θεωρία και ήρθε πάλι στον εαυτό του ο νέος εκείνος, όπως έλεγε, ήταν γεμάτος από χαρά και θαυμασμό και έκπληξη και δάκρυζε από την καρδιά του· και μαζί με τα δάκρυα ακολουθούσε και μία γλυκύτητα. Τέλος, πλάγιασε να κοιμηθεί και την ίδια ώρα λάλησε ο πετεινός, δείχνοντας τη μέση της νύχτας· και σε λίγο σήμαναν οι εκκλησίες για το Όρθρο. Και σηκώθηκε ο νέος για να ψάλλει κατά τη συνήθειά του, χωρίς να σκεφτεί καθόλου τον ύπνο εκείνη τη νύχτα.

Αυτά έγιναν όπως ο Θεός γνωρίζει, ο οποίος και τα πραγματοποίησε για λόγους πού μόνο Εκείνος ξέρει, ενώ ο νέος δεν έκανε τίποτε περισσότερο από όσα ακούσατε, πλην είχε ορθή πίστη και αδίστακτη ελπίδα. Και μην πει κανείς, πώς εκείνος τα έκανε αυτά για να δοκιμάσει· γιατί αυτός μήτε με το λογισμό του είπε μήτε καν σκέφτηκε κάτι τέτοιο - επειδή όποιος δοκιμάζει ή πειράζει τον Θεό, δεν έχει πίστη. Αλλά απορρίπτοντας ο νέος εκείνος κάθε άλλον εμπαθή και φιλήδονο λογισμό, φρόντιζε τόσο πολύ -όπως έλεγε με όρκο- να πραγματοποιεί εκείνα πού του έλεγε η συνείδησή του, ώστε σε όλα τα άλλα αισθητά πράγματα του κόσμου να είναι σαν αναίσθητος και δεν ήθελε μήτε να φάει η να πιει ηδονικά η συχνότερα.

Ακούσατε, αδελφοί μου, τι κατορθώνει η πίστη στο Θεό, όταν βεβαιώνεται με τα έργα; Καταλάβατε πώς μήτε η νεότητα είναι απορριπτέα, μήτε το γήρας ωφέλιμο, αν λείπει η σύνεση και ο φόβος του Θεού; Μάθατε ότι μήτε η παραμονή στην πόλη μας εμποδίζει να εργαστούμε τις εντολές του Θεού, αν έχουμε προθυμία και εγρήγορση, μήτε η ησυχία και η αναχώρηση από τον κόσμο μας ωφελούν αν βρισκόμαστε σε ραθυμία και αμέλεια; Όλοι μας ακούμε για τον Δαβίδ και θαυμάζομε και λέμε ότι ένας Δαβίδ έγινε κι όχι άλλος· και να πού σε τούτο το νέο συνέβη κάτι περισσότερο από το Δαβίδ. Γιατί ο Δαβίδ έλαβε τη μαρτυρία από τον ίδιο το Θεό, χρίστηκε προφήτης και βασιλιάς, έγινε μέτοχος του Αγίου Πνεύματος κι είχε λάβει πολλές αποδείξεις περί Θεού. Όταν λοιπόν αμάρτησε κι έχασε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και το αξίωμα της προφητείας και αποξενώθηκε από τη συναναστροφή του Θεού, τι το παράδοξο πού τα ζήτησε πάλι, όταν έφερε στο νου του τη χάρη από την οποία ξέπεσε; Ο νέος όμως αυτός τίποτε τέτοιο δεν είχε σκεφτεί ποτέ, αλλά ήταν προσηλωμένος μόνο στα κοσμικά πράγματα κι έβλεπε μόνο τα πρόσκαιρα και η διάνοιά του δεν είχε φανταστεί τίποτε ανώτερο από τα γήινα· και -τι θαυμαστά τα κρίματά Σου, Κύριε!- μόνο άκουσε γι΄ αυτά κι ευθύς πίστεψε. Και τόσο πολύ πίστεψε, ώστε να παρουσιάσει και έργα πού αρμόζουν στην πίστη, με τα όποια η διάνοιά του πήρε φτερά και έφτασε στους ουρανούς κι έκανε τη Μητέρα του Χριστού να τον ευσπλαχνιστεί και με την πρεσβεία της εξιλέωσε το Θεό και κατέβασε ως αυτόν τη χάρη του Πνεύματος· και αυτή τον δυνάμωσε να φτάσει ως τον ουρανό και τον αξίωσε να δει φως, το οποίο όλοι το επιθυμούν μα πολύ λίγοι το πετυχαίνουν.

Ο νέος αυτός πού μήτε χρόνους πολλούς νήστεψε, μήτε ποτέ κοιμήθηκε στο έδαφος, μήτε φόρεσε τρίχινα ρούχα, μήτε τη μοναχική κουρά έλαβε, μήτε από τον κόσμο αναχώρησε σωματικά, αλλά μόνο πνευματικά· μόνο αγρύπνησε λίγο, και φάνηκε ανώτερος από τον Λώτ στα Σόδομα. Ή μάλλον, έγινε άγγελος μέσα σε σώμα, πού ενώ οι άλλοι τον ψηλαφούσαν και τον έβλεπαν, ήταν εντούτοις ακράτητος και ασύλληπτος, άνθρωπος στο φαινόμενο και άσαρκος στο νοούμενο, βλεπόμενος από όλους και μόνος ευρισκόμενος με μόνο τον παντογνώστη Θεό. Γι΄ αυτό και με τη δύση του αισθητού ηλίου τον έλουσε το γλυκύ φως του νοητού Ηλίου, και πολύ εύλογα· γιατί η αγάπη του προς τον ζητούμενο Θεό τον έβγαλε τελείως από τον κόσμο και από την ίδια του τη φύση και από όλα τα πράγματα και τον έκανε όλον πνευματικό και όλον φως, και μάλιστα ενώ κατοικούσε μέσα στην πόλη κι είχε την επιστασία ενός αρχοντικού και φρόντιζε για δούλους και ελεύθερους και έκανε και έπραττε όλα όσα αρμόζουν στο βίο.

Αλλά είναι αρκετά αυτά πού είπαμε και για έπαινο του νέου και για παρακίνηση δική σας στον πόθο και τη μίμησή του, η θέλετε να σας πω και αλλά μεγαλύτερα, τα όποια ίσως δεν μπορέσει να δεχτεί η ακοή σας; Όμως τι άλλο θα βρεθεί μεγαλύτερο η τελειότερο από αυτό; Σίγουρα, δεν υπάρχει άλλο μεγαλύτερο, καθώς λέει ο Θεολόγος Γρηγόριος: «Αρχή της σοφίας είναι ο φόβος του Κυρίου. Όπου είναι ο φόβος, εκεί και η φύλαξη των εντολών· και όπου η φύλαξη των εντολών, εκεί και η κάθαρση της σάρκας, η οποία είναι ένα νέφος εμπρός στην ψυχή και δεν την αφήνει να δει καθαρά τη λάμψη τη θεϊκή· κι εκεί πού είναι η κάθαρση, εκεί και η έλλαμψη. Και η έλλαμψη είναι η ικανοποίηση του πόθου αυτών πού ποθούν τα μέγιστα η το μέγιστο η αυτό πού είναι πάνω από μέγα.» Λέγοντας αυτά φανέρωσε ότι ο φωτισμός του Πνεύματος είναι τέλος ατελές κάθε αρετής, και όποιος έρθει σ΄ αυτόν, έφτασε στο τέλος και το πέρας όλων των αισθητών και βρήκε την αρχή της γνώσεως των πνευματικών.

Αυτά είναι, αδελφοί μου, τα θαυμάσια του Θεού· για τούτο φανερώνει ο Θεός τούς κρυπτόμενους Αγίους Του, ώστε άλλοι να τούς μιμηθούν και άλλοι να μείνουν αναπολόγητοι. Γιατί κι εκείνοι πού βρίσκονται μέσα στους περισπασμούς και όσοι είναι στα κοινόβια, τα όρη και τα σπήλαια και πολιτεύονται όπως πρέπει, σώζονται και αξιώνονται να λάβουν από το Θεό μεγάλα καλά, για μόνη την πίστη τους προς Αυτόν, έτσι ώστε όσοι αποτυγχάνουν από ραθυμία, να μην έχουν να πουν τίποτε την ημέρα της Κρίσεως. Γιατί, αδελφοί μου, δεν ψεύδεται Αυτός πού υποσχέθηκε να σώζει για μόνη την πίστη προς Αυτόν. Λοιπόν λυπηθείτε τον εαυτό σας και εμάς πού σας αγαπούμε και συχνά θρηνούμε και κλαίμε για χάρη σας -γιατί τέτοιοι προστάζει να είμαστε ο σπλαχνικός και ελεήμων Θεός-· και πιστεύοντας ολόψυχα στον Κύριο, αφήστε τη γη κι όλα όσα παρέρχονται, και προσέλθετε και κολληθείτε σ΄ Αυτόν, γιατί λίγο ακόμη και ο ουρανός με τη γη θα παρέλθουν, και έξω από το Θεό δεν υπάρχει ούτε στάση ούτε πέρας ούτε κατάληξη της πτώσεως των αμαρτωλών. Αφού δηλαδή ο Θεός είναι αχώρητος και ακατάληπτος, πές μου, αν μπορείς, που θα βρεθεί τόπος για όσους εκπίπτουν από τη βασιλεία Του;

Μου έρχεται να θρηνώ και λυπούμαι υπερβολικά και λιώνω για σας, όταν συλλογιστώ πώς έχουμε τέτοιο Κύριο πλουσιόδωρο και φιλάνθρωπο, πού για μόνη την πίστη μας προς Αυτόν μας χαρίζει αυτά πού υπερβαίνουν κάθε νου και ακοή και διάνοια και πού ποτέ δεν τα συνέλαβε άνθρωπος, κι εμείς σαν άλογα ζώα προτιμούμε μόνο τη γη και όσα η γη βγάζει για μας από την πολλή ευσπλαχνία του Θεού για να επαρκούμε στις ανάγκες του σώματος· ώστε εμείς να τρεφόμαστε από αυτά με μέτρο και η ψυχή μας να κάνει ανεμπόδιστα την πορεία της προς τα άνω, τρεφόμενη και αυτή με τη νοερή τροφή του Πνεύματος, ανάλογα με την κάθαρση και την ανάβασή της.
Γιατί αυτό είναι ο άνθρωπος και για τούτο δημιουργηθήκαμε και ήρθαμε στην ύπαρξη· δεχόμενοι εδώ αυτές τις μικρές ευεργεσίες, με την ευχαριστία και την ευγνωμοσύνη προς το Θεό ν΄ απολαύσομε εκεί τα ανώτερα και αιώνια.

Αλλά εμείς, αλίμονο, ενώ δε φροντίζομε καθόλου για τα μέλλοντα, είμαστε αχάριστοι για όσα απολαμβάνομε εδώ, κι έτσι γινόμαστε παρόμοιοι με τούς δαίμονες η και χειρότεροι, αν πρέπει να πω την αλήθεια. Και για τούτο πρέπει να τιμωρηθούμε περισσότερο, γιατί και περισσότερες ευεργεσίες λάβαμε και γνωρίζομε Θεό πού έγινε για μας άνθρωπος όπως εμείς, μόνο χωρίς την αμαρτία, για να μας απαλλάξει από την πλάνη και να μας ελευθερώσει από την αμαρτία. Τί άλλο να πω; Σε όλα αυτά πιστεύομε μονάχα με τα λόγια, και με τα έργα τα αρνούμαστε. Δεν ακούγεται παντού το όνομα του Χριστού, στις πόλεις και τα χωριά και τα κοινόβια και τα όρη; Αν θέλεις, κοίταξε και εξέτασε προσεκτικά, αν τηρούν τις εντολές Του· και μόλις θα βρεις -είναι αλήθεια- ένα σε χιλιάδες η ένα σε μυριάδες πού να είναι Χριστιανός και με τα λόγια και με τα έργα.

Δεν είπε ο Κύριος και Θεός μας στο άγιο ευαγγέλιο: « Όποιος πιστέψει σ΄ εμένα θα κάνει κι αυτός τα έργα πού κάνω εγώ κι ακόμη μεγαλύτερα»; Ποιος λοιπόν από εμάς τολμά να πει: «Εγώ κάνω έργα Χριστού και πιστεύω ορθά στο Χριστό»; Δε βλέπετε, αδελφοί, ότι έχουμε να βρεθούμε άπιστοι κατά την ημέρα της κρίσεως και να κολαστούμε χειρότερα από εκείνους πού δε γνωρίζουν τον Κύριο; Γιατί είναι ανάγκη η εμείς να καταδικαστούμε ως άπιστοι, η ο Χριστός να αποδειχτεί ψεύτης, το οποίο είναι αδύνατο, αδελφοί μου, αδύνατο.

Αυτά τα έγραψα όχι για να εμποδίσω την αναχώρηση από τον κόσμο και να προβάλω τη ζωή μέσα σ΄ αυτόν, αλλά για να πληροφορήσω όλους όσοι διαβάσουν την παρούσα διήγηση, πώς εκείνος πού θέλει να κάνει το αγαθό, έλαβε και τη δύναμη από το Θεό να μπορεί να το κάνει σε κάθε τόπο. (Και να αξιωθεί να λάβει και χαρίσματα πνευματικά και θειες θεωρίες όπως και τούτος ο νέος, ο ευλογημένος Γεώργιος, τον οποίο επειδή είχα γνώριμο και στενό φίλο, τον παρακάλεσα και μου τα διηγήθηκε καθώς τα έγραψα).

Για τούτο, αδελφοί μου εν Χριστώ, σας παρακαλώ ας τρέξομε κι εμείς με κόπο το δρόμο των εντολών του Χριστού, και δεν πρόκειται να καλύψει η ντροπή τα πρόσωπά μας. Γιατί όπως ο Χριστός ανοίγει τις πύλες της βασιλείας Του σε καθένα πού χτυπά επίμονα, και δίνει το ευθές και πανάγιο Πνεύμα σε καθένα πού γυρεύει, και είναι αδύνατο, εκείνος πού ζητά ολοψύχως, να μη βρει τον πλούτο των χαρισμάτων Του, έτσι κι εσείς θα εντρυφήσετε στα απόρρητα αγαθά Του, τα όποια ετοίμασε γι΄ αυτούς πού τον αγαπούν, τώρα βέβαια εν μέρει και με πνευματική σοφία, κατά τον μέλλοντα όμως αιώνα ολοκληρωτικά, μαζί με όλους τούς Αγίους, με τη χάρη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας. Σ΄ Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
πηγή : http://simantro.forumgreek.com/t1028-topic

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2011

Οι Παρακλητικοί Κανόνες προς Την Παναγία μας


( + Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Λογική Λατρεία, Θεσ/κη 1971, σ. 173-178).
...

Ο Αύγουστος είναι ο μήνας της Παναγίας. Η μεγάλη εορτή της Κοιμήσεως, της μνήμης, της Θεοτόκου, που ετέθη ακριβώς στο μέσον του μηνός αυτού, ήταν αιτία και όλες οι ήμερες του να πάρουν σιγά – σιγά ένα θεομητορικό χαρακτήρα. Οι δεκατέσσαρες πρώτες ήμερες μπορούμε να πούμε ότι είναι τα προεόρτιά της και οι υπόλοιπες τα μεθέορτα, η παράταση της μεγάλης αυτής θεομητορικής εορτής. Κατά την αυστηρά εορτολογική τάξη, προεόρτιος ήμερα είναι μόνο η παραμονή, η 14η του μηνός, κατά την όποια και μόνο υπάρχουν ειδικά τροπάρια στην εκκλησιαστική ακολουθία. Αλλά το λειτουργικό έθιμο, που σήμερα αποτελεί πια γενικώς καθιερωμένη παράδοση, συνέδεσε όλες τις προ της εορτής ημέρες με την προπαρασκευή για τον εορτασμό της μνήμης της Παναγίας, αφ’ ενός μεν με την προπαρασκευαστική νηστεία, αφ’ ετέρου δε με τη ψαλμωδία των παρακλητικών κανόνων προς αυτήν μετά τον εσπερινό των ήμερων αυτών. Η μεθέορτος πάλι περίοδος κατά το ισχύον τυπικό λήγει την 23η Αυγούστου, ήμερα κατά την οποία «αποδίδεται» η εορτή, τα Εννιάμερα. Πάντοτε όμως κατά το παρελθόν υπήρχαν τάσεις παρατάσεως του εορτασμού. Έτσι σε πολλά μοναστήρια της Κωνσταντινουπόλεως και του Αγίου Όρους η εορτή απεδίδετο την 28η Αυγούστου. Διάταγμα εξ άλλου του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β’ του Παλαιολόγου όριζε να εορτάζεται η μνήμη της Θεοτόκου καθ’ όλο τον Αύγουστο μήνα από την 1η μέχρι την 31η. Σε ανάλογο τάση φαίνεται ότι οφείλεται και η τοποθέτηση στην 31η του Αυγούστου της εορτής της καταθέσεως της Τίμιας Ζώνης της Θεοτόκου στην Αγία Σορό, που βρισκόταν στο ναό της Θεοτόκου στα Χαλκοπρατεία της Κωνσταντινουπόλεως. Κατά τον τρόπο αυτόν ο θεομητορικός μήνας, άλλα και ολόκληρο το έτος, που έληγε την 31η Αυγούστου, σφραγιζόταν με μία θεομητορικού χαρακτήρα εορτή.
Κατά τον Αύγουστο, λοιπόν, τον μήνα της Παναγίας, στους ναούς μας, και μάλιστα στα προσκυνήματα τα αφιερωμένα στο όνομά της, θα συντρέξουν οι πιστοί μας για να υμνολογήσουν την Μητέρα του Θεού και να αναφέρουν σ’ αυτήν τη θλίψη και τις αγωνίες τους. Και δικαίως, γιατί η Θεοτόκος είναι η λογική κλίμακα που κατέβασε τον Θεό στον κόσμο και ανέβασε τον άνθρωπο στον Θεό. Είναι ο κρίκος που συνέδεσε τον ουρανό με τη γη, που έδωσε στον Θεό την σάρκα, ώστε να γίνει, από άκρα φιλανθρωπία, ο Λόγος του Θεού «ομοούσιος ημίν κατά την ανθρωπότητα», σαρξ εκ της σαρκός και οστούν εκ των οστέων του ανθρωπίνου σώματος. Και στην παρρησία της μητέρας Του, που την άφησε πεθαίνοντας στον σταυρό στο πρόσωπο του Ιωάννου και για δική μας μητέρα, καταφεύγουν τώρα τα παιδιά της, οι αδελφοί του Χριστού. Δεν ήταν η διαθήκη Του αυτή, που την έγραψε επάνω στον αιματοβαμμένο σταυρό Του, όταν βλέποντας «την μητέρα και τον μαθητήν παρεστώτα, ον ήγάπα» είπε προς αυτήν το «Ιδού ο υιός σου» και προς τον μαθητή «Ιδού η μήτηρ σου»; Με το θάρρος λοιπόν και την αγάπη των παιδιών προς την μητέρα απευθύνεται ο λαός του Θεού προς την Θεοτόκο, για να διαβιβάσει εκείνη τα αιτήματα του προς τον Υιό και Θεό της, χρησιμοποιώντας και πάλι την παρρησία της μητέρας. Γιατί μέσα στο μυστικό σώμα του Χρίστου, την Εκκλησία, νεκροί δεν υπάρχουν. Όλοι ζουν εν Χριστώ και συνεχίζουν και στον ουρανό τις προσευχές και τις δεήσεις για τα μέλη της Εκκλησίας που ζουν στη γη και αγωνίζονται τον καλόν αγώνα της χριστιανικής ζωής, όπως ακριβώς και οι ζώντες στον κόσμο τούτο δέονται για τους άλλους αδελφούς των, ζώντας ή κεκοιμημένους. Και πολύ περισσότερο η Θεοτόκος στη δόξα του ουρανού δεν παύει να εκτελεί το έργο της μεσιτείας που έκαμε και στη γη. Όπως στο γάμο της Κανά ενδιαφέρθηκε για τη χαρά των ανθρώπων και ζήτησε και πέτυχε από τον Χριστό την θαυματουργική Του επέμβαση, έτσι και μεταστάσα από τη γη δεν εγκατέλειψε τη γη, αλλά διαρκώς διαβιβάζει τις αιτήσεις μας προς τον Υιό και Θεό της. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι η «προστασία» η «ακαταίσχυντος» και η «μεσιτεία» η «αμετάθετος», που δεν παραβλέπει τις ικετευτικές μας φωνές, αλλά αντιλαμβάνεται και προφθάνει στη βοήθεια εκείνων που έχουν ανάγκη, όπως πολύ χαρακτηριστικά ψάλλει ο ποιητής του γνωστού κοντακίου.

Σ’ αυτήν λοιπόν τη θεολογική βάση στηρίζεται η Εκκλησία όταν κατά τις πρώτες ήμερες του μηνός αυτού ψάλλει στους ναούς μας τους παρακλητικούς κανόνας προς την Παναγία. Θα ενώσομε και εμείς μαζί με τον υπόλοιπο λαό του Θεού τη φωνή μας και θα απευθύνομε προς αυτήν τους ωραίους ύμνους, που συνέθεσαν οι ιεροί ποιητές της Εκκλησίας μας, οι πνευματοκίνητοι συντάκτες των ιερών αυτών ακολουθιών. Αυτές ακριβώς τις παρακλητικές ακολουθίες θα δούμε σήμερα. Το θέμα είναι και επίκαιρο και πρακτικώς χρήσιμο, αφού από σήμερα το βράδυ θα σημαίνουν οι καμπάνες των εκκλησιών μας και θα μας καλούν σ’ αυτές.

Οι δύο ακολουθίες αυτές μας είναι γνωστές με το όνομα «Μικρός» και «Μέγας παρακλητικός κανών εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον». Έτσι επιγράφονται στα λειτουργικά μας βιβλία. Στην πραγματικότητα όμως είναι κάτι το ευρύτερο. Ο κανών είναι μέρος μόνο της όλης ακολουθίας, το μεγαλύτερο και ίσως το πιο εντυπωσιακό. Είναι το στοιχείο που με την εναλλαγή του διαφοροποιεί την κατά τα άλλα όμοια ακολουθία σε δύο, που για να διακρίνονται ονομάζονται η μία «Μεγάλη Παράκλησις» και η άλλη «Μικρά». Και οι δύο κανόνες έχουν ίσο αριθμό τροπαρίων, 32 τροπάρια ο καθένας-τέσσαρα σε κάθε ωδή, του μεγάλου όμως κανόνα τα τροπάρια και οι ειρμοί, από τους οποίους εξαρτώνται τα τροπάρια, είναι φανερά εκτενέστερα. Αυτό όμως δεν είναι, νομίζω, αρκετό να αιτιολογήσει το επίθετο «μέγας» σ’ αυτόν. Φαίνεται ότι ο μέγας αυτός κανών εψάλλετο πανηγυρικώτερα, ιδιαιτέρως κατά την περίοδο του δεκαπενταύγουστου, όπως δείχνουν και το εξαποστειλάριο «Απόστολοι εκ περάτων…», που ψάλλεται στο τέλος του. Κατόπιν και η επανάληψις των δύο τροπαρίων «Διάσωσον από κινδύνων…» και «Επίβλεψον εν ευμενεία…», που γίνεται στο τέλος κάθε ωδής του μεγάλου, ενώ στον μικρό μόνο στο τέλος της γ’ και της ς’ ωδής, μαρτυρεί μία τάση προς έξαρση επί το πανηγυρικώτερον του πρώτου. Ο μικρός εψάλλετο, όπως και η επιγραφή του μαρτυρεί, καθ’ όλο το έτος «εν πάση περιστάσει και θλίψει ψυχής».

Κατά την ισχύουσα σήμερα πράξη, οι δύο κανόνες κατά την περίοδο του δεκαπενταύγουστου ψάλλονται εναλλάξ, για την αποφυγή, προφανώς, της μονοτονίας, στο τέλος του εσπερινού όλων των ημερών εκτός από τον εσπερινό των Σαββάτων, της Μεταμορφώσεως και της Κοιμήσεως. Αυτή η σύνδεση της παρακλήσεως με την ακολουθία του εσπερινού μας φέρνει στο νου την αντίστοιχο μοναχική τάξη, που στις ολονυκτίες των μονών συνάπτεται ο όρθρος στον εσπερινό. Η όλη ακολουθία δηλαδή του εσπερινού και της παρακλήσεως μαζί, γίνονται σαν ένα είδος μικράς παννυχίδος στα μέτρα και τις δυνατότητες των ενοριών, μικρής ολονυκτίας προς τιμήν της Θεοτόκου. Αν δε προσέξομε τη δομή της ακολουθίας της παρακλήσεως, θα αναγνωρίσομε σ’ αυτήν το σχήμα και τη διάταξη ενός υποτυπώδους όρθρου. Αρχίζει με ένα θρηνητικό ψαλμό, τον τελευταίο των ψαλμών του εξάψαλμου («Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου…»-ψαλμός 142ος), το «Θεός Κύριος…» με τα θεομητορικά τροπάρια «Τη Θεοτόκω εκτενώς νυν προσδράμωμεν…» και «Ου σιωπήσωμεν ποτέ Θεοτόκε…», τον 50ό ψαλμό «Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου…», τον κανόνα με κάθισμα στο τέλος της γ’ και το κοντάκιο στο τέλος της ς’ ωδής και την παρεμβολή των αναβαθμών, του ευαγγελίου και της συναπτής του, με τα τροπάρια που συνοδεύουν τον 50ό ψαλμό στον όρθρο, τα μεγαλυνάρια μετά την θ’ ωδή και στο τέλος τροπάρια πού μπορούν να παραλληλισθούν προς τα εξαποστειλάρια του όρθρου στο μέγα παρακλητικό κανόνα ή προς τα απόστιχα του όρθρου στην μικρά παράκληση. Αν συνδυάσομε μάλιστα τα ανωτέρω προς την τάξη που ισχύει στις εορτές των αγίων, που ως πρώτος κανών στον όρθρο ψάλλεται ένας από τους ανωτέρω παρακλητικούς κανόνας προς την Θεοτόκο, δεν μας μένει καμιά αμφιβολία, ότι και στις παρακλήσεις έχομε ένα θεομητορικό παρακλητικό όρθρο κατά τον τύπο των μοναχικών ολονυκτιών.

Ο μικρός κανών φέρεται υπό το όνομα του Θεοστηρίκτου μοναχού ή του Θεοφάνους, πού ίσως πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο που χαρακτηρίζεται πότε με το κοσμικό, πότε με το μοναχικό του όνομα. Ποιος όμως από τους πολλούς ομώνυμους ποιητές είναι ο συντάκτης του κανόνος αυτού δεν είναι εύκολο να προσδιορισθεί. Του μεγάλου ποιητής είναι ο τελευταίος αυτοκράτωρ της Νικαίας Θεόδωρος Δούκας ο Λάσκαρις (1222-Ι258). Ο δεύτερος αυτός κανών έχει μάλλον προσωπικό χαρακτήρα και αναφέρεται ειδικώς στα παθήματα και τις περιστάσεις του βίου του πολύπαθους αυτού βασιλέως. Ο πρώτος είναι γενικότερος και ταιριάζει σε κάθε άνθρωπο θλιβόμενο, ασθενούντα και πάσχοντα από πνευματικές και σωματικές ασθένειες, από επιβουλές δαιμονικές και κάθε άλλο ψυχοσωματικό κίνδυνο.

Και οι δύο κανόνες ψάλλονται σε ήχο πλ. δ΄. Η α’ ωδή του μικρού έχει ειρμό το «Υγράν διοδεύσας», του μεγάλου το «Αρματηλάτην Φαραώ». Και οι δύο αμιλλώνται στην εκλογή ωραίων εικόνων, λεπτού και ευγενούς τρόπου εκφράσεως της δεήσεως, ζωηρής περιγραφής των θλίψεων και των συμφορών και των αισθημάτων πίστεως, πόνου, αλλά και ελπίδος και εγκαρτερήσεως. Ο θρήνος του πιστού δεν είναι έκφραση απογνώσεως και απελπισίας, αλλά αίτηση του θείου ελέους και της βοηθείας της Θεοτόκου για τη συνέχιση του αγώνος του βίου και για την νικηφόρο αντιμετώπιση των πειρασμών.

ayioi-pantes.

Κυριακή 14 Αυγούστου 2011

Ήθη και Έθιμα του Δεκαπενταύγουστου


Μια από τις μεγαλύτερες γιορτές της Ορθοδοξίας είναι η 15η Αυγούστου, ημέρα της Κοίμησης της Θεοτόκου. Στον ελληνικό λαό η επίκληση της Παναγίας είναι η περισσότερο καθιερωμένη. Η Παναγία διεκδικεί τα περισσότερα προσωνύμια που προέρχονται από:

- τον τρόπο αγιογραφίας της Εικόνας Της (π.χ., Βρεφοκρατούσα, Γλυκοφιλούσα)

- τη θεολογική ιδιότητα (π.χ., Ελεούσα, Κυρά, Μεγαλόχαρη)

- την παλαιότητα του εικονίσματός Της (π.χ., Μαυριώτισσα, Γερόντισσα)

- τον τρόπο εύρεσης της εικόνας Της (π.χ., Θεοσκέπαστη, Σπηλαιώτισσα, Πλατανιώτισσα, Πορταΐτισσα, Μυρτιδιώτισσα, Φανερωμένη)

- τον τόπο προέλευσης της εικόνας (π.χ., Αθηνιώτισσα, Αργοκοιλιώτισσα, Βατοπεδινή, Πολίτισσα).

Τέλος, απαντώνται προσωνύμια που δίνονται ανάλογα της εποχής και των εργασιών που συμπίπτει η εορτή της (π.χ., Φλεβαριανή, Μεσοσπορίτισσα, Ακαθή – εκ του Ακάθιστου ύμνου).

Οι εικόνες της Παναγίας βρέθηκαν σε πολλές περιπτώσεις με θαυματουργό τρόπο και απετέλεσαν κίνητρο για τη δημιουργία Ιερών Ναών στη χάρη Της. Χιλιάδες πιστών συρρέουν κάθε χρόνο για να προσκυνήσουν την εικόνα και να παρακαλέσουν για τη βοήθειά Της.

Οι εκκλησίες και τα μοναστήρια που είναι αφιερωμένα στη Θεοτόκο, υποδέχονται υπέρλαμπρα τους επισκέπτες του 15αύγουστου.

Η ημέρα που είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου δεν είναι στις περισσότερες περιπτώσεις μέρα πένθους για μια αγαπημένη γυναίκα που «έφυγε», αλλά γιορτή χαράς και αγαλλίασης για το σμίξιμο της μητέρας με τον αγαπημένο της γιο, την άνθηση της φύσης, την πλημμύρα των συναισθημάτων, την επιστροφή των ανθρώπων στη γενέθλια γη τους.

Σε κάθε περιοχή της Ελλάδας, υπάρχει ένα τελετουργικό που συνδέεται με την ημέρα αυτή. Ήθη και έθιμα αιώνων αναβιώνουν το 15αύγουστο με πιο χαρακτηριστικά τα εξής:

Ημαθία (Καστανιά) – Παναγία Σουμελά

Χιλιάδες πιστοί από όλη την Ελλάδα αλλά και το Εξωτερικό συρρέουν κάθε χρόνο και στις εκδηλώσεις που γίνονται στην Παναγία Σουμελά, την ιστορική εκκλησία που βρίσκεται στις πλαγιές του Βερμίου, κοντά στο χωριό Καστανιά.

Η εκκλησία κτίστηκε το 1951 από τους πρόσφυγες του Πόντου, στη μνήμη της ιστορικής ομώνυμης Μονής, τα ερείπια της οποίας βρίσκονται στο όρος Μελά, κοντά στην Τραπεζούντα του Πόντου. Εδώ φυλάσσεται η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, που είναι φιλοτεχνημένη από τον Ευαγγελιστή Λουκά.

Μετά τον μέγα εσπερινό της παραμονής γίνεται η λιτάνευση της Αγίας Εικόνας και στη συνέχεια ακολουθούν καλλιτεχνικές εκδηλώσεις με ποντιακά συγκροτήματα, ενώ ανήμερα της Παναγίας γίνεται η περιφορά της Αγίας Εικόνας, την οποία ακολουθεί πλήθος πιστών.

Στο αποκορύφωμα της μεγάλης γιορτής της χριστιανοσύνης, ποντιακά συγκροτήματα από την Μακεδονία προσφέρουν μοναδικές στιγμές με παραδοσιακούς σκοπούς και πολύωρο γλέντι.

Κοζάνη (Σιάτιστα) – Παναγία Μικρόκαστρου

Το έθιμο των καβαλάρηδων προσκυνητών έρχεται από την τουρκοκρατία, όταν αποτελούσε μια ευκαιρία στους σκλαβωμένους να δείξουν τη λεβεντιά και τον πόθο τους για λευτεριά.

Στις 14 και 15 Αυγούστου όλη η Σιάτιστα δονείται στους ρυθμούς των χάλκινων και του ασταμάτητου γλεντιού.

Την παραμονή της γιορτής οι πλατείες Χώρας, Γεράνειας και η γειτονιά του Μπούνου συγκεντρώνουν τις παρέες των καβαλάρηδων, οι οποίοι παρασύρουν Σιατιστινούς και επισκέπτες στο γλέντι.

Ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου, οι καβαλάρηδες ξεκινούν το πρωί για να προσκυνήσουν την εικόνα της Παναγίας στο φερώνυμο Μοναστήρι που βρίσκεται στο Μικρόκαστρο. Το μεσημέρι οι παρέες των καβαλάρηδων με τα καταστόλιστα άλογα μπαίνουν επιβλητικά στη Σιάτιστα και στην πλατεία της Χώρας τους επισκέπτονται αρχές και λαός.

Το γλέντι συνεχίζεται στις πλατείες της Χώρας και της Γεράνειας, στην πλατεία του Δημαρχείου, αλλά και στις γειτονιές της Σιάτιστας μέχρι αργά το βράδυ.

Έβρος (Φέρες) – Παναγία Κοσμοσωτήρα

Και στις Φέρες Έβρου, η Παναγία έχει την τιμητική της, το απόγευμα του Δεκαπενταύγουστου όταν, με επίκεντρο την εκκλησία της Παναγίας της Κοσμοσώτηρας, τελείται μέγας πανηγυρικός εσπερινός.

Από το ναό ξεκινά μια από τις πιο συγκινητικές λιτανείες της ιερής εικόνας, ενώ οι εορταστικές εκδηλώσεις ξεπερνούν το στοιχείο της θρησκευτικής κατάνυξης και απογειώνονται με τα κέφια των ανθρώπων.

Ιωάννινα (Ζαγοροχώρια)

Ξακουστά σε ολόκληρη την Ελλάδα είναι τα πανηγύρια της Παναγίας που γίνονται τον Δεκαπενταύγουστο στα Ζαγοροχώρια. Σε χωριά όπως η Βίτσα και το Τσεπέλοβο, οι εκδηλώσεις στη μνήμη της Κοίμησης της Θεοτόκου είναι τριήμερες και προσφέρουν την ευκαιρία για ατελείωτο γλέντι με παραδοσιακούς ηπειρώτικους χορούς.

Κι ενώ οι δύο πρώτες ημέρες το γλέντι είναι ανοιχτό για όλους, την τρίτη και τελευταία ημέρα της χαράς και του κεφιού, τον πρώτο λόγο έχουν οι ντόπιοι, με τοπικούς σκοπούς και ηπειρώτικους χορούς.

Ιωάννινα (Παλαιόπυργος Πωγωνίου) – Κοίμηση της Θεοτόκου

Στον Παλαιόπυργο, το πανηγύρι οργανώνει Πολιτιστικός Σύλλογος του χωριού. Το μεσημέρι, μετά το φαγητό, το οποίο γίνεται στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας, ακολουθούν τα «ντολιά», ένα έθιμο το οποίο γίνονταν και παλιά και συνεχίζεται και σήμερα.

Κατά το έθιμο η εντολή ντολή -ντολιά δίνεται από τον «ντολή πασά» που ορίζεται κάποιος από τους μεγαλύτερους, και παίρνοντας το ποτήρι του με το κρασί θα το τσουγκρίσει με έναν παρευρισκόμενο (κάποιο ξένο καλεσμένο, τον παπά κ.α.). Θα πιεί τρία ποτήρια ή τρείς φορές και θα τα αφιερώσει κάθε φορά και σε διάφορους ζητώντας από τους οργανοπαίκτες να παίξουν ένα τραγούδι.

Ύστερα οι υπόλοιποι με την σειρά που ορίζει ο «ντολή πασάς» αφιερώνουν τις ευχές τους όπου θέλει ο καθένας ζητώντας και από ένα τραγούδι. Ένας και από τους σκοπούς αυτού του εθίμου ήταν να διαλύονται και οι μικροπαρεξηγήσεις που είχαν δημιουργηθεί και να υπάρχει ομόνοια μεταξύ των χωριανών.

Το βράδυ ακολουθεί παραδοσιακό πανηγύρι με τοπικές ενδυμασίες και Πωγωνήσιους χορούς. Το γλέντι διαρκεί μέχρι τις πρωινές ώρες.

Καβάλα (Θάσος) – Παναγία Θάσου

Πατάτες, ρύζι, μοσχάρι και στιφάδο περιλαμβάνει το γεύμα που παρατίθεται στο μεγάλο τραπέζι που συμμετέχουν όλοι οι πιστοί που έχουν συρρεύσει στον Ιερό Ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου, στην Παναγία της Θάσου, στο χωριό που πήρε το όνομά του από τη Θεοτόκο.

Μετά τη λιτάνευση της εικόνας, που συνοδεύεται από πολυμελή μπάντα, όλοι μαζεύονται στο προαύλιο της εκκλησίας, με σκοπό να φουντώσει το γλέντι, με χορούς από όλη την Ελλάδα, μεζέδες, κρασί.

Μαγνησία (Σκιάθος) – Επιτάφιος Παναγίας

Στο νησί της Σκιάθου το Δεκαπενταύγουστο, χιλιάδες προσκυνητών συρρέουν από ολόκληρο το νησί αλλά και τα γειτονικά μέρη όπου την παραμονή της γιορτής, το βράδυ, όπου γίνεται η έξοδος του επιτάφιου της Παναγίας μέσα σε μια ατμόσφαιρα μοναδικής κατάνυξης, υπό την συγκινητική μελωδία των εγκωμίων της Θεοτόκου που ψάλλουν όλοι μαζί οι Σκιαθίτες.

Λέσβος (Αγιάσος) – Παναγία Αγιασώτισσα

Στην ενδοχώρα της Λέσβου, στην γραφική κωμόπολη της Αγιάσου, ο Δεκαπενταύγουστος αποτελεί μια ξεχωριστή εμπειρία για όλους.

Με επίκεντρο της ξακουστή εκκλησία της Παναγίας της Αγιάσου, οι πιστοί, επισκέπτες και ντόπιοι, απολαμβάνουν ένα από τα ωραιότερα πανηγύρια του ανατολικού Αιγαίου. Η ομώνυμη εικόνα είναι έργο του ευαγγελιστή Λουκά, πλασμένη με κερί και μαστίχα.

Πολλοί από τους προσκυνητές, με αφετηρία την πόλη της Μυτιλήνης, περπατούν 25 χιλιόμετρα για να φθάσουν στον αυλόγυρο της εκκλησίας, όπου και διανυκτερεύουν.

Την ημέρα της γιορτής της Παναγίας, ύστερα απ’ τη καθιερωμένη λειτουργία, γίνεται η περιφορά της εικόνας γύρω από το ναό, ενώ οι εορταστικές εκδηλώσεις φθάνουν στο αποκορύφωμά τους με τις μουσικές και χορευτικές εκδηλώσεις στην πλατεία του χωριού.

Στην Αγιάσο τον Δεκαπενταύγουστο συναντά κανείς όλα αυτά που συνθέτουν την εικόνα ενός τυπικού νησιώτικου πανηγυριού, πλανόδιους πωλητές, μουσικοχορευτικά συγκροτήματα και λαϊκές ορχήστρες, ενώ τα σκωπτικά πειράγματα δίνουν και παίρνουν, συντηρώντας μια παράδοση αιώνων.

Κυκλάδες (Τήνος) – Παναγία της Τήνου

Το προσκύνημα στην Παναγία της Τήνου είναι, ίσως, το μεγαλύτερο θρησκευτικό προσκύνημα του Ελληνισμού. Στο νησί που είναι απόλυτα ταυτισμένο με την Παναγιά του, συγκεντρώνονται κάθε χρόνο χιλιάδες πιστοί, όχι μόνο από την Ελλάδα, για να προσκυνήσουν την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, στην Εκκλησία της Μεγαλόχαρης και ν’ αποθέσουν τα τάματά τους.

Η εικόνα των πιστών που ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια, μέχρι την εικόνα, γονατιστοί είναι από τις πιο χαρακτηριστικές. Η περιφορά του επιταφίου της Παναγίας γίνεται όπως στον Επιτάφιο του Χριστού, τη Μεγάλη Παρασκευή, με τους χιλιάδες πιστούς να ακολουθούν με αναμμένα κεριά.

Το πανηγύρι διαρκεί έως τις 23 Αυγούστου, στα εννιάμερα δηλαδή της Παναγίας, ενώ, παράλληλα με τις εκδηλώσεις για την Κοίμηση της Θεοτόκου, στο νησί γιορτάζεται και η επέτειος της βύθισης του αντιτορπιλικού Έλλη από τους Ιταλούς, που έγινε λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος με τους Ιταλούς, τον δεκαπενταύγουστο του 1940.

Κυκλάδες (Πάρος) – Παναγία Εκατονταπυλιανή

Από τις εντυπωσιακότερες εκκλησίες του Αιγαίου, ο παλαιοχριστιανικός ναός της Εκατονταπυλιανής, βρίσκεται στην Παροικιά, την πρωτεύουσα της Πάρου και είναι από τους αρχαιότερους και καλύτερα διατηρημένους χριστιανικούς ναούς.

Σύμφωνα με την παράδοση, χτίστηκε εξαιτίας ενός τάματος της Αγίας Ελένης. Πιστοί από ολόκληρη την Ελλάδα συγκεντρώνονται εδώ τον Δεκαπενταύγουστο για να προσκυνήσουν την εικόνα της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής (17ου αιώνα) και να πάρουν μέρος στις εορταστικές εκδηλώσεις.

Μετά την καθιερωμένη περιφορά του επιταφίου, ξεκινά το μεγάλο πανηγύρι των ανθρώπων, που το γλεντάνε μέχρι τις πρωινές ώρες, με παραδοσιακή μουσική, παριανό κρασί και ντόπιους μεζέδες. Την ίδια ώρα, στο λιμανάκι της Νάουσας της Πάρου η νύχτα γίνεται μέρα, όταν δεκάδες καΐκια προσεγγίζουν την προβλήτα με αναμμένα δαδιά.

Οι συγκεντρωμένοι, εντυπωσιασμένοι από το θέαμα, περιμένουν την κορύφωση, με την άφιξη των «πειρατών» στο λιμάνι για την έναρξη της γιορτής με νησιώτικους χορούς, και πρώτο και καλύτερο τον Mπάλο.

Κυκλάδες (Κουφονήσια) – Με τα καΐκια στην Παναγιά

Τον Δεκαπενταύγουστο γιορτάζει η Παναγία στο εκκλησάκι της στο Κάτω Κουφονήσι. Μετά τη λειτουργία προσφέρεται φαγητό από τους κατοίκους και κατόπιν μεταφέρονται με τα καΐκια τα οποία κάνουν αγώνες για το ποιος θα περάσει τον άλλο στο Πάνω Κουφονήσι.

Με την επιστροφή ντόπιοι και ξένοι το γλεντάνε μέχρι πρωίας στα μαγαζιά του νησιού, με μουσική, κρασί, ούζο και θαλασσινούς μεζέδες για τους οποίους έχουν φροντίσει οι ψαράδες.

Δωδεκάνησα (Κάρπαθος) – Παναγία στην Όλυμπο

Για τους πιο ταξιδεμένους, που έχουν αψηφήσει την απόσταση και τις δυσκολίες στην πρόσβαση, το πανηγύρι της Κοίμησης της Θεοτόκου, στην Όλυμπο της Καρπάθου είναι από τα πιο κατανυκτικά.

Εδώ, στην Όλυμπο, οι λειτουργίες είναι βαθιά συνδεδεμένες με το πένθος που χαρακτηρίζει αυτή την συγκυρία για τον Χριστιανισμό και το αποκορύφωμα του παραδοσιακού εορτασμού είναι ο χορός που γίνεται στη μικρή πλατεία, μπρος στην εκκλησιά της Παναγίας, με τους οργανοπαίκτες να παίζουν τον Κάτω Χορό, αργόσυρτο και με σοβαρή διάθεση.

Αρχικά, οι άντρες καθισμένοι στο τραπέζι και με ένα κομμάτι βασιλικό στο πέτο, τραγουδούν και πίνουν, με τη συνοδεία λαούτου και λίρας. Στη συνέχεια, και καθώς πέφτει το σκοτάδι, ξεκινά ο χορός, στον οποίο μπαίνουν, σιγά-σιγά, και οι γυναίκες ντυμένες με τις εκπληκτικής ομορφιάς και λαμπρότητας παραδοσιακές γιορτινές φορεσιές τους.

Ο χορός αργός και πάντα με σταθερό βήμα και κατανυκτική διάθεση, κρατά για ώρες και η όλη ατμόσφαιρα είναι από τις ωραιότερες που μπορεί να βιώσει ο πιστός στα πανηγύρια του Αιγαίου.

Δωδεκάνησα (Nίσυρος) – Παναγία Σπηλιανή

Ένας από τους πιο πολυήμερους και ξεχωριστούς εορτασμούς της Παναγιάς πραγματοποιείται στο νησί της Νισύρου. Εδώ γιορτάζεται το Nιάμερο της Παναγίας, που ξεκινά στις 6 Aυγούστου, γιορτή της Mεταμορφώσεως του Σωτήρος.

Tο έθιμο είναι αφιερωμένο στην γυναίκα, καθώς οι μαυροντυμένες Eννιαμερίτισσες (γυναίκες ταγμένες στην Παναγία) αναλαμβάνουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη λατρευτική δράση. Eγκαθίστανται στο χώρο του μοναστηριού της Παναγίας της Σπηλιανής που βρίσκεται μέσα στο κάστρο των Iπποτών, προσκυνούν και καθαρίζουν τον χώρο και τα ιερά σκεύη.

Στην πραγματικότητα, διεξάγονται δύο παράλληλες λατρευτικές τελετουργίες, η επίσημη εκκλησιαστική από τους ιερείς και η ανεπίσημη με ιέρειες τις Eννιαμερίτισσες, που ακολουθούν αυστηρή νηστεία, κάνουν 300 μετάνοιες κάθε εικοσιτετράωρο και ψάλλουν.

Tην ημέρα του Δεκαπενταύγουστου, με τη λήξη της λειτουργίας, οι ιερείς λιτανεύουν την εικόνα της Παναγίας έως το χωριό για να ευλογήσει το πανηγύρι. Oι Eννιαμερίτισσες, από την άλλη πλευρά, κρατούν τους δίσκους με τα κόλλυβα και προπορεύονται, ανοίγοντας το δρόμο για την ιερή εικόνα.

Το γλέντι ξεκινά τη στιγμή που η εικόνα φτάνει στο χωριό, με τον τοπικό χορό της «κούπας», τραγούδια και άφθονο κρασί, ενώ οι Εννιαμερίτισσες αποσύρονται.

Δωδεκάνησα (Πάτμος) – Επιτάφιος Παναγίας

Στο νησί της Πάτμου, το νησί της Ορθοδοξίας, όπου τα πάντα περιστρέφονται γύρω από το ιστορικό μοναστήρι της Αποκάλυψης, οι μοναχοί του τηρούν το έθιμο του επιταφίου της Παναγίας, ένα έθιμο με βυζαντινές καταβολές.

Ο χρυσοποίκιλτος επιτάφιος της Παναγίας περιφέρεται στα σοκάκια του νησιού σε μεγαλοπρεπή πομπή, ενώ οι καμπάνες του μοναστηριού και των άλλων εκκλησιών ηχούν ασταμάτητα.

Δωδεκάνησα (Κάσος) – Κοίμηση της Θεοτόκου

Ένα ακόμη χωριό με το όνομα Παναγία είναι ο τόπος του μεγαλυτέρου πανηγυριού της Κάσου, κάθε Δεκαπενταύγουστο. Στην τοπική εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου τηρούνται, κάθε χρόνο, όλα τα πατροπαράδοτα έθιμα κατά τον εορτασμό του Δεκαπενταύγουστου.

Εκατοντάδες Κασιώτες απ’ όλη την Ελλάδα, αλλά και μετανάστες όλες τις γωνιές του κόσμου, συρρέουν στο νησί, μαζί με τους ξένους επισκέπτες, για να προσκυνήσουν στην Παναγία, να γλεντήσουν με τα πατροπαράδοτα έθιμα και να δοκιμάσουν κασιώτικα ντολμαδάκια και πιλάφι.

Δωδεκάνησα (Λειψοί) – Παναγία του Χάρου

Στο Μοναστήρι της Παναγίας στους Λειψούς, η Παναγία δεν κρατάει το Θείο Βρέφος αλλά τον Εσταυρωμένο Χριστό, σε μια εικόνα μοναδική στην χριστιανική παράδοση. Η Παναγία του Χάρου γιορτάζει στις 23 Αυγούστου, δηλαδή στα εννιάμερα της Παναγίας.

Σύμφωνα με το έθιμο, που τηρείται από το 1943, τοποθετούνται την άνοιξη κρινάκια γύρω από την εικόνα τα οποία στη συνέχεια ξεραίνονται και ανθίζουν ξανά, τον Αύγουστο.

Kεφαλονιά – Παναγία η Φιδούσα

Πλήθος πιστών συγκεντρώνεται κάθε χρόνο στην αυλή της Iεράς Mονής της Παναγιάς της Φιδούς στην περιοχή Mαρκόπουλου, Kεφαλονιάς για να δουν τα «φιδάκια της Παναγίας». Kάθε 15 Aυγούστου τα μικρά φιδάκια εμφανίζονται στο καμπαναριό και η εκκλησιαστική επιτροπή τα μεταφέρει στο προαύλιο του Iερού Nαού.

Σύμφωνα με την παράδοση, τα φιδάκια φέρνουν καλή τύχη στο νησί και αν δεν εμφανιστούν, ο οιωνός είναι κακός, όπως έγινε, για παράδειγμα, την χρονιά των μεγάλων σεισμών, μερικές δεκαετίες πριν

vatopaidi

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

Η Χώρα του Αχωρήτου:Η Παναγία Θεοτόκος

Τείχισόν μου τας φρένας, Σωτήρ μου

το γαρ Τείχος του κόσμον ανυμνήσαι τολμώ,

την Άχραντον Μητέρα Σου

εν πύργω ρημάτων ενίσχυσόν με,

και εν βάρεσιν εννοιών οχύρωσόν με·

Συ γαρ βοάς των αιτούντων πιστώς τας αιτήσεις πληρούν.

Συ ουν μοι δώρησαι γλώτταν,

προφοράν, και λογισμόν ακαταίσχυντον

πάσα γαρ δόσις ελλάμψεως πάρα Σου καταπέμπεται, Φωταγωγέ, ο μήτραν οικήσας Αειπάρθενον»

Κάθε φορά που πηγαίνω στην Κωνσταντινούπολη, Πόλιν αφιερωμένη στην Παναγία Θεοτόκο, επισκέπτομαι και τη γνωστή Μονή της Χώρας. Μονή αφιερωμένη στον Θεάνθρωπο Χριστό, την Χώραν των ζώντων. Στην είσοδο του ναού της Μονής της Χώρας, από το υπέρθυρο της κεντρικής πόλης μας υποδέχεται η μεγάλη ψηφιδωτή εικόνα του Χριστού: «Ή χώρα των ζώντων». Όταν προχωρήσουμε πια στον κυρίως ναό μας υποδέχεται η μεγάλη ψηφιδωτή εικόνα της Παναγίας: «Η χώρα του Αχωρήτου». Από το κοινό όνομα των δύο εικόνων, δηλ. το κοινόν τους θεολογικό θέμα, πήρα αφορμή για την εισήγησή μου: «Ή Παναγία Θεοτόκος – Η Χώρα του Αχωρήτου».

Τί σημαίνουν τα ονόματα αυτά; Λέγουν ότι η Μονή της Χώρας ονομάσθηκε έτσι επειδή βρισκόταν εκτός των τειχών της Πόλεως, σε περιοχή που ονομαζόταν Χώρα.

Μονή της Χώρας. Σχέδιο της μονής το 1877.

«Των βυζαντινών χωρίον ην εκεί», λέγει ο χρονογράφος του ΙΔ ‘ αιώνα Γεώργιος Κωδινός, περιγράφοντας την όλη ανοικοδόμηση και εικονογράφηση της Μονής της Χώρας, η οποία έγινε από τον Θεόδωρο Μετοχίτη. Δεν νομίζουμε ότι ο μεγάλος αυτός βυζαντινός κτίτωρ της Μονής γι’ αυτό το λόγο και μόνον έδωσε τις ως άνω ονομασίες στις εικόνες του Χριστού και της Παναγίας. Υπάρχει, βέβαια, και η γνώμη ότι το όνομα της Μονής «η χώρα των ζώντων» εδόθη λόγω του κοιμητηρίου, του οποίου το παρεκκλήσι, με την απαράμιλλη τοιχογραφία της Αναστάσεως του ΙΓ’ αιώνος, σώζεται μέχρι σήμερα. Εξάλλου, όπως έχει πολύ εύστοχα παρατηρήσει ο Καθηγούμενος της I. Μονής Σταυρονικήτα π. Βασίλειος, οι ορθόδοξοι βυζαντινοί στην Κωνσταντινούπολη συνήθιζαν να δίνουν σε εκκλησίες και μονές ονόματα που να δείχνουν τον κόσμον τους, τον πνευματικό προσανατολισμό τους, την πίστη και την θεολογία τους: π.χ. Αγία Ειρήνη, Αγία Σοφία, Μονή Ακατάληπτου, Παμμακάριστος, Ζωοδόχος Πηγή, Μονή Παντεπόπτου. Μονή Παντοκράτορος, κ.λπ.

Ας προχωρήσουμε λοιπόν στο θέμα μας, έχοντας οπ’ όψιν τις ονομασίες αυτές: του Χριστού ως «Η Χώρα των ζώντων» και της Παναγίας ως «Η Χώρα του Αχωρήτου».

Είναι σ’ όλους γνωστό ότι στη Βίβλο ο Θεός αποκαλείται αχώρητος, δηλ. άπειρος και απερίγραπτος(=απεριόριστος), που δεν Τον χωράει τίποτε, ούτε ο ουρανός, ούτε η γη, ούτε κανένας ναός ή οτιδήποτε άλλο. Αναφέρω για δείγμα μία μόνον βιβλική μαρτυρία, τον γνωστόν λόγον του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ο όποιος είπε στους Εβραίους: «ουκ ο Ύψιστος εν χειροποιήτοις (ναοίς) κατοικεί», διότι ούτε οι ουρανοί είναι χωρητικοί του Ποιητού των πάντων, του οποίου «η χειρ εποίησεν ταύτα πάντα». Επίσης, από τα πολλά και πλούσια πατερικά κείμενα πάνω στο ίδιο θέμα, αναφέρω μόνον δύο-τρία: Ο Θεός «πάντα χωρών, μόνος δε αχώρητος ων», λέγει ο Άγιος Ερμάς. Και ο Άγιος Μάρτυς Ιουστίνος ο Φιλόσοφος λέγει για τον Θεόν: «ο τόπω τε αχώρητος και τω κόσμω όλω». Ο Άγιος Ιππόλυτος Ρώμης τονίζει ότι ο Θεός, ενώ κατά φύσιν είναι αχώρητος, όταν θελήσει γίνεται και χάρητος κατά θέλησιν και αγάπην και χάριν: «Αχώρητος δε ότε μη χωρείσθαι θέλει, χωρητός δε ότε χωρείσθαι θέλει».

Μονή της Χώρας. Σύγχρονη φωτογραφία.

Αυτή η αλήθεια, ότι ο Θεός όταν θέλει γίνεται και χωρητός, απεκαλύφθη σε μας και εξεδηλώθη κατ’ εξοχήν εις την φιλάνθρωπο Οικονομία της εκ της Παναγίας Θεοτόκου Σαρκώσεως και Ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού, του Σωτήρος Χριστού. Φύσει ων Θεός αχώρητος ο Χριστός, γίνεται «χωρητός διά φιλανθρωπίαν», όπως λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Και προσθέτει: «αλλ’ επειδή κατέρχεται (ο Χριστός διά της σαρκώσεως), και επειδή κενούται δι’ ημάς… διά τούτο χωρητός γίνεται». Έτσι, ο άπειρος και ακατάληπτος και απερίγραπτος, αλλά και απεριόριστα φιλάνθρωπος Θεός φανερώνεται εν Χριστώ Ιησού ταυτόχρονα και αχώρητος και χω-ρητός, και γι’ αυτό ομολογούμε και δοξάζομεν τον θεάνθρωπο Χριστόν «τον αυτόν χωρητόν και αχώρητον», όπως πάλιν λέγει ο Γρήγορος ο Θεολόγος.

Εκ του θαυμαστού γεγονότος της Σαρκώσεως και Ενανθρωπήσεως του Θεανθρώπου Χριστού, οι άγιοι Πατέρες και υμνωδοί και εικονογράφοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας έδωσαν εις την Παναγία Παρθένο και Θεοτόκο Μαρία την ονομασία «Πλατυτέρα των Ουρανών» και «Χώρα του Αχωρήτου». Για πρώτη φορά αποδίδεται στην Παναγία Θεοτόκο η ονομασία «η Πλατυτέρα των ουρανών» εις την εικόνα της ως Δεομένης(Οranta). Την εικόνα αυτή την συναντάμε ήδη στις πρωτοχριστιανικές κατακόμβες, ενώ, αργότερον, την βλέπομε πιο θεολογικά εικονογραφημένη στην κόγχη του ιερού των ορθοδόξων ναών στο Βυζάντιο, ως μεγάλη τοιχογραφία της Παναγίας Θεοτόκου με τον μικρό Χριστό στο στήθος. Η παράσταση, η οποία ονομάζεται «η Πλατυτέρα των ουρανών», είναι, τελικά, η εικόνα της Εκκλησίας, επειδή στο πρόσωπο της Παναγίας, η Εκκλησία εχώρεσε τον ευρύτερον από όλους τους ουρανούς. Την σαφή θεολογική ταύτιση της Θεοτόκου Μαρίας με την Εκκλησίαν έχομεν ήδη στον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας· «Μαρίαν την Αειπάρθενον την Αγίαν Εκκλησίαν λέγω… Γένοιτο δε ημάς τρέμειν και σέβειν την αδιάσπαστον Τριάδα· υμνούντας την Αειπάρθενον Μαρίαν, δηλονότι την Αγίαν Έκκλησίαν». Συνεπώς, από αυτήν την θεολογικήν αλήθειαν έχομεν την αλήθεια ότι και η Εκκλησία είναι χώρα (= χώρος)πλατυτέρα των ουρανών.

Ιησούς Χριστός – Η χώρα των ζώντων

Από το γεγονός αυτό, της Θεοσαρκώσεως του Χριστού από την Παναγία Θεοτόκο και την εικονογράφηση της Παναγίας με τον Θεάνθρωπο Χριστό στους κόλπους Της, προήλθε η ονομασία της Παναγίας και της ομωνύμου εικόνος Της «Η Χώρα του Αχώρητου». Αλλά αυτό το θεολογικό γεγονός μαρτυρείται στην υμνολογία της Εκκλησίας μας πριν από την εικονογραφία. Έτσι π.χ. ο Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός, ο μέγας και θεολογικότατος υμνολόγος της εναν-θρωπήσεως του Χριστού από την Παναγία, λέγει στα γνωστά Κοντάκια του εις την Γέννησιν του Χριστού: «Ο Άχτιστος γεννάται, ο Αχώρητος χωρείται».

Και ο Άγιος Μελωδός λέγει επίσης:

«Μέγα του Πατρός πεφανέρωται εκ Κόρης,
Θείον ευσεβές και μυστήριον τω κόσμω·
Παιδίον γαρ ετέχθη ο κατέχων τα σύμπαντα,
Μόρφωσιν εκών του πρωτοπλάστου είληφε σαρκός εξ απειράνδρου
Λαοί, είπωμεν· Ευλογημένος ο τεχθείς Θεός ημών, δόξα Σοι».

Και γενικά εις όλην την εκκλησιαστική υμνολογία των εορτών του Χριστού και της θεομήτορος έχομεν εκπεφρασμένη την ιδίαν αλήθεια. Π .χ. στην καταβασία του Ευαγγελισμού (ωδή Η’) λέγεται:

«Άκου, Κόρη Παρθένε αγνη βουλήν Υψίστου αρχαίαν αληθινήν· Γενού προς υποδοχήν ετοίμη Θεού· Δια Σου γαρ ο Αχώρητος βροτοίς αναστραφήσεται».

Επίσης και στον Ακάθιστο Ύμνο λέγεται πολλάκις εις την Παναγίαν Θεοτόκο: «Χαίρε Θεού αχωρήτου χώρα». Το ίδιο διαπιστώνουμε και στην υπόλοιπη υμνολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Ιησούς Χριστός – Η χώρα των ζώντων

Νομίζομεν ότι δεν χρειάζεται να επιμείνομεν περισσότερο στα κείμενα της Ιεράς Παραδόσεως της Εκκλησίας μας, τα οποία αποδίδουν στην Παναγία την ονομασία η Χώρα του απολύτως Αχωρήτου Θεού. Πρέπει όμως να επιμείνουμε περισσότερο στη θεολογική σημασία της ονομασίας αυτής. Γιατί η Παναγία ονομάσθηκε η Χώρα του Αχωρήτου και τί σημαίνει αυτό; Είναι απλώς ποιητική έκφραση ή μήπως έχει κάποιο βαθύτερο θεολογικό και σωτηριολογικό νόημα;

Πρέπει αμέσως να πούμε και να τονίσουμε ότι την πραγματική σημασία και το πλήρες νόημα του ονόματος της Παναγίας «Η Χώρα του Αχωρήτου» μπορούμε να το καταλάβουμε μόνο σε συσχέτιση με το όνομα του Χριστού, το οποίο Τού εδόθη πάλι στη Μονή της Χώρας: ο Χριστός η Χώρα των ζώντων. Πιθανώς, το όνομα αυτό να είχε ήδη αποδοθεί στον Χριστό, αλλά δεν το έχω ερευνήσει γι’ αυτό και την στιγμή αυτή δεν μπορώ να πω, αν αυτό το όνομα, έτσι κατά λέξιν, εδόθη στο Χριστό και κάπου αλλού πριν από την Μονή της Χώρας. Πάντως, όπως και να είναι, η ονομασία αυτή προέρχεται από τους Ψαλμούς, άρα έχει βιβλική προέλευση. Συγκεκριμένα, στους Ψαλμούς 114 (115), 9, και 55, 14 διαβάζουμε: «Ευχαριστήσω ενώπιον Κυρίου εν χώρα ζώντων», και «Ότι ερρύσω την ψυχήν μου εκ θανάτου… ευαρεστήσω ενώπιον Κυρίου εν φωτί ζώντων».

Για να το καταλάβουμε καλύτερα, θα αναφέρουμε σύντομα δύο-τρείς μόνο πατερικές ερμηνείες εις αυτά τα Ψαλμικά λόγια. Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας εις την αποδιδομένην εις αυτόν εξήγησιν εις τους Ψαλμούς ερμηνεύει: «Χώραν των ζώντων την επουράνιον φησί Ιερουσαλήμ, εν η οι κατά Θεόν αγωνισάμενοι ως αρεστοί νικηφόροι ακούσονται το ευ δούλε αγαθέ και πιστέ». Ο δε Μέγας Βασίλειος εις την Ομιλίαν εις Ψαλμόν ΡΙΔ’ λέγει: «Ο κόσμος ούτος αυτός τε έστι θνητός και χωρίον αποθνησκόντων…(και) χώρα ζώντων (εστί) ουκ αποθνησκόντων διά της αμαρτίας, αλλά ζώντων την αληθινήν ζωήν την εν Χριστώ Ιησού». Και ο Δίδυμος Αλεξανδρείας γράφει επί του Ψαλμού 55, 14: «Ο γαρ ευαρεστών τω Θεώ εν φωτί ζώντων τούτο ποιεί [δηλ. σώζει την ψυχήν αυτού εκ του θανάτου], ζη δε και πεφώτισται πας μετέχων Θεού Αυτός γαρ ζωή ων, φως εστί των ανθρώπων» (εις την Σειρά =Catenes εις Ψαλμούς). Τέλος, και ένας άλλος ανώνυμος σχολιαστής γράφει για τον ίδιον Ψαλμόν: «Του ρυσθήναί με εκ θανάτου και ελευθερωθήναί με από της αμαρτίας, μερίδα δε σχειν εν τη των ζώντων χώρα, πρόξενος ημίν γέγονεν η του Κυρίου Παρουσία» (εις την Σειρά = Catenes).

Άποψη του κυρίου τρούλλου της Μονής της Χώρας

Από όλα, και κυρίως από το τελευταίο ερμηνευτικό σχόλιο, συνάγεται με βεβαιότητα ότι η χώρα των ζώντων είναι o Χριστός. Αυτός είναι η αιώνια ζωή και σωτηρία μας, το αιώνιο φως εις την επουράνιο Βασιλεία, εις την επουράνια χώρα η επουράνια πατρίδα όλων των τέκνων του Θεού, των σεσωσμένων διά του Χριστού και εν τω Χριστώ, χάρις εις την πίστην και την αγάπην και την θείαν χάριν Του, διά της οποίας εδέχθη και ανέλαβε και εχώρησε εν Εαυτώ όλους εμάς.

Ο Άγιος Κλήμης Ρώμης στην Α’ Επιστολή προς Κορινθίους (κεφ. 50, 1-3) αναφέρει: «Αι γενεαί πάσαι από Αδάμ έως τήσδε της ημέρας παρήλθον, αλλ’ οι εν αγάπη (του Χριστού) τελειωθέντες κατά την του Θεού χάριν, έχουσιν χώραν ευσεβών, οι φανερωθήσονται εν τη επισκοπή της Βασιλείας του Χριστού». Τα τελευταία αυτά λόγια του Αγίου Κλήμεντος μας δείχνουν την εσχατολογική προοπτική όλων των προαναφερθέντων πατερικών ερμηνειών εις την ψαλμικήν μαρτυρίαν περί της χώρας(και φωτός) των ζώντων (η των ευσεβών, που για τον Κλήμεντα Ρώμης είναι ταυτόσημο). Χώρα των ζώντων είναι ο εκ της Θεοτόκου Μαρίας ενανθρωπήσας Θεάνθρωπος Χριστός και η εν Αυτώ ενσωμάτωση μας και αιώνια ζωή μας.

Διά να μην μακρηγορούμε, λέγομεν λοιπόν συμπερασματικά ότι η Χώρα των ζώντων είναι ό Θεάνθρωπος Χριστός και η εν Αυτώ εύρεσή μας και εγχώρησή μας και ζωή μας. Αυτός είναι η αληθινή αιώνια ζωή, που αρχίζει ήδη εδώ στη γη από την ενανθρώπηση του Χριστού, από την πρώτη παρουσία Του, και θα συνεχισθεί εν πληρότητι και ευρυχωρία μετά την Δευτέραν, την εσχάτην παρουσία του Αναστάντος Χριστού, εις την Επουράνια Βασιλεία του Θεού. Με άλλα λόγια, αυτό μαρτυρεί ο Απόστολος Παύλος, όταν λέγει ότι «η ζωή ημών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ», και ότι «ημών το πολίτευμα [δηλ. η χώρα, η πατρίδα και ο εν αυτή τρόπος ζωής] εν ουρανοίς υπάρχει, εξ ου και Σωτήρα απεκδεχόμεθα Κύριον Ιησούν Χριστόν».

Η πραγματική προϋπόθεση της αλήθειας αυτής, κατά τον ίδιο Απόστολο, είναι το Μέγα Μυστήριον της Ευσεβείας: «Θεός εφανερώθη εν σαρκί». Δηλαδή, το παράδοξο γεγονός ότι εις την Παρθένον Μαρίαν εκουσίως εχώρησε και εκ της Θεοτόκου αγαπητικώς ενανθρώπησε ο Θεάνθρωπος Χριστός «το πάντων καινών καινότατον, το μόνον καινόν υπό τον ήλιον», όπως λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Ή, να το πούμε με άλλα, πολύ απλά λόγια: Το σωτήριο γεγονός της Θείας Οικονομίας είναι ότι εχώρεσε η Παναγία τον Χριστό, για να μπορέσει ο Χριστός να χωρέσει όλους εμάς και να γίνει για όλους μας η Χώρα των ζώντων.

Το παράδοξο και υπερθαυμαστό, αλλά, ταυτόχρονα, φιλάνθρωπο και κοσμοσωτήριο αυτό γεγονός περιγράφεται διά πολλών από τους Πατέρες, κυρίως στα κείμενα που αναφέρονται στο γεγονός της Σαρκώσεως του Χριστού, και από τους υμνογράφους της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας στους ύμνους της εορτής των Χριστουγέννων.

Ας αναφέρουμε μερικές μόνο μαρτυρίες, δηλαδή μερικά πατερικά και υμνολογικά κείμενα πάνω στο γεγονός αυτό.

Άποψη του δεύτερου τρούλλου της Μονής της Χώρας

Γράφει π.χ. ο Άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος (στην γνωστή του χριστολογική 101η επιστολή) «Ει τις ου Θεοτόκον την Αγίαν Μαρίαν υπολαμβάνει, χωρίς έστι της Θεότητος…»· και στη συνέχεια ερμηνεύει το θεανθρώπινο γεγονός Χριστός ως εξής: «Και ει δει συντόμως ειπείν άλλο μεν και άλλο τα εξ ων ο Σωτήρ (Χριστός), ουκ άλλος δε και άλλος. Τα γαρ αμφότερα εν τη συγκράσει· Θεού μεν ενανθρωπήσαντος, ανθρώπου δε θεωθέντος». Τα λόγια του Αγίου Καππαδόκου Πατρός, μεταφερόμενα στο θέμα μας, θέλουν να ειπούν ότι εκείνος που δεν δέχεται ότι η Θεοτόκος είναι η Χώρα του αχωρήτου Θεού, αυτός θα είναι και εκτός της Χώρας των ζώντων, δηλαδή εκτός του Θεανθρώπου Χριστού.

Και αναφέρουμε επίσης μερικά μόνον χωρία από την υμνολογία της Εκκλησίας:

«Το προορισθέν τω Πατρί προ αιώνων,
και προκηρυχθέν τοις Προφήταις,
επ’ εσχάτων μυστήριον εφάνη
και Θεός ενηνθρώπησε,
σάρκα προσλαβών εκ της Παρθένου·
κτίζεται ο Άκτιστος βουλήσει·
ο Ων γίνεται·
ο Βασιλεύς του Ισραήλ,
Χριστός παραγίνεται ».

Και ακόμη ένας ύμνος των Χριστουγέννων:

«Άκουε ουρανέ και ενωτίζου η γη·
ιδού γαρ ο Υιός και Λόγος του Θεού και Πατρός,
πρόεισι τεχθήναι εκ Κόρης απειράνδρου [= Παρθένου],
ευδοκία του φύσαντος Αυτόν απαθώς,
και συνεργία τον Αγίου Πνεύματος.
Βηθλεέμ ευτρεπίζου, άνοιγε πύλην η Εδέμ·
Ότι ο Ων γίνεται ο ουκ ην,
και Πλαστουργός πάσης κτίσεως διαπλάττεται,
ο παρέχων τω κόσμω το μέγα έλεος».

Και για να θυμηθούμε τον μεγάλο θεολόγο και υμνολόγο του ενός και αυτού θεανθρωπίνου Μυστηρίου του Χριστού και της Παναγίας Θεοτόκου, τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, στην υμνολογία γίνεται λόγος για «το απ’ αιώνος απόκρυφον και Αγγέλοις άγνωστον μυστήριον», το οποίον διά της Θεοτόκου «τοις επί γης πεφανέρωται» εν τω προσώπω του Θεανθρώπου Χριστού, του «Θεού εν ασυγχύτω ενώσει σαρκουμένου» και «θεουργούντος το ανθρώπινον».

Και, τέλος, πρόκειται για το «Μυστήριον του Χριστού», που είναι αποκάλυψη και πραγματοποίηση της προαιώνιου «Μεγάλης Βουλής» του Θεού, το οποίον Μυστήριον = γεγονός, «ο έστι Χριστός εν ημίν», θεολογικότατα εξέφρασε και διετύπωσε, όπως είναι γνωστόν, ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: «Τούτο προδήλως έστιν άρρητός τε και απερινόητος θεότητός τε και ανθρωπότητος καθ’ υπόστασιν ένωσις, εις ταυτόν άγουσα τη θεότητι κατά πάντα τρόπον, τω της υποστάσεως λόγω, την ανθρωπότητα και μίαν αμφοτέρων αποτελούσα την υπόστασιν σύνθετον της αυτών κατά φύσιν ουσιώδους διαφοράς μηδεμίαν καθοτιούν επάγουσα μείωσιν ώστε και μίαν αυτών γενέσθαι την υπόστασιν και την φυσικήν διαφοράν απαθή διαμένειν… Τούτο έστι το μέγα και απόκρυφον μυστηριον. Τούτο έστι το μακάριον δι’ ο τα πάντα συνέστησαν τέλος. Τούτο έστιν ο της αρχής των όντων προεπινοούμενος θείος σκοπός, ον ορίζοντες είναι φαμέν, προεπινοούμεον τέλος, ου ένεκα μεν πάντα, αυτό δε ουδενός ένεκα. Προς τούτο το τέλος αφορών, τας των όντων ο Θεός παρήγαγεν ουσίας. Τούτο κυρίους εστί το της προνοίας και των προνοουμένων πέρας· καθ’ ο εις τον Θεόν η των υπ’ Αυτού πεποιημένων εστίν ανακεφαλαίωσις. Τούτο έστι το πάντας περιγράφον τους αιώνας και την υπεράπειρον και απειράκις απείρως προϋπάρχουσαν των αιώνων Μεγάλην του Θεού βουλήν εκφαίνον μυστήριον, ης γέγονεν άγγελος αυτός ο κατ’ ουσίαν του Θεού Λόγος γενόμενος άνθρωπος· και αυτόν, ει θέμις ειπείν, τον ενδότατον πυθμένα της Πατρικής αγαθότητος φανερόν καταστήσας και το τέλος εν Αυτώ δείξας δι’ ο προς το είναι σαφώς αρχήν έλαβον τα πεποιημένα. Διά γαρ τον Χριστόν, ήγουν το κατά Χριστόν μυστήριον, πάντες οι αιώνες και τα εν αυτοίς τοις αιώσιν, εν Χριστώ την αρχήν του είναι και το τέλος ειλήφασιν. Ένωσις γαρ προϋπεννοήθη των αιώνων, όρου και αοριστίας, και μέτρου και αμετρίας, και πέρατος και απειρίας, και Κτίστου και κτίσεως, και στάσεως και κινήσεως, ήτις εν Χριστώ επ’ εσχάτων των χρόνων φανερωθέντι γέγονε».

Από αυτά τα ολίγα, αλλά πολύ χαρακτηριστικά χωρία των Πατέρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, των ταυτόχρονα θεολόγων και υμνολόγων του ενός και του αυτού μεγάλου και αδιαιρέτου Μυστηρίου της Χώρας του Αχωρήτου και της Χώρας των ζώντων, δηλαδή της Παναγίας και του Χριστού, τελικά φαίνεται αυτό που θέλω να αναπτύξω. Ότι, δηλαδή, το θαυμαστό και σωτήριο γεγονός της Παναγίας Θεοτόκου ως «Χώρας του Αχωρήτου» ταυτίζεται με το «Μέγα Μυστήριον της ευσέβειας» (= της πίστεως μας), που είναι «ο Χριστός εν ημίν», ο Χριστός εν τη Εκκλησία και με την Εκκλησία ή, ακόμη ακριβέστερον, ο Χριστός ως Εκκλησία.

Επομένως, ο Χριστός ως Θεάνθρωπος (όχι δηλαδή μόνον ως Υιός και Λόγος του Θεού, αλλά και ταυτόχρονα ως Υιός της Θεοτόκου — «μία σύνθετος Υπόστασις», κατά τους Πατέρες) είναι η εσχατολογική Χώρα των ζώντων, η οποία περιλαμβάνει όλην την κτίση και χωράει όλους εμάς τους ανθρώπους, τους αληθινά ζώντας και εμφιλοχωρούντας εν Αυτώ. Το εσχατολογικό αυτό γεγονός άρχισε από την εν Παναγία εγχώρηση και ενανθρώπηση του Χριστού και συνεχίζεται με την εν Χριστώ εγχώρηση και ενσωμάτωσή μας (κατά τον Απ. Παύλο -Γαλ. 3, 27-28· Εφ. 3, 3-6, και κατά τον Μέγα Αθανάσιο, Κατά Αρειανών, βιβλ. Β’). Φανερώνεται δε ήδη πραγματοποιούμενο, ενώ θα πραγματοποιηθεί πλήρως ως «οικονομία του πληρώματος των καιρών, ανακεφαλαιώσασθαι τα πάντα εν τω Χριστώ», ή με άλλα πάλιν αποστολικά λόγια, ως μετάσταση ή μετάθεση ή εγχώρηση ημών «εις τήν Βασιλείαν του Υιού της αγάπης Αυτού», δηλ. του Θεού Πατρός. Και ακριβώς αυτή η Βασιλεία του Αγαπητού Υιού του Θεού είναι η ημετέρα αιώνια Χώρα των ζώντων, που δεν είναι κάτι άλλο από τον ίδιο τον Θεάνθρωπο Χριστό. Διότι, ο Χριστός ως Μονογενής Υιός του Θεού κατήλθε από τους ουρανούς και «δι’ ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν» εσαρκώθη και ενανθρώπησε «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου» και έγινε «Πρωτότοκος εν πολλοίς αδελφοίς» και εφόρεσε και εχώρεσε όλην την δημιουργίαν του Θεού και όλους εμάς — ως Νέος και Έσχατος Αδάμ και ως Νέος και Έσχατος Παράδεισος, η εσχατολογική Χώρα των ζώντων.

Με την σάρκωσίν Του από την Παναγία Θεοτόκο, ο Χριστός έγινε η Εκκλησία, «ο όλος Χριστός — Κεφαλή και Σώμα» κατά τους Πατέρες. Και ενώ είναι και παραμένει Ένας και Μοναδικός Θεάνθρωπος, γίνεται, κατά τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, και «μυριοϋπόστατος». Δηλαδή, κατά την προφητεία του Ησαΐα (κεφ. 53) και κατά την καινοδιαθηκικήν ευχαριστιακήν πραγματικότητα (Ιωάν. 6), ο Μεσσίας-Χριστός είναι συγχρόνως και προσωπικός και συλλογικός, Απαρχή και Κεφαλή της Εκκλησίας ταυτόχρονα, η ανακεφαλαίωση των πάντων και η ενσωμάτωση («ενχρίστωσις», λέγει ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς) πάντων των μελών του Σώματός Του, της Εκκλησίας, ως «του Πληρώματος του τα πάντα εν πάσι Πληρουμένου».

Αθανασίου Γιέφτιτς, πρ.Επισκόπου Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης, «Χριστός, η χώρα των ζώντων», σ.89-101, εκδ. Ίνδικτος

pemptousia.

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )