.

.

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009

Η αποκαθήλωση των παλαιών συμβόλων και η ανάρτηση των νέων



τού Θ. Ι. Ρηγινιώτη

http://oodegr.com/oode/a8eismos/apokath_stavrou_1.htm

Η πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, που επιβάλλει την αποκαθήλωση του σταυρού από τις αίθουσες των ιταλικών σχολείων, είναι απλώς ένα ακόμη βήμα προς τη βέβαιη επιβολή του νικητή πολιτισμού αυτής της ιστορικής περιόδου έναντι στους ηττημένους παραδοσιακούς πολιτισμούς, πράγμα που σημαίνει την προϊούσα επιβολή των δικών του συμβόλων και αξιών και την κατάργηση των συμβόλων και των αξιών των ηττημένων.

Ο νέος αυτός ιστορικός νικητής είναι ο δυτικός καπιταλιστικός («φιλελεύθερος») πολιτισμός, επιβεβλημένος πλέον παγκόσμια. Ο πολιτισμός αυτός «φορτώνει» την ευθύνη για τα δικά του σφάλματα στους προηγούμενους, αδύναμους πλέον ακόμη και να απολογηθούν, πολιτισμούς, και ιδιαίτερα στο μόνιμο «σάκο του μποξ», τη θρησκεία. Έτσι, ενώ η καταστροφή του περιβάλλοντος, η απομόνωση του ανθρώπου στις μεγαλουπόλεις με τα τρομερά ψυχολογικά και κοινωνικά της επακόλουθα, η εκμετάλλευση όλου του ανθρώπινου πληθυσμού από τις πολυεθνικές κτλ είναι συνέπειες της επικράτησης του σύγχρονου πολιτισμού, κανείς δεν του αποδίδει ευθύνες, αλλά ευθύνες αναζητούνται μόνο στους παλαιούς πολιτισμούς, για τα δικά τους λάθη, και οι άνθρωποι που επιμένουν να ανήκουν στους πολιτισμούς αυτούς μετατρέπονται σε εξιλαστήρια θύματα.

Ας πούμε μια δυο σκέψεις.

Θρησκευτικότητα που προβάλλεται

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και όλα τα θεσμικά της όργανα (τα κατηγορώ ευθέως γι’ αυτό) δεν ενδιαφέρονται καθόλου για τα δικαιώματα του ανθρώπου, είτε είναι πολίτης της Ευρώπης είτε όχι. Αν ενδιαφέρονταν, θα φρόντιζαν να προστατεύουν τον άνθρωπο από τα γιγάντια πολιτικά και κυρίως οικονομικά συμφέροντα που τον εξευτελίζουν και τον τσακίζουν, είτε πρόκειται για τον «πρώτο» είτε για τον «τρίτο κόσμο». Απλώς, σήμερα επικρατούν άλλα σύμβολα, άλλες εορτές (παγκόσμιες και ευρωπαϊκές «ημέρες» αφιερωμένες σε κάτι ή σε κάποιους), άλλοι «ήρωες» κτλ, και αποκαθηλώνονται τα προηγούμενα – με πρώτα τα θρησκευτικά. Εννοείται ότι οι μειονότητες, απόλυτα σεβαστές από κάθε σοβαρό (ορθόδοξο ή μη) χριστιανό, δεν είναι παρά η πρόφαση – και οι ίδιες οι μειονότητες καταπιέζονται ενίοτε, όπως π.χ. με την περίφημη «μάχη της μαντήλας» στη Γαλλία (περίπτωση, κατά την οποία εμείς οι ορθόδοξοι [τουλάχιστον σε αυτό τον ιστοχώρο] υποστηρίζουμε τους μουσουλμάνους).

Αλλά και ούτε τα θρησκευτικά σύμβολα ενοχλούν όλα ή αποκαθηλώνονται όλα. Σύμβολα, δοξασίες και μυστικιστικές πρακτικές των θρησκευτικών συστημάτων της Άπω Ανατολής (ινδουισμού, βουδισμού, ταοϊσμού κ.τ.λ.) εισάγονται στη δύση, καλλιεργούνται και προβάλλονται ή προτείνονται στους ευρωπαϊκούς λαούς με κάθε μέσο. Κανείς δεν ενοχλείται από το διαλογισμό, το φενγκ σούι, το τάι τσι, τις «ανάδρομες υπνώσεις», τις «αστρικές προβολές» κ.τ.λ. Αντίθετα, αντιμετωπίζονται άκρως θετικά, η διαφήμισή τους επιτρέπεται και η ενασχόληση με αυτά «ανεβάζει τις κοινωνικές μετοχές σου». Φυσικά, τεχνηέντως έχουν αποχαρακτηριστεί από θρησκευτικά σύμβολα κι έτσι η κατακλυσμική παρουσία τους στις ευρωπαϊκές κοινωνίες δεν προσκρούει στην κυρίαρχη αθεϊστική κουλτούρα των πεπαιδευμένων.

Να υποθέσω ότι είμαστε θύματα μιας παγκόσμιας συνωμοσίας, άμεσα σχετικής με το πολύμορφο κίνημα της Νέας Εποχής, που με πρόφαση όλα τα υπόλοιπα στοχεύει στην εξάλειψη του χριστιανισμού και στην απώλεια της αθάνατης ψυχής των ανθρώπων; Προτιμώ να μην προβώ σε υποθέσεις, αλλά μόνο να επισημάνω καταστάσεις.

Ας θυμηθούμε επίσης ότι κανένας εθνικός ή ευρωπαϊκός φορέας δεν δικαίωσε τους ορθόδοξους χριστιανούς που πληγώθηκαν από την ανιστόρητη πολύκροτη πλέον ταινία του Κ. Γαβρά στο Μουσείο της Ακρόπολης, ούτε και συγκινείται από τις διαμαρτυρίες των χριστιανών, όταν κάποιο «έργο τέχνης» καταφέρεται κατά του Ιησού Χριστού και άλλων ιερών προσώπων της χριστιανικής πίστης. Όλοι αυτοί (δηλ. εμείς) χαρακτηρίζονται αυτόματα «φανατικοί», «φονταμενταλιστές», «οπισθοδρομικοί» κ.τ.τ., τίτλοι που αναπαράγονται από τους πιστούς υπηρέτες της κυρίαρχης κουλτούρας (τα ΜΜΕ), λασπολογούνται ασύστολα από ανθρώπους που αδυνατούν να τους κατανοήσουν και οι διαμαρτυρίες τους πετιούνται στον κάλαθο των αχρήστων. Σε άκρα αντίθεση, όταν πριν ελάχιστα χρόνια ένας αγιογράφος, σε χωριό του Κιλκίς, ζωγράφισε στον τοίχο ναού το Λένιν να κόβει τα γένια του αγίου Λουκά του Ιατρού (για να συμβολίσει έτσι τις αλλεπάλληλες διώξεις του αγίου από το σοβιετικό καθεστώς), καθώς και μορφές λογοτεχνών και άλλων φορέων του πολιτισμούς μας (π.χ. Παπαδιαμάντη και Μακρυγιάννη), ο αγιογράφος αυτός λοιδωρήθηκε σε τέτοιο βαθμό, που εξαναγκάστηκαν οι υπεύθυνοι της ενορίας να αποφασίσουν να… ασβεστώσουν τις αγιογραφίες! Στην περίπτωσή του δηλαδή η «ελευθερία του καλλιτέχνη» καταστρατηγήθηκε από τους ίδιους ακριβώς που σε άλλες περιπτώσεις την υπερασπίζονται με φανατισμό.

Χαρακτηριστικό (ας μην το παραλείψουμε) ότι οι καινοτομίες του συγκεκριμένου καλλιτέχνη δεν ήταν αντίθετες με τη ρωμέικη αγιογραφική παράδοση, όπου και οι διώκτες των αγίων ζωγραφίζονται αλλά και προσωπογραφίες άλλων σημαντικών προσώπων έχουν θέση στους ναούς, χωρίς φωτοστέφανο αγίου (όπως δηλαδή συνέβαινε και στις συγκεκριμένες παραστάσεις του).

Παραδοσιακοί πολιτισμοί και κυρίαρχος πολιτισμός

Οι παραδοσιακοί πολιτισμοί, που η εκάστοτε θρησκεία κατέχει σ’ αυτούς κεντρική θέση, αυθαίρετα υπονομεύονται ως κατώτεροι από το σύγχρονο δυτικό καπιταλισμό. Έτσι, ενώ δήθεν γίνονται σεβαστοί, στην πραγματικότητα υποβιβάζονται στο επίπεδο της «ανάμνησης» και «αναπαράστασης» ως νεκροί! «Πρέπει να γίνει έτσι, γιατί οι παραδοσιακοί πολιτισμοί δεν ευνοούν την κούρσα του κερδοσκοπικού ανταγωνισμού, ενδιαφέρονται για τον άνθρωπο και όχι για «δείκτες ανάπτυξης», και επιπλέον περιέχουν και το στοιχείο της επανάστασης, άκρως επικίνδυνο για τους κατόχους της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας στην εποχή μας!

Κορυφώνεται έτσι πλέον η άνοδος της ανθρωπότητας στη φαντασιακή «μεγαλειώδη κλίμακα του εξελικτισμού, που τοποθετούσε τους άγριους στο κατώτερο σκαλί, τους βάρβαρους στο μεσαίο, και στο πιο ψηλό τους πολιτισμένους Ευρωπαίους. Η κλίμακα αυτή, που γράφει «μόνον άνοδος», γι’ αυτό και ανταποκρίνεται στο αισιόδοξο, βασικά, δόγμα της παγκόσμιας προόδου, σύμφωνα με το οποίο όλοι οι λαοί, όλων των βαθμίδων, θα φτάσουν κάποτε τα ύψη του ευρωπαϊκού πολιτισμού (όσοι επιζήσουν, φυσικά, σύμφωνα με το συγγενικό δόγμα της κοινωνικής «φυσικής επιλογής») – αυτή λοιπόν η ανοδική κλίμακα του πολιτισμού ταυτίζει, ουσιαστικά, ... την ανθρωπότητα με τη λεγόμενη Δύση: όλοι οι άλλοι λαοί δεν είναι τίποτε άλλο παρά υπανάπτυκτοι Ευρωπαίοι» (Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, προλεγόμενα στην Άγρια Σκέψη του Claude Levi Strauss, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1977, σελ. 23). Βλ. σχετικά Erla Zwingle, «Τα αγαθά, οι άνθρωποι, οι ιδέες κυκλοφορούν. Οι πολιτισμοί αλλάζουν», περιοδικό National Geographic ΕΛΛΑΔΑ, τομ. 3, νο 2, Αύγουστος 1999, σελ. 50-71.

Η μετάβαση μιας κοινωνίας από την «παραδοσιακή» στη «σύγχρονη» εποχή είναι μια πολύπλοκη διαδικασία, κατά την οποία μια τοπική κοινωνία (σε επίπεδο κοινότητας, πόλης ή χώρας ολόκληρης) μεταμορφώνεται σταδιακά αποβάλλοντας τον τοπικό πολιτισμό και υιοθετώντας το λεγόμενο «δυτικό πολιτισμό», που εκπροσωπείται σήμερα από τον τρόπο ζωής του λευκού (κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά –σε τομείς όπως λ.χ. ο αθλητισμός) ανθρώπου των αστικών κέντρων των Η.Π.Α. και της δυτικής Ευρώπης, όπως τουλάχιστον μεταφέρεται και επιβάλλεται μέσω των μηχανισμών προώθησης υλικών και πνευματικών αγαθών (π.χ. μουσική) σε παγκόσμια κλίμακα.

Βασικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης εποχής για κάθε κοινωνία είναι η εδραίωση του κυρίαρχου ρόλου της τεχνολογίας σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα (τεχνολογίας συνήθως εισαγόμενης ή παραγόμενης από τοπικούς αντιπροσώπους πολυεθνικών εταιριών), η αντικατάσταση της παραγωγής ή δημιουργίας των απαραίτητων για τη ζωή προϊόντων και υπηρεσιών με την αγορά έξωθεν, ο προσανατολισμός σε ορθολογική οικονομική ανάπτυξη με κύριο στόχο το κέρδος (αντί άλλων αξιών, π.χ. της ποιότητας), με παράλληλη άμβλυνση κριτηρίων όπως ο σεβασμός προς τον άνθρωπο, το εκτρεφόμενο ζώο, τη γη κ.τ.λ., η μαζικότητα στην παραγωγή και τις κοινωνικές εκδηλώσεις (μαζική ενημέρωση, μαζική μεταφορά, μαζική ψυχαγωγία, «μαζική έξοδος» του Σαββατοκύριακου κ.τ.λ.), ο καταναλωτισμός και βέβαια, σε διαλεκτική σχέση με τα παραπάνω, ο εξατομισμός του ανθρώπου, με τη ρήξη της παραδοσιακής έννοιας της ομάδας και τον αναπροσανατολισμό του ενδιαφέροντος του ανθρώπου, ατόμου πλέον, μορίου ενός «κοινού», μιας «μάζας», στον εαυτό του και τις φυσικές προεκτάσεις του (πυρηνική οικογένεια και υποκατάστατα). Τα στοιχεία αυτά εκτοπίζουν άλλα του τοπικού πολιτισμού, ιδίως τα αντίθετα ή περιττά προς το νέο προσανατολισμό της κοινωνίας, μεταξύ των οποίων η προσωπική σχέση του ανθρώπου με τα στοιχεία του φυσικού ή ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, η δυνατότητα άμεσης χρήσης των πρωτογενών στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος για την ικανοποίηση των ιδίων αναγκών και η βιωματική συμμετοχή στο χώρο της παραδοσιακής θρησκευτικότητας (στο επίπεδο της λαϊκής ή της επίσημης θρησκείας), που μεταφράζεται σε κατάργηση της ιερότητας ως χαρακτηριστικού της φύσης, μη νοουμένης πλέον ως κτίσεως. Φυσικά αναπτύσσεται ρεύμα δημιουργίας πολιτιστικών συλλόγων και σχολών εκμάθησης τοπικών χορών και μουσικών οργάνων (για τη «διάσωση της παράδοσης», που ο καθένας την αντιλαμβάνεται διαφορετικά) και τέλος η επιστήμη της λαογραφίας περιμαζεύει τα συντρίμμια του πάλαι ακμαίου τοπικού πολιτισμού και τα τοποθετεί στον οικείο χώρο κάποιου λαογραφικού μουσείου αφήνοντας απ’ έξω κάποια γραφικά κατάλοιπα, προσφερόμενα για τουριστική και γενικότερα οικονομική αξιοποίηση.

Ας δώσω δυο κουβέντες ενός Βρετανού ορθόδοξου στοχαστή, για την επιβολή του σύγχρονου «ορθολογισμού» στην παραδοσιακή ματιά: «Με τη φράση «αποϊεροποίηση της φύσεως» αναφέρομαι ουσιαστικά σ’ εκείνη τη διαδικασία που εξόρισε από τη σκέψη μας την πνευματική σημασία και γνώση του κτιστού κόσμου και μας οδήγησε στο σημείο να αντικρίζουμε τα πράγματα και τα πλάσματα σαν να μη διαθέτουν καμιά ιδιότητα ιερότητας ή αγιότητας. Είναι μια διαδικασία που μας συνήθισε να θεωρούμε τον κτιστό κόσμο ως μια σύνθεση τυφλών δυνάμεων, χωρίς κανένα ουσιαστικό νόημα, προσωπικότητα και χάρη, που μπορούμε έτσι να εξερευνήσουμε, να εκμεταλλευτούμε, να χειριστούμε και να καταναλώσουμε προς χάριν των δικών μας επιστημονικών και οικονομικών συμφερόντων» (Philip Sherrard, Ο βιασμός του ανθρώπου και της φύσεως, μτφρ. Ιωσήφ Ροηλίδη, εκδ. «Δόμος», Αθήνα 1994, ISBN 960-7217-99-3, σελ. 117-118).

Δες, ας πούμε, πώς αντιμετωπίζεται ο κόσμος, η φύση, ο άνθρωπος, σε έργα που αντανακλούν τη δική μας παράδοση (παραδοσιακή κουλτούρα, για να το πω «δόκιμα»), όπως τα: Ηλία Βενέζη, Αιολική Γη, πρώτο μέρος, κεφ. τέταρτο, Παντ. Πρεβελάκη, Ο Ήλιος του Θανάτου, κεφ. 6, Ιω. Κονδυλάκη, Ο Πατούχας, κεφ. Α΄ (τα περί «χιμαιρικού κόσμου»).

Ενώ όμως όλα αυτά τίθενται στο μουσείο (ο νέος άνθρωπος απλά αδυνατεί να επικοινωνήσει μαζί τους, διότι έχει «τις χάρες της τεχνολογίας», που τον μαγεύουν και τον οδηγούν σε συγκεκριμένα μόνον πολιτισμικά μονοπάτια, ενώ η σχολική εκπαίδευση επίσης είναι παροπλισμένη και εξευτελισμένη στον τομέα αυτό), προάγεται ως «μοντέρνο» το πολιτισμικό μήνυμα άλλων, εξωτικών πολιτισμών! Ο δυτικός άνθρωπος π.χ. ριγεί από συγκίνηση μπροστά στην επιστολή του Ινδιάνου αρχηγού Σηατλ στον Πρόεδρο των ΗΠΑ Φρανκλίνο Πηρς το 1854 ή στο μήνυμα των Ιροκέζων στο δυτικό κόσμο (βλ. Ιροκέζικης Ομοσπονδίας των Έξι Εθνών, Άκου Χλωμοπρόσωπε (μήνυμα των Ιροκέζων στον Δυτικό Κόσμο), μτφρ. Βασ. Παπακριβόπουλου, εκδ. «Ελεύθερος Τύπος», Αθήνα 1991) και αγνοεί ότι και ο ίδιος διαθέτει έναν παραδοσιακό πολιτισμό με τις ίδιες ακριβώς αξίες που είχε και ο πολιτισμός των Ινδιάνων! Αγνοεί π.χ. ότι περίπου την ίδια εποχή με το Σηατλ, ο φτωχός ορθόδοξος άγιος της υπαίθρου Παππουλάκος υπερασπιζόταν με αυτοθυσία το ίδιο ακριβώς αξιακό σύστημα (και κάτι παραπάνω: την ένωση με το Θεό).

Είναι κι εδώ σύμπτωση που προβάλλεται ένας παγανιστικός πολιτισμός και αφήνονται στη λήθη οι χριστιανικοί πολιτισμοί των ευρωπαϊκών λαών (και μάλιστα οι αρχαίοι, πιο αγνοί και εντελώς ορθόδοξοι χριστιανικοί πολιτισμοί τους;)

Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ότι το θρυλικό πλοίο της σπουδαίας οικολογικής οργάνωσης Greenpeace (που ειλικρινά θαυμάζω την αυτοθυσία των μελών της) φέρει το όνομα «Rainbow Warrior» (Πολεμιστής του Ουράνιου Τόξου), εμπνευσμένο από μια προφητεία των αυτοχθόνων της Νότιας Αμερικής για μια ομάδα πολεμιστών που θα κατεβεί από το ουράνιο τόξο να υπερασπιστεί τον κόσμο στους καιρούς της έσχατης διαφθοράς. Θα δούμε άραγε ποτέ, εμείς εδώ στην Ελλάδα, κάποια οικολογική πρωτοβουλία να τιτλοφορείται «Γέροντας Παΐσιος», δηλαδή να αναφέρεται σ’ έναν άνθρωπο που (ζώντας στα αγιορείτικα δάση και έχοντας ενωθεί με τον Τριαδικό Θεό –πράγμα που φαίνεται αποκρουστικό στο σύγχρονο πολιτισμικό μοντέλο και γίνεται αποδεκτό μόνον αν κατανοηθεί με όρους ανατολικού διαλογισμού) αληθινά είχε γίνει «ένα με τα πλάσματα»;

Όλα αυτά δεν είναι καθόλου άσχετα με την αποκαθήλωση του σταυρού από τις σχολικές αίθουσες. Αντίθετα είναι βήματα στον ίδιο δρόμο.

Η δική μας ελευθερία και αλήθεια

Οι δυτικοί αδελφοί μας έχουν ένα βαθύ ψυχολογικό απωθημένο εναντίον του χριστιανισμού: το μεσαίωνα και τον προτεσταντικό ηθικισμό! Μη γνωρίζοντας ουσιαστικά τίποτα για την Ορθοδοξία, κατέχονται από έντονη αντιδραστικότητα εναντίον του διαστρεβλωμένου δυτικού χριστιανισμού, όπως τον έχουν στη συλλογική μνήμη και τη φαντασία τους. Επειδή όμως κατά βάθος είναι πάντα χριστιανοί (άσχετα αν κάποια μέλη του Ευρωκοινοβουλίου επιδόθηκαν σε (ας το πω) «σταυροφορία» για να μην αναφερθούν οι χριστιανικές ρίζες της Ευρώπης στο ευρωπαϊκό σύνταγμα), υιοθέτησαν μια συγκεκριμένη εκδοχή ουμανιστικής ηθικής: ένα αντίγραφο της χριστιανικής ηθικής, που όμως περιορίζεται στενά το ενδιαφέρον του στον άνθρωπο και απορρίπτει έντονα οποιαδήποτε αναφορά στο Θεό!

Εμείς εδώ στην Ελλάδα όμως έχουμε ένα βαθύ ψυχολογικό απωθημένο εναντίον εκείνων που μας απαγορεύουν να ασκούμε «τα της θρησκείας μας» (ας ονομάσουμε συμβατικά «θρησκεία» την πνευματική παράδοση της Ορθοδοξίας). Το απωθημένο αυτό είναι η Τουρκοκρατία. Την Τουρκοκρατία, κατά περιόδους, απαγορευόταν να χτυπάμε καμπάνες και διώκονταν ο σταυρός και τα άλλα δικά μας θρησκευτικά σύμβολα. Την Τουρκοκρατία επίσης πολλοί ομόθρησκοι αδελφοί μας (από διάφορες εθνότητες, πρώην πολίτες της Ρωμανίας και στη συνέχεια υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) βασανίστηκαν και θανατώθηκαν με άκρως φρικτούς τρόπους υπερασπιζόμενοι την ελευθερία τους να είναι ή να γίνουν ορθόδοξοι χριστιανοί! Όλοι αυτοί για μας είναι άγιοι, δηλαδή εντάσσονται στους μεγάλους ήρωες του δικού μας πολιτισμού (τον οποίο αγνοεί ή αποστρέφεται ο σημερινός κυρίαρχος πολιτισμός, ο «θρησκευτικά αποχρωματισμένος»).

Έτσι, κάθε σημερινή έξωθεν επιβολή παρόμοιων απαγορεύσεων μοιραία και αυτόματα ανακαλεί στη μνήμη μας τα βασανιστήρια και τις καταπιέσεις που υπέστη ο λαός μας για να υπερασπιστεί το δικαίωμά του να χτυπάει καμπάνες και να φέρει τα θρησκευτικά του σύμβολα από τους αλλόθρησκους και μισαλλόδοξους κατακτητές! Επιπλέον, ανακαλείται στη μνήμη μας το παράδειγμα των νεομαρτύρων, κάθε ηλικίας και φύλου, που προτίμησαν βασανιστήρια και θάνατο από το να πάψουν (έστω και με τα χείλη) να βεβαιώνουν ότι είναι ορθόδοξοι χριστιανοί! Τέλος, επειδή ως ορθόδοξοι και ρωμιοί (παιδιά του «Βυζαντίου»), είμαστε και παγκόσμιοι άνθρωποι, ανακαλείται στη μνήμη μας ως δικό μας το παράδειγμα σύγχρονων ορθόδοξων ομολογητών και μαρτύρων του πρώην ανατολικού μπλοκ», όπως ο άγιος Λουκάς ο Ιατρός, καθηγητής του πανεπιστημίου της Τασκένδης και κορυφαίος χειρούργος, που προτίμησε φυλάκιση και εξορία αρνούμενος να κατεβάσει την εικόνα της Θεοτόκου από το χειρουργείο και να διδάσκει με πολιτικά (επέμενε να φοράει ράσα, γιατί ήταν και ιερωμένος). Έχουμε κι ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα, τον άγιο Ευγένιο Ροντιόνωφ, που προτίμησε βασανιστήρια πολλών εβδομάδων και θάνατο (τον έσφαξαν βασανιστικά) από το να βγάλει το σταυρό που φορούσε στο λαιμό του!... [http://www.impantokratoros.gr/8DA314FF.el.aspx].

Όλα αυτά για μας είναι κομμάτια του πνευματικού μας θησαυρού, αυτού που μας κρατά ελεύθερους, όσο τον γνωρίζουμε, τον αναγνωρίζουμε και τον αξιοποιούμε... Δε μας κρατά ελεύθερους ο δείκτης της οικονομικής ανάπτυξης, ούτε η καταναλωτική αφθονία ή η αγοραστική μας δύναμη – αυτά μας κάνουν υποχείρια των πολυεθνικών, που φοβούμαστε ότι είναι υποχείριά τους και οι κυβερνήσεις των κρατών μας!... Χρειαζόμαστε λοιπόν το σταυρό πολύ περισσότερο από το κινητό τηλέφωνό μας ή την πιστωτική κάρτα μας, είτε μας δίνει bonus είτε όχι. Άλλωστε πάνω στο σταυρό εικονίζεται το σώμα Εκείνου (για μας είναι Θεός και θεωρούμε «τελειοποίηση» του ανθρώπου την ένωση με Αυτόν, ένωση αγάπης προς όλα τα όντα) που, ενώ ήταν βασιλιάς (του σύμπαντος), θυσιάστηκε με τη θέλησή Του για την ελευθερία όλων μας και όλων σας.

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Η Εκκλησιαστική καταγωγή του Δημήτρη Μητρόπουλου

[Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, 159-173]


Το όνομά μου είναι Δημήτρης Μητρόπουλος. Είμαι μαέστρος. Αλλά θα σας φανεί απίστευτο αν σας πω ότι κι εγώ ο ίδιος εντυπωσιάζομαι που τελικά έγινα μουσικός. Κανείς από την οικογένειά μου δεν υπήρξε μουσικός. Προέρχομαι από οικογένεια κληρικών. Ο παππούς μου ήταν παπάς σ’ ένα χωριό στην Ελλάδα και ξέχασα να σας πω ότι γεννήθηκα στην Αθήνα. Ο θείος μου ήταν κτηνοτρόφος και δύο από τ’ αδέλφια του πατέρα μου πήγαν από πολύν νωρίς σε μοναστήρι και μάλιστα σ’ ένα θαυμάσιο μοναστήρι στον Άθω όπου υπάρχουν μόνο ορθόδοξα μοναστήρια από πολλές χώρες, όπως από τη Ρωσία, τη Βουλγαρία, τη Σερβία αλλά κυρίως από την Ελλάδα. Και οι δύο μόνασαν εκεί και εκεί πέθαναν.
Κι εγώ όταν ήμουν παιδί και είχα σχολικές διακοπές, πήγαινα εκεί, ήμουν τόσο ενθουσιασμένος από το περιβάλλον και όλη αυτή η ιδέα του ερημίτη άγγιζε πολύ την καρδιά μου. Έτσι εκείνα τα χρόνια ήμουν βέβαιος πως κάποια μέρα θα γινόμουν κι εγώ μοναχός. Ο πατέρας μου ήταν έμπορος, αλλά αποτυχημένος έμπορος, και στο τέλος της ζωής του έγινε κι αυτός μοναχός. Βέβαια δεν ήμουν απολύτως σύμφωνος με την ιδέα αυτή του ασκητή, ουσιαστικά ήθελα να γίνω ιεραπόστολος. Αυτό ήταν πράγματι το ιδανικό μου. Και δεν ξέρω πώς κατάφερε η μοίρα και αντί ιεραπόστολος του Χριστού έγινα ιεραπόστολος της τέχνης της μουσικής.

Αυτά έλεγε ο μεγάλος μαέστρος Δημήτρης Μητρόπουλος (1896–1960) πριν 50 χρόνια (1959) σε μια συνέντευξή του στον σταθμό NDR Hamburg (1).
Και στην φίλη του Καίτη Κατσογιάννη έγραφε το 1948: Ανατράφηκα από την παιδική μου ηλικία με αρχές καθαρά δημοκρατικές και χριστιανικές, οι οποίες είναι μέσα στην καρδιά μου, ωστόσο ποτέ δεν θέλησα να τις επιβάλω διά της βίας (2).
Ο Δημήτρης Μητρόπουλος προερχόταν πράγματι από μια ιερατική οικογένεια της Αρκαδίας. Ο παππούς του Δημήτριος (Μήτρος) Μητρόπουλος ήταν ο ιερέας του χωριού Τρεσταινά (Μελισσόπετρα) της Γορτυνίας, μικρό χωριό κοντά στη Ζάτουνα. Ο αδερφός του παπα–Μήτρου Πέτρος, είναι ο κατόπιν Αρχιεπίσκοπος Πατρών και Ηλείας Ιερόθεος (3), ο οποίος γεννήθηκε στα Τρεσταινά το 1839 ή 1840. Ο πατέρας του παπα- Μήτρου και του Ιεροθέου, ο προπάππους του Δημήτρη Μητρόπουλου Νικόλαος ήταν από τα παλικάρια του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και ιδιαίτερα του Πανουργιά και του Πλαπούτα.

Ο παπα–Μήτρος απέκτησε τρία αγόρια: τον Χρήστο, τον Νικόλαο και τον Ιωάννη, τον πατέρα του μαέστρου, ο οποίος ήταν και ο πρωτότοκος (1867). Μια από τις αδελφές του παπα–Μήτρου, η Μαρία, παντρεύτηκε τον Δ. Ματθόπουλο και απέκτησε ένα γιό, τον Βασίλειο. Αυτός ήταν ο μετέπειτα πολύς αρχιμανδρίτης Ευσέβιος Ματθόπουλος (4), ανιψιός του Ιεροθέου Μητροπούλου και στενός συνεργάτης του κατά την δεκαετή ποιμαντορία (1893–1903) στην Αρχιεπισκοπή Πατρών και Ηλείας.

Ο Ιερόθεος Μητρόπουλος πέθανε στις 7 Μαρτίου 1903 στην Αθήνα και η εξόδιος ακολουθία έγινε στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών την επομένη 8 Μαρτίου. Στις 9 Μαρτίου έγινε η ταφή στην Πάτρα, στον περίβολο του Επισκοπείου, που ο ίδιος έκτισε, δίπλα ακριβώς από τον Ναό του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Της επιμνημόσυνης δέησης που τελέστηκε στον Μητροπολιτικό Ναό Ευαγγελιστρίας Πατρών, και της εκφοράς προέστη ο Πενταπόλεως Νεκτάριος, δηλ. ο κατόπιν μεγάλος άγιος του 20ού αιώνα.


Όταν πέθανε ο Ιερόθεος, ο Δημήτρης [Μητρόπουλος] ήταν εφτά χρονών παιδί. Φαίνεται όμως ότι η προσωπικότης του του έκανε βαθειά εντύπωσι. Έτσι εξηγείται το ότι στο πιάνο του, στο διαμέρισμά του στη Νέα Υόρκη, είχε τη φωτογραφία του μαζί με του ενός από τους δύο θείους του μοναχούς
(5).

Ο Ιερόθεος Μητρόπουλος έμεινε στην ιστορία ως φιλάνθρωπος, λόγω της πλούσιας φιλανθρωπικής δράσης του. Και ο Δημήτρης Μητρόπουλος έζησε σκορπώντας ό,τι είχε και δεν είχε στους έχοντες ανάγκη και πέθανε φτωχός!

Επηρεάστηκε σίγουρα από το πρότυπό του, τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, όπως ο ίδιος ομολογεί (7). Όμως και η περίπτωση του αδερφού του παππού του, Αρχιεπισκόπου Ιεροθέου, σίγουρα έπαιξε τον δικό της ρόλο στην ενσυνείδητη και… στρατευμένη, θα λέγαμε, φιλανθρωπία του μαέστρου.

Πάντως από τα κείμενα του Μητρόπουλου δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια αναφορά στον παππού του Ιερόθεο.

O έλληνας βιογράφος του Μητρόπουλου μουσικολόγος Απόστολος Κώστιος αναφέρει ότι οι θείοι του μαέστρου που μόνασαν στον Άθωνα λέγονταν Κωνσταντίνος (1868) και Γεώργιος (1870) (8). Και ο William Trotter υιοθετεί αυτή την ονομασία (9).

Όμως τα κοσμικά ονόματα των θείων του Μητρόπουλου ήσαν Χρήστος και Νικόλαος. Το παραδέχεται, τελικά, και ο Απ. Κώστιος: Οι θείοι του Χρήστος και Νικόλαος Μητρόπουλος (και όχι Κωνσταντίνος και Γεώργιος, όπως λανθασμένα σημειώνει ο συγγραφέας στη Βιογραφία) εκάρησαν μοναχοί (10).

Υπάρχει μια επιστολή του Ιεροθέου Μητροπούλου προς τον ανιψιό του Νικόλαο, με ημερομηνία 15 Μαΐου 1897. Από το περιεχόμενό της (11) συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο Νίκος (Αγαπητέ μοι Νίκο!) τον καιρό εκείνο ήταν μάχιμος ανθυπολοχαγός του Ελληνικού Στρατού, που είχε λάβει μέρος σε μάχες μεταξύ Δομοκού και Λαμίας κατά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Ο Νίκος είχε στείλει επιστολές στον θείο του Ιερόθεο και του εξιστορούσε τα των μαχών. Από την επιστολή του Ιεροθέου συνάγονται τα εξής συμπεράσματα:

Ο Νίκος κινδύνευσε στο πεδίο των μαχών και φαίνεται πως διασώθηκε «προς χαράν πάντων ημών και της πενθούσης μητρός σου», σημειώνει ο Ιερόθεος. Αυτό σημαίνει ότι προφανώς είχε πεθάνει πρόσφατα ο πατέρας τους παπα–Μήτρος και η χήρα μητέρα τους βίωνε έντονα το πένθος. Προτρέπει δε ο Ιερόθεος τον ανιψιό του: «Γράφε συνεχώς και προς τον αδελ. Χρίστον προς παρηγορίαν της μητρός σου».
Αξίζει όμως να προσεχθεί και η κατακλείδα της επιστολής του Αρχιεπισκόπου Ιεροθέου: «Τα δυστυχήματα του Έθνους καταθλίβουσι πάσαν ψυχήν, αιτία των οποίων η αμαρτία και η ασέβεια των αρχόντων. Είθε το έλεος του Θεού ημών να σώση το Έθνος και τα παθήματα να γίνουν ημίν μαθήματα. Αμήν». Και υπογράφει: «Ο θείος σου +Πατρών Ιερόθεος».
Εφ’ όσον η επιστολή αυτή γράφτηκε το 1897, ένα χρόνο μετά την γέννηση του μαέστρου, σημαίνει ότι οι θείοι του Χρήστος και Νικόλαος έγιναν μοναχοί αργότερα, σε ώριμη ηλικία. Στις 6 Οκτωβρίου 1900 ο Ιερόθεος Μητρόπουλος συντάσσει την διαθήκη του και καθιστά κληρονόμον του τον ανιψιό του Χρήστο Μητρόπουλο, έμπορο, «υιόν του αδελφού μου», όπως γράφει επί λέξει.
Οι θείοι του Μητρόπουλου έγιναν μοναχοί στο Άγιον Όρος, σίγουρα μετά το 1900, σύμφωνα και με τον ίδιο τον μαέστρο (στη συνέντευξη – αυτοπροσωπογραφία του): «δύο από τ’ αδέλφια του πατέρα μου πήγαν από πολύν νωρίς σε μοναστήρι και μάλιστα σ’ ένα θαυμάσιο μοναστήρι στον Άθω…». Το «πολύν νωρίς» το λέει ο Μητρόπουλος προφανώς σε σχέση με την δική του ηλικία. Μικρός, όταν είχε σχολικές διακοπές, πήγαινε στον Άθωνα στους θείους του, μας πληροφορεί στην ίδια συνέντευξη. Άρα, αυτές οι επισκέψεις στο Άγιον Όρος προσδιορίζονται μετά το 1908, όταν ο θείος του Νίκος πήγε στο Όρος για να μονάσει. Ο Μητρόπουλος ήταν τότε δώδεκα χρονών, πήγαινε σχολείο και μπορούσε να κάνει μακρινά ταξίδια, δηλ. από την Αθήνα στον Άθωνα.
Ο Μητρόπουλος σημειώνει, επίσης, ότι «και οι δύο (θείοι του) μόνασαν εκεί και εκεί πέθαναν». Φαίνεται, όμως, πως δεν ήταν ακριβώς έτσι τα πράγματα.
Ο Νίκος Μητρόπουλος (1871–1911) ήταν πτυχιούχος της Νομικής, φίλος και συγκάτοικος του αειμνήστου γέροντα Φιλοθέου Ζερβάκου (1884–1980), φίλος, επίσης, του γέροντα Ιερωνύμου του Σιμωνοπετρίτου (1871–1957), ο οποίος υπηρετούσε στο Σιμωνοπετρίτικο μετόχι της Αναλήψεως στο Βύρωνα και του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851–1911), με τον οποίο γνωρίζονταν από τον Άγιο Ελισσαίο, το ναΐδριο όπου έψαλε ο κυρ–Αλέξανδρος και ο Νίκος Μητρόπουλος ήταν βοηθός του (12). Η Πολυξένη Μπούκη (13) σε επιστολή της προς τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (10.5.1908) γράφει: …εάν θέλης να μάθης και δια τον Νικόλαον Μητρόπουλον, έγινε μοναχός μεγαλόσχημος, μετονομασθείς Νείλος Σιμωνοπετρίτης, έχετε δε εκ μέρους του πολλά χαιρετίσματα (14). Ο Νικόλαος εκάρη μεγαλόσχημος στις 5.4.1908, Σάββατο του Λαζάρου.
Πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι ο Νικόλαος Μητρόπουλος ήταν πνευματικό τέκνο του Αγίου Νεκταρίου. Ο Άγιος Νεκτάριος έδωσε σε αυτόν, όπως και στον π. Φιλόθεο Ζερβάκο, την ευχή και ευλογία του για να πάνε στο Άγιον Όρος και να γίνουν μοναχοί. Στις 8 Μαΐου του 1907 έγινε αγρυπνία στον Άγιο Ελισσαίο στην Αθήνα, στην οποία συμμετείχαν ο Νικόλαος και ο π. Φ. Ζερβάκος. Μετέλαβαν των Αχράντων Μυστηρίων, συνέψαλαν με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, και το μεσημέρι παρέθεσε τράπεζα στο σπίτι του ο φιλομόναχος Νικ. Μπούκης (σύζυγος της Πολυξένης) όπου ομοτράπεζος ήταν και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Το απόγευμα τους επισκέφθηκαν διάφοροι φίλοι, μεταξύ των οποίων και ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης και όλοι αυτοί οι ευλαβείς και καλοί φίλοι μας συνώδευσαν μέχρι του Ατμοπλοίου, όπου και αποχαιρέτησαν ημάς συγκεκινημένοι… Τον Ιούνιο του 1907 ο Νικόλαος εισήλθε στη Σιμωνόπετρα. Προτίμησε τη Μονή αυτή λόγω της στενής σχέσης που είχε με το μετόχι της στην Αθήνα, αλλά και γιατί του τη σύστησε ο πνευματικός του Άγιος Νεκτάριος. Ο Άγιος που είχε κηδεύσει στην Πάτρα το 1903 τον θείο και προστάτη του Νικολάου Αρχιεπίσκοπο Πατρών και Ηλείας Ιερόθεο.

Ο μοναχός Νείλος υπήρξε συνεργάτης του Μητροπολίτη Κασσανδρείας Ειρηναίου (1863–1945) στην σύνταξη των Γενικών Κανονισμών του Αγίου Όρους, διετέλεσε βιβλιοθηκάριος της Σιμωνόπετρας και Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Κοινότητος (1909–Απρίλιο 1911) και πέθανε από φυματίωση σε ηλικία 40 ετών, τον Ιούλιο του 1911 (15).
Ο Νικόλαος Μητρόπουλος έζησε, δηλ., ως Νείλος μοναχός μόλις τέσσερα χρόνια.
O άλλος θείος του μαέστρου Χρήστος Μητρόπουλος, σύμφωνα με τους βιογράφους του Δ. Μητρόπουλου, αλλά και σύμφωνα με την μαρτυρία του ίδιου του μαέστρου, πήγε στο Άγιον Όρος για να μονάσει μαζί με τον αδελφό του. Όμως ο μοναχός Μωϋσής στο άρθρο του για τον Νείλο (Νίκο) Μητρόπουλο, σημειώνει ότι «ο Χρήστος εκάρη μοναχός στη Μονή Λογγοβάρδας Πάρου το 1911 και ονομάσθηκε Ιερόθεος. Άφησε φήμη εναρέτου και διακριτικού εξομολόγου. Ιλαρώς, ηρέμως και γαληνώς παρέδωκε το πνεύμα του στις 11.12.1921 στη μονή του, της οποίας εφάνη ωφέλιμος και χρήσιμος». Και αυτός πέθανε νέος, σε ηλικία 53 περίπου ετών, εφ’ όσον γεννήθηκε μεταξύ 1868–1869. Όταν ο αδελφός του Ιωάννης πληροφορήθηκε τον θάνατό του έγραψε στον ηγούμενο του αδελφού του: …Ο μακαρίτης είχε ένα σταυρό με τίμιον ξύλον σας παρακαλώ επειδή τον θέλω διά τον υιόν μου, εάν έχητε την καλωσύνην μου τον στέλλετε». Και σχολιάζει επ’ αυτού ο μοναχός Μωϋσής: «Τον σταυρό αυτό, ίσως, έχοντας ο παγκοσμίου φήμης μουσικός, ως φυλακτό, έδινε πνοή στα έργα του (16).
Η Μονή Λογγοβάρδας της Πάρου, η οποία είχε κολλυβαδική παράδοση και στην οποία έζησε εξόριστος ο θείος του Ιερόθεος περί το 1880. Ο Ιερόθεος έμεινε στη Λογγοβάρδα για τρία χρόνια, εξόριστος από τους σιμωνιακούς Αρχιερείς, οι οποίοι ενοχλούνταν από τους αγώνες του Ιεροθέου για την κάθαρση της Εκκλησίας (17).
Ο Ιερόθεος δημιούργησε στενές πνευματικές σχέσεις με τους αδελφούς της Μονής, τις οποίες διατήρησε και ως Επίσκοπος των Πατρών.
Ο ανιψιός του Χρήστος Μητρόπουλος χειροτονήθηκε ιερομόναχος και πήρε το όνομά του: Ιερόθεος! Προφανώς λόγω της αγάπης που είχε στον θείο του. Πέθανε στη μονή που αγάπησε και ο θείος του και έζησε τον μοναχικό βίο δέκα χρόνια (1911–1921). Ας σημειωθεί ότι έγινε μοναχός τη χρονιά που πέθανε ο αδελφός του Νείλος στο Άγιον Όρος. Κι ακόμη αξίζει να υπογραμμισθεί το γεγονός ότι ο Νικόλαος Μητρόπουλος συνέστησε στον π. Φιλόθεο Ζερβάκο, στον οποίο δεν επέτρεψαν οι Τούρκοι την είσοδο στο Άγιον Όρος, να πάει να μονάσει στη Μονή Λογγοβάρδας της Πάρου -όπως και έγινε- όπου είχαν μονάσει ο θείος του Ιερόθεος Μητρόπουλος και ο εξάδελφός του Ευσέβιος Ματθόπουλος (18).
Ο Χρήστος / Ιερόθεος πήγε στην Πάρο και όχι στο νησί του Πόρου, όπως, προφανώς από σύγχυση, αναφέρει ο W. Trotter (19). Εκεί, μας πληροφορεί ο π. Φιλόθεος Ζερβάκος θα πήγαινε και ο φίλος του Νικόλαος αν δεν του επιτρεπόταν η είσοδος στο Άγιον Όρος.
O μαέστρος Mητρόπουλος, γόνος πραγματικά ιερατικής οικογένειας, με μια μητέρα, την Αγγελική Αναγνωστοπούλου, ιδιαιτέρως ευσεβή, ήταν ως παιδί εξαιρετικά φιλομόναχος.
Επισκεπτόταν κοντινά μοναστήρια και ονειρευόταν να γίνει μοναχός. Προχωρούσε ένα ακόμη βήμα παραπέρα την αφοσίωσή του επινοώντας διάφορα σενάρια κατά τα οποία ήταν σεβαστός ως σπουδαίος αναχωρητής, τρωγλοδύτης, στυλίτης ή ένας γενειοφόρος ερημίτης που επικοινωνούσε μ’ ένα είδος άμεσης σύνδεσης με το σύμπαν. Μερικές φορές η φαντασία του ξεχείλιζε και ο Δημήτρης σχημάτιζε δικά του θρησκευτικά τάγματα έχοντας για μοναχούς τα άλλα παιδιά της γειτονιάς, τελώντας με επιμέλεια αυτοσχέδιες λειτουργίες όλο αφοσίωση και αυταπάρνηση. Άλλες φορές μπορούσε να τον δει κάποιος να κάνει αυτοσχέδια κηρύγματα σε όποιο ακροατήριο ρακένδυτων μπορούσε να συγκεντρώσει. Όταν οι γονείς του έψαχναν το παιδί τους, το πιο πιθανό είναι ότι θα το έβρισκαν ή να συνθέτει μουσική ή να προσεύχεται για τη σωτηρία των ψυχών των φίλων του, της οικογένειάς του ή του ιδίου (20).
Η ακατάσχετη ροπή του Μητρόπουλου προς πράξεις φιλανθρωπίας δεν ήταν απλώς μια αλτρουϊστική εκδήλωση, αλλά συνδυάζεται μ’ αυτή την ασκητική του προοπτική. Ο μαέστρος Λέοναρντ Μπερνστάϊν σ’ ένα κείμενό του για τον Μητρόπουλο καταγράφει τον εξαιρετικά φιλάνθρωπο ασκητισμό του, προσπαθώντας να τον ερμηνεύσει κιόλας: Ο πατέρας μου, που ήταν κατά της ιδέας να γίνω μουσικός, μού έστελνε μικρά χρηματικά ποσά. Φυσικά «πεινούσα» και φυσικά ο Δημήτρης έσπευσε αμέσως προς βοήθειάν μου. Και οι επιταγές έφθαναν κάθε μήνα για δύο χρόνια. Γενναιοδωρία, αφθονία, πληρότητα. Πληρότητα πνεύματος. Αργότερα έμαθα ότι έδινε χρήματα παντού. Σ’ ένα παίκτη για τρομπόνι που χρειαζόταν χρήματα για να κάνει εγχείρηση, σε άλλον παίκτη βιολιού που δεν είχε αρκετά χρήματα για τη διατροφή του. Τα έδινε όλα όσα είχε. Ποτέ δεν είχε δεκάρα. Ζούσε με σπαρτιατική απλότητα. Γιατί όλα αυτά, η αυστηρότητα και η ατομική άρνηση; Μερικές φορές σκέπτομαι ότι μετανοούσε όλα αυτά τα χρόνια στην Αμερική. Αλλά για ποιο αμάρτημα; Ίσως, στο μυαλό του, για το αμάρτημα να μην έχει γίνει ο μοναχός που ξεκίνησε να γίνει, ο ασκητής που τόσο συχνά προσπάθησε να είναι. Το αμάρτημα να είναι κοσμικός όντας τόσο φανατικά αφοσιωμένος στη θρησκεία. Αλλά η άλλη φλόγα που έκαιγε μέσα του ήταν προφανώς δυνατότερη. Αυτή ήταν η φλόγα της μουσικής και δεν μπορούσε να ξεπεραστεί ούτε από την πιο βαθιά θρησκευτική αφοσίωση. Και αυτή η «πάλη» μοναχού έναντι μουσικού, του προκαλούσε ανυπόφορο πόνο και του δημιουργούσε το συναίσθημα του αμαρτήματος… (21).
Η φίλη, όμως, του Μητρόπουλου Καίτη Κατσογιάννη, με την οποία ο μαέστρος είχε την γνωστή μακρά και σπουδαία αλληλογραφία, έχει άλλη άποψη για τα περί μοναχισμού του μαέστρου: Περισσότερο χριστιανός παρά καθαυτό θρησκευόμενος, ουδέποτε φυσικά είχε σκεφθεί να γίνει καλόγηρος, όπως το είπαν! Είναι και αυτό ένας από τους μύθους που γεννήθηκαν στην Αμερική και που ποτέ δεν έκανε τον κόπο να διαψεύσει. Σπάνια άνθρωπος προσπάθησε όσον αυτός να κάνει πράξη ζωής τη διδασκαλία του Χριστού, ιδιαίτερα την αγάπη του πλησίον. Γι’ αυτό και ο άγιος που θαύμαζε περισσότερο ήταν ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης. Τον αγαπούσε για την αλληλεγγύη του προς τα έμψυχα και τα άψυχα, για την ταπεινοφροσύνη του και την ποιητική του διάθεση. Η αντίδραση του Μητρόπουλου στην κακία ήταν η επιείκεια – συμπονούσε περισσότερο τους κακούς από τους δυστυχισμένους (22).
Το γεγονός ότι ο Μητρόπουλος είχε ενστερνιστεί την αρχή της απόλυτης πενίας με συνέπεια μοναχού και έχοντας, έτσι, καταλήξει να ζει με δανεικά, το γράφει και ο ίδιος στην Καίτη Κατσογιάννη (23). Η ροπή του για φιλανθρωπία είχε καλλιεργηθεί ήδη στην παιδική του ηλικία (24) και ο ίδιος ο Μητρόπουλος ομολογεί ότι επηρεάστηκε βαθιά από τον πατέρα του: ήταν εκείνος που όχι μόνο τον βοήθησε να βλέπει την τέχνη με έναν τρόπο θρησκευτικό, αλλά στέριωσε μέσα του την πεποίθηση πως το τίμημα της καλοσύνης είναι βαρύ (25).
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Μητρόπουλος είχε απόλυτη συνείδηση ότι η κατά Άγιο Φραγκίσκο πενία του είναι για τη σύγχρονη πραγματικότητα μεγάλη ουτοπία, όπως και η εντολή του Χριστού αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν (26). Αυτή, όμως, η ρεαλιστική εκτίμησή του, δεν τον εμπόδιζε καθόλου να είναι πλήρως αφοσιωμένος σ’ αυτή την ουτοπία.
Η αντίληψη του Μητρόπουλου για την μουσική ήταν σίγουρα θρησκευτική. Ο ίδιος σ’ ένα άρθρο του έγραφε: Μολονότι η μουσική έπαυσε να είναι λατρευτική, εξακολουθεί να εμπεριέχει αυτή την πνευματικότητα που μας επιτρέπει να πούμε, χωρίς κίνδυνο να υπερβάλουμε, ότι το να πάει κανείς σε μια συμφωνική συναυλία δεν διαφέρει πολύ από τον εκκλησιασμό… Αρέσκομαι να θεωρώ τον εαυτό μου ως έναν ιερέα που διακονεί αυτό το είδος του ‘εκκλησιασμού’… (27).
Αν ο Στραβίνσκυ έγραψε την Μουσική Ποιητική, δεν θα ήταν άστοχο να πούμε ότι ο Μητρόπουλος έγραψε με την βιωτή του ολάκερη την Μουσική Ασκητική. Ο ίδιος διεκήρυσσε: Θέλησα να διδάξω και με το λόγο και με τη μουσική την αδελφοσύνη των ανθρώπων… Ήρθε η εποχή που η τέχνη πρέπει να ‘χει μια ηθική βάση και οι καλλιτέχνες πρέπει να δίνουν το παράδειγμα της ύψιστης ακεραιότητας και της ηθικής… Βλέπω τον καλλιτέχνη σαν έναν ιεροκήρυκα, που οι αρχές του, οι πράξεις, η ζωή του θα αποτελούν παράδειγμα για μίμηση (28).
Ο Απ. Κώστιος παρατηρεί ότι: Ακόμη και τις εξελίξεις της μουσικής, την Ιστορία της Μουσικής θεωρούσε ο Μητρόπουλος υπό το πρίσμα των θρησκευτικών του αντιλήψεων και ανάλογη ήταν η περιοδολόγησή της που πρότεινε. Διέκρινε τη θεοκρατική περίοδο (η μουσική στην υπηρεσία της θρησκείας), την ανθρωποκεντρική και τέλος την τεχνοκρατική, την απάνθρωπη, την περίοδο του καιρού μας που θα μπορούσε να ονομάσει κανείς ‘αθεϊστική’ (29).
Πάντως ο Μητρόπουλος παρά την ασκητική του ακρότητα ως προς την φιλανθρωπία, και την θρησκευτική του εκδοχή για την μουσική ήταν ρεαλιστής, και ο ίδιος θεωρούσε ότι την τάση του να συνδυάζει τα ιδεώδη με τον ρεαλισμό την κληρονόμησε από τον παππού του, που ήταν παπάς (30).
Η καταγωγή του Μητρόπουλου ήταν ιερατική και ταπεινή. Ο ιερέας παππούς του, ο αδελφός του παππού του Αρχιεπίσκοπος Ιερόθεος, οι μοναχοί θείοι του, η ευσεβής μητέρα του, ανήκαν στην λαϊκή Ορθοδοξία. Άλλωστε και η συναναστροφή του θείου του Νίκου με τον Παπαδιαμάντη, αποδεικνύει πως στοιχούνταν στην λογική των ταπεινών και καταφρονεμένων. Αν και εγγράμματοι –ο Ιερόθεος και ο Νικόλαος ήταν απόφοιτοι Πανεπιστημίου– έθεσαν τον εαυτόν τους στην υπηρεσία της Εκκλησίας, σε μια εποχή που ο κλήρος μαστιζόταν από την αγραμματοσύνη. Είχαν κολλυβαδικές και φιλοκαλικές αρχές: Φιλακόλουθοι, φιλομόναχοι, ελεήμονες, ταπεινοί, με ιεραποστολικό ζήλο, δεν φαίνεται να είχαν καμία σχέση με την τότε αστική τάξη της Αθήνας, αλλ’ αντιθέτως έβρισκαν ανάπαυση στον Άγιο Ελισσαίο και τους απλούς ανθρώπους, όπως και ο Παπαδιαμάντης.
Δεν είχαν, οι συγγενείς του μαέστρου, καμία σχέση με τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό. Οι θείοι του θεράπευαν την βυζαντινή μουσική και ως λαϊκοί –στον Άγιο Ελισσαίο– και ως μοναχοί κατόπιν, στα αυστηρά τότε μοναστήρια του Αγίου Όρους και της Λογγοβάρδας.
O μαέστρος είναι ο πρώτος της οικογένειας που ξεχωρίζει. Λόγω της κλίσης του στην μουσική, σπουδάζει από νωρίς Ευρωπαϊκή μουσική (1910) και δεν έχουμε μέχρι τώρα κάποια ένδειξη ότι είχε ασχοληθεί με την βυζαντινή μουσική, την οποία σίγουρα είχε ακούσει από μικρός λόγω του περιβάλλοντός του.
Το ενδιαφέρον είναι η σχέση του Μητρόπουλου με τον άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, η οποία χρονολογείται από νωρίς, σύμφωνα και με τον ίδιο: Ήμουν 15 ετών όταν ανακάλυψα τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης. Είχα ταξιδέψει στη Ρώμη, για πρώτη φορά μακριά από τον τόπο μου… Η διδαχή του με επηρέασε βαθιά. Και παρόλο που δεν ανήκει στους άγιους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, χάραξε τον δρόμο της ζωής μου (31).
Αυτό σημαίνει ότι ο Μητρόπουλος παρέμεινε πάντα Ορθόδοξος. Παρά την αδυναμία του στον παγκοσμίως γνωστό Ρωμαιοκαθολικό άγιο, του οποίου ένα εδάφιο καθόριζε όλη του τη ζωή: Ο Θεός αποφάσισε ότι μάλλον πρέπει να προσπαθώ να ανακουφίζω παρά να ανακουφίζομαι, να κατανοώ παρά να γίνομαι κατανοητός και να αγαπώ παρά να γίνομαι αγαπητός (32).
Η σχέση του με τον άγιο Φραγκίσκο φαίνεται ότι ήταν εξόχως προσωπική και αυτό φαίνεται έντονα από μια φράση του Μητρόπουλου σε γράμμα του προς την Καίτη Κατσογιάννη. Με αφορμή τη συμμετοχή του στο Φεστιβάλ Μάλερ που οργανώθηκε στη Νέα Υόρκη έγραψε: …είχα επιτυχία όχι μόνο ως διευθυντής ορχήστρας αλλά και ως missionary, και ελπίζω ο άγιός μου να είναι υπερήφανος για τον μαθητή του… (33).
Ο Απόστολος Κώστιος δημοσιεύει στην βιογραφία του Μητρόπουλου το χειρόγραφο αυτής της επιστολής. Και φαίνεται καθαρά ότι ο μαέστρος έχει υπογραμμίσει την λέξη: «ο άγιός μου» και μόνον αυτή! (34)
Πάντως ο Μητρόπουλος υπήρξε «αιρετικός» ως προς το θέμα της ταφής του: Η σορός μου να μη εκτεθή εις κοινή θέαν και να αποτεφρωθή άνευ τελετής και κατά τον πλέον σύμφορον τρόπον (35). Τελικά η αποτέφρωση έγινε στο Λουγκάνο της Ελβετίας στις 5 Νοεμβρίου 1960 (ο μαέστρος πέθανε στις 2 Νοεμβρίου κατά την διάρκεια πρόβας της 3ης Συμφωνίας του Μάλερ στη Σκάλα του Μιλάνου). Στις 6 Νοεμβρίου η τέφρα του μεταφέρθηκε στην Αθήνα με αεροσκάφος της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας έγινε πένθιμη τελετή στο θέατρο Ηρώδου του Αττικού με τη συμμετοχή των αρχών και πλήθους κόσμου. Η λήκυθος με την τέφρα του παρέμεινε σε αίθουσα του Ωδείου Αθηνών, όπου σπούδασε ο μεγάλος μαέστρος, και στις 19 Ιουλίου 1961 η τέφρα εναποτέθηκε σε τάφο του Α’ Νεκροταφείου που παραχώρησε ο Δήμος Αθηναίων και φιλοτέχνησε ο γλύπτης Γιάννης Παππάς.
Η επιλογή του Μητρόπουλου για καύση ήταν απολύτως συνειδητή και πρωτοποριακή για την εποχή. Η ιδιωτική του οδός του επέβαλε την αποφυγή κάθε συμβατικού τέλους. Μένει αναπάντητο το ερώτημα: Γιατί «άνευ τελετής»; Η εξόδιος ακολουθία της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν εψάλη στον Δημήτρη Μητρόπουλο. Τον γόνο κατ’ εξοχήν ιερατικής οικογένειας και πιστό άνθρωπο.
O έλληνας βιογράφος του Μητρόπουλου Απ. Κώστιος είναι σίγουρος ότι ο Έλληνας αρχιμουσικός είχε ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Πίστευε στην ύπαρξη του Θεού, στη σταύρωση και την Ανάσταση… Και δεν είχε καταλήξει στην πίστη αυτή μέσα από μια διαδικασία πνευματικής αναζήτησης, ρασιοναλιστικής, αιτιοκρατικής σκέψης , ώστε ο ίδιος να έχει ανάγκη αποδείξεων. Αποδείξεις ανεζήτησε μόνο στις περιπτώσεις και τις φορές εκείνες που προσπάθησε να πείσει συνομιλητές του, που –πιθανότατα– (αφού την εποχή στην οποία αναφέρεται δεν ζούσε πλέον στην Ελλάδα) ανήκαν –τυπικά τουλάχιστον- στο καθολικό ή προτεσταντικό δόγμα. Φυσικό ήταν ότι ανέτρεξε σε αποδείξεις που βασίζονται στη θεολογία της Δυτικής Εκκλησίας: η μουσική, σύμφωνα με τον ιερό Αυγουστίνο είναι donum dei που εδόθη στον άνθρωπο για να υμνεί την δόξα του Θεού. Η αγάπη του Δαβίδ για τη μουσική ήταν σωστή και αξιοθαύμαστη, επειδή τη χρησιμοποιούσε για να δοξάζει το Θεό. Το λογικό και εύτακτο συνταίριασμα διαφόρων ήχων, έτσι ώστε να συνυπάρχουν σε μιαν αρμονική ποικιλία, μπορεί να είναι μια μυστική αναπαράσταση του θεϊκού… (36).
Πάντως, απ’ όλη την ζωή του Μητρόπουλου φαίνεται καθαρά η βιωματική, σε τραγικό βαθμό μάλιστα, προσέγγιση της μουσικής και των όντων, που σημαίνει ότι δεν ήταν της λογικής των αποδείξεων για τα πράγματα. Δεν είχε ανάγκη να αποδείξει τίποτε ο ίδιος, αφού ήταν πεπεισμένος για το πεπερασμένο του ανθρώπου, αλλά και για την μεγαλοσύνη του. Η στείρα λογική ήταν εκτός της λογικής του.
Γνώριζε πολύ καλά, επίσης, ότι η πίστη, όπως και η μουσική, θέλουν γόνιμο έδαφος για να καρπίσουν αλλιώς, όπως ο ίδιος είπε αποφθεγματικά: Ούτε ο Χριστός ούτε η Ενάτη Συμφωνία (του Μπετόβεν) κατόρθωσαν να κάνουν την ανθρωπότητα καλύτερη (37).
Όμως ο Μητρόπουλος έμεινε στη συνείδηση των ανθρώπων ως ένας μεγάλος άνθρωπος, ένας οικουμενικός έλληνας, που δίδαξε με τη ζωή του τον δρόμο της προσφοράς μέχρι θυσίας! Γιατί η αποστολή του μεγάλου, είναι η υπέρτατη θυσία. Το κερί, που για να φωτίσει λιώνει και σώνεται. Ο ήλιος που αυτοπυρπολείται σκορπώντας τη ζωή. Έτσι και ο Μητρόπουλος. Αφού σκόρπισε στον κόσμο το φως του, όταν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, έσυρε για τελευταία φορά τα βήματά του στο podium σαν στη φωτιά που ο ίδιος είχε ανάψει από χρόνια γύρω του και μέσα σε μια υπέρτατη έκσταση και αυτοσυγκένρτωση, διευθύνοντας ο ίδιος την επιθανάτια μουσική του, εκάμφθηκε για τελευταία φορά, λύγισε και σωριάστηκε στις φλόγες, σαν μυστικιστής – πιστός μιας θρησκείας, που ήταν το μεγάλο πάθος και ο προορισμός της ζωής του (38) .



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Μουσική αυτοπροσωπογραφία, από το Αρχείο του Στάθη Αρφάνη, ως επίμετρο στην ελληνική έκδοση (Ποταμός, 2000) του βιβλίου του William Trotter για τον Δημήτρη Μητρόπουλο: Ο Ιεροφάντης της Μουσικής, Η ζωή του Δημήτρη Μητρόπουλου, Αθήνα 2000, σ. 718 (εφεξής: Trotter, Ο ιεροφάντης).
2. Δημήτρης Μητρόπουλος – Η αλληλογραφία του με την Καίτη Κατσογιάννη, εκδ. Κ. Κατσογιάννη, Αθήνα 1966, επ. Δ.Μ. αρ. 162, Μινν., 27.2.1948, σ. 154.
3. Για τον Ιερόθεο Μητρόπουλο βλ. Αρχιμ. Ηλία Μαστρογιαννόπουλου, Ιερόθεος Μητρόπουλος ο φωτισμένος ιεράρχης, Αθήναι 1993 (εφεξής: Μαστρογιαννόπουλου, Ιερόθεος).
4. Για τον π. Ευσέβιο Ματθόπουλο βλ. Chridtoph Maczewski, Η κίνηση της «Ζωής» στην Ελλάδα, μτφ. π. Γεώργιος Μεταλληνός, εκδ. Αρμός 2002, σ. 34 κ.εξ.
5. Μαστρογιαννόπουλου, Ιερόθεος, σ. 43.
6. Απ. Κώστιου (επιλογή – σχόλια), Κείμενα Δημήτρη Μητρόπουλου, Αθήνα 1997, σσ. 49-52 (εφεξής: Κώστιου, Κείμενα Δ.Μ.).
7. Κώστιου, Κείμενα Δ.Μ., σ. 36.
8. Απ. Κώστιου, Δ. Μητρόπουλος, Μ.Ι.Ε.Τ. Αθήνα 1985, σ. 23 (εφεξής: Κώστιου, Δ. Μητρόπουλος) και στον δίγλωσσο (ελληνικά και γερμανικά) κατάλογο του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού Δημήτρης Μητρόπουλος – Ζωή και Έργο, 1995, σ. 28.
9. William R. Trotter, The life of Dimitri Mitropoulos, Amadeus Press, U.S.A 1995, σ.21.
10. Κώστιου, Κείμενα Δ.Μ., σ. 136.
11. Μαστρογιαννόπουλου, Ιερόθεος, σσ. 106–107.
12. Μαστρογιαννόπουλου, Ιερόθεος, σσ. 61–62.
13. Για τον Νικόλαο και την Πολυξένη Μπούκη και την στενή σχέση που διατηρούσε μαζί τους, γράφει ο Παπαδιαμάντης στα Τραγούδια του Θεού, βλ. Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, Άπαντα, τ. 4, φιλολογική επιμέλεια Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1998, σσ. 391–393.
14. Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Αλληλογραφία, φιλολογική επιμέλεια Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1992, σσ. 166–167 (αρ. 220).
15. Μοναχού Μωϋσή αγιορείτη, Μοναχός Νείλος Σιμωνοπετρίτης, Ορθόδοξος Τύπος Αθηνών 674/1985, σ. 1 και 4, 675/1985, σ. 1 και 4. Αναδημοσίευση στο του ιδίου, Ιερές Μορφές του Αγίου Όρους , εκδ. Τέρτιος 2006, σσ. 381 – 393 (εφεξής: Μωυσή αγιορείτη, Ιερές Μορφές).
16. Μωϋσή αγιορείτη, Ιερές Μορφές, σσ. 382. Σε μια επιστολή της Καίτης Κατσογιάννη προς τον Μητρόπουλο φαίνεται καθαρά ότι ο μαέστρος είχε ζητήσει σταυρό με τίμιο ξύλο και η Κατσογιάννη έσπευσε να εκπληρώσει την επιθυμία του: Παράγγειλα επίσης μ’ ένα φίλο μου, που φεύγει για την Πόλη και που θα ιδεί τον Πατριάρχη, να του ζητήσει για σένα ένα Σταυρό με Τίμιο Ξύλο. Είναι σήμερα πράγμα σπάνιο, ώστε μόνο ο Πατριάρχης θα μπορούσε να μας το προμηθεύσει – και είμαι βέβαιη πως θα εκπληρώσει αυτή σου την επιθυμία» (Αλληλογραφία, αρ. 37, 14-6-1950, σ. 210). Η βεβαιότητα αυτή της Κατσογιάννη ίσως πηγάζει από το γεγονός ότι Οικουμενικός Πατριάρχης ήταν το 1950 ο από Αμερικής Αθηναγόρας, ο οποίος σίγουρα θα γνώριζε από την διακονία του στην Αμερική (1930 – 1948) τι σημαίνει Μητρόπουλος. Άρα, δύο φορές στη ζωή του μαέστρου συναντούμε το τίμιο ξύλο, χωρίς να γνωρίζουμε αν τελικά έγινε μέτοχος αυτής της ευλογίας, την οποία πρώτος ζήτησε ο πατέρας του Ιωάννης γι’ αυτόν και πολύ αργότερα ο ίδιος από την Κ.Κατσογιάννη.
17. Μαστρογιαννόπουλου, Ιερόθεος, σσ. 9.
18. Μωϋσή αγιορείτη, Ιερές Μορφές, σσ. 386.
19. Trotter, Ο ιεροφάντης, σ. 31.
20. Τrotter, O ιεροφάντης, σ. 35. Στο αγγλικό πρωτότυπο ό.π., σ. 24.
21. Εφημ. Η Καθημερινή, 4-11-1990, σ. 51.
22. Αλληλογραφία, ό.π., εισαγωγή, σ. 12.
23. Αλληλογραφία, ο.π., αρ. 302, “Τhe New York Hospital” 4.2.1959, σ. 352.
24. Trotter, O ιεροφάντης, σ. 36.
25. Κώστιου, Δ. Μητρόπουλος, σ. 244.
26. Αλληλογραφία, ό.π., αρ. 165, Μιννεάπολις, 22-5-1948, σ. 168.
27. Κώστιου, Κείμενα Δ.Μ., σσ. 271–272.
28. Κώστιου, Δ. Μητρόπουλος, σ. 245.
29. Κώστιου, Κείμενα Δ.Μ., σ. 272.
30. Κώστιου, Δ. Μητρόπουλος, σ. 244.
31. Κώστιου, Δ. Μητρόπουλος. Τη σχέση του Μητρόπουλου με τον άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης προσεγγίζει διεξοδικά ο W. Trotter, Ο ιεροφάντης, σσ. 47–50. Είναι ενδιαφέρουσα η παρατήρηση του Trotter γι’ αυτή τη σχέση: Ο Μητρόπουλος πέτυχε να βιώσει το ιδεώδες του Αγίου Φραγκίσκου σχεδόν με την ίδια επιτυχία που ο Άγιος Φραγκίσκος πέτυχε να βιώσει το ιδεώδες του Χριστού. Και, παρ’ ότι ο Μητρόπουλος έτυχε εξαιρετικής παιδείας για τα δεδομένα της χώρας του εκείνη την εποχή, παρέμεινε τόσο σε πνευματικό όσο και σε φιλοσοφικό επίπεδο θεοδίδακτος – ένας άνθρωπος που έχει διδαχθεί από τον Θεό. (Τrotter, Ο ιεροφάντης, σ. 47).
32. Trotter, Ο ιεροφάντης, σ. 281.
33. Αλληλογραφία, ο.π., αρ. 326, Ν. Υόρκη, 20-1-1960, σ. 399. Στην απαντητική της επιστολή σ’ αυτό το γράμμα του Μητρόπουλου, λίγες μέρες αργότερα, η Κ. Κατσογιάννη επιβεβαιώνει την αίσθηση του Μητρόπουλου: «Το ότι ο Άγιος Φραγκίσκος θα 'μεινε ευχαριστημένος με τη στοργική σου πράξη για χάρη των ακροατών, δεν θέλει συζήτηση» (Αλληλογραφία, αρ. 169, 30-1-1960, σ.399). Αξίζει να σημειωθεί το γεγονός ότι η Κατσογιάννη σε πολλές επιστολές της προς τον μαέστροε χρησιμοποιεί αποσπάσματα και παραδείγματα από το Ευαγγέλιο, κάτι που δείχνει ότι απευθύνεται σε άνθρωπο που συμμερίζεται τη λογική του Ευαγγελίου (βλ. Αλληλογραφία, σσ. 237-238, 307, 350–351).
34. Κώστιου, Δ. Μητρόπουλος, φωτογραφικό υλικό, σ. 223 κ.εξ.
35. Κώστιου, Δ. Μητρόπουλος, σ. 131.
36. Κώστιου, Κείμενα Δ.Μ., σσ. 136–137.
37. Αλληλογραφία, ό.π., αρ. 109, Μιννεάπολις, 11-6-1940, σ. 81.
38. Μενέλαου Παλλάντιου, ομιλία για τον Δημήτρη Μητρόπουλο (25-1-1964) στο Δ. Μητρόπουλος, Ζωή και Έργο της Μαρίας Χριστοπούλου, Αθήνα 1971, σ. 226.

* 1η φωτογραφία: Δημήτρης Μητρόπουλος, ξυλογραφία (1986) της Άριας Κομιανού (Πορτραίτα, σχέδια – ξυλογραφίες, Αθήνα 2007, σ. 55).

* 2η φωτογραφία: Μοναχός Nείλος Σιμωνοπετρίτης. Από το βιβλίο του Μοναχού Μωϋσή του Αγιορείτη Ιερές Μορφές του Αγίου Όρους (σ. 384).
*
3η φωτογραφία: Αρχή του χειρογράφου καταλόγου της βιβλιοθήκης της Μονής Σίμωνος Πέτρας, που φέρει την υπογραφή του βιβλιοθηκάριου: Νείλος Μοναχός ο Μητρόπουλος Σιμωνοπετρίτης. Από το βιβλίο του Μοναχού Μωϋσή του Αγιορείτη, Ιερές Μορφές του Αγίου Όρους (σ. 389).

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

H ΣΥΝΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΙ ΓΑΒΡΙΗΛ ΚΑΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΠΟΥΡΑΝΙΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ


Ομιλία του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτου Αντινόης, π. Παντελεήμονα

Ο άνθρωπος της εποχής μας περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, επιδιώκει την εφαρμογή των αρχών της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ισότητας. Αναζητεί την αναγνώρισή του ως άτομο αξίας. Ο κόσμος είναι κουρασμένος και ταλαιπωρημένος από τις ακατάπαυστες διαμάχες και εκμεταλλεύσεις των κοσμικών δυνάμεων, οι οποίες αποβλέπουν αποκλειστικά και μόνον στο προσωπικό τους συμφέρο και στην εκμετάλλευση του ανθρώπου. Η εικόνα του Θεού, ο άνθρωπος, έχει παραμερισθεί, διότι, όπου κυριαρχεί το συμφέρον, εκεί καταπατείται ο άνθρωπος.

Μέσα απ’ αυτή την απρόσωπη και ψυχρή κοινωνία, καλούμεθα εμείς οι Ορθόδοξοι να μεταλλαμπαδεύσουμε το φως της Ορθόδοξης Πίστεως και να λάμψουμε με την έμπρακτη και ζωντανή μαρτυρία της χριστιανικής μας ζωής και πολιτείας. Διότι, η Ορθοδοξία είναι η μόνη οδός, που οδηγεί τον άνθρωπο στην σωστή θεώρηση περί του Θεού, περί της ζωής και περί τα του εαυτού του. Είναι η μοναδική δύναμις, που αγκαλιάζει την σκληρή από την αμαρτία ψυχή και εμφυτεύει μέσα της την μετάνοια. Είναι η μόνη, που οδηγεί τον αμαρτωλό άνθρωπο από την λάσπη της αμαρτίας στην αγιότητα και τον αποκαθιστά στην υιοθεσία της Χάριτος του Θεού.

Ο άνθρωπος, που ζει μακρυά από τον Θεό, είναι επόμενο να βιώνει την κυριαρχία ενός σκότους που δεν του επιτρέπει να δει και να αντιλαμβάνεται ορθά τα διάφορα προβλήματα της ζωής. Το θρησκευτικό δόγμα παίζει οπωσδήποτε σημαντικό ρόλο στη ζωή του ατόμου. Βάσει του ορθού ή μη δόγματος διαμορφώνεται ο όλος βίος του ανθρώπου. Γι’ αυτό μέσα στο χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας οι Άγιοι Ταξιάρχες έχουν ιδιαίτερη θέση και αξία.

Εκείνο που χαρακτηρίζει τον ορθόδοξο χριστιανό, είναι το γεγονός ότι ο ίδιος αποχωρίζεται από την αγάπη προς την αμαρτία, την αμαρτωλή ζωή και τα αμαρτωλά πάθη, και αφοσιώνεται πλήρως στην αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπό του. Χωρίζεται από τον κόσμο, αλλ’ ουδέποτε απομακρύνεται από τον συνάνθρωπό του. Θέλει την επικοινωνία με τον Θεό, αλλά κοινωνεί με τους συνανθρώπους του. Ζει αγγελική πολιτεία, μιμούμενος την φωτοφόρο ζωή των Αγγέλων, αλλά γίνεται ταυτόχρονα φως και παράδειγμα για τους γύρω του, τους εγγύς και τους μακράν διαβιούντας.

Στην σύγχρονη εποχή, εμείς οι οποίοι αξιωθήκαμε από τη θεία Χάρη να λάβουμε τον θείο φωτισμό, έχομε χρέος να διατηρήσουμε το φως της Ορθοδοξίας αναμένο μέσα στις λυχνίες της καρδιάς μας, τροφοδοτούντες αυτό διαρκώς με καινούργιο λάδι που εκπηγάζει από τις αρετές και τα καλα έργα. Η θεία Χάρις του Θεού δόθηκε. Χρέος μας είναι να προσθέτουμε στις αρχικές θείες ενέργειες τις δικές μας καλές πράξεις, τα έργα πίστεως, ώστε τα μηνύματα του Ευαγγελίου να ενσωματωθούν πλήρως με την όλη προσωπικότητά μας. Μ’ αυτό τον τρόπο αναδεικνυόμεθα άτομα αναγεννημένα, υιοί φωτός, άξιοι του ονόματος και της κλήσεώς μας ως τέκνα Θεού.

Ολοι οφείλομε μετ’ αυταπαρνήσεως και εθελοθυσίας να υπηρετήσουμε τον Θεό και τον συνάνθρωπό μας. Οι κοινωνίες μικρές και μεγάλες, περιμένουν με την ανατολή του 21ου αιώνα την εμφάνιση της Ορθοδοξίας, του πραγματικού Χριστιανισμού, για να ιλαρύνει με την παρουσία της, να φωτίσει με τη διδασκαλία της, να καθοδηγήσει με το παράδειγμά της και να ηθικοποιήσει με τη ηθική της όλες εκείνες τις ψυχές, που ο ισχυρός άνεμος της αμαρτίας προσπαθεί να βυθίσει στο απύθμενο βυθό της αγνωσίας.

Οι σημερινοί εορταζόμενοι Άγιοι Ταξιάρχες, είναι το υπόδειγμα για τον κάθε Χριστιανό, διότι ως λύχνοι καιόμενοι και ως λαμπάδες τηκόμενες υπηρετούν με πίστη και αφοσίωση το θείο θέλημα, αναδεικνυόμενοι προστάτες και βοηθοί των ανθρώπων που με ελπίδα καταφεύγουν σ’ αυτούς και με πίστη επιζητούν την Χάρη τους. Ως πολύφωτοι αστέρες μέσα στο λαμπρό στερέωμα της Εκκλησίας του Χριστού, διαχέουν το φως της αγγελικής πολιτείας σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης.

Το σημαντικό σημείο, που μας υπενθυμίζει η σημερινή εορτή των Ταξιαρχών, είναι το εάν ο λύχνος της χριστιανικής μας υπάρξεως φέγγει επί του λυχνοστάτου, εάν οι χριστιανικές μας αρχές σελαγίζουν από οποιαδήποτε κοινωνική θέση κι αν κατέχουμε, εάν χύνει στους γύρω του το παρήγορο και ιλαρώτατο φως της Πίστεως, της ελπίδας και της αγάπης.

Οι Άγιοι Ταξιάρχες αναδείχθηκαν με την αφοσίωση τους στον Ένα Αληθινό Θεό κανόνες της ορθής πίστεως. Υπήρξαν οι προστάτες και οι υπερασπιστές όλων εκείνων που χειμάζονται από τα ποικιλόμορφα προβλήματα της καθημερινότητας.

Τα παιδιά και οι άνθρωποι, που πεθαίνουν καθημερινά από την μάστιγα της πείνας, δεν πρέπει να μας αφήνουν αδιάφορους και ασυγκίνητους, επειδή οι συγκαιρίες μας βοήθησαν να έχουμε κάποια οικονομική άνεση και μιά καλύτερη ζωή. Οι αρρώστιες, που θερίζουν τους αδελφούς μας, πρέπει να ανάψουν την συμπόνια μέσα στην χριστιανική μας ψυχή. Στη σκέψη μας πρέπει να κυριαρχούν τα λόγια του Κυρίου, ο οποίος μας δίδαξε, ότι δεν πρέπει να θυσαυρίζουμε θυσαυρούς επάνω στη γη, αλλά, να θυσαυρίζουμε θυσαυρούς στην ουράνια και πνευματική τράπεζα του θείου Ελέους. Διότι, “μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται”.

Η σημερινή γιορτή των Ταξιαρχών μας δίδει την αφορμή να κάνουμε μια ανασκόπηση του εαυτού μας. Να εξετάσουμε, κατά πόσο εφαρμόζουμε τις θείες εντολές του Κυρίου, κατά πόσο είμεθα πιστοί στον Σωτήρα μας, κατά πόσο επιβλέπουμε στις ανάγκες των φτωχών, κατά πόσο ανακουφίζουμε τον πόνο των ασθενών. Και από τα βάθη της καρδιάς μας, ας του ζητήσουμε να μας αξιώσει να γίνουμε και εμείς “φως Χρίστού” . Να ζήσουμε μια αγγελική πολιτεία, μιμούμενοι τους δύο Παμμεγίστους Ταξιάρχας Μιχαήλ και Γαβριήλ. Και τέλος, να διασκορπίζουμε, με την παραδειγματική μας ζωή, τα μηνύματα της ελπίδας για μια καλλύτερη κοινωνία απηλλαγμένη από τις συμφορές του βίου, τον πόνο και την δυστυχία.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Ο Μεσσηνίας Χρυσόστομος τιμωρεί αυθαίρετα μοναχές!!! "Φιλορθόδοξος Ένωσις Κοσμάς Φλαμιάτος"


Σκληρή, αντικανονική και αυθαίρετη τιμωρία επέβαλε ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος σε 20 μοναχές


Θα μας συγχωρήσετε, να γράψουμε –ως παθόντες1– τα παρακάτω, εκδηλώνοντας την ελάχιστη συμπαράστασή μας προς τις διωκόμενες μοναχές, και να παρακαλέσουμε την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος να επιστήσει την προσοχή στον Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομο, ο οποίος με τις αντορθόδοξες και ετσιθελικές του ενέργειες δημιουργεί προβλήματα στην Μητρόπολή του, που εκθέτουν την Εκκλησία του Χριστού, δείχνοντας ότι αντιλαμβάνεται την Εκκλησία ως τσιφλίκι του, στο οποίο μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Να σημειώσουμε ένα παράδειγμα: έχει περάσει ένας χρόνος περίπου από τότε, που ο εν λόγω Μητροπολίτης παραχώρησε Ορθόδοξο Ιερό Ναό σε Παπικούς, παρά την αντίδραση των πιστών της Καλαμάτας, που του υπενθύμισαν ότι αυτό απαγορεύεται από τους Ι. Κανόνες της Εκκλησίας (παραδόξως, η Ι. Σύνοδος γι’ αυτή του την ενέργεια ακόμα …σιωπά!).
1. Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας, λοιπόν, τιμώρησε αυθαίρετα και δεσποτικά είκοσι περίπου μοναχές της Ι. Μονής Αγ. Κωνσταντίνου και Ελένης Καλαμάτας, με το επιτίμιο της ακοινωνησίας, χωρίς να τηρήσει τη διαδικασία που ορίζουν οι Ι. Κανόνες και είναι υποχρεωτική σε μια δημοκρατική κοινωνία: δηλαδή, χωρίς να συντάξει κατηγορητήριο, να το ανακοινώσει στις μοναχές, να τις καλέσει σε απολογία, να γίνει η δίκη από το αρμόδιο όργανο, κ.λπ. Τις τιμώρησε αναφέροντας έτσι, γενικά και αόριστα, ότι οι μοναχές υπέπεσαν σε ανυπακοή και επέδειξαν απρεπή συμπεριφορά προς τους ιερείς.
Οι μοναχές, όμως, από τη μεριά τους υποστηρίζουν πως τα πράγματα δεν έγιναν έτσι. Αντιθέτως καταγγέλλουν, όπως πληροφορηθήκαμε, ότι ο Δεσπότης ήθελε να επιβάλει –σε συνεννόηση με την ηγουμένη– απόφαση που δεν αποδέχτηκαν ούτε το ηγουμενοσυμβούλιο, ούτε οι 21 (από τις 24) μοναχές που διαθέτει το μοναστήρι. Αυτό έφερε διχασμό στην Αδελφότητα.
Μετά το γεγονός αυτό ο ιερέας, που είχε διορίσει πρόσφατα ο Μητροπολίτης στο Μοναστήρι (και ο οποίος, μάλιστα, δεν είναι ο εξομολόγος των μοναζουσών), καθώς κοινωνούσε μοναχή έλεγε: «Σε κοινωνώ αναξίως», προσβάλλοντας έτσι την προσωπικότητά της. Επίσης, ό ίδιος, μοιράζοντας το αντίδωρο σε κάποιες μοναχές έλεγε: «Άνθρακας (να αποβεί) για σένα το αντίδωρο»! Τελευταία δε την 28ην Οκτωβρίου, αρνήθηκε να κοινωνήσει μοναχή λέγοντάς της εις επήκοον των παρευρισκομένων πιστών ότι είναι ανάξια να κοινωνήσει(!) όπως αναφέρει και ο τοπικός Τύπος (30/10/09). Δηλαδή, πρωτάκουστα πράγματα, αν αποδειχτούν αληθινές οι καταγγελίες.
Αντί, λοιπόν, ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας να θεραπεύσει την κατάσταση, να εξετάσει αν έχουν ούτως τα πράγματα –ποια ήταν η ευθύνη της ηγουμένης, των μοναζουσών, του ιερέως, το ενδεχόμενο να έχει και ο ίδιος μερίδιο ευθύνης– επέβαλε αυθαίρετα την σκληρή αυτή ποινή, που βέβαια δεν είχε κανένα δικαίωμα να επιβάλει χωρίς τις προβλεπόμενες διαδικασίες, αφού το επιτίμιο δεν είχε σχέση με εξομολόγησή τους σ’ αυτόν, δεν επεβλήθη κατόπιν εξομολογήσεως κάποιου αμαρτήματος ως μέσον θεραπευτικό, αλλ’ ως τιμωρία.
Ο δρόμος που επέλεξε ο Μητροπολίτης, το μόνο που επέτυχε είναι να προσβάλλει τις προσωπικότητες των μοναζουσών, να δυσφημίσει το μοναστήρι, να προσθέσει νέα προβλήματα στην Διοίκηση της Εκκλησίας και να φέρει σε δύσκολη θέση τους συνεπισκόπους του, οι οποίοι (αν λάβουμε υπ’ όψιν κάποιες παρόμοιες περιπτώσεις του πρόσφατου παρελθόντος) θα πάρουν το μέρος του ή θα προσπαθήσουν να συγκαλύψουν το γεγονός, δυσφημώντας για άλλη μια φορά την Εκκλησία, ως προς τον τρόπο απονομής δικαιοσύνης.
Αυτή, βέβαια, είναι η μία όψη του νομίσματος, σημαντική για το συγκεκριμένο μοναστήρι και τον τρόπο διοικήσεως της Εκκλησίας από τους Επισκόπους, που φαντάζει, όμως, ως παρωνυχίδα. Γιατί υπάρχει και η άλλη πλευρά, που ασφαλώς δεν θα την εκθέσουν οι μοναχές. Και ποια είναι αυτή;
2. Ο Μητροπολίτης τιμώρησε τις μοναχές όπως τουλάχιστον δείχνουν τα πράγματα άδικα, αλλά οπωσδήποτε αντι-κανονικά, για κάποια αόριστη και αδιερεύνητη ανυπακοή.
Όμως ο ίδιος, πριν μερικές μέρες, στην Κύπρο –όπου εστάλη ως εκπρόσωπός μας (δηλαδή όλων των μελών της Εκκλησίας της Ελλάδος) – διέπραξε συγκεκριμένη ανυπακοή και μεγάλο Κανονικό παράπτωμα. Παρέβη Ιερούς Κανόνες Οικουμενικών Συνόδων, αλλά και την πρόσφατη «Οδηγία» (14/10/09) της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Παρευρεθείς στην Μικτή Επιτροπή του Θεολογικού Διαλόγου στην Πάφο, συμμετέσχε σε διαδικασία που απαγορεύουν οι Ι. Κανόνες και που ειδικά του απαγόρευσε η ίδια η Ιεραρχία που τον έστειλε: αποδέχτηκε την διαδικασία των συμπροσευχών και συμπροσευχήθηκε με αιρετικούς καρδινάλιους και Ουνίτες.
Αν οι Οικουμενιστές Επίσκοποι και ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας γράφουν τους Ιερούς Κανόνες στα παλαιότερα των υποδημάτων τους για θέματα σοβαρά, όταν δεν λαμβάνει υπ’ όψιν του την Ιεραρχία της Εκκλησίας που σαφώς του υπέδειξε να μη συμπροσευχηθεί, γιατί θα σεβαστεί είκοσι μοναχές και το κοινό αίσθημα των πιστών και θα δείξει δικαιοσύνη, πατρική αγάπη και ποιμαντική μέριμνα;
Περιμένουμε την δέουσα και επιβαλλόμενη αντίδραση των Ιεραρχών και των πιστών γι’ αυτές τις αντικανονικές ενέργειες του Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου. Θα υπάρξει;

Για την Φιλορθόδοξη Ένωσι «Κοσμάς Φλαμιάτος»

ο Πρόεδρος Λαυρέντιος Ντετζιόρτζιο

ο Γραμματέας Σημάτης Παναγιώτης

ΔΕΙΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΑΙ
Ο Μεσσηνίας τιμωρεί μοναχές.



Φιλορθόδοξος Ένωσις Κοσμάς Φλαμιάτος

Έδρα: Βασ. Ηρακλείου 30, 546 24 Θεσσαλονίκη, Τηλ. 697-2176314, E-Mail: kflamiatos@yahoo.gr, Αλληλογραφία: Τ.Θ. 135, 421 00 Τρίκαλα
Τα Μέλη της Ενώσεως Ανήκουν σε Ιερές Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος




Τάγμα Ιησουϊτών: Οι "Μουτζαχεντίν" του Βατικανού


Άρθρο που έγραψε ο Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ιδεοδείκτης, ένθετο της εφημερίδας ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, 23-7-2006, Αρ. φύλλου 927,4 [40]
Το Παπικό
[*] τάγμα των Ιησουιτών γιόρτασε το 2006 τα ιωβηλαία τού ιδρυτή και των πρώτων μοναχών του.

Συγκεκριμένα είναι τα 450 χρόνια από το θάνατο τού ιδρυτή τού τάγματος Ιγνατίου Λογιόλα (πέθανε στις 31 Ιουλίου τού 1556 στη Ρώμη) και τα 500 από τη γέννηση τού Φρανσουά Ξαβιέ (γεννήθηκε την 7η Απριλίου στη Ναβάρα) και τού Πιέρ Φάβρ (γεννήθηκε την 13η Ιουλίου 1506 στη Σαβοΐα). Οι Ιησουίτες είναι το τάγμα που από όλα τ' άλλα ίσως επέδειξε τη μεγαλύτερη δραστηριότητα υπέρ της παποσύνης και κατά των προτεσταντών και των ορθοδόξων. Ήσαν οι αρχιτέκτονες της αντι-μεταρρύθμισης και της Ουνίας, για την προστασία της παποσύνης με την πρώτη από το κύμα των διαμαρτυρομένων και για τη διείσδυση στους ορθοδόξους με τη δεύτερη. Και στις δύο περιπτώσεις χρησιμοποίησαν μέσα εντελώς κοσμικά, μεταξύ τών οποίων και τη βία, και προκάλεσαν και αυτοί αντιδράσεις και πολυετείς αιματηρούς πολέμους.
Σήμερα οι Ιησουίτες είναι περίπου 20.000 σε όλο τον κόσμο, από τους οποίους πάνω από 6.000 είναι στην Ευρώπη και από αυτούς 15 (14 ιερείς και ένας μοναχός) ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα και ειδικότερα στην Αθήνα. Από αυτούς ένας είναι Γάλλος, τρεις Πολωνοί και έντεκα Έλληνες. Το Κέντρο τους είναι στην οδό Μιχαήλ Βόδα και εξυπηρετούν πλην των Ελλήνων καθολικών και τους Πολωνούς μετανάστες. Διαθέτουν κατάλυμα για 34 σπουδαστές, πνευματικό κέντρο, και βιβλιοθήκη με περισσότερους από 30.000 τόμους.
Εκδίδουν δυο περιοδικά, το ένα από τα οποία συμπλήρωσε τα 100 του χρόνια. Η ισχύς των Ιησουιτών στο Βατικανό εξακολουθεί και σήμερα να είναι μεγάλη. Ενδεικτικό τού γεγονότος αυτού είναι ότι την περασμένη εβδομάδα (από τη συγγραφή του άρθρου), ο Πάπας Βενέδικτος διόρισε τον ιησουίτη ιερομόναχο Φεντερίκο Λομπάρντι γενικό υπεύθυνο της επικοινωνίας τού Βατικανού, δηλαδή διευθυντή τού γραφείου Τύπου, τού Ραδιοφώνου και της Τηλεόρασής του.
Το αρνητικό με το Βατικανό, και ειδικότερα με τους Ιησουίτες, είναι ότι δεν μετανιώνουν για τα πολλά λάθη τους, που έχουν φέρει σε μεγάλη δυσκολία το Χριστιανισμό. Ουσιαστικά το Βατικανό δεν απαρνείται την εκκοσμίκευσή του. Ακόμα και σ' αυτή τη συγγνώμη τού Πάπα προβάλλονται δικαιολογίες που αίρουν την όποια αξία της. Για τους Ιησουίτες είναι γνωστά τα σφάλματά τους και η πορεία τους.
Κι όμως από τους σημερινούς Ιησουίτες και με την ευκαιρία των ιωβηλαίων των ιδρυτών τους προβάλλονται τα θετικά τους, που δεν λείπουν, και αποσιωπούνται τα πολλά αρνητικά τους.

Το αρνητικό

Ο ιησουίτης ιερομόναχος Θεόδωρος Κοντίδης, εκδότης - διευθυντής τού περιοδικού «Σύγχρονα βήματα», ιδιοκτησίας της Μονής Πατέρων Ιησουιτών, γράφει, μεταξύ άλλων, για το τάγμα του το εξής μόνο αρνητικό: «Σίγουρα υπήρξαν περιπτώσεις όπου άνθρωποι περιορίστηκαν, αλλοτριώθηκαν ή συνετρίβησαν μέσα στη λειτουργία των μοναχικών ταγμάτων λόγω υπακοής κ.λπ.». Και από εκεί και πέρα αρχίζει ο ύμνος του για τις γνώσεις και την προσφορά των Ιησουιτών.
Επίσης αναφέρεται στην πνευματικότητα των Ιησουιτών, η οποία, όπως σημειώνει, «διαρθρώνεται και εμπνέεται από τις λεγόμενες Πνευματικές Ασκήσεις» τού Ιγνατίου Λογιόλα. Σημειώνει επίσης ότι στην πίεση που δέχθηκε από τον Προτεσταντισμό η Καθολική Εκκλησία ανταποκρίθηκε με νέα ρεύματα πνευματικότητας, ένα από τα οποία ήταν τού Λογιόλα, με το οποίο «ανοίγονται και υποστηρίζονται ευρύτερες δυνατότητες πρωτοβουλίας και δημιουργικότητας στον πιστό». Και σε άλλο σημείο επισημαίνει ότι ο Λογιόλα επιμένει στην υπακοή και στη διαθεσιμότητα στο Χριστό και στην Εκκλησία, αλλά τονίζει ότι παράλληλα έδειχνε υπομονή, καρτερικότητα και ανεκτικότητα στην άλλη άποψη («Σύγχρονα Βήματα», τ. 114, Απρίλιος - Ιούνιος 2000, σ. 118-120).
Αλλά τα πράγματα δεν είναι απολύτως έτσι και ορισμένοι λένε ότι η μισή αλήθεια είναι χειρότερη από το ψέμα. Κι άλλοι υποστηρίζουν ότι όταν λέει κάποιος ψέματα ή δικαιολογίες για μία πράξη τού αυτός ποτέ δεν θα μετανιώσει γι' αυτήν. Και δεν υπάρχει αγάπη, καταλλαγή, ενότητα και «καινή ζωή» χωρίς αναγνώριση των λαθών και ειλικρινή μετάνοια, που οδηγεί και στην ταπείνωση. Η λήθη δεν είναι η λύση.
Πρώτα πρέπει να μετανιώσει κανείς και να συγχωρεθεί και ύστερα να ξεχάσει. Ο Ζάν - Κλόντ Ντοτέλ σημειώνει ότι ένα από τα διδάγματα τού Λογιόλα στις Πνευματικές του Ασκήσεις ήταν: «Όλη σου τη δραστηριότητα... όλα τα μέσα, ακόμα και την πολιτική (να χρησιμοποιείς), υπό τον όρο όμως ότι η πρωτοβουλία θα συζητηθεί πριν από όλα με το Θεό» («Ιγνάτιος Ντε Λογιόλα, ο ιδρυτής των Ιησουιτών», Μετάφραση στα ελληνικά από «Ομάδα πατέρων τάγματος Ιησουιτών», Έκδ. «Πίστη και Ζωή», Αθήνα 1982, σελ. 123).
Αλλά γι' αυτό ακριβώς κατηγορούνται οι Ιησουίτες και ο ιδρυτής τους, αυτό δηλαδή που λέει ο λαός ότι πρώτοι εφηύραν το σύνθημα «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», που δεν είναι δυνατό να υπάρχει άνθρωπος και μάλιστα χριστιανός που να το υποστηρίζει ως έντιμο και ηθικό. Κι όταν ο Λογιόλα αναφέρεται στο Θεό, εννοεί τον Πάπα, που είναι ο διάδοχος τού Αποστόλου Πέτρου, ο οποίος «είναι ο πρίγκιπας των Αποστόλων, ο οποίος ανέλαβε από τον ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ (έτσι τονίζεται στο Ποντιφίκιο Ημερολόγιο) την υπέρτατη Ποντιφίκια Εξουσία και τη μεταδίδει στους διαδόχους του». Ο Πάπας είναι ο απόλυτος κοσμικός και πνευματικός ηγεμόνας τού Βατικανού στον οποίο οι Ιησουίτες υπόσχονται τυφλή υποταγή και υπακοή κι εξυπηρέτηση των σχεδίων του, ως σχεδίων τού Θεού. Η υποταγή αυτή τους οδήγησε και στα πολλά λάθη τους.
Η από την ίδρυσή τους εκκοσμίκευση των Ιησουιτών τους οδήγησε στα πολλά λάθη τους. Ο προαναφερθείς Γάλλος συγγραφέας γράφει ως προσόν τού Λογιόλα ότι ασχολήθηκε με αυτό που ονομάζεται «μεγάλη πολιτική». Έτσι πρότεινε στον Κάρολο τον 5ο να εξοπλίσει στόλο στη Μεσόγειο και έγραψε στον ιησουίτη «ιεραπόστολο» (στους χριστιανούς προτεστάντες...) Πέτρο Κανίσιο για το πώς θα τακτοποιηθεί η γερμανική υπόθεση... Και σημειώνει ο Ντοτέλ: «Να αντιμετωπίσεις την κατάσταση, να ξαναπάρεις στα χέρια την πρωτοβουλία, να διαλέξεις τα μέσα, να επιμένεις θαρραλέα, όλα αυτά είναι, το βλέπουμε ξεκάθαρα, οι ίδιες συμβουλές των Ασκήσεων» (αυτ. σελ. 124-125).

Παρεμβάσεις

Τα λόγια αυτά ταιριάζουν περισσότερο στον Κλαούζεβιτς ή στον Μακιαβέλι παρά σε ένα διανοούμενο κληρικό, που τα έγραψε μάλιστα στις «πνευματικές ασκήσεις» του... Η ανάμιξη και οι παρεμβάσεις των Ιησουιτών στα πολιτικά πράγματα ήσαν συνεχείς και πολλές φορές βίαιες, από το 16ο αιώνα έως και τον 20ό.
Ο επίσης καθολικός ιερομόναχος π. Μάρκος Φώσκολος γράφει σε βιβλίο του ότι στα 1540 ο Πάπας αναγνώρισε το τάγμα τού Λογιόλα με την ονομασία «Συντροφιά τού Ιησού» που θα εξαρτιόταν απευθείας από τον γενικό ηγούμενο και τον ίδιο τον Πάπα. Κι ενώ ως σκοποί τού τάγματος αναφέρονται το κήρυγμα, η εξομολόγηση και τα φιλανθρωπικά έργα δηλώνεται και «η προαγωγή κέντρων μελέτης στην υπηρεσία της πίστης», που είναι παράλληλό με την «congregatio della propaganda fidei». Και επιλέγει ο π. Φώσκολος: «Το έμβλημα τού τάγματος μιλούσε καθαρά: όλα για τη μεγαλύτερη δόξα τού Θεού». Το «όλα» αφήνει πολλά περιθώρια στα μέσα που χρησιμοποιούνται από τους Ιησουίτες στην υπηρεσία τού Θεού και τού Πάπα.
Ο Λογιόλα έχει κατηγορηθεί ότι ανέχθηκε την Ιερά Εξέταση και γενικότερα τη βία, γιατί πίστευε ότι οι πράξεις αυτές βοηθούσαν στην προστασία της ορθής πίστης και οδηγούσαν στη σωτηρία των διωκομένων. Ο Ντοτέλ το σοβαρό αυτό αμάρτημα τού Λογιόλα το χειρίζεται ως εξής: «Άλλοι πάλι στενοχωρούνται επειδή δεν βρίσκουν στο έργο τού Ιγνατίου την ηχώ ενός αγώνα ενάντια στις μορφές καταπίεσης τού καιρού του. Αν, από μία πλευρά, είναι αλήθεια ότι δεν μπόρεσε να θέσει ορισμένα προβλήματα (σ.σ.:!!!) που μόνο πολύ αργότερα θα συνειδητοποιήσει η ανθρωπότητα (σ.σ.:!!!) πρέπει εντούτοις να σημειώσουμε ότι η επιμονή του να μιλά για τα εκκλησιαστικά προνόμια, στο βιβλίο των Ασκήσεων, δεν είναι κάτι το τυχαίο ούτε ένα παράδειγμα αδιάφορο.
Ο Ιγνάτιος γνώριζε καλά (σ.σ.:!!!), γιατί το έζησε στην ίδια του την οικογένεια, πώς οι κάτοχοι αυτών των ευεργετημάτων σχημάτιζαν μία τάξη προνομιούχων, που καταπίεζαν τους μικρούς» (αυτ. σελ. 124). Γνώριζε, αλλά υπηρετούσε και προσέφερε υπηρεσίες στους προνομιούχους, όπως κάνουν μέχρι σήμερα οι Ιησουίτες.

Εξωστρέφεια

Οι Ιησουίτες από την εποχή τού ιδρυτή τους έως σήμερα έχουν μία εξωστρέφεια και μία τάση ανάμιξής τους στην πολιτική. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί ότι στη Γαλλία οι ιησουίτες εκδίδουν το μηνιαίο περιοδικό «Ετιιάοδ», που έχει ιδρυθεί το 1856. Το τυχαίο τεύχος τού Φεβρουαρίου τού 2004 περιέχει τις ακόλουθες ρουμπρίκες και τα αντίστοιχα θέματα:
-Κύριο άρθρο - Μέση Ανατολή: η αμερικανική φιλοδοξία
-Διεθνή γεγονότα - Η σαουδαραβική διπλωματία στη δοκιμασία των αναταράξεων
-Κοινωνικά - Οι δυσκολίες τού αστικού πολιτισμού. Η απουσία κοινωνικής ανάμιξης στα μεγάλα αστικά σύνολα είναι αιτία γκετοποίησης
-Η δημοκρατία απέναντι στην ομαδοποίηση των ανθρώπων
-Δοκίμιο - Υπάρχει το δικαίωμα τού ψεύδους; (σ.σ.: Αναφέρεται στον πόλεμο τού Ιράκ και στο τι είπαν Αμερικανοί και Άγγλοι)
-Θρησκεία - Πώς βλέπουν οι ινδουιστές τον Χριστό
-Τέχνες, Λογοτεχνία - Η ζωή και ο θάνατος τού πίνακα
- Θέμα - Η ηθική των δημοσιογράφων
-Σημειωματάριο - Ενημέρωση για θέατρο, κινηματογράφο, τηλεόραση, μουσική

Βιβλιοκρισία

Όπως γίνεται αντιληπτό, τα θέματα αφορούν στην πολιτική, κοινωνική και πνευματική ζωή, στα οποία, κατά τις επιταγές τού Λογιόλα, πρέπει να έχουν άποψη οι Ιησουίτες.
Στην Ελλάδα το περιοδικό των Ιησουιτών «Σύγχρονα Βήματα» ασχολείται και αυτό με σύγχρονα θέματα, διεθνή και ελληνικά. Ως προς την ελληνική πραγματικότητα είχε ταυτιστεί με την ομάδα των αυτοαποκαλουμένων «εκσυγχρονιστών», που πολέμησαν με τη χρησιμοποίηση και της κρατικής εξουσίας την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος. Αυτό εν ονόματι των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», που είναι η σύγχρονη μέθοδος περιθωριοποιήσεως της Εκκλησίας.
Ήταν ένας τρόπος πολεμικής κατά των ορθοδόξων από τους Ιησουίτες της Ελλάδας, που έρχεται μέσα από την παράδοσή τους. Υποστήριξαν και ταυτίστηκαν με τους αντιπάλους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που αντικειμενικά είναι απολύτως αντίθετοι ως προς την πίστη και την ιδεολογία τους. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Αντίπαλοι τού Ελληνισμού

Αν διαβάσει κανείς την ιστορία των Ιησουιτών και τη δράση τους έναντι των ορθοδόξων, τόσο στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη όσο και έναντι των Ελλήνων ορθοδόξων που ζούσαν υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία θα καταλάβει ότι η «αγιότητά» τους εξηρτάτο από τον με οποιοδήποτε τρόπο προσηλυτισμό των ορθοδόξων και κηδεμόνευσή τους από τον Πάπα.
Η καθηγήτρια κ. Ελ. Κούκου στη μελέτη της «Αι διομολογήσεις και η γαλλική προστασία εις την ανατολήν 1535-1789» (Αθήναι 1967) γράφει: «Το προνομιακό καθεστώς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς τη Γαλλία ευνόησε την εγκατάσταση στην ορθόδοξη Ανατολή ενός μεγάλου αριθμού Γάλλων μισιοναρίων κυρίως ιησουιτών και καπουκίνων, κύρια αποστολή των οποίων υπήρξε, εκτός από τη χρησιμοποίησή τους για την προώθηση τού γαλλικού εμπορίου και της γαλλικής πολιτικής επιρροής μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία, ο με κάθε τρόπο προσηλυτισμός των «σχισματικών» Ελλήνων στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και ιδιαίτερα μέσα από τη διάδοση της γαλλικής κουλτούρας και τού γαλλικού πολιτισμού».
Οι Ιησουίτες στη συνείδηση των Ελλήνων βαρύνονται, πέραν των άλλων, με την άγρια πολεμική τους και με τις πολλές και ύπουλες ενέργειές τους εις βάρος τού μαρτυρικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου Λουκάρεως, που τελικά δολοφονήθηκε, το 1638. Ο Κύριλλος ήταν ικανότατος και πολύ μορφωμένος και αγωνίστηκε εξίσου υπέρ της Εκκλησίας και τού Ελληνισμού, τού οποίου την τύχη την έβλεπε συνυφασμένη με την Ορθοδοξία. γι' αυτό και αγωνίστηκε με όλες του τις δυνάμεις κατά τού Παπισμού.
Το Βατικανό και οι Ιησουίτες τον διέβαλαν με κάθε μέσο στον κλήρο και στο λαό, αλλά και τον δυσφήμησαν στην Υψηλή Πύλη, χρησιμοποίησαν ψέματα, κατασκεύασαν μυθεύματα, συνεργάστηκαν με κυβερνήσεις, κυρίως της Γαλλίας, χρημάτισαν ανθρώπους και διέφθειραν συνειδήσεις και όλα αυτά για να εξοντώσουν τον «επικίνδυνο» γι' αυτούς Πατριάρχη. Συζητάμε να αναγνωρίσουν οι Τούρκοι τη γενοκτονία των Αρμενίων ή των Ποντίων.
Οι καθολικοί, και ειδικότερα οι Ιησουίτες, δεν πρέπει να αναγνωρίσουν τα εγκλήματα τους έναντι των Ελλήνων ορθοδόξων, όπως αυτό εναντίον τού Λουκάρεως;
Οι Ιησουίτες χρησιμοποίησαν ακόμη, όπου μπορούσαν, την κρατική εξουσία για να προωθήσουν την Ουνία. Παράδειγμα η Πολωνία, η Ουκρανία, η Μέση Ανατολή. Παντού ωμή βία για την υποταγή των ορθοδόξων. Όπως γράφει ο Κοραής, οι Ιησουίτες ηδονίζονταν όταν με κάθε τρόπο πετύχαιναν να προσηλυτίσουν έναν ορθόδοξο: «Οι εχθροί τού Ιησού Ιησουίται ενόμιζαν και νομίζουν την επιστροφήν ενός Γραικού εις την εκκλησίαν των πολύ πλέον αξιόμισθον έργον παρά να κατηχήσωσι δέκα Τούρκους ή δέκα ειδωλολάτρες».
Οι Ιησουίτες στην Ελλάδα βρίσκονται σήμερα σε παρακμή. Είναι χαρακτηριστικό ότι επί χρόνια ουδείς Έλληνας έχει προσχωρήσει στο τάγμα τους. Ο νεότερός τους στην Ελλάδα πλησιάζει τα σαράντα και οι υπόλοιποι είναι πολύ μεγαλύτεροι. Και έπειτα από τα τόσα που έκαναν και 450 χρόνια προσπαθειών υπό την καθοδήγηση τού Βατικανού και τη συνεργασία των άλλων ταγμάτων - κυρίως των καπουκίνων - και των κυβερνήσεων των καθολικών κρατών, δεν πέτυχαν να προσηλυτίσουν τους Έλληνες ορθοδόξους. Σήμερα αυτοί ξεπερνούν τα 10.000.000 και οι καθολικοί είναι λιγότεροι από 50.000.

* Με τον συνήθη, αλλά ατυχή όρο "καθολικοί", το άρθρο εννοεί τους παπικούς.
πηγή:Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009

Μμνήμες...

1940-ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ

ΤΟ ΟΧΙ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ


Βίντεο του Ελληνο-ιταλικού πολέμου του 1940

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009

Το συνοδικό και ιεραρχικό πολίτευμα της Εκκλησίας ως χάρισμα

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου π.Ιεροθέου Βλάχου
Πηγή: Περιοδικό "Θεολογία" 2/2009. (Αφιέρωμα στο Συνοδικό Θεσμό) σελ. 67-86.

http://www.oodegr.com/oode/dogma/synodoi/xarisma_1.htm



Πολλές συζητήσεις γίνονται για το συνοδικό θεσμό ή το λεγόμενο συνοδικό σύστημα πολίτευμα της Εκκλησίας. Πράγματι, αυτό είναι το ιδιάζον χαρακτηριστικό γνώρισμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία στηρίζεται στο συνοδικό σύστημα διοικήσεως των κατά τόπους Εκκλησιών, στη λεγόμενη συνοδική «διαγνώμη» και όχι στην άποψη ενός προσώπου. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία στηριζόμαστε στις αποφάσεις των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων, στο «έδοξε τω Αγίω Πνεύματι και ημίν», το «ήρεσε τη Συνόδω» και όχι στις απλές γνώμες των διαφόρων μελών της Εκκλησίας. Βεβαίως, όταν ένα μέλος της Εκκλησίας φθάση στην θέωση, τότε βιώνει και εκφράζει αυτό το εσωτερικό πνεύμα της Εκκλησίας, και αποτελεί την αυθεντία σε θέματα πνευματικής ζωής και πολλές φορές αποτελεί τη βάση των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων.


Θεωρώ, όμως, ότι και αυτόν τον συνοδικό θεσμό πρέπει να τον δούμε μέσα από το ιεραρχικό πολίτευμα της Εκκλησίας, μέσα στην οποία υπάρχει ποικιλία χαρισμάτων και διακονιών, σε μια Ιεραρχική διαβάθμιση. Τα πολλά πρόσωπα που συνεργάζονται μέσα στην Εκκλησία σε διαφόρους τομείς, που προσεύχονται, διοικούν, μελετούν τα θέματα, δεν λειτουργούν με τις συνήθεις διαδικασίες των ατομικών δικαιωμάτων, αλλά ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρίσματα που έχουν λάβει από το Άγιον Πνεύμα, το οποίο συγκροτεί όλον τον θεσμό της Εκκλησίας.
Αυτό σημαίνει ότι ο συνοδικός θεσμός και το ιεραρχικό πολίτευμα της Εκκλησίας λειτουργούν ως χάρισμα, ως ενέργεια του Αγίου Πνεύματος στο Σώμα του Χριστού, γι’ αυτό και η Εκκλησία είναι Σώμα Χριστού και κοινωνία Θεώσεως. Η βάση των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων δεν είναι απλώς η ύπαρξη των Επισκόπων και των άλλων κληρικών, αλλά η ύπαρξη ανθρώπων που συμμετέχουν στην κοινωνία της Θεώσεως. Έτσι μπορούμε να αντιληφθούμε ότι η εικονογράφηση των Πατέρων στις Οικουμενικές Συνόδους που συσκέπτονται εν Αγίω Πνεύματι γίνεται με βάση την εικόνα της Πεντηκοστής, κατά την οποία οι Άγιοι Απόστολοι έλαβαν το Άγιον Πνεύμα και έγιναν μέλη του Σώματος του Χριστού. Και η διάταξη των θέσεων τους δεν αποτελεί έναν κλειστό κύκλο, αλλά ένα ανοικτό ημικύκλιο, γιατί στην κοινωνία της Θεώσεως εισχωρούν και συμμετέχουν πολλοί δια μέσου των αιώνων.


Στην συνέχεια, θα εξετασθή το συνοδικό και Ιεραρχικό πολίτευμα της Εκκλησίας μέσα από την προοπτική του χαρίσματος, και αυτό δεν θα νοήται ως ανάληψη μιας υπευθυνότητας στην Εκκλησία, αλλά ως μετοχή κατά διαφόρους βαθμούς στην κοινωνία της Θεώσεως. Μια Σύνοδος έξω από αυτήν την προοπτική, έστω κι αν διαρθρώνεται κατά συνοδικό τρόπο, έστω και αν υπάρχουν όλα τα τοπικά εξωτερικά γνωρίσματα, δεν εκφράζει την συνείδηση της Εκκλησίας.
1. Συνοδικότητα και ιεραρχικότητα
Προκειμένου να ομιλήσουμε για τη Συνοδικότητα και την ιεραρχικότητα της Εκκλησίας πρέπει να καθορίσουμε τους όρους τι σημαίνουν και τι προσδιορίζουν, αλλά και πως συνδυάζονται μεταξύ τους.
Η λέξη Σύνοδος, που αποτελείται από δύο επί μέρους λέξεις, τη λέξη «συν» και τη λέξη «οδό», στην αρχική της έννοια δηλώνει τον συνοδοιπόρο, τον σύντροφο. Στον Αντίφιλο (1ος αι. μ.Χ. ) διαβάζουμε: «ναυν Ιεροκλείδης έσχε σύγγηρον, ομόπλουν, την αυτήν ζωής και θανάτου σύνοδον». Στον ιστορικό Αρριανό (124 μ.Χ) συναντούμε τη φράση: «ο συνοδεύσας τοις Αγίοις Αποστόλοις συνοδός μου γενού εν τη οδώ» [1].
Με αυτήν την έννοια χρησιμοποιείται και η λέξη σύνοδος σε πολλούς Πατέρες της Εκκλησίας, για να δήλωση τον συνοδοιπόρο, από την παρούσα ζωή στη μέλλουσα, από την κάτω Ιερουσαλήμ στην άνω Ιερουσαλήμ. Ο Ιερός Χρυσόστομος, αναφερόμενος στους Ιουδαίους που ενθυμούνταν κάθε χρόνο την έξοδο από την Αίγυπτο και την πορεία προς τη γη της επαγγελίας και στο ότι έτρωγαν ζωσμένοι, φορώντας τα σανδάλια τους, λέγει ότι και εμείς πρέπει το ίδιο να κάνουμε. «Δια τούτο εζωσμένος, δια τούτο υποδεδεμένος εσθίεις, ίνα μάθης ότι άμα τω άρξασθαι εσθίεν το Πάσχα, αποδημείν οφείλεις και οδεύειν»[2]. Και σε άλλα κείμενα του αναφέρεται στο ότι οι Χριστιανοί είναι οδίτες που πορεύονται στην Βασιλεία του Θεού.
Η λέξη ιεραρχία δηλώνει το αξίωμα του Ιεράρχου, αφού ως ιεράρχης καλείται «ο άρχων των ιερών τελετών», αλλά συγχρόνως η λέξη ιεραρχία δηλώνει και «το σύνολον των βαθμούχων» [3]
Μιλώντας για ιεραρχία πρέπει εδώ να αναφερθούν τα συγγράμματα του Ιερού Διονυσίου Αρεοπαγίτου περί ουρανίου και εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Στην ουράνια ιεραρχία διακρίνονται οι εννέα χοροί αΰλων νόων που χωρίζονται σε τρεις τριάδες, ήτοι Θρόνοι, Χερουβίμ, Σεραφίμ Κυριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες Αρχές, Αρχάγγελοι, άγγελοι. Στην ουράνια αυτή ιεραρχία αντιστοιχεί και η επίγεια εκκλησιαστική ιεραρχία. Η ιεραρχία ως προς τις τρεις ιερές τελετές είναι το βάπτισμα, η σύναξη και το μύρο· ως προς τις τρεις φάσεις ανόδου προς τον Θεό είναι η κάθαρση, ο φωτισμός και η τελείωση· ως προς τους τρεις ιερατικούς βαθμούς είναι ο ιεράρχης, ο ιερεύς και ο λειτουργός, και ως προς τις τρεις τάξεις των λαϊκών είναι οι κατηχούμενοι με τους ακοινώνητους, οι λαϊκοί και οι θεραπευτές (μοναχοί)[4].
Διατυπώνονται δύο εξαιρετικά σημεία που δείχνουν την ενότητα μεταξύ της ουράνιας και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Το ένα είναι ότι οι θεσμοθέτες της οσιωτάτης εκκλησιαστικής Ιεραρχίας την οργάνωσαν με την υπερκόσμια μίμηση «των ουρανίων ιεραρχιών». Και το δεύτερο σημείο είναι ότι οι ουράνιοι μυσταγωγοί μας φανέρωσαν τις ουράνιες ιεραρχίες και τις κατέστησαν συλλειτουργό με τη δική μας ιεραρχία «ένεκα της ημών αναλόγου Θεώσεως» και «τη προς δύναμιν ημών αφομοιώσει της θεοειδούς αυτών ιερώσεως»[5].
Η εκκλησιαστική ιεραρχία είναι καρπός-θεσμός «της ενθέου και θείας και θεουργικής επιστήμης και ενεργείας»[6]. Ο δε σκοπός της είναι «η προς Θεόν ημών, ως εφικτόν, αφομοίωσις τε και ένωσις», που επιτυγχάνεται μόνον «ταις των σεβασμιωτάτων εντολών αγαπήσεσι και ιερουργίαις»[7].
Επομένως, τόσο η ουράνια όσο και η εκκλησιαστική Ιεραρχία δεν λειτουργούν ανεξάρτητα από τη ζωή της Θεώσεως.


2. Η συνοδική και ιεραρχική συγκρότηση της Εκκλησίας κατά τον Απόστολο Παύλο και τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο
Από την εμφάνιση της η Εκκλησία παρουσιάσθηκε ως μια συγκροτημένη Κοινότητα-Εκκλησία. Οι Απόστολοι αποτελούσαν την κορυφή της ιεραρχίας, και στη συνέχεια καθιερώθηκαν οι Διάκονοι και οι Πρεσβύτεροι-Επίσκοποι. Όλοι είχαν ιδιαίτερα χαρίσματα και μετείχαν της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος. Μετά την κοίμηση των Αποστόλων οι Επίσκοποι κατέλαβαν τη θέση τους μέσα στην όλη εκκλησιαστική ζωή. Εδώ θα αρκεσθώ να κάνω αναφορά στη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου.
Στο προοίμιο, αλλά και στον επίλογο των επιστολών του γράφονται και τα ονόματα των συνεργών του. Έπειτα, μνημονεύονται οι παραλήπτες που είναι τα μέλη της Εκκλησίας, τα οποία χαρακτηρίζονται Άγιοι και έχουν την εκκλησιαστική τους ιεραρχία. «Παύλος και Τιμόθεος, δούλοι Ιησού Χριστού, πάσι τοις Αγίοις εν Χριστώ Ιησού τοις ούσιν εν Φιλίπποις συν επισκόποις και Διακόνοις» (Φιλιππισίους Α', 1). Φαίνεται ότι στους Φιλίππους είχε διαμορφωθή ενωρίς η εκκλησιαστική ιεραρχία, ήτοι Επίσκοποι-Πρεσβύτεροι και Διάκονοι, οι οποίοι διηύθυναν τους αγίους-μέλη της Εκκλησίας. Το ίδιο παρατηρούμε σε όλες τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Αυτό φαίνεται εμφανέστατα στην προς Ρωμαίους επιστολή του, στην οποία καταγράφονται τα ονόματα των συνεργατών του και τα ονόματα των αποδεκτών των «ασπασμών» του (Ρωμαίους ιστ', 1-23).
Το πολίτευμα της Εκκλησίας δεν έχει εγκόσμια και ανθρώπινη προέλευση, αλλά ουράνια προέλευση και έχει ως αρχέτυπο το επουράνιο πολίτευμα. «Ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει, εξ ου και σωτήρα απεκδεχόμεθα Κύριον Ιησούν Χριστόν» (Φιλιππισίους γ', 20). Η αναφορά του εκκλησιαστικού πολιτεύματος δεν ευρίσκεται στη γη, αλλά στον ουρανό, όπου γίνεται η παγκόσμια συλλειτουργία της ουράνιας Εκκλησίας, κατά το χωρίο «αστήρ αστέρος διαφέρει εν δόξη» (Α' Κορινθίους ιε΄, 41), που λαμβάνουν δόξα από τον Χριστό. Ακόμη, το πολίτευμα της Εκκλησίας δεν εξαντλείται σε επίγειες καταστάσεις και προσδοκίες, δεν αναφέρεται σε εγκόσμιους σχηματισμούς, αλλά συνδέεται με τους Αγίους που είναι οικείοι του Θεού. «Ότι δι’ αυτού έχομεν προσαγωγήν οι αμφότεροι εν ενί Πνεύματι προς τον πατέρα, άρα ουν ουκέτι εστε ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των Αγίων και οικείοι του Θεού» (Εφ. β΄, 18-19). Τα μέλη της Εκκλησίας που ζουν μέσα στο συνοδικό και ιεραρχικό πολίτευμα της είναι συμπολίτες των Αγίων και οικείοι του Θεού.
Η Εκκλησία δεν είναι μία ανθρώπινη οργάνωση, αλλά ο Θεανθρώπινος Οργανισμός, το Σώμα του Χριστού. Ήδη με αυτήν τη φράση δηλώνονται τα διάφορα χαρίσματα που ιεραρχικά λειτουργούν στον Θεανθρώπινο Οργανισμό της Εκκλησίας. Ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του γράφει: «Καθάπερ γαρ εν ενί σώματι μέλη πολλά έχομεν, τα δε μέλη πάντα ου την αυτήν έχει πράξιν, όντως οι πολλοί εν σώμα εσμέν εν Χριστώ, ο δε καθείς αλλήλων μέλη. Έχοντες και χαρίσματα κατά την χάριν την δοθείσαν ημίν διάφορα… » (Ρωμαίους ιβ', 4-8). Στην Α' προς Κορινθίους επιστολή του καταγράφει περισσότερο αναλυτικά ότι η Εκκλησία είναι Σώμα Χριστού και οι Χριστιανοί είναι μέλη αυτού του Σώματος. Υπάρχουν διάφορες διαιρέσεις των χαρισμάτων, που τα χορηγεί το ένα και το αυτό Άγιον Πνεύμα, υπάρχουν διαιρέσεις διακονιών που τις αναθέτει ο ίδιος ο Κύριος και υπάρχουν διαιρέσεις ενεργημάτων που τις ενεργεί ο ίδιος ο Θεός (Α' Κορινθίους ιβ', 1-31). Όλα δε τα χαρίσματα πρέπει να αποβλέπουν στην οικοδομή της Εκκλησίας (Α', Κορινθίους ιδ', 4-6).
Στην προς Εφεσίους επιστολή του κάνει λόγο για τα χαρίσματα των μελών της Εκκλησίας και το ιεραρχικό πολίτευμα της Εκκλησίας, που χαρίσθηκε από τον Θεό. «Αυτός έδωκε τους μεν Αποστόλους, τους δε προφήτας, τους δε ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους» (Εφ. δ', 11). Οι Απόστολοι, οι Προφήτες, οι ευαγγελιστές, οι ποιμένες και διδάσκαλοι, μαζί με τους Αγίους αποτελούσαν τον συνοδικό θεσμό και την εκκλησιαστική ιεραρχία της πρώτης Εκκλησίας. Όλοι είχαν πνευματικά χαρίσματα, μετείχαν κατά διαφόρους βαθμούς στην άκτιστη ενέργεια του Θεού. Δεν βλέπουμε πουθενά μια ισότητα χαρισμάτων και διακονιών.
Η εκκλησιαστική ιεραρχία αποβλέπει στην ποιμαντική των ανθρώπων για να οδηγηθούν στην θέωση, ήτοι την μέθεξη της Ακτίστου Χάριτος του Θεού. Δόθηκαν οι χαρισματικές καταστάσεις στην Εκκλησία και λειτουργούν «προς τον καταρτισμόν των Αγίων εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού» (Εφ. δ', 12). Δεν πρόκειται για μία εκκοσμικευμένη νοοτροπία και κατάσταση, δεν λειτουργεί το συνοδικό και ιεραρχικό πολίτευμα στην Εκκλησία απλώς για να συζητούν και να αποφασίζουν μεταξύ τους, αλλά για να καταρτίζονται οι Άγιοι και να οικοδομήται το Σώμα του Χριστού.
Ο απώτερος σκοπός του συνοδικού θεσμού και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας είναι η θέωση των πιστών. «Μέχρι καταντήσωμεν οι πάντες εις την ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του Υιού του Θεού, εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφ. δ', 13). Το να φθάση κανείς στην πνευματική-ανδρική τελειότητα, στο μέτρο της ηλικίας του πληρώματος του Χριστού δηλώνει την θέωση των πιστών Χριστιανών. Μέσα σε αυτήν την προοπτική αποκτάται η ενότητα της πίστεως και η επίγνωση του Υιού του Θεού.
Αυτή η Ιεραρχική συγκρότηση της Εκκλησίας φαίνεται εμφανέστερα στις επιστολές του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου. Η ενότητα μεταξύ Επισκόπων, Πρεσβυτέρων, διακόνων και Χριστιανών στηρίζεται σε αγιοπνευματικές και ευχαριστιακές βάσεις.
Στην επιστολή του Αγίου Ιγνατίου προς Εφεσίους γίνεται λόγος για τον επίσκοπο και «το αξιονόμαστον πρεσβυτέριον» που είναι «του Θεού άξιον» και το οποίο «όντως συνήρμοσται τω Επισκόπω, ως χορδαί κιθάρα»[8]. Η ενότητα όλων των Χριστιανών, κληρικών και λαϊκών, είναι εσωτερική, που συνδέεται με την ενέργεια του Τριαδικού Θεού στο Σώμα του Χριστού και στην πραγματικότητα πρέπει να λειτουργή ως «σύνοδος», ως συνοδοιπορία. Γράφει ο άγιος Ιγνάτιος: «Εστέ ουν και σύνοδοι πάντες, θεοφόροι και ναοφόροι, χριστοφόροι, αγιοφόροι, κατά πάντα κεκοσμημένοι εν ταις εντολαίς Ιησού Χριστού»[9]. Εδώ φαίνεται ότι όσοι αποτελούν το συνοδικό πολίτευμα της Εκκλησίας είναι θεοφόροι, ναοφόροι, χριστοφόροι, και κοσμούνται από τις εντολές του Χριστού.
Η ενότητα Επισκόπων, Πρεσβυτέρων και Χριστιανών εκφράζεται με την όλη πνευματική ζωή. Γι’ αυτό στους Χριστιανούς της Μαγνησίας γράφει: «μηδέ πειράσητε ευλογόντι φαίνεσθαι ιδία υμίν, αλλ’ επί το αυτό. Μία προσευχή, μία δέησις, εις νους, μία ελπίς εν αγάπη, εν τη χαρά τη αμώμω, ό εστίν Ιησούς Χριστός, ον άμεινον ουδέν εστίν. Πάντες ως εις ένα ναόν συντρέχετε Θεού, ως επί έν θυσιαστήριον, επί ένα Ιησούν Χριστόν, τον αφ' ενός Πατρός προελθόντα και εις ένα όντα και χωρήσαντα»[10].
Η όλη ιεραρχική συγκρότηση της Εκκλησίας συνδέεται με τον Τριαδικό Θεό. Ο Επίσκοπος είναι εις τύπον του Πατρός, οι Πρεσβύτεροι εις τύπον των Αποστόλων και οι Διάκονοι εις τύπον και διακονίαν του Ιησού Χριστού. Τους Χριστιανούς της Μαγνησίας ο άγιος Ιγνάτιος παρακινεί και προτρέπει: «εν ομόνοια Θεού σπουδάζειν, προκαθημένου του Επισκόπου εις τύπον Θεού και των Πρεσβυτέρων εις τύπον συνεδρίου των Αποστόλων και των διακόνων, των εμοί γλυκύτατων, πεπιστευμένων διακονίαν Ιησού Χριστού». Όλοι έχουν λάβει «ομοήθειαν Θεού» [11]. Με αυτές τις προϋποθέσεις πρέπει να γίνεται η υποταγή αλλήλων στους ανωτέρους τους. «Υποτάγητε τω Επισκοπώ και αλλήλοις, ως ο Χριστός τω Πατρί κατά σάρκα, και οι Απόστολοι τω Χριστώ και τω Πατρί και τω πνεύματι. Ίνα ένωσις ή σαρκική τε και πνευματική» [12].
Καθαρότερα αυτό εκφράζεται στην επιστολή στους Χριστιανούς των Τράλλεων της Ασίας. «Ομοίως πάντες εντρεπέσθωσαν τους Διακόνους ως Ιησούν Χριστόν, ως και τον Επίσκοπον, όντα τύπον του Πατρός, τους δε Πρεσβυτέρους ως συνέδριον Θεού και ως σύνδεσμον Αποστόλων. Χωρίς τούτων Εκκλησία ου καλείται»[13]. Και σε άλλο σημείο προτρέπει: «διαμένετε εν τη ομονοία υμών και τη μετ' αλλήλων προσευχή. Πρέπει γαρ υμίν τοις καθ' ένα εξαιρέτως και τοις Πρεσβυτέροις, αναψύχειν τον Επίσκοπον εις τιμήν του πατρός Ιησού Χριστού και των Αποστόλων»[14]
Το σχήμα του Αγίου Ιγνατίου είναι Πατήρ, Χριστός, Απόστολοι, και αντιστοίχως, Επίσκοπος, Διάκονοι, Πρεσβύτεροι. Όλοι δε αυτοί οι βαθμοί της Ιερωσύνης, καθώς επίσης και η Χριστιανική ιδιότητα των λαϊκών μελών της Εκκλησίας έχουν κοινό σημείο την εκκλησιαστική ζωή, την θεία κοινωνία κατά την θεία ευχαριστία, την προσευχή, την εφαρμογή των εντολών του Χριστού, την ομοήθεια Θεού.




3. Εκφράσεις της συνοδικότητας
Το συνοδικό και ιεραρχικό πολίτευμα της Εκκλησίας, μέσα από την προοπτική του χαρίσματος και της μεθέξεως της καθαρτικής, φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας του Θεού, φαίνεται σε όλη την ζωή της Εκκλησίας. Μερικές εκφράσεις της εκκλησιαστικής ζωής το φανερώνουν αυτό εμφανέστατα.


Η Θεία Λειτουργία
Στη θεία Λειτουργία εκφράζεται και βιώνεται ο συνοδικός θεσμός και το ιεραρχικό πολίτευμα της Εκκλησίας. Η θεία Λειτουργία είναι «η αληθινή πράξη της Εκκλησίας», αφού τα συνηγμένα μέλη της Εκκλησίας υμνούν τον Θεό και μετέχουν του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας διαφοροτρόπως και ποικιλοτρόπως. Οι κληρικοί, με προεστώτα τον επίσκοπο, προσφέρουν την αναίμακτη μυσταγωγία, και οι λαϊκοί, με τα διάφορα χαρίσματα τους προσεύχονται και μετέχουν αναλόγως της εκκλησιαστικής ζωής.
Η διάκριση μεταξύ κατηχουμένων, φωτιζόμενων, μετανοούντων και πιστών δείχνει την ιεραρχική δομή συμμετοχής μας στη θεία ευχαριστία. Και για κάθε κατηγορία συμμετεχόντων λέγονται διαφορετικές ευχές, αφού η Εκκλησία προσεύχεται επιστημονικά, δηλαδή άλλες ευχές είναι για τους κατηχουμένους, άλλες για τους φωτιζόμενους, άλλες για τους μετανοούντας και άλλες για τους πιστούς.
Η διάκριση χαρισμάτων και διακονιών φαίνεται και στη σχέση μεταξύ των κληρικών και των λαϊκών. Οι κληρικοί συμμετέχουν στη θεία Λειτουργία αναλόγως με το χάρισμα τους, και κανείς δεν μπορεί να το υπερβή. Λέγεται συνήθως ότι ο Επίσκοπος είναι εις τύπον και τόπον του Χριστού και γι’ αυτό πολλοί επικαλούνται τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο. Όπως είδαμε προηγουμένως, κατά τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, ο Επίσκοπος είναι εις τύπον του Πατρός, και ο διάκονος είναι εις τύπον του Χριστού. Πιθανόν αυτό λέγεται γιατί η ευχή της αναφοράς που είναι το κέντρο της θείας ευχαριστίας, και την οποία εκφωνεί ο Επίσκοπος, είναι ευχή στον Πατέρα. Έπειτα, οι λαϊκοί χωρίζονται σε διάφορα εκκλησιαστικά χαρίσματα, όπως των κατωτέρων κληρικών που είναι των διακόνων, των αναγνωστών, των ψαλτών, αλλά και του προσευχομένου λαού, που έχει το χάρισμα να συμμετέχη στο μέγα μυστήριο της θείας ευχαριστίας και να κοινωνή του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.
Η διάταξη των θέσεων των κληρικών στο ιερό Βήμα, η κατασκευή του συνθρόνου και του ιερού Θυσιαστηρίου είναι το κτιστό εικόνισμα των άρρητων ρημάτων και θεαμάτων που λειτουργεί στο επουράνιο θυσιαστήριο. Αυτή η διάρθρωση είναι το σύμβολο, δηλαδή η ένωση μεταξύ Ακτίστου και κτιστού, μεταξύ των επουρανίων και των επιγείων, είναι η εσχατολογική βίωση της θείας Λειτουργίας στο παρόν.
Η διαμόρφωση του ιερού Βήματος αποτυπώνει το δράμα που είδε ο ευαγγελιστής Ιωάννης και καταγράφηκε στην Αποκάλυψη. Αυτό το βλέπουμε και σε άλλα σημεία της λατρείας, στις λειτουργικές εκφράσεις της και γενικότερα στις εκκλησιαστικές τέχνες. Το σύνθρονο στο ιερό Βήμα, όπου βρίσκεται ο θρόνος του Επισκόπου και των Πρεσβυτέρων, το ιερό θυσιαστήριο με τις ψυχές των εσφαγμένων για το όνομα του Χριστού, η ουράνια και παγκόσμια λατρεία, το αλληλούια του όχλου και των αγγέλων κλπ. Δείχνουν ότι η διάρθρωση και διαμόρφωση της θείας ευχαριστίας, αλλά και η διάταξη του ιερού Βήματος έγινε κατά απεικόνιση της επουράνιας θείας Λειτουργίας που είδε ο ευαγγελιστής Ιωάννης στον ουρανό και καταγράφηκε στο βιβλίο της αποκαλύψεως (βλέπε Απ. δ', 2-11. ε, 6-14. ζ', 9-19. κα', 1 και εξής). Αυτή η επίδραση του βιβλίου της αποκαλύψεως στη λατρεία και τη ζωή της Εκκλησίας έχει επισημανθή από πολλούς εξηγητές[15].
Κατά τον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, οι ιεροί μυσταγωγοί μας παρέδωκαν τις άϋλες ιεραρχίες, δηλαδή τις πράξεις των αγγέλων, που είναι ενδεδυμένοι με υλικά σχήματα και σύνθετες μορφές, ώστε με τα πραγματικά αυτά ιερά σύμβολα να αναχθούμε όσο είναι δυνατόν στις απλές, ατύπωτες, αναγωγές και αφομοιώσεις. Έτσι, λοιπόν, ο νους πρέπει να θεωρή «τα φαινόμενα κάλλη» ως απεικονίσματα «της αφανούς ευπρεπείας», τις αισθητές ευωδίες που φθάνουν στις αισθήσεις μας «ως εκτυπώματα της νοητής διαδόσεως», τα υλικά φώτα ως εικόνα «της άϋλου φωτοδοσίας», τις ιερές διδασκαλίες ως έκφραση «της κατά νουν θεωρητικής αποπληρώσεως», τις τάξεις των εκκλησιαστικών διακοσμήσεων ως παράσταση «της εναρμονίου προς τα θεία και τεταγμένης έξεως», την μετάληψη της θειοτάτης ευχαριστίας ως «της Ιησού μετουσίας», και γενικώς όλα όσα έχουν παραδοθή υπερκοσμίως στις ουράνιες ουσίες, σε μας παρεδόθηκαν συμβολικώς[16].
Η λατρεία είναι μία κοινή ύπαρξη, μια ενιαία χοροστασία, που σύστησε η συγκατάβαση του Θεού και η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, και η ευρυθμία γίνεται από την Αγία Τριάδα. Ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί: «Ω των του Χριστού δωρημάτων! Άνω στρατιαί δοξολογούσιν αγγέλων κάτω εν Εκκλησίαις χοροστατούντες άνθρωποι την αυτήν εκείνοις εκμιμούνται δοξολογίαν. Άνω τα Σεραφίμ τον τρισάγιον ύμνον αναβοά κάτω τον αυτόν η των ανθρώπων αναπέμπει πληθύς· κοινή των επουρανίων και των επιγείων συγκροτείται πανήγυρις· μία ευχαριστία, εν αγαλλίαμα, μία ευφρόσυνος χοροστασία. Ταύτην γαρ η άφραστος του Δεσπότου συγκατάβασις εκρότησε, ταύτην το Πνεύμα συνέπλεξε το άγιον, ταύτης η αρμονία των φθόγγων τη πατρική ευδοκία συνηρμόσθη άνωθεν έχει την των μελών ευρυθμίαν, και υπό της Τριάδος, καθάπερ υπό πλήκτρου τινός, κινούμενη, το τερπνόν και μακάριον ενηχεί μέλος, το αγγελικόν άσμα, την άληκτον συμφωνίαν. Τούτο της ενταύθα σπονδής το πέρας, ούτος ο της συνελεύσεως ημών καρπός»[17].




Η Ιερωσύνη, η θεολογία και η μοναχική ζωή
Τα τρία βασικά χαρίσματα μέσα στην ζωή της Εκκλησίας, ήτοι της Ιερωσύνης, της θεολογίας και της μοναχικής ζωής είναι εκφράσεις του Αγίου Πνεύματος που δρα στην Εκκλησία και μετέχεται αναλόγως με την ελευθερία του κάθε μέλους της Εκκλησίας. Αυτό το αναλύει κατά τρόπο θαυμάσιο ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης.
Στο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης Άσμα Ασμάτων σε κάποια στιγμή παρουσιάζεται ο Βασιλεύς Σαλωμών να επαινή την ομορφιά της αγαπημένης του, και μεταξύ των άλλων επαινεί τους οφθαλμούς, το τρίχωμα και τους οδόντας της με τα εξής λόγια: «Ιδού ει καλή, η πλησίον μου, ιδού ει καλή. Οφθαλμοί σου περιστεραί… Τρίχωμα σου ως αγέλαι των αιγών… Οδόντες σου ως αγέλαι των κεκαρμένων» (Άσμα Ασμάτων δ΄, 1-2). Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης στους ερμηνευτικούς του λόγους παρουσιάζει με ενάργεια ότι η Εκκλησία είναι η ωραιότατη αυτή γυναίκα και στη συνέχεια αναλύει ποιοι είναι οι οφθαλμοί, το τρίχωμα και οι οδόντες της.
Οι οφθαλμοί στο Σώμα της Εκκλησίας είναι «πάντες εκείνοι εις οδηγίαν Θεού τεταγμένοι», τους όποιους οι άνθρωποι χαρακτηρίζουν ορώντες. Πρόκειται για τους Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη, αφού ο Σαμουήλ χαρακτηριζόταν βλέπων, ο Ιεζεκιήλ οφθαλμός, ο Μιχαίας ορών, και ο Μωυσής θεώμενος[18]. Αυτό συμβαίνει και με τους Προφήτας της Καινής Διαθήκης και βέβαια σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν όλοι οι οδηγοί του λαού του Θεού, οι Επίσκοποι και κληρικοί. Ονομάζονται οφθαλμοί, γιατί βλέπουν τον ήλιο της δικαιοσύνης, διακρίνουν τον φίλο και τον πολέμιο[19].
Το τρίχωμα, η κόμη, στο Σώμα της Εκκλησίας είναι όλοι εκείνοι που μιμούνται τον Προφήτη Ηλία, ο οποίος μετά την πολυχρόνια άσκηση στο όρος Γαλαάδ δίδαξε τον βίο της εγκράτειας. Όλοι εκείνοι που ακολουθούν το παράδειγμα του Προφήτη Ηλία στην αρετή και την άσκηση, και προφανώς εννοεί τους μοναχούς, τους ασκητές, «κόσμος γίνονται της Εκκλησίας», αφού οι τρίχες είναι ο στολισμός της κεφαλής του σώματος του ανθρώπου[20].
Οι οδόντες στην Εκκλησία που επαινούνται από τον Λόγο, πριν από το στόμα και τα χείλη, είναι αυτοί που ανήκουν στους «κριτικούς τε και διαιρετικούς των διδαγμάτων καθηγητάς», δια των οποίων γίνεται εύληπτος και επωφελής η διδασκαλία. Οι πνευματικοί οδόντες μέσα στην Εκκλησία λαμβάνουν παχύ και σφικτό το ψωμί του λόγου και το κάνουν εύπεπτο στις ψυχές με την λεπτομερέστερη θεωρία[21].
Επομένως, οι οφθαλμοί-κληρικοί, το τρίχωμα-μοναχοί και οι οδόντες-θεολόγοι-καθηγητές, αποτελούν την δόξα και τον έπαινο του Σώματος της Εκκλησίας, αλλά έχουν και μεταξύ τους ενότητα εξωτερική και εσωτερική.
Στο «Άσμα Ασμάτων» οι οφθαλμοί λέγονται περιστεραί, γιατί, κατά την ερμηνεία του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, δείχνουν την ακεραιότητα και την απλότητα του χαρακτήρα τους και έχουν τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, το οποίο εμφανίσθηκε ως περιστερά. Ονομάζονται οφθαλμοί, γιατί επαινείται ολόκληρος ο άνθρωπος «ο φαινόμενος τε και νοούμενος». Έτσι, όσοι έλαβαν «την οπτικήν ταύτην εξουσίαν επί της Εκκλησίας» δεν βλέπουν σε κάτι το υλώδες και σωματικόν, αλλά πραγματοποιείται σε αυτούς ο πνευματικός και άυλος βίος[22]. Οι μοναχοί είναι τα μαλλιά της Νύμφης Εκκλησίας, γιατί όπως τα μαλλιά είναι άμοιρα από αίσθηση ζωής και δεν διαθέτουν πόνο και αίσθηση ηδονής, «το δε αμοιρείν της αισθήσεως των νεκρών εστίν ίδιον», έτσι και όσοι έχουν νεκρωθή κατά τον κόσμο ούτε φουσκώνουν από δόξες και τιμές, ούτε υποφέρουν από ύβρεις και περιφρόνηση, αλλά κρατούν την ίδια στάση και στις δυο αυτές αντίθετες καταστάσεις[23]. Οι καθηγητές και διδάσκαλοι χαρακτηρίζονται οδόντες για τη στερεότητα τους, για την κανονική τους θέση και τη σταθερή εμφύτευση τους στα ούλα[24]. Χαρακτηρίζονται δε οι οδόντες ως «αγέλαι κεκαρμένων», γιατί η Εκκλησία θέλει τους ανήκοντας στην κατηγορία αυτή «κεκαρμένους είναι, τουτέστι πάσης υλικής αχθηδόνος γεγυμνωμένους, είτα τω λουτρώ της συνειδήσεως παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος καθαρεύοντας, προς τούτοις αεί δια προκοπής αναβαίνοντας και μηδέποτε προς το έμπαλιν κατασυρομένους επί το βάραθρον»[25].
Είναι φανερό ότι οι κληρικοί, οι μοναχοί και οι θεολόγοι μέσα στην Εκκλησία αποτελούν μία ενότητα και αποβλέπουν στη δόξα και τον έπαινο της Εκκλησίας. Αυτό δεν είναι ένα εξωτερικό γεγονός, αλλά μία εσωτερική ενότητα και ένα πνευματικό άθλημα, με τη Χάρη του Χριστού). Αυτό με κάνει να πιστεύω ότι δεν πρέπει να επικρατή αντιπαλότητα μεταξύ Επισκόπων, μοναχών και καθηγητών, αλλά μία αραγής ενότητα, γιατί όλοι υπηρετούμε τον ίδιον σκοπό. Η Εκκλησία δεν ταυτίζεται με τους κληρικούς και την Ιερά Σύνοδο των Ιεραρχών, αλλά είναι η Νύμφη του Χριστού που στολίζεται από τους οφθαλμούς, το τρίχωμα και τους οδόντες, δηλαδή τους κληρικούς, τους μοναχούς και τους θεολόγους, οι οποίοι ζουν εν Χριστώ, μετέχουν της Χάριτος του Θεού και αποβλέπουν στη δόξα Του.




Η συνοδική διάσκεψη και διαγνώμη
Για την αντιμετώπιση των διαφόρων προβλημάτων που παρατηρούνται στην εκκλησιαστική ζωή συνέρχονται οι Πατέρες στις κατά τόπους Συνόδους, Τοπικές και Οικουμενικές, και με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος συζητούν και αποφασίζουν σχετικώς.
Οι συμμετέχοντες στους συνοδικούς θεσμούς πρέπει να εκφράζουν την εσωτερική ζωή της Εκκλησίας, το πνεύμα των Πατέρων, και να γνωρίζουν τον νου των Γραφών και των πατερικών κειμένων. Ο νους τους να είναι νους Χριστού (Α' Κορινθ. β΄, 16). Αλλά και ο τρόπος με τον οποίο θα διασκέπτονται δεν θα απέχη από τον τρόπο με τον οποίο προσεύχονται στον Ιερό Ναό. Η προσευχή, η βαθύτατη αίσθηση της παρουσίας του Θεού και κοινωνίας μαζί Του, η ευπρέπεια κατά τις συζητήσεις και ιδίως κατά τις ψηφοφορίες εκφράζει το γνήσιο συνοδικό και ιεραρχικό πολίτευμα της Εκκλησίας.
Τα κανονικά θέματα που αντιμετωπίζουν οι Άγιοι Πατέρες προέρχονται συνήθως από διαπιστώσεις που παρατηρούνται στην εκκλησιαστική ζωή, δηλαδή από το ότι υπερβαίνονται οι διακονίες που ο καθένας έχει στην Εκκλησία, από αυθαιρεσίες στο έργο τους, αλλά και από την απώλεια της χαρισματικής καταστάσεως τους στην Εκκλησία. Το ίδιο συμβαίνει και με τους όρους-δόγματα. Η αίρεση είναι έλλειψη της εμπειρίας, και γι’ αυτό κυριαρχεί ο στοχασμός. Όταν κανείς μετέχη της θεοποιού ενεργείας του Θεού, δεν μπορεί να περιπέση σε αίρεση, γιατί γνωρίζει εκ πείρας, εκ των ενεργειών του Θεού, την ύπαρξη του Τριαδικού Θεού η ακολουθεί τους πεπειραμένους Αγίους. Η υπέρβαση των αρμοδιοτήτων των διακόνων, των Πρεσβυτέρων, των Επισκόπων, είναι απόδειξη απώλειας της θείας Χάριτος. Η αμαρτία των διαφόρων μελών της Εκκλησίας, δεν είναι μία ατομική πράξη και ενέργεια, αλλά έκφραση του εσκοτισμένου νους, και γι’ αυτό με διάφορες πράξεις πρέπει ο νους να φωτισθή για να μπορή ο άνθρωπος να συμμετάσχη στην Εκκλησία ως πραγματικό μέλος της.
Έπειτα, κατά τις συνοδικές διασκέψεις, οι Επίσκοποι δεν μεταφέρουν απλώς το φρόνημα του λαού, αλλά ομιλούν, φωτιζόμενοι από το Άγιον Πνεύμα, κατά τον βαθμό της δικής τους προσωπικής πνευματικής καταστάσεως. Ο Επίσκοπος μετέχει της Χάριτος της αρχιερωσύνης που δεν είναι μία εξωτερική προσθήκη κάποιας ενεργείας, αλλά ειδική ενέργεια του Θεού σε εκείνον που έχει και τον ανάλογο βαθμό πνευματικής καταστάσεως, και έτσι καθοδηγεί τον λαό του Θεού. Βέβαια, λειτουργεί το χάρισμα της αρχιερωσύνης ανεξάρτητα από τον βαθμό της πνευματικής του ζωής και τελούνται κανονικά τα μυστήρια, αλλά εάν ατονεί το πνευματικό εσωτερικό χάρισμα παρατηρείται μία έλλειψη στον τρόπο καθοδήγησης των πιστών. Αν ο λαός είναι σε μία πνευματική κατάσταση φωτισμού και Θεώσεως, μεταφέρεται η γνώμη του στις συνοδικές διασκέψεις. Διαφορετικά, ένας εκκοσμικευμένος λόγος του λαού δεν μπορεί να έχη θέση στις αποφάσεις των Συνόδων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο στις Οικουμενικές Συνόδους υπήρξαν μερικές κυριαρχούσες μορφές που καθόριζαν και τις αποφάσεις και την ορολογία.




Η ποιμαντική διακονία
Συνηθίζουμε να ομιλούμε για τη διοίκηση της Εκκλησίας, ωσάν να πρόκειται για μία εκκοσμικευμένη διοίκηση. Νομίζω, όμως, ότι η διοίκηση της Εκκλησίας είναι κατ' εξοχήν ποιμαντική.
Όταν διάβαση κανείς τις κανονικές αποφάσεις των Τοπικών και των Οικουμενικών Συνόδων μπορεί να διακρίνη ευκρινέστερα ότι δεν αναφέρονται στη διοίκηση όπως την εννοούν μερικοί εκκοσμικευμένα, αλλά προσδιορίζουν την ποιμαντική των κληρικών και των λαϊκών, των αμαρτωλών και των μετανοούντων. Τους Πατέρες της Εκκλησίας ενδιαφέρει η σωτηρία όλων, δηλαδή η μετοχή στις άκτιστες ενέργειες του Θεού, που τους αναγεννούν εν Χριστώ. Ακόμη και η διαχείριση των υλικών πραγμάτων γίνεται μέσα σε αυτήν την προοπτική.
Η διοίκηση των θεμάτων της Εκκλησίας που γίνεται από τις Μητροπόλεις και τις Ενορίες είναι κατ' εξοχήν ποιμαντική διακονία. Και αυτό δεν γίνεται μόνον από τον επίσκοπο, αλλά από την κατά τόπους συνοδική και ιεραρχική, και χαρισματική δομή της Εκκλησίας. Με αυτήν την έννοια δεν υπάρχουν δικαιώματα και καθήκοντα μέσα στην Εκκλησία, αλλά εκφράσεις των χαρισματικών λειτουργιών, που είναι προέκταση της θείας ευχαριστίας.
Η συνοδική και ιεραρχική διάρθρωση που παρατηρείται στον Ιερό Ναό και την θεία ευχαριστία, με την Λιτή, τον κυρίως Ναό και το Ιερό Βήμα με το σύνθρονο, ουσιαστικά μεταφέρεται και εκτός του ιερού Ναού, κατά τον τρόπο της ασκήσεως της ποιμαντικής διακονίας. Όλη αυτή η ατμόσφαιρα της θείας Λειτουργίας, με τη χαρισματική της διάσταση, μεταφέρεται στην όλη εκκλησιαστική ζωή, και έκτος του ιερού Ναού. Τα μέλη της Εκκλησίας, αφού μετέχουν του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας αγωνίζονται να διαφυλάξουν αυτήν την ευχαριστιακή ζωή, την ατμόσφαιρα της θείας Λειτουργίας και κατά την καθημερινή τους διακονία μέσα στην Εκκλησία. Τα γραφεία των Ιερών Μητροπόλεων και των Ιερών Ναών, η φιλανθρωπική διακονία και όλη η εκκλησιαστική ζωή, για να εκφράζουν τη συνοδική και ιεραρχική διάρθρωση πρέπει να εμποτίζονται από την ευχαριστιακή ζωή, ως χάρισμα και ως ουσιαστική μετοχή στο Σώμα του Χριστού, αλλιώς είναι ένας εκκοσμικευμένος συνοδικός θεσμός.
Το συνοδικό και ιεραρχικό πολίτευμα της Εκκλησίας φαίνεται καθαρά στις συνοδικές αποφάσεις των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων. Εκεί συνέρχονται οι Επίσκοποι, Πρεσβύτεροι και Διάκονοι με την ιδιαίτερη θέση τους μέσα στην Εκκλησία και αποφασίζουν για μείζονα ζητήματα της εκκλησιαστικής ζωής. Με τους όρους των Οικουμενικών Συνόδων καθορίζονται τα όρια μεταξύ αλήθειας και αιρέσεως και με τους ιερούς Κανόνες προσδιορίζεται ο τρόπος διοικήσεως, ευταξίας και ποιμαντικής των κατά τόπους Εκκλησιών.
Είναι σημαντικός ο «προσφωνητικός λόγος» των Πατέρων που συνήλθαν στην εν Τρούλλω Σύνοδο που ονομάζεται και ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδος, προς τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β΄, που την συνεκάλεσε[26].
Στην αρχή αναφέρεται στην ενανθρώπηση του Χριστού και την ελευθέρωση του γένους των ανθρώπων από την πλάνη, την έναρξη της Βασιλείας του Θεού και την αποδυνάμωση του διαβόλου. Έτσι, παντού έχει νομοθετηθή λατρεία, αλλά και γίνεται θεία Λειτουργία όπου «Θεός θυόμενος και διαδιδόμενος εις σωμάτων ομού και ψυχών περιποίησιν, θεουργεί τους μετέχοντας». Με τη δύναμη του Θεού που ενεργεί στην Εκκλησία «δαίμονες φυγαδεύονται, και ιερά των ανθρώπων αθροιζόμενη πανήγυρις εν Εκκλησίαις, μυστικώς αγιάζεται, και της τρυφής ο παράδεισος τοις πάσιν ανέωκται, και τέλος γίνεται τα πάντα καινά»[27].
Ο «ανθρωποκτόνος διάβολος», όμως, που δεν μπορούσε να βλέπη αυτήν την ανάσταση του ανθρώπου δια του Χριστού, «ουκ ανήκε τα της κακίας βέλη κινών, και τους πιστούς τιτρώσκων τοις πάθεσιν, ως αν χωρισθείεν της δοθείσης αυτοίς ενεργείας του Πνεύματος, τιμής τε και χάριτος»[28].
Όμως, ο αγαθός αθλοθέτης και της σωτηρίας μας αρχηγός δεν μας άφησε αβοήθητους, αλλά ανέστησε ανθρώπους που αγωνίσθηκαν με τα όπλα της ευσέβειας εναντίον του διαβόλου. Πρόκειται για τους Ποιμένας οι οποίοι «τη του Πνεύματος σπασάμενοι μάχαιραν, ό εστί ρήμα Θεού, και ούτω συμπλακέντες τω πονηρώ, την καθ’ ημών τυραννίδα κατέλυσαν, οδηγοί των ποιμνίων γενόμενοι, και τας οδούς του Κυρίου τοις λαοίς ευθετίζοντες, όπως μη κατά κρημνών της ανομίας υπ’ αγνοίας του κρείττονος ωθοίντό τε, και διολισθαίνοιεν»[29].\
Ο Χριστός, που μας χάρισε «το είναι» και με την ενανθρώπηση Του μεταποίησε το ανθρώπινο γένος και το ανεκάλεσε προς τον εαυτό Του και το αναβίβασε σε ύψος, εξακολουθεί να εργάζεται δια των Πατέρων. «την εις το είναι τρίβον ημίν υποδείξαι δια των της Εκκλησίας λαμπτήρων, και διδασκάλων, φωταγωγούντων τα κατά Θεόν ημών διαβήματα, και προς το ευαγγέλιον παρορμώντων ων και το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει, κατά τον θείον Απόστολον»[30].
Οι δύο Οικουμενικές Σύνοδοι που προηγήθηκαν και συγκλήθηκαν στη Βασιλεύουσα δεν συνέθεσαν ιερούς Κανόνες, όπως το έκαναν οι άγιες τέσσερις Οικουμενικές Σύνοδοι, «δι’ ων Αποστήσονται μεν οι λαοί της χείρονος και ταπεινοτέρας διαγωγής, επί δε τον κρείττονα και υψηλότερον μεταθώνται βίον». Αυτό είχε ως συνέπεια για «το έθνος το άγιον, το βασίλειον ιεράτευμα, υπέρ ου ο Χριστός απέθανεν», ότι διασπάσθηκε από την αταξία των παθών και αποσπάσθηκε από την Εκκλησία και με την άγνοια και τη λήθη των κατορθωμάτων της αρετής, κατεπάτησε τον Υιό του Θεού, και το αίμα της Διαθήκης με το οποίο αγιάσθηκε και ύβρισε τη Χάρη του Πνεύματος[31].
Έτσι, ο Βασιλεύς, φωτιζόμενος από τον Χριστό, συνεκάλεσε τη Σύνοδο αυτή για να επαναφέρη την τάξη στην Εκκλησία. «την Αγίαν ταύτην και θεόλεκτον οικουμενικήν αθροισθήναι σύνοδον ωρίσας, όπως, τη των πολλών επί το αυτό συνελεύσει τε και σύμπνοια, κατορθωθείη σοι εις δέον το σπουδαζόμενον». Με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος η Σύνοδος αυτή συνέθεσε ιερούς Κανόνες[32].
Στον «προσφωνητικόν λόγον» της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου προς τον Βασιλέα που συνεκάλεσε τη Σύνοδο, φαίνεται καθαρά ότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι κατευθύνονται από τον Χριστό εν Αγίω Πνεύματι, ότι οι Πατέρες που συμμετέχουν σε αυτές εμπνέονται από το Άγιον Πνεύμα και με αυτήν την προοπτική συζητούν, και το έργο τους αποβλέπει στη σωτηρία των ποιμνίων, που ορίζεται ως βίωση της ενανθρωπήσεως του Χριστού και την είσοδο τους στον Παράδεισο. Αυτό εκφράζει το περιεχόμενο του συνοδικού και ιεραρχικού πολιτεύματος της Εκκλησίας.




Τα επί μέρους χαρίσματα
Μέσα στην Εκκλησία, που είναι το Σώμα του Χριστού, υπάρχουν πολλά χαρίσματα τα οποία δίνονται από το Άγιον Πνεύμα για την οικοδομή του Σώματος του Χριστού. Στην κατηγορία αυτή συμπεριλαμβάνονται τα χαρίσματα της θεολογίας, της Ιερωσύνης, της διδασκαλίας, της διοικήσεως, των θαυμάτων, της Ιεραποστολής κ. λπ.
Πέρα, όμως, από τα χαρίσματα αυτά, πρέπει να σεβόμαστε και τα λεγόμενα πνευματικά χαρίσματα, όπως η προσευχή, η κατάνυξη, η έλλαμψη της καρδίας, ο φωτισμός του νοός, που είναι η βάση των εκκλησιαστικών και λειτουργικών χαρισμάτων. Γιατί χωρίς αυτά τα χαρίσματα που πρέπει να είναι κοινά σε όλα τα μέλη της Εκκλησίας δεν μπορούν να έχουν αποτελεσματική δύναμη και τα άλλα λειτουργικά χαρίσματα.
Μια τέτοια διδασκαλία συναντούμε στα έργα του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, επειδή στην εποχή του αμφισβητούσαν τα πνευματικά χαρίσματα της αγιότητας, στο πρόσωπο μάλιστα του Πνευματικού Πατρός του, Συμεών τον ευλαβούς. Σε σχετική του ομιλία αναλύει ότι είναι βλασφημία του Αγίου Πνεύματος το να ισχυρίζεται κανείς ότι δεν μπορεί κάποιος στην εποχή μας να μέθεξη του Αγίου Πνεύματος, καθώς επίσης ότι εισάγει αίρεση στην Εκκλησία εκείνος που διαβάλλει τις ενέργειες του Παναγίου Πνεύματος και τις αποδίδει στον διάβολο[33].
Έχοντας υπ' όψη του τον λόγο του Μεγάλου Βασιλείου, ότι βλασφημία του Αγίου Πνεύματος είναι το «επιφημίζειν τας ενεργείας αυτού τω πνεύματι τω εναντίω», γράφει ότι βλασφημία του Αγίου Πνεύματος είναι όταν γίνονται θαύματα υπό του Αγίου Πνεύματος η κάποιος βλέποντας σε έναν αδελφό του κάποιο θείο χάρισμα, όπως «κατάνυξιν η δάκρυα η ταπείνωσιν η γνώσιν θείαν η λόγον σοφίας της άνωθεν η άλλο τι χαριζόμενον υπό θείου Πνεύματος τοις τον Θεόν αγαπώσι, λέγει είναι τούτο από της απάτης του διαβόλου». Αλλά το ίδιο βλασφημεί το Άγιο Πνεύμα και εκείνος που θεωρεί ότι πλανώνται από τον διάβολο εκείνοι που άγονται ως υιοί του Θεού υπό του Αγίου Πνεύματος και πράττουν τα προστάγματα του Πατρός αυτών[34].
Επίσης, άπιστοι και παντελώς αμύητοι των θείων μυστηρίων, είναι εκείνοι που αποφαίνονται τολμηρώς, «σκοτιζόμενοι τους οφθαλμούς της καρδίας», ότι είναι πλάνη δαιμόνων «καν περί ελλάμψεως θείας ακούσωσι, καν περί φωτισμού ψυχής και νοός, καν περί θεωρίας τε και απάθειας, καν περί ταπεινώσεως και δακρύων των εξ ενεργείας και χάριτος του Αγίου Πνεύματος εκχεομένων». Αυτό είναι «ασέβεια μάλλον η αίρεσις». Αίρεση είναι το να παρεκκλίνη κανείς από τα υπάρχοντα δόγματα και την ορθή πίστη. Το ίδιο αίρεση είναι και η άποψη κάποιου ότι δεν είναι άρτιοι εκείνοι που αγαπούν τον Θεό και καταξιώθηκαν του Αγίου Πνεύματος, και βαπτίσθηκαν σε υιούς του Θεού από αυτό και έγιναν θεοί «εν γνώσει και πείρα και θεωρία». Αυτός «πάσαν ανατρέπει του Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού την ανακαίνισιν της φθαρείσης εικόνος και θανατωθείσης, την επί αφθαρσίαν αυτής γενομένην και αθανασίαν ανάκλησιν»[35].
Έτσι, εκείνος που σέβεται το συνοδικό και ιεραρχικό πολίτευμα της Εκκλησίας, συγχρόνως σέβεται, εκτιμά και αναγνωρίζει όλα τα χαρίσματα που δίνει το Άγιον Πνεύμα στα μέλη της Εκκλησίας. Διαφορετικά σέβεται μεν την εξωτερική τυπική Συνοδικότητα, αλλά αμφισβητεί τις ενέργειες του Αγίου Πνεύματος, και κατ' αυτόν τον τρόπο, αφ' ενός μεν βλασφημεί το Άγιον Πνεύμα, αφ' ετέρου δε υποπίπτει σε αίρεση.




4. Συνοδικός και αντισυνοδικός τρόπος ζωής
Ο Αρχιμανδρίτης Γεώργιος, Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Όσιου Γρηγορίου του Αγίου Όρους, σε ένα ενδιαφέρον κείμενο του με τίτλο «Η συνοδική δομή της Εκκλησίας και η υπό των Ποιμένων συνοδική διαχείρισις των εκκλησιαστικών πραγμάτων»[36], αναλύει διεξοδικώς, κυρίως βάσει των ιερών Κανόνων, το συνοδικό και ιεραρχικό πολίτευμα της Εκκλησίας. Θα τονισθούν μερικά βασικά σημεία του ενδιαφέροντος αυτού κανονικού και εκκλησιαστικού κειμένου.
Η συνοδική δομή της Εκκλησίας δεν έχει επηρεασθή απλώς από την υπάρχουσα λειτουργία της Ρωμαϊκής Συγκλήτου, αλλά ερείδεται στα πρόσωπα της Άγιας Τριάδος. Η δημιουργία του κόσμου και η αναδημιουργία του έγινε από τον Πατέρα, δι’ Υιού, εν Πνεύματι Αγίω. Ο κδ' Αποστολικός Κανόνας ορίζει τον τρόπο συνεργασίας του Μητροπολίτου με τον επίσκοπο, που υπάγεται σε αυτόν κατά το πρότυπο της Άγιας Τριάδος[37].
Ο συνοδικός τρόπος ζωής της Εκκλησίας εκδηλώνεται «εις πάσαν πράξιν κοινωνίας», αφού ολόκληρος η «Εκκλησία Θεωρείται ως μία διαρκής σύνοδος». Αυτό γίνεται μεταξύ των Επισκόπων, μεταξύ του Μητροπολίτου και των Επισκόπων που υπάγονται σε αυτόν, μεταξύ του Επισκόπου και του Πρεσβυτερίου, μεταξύ του Πρεσβυτερίου και των κληρικών και λαϊκών, που απαρτίζουν την τοπική εκκλησιαστική Κοινότητα και μεταξύ των λαϊκών. Η συνοδικώς θεωρούμενη ιεραρχικότητα της Εκκλησίας εκφράζεται και βιώνεται σε όλα τα επίπεδα της εκκλησιαστικής ζωής[38].
Ο συνοδικός τρόπος ζωής στην Εκκλησία γίνεται μέσα στην θεολογική έννοια της συνεργείας Θεού και ανθρώπων, αφού μέσα στην Εκκλησία ενεργεί το Άγιον Πνεύμα[39]. Η θεολογική έννοια της συνέργειας δηλώνει την ενέργεια του Θεού και τη συνεργεία του ανθρώπου, αφού τίποτε δεν μπορεί να γίνη χωρίς την ενέργεια του Θεού και την ελευθερία του ανθρώπου. Επομένως, η Συνοδικότητα δεν είναι ένας κατεστημένος θεσμός, αλλά η παρουσία του Αγίου Πνεύματος που εκφράζεται πλούσια εκεί που υπάρχει ανταπόκριση εκ μέρους των ανθρώπων.
Αυτή η συνοδική δομή της Εκκλησίας εκφράζεται στις Συνόδους για την οριοθέτηση της πίστεως και τη θέσπιση των ιερών Κανόνων, στις εκλογές και χειροτονίες των Επισκόπων, ακόμη και στη διαχείριση των οικονομικών πραγμάτων κάθε Επισκοπής[40].
Από την εκκλησιαστική ιστορία διαφαίνεται ότι όπου καταργείται ο συνοδικός θεσμός, αυτό οφείλεται στην ανωριμότητα και την αμαρτωλότητα των κληρικών και των λαϊκών. Ο Επίσκοπος διοικεί αντισυνοδικώς, όταν χρησιμοποιή τον φόβο και όχι την αγάπη, την πειθαρχία και όχι την υπακοή. Τον ίδιο αντισυνοδικό τρόπο διοικήσεως μπορεί να ασκούν οι Πρεσβύτεροι στις ενορίες τους και οι ηγούμενοι στις Μονές τους. Η Συνοδικότητα ατονεί μεταξύ των μελών της Εκκλησίας όταν δημιουργούνται ομάδες και παρατάξεις μέσα στην Εκκλησία[41].
Ο «αντισυνοδισμός» δείχνει «εγωκεντρικήν και μη μεταμορφωθείσαν εν Χριστώ ζωήν». Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται μετάνοια για την ενεργοποίηση του συνοδικού και ιεραρχικού πολιτεύματος της Εκκλησίας. «Απαιτείται μετάνοια και κατά Θεόν αλλοίωσις του έσω ανθρώπου, δια να καταστή δυνατή η υπ' αυτού βίωσις του μυστηρίου της Εκκλησίας εν αληθεία, ήτοι κατά τρόπον καθολικόν και συνοδικόν. Ο αγών των γρηγορούντων και θεολογικώς βιούντων το μυστήριον της Εκκλησίας είναι πάντοτε σαφής: Δια της μετανοίας συνοδική ζωή και διαχείρισις των της Εκκλησίας ζητημάτων»[42].
Συμπέρασμα
Ο Συνοδικός θεσμός δεν είναι μία εξωτερική τυπική διαδικασία, ένας σεβασμός των διαφόρων γνωμών και μία ανοικτή συζήτηση η έστω μία κοινή προσευχή, αλλά η λειτουργία των χαρισμάτων, όταν στηρίζονται στην εσωτερική ζωή της Εκκλησίας. Αυτό σημαίνει ότι ο συνοδικός θεσμός πρέπει να ενεργή ως ιεραρχική δομή της Εκκλησίας και αυτά τα δυο πρέπει να βρίσκονται σε συνάρτηση με τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Αλλά και αυτά τα χαρίσματα δεν πρέπει να εννοηθούν ως εξωτερικά επιθέματα, αλλ’ ως μετοχή στην αγιαστική ενέργεια της Άγιας Τριάδος.
Ο Απόστολος Παύλος στην προς Κολοσσαείς επιστολή του γράφει: «μετά χαράς ευχαριστούντες τω Θεώ και πατρί τω ικανώσαντι ημάς εις την μερίδα του κλήρου των Αγίων εν τω φωτί» (Κολοσσαείς α', 12). Ως μέλη της Εκκλησίας με το Άγιο Βάπτισμα και το Χρίσμα, με την μέθεξη της καθαρτικής, φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας του Θεού, ελπίζουμε να συμμετάσχουμε στη μερίδα του κλήρου, των κληρονόμων των Αγίων μέσα στο άκτιστο Φως. Οι Άγιοι που είναι οι πραγματικοί κληρονόμοι, ανεξαρτήτως της διακονίας που έχουν μέσα στην Εκκλησία, ζουν μέσα στο Φως του Θεού.
Μέσα από αυτήν την Αποστολική φράση και όσα αναπτύχθηκαν πιο πάνω, μπορώ να ομιλώ για τον συνοδικό θεσμό και το ιεραρχικό πολίτευμα της Εκκλησίας ως χαρισματικής καταστάσεως. Εάν υπάρχει μία εξωτερική διάρθρωση και διάταξη διακονιών, χωρίς την μέθεξη αυτής της Χάριτος, ως καθαρτικής, φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας του Θεού, τότε είναι ένας εκκοσμικευμένος συνοδικός θεσμός, που μπορεί να παρατηρηθή και σε όλους τους ανθρώπινους οργανισμούς-θεσμούς που δεν σώζει τον άνθρωπο.




Σημειώσεις
[1] Δημητράκου Δ., Μέγα λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης, τόμος 8ος, σελ. 6967, εκδοτικός οίκος Δημητράκου, Αθήναι 1952.
[2] Ι. Χρυσοστόμου έργα, τόμ. 21, ΕΠΕ, σελ. 308-310.
[3] Δημητράκου Δ., Λεξικόν, τόμος 4ος, ένθ. ανωτ. σελ. 3418.
[4] Φιλοκαλία των Νηπτικών και ασκητικών, τόμ. 3 σελ. 232 και εξής, Πατερικαί εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1986.
[5] ένθ. ανωτ. σελ. 234-236.
[6] ένθ. ανωτ. σελ. 336.
[7] ένθ. ανωτ. σελ. 346.
[8] Ιγνάτιου Θεοφόρου, Προς Εφεσίους, εις Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων, εκδ. Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, τόμ. 2, σελ. 265, Αθήναι 1955.
[9] ένθ. ανωτ. σελ. 266.
[10] ένθ. ανωτ. σελ. 270.
[11] ένθ. ανωτ. σελ. 269.
[12] ένθ. ανωτ. σελ. 271.
[13] ένθ. ανωτ. σελ. 272.
[14] ένθ. ανωτ. σελ. 273.
[15] Βλέπε Μπρατσιώτου Π., Η Αποκάλυψις, σελ. 50-58, εν Αθήναις, εκδ. Χαραλ. Συνοδινού 1950.
[16] Διονυσίου Αρεοπαγίτου, ένθ. ανωτ. σελ. 234-236.
[17] Pg 56, 97-98.
[18] Γρηγορίου Νύσσης, έργα 7, ΕΠΕ, σελ. 240.
[19] Ένθ. ανωτ., σελ. 240.
[20] Ένθ. ανωτ., σελ. 244-246.
[21] Ένθ. ανωτ., σελ. 246-248.
[22] Ένθ. ανωτ., σελ. 240-242.
[23] Ένθ. ανωτ., σελ. 244.
[24] Ένθ. ανωτ., σελ. 248.
[25] ένθ. ανωτ. σελ. 250.
[26] Ράλλη Ποτλή, τόμ. Β΄, σελ. 295 κ. εξής
[27] Ένθ. ανωτ., σελ. 295-296.
[28] Ένθ. ανωτ., σελ. 296.
[29] Ένθ. ανωτ., σελ. 296.
[30] Ένθ. ανωτ., σελ. 297.
[31] Ένθ. ανωτ., σελ. 298.
[32] Ένθ. ανωτ., σελ. 298-299.
[33] Βλέπε Sc, 113, σελ. 238 και εξής
[34] Ένθ. ανωτ., σελ. 238-240.
[35] Ένθ. ανωτ., σελ. 240-242.
[36] Βλέπε Καψάνη Γ., αρχιμ., Καθηγουμένου της ιεράς Μονής Όσιου Γρηγορίου Αγίου Όρους, Η ποιμαντική διακονία κατά τους ιερούς Κανόνας, εκδ. Άθως, Πειραιεύς 1976, σελ. 113 και εξής.
[37] Ένθ. ανωτ., σελ. 114.
[38] Ένθ. ανωτ., σελ. 114-115.
[39] Ένθ. ανωτ., σελ. 117.
[40] Ένθ. ανωτ., σελ. 118 και εξής
[41] Ένθ. ανωτ., σελ. 126-128.
[42] Ένθ. ανωτ., σελ. 129.

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )