.

.

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Θεολογική και ιστορική κριτική της εισηγήσεως του Σεβ. Μητρ. Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνατίου στην Παπική Ημερίδα για την Β΄ Βατικάνειο Σύνοδο (Μέρος Α΄)

Εν Πειραιεί 15-12-2013

εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς
«Ἐσύ εἶσαι κοπέλλι (τσιράκι) τοῦ Πάπα καί ὡσάν κοπέλλι τοῦ Πάπα ὁμιλεῖς».(Ἅγιος Μᾶρκος Εὐγενικός)

Στήν ψευδοσύνοδο τοῦ πάπα Φεράρας-Φλωρεντίας τό 1438-39, ὁ φίλος τοῦ πάπα, ἐπίσκοπος Νικαίας Βησσαρίων, προσπάθησε μέ κάθε τρόπο νά παρασύρει μέ τό μέρος του τόν ἅγιο Μάρκο ἐπίσκοπο Ἐφέσου τόν Εὐγενικό, γιά νά γίνει ἡ ἕνωση, δηλ. ἡ ὑποταγή τῆς Ὀρθοδοξίας στόν αἱρεσιάρχη πάπα. Ὅποτε ὁ ἅγιος Μάρκος, ἀπευθυνόμενος πρός τόν Βησσαρίωνα, τοῦ εἶπε : «Ἐσύ εἶσαι κοπέλλι (τσιράκι) τοῦ Πάπα καί ὡσάν κοπέλλι τοῦ Πάπα ὁμιλεῖς»! Ὁ μέν ἅγιος Μάρκος δέν ὑπέγραψε τά πρακτικά τῆς ψευδοσυνόδου τοῦ πάπα, ἀναγκάζοντάς τον νά ὁμολογήσει τήν ἥττα του, ἀναφωνώντας «εἰ Μάρκος οὔχ ὑπέγραψεν, ἐποιήσαμεν οὐδέν» καί ἔτσι ἔσωσε τήν Ὀρθοδοξία ἀπό τήν παπική λαίλαπα. Ὁ δέ Βησσαρίων μέ τόν Ἰσίδωρο τόν Ρῶσο ἔγιναν ἀρνητές τῆς Ὀρθοδοξίας καί εἰσχώρησαν στήν αἵρεση τοῦ παπισμοῦ. Ὁ δέ πάπας τούς προβίβασε καί τούς ἔκανε καρδιναλίους.
Δυστυχῶς καί σήμερα δέν ἔλειψαν τά κοπέλλια τοῦ πάπα στήν Ὀρθόδοξη Ἑλλάδα. Τοιοῦτος, ἐκτός τῶν ἄλλων, εἶναι καί ὁ Σέβ. Μητρ. Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιος.  Ἡ πρόσφατη συμμετοχή του στίς 9-11-2013 ὡς εἰσηγητοῦ στήν παπική ἡμερίδα, πού πραγματοποιήθηκε στό Λεόντειο Λύκειο Πατησίων Ἀθηνῶν, μέ θέμα «Πενήντα χρόνια ἀπό τή σύγκληση τῆς Β΄ Βατικάνειας Συνόδου˙ σκέψεις ἑνός Ὀρθοδόξου ἐπισκόπου», ἐπιβεβαιώνει τήν προσωνυμία! Οἱ προσωπικές του θέσεις καί τά λεχθέντα του ὄντως μᾶς ὁδηγοῦν στό νά τοῦ ἐπαναλάβουμε τό τοῦ ἁγίου Μάρκου :  «Ἐσύ εἶσαι κοπέλλι (τσιράκι) τοῦ Πάπα (ὅχι Ὀρθόδοξος ἐπίσκοπος) καί ὡσάν κοπέλλι τοῦ Πάπα ὁμιλεῖς (ὅχι σάν Ὀρθόδοξος ἐπίσκοπος)»!
Δέν εἶναι ἡ πρώτη φορά πού ὁ ποικιλοτρόπως σκανδαλίζων τόν πιστό λαό, γνωστός καί μή ἐξαιρετέος, οἰκουμενιστής καί μεταπατερικός Σεβ. κ. Ἰγνάτιος, προβαίνει σέ μία ἀκόμη – ἀπό τίς ἀναρίθμητες – προκλητική καί προδοτική της Ὀρθοδόξου πίστεως ἐνέργεια. Ἄς θυμηθοῦμε μερικές, τίς πιό κύριες, ἀπ’αὐτές. α) Ἡ συμμετοχή τοῦ Σεβ. κ. Ἰγνατίου, συμπροσευχομένου, σέ παπική «λειτουργία» στό γνωστό οἰκουμενιστικό, οὐνιτικό, μεικτό μοναστήρι τοῦ Bose (Μποζέ) στήν Ἰταλία, μέ τό ὁποῖο διατηρεῖ μακροχρόνιες σχέσεις καί συνεργασία, ὅπου μπροστά του καί μή ἀντιδροῦντος τοῦ ἰδίου, ἱερεύς τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνών (αἰδ. πρωτ. π. Παῦλος Κουμαριανός) κοινώνησε μέ παπική ὄστια τόν Σεπτέβριο τοῦ 2010[1]. β) Ἡ τέλεση Ὀρθόδοξης Θείας Λειτουργίας στή Ραβέννα τό 2002, ὅπου ἐπέτρεψε στόν διάκονο νά κοινωνήσει καί παπικούς[2]. γ) Ἡ ὑπογραφή τοῦ κ. Ἰγνατίου, ὡς προέδρου τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στό ἐπαίσχυντο κείμενο τοῦ Porto Alegre (Πόρτο Ἀλέγκρε) τῆς Βραζιλίας τό 2006 κατά τή Θ΄ Γενική Συνεύλευση τοῦ προτεσταντικοῦ ΠΣΕ, τό ὁποῖο στήν οὐσία εἶναι Παγκόσμιο Συνονθύλευμα τῶν Αἱρέσεων[3]. δ) Ἡ λειτουργική ἀνανέωση ἤ ἀναγέννηση[4].               ε) Ἡ μεταγλώτισση-μετάφραση στή νεοελληνική γλώσσα τόσο τῶν παλαιοδιαθηκικῶν ἀναγνωσμάτων τῶν ἑσπερινῶν ὅσο καί τῶν εὐχῶν τῆς Θείας Λειτουργίας καί ἡ ἐκφώνησή τους ἐν συνάξει, κατά παράβασιν τόσο τῆς ἁγιοπατερικῆς διδασκαλίας ὅσο καί τῆς συνοδικῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερά Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος[5]. στ) Ἡ σύσταση τῆς λεγομένης Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν, ἡ ὁποία στήν οὐσία εἶναι Ἐπιδημία Οἰκουμενιστικῶν Σπουδῶν καί ἐργαστήριο προωθήσεως τῶν στόχων τοῦ οἰκουμενισμοῦ καί τοῦ ΠΣΕ, ἡ ὁποία τόν Ἰούνιο τοῦ 2010 μέ ἐπίσημο συνέδριο εἰσήγαγε στόν Ὀρθόδοξο Θεολογικό χῶρο τήν αἵρεση τῆς πατρομαχίας, δηλ. τήν μεταπατερική, νεοπατερική καί συναφειακή αἵρεση[6], τήν ὁποία ἐνίσχυσε μέ νέο συνέδριο τόν Μάϊο τοῦ 2013 στή Ρουμανία[7], γιά τήν ὁποία ἡ Ἱερά Μητρόπολη Πειραιῶς στίς 15-2-2012 διοργάνωσε ἐπιστημονική καί θεολογική ἡμερίδα μέ θέμα «Πατερική θεολογία καί μεταπατερική αἵρεση»[8]. ζ) Ἡ δημόσια ἀμνήστευση τοῦ διεθνοῦς καί φρικώδους Σιωνισμοῦ[9], μέ ὑποστηρικτή τήν γνωστή κ. Θεοδώρα (Ντόρα) Μπακογιάννη, ὡς ἀντίδραση στίς ὀρθοδοξότατες θέσεις τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, σχετικά μέ τόν ἀντισημιτισμό καί τόν Σιωνισμό, μέ ἀποτέλεσμα ἡ Ἰσραηλιτική κοινότητα τοῦ Βόλου σέ ἐπιστολή της πρός τόν ἴδιο νά τόν ἀποκαλέσει πραγματικό της ποιμενάρχη[10]. η) Ἡ ἐνεργός συμμετοχή τῶν ὑπευθύνων τῆ$ς ΑΘΣ (Παντελής Καλαϊτζίδης κ.ἄ.) στήν 10η Γενική Συνέλευση τοῦ ΠΣΕ στό Πουσᾶν τῆς Κορέας[11] (30-10/8-11-2013), ὄπου, ἀποδεχόμενοι τό κοινό κείμενο, ζήτησαν συγγνώμη, πού εἶναι Ὀρθόδοξοι, παρουσίασαν τά νέα βιβλία οἰκουμενιστικής κατηχήσεως κληρικῶν καί λαϊκῶν, καί προτάθηκε ἡ ΑΘΣ ὡς τόπος διοργάνωσης τῆς ἑπομένης 11ης Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ ΠΣΕ. θ) Ἡ πρόσκληση αἱρετικῶν                                  (Ἀγγλικανῶν[12], παστόρων[13]), στυλοβατῶν τῆς παναιρέσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ (Σεβ. Μητρ. Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας[14]) καί ἠθικά μεμπτῶν ἀρχιερέων, κληρικῶν καί λαϊκῶν γιά ὁμιλίες, συμπροσευχές καί συλλείτουργα στήν Ἱ. Μ. Δημητριάδος. ι) Ἡ ὑποστήριξη τῆς ἀλλαγῆς τοῦ χαρακτήρα τοῦ μαθήματος Θρησκευτικῶν ἀπό ὀρθόδοξο, κατηχητικό καί ὁμολογιακό σέ συγκρητιστικό, θρηκειολογικό καί πανθρησκειακό[15]. ια) Ἡ προώθηση τῆς φεμινιστικῆς θεολογίας[16]. ιβ) Ἡ ἐκπομπή του «Ἀρχονταρίκι», μέσω τῆς ὁποίας προωθεῖ οἰκουμενιστικές καί ἀντίθετες μέ τή χριστιανική ἠθική ἀπόψεις (βλ. ἡ ἐκπομπή μέ θέμα «Ἡ χαρά τοῦ ἔρωτα»[17]). ιγ) Το πρόσφατο οἰκονομικό σκάνδαλο εἰς βάρος τοῦ                                κ. Κων/νου Λούλη[18], καί ἄλλα πολλά ὦν οὐκ ἔστιν ἀριθμός. Ὡς συνέχεια τῶν ἀνωτέρω, ἔρχεται ἡ συμμετοχή τοῦ κ. Ἰγνατίου στήν προαναφερθεῖσα παπική ἡμερίδα.  
Κατόπιν τούτων ρωτᾶμε εὐλόγως : Ὅλα τά ἀνωτέρω μαρτυροῦν «ἕναν ὑπεύθυνο ἐπίσκοπο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ὅπως ὁ ἴδιος στήν ἀρχή τῆς εἰσηγήσεώς του ἀποκαλεῖ τόν ἑαυτό του, αὐτοεπαινούμενος καί αὐτοεγκωμιαζόμενος, ἐκδηλώνοντας τόν ἐγωισμό, πού ὑποβόσκει μέσα του καί τήν πλάνη τοῦ νοός, πού τόν διακατέχει; Συνήθως κάποιος ἄλλος, κάποιος τρίτος ἐγκωμιάζει καί ἐπαινεῖ κάποιον γιά κάποιο πράγμα. Εἶναι πνευματικά ὀλέθριο τό νά προβάλλει κάποιος τόν ἑαυτό του, νά αὐτοπροβάλεται. Κατ’ἀκρίβειαν, σύμφωνα μέ τήν ἁγιοπατερική διδασκαλία, δέν πρέπει νά δεχόμαστε οὔτε τούς ἐπαίνους τῶν ἄλλων γιά τούς ἑαυτούς μας, διότι εἶναι πολύ πιθανόν νά πέσουμε στήν διαβολική παγίδα τοῦ ἐγωισμοῦ, τῆς ὑπερηφανείας, τῆς ἀλαζονείας καί τῆς ἐπάρσεως, ἐνῶ πρέπει νά διακατεχόμαστε ἀπό τήν ἀρετή τῆς ταπεινώσεως, τῆς ἀναξιότητος καί τῆς ἀχρειότητος. Στήν συγκεκριμένη περίπτωση, ἔχουμε χειροκροτήματα καί ἐπαίνους ἀπό τούς παπικούς πρός τόν Σεβ.                        κ. Ἰγνάτιο καί τό ἀκόμα χειρότερο ὁ ἴδιος ὁ Σεβ. κ. Ἰγνάτιος αὐτοπροβάλλεται ὡς «ὑπεύθυνος ἐπίσκοπος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Τά ἀνωτέρω, ὅμως, μαρτυροῦν ἀκριβῶς τό ἀντίθετο˙ ἕναν ἀνεύθυνο ἐπίσκοπο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἄλλωστε, δέν θά μποροῦσε ὁ Σεβ. κ. Ἰγνάτιος νά συμμετεῖχε στήν ἡμερίδα τῶν αἱρετικῶν παπικῶν, ἄν κι αὐτός δέν ἔπασχε ἀπό τήν ἴδια πνευματική νόσο, τόν ἑωσφορικό ἐγωισμό, ὁ ὁποῖος, ὅπως εἶναι γνωστό, ἀποτελεῖ τήν κυριότερη αἰτία τῆς ἐμφανίσεως τῶν αἱρέσεων.
ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Α) Ἡ ἀντιεπιστημονικότητα τῆς εἰσηγήσεως
Ὁ κ. Ἰγνάτιος στήν εἰσήγησή του, ἡ ὁποία δημοσιεύθηκε στήν ἐφημερίδα ‘Θεσσαλία’ τοῦ Βόλου, στίς                  24-11-2013, στή σελ. 37, χρησιμοποιεῖ τήν στοχαστική, συλλογιστική μέθοδο, ὅπως ἄλλωστε ὁ ἴδιος παραδέχεται στήν ἀρχή τῆς εἰσηγήσεώς του, λέγοντας : «Ἀποτελεῖ, συνεπῶς, χρέος γιά κάθε Ὀρθόδοξο πιστό καί ἰδιαίτερα γιά ἕναν ὑπεύθυνο ἐπίσκοπο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, νά στοχαστεῖ ἐπάνω στή σημασία σημασία τοῦ ἱστορικοῦ αὐτοῦ γεγονότος μέ τήν εὐκαιρία τῆς συμπληρώσεως μίας ὁλόκληρης πεντηκονταετίας ἀπό τήν πραγματοποίησή του».
Ἐπιτρέπεται, ὅμως, «ἕνας ὑπεύθυνος ἐπίσκοπος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», νά χρησιμοποιεῖ αὐτή τή μέθοδο γιά τή συγγραφή ἑνός κειμένου, μιᾶς εἰσηγήσεως;
Ἕνας Ὀρθόδοξος, ὅταν γράφει ἕνα κείμενο, πρέπει νά χρησιμοποιεῖ τήν ἀποδεικτική μέθοδο δομῆς τοῦ κειμένου καί ὄχι τήν συλλογιστική. Τί σημαίνει ἀποδεικτική μέθοδος; Σημαίνει ὅτι ἡ μελέτη βασίζεται στίς γνῶμες καί τίς ἀποφάσεις τῶν ἁγίων Πατέρων, τῶν ἁγίων ἐννέα Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν Ἱερῶν Κανόνων, πού εἶναι θεόπνευστες καί θεανθρωποκεντρικές καί ὄχι ἀνθρωποκεντρικές, ἐνῶ ἡ συλλογιστική μέθοδος εἶναι βασισμένη στόν ἀνθρώπινο λογισμό καί τήν ἀπόφαση τοῦ ἑκάστοτε συγγραφέα, πού εἶναι ἐπισφαλής καί ἀβέβαιος γιά τήν ὀρθότητα τῶν ἀπόψεών του. Ἡ συλλογιστική μέθοδος ἐφαρμοζόταν καί ἐφαρμόζεται καί σήμερα ἀπό τούς φιλοσόφους, τούς πολιτικούς, τούς ἱστορικούς καί ἀπό τούς φιλοσοφοῦντες θεολόγους. Σύμφωνα, ὅμως, μέ τήν ὀρθόδοξη θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τίς ἡσυχαστικές συνόδους τῶν ἐτῶν 1341, 1347, 1351 μ.Χ., πού συνεκλήθησαν ἐναντίον τῶν λατινοφρόνων Βαρλαάμ Καλαβρού, Δημητρίου Κυδώνη, Νικηφόρου Γρήγορα καί Γεωργίου Λαπίθη, ἡ ὀρθόδοξη μέθοδος συγγραφῆς κειμένων τῆς θεολογίας εἶναι ἡ ἀποδεικτική μέθοδος καί ὄχι ἡ συλλογιστική. Διότι, ἡ ἀποδεικτική μέθοδος βασίζεται στήν θεοπνευστία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῶν ἁγίων Πατέρων καί τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἐνῶ ἡ συλλογιστική μέθοδος βασίζεται μόνο στό ἀνθρώπινο, μή μεταμορφωμένο ἀπό τήν ἄκτιστη θεία ΧάρΙ, μυαλό καί διάνοια[19].
            Ἕνας Ὀρθόδοξος, ὅταν γράφει ἕνα κείμενο, ὠφείλει νά χρησιμοποιεῖ, ἐπίσης, καί τήν ἱστορικοθεολογική μέθοδο, ἀκολουθώντας κατά πόδας τούς ἁγίους Πατέρες καί ἐκκλησιαστικούς ἄνδρες στήν ἔκθεση τῶν ἀπόψεών τους, πού εἶναι καί ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἄλλοτε ἐφαρμόζει τήν ἀκρίβεια καί ἄλλοτε τήν οἰκονομία στήν ποιμαντική διακονία της γιά τήν σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων διαχρονικά, ἀλλά ἰδιαίτερα γιά τήν σωτηρία τῶν αἱρετικῶν. Αὐτό τό πράττει κανείς, ἐπειδή ἀκόμη δέν τοῦ ἐπιτρέπεται νά θεολογήσει, λόγω τῶν παθῶν του, τῆς φιλαυτίας, τοῦ ἐγωισμοῦ καί τῆς αὐτοπροβολῆς, πού, δυστυχῶς, βασανίζουν καί ταλαιπωροῦν ὅλη του τήν ζωή, πρακτική καί θεωρητική.
Ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἀντιλαμβάνεται ὁ καθένας ὅτι ἡ εἰσήγηση τοῦ Σεβ. κ. Ἰγνατίου ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου εἶναι παντελῶς ἀπαράδεκτη. Ἐπίσης, ἡ εἰσήγησή του χαρακτηρίζεται ὡς τελείως ἀντιεπιστημονική, διότι σ’αὐτή δέν ὑπάρχει οὔτε μία παραπομπή, οὔτε κάποια βιβλιογραφία, οὔτε καν μία ὀρθόδοξη θεολογική ἐπιχειρηματολογία! Εἶναι γυμνή ἀπό βιβλική καί πατερική θεολογία, ἐνῶ βρίθει παπικῆς, βατικάνειας «θεολογίας». Ἄν θά θέλαμε νά τήν χαρακτηρίσουμε, θά λέγαμε ὅτι ἡ εἰσήγησή του περιέχει ἀνακρίβειες, ἀοριστολογίες, γενικολογίες καί ἀγαπητισμούς.  
Β) Ἡ ἀντικανονική συμμετοχή τοῦ Σεβ. κ. Ἰγνατίου στήν παπική ἡμερίδα
Ἡ συμμετοχή τοῦ Σεβ. κ. Ἰγνατίου στήν παπική ἡμερίδα ὑπῆρξε ἀποτέλεσμα καί ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος; Ὑπῆρξε σύγκληση τῆς Ι.Σ.Ι., ἡ ὁποία ἐξουσιοδότησε τόν κ. Ἰγνάτιο νά τήν ἐκπροσωπήσει στήν παπική ἡμερίδα; Θεωροῦμε ὅτι γιά ἕνα τέτοιο σοβαρό ζήτημα, πού ἅπτεται τῶν σχέσεων μέ τούς αἱρετικούς παπικούς, θά ἔπρεπε νά συγκληθεῖ ἡ Ι.Σ.Ι., ἡ ὁποία θά ἔπρεπε νά θέσει ὅρους καί προϋποθέσεις στόν Σεβ. κ. Ἰγνάτιο γιά τά λεγόμενά του, νά ἐρωτηθοῦν ἅπαντες οἱ Σεβ. Μητροπολίτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἄν συμφωνοῦν, καί τότε νά ὑπάρξει συγκατάθεση, ἀπόφαση, εὐλογία. Ἡ παραπάνω διαδικασία εἶναι ὑποχρεωτική, διότι ἔτσι ἐπιτάσσει τό Συνοδικό σύστημα διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Δυστυχῶς, ὅμως, γιά μία ἀκόμη φορᾶ ἀποδείχθηκε ὅτι τό Συνοδικό σύστημα στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καταλύθηκε καί ἐπικρατοῦν παπικές τακτικές. Αὐτό, ἄλλωστε, δίδαξε καί ὁ ἕτερος μεταπατερικός, Οἰκ. Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, ὁ ὁποῖος στίς 10/13-10-2012 ἔλαβε ἐνεργό μέρος στούς ἑορτασμούς τῶν πενήντα χρόνων ἀπό τήν σύγκληση τῆς Β΄ Βατικάνειας Συνόδου στή Ρώμη, ἀσπαζόμενος καί συμπροσευχόμενος μετά τοῦ πρώην ἐκλαμπροτάτου κ. Βενεδίκτου ΙΣΤ΄, ὁμιλοῦντος καί ἀναγνωρίζοντος τό «σπουδαῖο» ἔργο τῆς Β΄ Βατικάνειας Συνόδου, δηλ. τήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τήν δαιμονική καί ἐπάρατη Οὐνία καί τόν διαθρησκειακό συγκρητισμό. Ἐφόσον, λοιπόν, δέν ὑπῆρξε συνοδική ἀπόφαση γιά τήν συμμετοχή τοῦ Σεβ. κ. Ἰγνατίου στήν παπική μερίδα, πῶς ὁ ἴδιος ἔχει τό θράσος νά μιλᾶ ἐκ μέρους τῆς Ἱεραρχίας καί νά διατείνεται (ὅπως διαθόθηκε ὅτι εἶπε κατά τή διάρκεια τῆς συζητήσεως) ὅτι οἱ ἀπόψεις οἱ δικές του (ὅτι ὁ παπισμός εἶναι δῆθεν «Ἐκκλησία» καί ὄχι αἵρεση) ταυτίζονται μέ τίς ἀπόψεις τῆς Σύνοδου, καί ὄχι οἱ ἀπόψεις τῶν δῆθεν «ἀκραίων, φανατικῶν καί ψυχοπαθῶν» Ἱεραρχῶν, πού σωστά καί ὀρθοδόξως ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ παπισμός εἶναι αἵρεση καί ὄχι ἐκκλησία; Μήπως ὁ Σεβ. κ. Ἰγνάτιος εἶναι ὑπεράνω καί ὑπέρκειται τῆς Συνόδου καί τῆς Ἐκκλησίας; Οἱ ἀπόψεις τοῦ Σεβ. κ. Ἰγνατίου εἶναι ἀπόψεις προσωπικές καί δέν ἐκφράζουν τό σύνολο τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Τέλος, ὅπως γνωρίζουμε, ὁ Σεβ. κ. Ἰγνάτιος, κατά τήν ἐνεστώστα συνοδική περίοδο, ἔχει ὁρισθεῖ νά εἶναι ὁ πρόεδρος τῆς Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Πολιτιστικῆς Ταυτότητος. Τί σχέση ἔχει ἡ θέση αὐτή, στήν ὁποία τόν ὅρισε ἡ Σύνοδος, μέ θέματα, πού ἅπτονται τῶν σχέσεων μέ τούς αἱρετικούς, ἐφ’ὅσον δέν εἶναι ὁ καθ’ὕλην ἁρμόδιος, γιά τά ὁποία θέματα ἔχουν συσταθεῖ καί ἔχουν τόν λόγο οἱ σχετικές Συνοδικές Ἐπιτροπές α) ἐπί τῶν Διορθοδόξων καί τῶν Διαχριστιανικῶν Σχέσεων, β) ἐπί τῶν Αἱρέσεων καί γ) ἐπί τῶν Δογματικῶν καί Νομοκανονικῶν ζητημάτων;     
Γ) Ὁ ἀντιπαπικός Ἅγιος Νεκτάριος
Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Δημητριάδος διάλεξε τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου (9 Νοεμβρίου) νὰ συμμετάσχει στήν ἡμερίδα τῶν ἐν Ἑλλάδι παπικῶν γιὰ τὴν ἀπήχηση τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου. 
Θεωροῦμε τὴν συμμετοχὴ πρόκληση γιὰ τὸν πιστὸ λαό. Διότι, ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἀνήρεσε μέ τό βιβλίο του περὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τὸ δόγμα τῆς Α´ Βατικανῆς Συνόδου (1870), σύμφωνα μέ τὸ ὁποῖο ὁ πάπας εἶναι ἀλάθητος, τό ὁποῖο ἐνίσχυσε πολύ περισσότερο ἡ Β΄ Βατικανή. Μέ τό δόγμα αὐτό, τὸ ὁποῖο διατηρεῖται ἀναλλοίωτο μέχρι σήμερα, καταρρίπτεται ἡ ἀξία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, διότι δὲν χρειάζεται νὰ συγκαλεῖται Σύνοδος τῶν Ἐπισκόπων ὅλης τῆς Οἰκουμένης, ὅταν ἕνας μόνο ἄνθρωπος μπορεί νὰ λύει ἀλαθήτως τὰ προκύπτοντα ἑκάστοτε ζητήματα.
Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἀναιρεῖ τὸ δόγμα περὶ ἀλαθήτου τοῦ πάπα. Διότι αὐτό : «Καταργεῖ τὰς Συνόδους, ἀφαιρεῖ ἀπ᾽ αὐτῶν τὴν σημασίαν, τὴν σπουδαιότητα καὶ τὸ κῦρος, καὶ κηρύττει αὐτὰς ἀναρμοδίους, διασαλεύων τὴν πρὸς αὐτὰς πεποίθησιν τῶν πιστῶν». Καταδεικνύει ὅτι τὸ δόγμα περὶ ἀλαθήτου κλονίζει ἐκ βάθρων τὸν θεσμὸ τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία καθιστᾶ «ἄναυδον σῶμα». «Τῷ ὄντι», λέει, «ἀπὸ καρδίας θλιβόμεθα διὰ τὴν γενομένην ἀδικίαν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ ἐκ τῶν μυχίων αὐτῆς εὐχόμεθα νὰ φωτίση τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν τοῦ Μακαριωτάτου Ποντίφηκος τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὅπως ἀποδώσῃ οὗτος τῇ Μιᾷ, Ἁγίᾳ, Καθολικικῇ καὶ Ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ ὅ,τι παρ᾽ αὐτῆς ἀφήρεσεν, ὡς μὴ ὤφειλεν».
Τὸ δόγμα περὶ ἀλαθήτου, τὸ ὁποῖο καταργεῖ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, διατηρεῖται ἀπὸ τό Βατικανό ἕως σήμερα. Αὐτό, βέβαια, δὲν ἐμπόδισε τὸν Σεβ. Μητροπολίτη Δημητριάδος νὰ συμμετάσχει στὴν ἡμερίδα τῶν ἐν Ἑλλάδι Παπικῶν γιὰ τὴν ἀπήχηση τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου (1965)[20].
Σχετικά μέ τά κακά, πού ἔχει προξενήσει ὁ παπισμός στό Ἑλληνικό ἔθνος, θά ἀφήσουμε τόν ἐν ἁγίοις πατέρα ἡμῶν Νεκτάριο Ἐπίσκοπο Πενταπόλεως νά μᾶς μιλήσει. Ὁ Ἅγιος, λοιπόν, στό δίτομο ἔργο του «Μελέτη ἱστορική περί τῶν αἰτιῶν τοῦ σχίσματος», στό ὁποῖο ἐκφράζεται πολύ σκληρά, ἀρνητικά καί αὐστηρά γιά τόν πάπα καί τόν παπισμό, λέει : «Τί πρός ταῦτα νά εἴπη τις; Νά κλαύση ἤ νά μυκτηρίσει τάς τοιαύτας τῶν παπῶν ἀξιώσεις; Φρονῶ ὅτι δέον νά κλαύση, διότι πολλά τό Ἑλληνικόν Ἔθνος ἔχυσε δάκρυα διά τούς τοιούτους πάπας, οἵτινες ἐγένοντο οἱ κακοί δαίμονες τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους»[21]. Καί ἀλλοῦ : «Τό κατά τῶν Ἑλλήνων μῖσος τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, τό ἐμπνευσθέν καθ’ὅλην τήν Δύσιν, κατέστησε τούς ἀμαθεῖς λαούς τῆς Δύσεως φανατικούς ἐχθρούς τῶν Ἑλλήνων, οὕς ἐθεώρουν ὡς ἐχθίστους αἱρετικούς… Οἱ Σταυροφόροι, ὄχλος ἀμαθής καί φανατικός, ἔτρεφον ἴσον μῖσος πρός τούς Ἕλληνας ὅσον καί πρός τούς Ὀθωμανούς. Ἡ ἄλωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπό τῶν Σταυροφόρων, τῶν ἀγρίων τῆς Δύσεως Βανδάλων, ἐπέθηκε τήν σφραγίδα ἐπί τό σχίσμα»[22]. Καί τέλος, «οἱ πάπαι καί ἁμαρτάνουσι καί κολάζονται καί θά κολάζονται μέχρι τῆς Δευτέρας παρουσίας˙ ἴσως καί αἰωνίως διά τά πρός τήν Ἑλληνικήν Ἐκκλησίαν κακά καί τάς ψευδοενώσεις καί τάς ἀσεβεῖς καί ἀντιχριστιανικάς διατάξεις»[23]
Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ
Α) Ὁ Παπισμός εἶναι αἵρεση καί ὄχι «Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία»
Σέ ὅλη τήν εἰσήγησή του ὁ Σεβ. κ. Ἰγνάτιος ξεκάθαρα ὀνομάζει καί «βαπτίζει» τήν παπική παρασυναγωγή ὡς «Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία» μέ Χάρι καί μυστηριακή ζωή καί ὄχι αἵρεση. Ἐρωτηθεῖς ἐπί τούτου ἀπάντησε ἀνερυθριάστως καί ἐπί λέξει ὅτι : «ὄντως φιλοξενήσαμε (πρόσφατα) ἕνα συνέδριο τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπί τῶν Αἱρέσεων στήν πόλη τοῦ Βόλου καί στό συνεδριακό μας Κέντρο, φιλοξενούμενοι τῆς Μητροπόλεώς μας. Ὅμως, αὐτή ἡ Ἐπιτροπή ἀσχολεῖται μέ τίς ἀναγνωρισμένες ἀπό τήν Ἐκκλησία αἱρέσεις καί δέν συμπεριλαμβάνονται σέ αὐτές οἱ Καθολικοί ἀδελφοί μας, οὔτε ἡ Καθολική Ἐκκλησία».
Εὐλόγως μᾶς δημιουργεῖται ἡ έξῆς ἀπορία : Κατά τόν Σεβ. κ. Ἰγνάτιο, πόσες Ἐκκλησίες ὑπάρχουν; Μία ἤ πολλές; Ὁ Χριστός ἵδρυσε Μία ἤ πολλές ἐκκλησίες; Ὁ Χριστός δέν ἵδρυσε μόνο τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ὅπως ὁμολογοῦμε ἅπαντες οἱ Ὀρθόδοξοι στό Σύμβολο τῆς Πίστεως Νικαίας-Κων/λεως; Ἀφοῦ, λοιπόν, συμφώνα μέ τά λεχθέντα τοῦ κ. Ἰγνατίου οἱ παπικοί εἶναι κι αὐτοί Ἐκκλησία, τότε ὑπάρχουν καί πολλοί Κύριοι, πολλές πίστεις, πολλά βαπτίσματα. Ὅμως, ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος, τό στόμα τοῦ Χριστοῦ, λέει ὅτι ὑπάρχει «εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα»[24]. Στόν ὀρθόδοξο χῶρο κάνουμε λόγο γιά Ὀρθοδοξία (ὀρθή δόξα περί Θεοῦ) καί γιά αἵρεση, πλάνη (πλανεμένη, ἐσφαλμένη, διαστρεβλωμένη δόξα περί Θεοῦ). Ἀπό πότε, ὅμως, οἱ αἱρέσεις καί οἱ αἱρετικοί ἀποτελοῦν ἐκκλησίες; 
ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἐλέγχει τά λεχθέντα τοῦ Σεβ. κ. Ἰγνατίου, καί ἑρμηνεύοντας τό ψαλμικό χωρίο «ἵνα τί ὑπολαμβάνετε ὄρη τετυρωμένα»;[25], σημειώνει ὅτι ὁ θεῖος Δαβίδ λέει αὐτόν τό λόγο πρός τούς ἐχθρούς της Ἐκκλησίας, ρωτῶντας τους : Γιατί ἐσεῖς νομίζετε πώς ὑπάρχουν ἄλλα ὄρη στερεά καί ἄσειστα, ἔξω ἀπό τήν Μία Ἐκκλησία τῶν εὐσεβῶν καί Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν; Δηλαδή, γιατί νομίζετε πώς οἱ ἄλλες συναγωγές καί τά συστήματα τῶν ἀσεβῶν καί κακοδόξων εἶναι ὄρη στερεά καί ἀκίνητα, ἐνῶ δέν εἶναι; Παραθέτει, ἐπίσης, καί τή μαρτυρία τοῦ μεγάλου ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, ὁ ὁποῖος λέει : «ἐπιτιμᾷ οὖν τοῖς τάς τῶν αἱρετικῶν Ἐκκλησίας ὑπολαμβάνουσιν εἶναι τετυρωμένας, ἤγουν συνεστηκυίας καί στερεάς˙ οὐδέν γάρ ἐν αὐταῖς τό δυνάμενον τρέφειν εἰς ἕξιν πνευματικήν»[26].
Ἀναγνωρίζει ὁ Σεβ. κ. Ἰγνάτιος τόν παπισμό ὡς «Ἐκκλησία». Εἶναι, ὅμως, «ἐκκλησία» ἤ αἵρεση; Πλῆθος Ὀρθοδόξων Συνόδων ἔχουν καταδικάσει τόν παπισμό ὡς αἵρεση. Ἀναφέρουμε ἐνδεικτικά ὁρισμένες : Τήν Σύνοδο τοῦ 879-880 στήν Κωνσταντινούπολη, ἐπί τοῦ Πανσέπτου καί Ἁγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατρός καί Ἰσαποστόλου Μεγάλου Φωτίου. Ἡ Σύνοδος αὐτή, πού στή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας θεωρεῖται ὡς ἡ Η΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος, ἐπειδή σέ αὐτή συμμετεῖχαν ἐκπρόσωποι ὅλων τῶν Πατριαρχείων καί τοῦ τότε Ὀρθοδόξου Πάπα τῆς Ρώμης Ἰωάννου τοῦ Η΄ καί οἱ ἀποφάσεις της ἔγιναν ὁμόφωνα ἀποδεκτές, καταδίκασε ὡς αἱρετική τή διδασκαλία τοῦ Filioque. Ἡ διδασκαλία αὐτή ἐπεκράτησε δυστυχῶς ὡς ἐπίσημη διδασκαλία τοῦ παπισμοῦ, ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 11ου αἰῶνος (1014) μέχρι σήμερα. Ἡ καταδίκη αὐτή ἰσχύει κατ’ ἐπέκτασιν καί γιά τήν αἵρεση τῶν Προτεσταντῶν, ἐπειδή καί αὐτοί ἀποδέχονται τήν αἱρετική αὐτή διδασκαλία. Ὁ παπισμός, ἀποδεχόμενος ἐκ τῶν ὑστέρων, μετά ἀπό ἕνα αἰῶνα καί πλέον, μία αἱρετική διδασκαλία, πού εἶχε ἤδη καταδικάσει μαζί μέ τά ἄλλα Ὀρθόδοξα Πατριαρχεῖα, αὐτοαναιρεῖται καί αὐτοκαταδικάζεται ὡς αἵρεση. Πέραν τούτου, ὅλες οἱ ἑπόμενες Ὀρθόδοξοι Σύνοδοι, ὅπως οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδοι τοῦ 1170, 1341, 1450, 1722, 1838, 1895, ἀπεριφράστως καταδικάζουν τόν παπισμό ὡς αἵρεση[27]. Ἐπίσης, ἐκτός ἀπό τόν Μέγα Φώτιο, ὅλοι οἱ μετά τό σχίσμα τοῦ 1054 ἅγιοι, ὅπως ὁ ἅγιος Γερμανός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως, ὁ ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς κ.ἄ.[28], ὁμοφώνως καταδικάζουν τόν παπισμό ὡς αἵρεση. Ὁ Παπισμός δέν εἶναι «Ἐκκλησία», ἀλλά κράτος, τό Βατικανό. Οὔτε εἶναι «Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία». Δέν εἶναι οὔτε Ρωμαίϊκη, οὔτε Καθολική, οὔτε Ἐκκλησία. Δέν ἔχει σχέση μέ τήν Ρωμηοσύνη, οὔτε μέ τή Ρωμανία. Δέν εἶναι Καθολική, ἀφοῦ χωρίσθηκε μόνη της ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τό 1054 μ.Χ. Δέν εἶναι Ἐκκλησία, ἀφοῦ ἔγινε κράτος, ὑποκύπτοντας στόν τρίτο πειρασμό τοῦ Χριστοῦ. Δέχθηκε ὁ Παπισμός τήν πρόταση τοῦ διαβόλου νά τόν προσκυνήσει καί νά τόν κάνει κοσμικό παντοκράτορα τῆς γῆς. Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι εἴμαστε ἡ ὀρθή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία. Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι εἴμαστε Ρωμηοί, σέ μᾶς ἀνήκει ἡ Ρωμανία, ἡ Ρωμηοσύνη. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, ΚΑΘΟΛΙΚΗ καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἡ ἀληθής Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία.
Πῶς εἶναι δυνατόν ὁ Σεβ. κ. Ἰγνάτιος, ὁ ὁποῖος θέλει νά παρουσιάζεται ὡς «ὑπεύθυνος Ἐπίσκοπος τῆς Ὁρθοδόξου Ἐκκλησίας» νά διαλέγεται μέ τόν ἀμετανόητο παπισμό, ὅταν αὐτός δέν ἔχει ἀποκηρύξει τίς πάμπολλες αἱρέσεις του καί δέν ἔχει δείξει ἴχνος μετανοίας; Ἤ μήπως δέν εἶναι φοβερές καί τρομερές αἱρέσεις : α) ἡ κρατική ὑπόσταση καί δομή τοῦ Βατικανοῦ μέ ὑπουργεῖα καί ὑπουργούς καί τράπεζες,               β) τό Filioque (ἡ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ), γ) ἡ κτιστή Θεία Χάρις, δ) τό πρωτεῖο ἐξουσίας, ε) ἡ κατοχή τόσο τῆς κοσμικῆς ὅσο καί τῆς πνευματικῆς ἐξουσίας ἀπό τόν Πάπα, στ) τό ἀλάθητο, ζ) οἱ θεωρίες περί ἐσχάτου κριτοῦ τῆς Ἐκκλησίας, περί αὐθεντίας, περί μοναρχικοῦ ἀξιώματος, ἐκκλήτου καί ἀναμαρτησίας, περί ἄκρου Ἀρχιερέως τοῦ Πάπα, η) τό διά ραντισμοῦ «βάπτισμα» καί ὁ διαχωρισμός του ἀπό τό μυστήριο τοῦ Χρίσματος, θ) τά ἄζυμα (ὄστια), ι) ἡ μεταβολή τοῦ ἄρτου καί οἴνου σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ μέ τά ἰδρυτικά λόγια καί ὄχι μέ τήν ἐπίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἡ θεωρία τῆς μετουσιώσεως, ια) ἡ στέρηση τῆς κοινωνίας τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ στούς λαϊκούς καί ἡ παροχή σέ αὐτούς μόνο τοῦ Σώματος, ιβ) ἡ στέρηση τῆς Θείας Κοινωνίας ἀπό τά νήπια, ιγ) ἡ Μαριολατρεία, ιδ) ἡ ἄσπιλος σύλληψη καί ἡ ἐνσώματη ἀνάληψη τῆς Θεοτόκου, ιε) τό καθαρτήριο πῦρ, ιστ) τά λυσίποινα, ιζ) ἡ περίσσεια ἀξιομισθία τοῦ Χριστοῦ, ιη) ἡ περίσσεια τῶν ἔργων τῶν Ἁγίων, ιθ) ἡ ἀξιομισθία τῶν ἔργων τοῦ ἀνθρώπου, κ) τά ἀγάλματα καί γενικά ἡ θρησκευτική ζωγραφική ἀντί τῆς Ὀρθοδόξου εἰκονογραφίας, κα) ἡ ὑποχρεωτική ἀγαμία τοῦ κλήρου, κβ) ἡ ἀναγνώριση σφαγέων (βλ. Στέπινατς) ὡς «ἁγίων», κγ) ἡ θεωρία περί προσβολῆς καί ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης, λόγω τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καί γενικά τό δικανικό πνεῦμα, ἀπό τό ὁποῖο κυριαρχεῖται ὁ παπισμός, κδ) ἡ ἀπόρριψη τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως καί ἡ ἐκμετάλλευσή της ὡς ὀργάνου τῆς παπικῆς διδακτικῆς ἐξουσίας (ὁ πάπας εἶναι ἡ Παράδοση), κε) ἡ ἄποψη ὅτι ὁ ἀλάθητος Πάπας εἶναι ὁ μοναδικός φύλακας, κριτής καί ἑρμηνευτής τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως, κστ) ἡ θεώρηση τῆς ἀρχέγονης δικαιοσύνης ὡς ὑπερφυσικοῦ δώρου τῆς Θείας Χάριτος, πού προστέθηκε ‘κατά συμβεβηκός’ στό ‘κατ’εἰκόνα’, τό ὁποῖο νοεῖται μέσα σέ πλαίσια αὐτάρκειας καί στατικότητας, κζ) ἡ ἀπώλεια τῆς ἀρχέγονης δικαιοσύνης καί ἡ διατήρηση ἀλωβήτου καί σώου τοῦ κατ’εἰκόνα, κη) ἡ «πάσχουσα ἐκκλησία», ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπό τούς πιστούς, πού βρίσκονται στό καθαρτήριο πῦρ, κθ) ἡ ἀπόρριψη τῆς ἰσότητος τῶν ἐπισκόπων, λ) τό συγκεντρωτικό καί ἀπολυταρχικό διοικητικό σύστημα μέ ἀπόλυτο μονάρχη τόν Πάπα, πού εἰσήγαγε τόν παποκαισαρισμό, λα) τά μοναχικά τάγματα καί ὁ ὀργανωτικός-κοινωνικός χαρακτήρας τοῦ μοναχισμοῦ, λβ) ὁ ἀπρόσωπος καί δικανικός χαρακτήρας τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως, λγ) ἡ ἐπάρατη Οὐνία, δούρειος ἵππος τοῦ Παπισμοῦ;
Εἶναι φανερό ὅτι μέ τήν ἐσφαλμένη θεώρηση τοῦ Σεβ. κ. Ἰγνατίου τοῦ παπισμοῦ ὡς δῆθεν «ἐκκλησίας», ὁ Σεβ. κ. Ἰγνάτιος καθίσταται τρομερά ὑπεύθυνος ἔναντί του Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ καί τῶν ἰδίων τῶν παπικῶν, διότι δέν τούς λέγει τήν ἀλήθεια, ἀλλά τούς φενακίζει, τούς ἐξαπατᾶ καί τούς κοροϊδεύει, ψευδόμενος, δέν τούς ὁδηγεῖ πρός τήν μετάνοια καί τήν ἀποκήρυξη τῶν ποικίλων αἱρέσεων καί πλανῶν τους, μέ σκοπό τήν ἐπιστροφή τους στήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, δέν ἐπιθυμεῖ τήν σωτηρία τους, ἀλλά ἐπικίνδυνα τούς «καθησυχάζει» καί βεβαίως καταργεῖ τήν Ὀρθόδοξη ἱεραποστολή.




[1] http://agiooros.org/viewtopic.php?t=4901, http://voiotosp.blogspot.gr/2010/10/blog-post_2958.html http://www.impantokratoros.gr/dat/storage/dat/35E50502/ioannhs_markas.pdf
[2]http://www.orthodoxnet.gr/modules.php?op=modload&name=News&file=article&sid=1
[3] http://paterikiparadosi.blogspot.gr/2012_08_27_archive.html, http://www.impantokratoros.gr/dat/storage/dat/35E50502/ioannhs_markas.pdf
[4] ΟΜΑΔΑ ΝΕΩΝ Ι.Μ.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ, «Ἀνοιχτή ἐπιστολή πρός τόν Σεβ. Μητρ. Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιο», Βόλος 19-10-2010, Θεοδρομία ΙΒ4 (Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 2010) 509,   http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=3508
[5] http://apotixisi.blogspot.gr/2013/08/o_5881.html
[6] ΘΕΟΛΟΓΙΑ, τ. 2/2010, σσ. 317-324, ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΓΛΥΦΑΔΑΣ κ. ΠΑΥΛΟΣ, « Ὑπόμνημα. «Συναφειακές», «Μεταπατερικές» καί ἄλλες θεολογικές ἀναζητήσεις σέ συνέδριο τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας τοῦ Βόλου», Θεοδρομία ΙΒ4 (Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 2010) 495-502.
[7] Διεθνές Συνέδριο Cluj-Napoca γιά τή συναφειακή θεολογία, Ρουμανία 23-26 Μαΐου 2013, http://paterikiparadosi.blogspot.gr/23052013, http://www.amen.gr/article14045.
[8] Ἱ. Μ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ, Πατερική Θεολογία καί μεταπατερική αἵρεση, Πρακτικά θεολογικῆς ἡμερίδος, Πειραιεύς 2012.
[10] «Ἀνακοίνωση Ἰσραηλιτικῆς Κοινότητος Βόλου ὑπέρ τοῦ Σεβ. Μητρ. Δημητριάδος», ἐφημ. Θεσσαλία (12-1-2011) 37.
[11] 21-10-2013, «Συγγνώμη πού εἴμαστε Ὀρθόδοξοι», 10η Γενική Συνέλευση τοῦ Π.Σ.Ε. στό Πουσάν τῆς Κορέας (30-10/8-11-2013), Ὁ ρόλος τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν τοῦ Βόλου στόν ἀναβαθμισμένο «οἰκουμενιστικό ἐπανευαγγελισμό» τῶν Ὀρθοδόξων, http://aktines.blogspot.gr/2013/11/blog-post_2453. Ἡ συμμετοχή τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν στή 10η Γ. Σ. τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν στό Μπουσάν τῆς Κορέας, http://www.amen.gr/?op=article&id=15979
[12] ᾿Εννοοῦμε βέβαια τὴν ἀσεβῆ βεβήλωση τοῦ ῾Ιεροῦ Ναοῦ τῆς γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Παμμεγίστων Ταξιαρχών στίς Μηλιές Πηλίου ἀπό τούς φιλοξενουμένους τοῦ κ. Ἰγνατίου ἀγγλικανούς «κληρικούς», οἱ ὁποίοι προσκλήθηκαν ἀπό τόν ἴδιο γιά νὰ παρακολουθήσουν τὴ Θεία Λειτουργία ἐντὸς τοῦ χώρου τοῦ κυρίως Ναοῦ. Γεγονός, ποὺ περιόρισε τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανοὺς νὰ συμπιεσθοῦν στὸν Νάρθηκα, ἐλεγχόμενοι τὴν ἴδια στιγμὴ ὡς πρὸς τὶς κινήσεις τους, ἀπὸ μοναχὲς τῆς Μονῆς!
http://www.synodinresistance.org/Theology_el/3a2046MetropolisDemetriados.pdf
[13] Ἐννοοῦμε τὴν πρόσκληση τοῦ πληρώματος τῆς ᾿Επισκοπῆς του κ. Ἰγνατίου νὰ προσέλθει τὴ Δευτέρα 7 Μαΐου 2007 στὸ Πνευματικὸ Κέντρο τῆς ῾Ιερᾶς Μητροπόλεως, στὸ ὁποῖο θὰ ὁμιλοῦσε ὁ Αἰδεσιμ. Μελέτιος Μελετιάδης μὲ θέμα : «Διεκκλησιαστικὴ συνεργασία στὴ βάση τοῦ ἀνθρώπου»!῾Η πρόσκληση αὐτὴ ἦταν παραπλανητική, δεδομένου ὅτι ὁ ὁμιλητὴς εἶναι προτεστάντης τῆς Ἑλληνικῆς Εῦαγγελικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ἑτεροδοξία (ἤ κακοδοξία) του καλύπτεται ἀπὸ τὴν προσωνυμία τοῦ Αἰδεσιμωτάτου, γιὰ νὰ παραπλανηθοῦν οἱ ὀρθόδοξοι πιστοὶ καὶ νὰ νομίσουν ὅτι ὁ ὁμιλητὴς εἶναι ὀρθόδοξος κληρικός.᾿Εκτὸς ἄν πράγματι ὁ Σεβ. κ. ᾿Ιγνάτιος ἀναγνωρίζει ἱεροσύνη στοὺς προτεστάντες πάστορες! http://www.synodinresistance.org/Theology_el/3a2046MetropolisDemetriados.pdf
[14] Περιοδικό ‘Πληροφόρηση’ Δεκέμβριος 2011, Μηνιαία ἔκδοση Ἱ. Μ. Δημητριάδος
[15] ΟΜΑΔΑ ΝΕΩΝ Ι.Μ.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ, «Ἀνοιχτή ἐπιστολή πρός τόν Σεβ. Μητρ. Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιο», Βόλος 19-10-2010, Θεοδρομία ΙΒ4 (Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 2010) 507, http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=1455, http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=1757
[16] Διοχετεύθηκε ἡ πληροφορία ὅτι ὁ Σεβ. κ. Ἱγνάτιος ἐπιτρέπει γυναῖκες νά κηρύττουν ἐπ’ἄμβωνος ἐν ὥρα Θ. Λειτουργίας, παρουσία καί τοῦ ὑπευθύνου τῆς ΑΘΣ κ. Παντελῆ Καλαϊτζίδη.
[17] http://www.youtube.com/watch?v=Vna8vFKPt8k&list=FLz-cJWuVI4_Q4cT0gmVQLgg&index=46
[18] http://www.e-volos.gr/el/synenteykseis/skandalo_megatonon_kataggelei_o_biomixanos_konnos_loulis_kata_tou_mitropoliti_ignatiou_hxitiko.html
[19] Ν. ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ, Δογματική καί συμβολική θεολογία Α΄, Εἰσαγωγή στή θεολογική γνωσιολογία, κεφ. Β4, Ἡ διπλή θεολογική μεθοδολογία τῶν Πατέρων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσ/κη 2002, σσ. 137-180.
[20] ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΖΕΡΒΟΣ, «Ἄς θυμηθεῖ τόν ἅγιον Νεκτάριον καί νά μή συμμετάσχη εἰς τήν παπικήν ἡμερίδα», Ὀρθόδοξος Τύπος (8-11-2013),  http://aktines.blogspot.gr/2013/11/blog-post_9075.html.
[21] ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ, Μελέτη ἱστορική περί τῶν αἰτιῶν τοῦ σχίσματος, τ. Α΄, σ. 298.
[22] Ὁ.π., τ. Β΄, σ. 96.
[23] Ὅ.π., σ. 103.
[24] Ἐφ. 4, 4-5.
[25] Ψαλμ. 67, 17.
[26] ΜΟΝΑΧΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΖΙΓΑΒΗΝΟΣ - ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Ἑρμηνεία εἰς τούς ΡΝ΄ ψαλμούς τοῦ προφητάνακτος Δαβίδ, τ. Β΄, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 180.
[27] ΠΡΕΣΒ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, Ἡ συμπροσευχή μέ αἱρετικούς. Προσεγγίζοντας τήν κανονική πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ἐκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2009, σσ. 40-42.
[28] Ὅ.π., σσ. 33-36.

Οι Μητροπολίτες Πειραιώς Σεραφείμ, Κύπρου Χρυσόστομος, Καλαβρύτων Αμβρόσιος και Θεσσαλονίκης Άνθιμος απαντούν στο Νίκο Μιχαλολιάκο

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Μητροπολίτης Γόρτυνος Ιερεμίας, Ἕνα φανερό καί μεγάλο δεῖγμα ὅτι οἱ Παπικοί εἶναι αἱρετικοί

Δημητσάνα - Μεγαλόπολη, Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
1. Τά κηρύγματά μας, ἀδελφοί μου χριστιανοί, μιλᾶνε γιά τήν ὀρθόδοξη Πίστη σέ ἀντίθεση μέ τήν αἵρεση. Πάνω ἀπ᾽ ὅλα εἶναι ἡ Πίστη μας. Γι᾽ αὐτήν τήν Πίστη, τήν ὀρθόδοξη Πίστη, χιλιάδες μάρτυρες ἔδωσαν τό αἷμα τους καί ἔφτασε σέ ᾽μᾶς ὡς ἱερή Παράδοση, χωρίς νά παραλλαγεῖ οὔτε στό παραμικρό. Αὐτή εἶναι ἡ πολύτιμη περιουσία μας καί πρέπει καί ἐμεῖς νά τήν παραδώσουμε σάν προίκα ἱερή στήν μέλλουσα γενεά, στά παιδιά σας, ὦ γονεῖς, καί στά ἐγγόνια σας, ὦ παπποῦδες καί γιαγιές! Ὅπως πάντοτε ἔτσι καί σήμερα ἡ Πίστη μας ἔχει πολέμιους καί ἐχθρούς. Ὅπως πολλές φορές σᾶς εἶπα, ἡ ὀρθόδοξη Πίστη μας σήμερα ὡς μεγαλύτερο ἐχθρό ἔχει τόν Παπισμό καί τόν Οἰκουμενισμό. Γι᾽ αὐτό καί ἐμεῖς, οἱ κήρυκες τοῦ θείου λόγου, πρέπει νά μιλᾶμε προπαντός γι᾽ αὐτές τίς αἱρέσεις, γιά νά στερεώνεται ὁ λαός τοῦ Θεοῦ στήν Πίστη του καί νά μήν ἐπηρεάζεται ἀπό τίς πλάνες.

2. Στό προηγούμενο κήρυγμά μου, ἀδελφοί μου χριστιανοί, εἶπα γιά τούς αἱρετικούς καί μάλιστα γιά τούς Παπικούς, μέ τούς ὁποίους γίνεται κίνημα νά ἑνωθοῦμε μαζί τους. Τί στάση πρέπει νά κρατήσουμε σ᾽ αὐτό τό κίνημα; Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ἀπαντᾶμε καθαρά καί λέμε ὅτι θέλουμε τήν ἑνότητα μέ ὅλους, γιατί ἀγαπᾶμε ὅλους. Μάλιστα, εὐχόμαστε γι᾽ αὐτήν τήν ἑνότητα κάθε φορά στήν θεία Λατρεία μας καί λέγουμε «ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως»! Ξεκαθαρίζουμε ὅμως τά πράγματα καί λέγουμε ὅτι θέλουμε τήν ἕνωση μέ ὅλους, ἀλλά χωρίς οὔτε στό παραμικρό, οὔτε στό ἐλάχιστο νά παραβλαβεῖ ἡ Πίστη μας. Θέλουμε τήν ἀγάπη μέ τήν ἀλήθεια μαζί. Ἔτσι μᾶς συμβουλεύει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, λέγοντάς μας «ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ» (Ἐφ. 4,15). Θέλουμε λοιπόν τήν ἑνότητα καί μ᾽ αὐτήν τήν ἔννοια ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι εἴμαστε «ἑνωτικοί» καί καλοῦμε τούς αἱρετικούς, τούς Παπικούς, γιά τούς ὁποίους μιλᾶμε ἰδιαίτερα στά κηρύγματά μας, νά ἀρνηθοῦν τίς αἱρέσεις τους καί νά ἔλθουν πάλι στήν Ἐκκλησία μας, ἀπό τήν ὁποία κόπηκαν. Δέν τό θέλουν ὅμως αὐτοί αὐτό, γι᾽ αὐτό καί εἶναι «ἀνθενωτικοί»! Ὥστε λοιπόν, ὅπως ἀπέδειξε τελευταῖα πολύ ὡραῖα ὁ πρωτοπρεσβύτερος Καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου π. Θεόδωρος Ζήσης, μεγάλος ὁμολογητής τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως, στήν πραγματικότητα ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι εἴμαστε οἱ «ἑνωτικοί» καί οἱ Παπικοί εἶναι «ἀνθενωτικοί»!
3. Θέλουμε λοιπόν, χριστιανοί μου, τήν ἕνωση μέ τούς Παπικούς, μέ τήν προϋπόθεση ὅμως αὐτοί νά ἀρνηθοῦν τίς αἱρέσεις τους καί νά ἔλθουν στήν Μάνα Ἐκκλησία, τήν «Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν», ἀπό τήν ὁποία ἔφυγαν. Ἐάν αὐτό δέν τό κάνουν, εἶναι ἀδύνατον, εἶναι ἀπό ἐκεῖνα πού δέν γίνονται, τό νά ἑνωθοῦμε μαζί τους. Δέν μπορεῖ νά ἑνωθεῖ τό ψέμα μέ τήν ἀλήθεια, ὅπως δέν μπορεῖ νά ἑνωθεῖ ἡ νύχτα μέ τήν μέρα. Καί ὅμως! Ὑπάρχουν πολλοί, ἀκόμη καί «θεολόγοι», ἀκόμη καί κληρικοί, ἀκόμη καί μερικοί Ἀρχιερεῖς, πού ἔχουν φιλοπαπικό φρόνημα καί παρουσιάζουν τούς Παπικούς ὅτι διαφέρουν σέ μερικά μόνο σημεῖα μαζί μας, κάπου ἐδῶ καί κάπου ἐκεῖ, σέ μερικές μόνο πλευρές τῶν δογμάτων. Ἑπομένως, ἄς ἑνωθοῦμε μαζί τους, λέγουν. Ὄχι, ἀδελφοί μου, ὄχι! Δέν μᾶς τό ἐπιτρέπουν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας αὐτό. Ἐμεῖς δέν θά ἀκούσουμε τί λένε μερικοί κουλτουριάρηδες θεολόγοι, πού τά κρανία τους ἔχουν παπικό κολοκυνθόσπορο, ἀλλά ἐμεῖς θά βαδίσουμε στήν γραμμή τῶν ἁγίων Πατέρων, αὐτῶν τῶν Πατέρων πού ἑορτάζουμε στήν Ἐκκλησία μας καί φιλοῦμε τά εἰκονίσματά τους καί προσκυνοῦμε τά ἅγια λείψανά τους. Καί ὅλοι αὐτοί οἱ ἅγιοι Πατέρες εἶπαν καθαρά καί ξάστερα ὅτι οἱ Παπικοί εἶναι αἱρετικοί. Γι᾽ αὐτό καί ἀντέστησαν σθεναρά καί δυναμικά στήν ἕνωσή μας μαζί τους, ἄν πρῶτα αὐτοί δέν ἀποκηρύξουν τήν αἵρεσή τους.
4. Στό σημερινό μου κήρυγμα, ἀδελφοί μου, θά σᾶς πῶ αὐτό ἀκριβῶς: Ὅτι οἱ Παπικοί εἶναι μεγάλοι αἱρετικοί, ὅπως ἦταν οἱ παλαιοί μεγάλοι αἱρετικοί, πού καταδικάστηκαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους. Θά θυμᾶστε, ἀγαπητοί μου, ὅτι στά χωριά σας πού ἔρχομαι σᾶς λέγω γιά τούς Χιλιαστές, τούς ψευδομάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, ὅταν σᾶς ἐπισκέπτονται γιά νά σᾶς παραπλανήσουν, νά τούς λέτε πρῶτα ὅτι ἐμεῖς ἔχουμε γιά Θεό τήν Ἁγία Τριάδα, τόν Πατέρα, τόν Υἱό καί τό Ἅγιον Πνεῦμα. Νά τούς λέτε ἔπειτα ὅτι ἐμεῖς προσκυνᾶμε τήν Παναγιά καί ὅτι ἐμεῖς κάνουμε τόν Σταυρό μας. Μάλιστα σᾶς λέγω νά παίρνετε καί μιά εἰκόνα τῆς Παναγιᾶς καί νά λέτε στόν Χιλιαστή: «Προσκύνα ἐδῶ! Κάνε τόν Σταυρό σου»! Καί θά θυμᾶστε πού σᾶς λέγω ἔπειτα, ἄν αὐτός δέν προσκυνάει τήν εἰκόνα τῆς Παναγιᾶς καί ἄν δέν κάνει τόν Σταυρό του, νά παίρνετε τήν μπαστούνα πίσω ἀπό τήν πόρτα καί νά τόν κυνηγᾶτε, νά τόν «λακᾶτε» ἀπό τό χωριό σας. Νά μήν τόν χτυπήσετε ὅμως μέ τήν μπαστούνα, ἀλλά μόνο νά τόν φοβήσετε γιά νά φύγει. Γι᾽ αὐτούς τούς αἱρετικούς λοιπόν, τούς ψευδομάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, γιά νά σᾶς δείξω πόσο μεγάλοι αἱρετικοί εἶναι, σᾶς λέγω συχνά γιά τρία κεφαλαιώδη δόγματα τῆς Πίστης μας, πού αὐτοί δέν τά δέχονται: Τήν Ἁγία Τριάδα, τήν Παναγία μας καί τόν Σταυρό. Ἔ, λοιπόν, χριστιανοί μου! Καί γιά νά σᾶς δείξω πόσο μεγάλοι αἱρετικοί εἶναι οἱ Παπικοί, σᾶς λέγω ὅτι αὐτοί ἔχουν ἄλλη Ἁγία Τριάδα, ἔχουν ἄλλη Παναγιά καί κάνουν διαφορετικά τόν Σταυρό τους.
5. Ναί! Οἱ Παπικοί ἔχουν ἄλλη Ἁγία Τριάδα, ὄχι αὐτήν πού κήρυξαν οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, γιατί στό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδας ἔβαλαν τό «Φιλιόκβε». Θυμᾶμαι ὅτι σᾶς ἔχω μιλήσει γιά τό «Φιλιόκβε» παλαιότερα, ἀλλά θά σᾶς μιλήσω καί ἄλλοτε στήν σειρά μας αὐτή τῶν κηρυγμάτων. Μεγάλη αἵρεση τό «Φιλιόκβε»! Οἱ Παπικοί ἔχουν πάλι ἄλλη Παναγιά, γιατί δέν Τήν πιστεύουν σάν κανονικό ἄνθρωπο. Καί ἄν ἡ Παναγία μας δέν ἦταν κανονικός ἄνθρωπος μέ κανονική ἀνθρώπινη φύση, τότε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού σαρκώθηκε στήν Κοιλία Της δέν ἔλαβε τήν κανονική ἀνθρώπινη φύση μας καί ἄρα δέν τήν ἔσωσε. Μεγάλη πάλι ἡ αἵρεση αὐτή. Οἱ Παπικοί, τρίτον, χριστιανοί μου, δέν κάνουν τόν Σταυρό τους, ὅπως ἐμεῖς, μέ τρία δάχτυλα, ἀλλά μέ τέσσερα δάχτυλα. Ἄλλο πάλι αὐτό!... Μέ τά τρία δάχτυλα ἐμεῖς ὁμολογοῦμε τήν πίστη μας στήν Ἁγία Τριάδα, ὅτι «προσκυνῶ Πατέρα, Υἱόν καί Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιον καί ἀχώριστον». Μέ τά τέσσερα δάχτυλα οἱ Παπικοί εἰσάγουν ἄλλο σύμβολο, διαφορετικό ἀπό τήν παράδοση τῶν Πατέρων.
Βλέπετε, λοιπόν, χριστιανοί μου, ἀπό τά τρία αὐτά σοβαρά πού σᾶς εἶπα, ἀπό τήν Ἁγία Τριάδα, τήν Παναγία καί τόν Σταυρό, ὅτι οἱ Παπικοί εἶναι αἱρετικοί; Ἀλλά δέν εἶναι μόνο αὐτά τά τρία. Εἶναι πολλά καί πάρα πολλά αὐτά στά ὁποῖα διαφέρουμε. Θά τά ἀναπτύξουμε ὅλα αὐτά μέ τήν Χάρη τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας μας στήν συνέχεια τῶν ἐδῶ κηρυγμάτων μας.

† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Ὁ Ἅγιος Σπυρίδων ὁ Θαυματουργός Ἐπίσκοπος Τριμυθοῦντος Κύπρου



12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Ημ. Γέννησης: 270 μ.Χ.
Ημ. Κοιμήσεως: 348 μ.Χ.

Πολιούχος Κερκύρας, Μεσσολογγίου, Πειραιά, Κισάμου, Χανίων

Ἀνήκει στὴν ἱερὴ φάλαγγα τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας τῶν πρώτων αἰώνων.
Γεννήθηκε τὸ 270 μ.Χ. καὶ ἔζησε στὰ χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου (306 – 337) καὶ τοῦ γιοῦ του Κωνστάντιου (337 – 361).
Γενέθλια πατρίδα του ὁ Ἅγιος Σπυρίδων εἶχε ὄχι τὴν Τριμυθούντα τῆς Κύπρου, ὅπως γράφουν πολλοὶ καὶ ποὺ σήμερα εἶναι ἕνα μικρὸ χωριὸ μὲ τὸ ὄνομα Τρεμετουσία, ἀλλὰ τὴν γειτονική της κωμόπολη Ἄσσια.
Αὐτὸ μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Τριφύλλιος, πρῶτος Ἐπίσκοπος τῆς Λευκωσίας καὶ μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος. «Οὗτος οὒν ὁ Ἅγιος Σπυρίδων ἀγροῖκος μὲν ἣν εἰπεῖν κατὰ τὴν ἀνατροφήν, ἐν χωρίῳ Ἀσκὶα καλουμένω γεννηθεῖς εἰς τὴν Κυπρίων ἐπαρχίαν». Τὸ χωριὸ Ἀσκὶα (πιὸ σωστὰ Ἄσκια) εἶναι ἡ γνωστὴ κωμόπολη τῆς Ἄσσιας, ποὺ εἶναι κοντὰ στὴν Τριμυθούντα. «Ἀγροῖκος» σημαίνει ἄνθρωπος ἁπλοϊκός, ἄνθρωπος ποὺ δὲν σπούδασε, δὲν ἔμαθε νὰ γράφει καὶ νὰ διαβάζει καλά.
Ἄνθρωπος, ὅπως λέμε ἐμεῖς σήμερα τοῦ βουνοῦ καὶ τοῦ κάμπου. Ἄνθρωπος τῆς ὑπαίθρου· καὶ τέτοιος πραγματικὰ ἦταν ὁ Ἅγιός μας. Τέτοιοι ἦσαν καὶ οἱ γονεῖς του. Ἄνθρωποι ἀγρότες, φτωχοί, ἀλλὰ πολὺ ἐνάρετοι καὶ πιστοί. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ παιδί τους τὸ ἀνέθρεψαν μὲ προσοχὴ καὶ φόβο θεοῦ. Τὸ ἀνέθρεψαν, ὅπως λέγει καὶ ὁ θεῖος Παῦλος γιὰ τὸν μαθητή του Τιμόθεο, ὅτι τὸν ἀνέθρεψε ἡ γιαγιά του Λωΐδα καὶ ἡ μητέρα του Εὐνίκη «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσία Κυρίου».

Μόρφωση καὶ ζωὴ

Γράμματα ὁ Ἅγιος δὲν ἔμαθε πολλά. Οὔτε φοίτησε σὲ ἀνώτερες Σχολές, ὅπως οἱ ἄλλοι μεγάλοι ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἁγία Γραφὴ ὅμως, τὸ βιβλίο τοῦ θεοῦ, ἦταν ὁ καθημερινὸς καὶ ἀχώριστος σύντροφός του. Ὅπου πήγαινε, μαζί του τὴν ἔπαιρνε. Μαζί του στὸ σπίτι. Μαζί του καὶ ὅταν ὁδηγοῦσε τὰ πρόβατα στὴ βοσκή, γιατί ἦταν βοσκός. Μέσα στὸ σακίδιό του, τὴν γνωστὴ κυπριακὴ βούρκα στὴν ὁποία εἶχε βαλμένο τὸ λιτό του γεῦμα, εἶχε καὶ τὸ Εὐαγγέλιό του. Πόσο συγκινητική, μὰ καὶ ἀξιομίμητη ἀλήθεια ἦταν τούτη ἡ συνήθειά του! Νὰ τὴν ἐξάρουμε; Μιλάει μόνη της. Τοῦτο προσθέτουμε:

Ἐκεῖ στὸν κάμπο τὸν πλατύ, ὅταν τὰ πρόβατα βοσκᾶνε, ὁ Σπυρίδων καθισμένος κάτω ἀπὸ τὸν ἴσκιο κάποιου δένδρου ἢ πάνω σὲ κάποιο ψήλωμα μελετοῦσε μ’ εὐφροσύνη τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ καὶ σὰν τὸν Δαβὶδ ἔψαλλε καὶ δοξολογοῦσε τὰ μεγαλεῖα του. Πολλὲς φορὲς ἀκόμη καλοῦσε κοντά του τοὺς ἄλλους βοσκοὺς καὶ μὲ στοργὴ καὶ ἀγάπη παραδειγματική τοὺς δίδασκε τοῦ Θεοῦ τὸν νόμο, καὶ ἀγωνιζόταν ὦρες νὰ ὁδηγήσει τὶς ψυχές τους στὰ χλοερὰ λιβάδια τῆς χριστιανικῆς πίστης.

Ἀπὸ τὰ πρῶτά του βήματα τὸ λουλούδι αὐτὸ τοῦ Οὐρανοῦ καὶ ὄργανο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φρόντιζε νὰ σκορπίσει παντοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας τὰ ἀρώματα. Κάθε μέρα ποὺ περνοῦσε, ὁ ζῆλος του γιὰ τὴν σωτηρία τῶν γύρω του, μὰ καὶ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ταπείνωσή του, τὸν ἀνέβαζε καὶ σὲ ψηλότερες βαθμίδες ἀρετῆς καὶ ἠθικῆς τελειώσεως. Καὶ γινόταν γιὰ τὶς δύσκολες ἡμέρες τῆς ἐποχῆς του, ἐποχῆς σκληρῶν διωγμῶν καὶ εἰδωλολατρίας, πρότυπο θάρρους καὶ χριστιανικῆς ὁμολογίας. Στὸν διωγμό, ποὺ ἐξαπέλυσε ἐνάντια στοὺς χριστιανοὺς ὁ Μαξιμίνος (308 – 313) συνελήφθη καὶ ὁ ἱερὸς Σπυρίδων. Ὁ φλογερὸς καὶ ὑπέρμαχος τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ ἐπίσκοπος δὲν μποροῦσε νὰ ἀγνοηθεῖ. Τὰ βασανιστήρια πολλά. Σ’ ἕνα ἀπ’ αὐτὰ ὅπως μᾶς λέγει κάποιος συναξαριστής, εἶχε ἐξαρθρωθεῖ καὶ τὸ πόδι του καὶ εἶχε βλαφθεῖ καὶ τὸ ἕνα του μάτι.

Τοὺς παλμοὺς τῆς καρδιᾶς του καὶ τὴν ἀγάπη του ὅμως στὸν Χριστὸ τίποτα δὲν μπόρεσε νὰ μειώσει. Μιὰ εὐφροσύνη πλημμύριζε ὁλόκληρο τὸ εἶναι του, σὰν σκεφτόταν ὅτι ἔπασχε γιὰ τὴν πίστη του στὸν Σωτήρα Χριστό. «Οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς». (Ρωμ. η’ 18), ἔλεγε καὶ ἐπαναλάμβανε ἀπὸ μέσα του, σὰν δεχόταν τὰ ραπίσματα καὶ τοὺς ἄλλους ἐξευτελισμούς.

Ὁ Ἅγιος δημιουργεῖ οἰκογένεια

Μὰ καὶ στὶς ἡμέρες τῆς εὐτυχίας καὶ τῆς οἰκογενειακῆς θαλπωρῆς ποὺ ἀπολάμβανε μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του, ποὺ ἔγινε πιθανὸν ὕστερα ἀπὸ τὴν κυκλοφορία τοῦ διατάγματος τῶν Μεδιολάνων, ἡ φλόγα τῆς πίστεώς του στὸν Χριστὸ ἔμεινε ἀμείωτη καὶ ἡ ἀγάπη του πάντα ὑποδειγματική.

Εἶπα στὶς ἡμέρες τῆς οἰκογενειακῆς θαλπωρῆς, γιατί νέος ὁ Ἅγιός μας, κατόπιν πιέσεως τῶν γονιῶν του δημιούργησε οἰκογένεια. Δυστυχῶς ὅμως πολὺ νωρὶς ἔχασε τὴν προσφιλή του σύντροφο. Τὴν κάλεσε ὁ Κύριος κοντά του. Ἔτσι ὁ Σπυρίδων ἔμεινε μόνος μὲ συντροφιὰ τὴν χαριτωμένη κόρη του, τὴν Εἰρήνη του. Ὁ πόνος ὑπῆρξε μεγάλος. Ὅμως, ποτὲ δὲν παραπονέθηκε. Τὰ λόγια του πολύαθλου Ἰῶβ ἦταν πάντα στὸ στόμα του. «Ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλατο. Ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν, οὕτω καὶ ἐγένετο. Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰώνας» (Ἰῶβ α’ 21). Παρηγοριὰ στὴν θλίψη του βρῆκε πάλι στὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Γιατί μόνο τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ τὶς στιγμὲς αὐτὲς εἶναι ἱκανὰ νὰ ξεκουράσουν ψυχικὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴν σωτηρία.

Ἡ πανθομολογουμένη ἀπὸ ὅλους εὐσέβεια καὶ ἀρετή του κατέστησε τὸν Ἅγιο σεβαστὸ καὶ ἀγαπητό, ὄχι μονάχα στὴν πόλη του, μὰ καὶ στὰ γύρω χωριά. Σ’ αὐτὸν ἔβρισκαν καταφύγιο οἱ δυστυχισμένοι. Αὐτὸν εἶχαν προστάτη οἱ πονεμένοι. Αὐτὸν ἔβλεπαν πατέρα τὰ ὀρφανά. Σὲ κάθε ἀνάγκη σ’ αὐτὸν κατέφευγαν ὅλοι, γιατί στὸ πρόσωπό του ἦταν βέβαιοι πὼς θὰ βρίσκανε αὐτὸ ποὺ ἤθελαν, αὐτὸ ποὺ ποθοῦσαν. Τὴν παρηγοριὰ καὶ τὴν ἀνακούφιση.

Ὁ Σπυρίδων ποιμένας ψυχῶν

Ἔτσι, ὅταν κάποτε πέθανε ὁ ἱερέας τοῦ τόπου ἐκείνου, μικροὶ καὶ μεγάλοι μ’ ἕνα στόμα τὸν Σπυρίδωνα κάλεσαν καὶ τὸν ἔπεισαν νὰ χειροτονηθεῖ ποιμένας τῶν ψυχῶν τους. Ἀργότερα κλῆρος καὶ λαὸς μὲ τὶς παρακλήσεις τους πάλι ἀνέδειξαν τὸν Ἅγιο πρῶτο Ἐπίσκοπό της Τριμυθοῦντος. Καὶ τὴν θέση αὐτὴ τίμησε καὶ δόξασε ὅσο κανένας ἄλλος ὁ ἁπλοϊκὸς βοσκός. Τὴν τίμησε καὶ τὴν δόξασε, γιατί ἦταν ὁ πράος καὶ ταπεινός. Τὰ λόγια τοῦ θείου Διδασκάλου «μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πράος εἰμὶ καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. ια’ 29) ἦταν γι’ αὐτὸν σύνθημα ζωῆς, ἦταν καθημερινὸ βίωμα.

Ὁ Σπυρίδων ἦταν ἀκόμη ἡ προσωποποίηση τῆς ἀγάπης καὶ καλοσύνης. Ἡ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του ἦταν πάντα ἀνοιχτὴ γιὰ κάθε ξένο καὶ περαστικό, καὶ γιὰ κάθε ὁδοιπόρο. Τὰ λόγια τοῦ θείου Παύλου «τὴν φιλοξενίαν διώκετε» ἦταν γι’ αὐτὸν τρόπος ζωῆς. Ὁ Ἅγιος ἀγαποῦσε τὸν κάθε ἄνθρωπο. Ὅποιος ἐρχόταν σπίτι του ἔπρεπε νὰ καθίσει νὰ ξεκουραστεῖ, νὰ διανυκτερεύσει, νὰ φάει καὶ νὰ πιεῖ. Πολλὲς φορὲς ὁ ἴδιος ὁ Ἐπίσκοπος μιμούμενος τὸν Κύριο ἔφερνε νερὸ καὶ ἔπλενε μὲ ἀγάπη τὰ πόδια τῶν κουρασμένων στρατοκόπων γιὰ νὰ τοὺς ξεκουράσει. Σὲ ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς του ὁ ταπεινὸς καὶ πράος ἐκπρόσωπος τῆς νέας πίστεως ἦταν ὁ γνήσιος ἀκόλουθος Ἐκείνου, ποὺ ἦταν καὶ εἶναι «ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή». Ἡ ἁγιότητά του ὑπῆρξε θαυμαστῆ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Πανάγαθος Θεὸς πλούσια τὸν ἀντάμειψε ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν ἀκόμη στὴ ζωή. Ἄπειρα εἶναι τὰ θαύματα ποὺ ἔκαμε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ. Θαύματα μεγάλα, ἀναμφισβήτητα, συγκινητικά. Δίκαια ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἔδωκε τὴν προσωνυμία τοῦ Θαυματουργοῦ. Μερικὰ ἀπὸ τὰ θαύματα θὰ ἀναφερθοῦν καὶ ἐδῶ. Ἀξίζει νὰ δοῦμε καὶ νὰ γνωρίσουμε ὅλοι οἱ χριστιανοί, πόσο χαριτώνει ὁ Κύριος ἐκείνους, ποὺ μὲ σταθερότητα καὶ εἰλικρίνεια ἀληθινὴ τοῦ δίδουν τὴν καρδιά τους.

Θαύματα

1. Κάποτε ἡ Κύπρος ὑπέφερε ἀπὸ ἀνομβρία. Πείνα μεγάλη καὶ ἀρρώστιες πολλὲς μάστιζαν κυριολεκτικὰ τὸν δυστυχισμένο τόπο. Πολλοὶ πέθαιναν κάθε μέρα. Ἡ κατάσταση ἦταν τραγική. Ἕνας Ἠλίας ἢ κάποιος ἄλλος ὅμοιός του χρειαζόταν τὶς στιγμὲς ἐκεῖνες, γιὰ νὰ ἀνοίξει τοὺς καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ σὰν τέτοιος βρέθηκε ὁ Ἅγιός μας. Ὁ πόνος τοῦ λαοῦ του τὸν ἔσπρωξε σὲ βαθιὰ καὶ κατανυκτικὴ προσευχή. Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε ἄμεσο. Βροχὲς πολλὲς καὶ εὐεργετικὲς ἄρχισαν νὰ πέφτουν σ’ ὅλο τὸν τόπο. Καὶ ὅταν αὐτὲς συνεχίζονταν μὲ κίνδυνο τὸ κακὸ νὰ γίνει μεγαλύτερο παρὰ τὴν ἀνομβρία, τότε καὶ πάλι οἱ προσευχὲς τοῦ Ἁγίου τὶς σταμάτησαν. Τὸ πονεμένο νησὶ ἀνέπνευσε. Γεννήματα ὅλων τῶν εἰδῶν πλημμύρισαν τοὺς κάμπους. Καὶ οἱ ἄνθρωποι δόξασαν τὸν Μεγάλο Πατέρα, ποὺ τόσο γρήγορα καὶ μὲ τόση σπουδὴ τοὺς λύτρωσε ἀπὸ τὰ δεινά.


Ἰδιαίτερα ἡ ἀγάπη τοῦ Ἁγίου ἐκδηλωνόταν γιὰ τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς δυστυχισμένους. Σ’ αὐτοὺς ἦταν ἀδύνατο ὁ φιλάνθρωπος Ἐπίσκοπος νὰ ἀρνηθεῖ τὴν βοήθεια καὶ τὴν προστασία του.

2. Κάποτε πάλι μεγάλη ἀκαρπία καὶ δυστυχία κτύπησε τὸ πολύπαθο νησί. Οἱ πλούσιοι καὶ ὅσοι εἶχαν γεννήματα στὶς ἀποθῆκες ἔτριβαν τὰ χέρια ἀπὸ χαρά. Εὐκαιρία ἔλεγαν νὰ αὐξήσουμε τὰ πλούτη μας. Ἕνας φτωχὸς μὲ πολυμελὴ οἰκογένεια κατέφυγε σ’ ἕναν τέτοιο πλούσιο καὶ μὲ δάκρυα τὸν παρακαλοῦσε νὰ τοῦ δανείσει λίγο σιτάρι γιὰ νὰ θρέψει τὴν οἰκογένειά του καὶ νὰ τοῦ τὸ ἐπιστρέψει ἢ νὰ τοῦ τὸ πληρώσει μόλις μπορέσει. Ὁ σκληρὸς πλούσιος στὰ δάκρυα καὶ τὶς παρακλήσεις τοῦ πτωχοῦ ἔμεινε ἀσυγκίνητος. Καμιὰ συμπάθεια, καμιὰ συμπόνια δὲν ἔδειξε ἡ πέτρινη καρδιά του. Συντετριμμένος ὁ φτωχὸς σηκώθηκε καὶ κατευθύνθηκε στὸ σπίτι τοῦ Ἁγίου. Μὲ πόνο ψυχῆς τοῦ ἀνέφερε τὸ πρόβλημά του καὶ τοῦ διηγήθηκε τὴν στάση τοῦ πλουσίου ἀπέναντί του. Ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ τὸν ἤκουσε, τὸν ἐνίσχυσε καὶ τοῦ εἶπε νὰ κάνει ὑπομονὴ μέχρι τὴν ἑπομένη ἡμέρα. «Αὔριο, τοῦ εἶπε προφητικά, αὐτὸς ποὺ ἀρνήθηκε πρὸ ὀλίγου νὰ σὲ βοηθήσει, θὰ σὲ παρακαλεῖ ὁ ἴδιος νὰ σοῦ δώσει ὅσο σιτάρι θέλεις. Καὶ τὸ σπίτι σου θὰ γεμίσει ἀπὸ γεννήματα».

Μὲ τοῦτα τὰ λόγια τοῦ προανήγγελλε ὁ Ἅγιος αὐτά, ποὺ θὰ γινόντουσαν τὴ νύκτα. Τὰ μεσάνυκτα βροχὴ καταρρακτώδης ἄρχισε νὰ πέφτει σὲ ὅλη τὴν περιοχή. Οἱ ἀποθῆκες τοῦ πλουσίου γκρεμίστηκαν καὶ τὰ γεννήματά του πλημμύρισαν τοὺς δρόμους. Κλαίοντας ὁ πλούσιος ἔτρεχε καὶ παρακαλοῦσε τοὺς πτωχοὺς νὰ πάρουν ὅσα θέλουν.

— «Πάρτε, ἀδελφοί μου, τοὺς ἔλεγε. Πάρτε νὰ περάσετε. Δὲν θέλω χρήματα».
Τὰ λόγια του Ἁγίου ἐπαλήθευσαν. Οἱ πτωχοὶ πῆραν καὶ δόξασαν τὸν Θεὸ γιὰ τὴν εὐσπλαχνία του. Πῆρε καὶ ὁ πτωχός μας καὶ εὐχαρίστησε καὶ αὐτὸς τὸν Μεγάλο Πατέρα ποὺ κανένα δὲν ἐγκαταλείπει, ἀλλὰ γιὰ ὅλους μεριμνᾶ. Ἡ χαρὰ ξαναγύρισε στὶς πονεμένες καρδιές. Οἱ μορφὲς ἄλλαξαν. Μόνον τῶν πλουσίων ἡ καρδιὰ ἔμεινε ἡ ἴδια σκληρὴ καὶ ἀνάλγητη.

3. Μιὰ μέρα, ἕνας ἄλλος πτωχὸς μὲ πολυμελὴ οἰκογένεια κτύπησε τὴν πόρτα τῆς ἐπισκοπῆς του. Πλησίασε τὸν Ἅγιο καὶ μὲ δάκρυα τοῦ ζήτησε ἕνα δάνειο. Τὸ ἤθελε γιὰ νὰ πληρώσει κάποιο χρέος του σ’ ἕναν πλούσιο, ποὺ ἀπειλοῦσε νὰ τοῦ πωλήσει τὸ σπίτι του. Ποῦ νὰ βρεῖ ὅμως ὁ Ἅγιος ἕνα τόσο μεγάλο ποσό; Στὸν πόνο ποὺ τοῦ δημιουργοῦσαν τὰ πικρὰ δάκρυα τοῦ πτωχοῦ, ποὺ ἀπὸ τὴν θλίψη σπάραζε, ὁ στοργικὸς ἐπίσκοπος καταστενοχωρημένος ἄρχισε νὰ βηματίζει. Ξάφνου ἐκεῖ μπροστά του πῆρε τὸ μάτι του ἕνα φίδι νὰ σέρνεται μέσα στὴν πρασινάδα. Σὰν ἀστραπὴ πέρασε ἀπὸ τὸν νοῦ του τὸ ραβδὶ τοῦ Ἀαρῶν, ποὺ στὸ παλάτι τοῦ Φαραὼ τ’ ἀφῆκε νὰ πέσει στὴ γῆ καὶ ἔγινε φίδι. «Ἂς ἦταν, Κύριε, τὸ φίδι αὐτὸ νὰ γινόταν χρυσάφι γιὰ τὸν πτωχὸ αὐτὸν οἰκογενειάρχη, εἶπε σιγανά. Ναί, Κύριε. Ἂς γινόταν χρυσάφι, γιὰ νὰ βοηθηθεῖ τὸ δυστυχισμένο αὐτὸ πλάσμα σου», ξανάπε καὶ σήκωσε τὸ χέρι. Τὸ φίδι σταμάτησε. Καὶ ὁ Ἅγιος ἔσκυψε καὶ τὸ πῆρε. Στὸ χέρι του τὸ σιχαμερὸ ἑρπετὸ μεταμορφώθηκε καὶ ἄστραψε τώρα χρυσαφένιο.

- Πάρτο, παιδί μου, εἶπε ὁ Ἅγιος μὲ καλοσύνη. Πάρτο νὰ κάμεις τὴν δουλειά σου.
Καὶ ὁ πτωχὸς γεμάτος χαρὰ πῆρε τὸ χρυσάφι καὶ ἔτρεξε καὶ τὸ ἔδωκε ἐνέχυρο στὸν πλούσιο δανειστή. Ὅταν ἀργότερα μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ πλήρωσε τὸ χρέος του, ὁ δανειστὴς τοῦ ἐπέστρεψε τὸ χρυσαφένιο ἐνέχυρο. Καὶ ὁ πτωχὸς τὸ πῆρε καὶ μὲ δάκρυα εὐγνωμοσύνης τὸ γύρισε στὸν Ἅγιο. Αὐτός, ἀφοῦ τὸ ἔλαβε στὰ χέρια, ἔστρεψε τὰ μάτια στὸν οὐρανό, δόξασε τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἄπειρη φιλανθρωπία του καὶ ὕστερα τὸ ἔριξε στὴ γῆ. Καὶ ὦ τοῦ θαύματος! Τὸ χρυσάφι ἔγινε καὶ πάλι φίδι καὶ ἔφυγε ἀπὸ μπροστά τους.

4. Τὴν ἀπέραντη ἀγάπη τοῦ Ἁγίου γιὰ τὰ λογικά του πρόβατα καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του γι’ αὐτά, μᾶς τὴν δείχνει καὶ τοῦτο τὸ γεγονός.

Κάποτε ἕνας καλὸς καὶ ἐνάρετος χριστιανός, ποὺ ἦταν καὶ στενὸς φίλος τοῦ Ἁγίου, συκοφαντήθηκε ἀπὸ μερικοὺς κακοὺς ἀνθρώπους, ποὺ τὸν φθονοῦσαν, στὸν ἄρχοντα τῆς πόλεως. Ἡ συκοφαντία ἦταν βαριά. Καὶ ὁ ἄρχοντας, μόλις τὴν ἄκουσε ἔσπευσε νὰ ἐπιβάλει στὸν ἄνθρωπο σὰν τιμωρία τὸν θάνατο. Ἡ εἴδηση ἔφτασε καὶ στ’ αὐτιὰ τοῦ ἁγίου, ποὺ ἤξερε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀθῶος. Τί κάμνει; Χωρὶς νὰ χάσει καιρό, ξεκινᾶ νὰ πάει νὰ βρεῖ τὸν φίλο του καὶ νὰ δεῖ, ἂν μπορεῖ νὰ τὸν ἐλευθερώσει. Ἦταν, ὅμως, χειμώνας. Μιὰ δυνατὴ βροχή, ποὺ εἶχε πέσει πρὶν λίγη ὥρα ἔκαμε νὰ ξεχειλίσει ἕνας χείμαρρος, ποὺ βρισκόταν στὴ μέση του δρόμου. Ἀπὸ κανένα μέρος δὲν ὑπῆρχε πέρασμα. Τὰ θολὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ κυλιόνταν μὲ πολλὴ ὁρμή. Ὁ Ἅγιος, ποὺ ἤξερε νὰ τὰ ἀναθέτει ὅλα στὸν Θεό, δὲν τὰ ἔχασε. Ἐκεῖ ποὺ στεκόταν καὶ συλλογιζόταν τί νὰ κάμει, ἦρθε στὸν νοῦ του ἡ περίπτωση τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, ὅταν πέρασε καὶ αὐτὸς τὸν Ἰορδάνη μὲ τὴν Κιβωτὸ τῆς Διαθήκης καὶ τὸν λαό. Σήκωσε στὴ στιγμὴ τὰ χέρια, ψιθύρισε μία θερμὴ προσευχὴ καὶ ὕστερα μὲ φωνὴ δυνατὴ φώναξε κι εἶπε:

— Ποτάμι στάσου. Ὁ Δεσπότης Χριστὸς μὲ καλεῖ νὰ πάω νὰ γλυτώσω τὸν φίλο μου. Στάσου, λοιπόν, νὰ περάσω.

Τὴν ἴδια ὥρα τὰ ὁρμητικὰ νερὰ τοῦ χείμαρρου, ποὺ λὲς καὶ κτυποῦσαν σ’ ἕνα στέρεο βράχο, σταμάτησαν. Ἔπαψαν νὰ κυλοῦνε. Οἱ φυσικοὶ νόμοι παραμέρισαν, καὶ ἕνας δρόμος ἄνοιξε μπροστά τους. Τὰ πλήθη, ποὺ στέκονταν ἐκεῖ καὶ μὲ ἀγωνία περίμεναν πότε νὰ καλμάρουν τὰ νερά, γιὰ νὰ περάσουν καὶ αὐτοὶ στὴν ἄλλη μεριά, μπροστὰ στὰ ὅσα ἔβλεπαν, συγκλονίστηκαν. Ἔκαμαν τὸν σταυρό τους καὶ ἀκολούθησαν τὸν Ἅγιο, ποὺ προχώρησε καὶ πέρασε πρῶτος. Ὅταν ἔφθασαν στὴν πόλη, διηγήθηκαν μὲ ἐνθουσιασμὸ τὰ ὅσα εἶδαν. Ὅσοι τ’ ἄκουσαν ἔμειναν κατάπληκτοι καὶ δοξολογοῦσαν τὸν Θεό, ποὺ χαρίτωσε τόσο πλούσια τὸν Ἅγιό τους. Τὴν εἴδηση ἔμαθε καὶ ὁ ἄρχοντας. Μεγάλη ἔκπληξη δοκίμασε καὶ αὐτός. Καὶ ὅταν ὁ Ἅγιος τὸν πλησίασε, ἔσπευσε μὲ συγκίνηση καὶ χαρὰ ν’ ἀφήσει ἐλεύθερο τὸν θανατοποινίτη φίλο του καὶ μαζὶ γύρισαν στὴν πόλη. Τί ὡραία ἀλήθεια, ἂν ὅλοι οἱ πνευματικοὶ ποιμένες δείχνανε παρόμοιο ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ λογικὰ πρόβατά τους! Πόσο διαφορετικός, ὁπωσδήποτε θὰ ἦταν ὁ κόσμος!
Ὁ Ἅγιος πῆρε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὸ χάρισμα νὰ διαβάζει τὶς μυστικὲς σκέψεις τῶν ἀνθρώπων. Τὰ ἀκόλουθα δυὸ περιστατικὰ εἶναι ἀρκετὰ νὰ βεβαιώσουν καὶ τούτη τὴν ἀλήθεια.

Κάποτε ὁ Ἅγιος, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν φίλο καὶ μαθητή του Τριφύλλιο, τὸν πρῶτο Ἐπίσκοπο τῆς Λευκωσίας (τότε Λήδρας), ξεκίνησαν γιὰ τὴν Κερύνεια. Πήγαιναν ἐκεῖ γιὰ κάποια ἐργασία. Ὁ δρόμος περνοῦσε ἀπὸ τὴν Κυθρέα. Ἦταν ἄνοιξη καὶ ἡ φύση γύρω μιὰ ἀληθινὴ ζωγραφιά. Τὰ δένδρα ἀνθισμένα. Τὰ πουλιὰ χαρούμενα κελαηδοῦσαν γλυκὰ καὶ πετοῦσαν ἀπὸ κλαδὶ σὲ κλαδί. Στὸ βουνὸ τὰ κοπάδια βοσκοῦσαν λαίμαργα τὸ πλούσιο χορτάρι μὲ τὰ μύρια λουλουδάκια, ποὺ μὲ τὴν εὐωδία ποὺ σκορποῦσαν λὲς καὶ δοξολογοῦσαν καὶ Αὐτὸν τὸν Δημιουργό. Ἐκεῖ ποὺ βάδιζαν ἀργὰ – ἀργά, γιατί ἦταν ἀνηφορικὸ τὸ μονοπάτι, σὲ κάποια καμπὴ ὁ Τριφύλλιος στάθηκε καὶ θαυμάζοντας τὸν πανοραμικὸ κάμπο, ποὺ ἁπλωνόταν καταπράσινος κάτω ἀπὸ τὰ πόδια τους, ἄρχισε νὰ κάμνει κάποιες σκέψεις:

Τί ὡραία, σκεφτόταν νοερά, νὰ εἶχα γιὰ τὴν ἐπισκοπή μου μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ κτήματα, ποὺ βρίσκονται σ’ αὐτὸν τὸν τόπο. Θὰ μοῦ ἔδιναν ἕνα καλὸ εἰσόδημα γιὰ νὰ ἀντιμετωπίζω τόσες ἀνάγκες.

– Τί σκέπτεσαι, ἀδελφέ μου; τοῦ εἶπε ὁ Σπυρίδων. Γιατί ἀφήνεις τὸ μυαλό σου τούτη τὴν ὥρα νὰ ἀσχολεῖται μὲ τόσο μάταια πράγματα;

– Γέροντά μου, μὰ διάβασες τὶς σκέψεις μου;

– Ἀδελφέ μου, «οὗ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. ιγ’ 14). Δὲν ἔχουμε ἐδῶ στὴν γῆ μόνιμη καὶ διαρκὴ πατρίδα καὶ πόλη, μὲ πόθο βαθὺ ποθοῦμε καὶ ζητοῦμε τὴν μέλλουσα, τὴν οὐράνια Ἱερουσαλήμ. Μάταια εἶναι ὅλα τὰ γήϊνα ἀγαθά. Στὴν καρδιά σου φρόντισε νὰ ἔχεις πάντα ἕναν πόθο. Τὴν ἀπόκτηση τῶν οὐρανίων, τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Τὰ γήϊνα ἀγαθὰ εἶναι ὅλα προσωρινὰ καὶ ἀπατηλά. Σήμερα εἶναι δικά μας. Αὔριο θὰ γίνουν κτῆμα κάποιου ἄλλου. Καὶ οὐδέποτε τίνος.

— Πατέρα μου, συγχώρησε μέ. Νικήθηκα ἀπὸ τὴν θεωρία. Δεήσου καὶ ἐσὺ τοῦ Κυρίου μας νὰ μὲ συγχωρήσει.

– Ναί, τέκνον μου, πρόσεχε. Ὁ διάβολος χρησιμοποιεῖ καὶ τὰ πιὸ ἀθώα πράγματα, γιὰ νὰ μᾶς παρασύρει καὶ νὰ μᾶς σκανδαλίζει. Ἀντὶ μὲ τὴ θεωρία νὰ ἀφήνει τὸ μυαλό μας νὰ στρέφεται καὶ νὰ δοξάζει τὸν Δημιουργό, ποὺ ὅλα τὰ ἔκαμε γιὰ τὴν δική μας ἀγάπη καὶ εὐτυχία, ἀντίθετα τὸ σπρώχνει νὰ ποθεῖ τὰ μάταια καὶ νὰ ζητᾶ τρόπους, γιὰ νὰ τὰ ἀποκτήσει, νὰ τὰ κάμει κτῆμα του.

Πόση σοφία στὰ λόγια τοῦ θεοφώτιστου ἐπισκόπου. Ἀντὶ ὁ ἄνθρωπος μπροστὰ στὰ τόσα μεγαλεῖα τοῦ Παντοδύναμου Δημιουργοῦ νὰ ἀφήνει τὴν σκέψη του μὲ εὐγνώμονα διάθεση νὰ ὑμνεῖ καὶ νὰ δοξάζει τὸν Ποιητὴ καὶ Πλάστη Του, αὐτὸς ἕνα μόνο κατὰ κανόνα σκέπτεται καὶ ποθεῖ, τὴν ἀπόκτηση καὶ ἀπόλαυση ὅλων αὐτῶν τῶν ἐπίγειων ἀγαθῶν.

5. Κάποια ἄλλη φορὰ ὁ Ἐπίσκοπος, ὕστερα ἀπὸ μακρινὴ ὁδοιπορία γιὰ διδαχὴ τοῦ λαοῦ του μπῆκε κουρασμένος στὸ σπίτι ἐνὸς ἀπὸ τοὺς πιστούς του, γιὰ νὰ ξεκουραστεῖ. Στὸ ἄκουσμα τῆς εἴδησης κόσμος πολὺς ἀπὸ τὰ γειτονικὰ σπίτια στὴν ἀρχὴ καὶ ἔπειτα ἀπὸ ὅλη τὴν κοινότητα ἔτρεξαν νὰ τὸν συναντήσουν καὶ νὰ πάρουν τὴν εὐλογία του. Ἀνάμεσα στὰ πλήθη ἦταν καὶ μία ἁμαρτωλὴ γυναίκα, ποὺ ἦρθε καὶ αὐτὴ νὰ δεῖ τὸν Ἅγιο. Κάποια στιγμὴ μάλιστα ἔπεσε καὶ κάτω, γιὰ νὰ ἀσπασθεῖ τὰ πόδια του. Μὲ τὴ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος ὁ Ἅγιος, σὰν τὴν κοίταξε, γνώρισε ἀμέσως τὴν ἁμαρτία της. Χωρὶς νὰ τὸν ἀκούσει κανένας, μὲ τρόπο γλυκὺ καὶ ταπεινό, ψιθύρισε στὴ γυναίκα:

– «Κυρά μου, μὴ μὲ ἐγγίσεις». Ἐκείνη ὅμως ἐπέμενε. Καὶ τότε ὁ Ἅγιος μὲ αὐστηρότητα φανέρωσε μπροστὰ σὲ ὅλους τὴν ἁμαρτία της. Ἡ γυναίκα θαύμασε καὶ μὲ συντριβὴ καρδιᾶς ἔσκυψε καὶ ἄρχισε μὲ δάκρυα νὰ ζητᾶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Μπροστὰ στὴν μετάνοιά της ὁ στοργικὸς πατέρας της εἶπε μὲ συγκίνηση τὰ λόγια ἐκεῖνα, ποὺ κάποτε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀπηύθυνε σὲ μία τέτοια ἁμαρτωλή: «Θάρσει, θύγατερ. Ἀφέωνται σοὶ αἱ ἁμαρτίαι». Πήγαινε στὸ καλὸ καὶ πρόσεχε μελλοντικά. Μὲ τὸν τρόπο του ὁ ἅγιος βοήθησε τὴν ἁμαρτωλὴ ἐκείνη γυναίκα νὰ μετανοήσει. Ἀλλὰ καὶ ἔδωκε ἕνα μάθημα σὲ ὅλους. Μόνο ἡ μετάνοια ἡ εἰλικρινὴς ξεπλένει τὴν ψυχὴ καὶ ἀποκαθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο στὴ θέση τὴν τιμητική, νὰ εἶναι παιδὶ τοῦ Θεοῦ.

6. Ὁ Ἅγιος κατὰ τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ συνήθιζε νὰ νηστεύει ἀπόλυτα. Δὲν ἔτρωγε τίποτα, οὔτε αὐτὸς οὔτε καὶ ἡ κόρη του. Κάποια βραδιά, σὲ περίοδο νηστείας, ἕνας ἄγνωστος ὁδοιπόρος κτύπησε τὴν πόρτα τῆς ἐπισκοπῆς του. Ὁ Ἅγιος ἔσπευσε μὲ προθυμία νὰ τοῦ ἀνοίξει καὶ νὰ τὸν ὑποδεχθεῖ. Τοῦ πρόσφερε νερὸ νὰ ξεπλυθεῖ καὶ πῆγε νὰ βρεῖ κάτι, γιὰ νὰ τοῦ δώσει νὰ δειπνήσει. Κοίταξε παντοῦ, μὰ τίποτα δὲν βρῆκε. Οὔτε ψωμὶ δὲν εἶχε. Στὴν ἀμηχανία του ὁ Ἅγιος θυμήθηκε πὼς σὲ κάποια γωνιὰ βρισκόταν κρεμάμενο ἕνα κομμάτι διατηρημένο χοιρινὸ κρέας ἀπὸ τὶς ἡμέρες τῆς κρεοφαγίας. Χωρὶς νὰ χάσει καιρό, φώναξε τὴν κόρη του νὰ ψήσει λίγο γιὰ τὸν φιλοξενούμενό τους. Ἡ κόρη ἑτοίμασε τὸ τραπέζι.

Ἔβαλε πάνω τὸ ψητὸ κρέας καὶ κάλεσαν τὸν ξένο νὰ φάγει. Ὁ ξένος, σὰν εἶδε τὸ προσφερόμενο, ἀρνήθηκε νὰ τὸ δοκιμάσει λέγοντας:

— Δέσποτά μου, συγχώρεσε μέ. Νηστεύω. Εἶμαι χριστιανός.

– Ναί! παιδί μου, εἶπε ὁ Ἅγιος. Καὶ ἐγὼ νηστεύω. Εἶμαι καὶ ἐγὼ χριστιανός. Μὰ μία καὶ δὲν ἔχουμε τίποτε ἄλλο στὸ σπίτι καὶ ἐσὺ πρέπει νὰ τονωθεῖς ὕστερα ἀπὸ τὴν τόση ὁδοιπορία, θὰ φᾶς ἀπὸ αὐτὸ ποὺ βρίσκεται. Νά! ἐγὼ καταλύω πρῶτος τὴ νηστεία. Φάγε, παιδί μου, νὰ τονωθεῖς.
Καὶ ὁ Ἅγιος, γιὰ νὰ ἐνθαρρύνει τὸν ξένο, ἔφαγε καὶ ἔδωσε καὶ σ’ ἐκεῖνον λέγοντάς του. «Πάντα καθαρὰ τοῖς καθαροῖς, ὁ θεῖος ἀπεφήνατο Λόγος». Τὴν ἄλλη μέρα φυσικὰ συνέχισε καὶ πάλι τὴ νηστεία του. Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ δείχνει τὴν πλατιὰ ἀντίληψη τοῦ Ἁγίου γιὰ τὴ νηστεία, ποὺ εἶναι καὶ ἡ μόνη ὀρθή. «Τὸ Σάββατον ἐγένετο διὰ τὸν ἄνθρωπον οὒχ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ Σάββατον». (Μάρκ. β’ 27).

7. Λίγα γράμματα ἔμαθε ὁ Ἅγιος, ὅπως εἴδαμε. Τοῦτο, ὅμως, δὲν τὸν ἐμπόδισε ἀπὸ τοῦ νὰ προσέλθει καὶ νὰ λάβει μέρος στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ποὺ συνεκάλεσε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος τὰ 325 μ.Χ., γιὰ νὰ ἀποστομώσει καὶ καθαιρέσει τὸν Ἀρεῖο. Ὁ τρομερὸς αὐτὸς αἱρετικός, ὅπως ξέρουμε, δίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι Θεός, ἀλλὰ δημιούργημα καὶ πλάσμα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ αἱρετική του αὐτὴ διδασκαλία εἶχε προκαλέσει ἀληθινὸ σάλο καὶ εἶχε συνταράξει ὁλόκληρη τὴν Χριστιανικὴ Ἐκκλησία.

Στὴν σύνοδο αὐτὴ ἀπὸ τὴ μία μεριὰ εἶχε παραταχθεῖ ὁ Ἀρεῖος μὲ τοὺς ἱκανοὺς ρήτορες καὶ ὀπαδούς του ἐπισκόπους. Καὶ ἦταν αὐτοὶ ὁ Νικομήδειας Εὐσέβιος, ὁ Νικαίας Θεαγένης καὶ ὁ Χαλκηδόνος Μακάριος. Μαζὶ μ’ αὐτούς, μὲ τὴν ἄδεια τοῦ Βασιλιά, προσῆλθαν καὶ παρεκάθισαν στὴν σύνοδο καὶ ἀρκετοὶ φιλόσοφοι ὁμοϊδεάτες τοῦ Ἀρείου καὶ ὑπερασπιστές του. Ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ξεχώριζε καὶ ἕνας Ἕλληνας φιλόσοφος, ὁ Εὐλόγιος, ποὺ στὴ διαλεκτικὴ τέχνη, τὴν εὐστροφία τοῦ λόγου καὶ τὰ σοφίσματα ἐθεωρεῖτο ἀνίκητος.

Στὴν παράταξη τῶν ὀρθοδόξων εἶχαν συγκεντρωθεῖ 317 σεβάσμιοι ἀρχιερεῖς καὶ κληρικοί. Μεταξὺ αὐτῶν διακρίνονταν, οἱ Ἅγιοι Νικόλαος καὶ Ἀλέξανδρος, ἱερέας ἀκόμη, ὁ ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας Εὐστάθιος, ὁ Παφνούτιος ἀπὸ τὴν Θηβαΐδα, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, διάκονος τότε τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἐπίσκοπος Τριμυθοῦντος Σπυρίδων καὶ ἄλλοι πολλοί. Ὁ τελευταῖος φυσικὰ δὲν διακρινόταν γιὰ τὴν μόρφωσή του. Διακρινόταν, ὅμως, γιὰ τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ταπείνωσή του. Ἦταν ἕνα δοχεῖο ἀκένωτο ἀπὸ οὐράνιους θησαυρούς. Ἦταν ἕνα κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ μπῆκε στὴν αἴθουσα τῆς συνόδου ἡ καρδιά του κτυποῦσε δυνατὰ καὶ μὲ βαθιὰ πίστη προσευχόταν νοερὰ νὰ φωτίσει, ὁ Θεός, ὥστε στὸ τέλος νὰ λάμψει ἡ ἀλήθεια.

«Πάτερ, δόξασόν σου τὸν Υἱόν», ἔλεγε καὶ ἐπαναλάμβανε μὲ δάκρυα στὰ μάτια. Ἡ ἀγάπη του στὸν λατρευτό μας Σωτῆρα Χριστὸ τοῦ φλόγιζε ὅλο τὸ κορμὶ καὶ τὸν γέμιζε μὲ ἀκαταμάχητη δύναμη.

Στὴν συζήτηση, ποὺ εἶχε ἀνάψει ὁ τρομερὸς Ἀρεῖος μὲ τὴν φιλοσοφική του μόρφωση, τὴν πανουργία καὶ τὴν εὐγλωττία του, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὀπαδούς του ρήτορες, ποὺ τὸν ἐνίσχυαν ἀφάνταστα, πετοῦσε κυριολεκτικὰ κεραυνοὺς ἐνάντια στὴν ἀλήθεια καὶ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ὧρες περνοῦσαν, χωρὶς ἕνα θετικὸ ἀποτέλεσμα. Κάποια στιγμὴ μάλιστα ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ δεινοὺς ρήτορες τοῦ Ἀρείου, ὁ Ἕλληνας σοφὸς Εὐλόγιος εἶχε προβάλει τέτοια ἐπιχειρήματα καὶ μὲ τόση μαεστρία ποὺ εἶχε νομισθεῖ ὅτι τὸ δίκαιο βρισκόταν μὲ τὸ μέρος τους. Οἱ ὑπερασπιστὲς τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας, καὶ αὐτὸς ὁ Μ. Ἀθανάσιος, σώπασαν. Νεκρικὴ σιγὴ εἶχε ἁπλωθεῖ γιὰ μερικὰ δευτερόλεπτα στὴ μεγάλη αἴθουσα τῆς συνόδου. Ἐκείνη τὴν ὥρα σηκώθηκε ἀπὸ τὴν θέση του ὁ Ἅγιος μας καὶ ζήτησε νὰ μιλήσει. Ἀργὰ προχωρεῖ πρὸς τὸ βῆμα. Οἱ ὀπαδοὶ τοῦ αἱρεσιάρχη χαμογέλασαν, σὰν τὸν εἶδαν. Οἱ ἄλλοι πατέρες στενοχωρήθηκαν. Γνώριζαν πὼς ὁ Ἅγιος ἦταν ἁγνὸς καὶ ἐνάρετος. Ἦταν ὅμως, καὶ ὁ ἄνθρωπος ὁ ἁπλοϊκός, μὲ τὰ λίγα γράμματα καὶ χωρὶς αὐτὸ ποὺ λέμε κατὰ κόσμο σοφία καὶ γνώση. Πῶς θὰ μποροῦσε λοιπὸν ὁ ταπεινὸς βοσκὸς νὰ τὰ βγάλει πέρα μ’ ἕναν ρήτορα σοφὸ καὶ διεστραμμένο; Γι’ αὐτὸ στενοχωρήθηκαν καὶ μερικοὶ ἀγωνίζονταν νὰ τὸν ἐμποδίσουν νὰ ὁμιλήσει. Φοβόντουσαν μήπως ὁ τραχὺς καὶ ἀδιάντροπος ρήτορας ζητήσει νὰ τὸν ἐκθέσει καὶ νὰ τὸν γελοιοποιήσει. Ὁ Σπυρίδωνας, ὅμως, ἐπέμενε. Καὶ ὁ Βασιλιὰς ἔδωκε τὸν λόγο.

Σιγὴ καὶ πάλι νεκρικὴ ἁπλώθηκε στὴν αἴθουσα. Οἱ φίλοι τοῦ Ἀρείου μὲ δυσκολία συγκρατοῦν τὴν περιφρόνησή τους, ἐνῶ οἱ πατέρες μὲ αἰσθήματα σεβασμοῦ μὰ καὶ ἀπορίας κοιτοῦνε τὸν γέροντα. Κάποια στιγμὴ ὁ μέγας Σπυρίδων διακόπτοντας τὴν σιωπὴ στρέφεται πρὸς τὸν φιλόσοφο καὶ μὲ φωνὴ σταθερὴ ἀρχίζει νὰ τοῦ λέγει τοῦτα τὰ λόγια:

– Ἄκουε, σοφέ. Ἕνας εἶναι ὁ Θεός. Αὐτὸς μὲ τὸν Λόγο Του καὶ τὸ Πνεῦμά Του δημιούργησε ὅλον τὸν κόσμο. Καὶ αὐτὰ ποὺ βλέπουμε, μὰ καὶ ἐκεῖνα ποὺ δὲν βλέπουμε. Αὐτὸς ἔπλασε καὶ τὸ θαυμαστὸ καὶ ὑπέροχο δημιούργημα, τὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸς ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἀληθὴς καὶ ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα. Γιὰ τὴν ἰδική μας σωτηρία, πιστεύουμε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε καὶ ἄνθρωπος καὶ γεννήθηκε ἀπὸ μία κόρη, τὴν Παρθένο Μαρία. Μεγάλωσε σὰν ἄνθρωπος ἐκεῖ στὴ Ναζαρέτ, δίδαξε ἐπὶ τρία χρόνια καὶ ὕστερα σταυρώθηκε καὶ τάφηκε σὰν ἄνθρωπος. Ἔπειτα ἀναστήθηκε σὰν Θεὸς μετὰ τρεῖς μέρες καὶ συνανέστησε καὶ ἐμᾶς καὶ μᾶς χαρίζει ἄφθαρτη καὶ αἰώνια ζωή. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ παρέμεινε στὴ γῆ μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του ἐπὶ σαράντα ἡμέρες, ἀναλήφθηκε ὕστερα στὸν οὐρανὸ ἀπὸ ὅπου καὶ ἔστειλε στὴν γῆ μετὰ δέκα μέρες τὸ Πανάγιο Πνεῦμα τὸ ὁποῖο ἀπὸ τότε παραμένει στὴν Ἐκκλησία. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ πιστεύουμε ἀκόμη, πὼς θὰ ξανάρθει κάποια ἡμέρα γιὰ νὰ κρίνει τὸν κόσμο ὅλο. Ἡμεῖς δέ, θὰ ἀναστηθοῦμε καὶ θὰ παρουσιαστοῦμε μπροστά Του, γιὰ νὰ ἀπολογηθοῦμε σ’ Αὐτὸν γιὰ ὅλα τὰ ἔργα, τὰ λόγια καὶ τὰ ἐνθυμήματά μας.

– Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα, Σύνθρονος, Ὁμότιμος καὶ Ὁμόδοξος. Ἕνας εἶναι ὁ Θεός· Τρία Πρόσωπα ὅμως, τρεῖς Ὑποστάσεις, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα. Τὰ τρία αὐτὰ Πρόσωπα, ὁ ἕνας Θεός, ἡ μία Οὐσία εἶναι γιὰ τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου κάτι τὸ ἄρρητο καὶ ἀκατάληπτο. Ὅπως εἶναι ἀδύνατο νὰ βάλει κανεὶς ὅλα τὰ νερὰ τῆς θάλασσας σ’ ἕνα ποτήρι, ἔτσι εἶναι ἀδύνατο καὶ τὸ πεπερασμένο μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου νὰ χωρέσει καὶ νὰ κατανοήσει τὸ ἄπειρο τῆς Θεότητος. Γιὰ νὰ δώσω ὅμως μία ἐξήγηση τῶν λόγων μου, ἂς μὲ συγχωρήσει ὁ Πανάγαθος ποὺ θὰ χρησιμοποιήσω αὐτὸ τὸ χειροπιαστὸ παράδειγμα.
Τότε ὁ ἅγιος ἔβαλε τὸ ἀριστερὸ χέρι στὴν τσέπη του καὶ ἔβγαλε ἕνα κεραμίδι καὶ δείχνοντάς το, ἔκαμε μὲ τὸ δεξί του τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ εἶπε:

— «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός».

Κι ἕσφιξε τὸ κεραμίδι. Οἱ πατέρες ποὺ παρακολουθοῦν τὴν σκηνή, συγκλονίζονται κυριολεκτικά. Γιατί μὲ τὶς λέξεις τοῦ Ἁγίου, ἡ φωτιὰ μὲ τὴν ὁποία ψήθηκε τὸ κεραμίδι ἀνέβηκε πάνω.

- «Καὶ τοῦ Υἱοῦ»,

Πρόσθεσε. Τότε τὸ νερὸ μὲ τὸ ὁποῖο ζυμώθηκε τὸ ξερὸ κεραμίδι, ἔτρεξε κάτω.

— «Καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».

Συμπλήρωσε ὁ πρακτικὸς καὶ θεοφώτιστος διδάσκαλος. Τὸ χῶμα ἔμεινε στὸ χέρι του.

– Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες μου, συνέχισε ὁ θαυματουργός· ὅπως τὸ κεραμίδι ἀποτελεῖ ἕνα πράγμα μιᾶς οὐσίας καὶ μιᾶς φύσεως, ἀλλὰ εἶναι τρισύνθετο - φωτιά, νερό, χῶμα, ἔτσι καὶ ὁ Ἅγιος Θεός. Ἂν καὶ δὲν πρέπει νὰ παρομοιάσουμε τὴν Ἄκτιστο καὶ Ὑπερούσια αὐτὴ Φύση μὲ κτιστὸ καὶ φθαρτὸ δημιούργημα, ἐν τούτοις γιὰ νὰ κάνουμε τὰ ἀκατάληπτα καταληπτά, – ἂς μας συγχωρήσει τὸ ἄπειρο ἔλεός Του – λέμε καὶ τονίζουμε:

– Ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας κατὰ τὴν οὐσία καὶ τὴν φύση. Ἀλλὰ κατὰ τὰ πρόσωπα ἢ τὶς ὑποστάσεις εἶναι Τριαδικός: Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα.

Τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου κατέπληξαν τοὺς παριστάμενους. Ἡ αἴθουσα ἀντήχησε ἀπὸ τὶς δοξολογίες πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὶς ἐπευφημίες τῶν Πατέρων. «Τὶς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν. Σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος». (Ψαλμ. ος’ 14 – 15). Ψάλλουν καὶ δοξολογοῦν τὸν Κύριο. Ὁ Ἀρεῖος καὶ οἱ ὀπαδοί του καταντροπιάστηκαν πραγματικά. Ὁ φιλόσοφος ταπεινωμένος ἀναγνωρίζει καὶ ὁμολογεῖ φανερὰ τὴν ἥττα του:

– Τὰ λόγια σου μὲ ἔπεισαν, ἅγιε γέροντα, καὶ τὸ θαῦμα μὲ βεβαίωσε, ὅτι ἔχεις δίκαιο. Πιστεύω τώρα. Πιστεύω μὲ ὅλη τὴν δύναμη τῆς ψυχῆς μου, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Θεὸς ἀληθινὸς καὶ Αὐτός, ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα.

Δάκρυα χαρὰς ἔτρεξαν ἀπὸ τὰ μάτι

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

Η συμμετοχή του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος Ιγνατίου σε Παπική Ημερίδα.


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ
ΚΑΙ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Η συμμετοχή του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνατίου και μάλιστα με εισήγησή του σε Hμερίδα, που οργάνωσε η ιεραρχία της «Καθολικής Εκκλησίας της Ελλάδος» στο Λεόντειο Λύκειο Πατησίων στις 9 Νοεμβρίου με θέμα: «Β΄ Οικουμενική Σύνοδος Βατικανού, 50 χρόνια Πίστης και Ελπίδας», αλλά και τα όσα διετύπωσε στην εισήγησή του αυτή, δημιουργούν θλίψη και οδύνη στον κλήρο και στον πιστό λαό της Εκκλησίας. Με δεδομένη την αγάπη προς το πρόσωπό του και την οφειλομένη τιμή προς το αρχιερατικό του αξίωμα, όπως επίσης με την εξ’ ίσου δεδομένη άπειρη οφειλόμενη αγάπη προς την Αλήθεια-Χριστός και την φιλτάτη μας Ορθοδοξία, προχωρούμε στις γραμμές που ακολουθούν, προς ανασκευή και ανατροπή  κακοδόξων θέσεων και θεωριών,τις οποίες διετύπωσε.

Μια πρώτη γενική παρατήρησή μας είναι το γεγονός, ότι στην ομιλία του ο εν λόγω ιεράρχης εκφράζει στοχασμούς, προσωπικές του θέσεις και απόψεις, τις οποίες αδυνατεί να θεμελιώσει πάνω στους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας. Γι’ αυτό και στην εισήγησή του δεν υπάρχουν πουθενά Πατερικές παραπομπές.Και αυτό βέβαια ήταν φυσικό και αναμενόμενο, διότι ως εκφραστής της Μεταπατερικής«θεολογίας» περιθωριοποιεί και παραμερίζει την αυθεντία των Πατέρων και θέτει εαυτόν υπεράνω αυτών για να προβάλει τις ιδικές του θέσεις.
Μια πρώτη κακόδοξη θέση του, που διατυπώνεται ήδη στην πρώτη φράση της εισηγήσεως του είναι, ότι αποκαλεί την παπική παρασυναγωγή ως Εκκλησία: «Η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού αποτελεί μεγάλο ιστορικό γεγονός όχι μόνο για την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αλλά και για ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο». Το ότι ο Παπισμός είναι αίρεση στη διαχρονική συνείδηση της Ορθοδόξου Εκκλησίαςκαι μάλιστα μιά από τις φοβερότερες αιρέσεις της εποχής μας με πλήθος αιρετικών θεωριών, αποδεικνύεται από ένα πλήθος Ορθοδόξων Συνόδων[1] στις οποίες έχει χαρακτηριστή και καταδικαστήως τοιαύτη,  με πρώτη αυτήν της Κωνσταντινουπόλεως του 879-880 επί Μεγάλου Φωτίου, η οποία ασχολήθηκε με την αιρετική διδασκαλία τουFilioque. ΗΣύνοδος αυτή θεωρείται στη συνείδηση της Εκκλησίας ωςη Η΄ Οικουμενική Σύνοδος, επειδή σ’ αυτή συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των Πατριαρχείων καί του τότε Ορθοδόξου Πάπα της Ρώμης Ιωάννου του Η΄ καί οιαποφάσεις της έγιναν ομόφωνα αποδεκτές. Δεύτερη δε μεγάλη σε σπουδαιότητα Σύνοδο, που  θεωρείται στη συνείδηση της Εκκλησίας ως η Θ΄ Οικουμενική Σύνοδος, αναφέρουμε αυτή της  Κωνσταντινουπόλεως το 1341 επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Πέραν αυτού όλοι οι μετά το σχίσμα του 1054 άγιοι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας όπως οάγιος Γερμανός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, οάγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, οάγιος Μάρκος ο Ευγενικός, οάγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, οάγιος Νικόδημος οΑγιορείτης, οάγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, οάγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως, οάγιος Ιουστίνος Πόποβιτς κ.α. χαρακτηρίζουν απερίφραστα τον Παπισμό ως αίρεση.[2]
Επίσης οΣεβασμιώτατοςθεωρεί την Β΄ Σύνοδο του Βατικανού ως «μεγάλο ιστορικό γεγονός όχι μόνο για τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αλλά για ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο...ελπίζουμε για το μέλλον των σχέσεων των δύο μεγάλων παραδόσεων του Χριστιανισμού με βάση τις αρχές που έθεσε η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού».Πότε όμως στο παρελθόν υπήρξε για την Εκκλησία και τους Πατέρες μεγάλο ιστορικό γεγονός ψευδοσύνοδος των αιρετικών; Μπορεί να μας αναφέρει έστω ένα παράδειγμα; Και τι μπορούμε εμείς οι Ορθόδοξοι να ελπίζουμε από μια ψευδοσύνοδο, η οποία καμιά από τις αιρετικές διδασκαλίες, που επεσώρευσε ο Παπισμός επί μία χιλιετία ολόκληρη, μπόρεσε να καταδικάσει; Από μια ψευδοσύνοδο η οποία, παρά το πλήθος των Συνέδρων της (2500 μέλη), δεν ηδυνήθη δυστυχώς να συνειδητοποιήσει την μεγίστη ευθύνη του Παπισμού για την απόσχισή της από την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία;  Από μια ψευδοσύνοδο, η οποία αντί να καταδικάσει, αντιθέτως ισχυροποίησε τα δύο βασικά δόγματα πάνω στα οποία στηρίζεται όλο το οικοδόμημα του Παπισμού, το Πρωτείο και το Αλάθητο, τα οποία καθιέρωσε για πρώτη φορά ως δόγματα πίστεως η Α΄ Βατικάνεια Σύνοδος; Όπως σημειώνει σχετικά ο αείμνηστος καθηγητής κ. Ιωάννης Καρμίρης: «Η Β΄Βατικάνειος ‘Σύνοδος’... δέν παρέλειψε νάεξάρεικαίενισχύσειακόμη περισσότερονκαίτόπαπικόναξίωμα, μέχρι του σημείου μάλιστα ώστε υπό τινών υμνητών αυτούεν τη‘Συνόδῳ’εδημιουργήθηηυπόνοια ότι κεφαλή της Εκκλησίας δέν είναι πλέον ο Χριστός, αλλ’ ο Πέτρος καί μέσω αυτούο Πάπας».[3] Επίσης ομιλεί περί «των δύο μεγάλων παραδόσεων του Χριστιανισμού», χαρακτηρίζοντας έτσι τον Παπισμό και την Ορθοδόξη Εκκλησία, αποφεύγοντας (σκοπίμως) να χαρακτηρίσει αυτήν ως την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και τοποθετώντας αυτήν στην ίδια ευθεία και στο ίδιο επίπεδο με την αίρεση, πράγμα το οποίο μαρτυρεί βαθειά εκκλησιολογική σύγχυση.
Στη συνέχεια αναφέρεται σε ορισμένες αλλαγές,και ποιό συγκεκριμένα στο άνοιγμα του Βατικανού απέναντι στις άλλες Εκκλησίες και ομολογίες, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν χάρις στη σύγκληση της Β΄Βατικανής. Ωστόσο οι επιφανειακού τύπου και για λόγους παπικής διπλωματίας γενόμενες  αυτές αλλαγές δεν πρέπει να μας ενθουσιάζουν,διότι αυτές δεν προχωρούν εις βάθος, στην εκ θεμελίων αναίρεση και ανατροπή καμιάς από τις αιρετικές διδσκαλίες του Παπισμού. Κριτήριο αξιολογήσεως της όποιας αλλαγής στους κόλπους του Παπισμού δεν μπορεί να είναι για την Ορθόδοξη Εκκλησία κανένα άλλο, παρά μόνο η καταδίκη και αναίρεσις των αιρετικών της διδασκαλιών. Τα ανοίγματα αυτά μπορούν άριστα να εξηγηθούν στην προσπάθεια του Βατικανού να ανταγωνιστεί τον Προτεσταντισμό, ο οποίος ήδη από το 1948 είχε ιδρύσει,(με την συμμετοχή δυστυχώς τότε ως ιδρυτικών μελών και τριών Ορθοδόξων Εκκλησιών, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Εκκλησίας της Κύπρου), το Π.Σ.Ε. και να παίξει ηγετικό και πρωταγωνιστικό ρόλο στους οικουμενικούς διαλόγους, ιδρύοντας τον ιδικό του Παπικό Οικουμενισμό.Εάν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι ο Παπισμός, ακολουθώντας με συνέπεια την εκκλησιολογική του αυτοσυνειδησία και θεωρώντας ότι αυτός μόνος αποτελεί την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία,δεν μετέχει μέχρι σήμερα ως μέλος του Π.Σ.Ε. παρά μόνον από θέσεως παρατηρητού, δεν μπορούμε να ομιλούμε για ουσιαστικό άνοιγμα του Βατικανού απέναντι στον προτεσταντικό κόσμο, παρά μόνον προς την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Στη συνέχεια προχωρεί στο εξής ανεπίτρεπτο για Ορθόδοξο πιστό και δή επίσκοπο: «είναι γνωστό ότι η δεύτερη χιλιετία της ιστορίας της Εκκλησίας περιέχει μελανές σελίδες, για τις οποίες πρέπει να λυπούμεθα». Οι «δύο μεγάλες παραδόσεις» μετά το σχίσμα, «αποξενώθηκαν η μια από την άλλη, ακολουθώντας ανεξάρτητους δρόμους και το χειρότερο, ανέπτυξαν εχθρότητα και πολεμική στάση μεταξύ τους. Έτσι εψύγη η αγάπη που πρέπει να συνδέει όσους πιστεύουν στον Διδάσκαλο της αγάπης…».Κατ’ αρχήν εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με «δύο μεγάλες παραδόσεις», αλλά με την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία και την αίρεση του Παπισμού, ο οποίος επειδή ακριβώς ανέπτυξε μέσα στους κόλπους του αιρετικές διδασκαλίες, ως ήτο φυσικό και επόμενο αποξενώθηκε από την Ορθοδοξία και ακολούθησε ιδικό του ανεξάρτητο δρόμο, τον δρόμο της πλάνης και του σκότους, που οδηγεί στην απώλεια. Γι’ αυτήν την αποξένωση βέβαια δεν ευθύνεται καθόλου η Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά φέρει ακεραία την ευθύνη ο Παπισμός. Ούτε βέβαια ευθύνονται οι άγιοι Πατέρες μας, οι οποίοι αγωνίστηκαν και συνοδικώς απέκοψαν τον παπισμό από το σώμα της Εκκλησίας, προκειμένου να διαφυλάξουν ανόθευτη και απαραχάρακτη από κάθε πλάνη την Ορθόδοξη πίστη. Αντίθετα μάλιστα οι αντιπαπικοί αυτοί Πατέρες τιμώνται ως άγιοι από την Εκκλησία μας και προβάλλονται ως παραδείγματα προς μίμησιν σε όλους μας. Ούτε επίσης μπορούμε να καταλογίσουμε στους Πατέρες εχθρότητα και έλλειψη αγάπης, όπως αφήνει να εννοηθεί ο Σεβασμιώτατος, επειδή καταπολέμησαν και απέκοψαν συνοδικώς την αίρεση. Αν καταλογίσουμε στους Πατέρες έλλειψη αγάπης, τότε θα πρέπει να καταλογίσουμε και στον ίδιο τον Κύριο έλλειψη αγάπης , αν λάβουμε υπ’ όψιν μας τον λόγον του: «παν κλήμα εν εμοί μη φέρον καρπόναίρει αυτό, και παν το καρπόν φέρον…» (Ιω.15,2). Ο αμπελουργός–Πατήρ αποκόπτει από την άμπελο–Χριστόν κάθε κλήμα-μέλος της Εκκλησίας, το οποίο δεν παράγει καρπούς αρετής. Τι λοιπόν συμβαίνει; Μήπως και ο Χριστός δεν έχει αγάπη επειδή «αίρει» τα άκαρπα κλήματα; Αν λοιπόν ο Θεός αποκόπτει τα μέλη εκείνα που απλώς δεν καρποφορούν, πολύ περισσότερο αποκόπτει τα μέλη εκείνα, που παράγουν τους δηλητηριώδεις καρπούς της αιρέσεως. Σίγουρα αν ζούσε σήμερα ο Χριστός, δεν θα δίσταζαν οι σημερινοί Οικουμενιστές να Τον κατηγορήσουν για έλλειψη αγάπης επειδή «αίρει» τα άκαρπα κλήματα-μέλη της Εκκλησίας Του. Οι άγιοι Πατέρες μας επομένως δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά εφάρμοσαν στην πράξη και συνοδικώς αυτό το «αίρει» του Κυρίου. Την έλλειψη αγάπης ας ψάξει να την βρή ο Σεβασμιώτατος όχι στους αγίους Πατέρες μας αλλά στον Παπισμό, ο οποίος από του σχίσματος και εντεύθεν δεν παύει, (φορώντας μάλιστα το προσωπείο μιάςψευτοαγάπης), να εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία για να πλήξη την Ορθοδοξία, όπως αποδεικνύουν τα γεγονότα, παλαιότερα και πρόσφατα. Ας την αναζητήσει στις Σταυροφορίες, στην ιερά Εξέταση, στην επάρατη Ουνία, η οποία μέχρι σήμερα εξακολουθεί να δράδιαβρωτικώς εις βάρος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στην Γενοκτονία των Σέρβων το 1941, στον ενεργό ρόλο που έπαιξε το Βατικανό παρασκηνιακά στους βομβαρδισμούς εναντίον των Ορθοδόξων Σέρβων αδελφών μας το 1999 κ.λ.π. Ποιά είναι λοιπόν «η επαναφορά της αγάπης» που έφερε η Β΄Βατικανή; Μήπως ο Σεβασμιώτατοςζή εκτός τόπου και χρόνου;
Αναφέρει παρά κάτω πως «η Β΄ Βατικανή Σύνοδος … άνοιξε και τους εκκλησιολογικούς ορίζοντες της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας με θεολογικές ιδέες που βοηθούν και διευκολύνουν  την προσέγγισή της με όσους βρίσκονται εκτός της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας».Με όσα δε στη συνέχεια παραθέτει, προσπαθεί να αποδείξει, ότι η εν λόγω Σύνοδος με συγκεκριμένα διατάγματά της έχει κάνει σημαντικά βήματα προόδου με τα οποία έχει προσεγγίσει την  Ορθόδοξη Εκκλησιολογία. Έτσι κάνει λόγο για την Διάταξη Lumengentium με την οποίαεισάγει την ιδέα του λαού του Θεού. Ωστόσο η Δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας,όπως γνωρίζουμε, δεν περιέχει ιδέες και ιδεολογίες, ανθρώπινα κατασκευάσματα, αλλά αιώνιες διαχρονικές αλήθειες. Η εισαγωγή νέων δογμάτων-ιδεών στον Παπισμό, τι άλλο μπορεί να μαρτυρεί παρά το ότι ο Παπισμός μόλις τον 20ο αιώνα ανακαλύπτει νέες δογματικές «αλήθειες», και άρα μέχρι τώρα δεν κατείχε «πάσαν την αλήθειαν». Το Πνεύμα το άγιο όμως ήδη από την ημέρα της Πεντηκοστής οδηγεί την Εκκλησία «εις πάσαντην αλήθειαν» (Ιω.16,13). Κάνει λόγο επίσης για το Διάταγμα περί Οικουμενισμού, με το οποίο «η Ορθόδοξος Εκκλησία αναγνωρίζεται ως ‘Εκκλησία’ με πλήρη εκκλησιολογική έννοια». Και πανηγυρίζει τρόπον τινά ο Σεβασμιώτατος διότι οι Παπικοί, μάς έκαναν επί τέλους την Χάρι, να μας αναγνωρίσουν ως πλήρη Εκκλησία. Αλοίμονο σε πιό κατάντημα φθάσαμε! Να περιμένουμε από τους αιρετικούς, να μας δώσουν πιστοποιητικά εκκλησιαστικότητος! Ας γνωρίζει λοιπόν ο άγιος Δημητριάδος, ότι η Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησία δεν έχει καμιά ανάγκη από τους παπικούς να της δοθούν εύσημα εκκλησιαστικότητος, ούτε έχει ανάγκη να δοθή σ’ αυτήν η αναγνώριση, ότι «οι Ορθόδοξες Εκκλησίες έχουν πλήρες το δικαίωμα της αυτοδιοικήσεώς των σύμφωνα με το δικό τους Κανονικό Δίκαιο», όπως αναφέρει παρά κάτω. Η Ορθόδοξος Εκκλησία έχει «συν πάσι τοις αγίοις» πλήρη και βεβαία την εσωτερική πληροφορία και πεποίθηση, ότι αυτή και μόνη αποτελεί την Μία, Αγία, Καθολική, και Αποστολική Εκκλησία.
Πέραν αυτών εάν τόσον ο Παπισμός όσον και η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι Εκκλησίες «με πλήρη εκκλησιολογική έννοια», τότε η Εκκλησία είναι συγχρόνως μία και διηρημένη και επί πλέον περιέχει στους κόλπους της αληθή και ψευδή δόγματα, αφού όπως γνωρίζουμε υπάρχουν ουσιώδεις δογματικές διαφορές μεταξύ αυτών. Τούτο όμως είναι αδύνατον, διότι όπως λέγει ο απόστολος η Εκκλησίαείναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας»(Α΄ Τιμ.3,15). Τις παρά πάνω κακόδοξες θέσεις περί διηρημένων Εκκλησιών συντρίβει κυριολεκτικά και κονιορτοποιεί ο μεγάλος σύγχρονος άγιος της Εκκλησίας μας άγιος Ιουστίνος ο Πόποβιτς στο μνημειώδες έργο του «Η Ορθόδοξος Εκκλησία και ο Οικουμενισμός»: «Η ενότης της Εκκλησίας απορρέει αναγκαίως εκ της ενότητος του προσώπου του Θεανθρώπου Χριστού. Η Εκκλησία ούσα καθολικώς είς και μοναδικός θεανθρώπινος οργανισμός εις όλους τους κόσμους, δεν είναι δυνατόν να διαιρεθή. Κάθε διαίρεσις θα εσήμαινε τον θάνατόν της…Κατά την ενιαίανστάσιν των Πατέρων και των Συνόδων η Εκκλησία είναι όχι μόνον μία, αλλά και μοναδική, διότι ο είς και μοναδικός Θεάνθρωπος, η κεφαλή της δεν δύναται να έχει πολλά σώματα. Η Εκκλησία είναι μία και μοναδική, διότι είναι το σώμα του ενός και μοναδικού Χριστού. Είναι οντολογικώς αδύνατος ο χωρισμός της Εκκλησίας, διά τούτο ποτέ δεν υπήρχε διαίρεσις της Εκκλησίας αλλά μόνον χωρισμός από την Εκκλησία».[4]
Παρά κάτω ο άγιος Δημητριάδος κάνει λόγονγιά τον «Θεολογικό Διάλογο Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας» και τον παρουσιάζει ως «τον σπουδαιότερο ίσως καρπό της Β΄ Βατικανής Συνόδου», ως «τον πιό σημαντικό αλλά συγχρόνως και τον πιό δύσκολο θεολογικό διάλογο», διεξαγόμενο «στη βάση της κοινής πίστεως της πρώτης χιλιετίας». Κάνει λόγον για «τα κοινά κείμενα που παρήγαγεν η Διμερής Επιτροπή του Διαλόγου μέχρι σήμερα», τα οποία θεωρεί «σημαντικά». Αναφέρεται στο «πρόβλημα της Ουνίας, το οποίο οξύνθηκε μετά την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων».Επίσης αναφέρεται στην παρούσα φάση του διαλόγου,κατά την οποία συζητείται «το ακανθώδες ζήτημα του πρωτείου στην Εκκλησία, με ιδιαίτερη αναφορά στο πρωτείο του επισκόπου Ρώμης». Ωστόσο η εικόνα που μας δίδει σχετικά με τους διαλόγους και την μέχρι τώρα πορεία τουείναι πλασματική και παραπλανητική. Δεν λέγει τίποτε για τις μέχρι τώρα παραμένουσες δογματικές διαφορές, παρά τον επί 33 χρόνια συνεχιζόμενο διάλογο. Και φυσικά τι θα μπορούσε να πή αφού οι διαφορές αυτές απλούστατα δεν συζητήθηκαν αλλά παρεκάμφθησαν μέσω του κειμένου του Balamand. Δεν κάνει επίσης καμία αναφορά στο επαίσχυντο και προδοτικό αυτό κείμενο, πράγμα που σημαίνει ότι το θεωρεί και αυτό «σημαντικό», όπως και τα άλλα κείμενα της Μικτής Επιτροπής και άρα αποδέχεται το περιεχόμενό του. Έτσι αφήνει να εννοηθή, ότι ο Διάλογος έχει λύσει τις υπάρχουσες δογματικές διαφορές, (προφανώς με τα «κοινά κείμενα» και ιδιαιτέρως με το κείμενο του Balamand) και ότι οι δύο πλευρές, αφού επέτυχαν επί τέλους δογματική συμφωνία επί Ορθοδόξου βάσεως, έφθασαν τώρα πλέον στο σημείο να συζητούν για «το ακανθώδες ζήτημα του πρωτείου».
Κατ’ αρχήν για να έχουμε μια σαφή εικόνα των διαλόγων και της μέχρι τώρα πορείας του, είναι ανάγκη να ανατρέξουμε στους πρώτους αρχιτέκτονες και θεμελιωτές του, τον πρώην Οικουμενικό Πατριάρχη κυρό Αθηναγόρα και τον πρώην Πάπα Παύλο τον ΣΤ΄. Εάν λάβουμε υπ’ όψη μας τα όσα ο Πατριάρχης Αθηναγόρας απεκάλυψε τον Αύγουστο του 1971: «το ’65 εσηκώσαμεν το σχίσμα, εις την Ρώμην και εδώ, με αντιπροσώπους μας εκεί και αντιπροσώπους εκείθεν εδώ…»[5], αλλά και την πλήρη ευθυγράμμιση των διαδόχων του, Δημητρίου και Βαρθολομαίου, με την γραμμή, που αυτός εχάραξε, συμπεραίνουμε, ότι τουλάχιστον για το Φανάρι, σχίσμα πλέον δεν υφίσταται και η ένωση των Εκκλησιών ήδη έγινε, αλλά δεν είναι ακόμη ‘τελεία’».  Τελεία ένωση θα γίνει όταν θα φθάσουμε πλέον στο κοινό Ποτήριο. Πρώτο βήμα προς την ένωση αυτή υπήρξε η αντικανονική άρση των αναθεμάτων μεταξύ Ρώμης και Φαναρίου το Δεκέμβριο του 1965. Προς τον σκοπό αυτό εξεπονήθη ένα καλά μελετημένο σχέδιο ενώσεως από το Βατικανό, το οποίο σταδιακά εφαρμόζεται σε στενή συνεργασία με τους Οικουμενιστές, μέχρις ότου πραγματοποιηθεί η τελεία ένωση Ορθοδοξίας και Παπισμού, η οποία θα είναι κατά τα πρότυπα των Ουνιτικών Εκκλησιών της Ανατολικής Ευρώπης. Το σχέδιο αυτό αποκαλύπτουν εκκλησιαστικές προσωπικότητες, που έλαβαν μέρος σε Διαχριστιανικούς Διαλόγους και ασχολήθηκαν εις βάθος με αυτούς. Ένας εξ αυτών ο μακαριστός καθηγητής κ. Ιωάννης Καρμίρης παρατηρεί: «Ο Πάπας Παύλος ο ΣΤ΄ και οι περί αυτόν Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι εξεπόνησαν εν καλώς μελετηθένευρύτατονπρόγραμμα ρωμαιοκεντρικού Οικουμενισμού, σύμφωνον προς την ΛατινικήνΕκκλησιολογίαν».[6]
Σύμφωνα με το παραπάνω σχέδιο του Βατικανού, επινοήθηκε και εφαρ-μόσθηκε ο λεγόμενος «Διάλογος της Αγάπης», σαν ένα προκαταρκτικό στάδιο πρίν από τον Θεολογικό διάλογο, ο οποίος αποσκοπούσε στην κατάλληλη ψυχο-λογική προετοιμασία, με την δημιουργία κλίματος καλών σχέσεων και φιλίας, με παροχή οικονομικών ενισχύσεων προς τους Ορθοδόξους, με υπερτονισμό της αγάπης και παραμερισμό της σημασίας των δογματικών αληθειών της πίστεως, ώστε να αμβλυνθεί και αποδυναμωθεί κάθε διάθεση μαρτυρίας και ομολογίας, με ανταλλαγές επισκέψεων των προκαθημένων εκατέρωθεν, με επιστροφές αγίων λειψάνων από την πλευρά του Βατικανού ως ένδειξη φιλίας προς τους Ορθοδόξους, με συμπροσευχές και κοινές διακηρύξεις περί «αδελφών εκκλησιών» για την δημιουργία ψεύτικων εντυπώσεων και τετελεσμεσμένων γεγονότων. Όπως δε εύστοχα παρατηρήθηκε «η Ορθόδοξη θεολογία και η Ορθόδοξη εκκλησιολογία παραχωρούν τη θέση τους στην διπλωματία και την πολιτική. Η τήρηση των ισορροπιών, η προσχώρηση στη λογική των συσχετισμών, η υπαγωγή στα κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα και απαιτήσεις, αποτελούν τη νέα κυρίαρχη αντίληψη στη σύγχρονη οικουμενιστικήθεολο-γία».[7]
 Μεθοδεύεται η έναρξη του θεολογικού διαλόγου, όχι από τα διαιρούντα αλλά από τα ενούντα, κάτι ξένο προς την Ορθόδοξη παράδοση, ενώ παράλληλα καλλιεργείται το πνεύμα της «αμοιβαίας αναγνωρίσεως» γιά την δημιουργία ψευδαισθήσεων ενότητος και ταυτότητος πίστεως. Το πνεύμα αυτό μόλις δια-κρίνεται στα πρώτα κείμενα της Μικτής Επιτροπής, για να φανεί πλέον ξεκάθαρα και με κάθε επισημότητα στο κοινό κείμενο της Ζ΄ Συνελεύσεως του Balamand. Με το κείμενο αυτό Παπικοί και «Ορθόδοξοι» Οικουμενιστές, κάνοντας ένα θεαματικό άλμα και παρακάμπτοντας πλήθος αιρετικών διδασκαλιών του Παπισμού, φθάνουν ξαφνικά στο σημείο να αναγνωρίσουν αλλήλους ως πλήρεις και αληθείς «αδελφές Εκκλησίες», με έγκυρα μυστήρια, με ταυτότητα πίστεως, με αποστολική διαδοχή και διά τούτο «από κοινού υπευθύνους διά την τήρησιν της Εκκλησίας του Θεού εν τη πιστότητι προς την θείανοικονομίαν, ιδιαίτατα ως προς την ενότητα» (παράγρ.13 και 14), πράγμα που συνιστά πραγματική προδοσία της Ορθοδόξου πίστεως. Πέραν τούτου η επιτευχθείσα καταδίκη της Ουνίας στο Freising το 1990, ανατρέπεται με νέες αποφάσεις στο Balamand, όπου πανηγυρικά αθωώνεται και επί πλέον οι Ουνίτες αποκτούν το δικαίωμα να συμμετέχουν στο διάλογο με εκπροσώπους της.
Στη συνέχεια οι Ορθόδοξες Εκκλησίες επιμένουν για μιά επανεξέταση του θέματος της Ουνίας. Με «Μήνυμα» των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών (1992), στο οποίον καταδικάζουν ρητά την Ουνία και τον προσηλυτισμό, αποφασίζουν «ότι δεν μπορεί να προχωρήσει ο Θεολογικός Διάλογος με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αν δεν επέλθει συμφωνία επί του ζητήματος της Ουνίας». Ωστόσο για το Βατικανό το θέμα της Ουνίας έχει λήξει με όσα συνεφωνήθησαν και υπεγράφησαν στο Balamand. Νέα συζήτησις επί του θέματος της Ουνίας στη Βαλτιμόρη το 2000 καταλήγει σε ναυάγιο, χάρη στην πεισματώδη επιμονή των Ρωμαιοκαθολικών. Το Βατικανό έκανε το πάν για να περισώσει την Ουνία. Και τούτο είναι εύλογο αφού η σχεδιαζομένη ένωση πρόκειται να είναι ουνιτικού τύπου. Έτσι ο  πολυδιαφημησθείς «Διάλογος της Αγάπης», αποδεικνύεται μια απάτη και ένα θέατρο εντυπώσεων.
 Το Βατικανό, μετά το ναυάγιο της Βαλτιμόρης, επιτυγχάνει νέα επανέναρξη του διαλόγου το 2006, με άλλη θεματολογία, χωρίς βέβαια να έχει λυθεί το πρόβλημα της Ουνίας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες σύρονται κυριολεκτικά και πάλι στο διάλογο, αθετούντες την από-φαση της Γ΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως, ότι: «Ουνία και Διάλογος είναι ασυμ-βίβαστα ταυτοχρόνως»[8]  και διαψευδόμενοι με όσα εδήλωσαν  στο παρά πάνω «Μήνυμά» τους το 1992. Η διπλωματία του Βατικανού θριαμβεύει, αφού πλέον κατώρθωσε να προχωρήσει και να εφαρμόσει το καλά μελετημένο σχέδιό της, το οποίον προέβλεπε την παράκαμψη του θέματος της Ουνίας, όπως επίσης και την παράκαμψη της συζητήσεως των δογματικών διαφορών. Οι πολλές δογματικές μας διαφορές με τους Ρωμαιοκαθολικούς (Filioque, Κτιστή Χάρις, άζυμα, καθαρτήριονπύρ, άσπιλη σύλληψη της Θεοτόκου, κ.λ.π.) ουσιαστικά παραμερίστηκαν και δεν πρόκειται να συζητηθούν. Απλώς θα θεωρηθούν ως ποικίλες παραδόσεις, ή θεολογούμενα, μη δυνάμενα να αποτελέσουν εμπόδιο στην ένωση των Εκκλησιών. Διότι τί νόημα έχει η συζήτησή τους μετά τις αμοι-βαίες αναγνωρίσεις του Balamand; Εφ’ όσον το σχέδιο του Βατικανού προβλέπει ουνιτικού τύπου ένωση, για τη Ρώμη δεν υφίστανται άλλες αναγκαίες προϋποθέσεις εκκλησιαστικής κοινωνίας με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες. Εκείνο που την ενδιαφέρει ουσιαστικά είναι η αναγνώριση του Πρωτείου του Πάπα, που είναι γι’ αυτήν η μόνη αναγκαία προϋπόθεση για να επιτευχθεί πλήρης εκκλησιαστική κοινωνία. Έτσι εξηγείται πως στην πορεία του διαλόγου φθάσαμε από τα «ενούντα» κατ’ ευθείαν στο πρωτείο, σαν να ήταν αυτή η μόνη δογματική διαφορά μας με τους Ρωμαιοκαθολικούς, αν εξαιρέσουμε βέβαια το θέμα της Ουνίας, το οποίο ούτως ή άλλως δεν ήταν προγραμματισμένο στο σχέδιο του Βατικανού, αλλά προσετέθη εκτάκτως μετά την πτώση των αθεϊστικών καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης.
Περαίνοντες την μικρή αυτή αναφορά μας,εκφράζουμε και πάλι την λύπη μας και την απογοήτευσή μας τόσο για την συμμετοχή του Σεβασμιωτάτου στην εν λόγω Ημερίδα, όσον επίσης και για τις κακόδοξες και αιρετικές θέσεις και απόψεις τις οποίες διετύπωσε με την εισήγησή του.
Εκ του Γραφείου Αιρέσεων και Παραθρησκειών.
Ο υπεύθυνος
Αρχ. Παύλος Δημητρακόπουλος.



[1]Όπως οι εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδοι του 1170, 1341, 1450, 1722, 1838, 1895, σαφέστατα καταδικάζουν τόν παπισμό ως αίρεση. Βλ.Πρεσβ. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος, Ησυμπροσευχήμέ αιρετικούς. Προσεγγίζοντας τήν κανονική πράξη της Εκκλησίας, εκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 40-42.
[2]Ό.π. σελ. 33-36.
[3]Ιωάννης Καρμίρης, Ορθοδοξία και Ρωμαιοκαθολικισμός, τομ.1, Αθήναι 1964, σελ.25.
[4] Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, καθ. Πανεπιστημίου Βελιγραδίου, Η Ορθόδοξος Εκκλησία και ο Οικουμενισμός,εκδ. Ιεράς Μονής Αρχαγγέλων Τσέλιε, Βάλιεβο, Σερβία, σελ. 80-82.
[5]Πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνού, «Οι διάλογοι χωρίς προσωπείον», Διαδικτυακός Τόπος: Ορθόδοξος Λόγος  www.Orthodox. net.gr  σελ. 2
[6]Ιω. Καρμίρη, Ορθοδοξία και Ρωμαιοκαθολικισμός, τομ. ΙΙ, Αθήναι 1965, σ. 170
[7]Αρχ. Αθανασίου Αναστασίου, καθ. Ι. Μονής Μεγ. Μετεώρου, Η πορεία του οικουμενικού διαλόγου με βάση την ορθόδοξη πατερική διδασκαλία και την δογματική εκκλησιολογική συνείδηση, στο περιοδ. «Εν Συνειδήσει», Εκδ. Ι. Μονής Μεγ. Μετεώρου, Ιούνιος 2009, σ. 9.
[8]Βλ. Ιω. Καρμίρη, Ορθοδοξία και Ρωμαιοκαθολικισμός, τομ. ΙΙ, Αθήναι 1965, σ 38

aktines

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Μοναχός Μωυσής, "H Ορθοδοξία γίνεται συγκριτικός χριστιανισμός, το μάθημα των Θρησκευτικών θρησκειολογία"


Ελπίδα και απελπισία
Γράφει ο μοναχός Μωυσής, Aγιορείτης
Η κρίση, μικρή ή μεγάλη, συνεχίζεται. Στον κόσμο επικρατεί απελπισία. Απελπισία σημαίνει απώλεια ολοσχερή κάθε ελπίδας. Να μη θέλεις να ανασηκωθείς, να ανυψωθείς, να κρατηθείς από κάπου, να πιαστείς, να στερεωθείς, να αναστηθείς ελπιδοφόρα και νικηφόρα. Η πονηρή απελπισία κουράζει, ατονεί, σκοτεινιάζει, εξουθενώνει. Η ελπίδα ανακουφίζει, αναπτερώνει και ελευθερώνει. Η απελπισία οδηγεί σε αδιέξοδα άφωτα. Τα βάρη είναι ασήκωτα, οι πτέρυγες κομμένες, τα λάθη πολλά. Νέοι άνεργοι και ηλικιωμένοι ανασφαλείς. Αγωνία και άγχος καλύπτουν τις πονεμένες καρδιές. Ορισμένους η απελπισία τούς οδηγεί σε ολέθρια άκρα, την ανοσιοδοξία, τη μελαγχολία, την αυτοκτονία.

Ψάχνουν οικονομολόγοι να βρουν τα αίτια της κρίσης. Δανειστές κερδίζουν υπέρογκα ποσά από αυτή. Οι πιστοί με απλότητα ή περιέργεια απευθύνουν πολλές φορές πολλά «γιατί» στο Θεό. Γιατί το επέτρεψε; Γιατί το παρατείνει; Τι προσδοκά; Γιατί μας ταλαιπωρεί; Γιατί δοκιμαζόμαστε τόσο πολύ; Αναζητούν με κάθε ελπίδα μία απάντηση από τον Προνοητή των πάντων Θεό. Δεν κατανοείται εύκολα η θεϊκή παιδαγωγία.
Δεν ήταν μόνον οι υπερβολικές κοινωνικές παροχές αλλά και η ηθική παρακμή. Μακάρι η κρίση να μαλακώσει τη σκληροκαρδία μας, την τάση προς την παρανομία και τη φοβερή αθεοφοβία μας. Είναι ανάγκη να διορθώσουμε την ασέβεια και τη νοσογόνο αλαζονεία. Είναι καλές αδελφές η μετάνοια και η ελπίδα. Συνυπεύθυνοι είναι στο ανάλογο μέτρο άρχοντες και αρχόμενοι. Με τις δωροληψίες, τις φοροδιαφυγές, τις αδιάφορες παραβάσεις. Δεν γνωρίζουμε ακριβώς πόσο θα βαστήξει ακόμη η κρίση. Χρειάζεται απλότητα, ταπεινότητα, αυτοσυγκράτηση, λιτότητα. Να ξαναδούμε καλύτερα τις σχέσεις μας με το Θεό μας, τον πλησίον μας και τον εαυτό μας. Να προσέξουμε την ιστορία μας, το ιερό παρελθόν μας, την πίστη μας, την παιδεία μας, την πατρίδα μας. Μας ενοχλεί ό,τι χριστιανικό, η Ορθοδοξία γίνεται συγκριτικός χριστιανισμός, το μάθημα των Θρησκευτικών θρησκολογία, καταργείται η αργία της Κυριακής, η τηλεόραση γέμει βωμολοχιών, η χυδαιότητα σε ταινίες και βιβλία. Αυξάνουν οι εκτρώσεις, οι μοιχείες, τα διαζύγια, οι ληστείες. Αδίστακτοι πλουτοκράτες, δολιοφθορείς, παιδεραστές, πλεονέκτες. Απάνθρωποι, βάναυσοι, σκληροί, φιλόδοξοι και φιλάργυροι.
Αποπροσανατολισμένοι μοιρολατρούμε αφιλότιμα. Οι ξένοι μάς ντρόπιασαν. Ήταν αποτέλεσμα ασέβειας στο Θεό των πατέρων μας. Η ελπίδα δεν έσβησε. Οι φωτεινές εξαιρέσεις υπάρχουν και δίνουν χαροποιό ελπίδα. Η απελπισία δεν είναι για εμάς. Με αυτές τις σκέψεις σάς χαιρετώ αναμένοντας τα άγια Χριστούγεννα. Η ελπίδα ως χρυσαχτίδα να φωτίσει τα σκοτάδια.

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Συνέντευξη Σταμάτη Σπανουδάκη στὸν Λύχνο

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΑΜΑΤΗ ΣΠΑΝΟΥΔΑΚΗ - ΠΡΟΣΩΠΑ ΑΠΟΨΕΙΣ & ΙΕΡΟΙ ΤΟΠΟΙ με τον Αρχιμανδρίτη π. Αμβρόσιο Γκουρβέλο 23-11-2013


agiazoni

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )