.

.

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΕΝΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΡΩΜΙΟΥ ΑΓΙΟΥ & Ο ΓΡΙΦΟΣ ΤΟΥ ΣΑΝΤΑ – ΚΛΑΟΥΣ (SANTA CLAUS)

1. ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ


Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ
   Ένας από τους πιο αγαπημένους Αγίους του θαλασσινού λαού μας, είναι ο Άγιος Νικόλαος! Ποιος άλλωστε ναυτικός δεν έχει να διηγηθεί ένα θαύμα του; Ποιο νησί δεν έχει να ιστορήσει μια παρέμβασή του; Ποια θάλασσα δεν έχει μια Εκκλησία του; Ποιο λιμανάκι δεν έχει ένα ξωκλήσι του; Και ποιο σκαρί δεν έχει μιαν εικόνα του; (δείτε εδώ σε μεγέθυνση εικόνα του Αγίου Νικολάου, με λεπτομερείς σκηνές από το βίο του, όπως φυλάσσεται στο Ελληνικό Ινστιτούτο της Βενετίας)

   Και πράγματι, στα περισσότερα ελληνικά σπίτια, πλάι στην εικόνα του Χριστού και της Θεοτόκου, υπάρχει μέχρι σήμερα η εικόνα του μεγάλου και θαυματουργού Αγίου Νικολάου, όπου καίει το ταπεινό, μα ουρανοφόρο καντηλάκι, που όσο πιο ταπεινό και αγαθό είναι, τόσο πιο πολύ φεγγοβολάει στα μάτια του Θεού!
   Αλλά και πράγματι από την άλλη, ο Άγιος Νικόλαος επισκέπτεται - όπως και άλλοι Άγιοι - αοράτως τους καλούς και πιστούς Χριστιανούς, τα σπιτικά  και τα παιδιά τους και δε σταματά να θαυματουργεί με τη Χάρη του Θεού και να τους βοηθά!


Ο ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΜΑΣ ΝΑΥΤΙΚΟΥ
 

«Μέγα το της θαλάσσης κράτος»  δι΄ ευχών του Αγίου Νικολάου, προστάτου του αήττητου Ελληνικού ΠΝ

   Αμέτρητες έτσι είναι οι ιστορίες των ναυτικών μας, των ψαράδων και των καπεταναίων μας, που ταξιδεύουν ως τα σήμερα στις θάλασσες και τους απέραντους ωκεανούς της γης, αλλά και οι ιστορίες του αήττητου Πολεμικού μας Ναυτικού, που τον έχει Προστάτη! Είναι άλλωστε καταγεγραμμένη στον τελευταίο πόλεμο η παρέμβασή του, παραμονές των Χριστουγέννων του 1940, στο απίθανο κατόρθωμα του θρυλικού Υποβρυχίου «Παπανικολής», που κατάφερε να μπει στα Στενά του Οτράντο, εκεί απέναντι σχεδόν από το Μπάρι (αρχαιοελληνική Βάρη) όπου και βρίσκονται τα λείψανα του Αγίου Νικολάου, τα οποία είχαν αρπάξει από τα Μύρα το 1.087 ξένοι ναύτες και τα μετέφεραν εκεί … Έτσι και ενώ το πλήρωμα του «Παπανικολή» έπλεε προς το στόμα του ιταλικού λύκου, μέσα στα σπλάχνα του γερασμένου σκάφους, όπου έστεκε η εικόνα του Αγίου Νικολάου, κόλλησαν επάνω της θαυματουργικά τρία πενηνταράκια, σαν απάντηση στην προσευχή και την ανησυχία του πληρώματος για το εάν τελικά θα γλύτωναν! Μάλιστα προς επιβεβαίωση, ο «Παπανικολής» κατάφερε να βυθίσει στη συνέχεια ακριβώς με τρεις τορπίλες ένα ιταλικό εμπορικό-μεταγωγικό και να γλυτώσει μέσα από μια εφιαλτική κόλαση βομβών βυθού, που εξαπέλυσαν εναντίον του Ιταλικά Αντιτορπιλικά που συνόδευαν την νηοπομπή! Τα Ιταλικά πλοία κατευθυνόταν στην Αλβανία, μεταφέροντας ενισχύσεις εκεί για τις δυνάμεις του Μουσολίνι που είχε εισβάλει από τον Οκτώβριο ήδη στην Ελλάδα και βρισκόταν πια σε άτακτη οπισθοχώρηση στη Βόρεια Ήπειρο!

ΕΚ ΚΟΙΛΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ…

   Ο Άγιος Νικόλαος είχε γεννηθεί στα Πάταρα της Λυκίας τον 3ο αι. μ.Χ. και όντας βρέφος ακόμη, αρνιόταν θαυματουργικά να θηλάσει τις Τετάρτες και Παρασκευές, δείχνοντας το μέγεθος της αγιότητας για την οποία τον προόριζε η Πρόνοια του Θεού!
   Αργότερα σαν μεγάλωσε και έχασε τους δικούς του, πούλησε την περιουσία που του είχαν αφήσει, τη μοίρασε στους φτωχούς και αφιερώθηκε εκεί που ποθούσε, στο Θεό.


Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια

   Η παρρησία του λοιπόν στο Χριστό μας είναι αληθινά πολύ μεγάλη, αφού μάλιστα κάποτε
- που είχε κλειστεί στη φυλακή, επειδή είχε τολμήσει να χαστουκίσει μέσα στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, στη Νίκαια το 325 μ.Χ., τον αδιόρθωτο αιρετικό και προκλητικό Άρειο, που δηλητηρίαζε το λαό με τις πλάνες του - τον επισκέφθηκαν οφθαλμοφανώς μέσα στο κελί του τη νύχτα ο Χριστός και η Παναγία, δίνοντάς του με τα ίδια τους τα χέρια το Ευαγγέλιο και το ωμοφόριο! (όπως ιστορεί και η εικόνα του).


Ο ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ


   Άλλοτε πάλι και καθώς ταξίδευε με πλοίο προς τους Αγίους Τόπους, με την προσευχή του προς τον Χριστό ησύχασε θαυμαστά η φουρτουνιασμένη θάλασσα και σώθηκαν πλοίο και πλέοντες από βέβαιο πνιγμό, ενώ αναστήθηκε και νεκρός ναύτης που είχε πέσει από το κατάρτι στο κατάστρωμα, κατά τη διάρκεια της φοβερής θαλασσοταραχής!


ΔΙΑΣΩΣΕΙΣ ΑΘΩΩΝ
   Ιδιαίτερα αναφέρεται η παρέμβαση του Αγίου Νικολάου ως Επισκόπου Μύρων της Λυκίας, στη διάσωση τριών ανδρών  από το σπαθί του δημίου τους οποίους άδικα είχε καταδικάσει σε θάνατο ο τοπικός ηγεμόνας Ευστάθιος, καθώς και τριών στρατηγών που είχαν άδικα συκοφαντηθεί και θα εκτελούνταν στην Πόλη. Τότε μάλιστα φάνηκε ο Άγιος Νικόλαος στον ύπνο του Αγίου Βασιλέως Κωνσταντίνου και του ζήτησε να τους ελευθερώσει επειδή ήταν αθώοι!


Εκπληκτική απεικόνιση μιας από τις πολύ θαρραλέες επεμβάσεις του Αγίου Νικολάου, όταν κυριολεκτικά άρπαξε το σπαθί του δημίου και έσωσε τρεις αθώους από βέβαιο θάνατο, ελέγχοντας έπειτα αυστηρά τον άδικο τοπικό ηγεμόνα Ευστάθιο, που διακρίνεται πίσω του (Έργο του Ilia Repine 1888, Ρωσικό Μουσείο Αγ. Πετρούπολης)



Ο ΝΑΟΣ ΣΤΑ ΜΥΡΑ, ΗΛΙΚΙΑΣ 1.500 ΕΤΩΝ
   Ο Ι. Ναός, που σώζεται επ΄ ονόματι του σήμερα στα Μύρα της Λυκίας, είναι μια βασιλική μετά τρούλου που  κτίστηκε περί το 520 μ.Χ. επάνω στα ερείπια παλαιότερου πρωτοχριστιανικού ναού, στον οποίο λειτουργούσε ο ίδιος ο Άγιος Νικόλαος! Ο Ιερός Ναός αυτός έχει επιπρόσθετα ιδιαίτερη σημασία, επειδή μέσα σε αυτόν βρισκόταν ο τάφος του Αγίου, σε μαρμάρινη σαρκοφάγο, όπου θησαυρίζονταν το μυροβλύζον χαριτόβρυτο λείψανο του Αγίου μας!


Η μαρμάρινη σαρκοφάγος του Αγίου, την οποία έσπασαν στο πλάι ξένοι ναυτικοί, στα 1087, για να αρπάξουν από μέσα
τα χαριτόβρυτα και μυροβλύζοντα λείψανα του Αγίου Νικολάου και να τα μεταφέρουν στο Μπάρι Ιταλίας,
με την δικαιολογία της διάσωσής τους από τους Σελτζούκους


   Επίσης, στον  Ιερό αυτό Ναό των 1.500 χρόνων, που έχει ενταχθεί στα Μνημεία Παγκόσμια Κληρονομιάς της UNESCO, διατηρούνται ακόμα πάρα πολύ αξιόλογες ζωηρόχρωμες τοιχογραφίες που αιχμαλωτίζουν το ενδιαφέρον των ειδικών!


  
Σήμερα, ο χώρος έχει καλλωπιστεί σχετικά, έχουν τοποθετηθεί στέγαστρα γύρω γύρω σε μια προσπάθεια ευνόητης τουριστικής εκμετάλλευσης από την Τουρκία ενός ακόμη ελληνικού, ορθόδοξου μνημείου-θησαυρού, που ελκύει χιλιάδες επισκέπτες-τουρίστες από όλον κόσμο και κυρίως προσκυνητές από Ελλάδα, Κύπρο και Ρωσία, καθώς ο Άγιος θεωρείται Προστάτης και Ρώσων! Αυτός είναι ο κύριος λόγος που με χίλιους κόπους έχει επιτραπεί από την Άγκυρα η πραγματοποίηση Ορθόδο-ξης Θείας Λειτουργίας στον Ι. Ναό του Αγίου Νικολάου στα Μύρα, αν και κατά καιρούς απαγορεύεται πάλι…



Η ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΩΝ ΜΥΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΚΕΨΕΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
   Ο καλός μας ασπρογένειος Άγιος, που ήταν Επίσκοπος στα Μύρα της Λυκίας, φρόντιζε ιδιαίτερα  τους φτωχούς, αφού αναφέρονται ανάμεσα στα άλλα, οι μυστικές, κρυφές επισκέψεις του σε σπίτια φτωχών, όπου τους πετούσε από το


Χαρακτηριστική ιταλική απεικόνιση του Αγίου Νικολάου, που ρίχνει από το παράθυρο χρήματα στη φτωχή οικογένεια

παράθυρο πουγκιά με χρήματα, προκειμένου να βοηθηθούν ή να σωθούν τα παιδιά τους από απώλεια!
   Από αυτό το γεγονός, μαζί με όλα τα άλλα, έκανε η φήμη του το γύρο του κόσμου, από το στόμα των καλών ναυτικών και στερεώθηκε μέσα στις φτωχικές καρδιές η ελπίδα της επισκέψεώς του, για να βοηθηθούν τα αμέτρητα σπιτικά των αγαθών και φτωχών ανθρώπων.
   Αυτός ο πόθος και η ελπίδα, αναμείχθηκε κατά τόπους με παλαιούς μύθους, ενίοτε με ειδωλολατρικές δοξασίες, ρίζωσε στη Δυτική Ευρώπη, μεταλλάχθηκε στην Αμερική και σήμερα κυριαρχεί με τη βοήθεια των ΜΜΕ παγκόσμια, έστω και εάν δεν έχει πια στις περισσότερες περιπτώσεις καμμιά σχέση με τον Άγιο Νικόλαο, ούτε βέβαια με τον Άγιο Βασίλειο.
   Αυτό το ταξίδι, τη διεθνή περιπέτεια του Αγίου Νικολάου θα παρακολουθήσουμε στη συνέχεια μέσα από την έρευνα του ΝΟΙΑΖΟΜΑΙ, στερεώνοντας την αλήθεια και ελέγχοντας τα μυθεύματα.



2. ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Ο SANTA CLAUS


ΟΛΛΑΝΔΙΑ
SINTER KLAAS ή SINT NICOLAAS

   Το όνομα Saint Nikolaus, ταξίδεψε και ρίζωσε παντού, σε ολόκληρη την Ευρώπη! Έτσι θεωρείται προστάτης της Μόσχας, όπου αναφέρονται εμφανίσεις του στα μαύρα χρόνια των διωγμών και της κρατικής αθεΐας, αλλά και του ναυτικού Άμστερνταμ της Ολλανδίας, όπου παρά την απαγόρευση αναγνώρισης Αγίων που επέβαλε ο Προτεσταντισμός, ο Άγιος


Νικόλας επέζησε θαυμαστά έως σήμερα εκεί, με το όνομα Sinter Klaas ή Sint-Nicolaas, όπου και ανήμερα της κανονικής εορτής του, στις  6 Δεκεμβρίου, παριστάνεται με ιερατική στολή και επισκοπική ράβδο, να μοιράζει δώρα στα παιδιά!




   Αυτή είναι η πιο «καθαρή» μορφή του Αγίου Νικολάου που απέμεινε σήμερα στην προτεσταντική Δύση και διατηρεί στοιχεία

File:Sint-intocht-boot.jpg
Ο Sinter Klaas ο Μαύρος Πητ και το  υπόλοιπο μαύρο πλήρωμα, καταφθάνουν κάθε χρόνο πανηγυρικά στο Άμστερνταμ από την «Ισπανία»,
παλαιά ναυτική σύμμαχό τους χώρα, απ΄ όπου προφανώς οι Ολλανδοί πήραν την ιδιαίτερη αγάπη για τον Άγιο Νικόλαο

ευπρέπειας και ευσέβειας, σε σχέση με τον αμερικανικό Santa Claus, αν και στην Ολλανδία παρουσιάζεται να έχει σαν βοηθό και ένα αγόρι από την Αιθιοπία, τον Μαύρο Πητ, που κάποτε διηγούνται πως είχε απελευθερώσει ο Sinter Klaas στα Μύρα και εκείνο από ευγνωμοσύνη έμεινε για πάντα μαζί του να τον βοηθά…



ΓΕΡΜΑΝΙΑ
η εφεύρεση του στολισμένου δέντρου και της κάλτσας στο τζάκι
    Στη γειτονική Γερμανική λαογραφία πάλι, αναφερόταν στα προχριστιανικά χρόνια, η γερμανική «θεότητα» του ασπρογένειου Odin, που επισκεπτόταν δήθεν τα παιδιά με το οκτάποδο (!) αλογό του που πεινούσε βέβαια και γι΄ αυτό έπρεπε εκείνα να έχουν κοντά στον καπνοδόχο ή το τζάκι, τις μπότες τους, γεμάτες με άχυρο. Ο Odin θα αντάμειβε τότε εκείνα τα ευγενή παιδιά, γεμίζοντας τις μπότες τους με δώρα ή καραμέλες
   Με τον εκχριστιανισμό της Γερμανίας, φεύγει και ο μύθος του φανταστικού Odin, χωρίς όμως να φύγουν τα δώρα, οι μπότες ή οι κρεμασμένες κάλτσες στο τζάκι… έθιμα με ειδωλολατρικές δηλαδή ρίζες…
   Αλλά οι Γερμανοί είναι και οι εφευρέτες του στολισμένου Έλατου τα Χριστούγεννα, το οποίο μας έφερε από εκεί στην Ελλάδα ο Όθωνας… Αλλά και τα λαγουδάκια του Πάσχα, είναι επίσης γερμανική εφεύρεση… (Υπενθυμίζεται με την ευκαιρία ότι το στολισμένο δέντρο στην Ελλάδα το έφερε ο Όθωνας στα 1833, ενώ το ελληνικό έθιμο είναι το στολισμένο καραβάκι, αφού σε όλη την Ελλάδα στολίζονταν τα καραβάκια στα λιμάνια - με προστάτη τους τον Άγιο Νικόλαο - αφού θα γινόταν στη συνέχεια και ο Αγιασμός των Υδάτων στα Θεοφάνια και από πάνω τους πολλά παλικάρια θα βουτούσαν να πιάσουν τον Σταυρό, μέσα σε μια μεγάλη εορτή και σημαιοστολισμένη και χαρούμενη ατμόσφαιρα, που ξεκινούσε από τα Χριστούγεννα και πολλές φορές στα παράλια μέρη, από την μεγάλη εορτή ακόμα του ίδιου του Αγίου Νικολάου, 19 ημέρες πριν τα Χριστούγεννα)
   Αυτά λοιπόν τα γερμανικά έθιμα (κάλτσες, μπότες, τζάκι, έλατο) θα μεταφερθούν από τους Γερμανούς και στις ΗΠΑ, όπου και θα εδραιωθούν, σε συνδυασμό με τον Ολλανδικό Sint-Nicolaas ή Sinter Klaas, από όπου θα προκύψει όπως φαίνεται και το Claus (KlaasClaus), το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το NicholasNicholaus, δηλαδή από το όνομα του δικού μας Έλληνα Ορθοδόξου Αγίου Επισκόπου Μύρων της Λυκίας του θαυματουργού! Από το όνομα του Αγίου μας Νικολάου!

SAINT NICHOLAS
Νέα Υόρκη 1773-1804

   Ειδικότερα, την θερμή εκείνη παράδοση του Αγίου Νικολάου, μεταφέρουν από την Ευρώπη στην Αμερική Ολλανδοί κυρίως άποικοι. Μάλιστα ήταν εμφανής η «παρουσία» της ολλανδικής εκδοχής του Αγίου τις παραμονές των εορτών εκεί στο Νέο Άμστερνταμ (Νέα Υόρκη), μόλο που πολύ νωρίτερα ο ίδιος ο Χριστόφορος Ντε Κολόν (Χριστοφόρος εκ των Παλαιολόγων) είχε ονομάσει «Άγιο Νικόλαο» ένα Αϊτινό λιμάνι, στο πρώτο του ταξίδι προς την Αμερική, ανήμερα της εορτής του Αγίου, στις 6 Δεκεμβρίου 1492!

  Περί τα 1773, αρχίζει μάλιστα να καθιερώνεται ο Άγιος Νικόλαος και σαν σύμβολο των Αμερικανών πατριωτών, σε αντιδιαστολή με τον Άγιο Γεώργιο των Άγγλων, κυρίως λόγω των αντιθέσεων και των πολεμικών συγκρούσεων που είχαν προκύψει ανάμεσα σε αποίκους και Αγγλία!

  Έτσι μετά την Αμερικανική Επανάσταση, ο John Pintard, που ίδρυσε τη «New York Historical Society» το 1804, θεώρησε τον Άγιο Νικόλαο (Saint Nicholas) ως προστάτη της Νέας Υόρκης!



Washington Irving 1809
η αμερικανοποίηση

   Στη συνέχεια, στα 1809, ο συγγραφέας Washington Irving γίνεται μέλος του ίδιου εκείνου «Ιστορικού Συλλόγου της Νέας Υόρκης» και γράφοντας μια σατυρική εκδοχή για την ιστορία της πόλης, παραθέτει πολυάριθμες αναφορές στον «Άγιο Νικόλαο», που δεν τον παρουσιάζει πια σαν  Επίσκοπο, αλλά σαν ένα μικροκαμωμένο Ολλανδό, με κλασική ναυτική πίπα, που μπαίνει από τις καμινάδες να φέρει δώρα!..

   Αυτή είναι η πρώτη μεταμόρφωση και αμερικανοποίηση του Saint Nicholas, σε τύπο αερικού SANTA CLAUS Θα ακολουθήσει και η θεωρητική καθοριστική μεταμόρφωση το 1823, ενώ η έντυπη εικονογράφηση θα έρθει αργότερα, το 1862-3, για να ολοκληρωθεί η τελική γνώριμη φιγούρα με τη χρηματοδότηση της Coca-Cola στα 1931…



Ο Άγιος Νικόλαος
προστάτης της Νέας Υόρκης

    Την επομένη πάντως χρονιά, το 1810, κατά την επίσημη βραδιά της εορτής του Αγίου Νικολάου στις 6 Δεκεμβρίου, παρουσιάζεται από τον ανωτέρω «Ιστορικό Σύλλογο της Νέας Υόρκης» η πρώτη αμερικανική εικόνα του Αγίου Νικολάου, με έντονες τις αρχικές ορθόδοξες ρίζες της, αλλά και με ένα τζάκι πλάι της με δώρα… που υπονοεί την «επίσκεψή» του στα σπίτια. Αναγράφεται δε ρητά η εορτή του στις 6 Δεκεμβρίου (όπως εορτάζεται στην Ελλάδα απ΄ αρχής), καθώς και το πραγματικό ελληνικό όνομά του «St. NICHOLAS» (δηλαδή Αϊ Νικόλας)!
  Η εικόνα εκείνη δημιουργήθηκε από τον ζωγράφο Alexander Anderson, ύστερα από παραγγελία του ιδρυτή του Συλλόγου John Pintard.


Clement Clark  Moore 1823
η οριστική μεταμόρφωση σε Santa Claus
  
   Το 1823, η νέα εκείνη εικόνα του αερικού-ξωτικού που έδινε ο Irving, απλώνεται και γίνεται πολύ δημοφιλής, χάρη σε ένα ποίημα του  Clement Clark Moore, Καθηγητή στην Επισκοπική Θεολογική Σχολή,  με τίτλο «Μια επίσκεψη του Αϊ Νικόλα» ("A Visit From St. Nicholas") που είναι περισσότερο γνωστό σαν «Η νύχτα πριν τα Χριστούγεννα» (“Τhe Night Before Christmas").

   To ποίημα (που λέγεται ότι στην πραγματικότητα γράφτηκε το 1807 με 1808 από τον Henry Livingston, που σκάρωνε χιουμοριστικούς στίχους για παιδιά), είναι σαφέστατα επηρεασμένο από τον τύπο του Irving και παρουσιάζει τον «St. Nicholas»  σαν ένα είδος ξωτικού, χαριτωμένου, παχουλού, με στρόγγυλη κοιλιά και πίπα που ο καπνός της τυλίγει το κεφάλι του, ντυμένου με γούνα, φορτωμένου με σάκο γεμάτο δώρα, λερωμένου λιγάκι από τις στάχτες των τζακιών όπου δήθεν τρυπώνει, με άσπρα γένια, μάγουλα σαν τριαντάφυλλα και μύτη σαν κεράσι…

   Έτσι με το ποίημα της «Επίσκεψης του Αϊ Νικόλα» που έγινε κοσμαγάπητο στις ΗΠΑ και γνώρισε μετέπειτα αμέτρητες επανεκδόσεις, «συγκεκριμενοποιήθηκε» η μορφή του νέου, Αμερικανού SANTA CLAUS, που δεν ήταν πια ο «Άγιος Νικόλαος», αλλά μια τελείως ξένη «μεταμόρφωσή» του, που καμμιά όμως σχέση δεν είχε πια με το πρωτότυπο…

Santa head with pipe
1862
F. O. C. Darley
A Visit from St. Nicholas, McLoughlin Bros
1900
Mc Loughlin Bros
The Night Before Christmas, McLoughlin Bros
1900
Mc Loughlin Bros
A Visit from Santa Claus, McLouhglin Bros
1901
McLoughlin Bros

Αργότερα μάλιστα, στις αρχές του 20ου αιώνα, θα αφαιρεθεί και ο αυθεντικός τίτλος του ποιήματος, που μαρτυρεί το αυθεντικό όνομα του «Αγίου Νικολάου» και θα μετονομαστεί «η Νύχτα πριν τα Χριστούγεννα» και τελικά σε «Επίσκεψη του Santa Claus”… Και ο Άγιος μας από «Saint Nicholas» θα γίνει  “Santa Claus”… Ένα παραμυθένιο ξωτικό…



Πρώτες προσπάθειες απεικόνισης του Αμερικανού Santa Claus
Santa in knickers, climbing in chimney                1837 - 1862

   Το ποίημα της «Επίσκεψης του Αγίου Νικολάου», οδήγησε μέσα από την επιτυχία και την αποδοχή του, στην ανάγκη να απεικονιστεί αυτός ο νέος «St. Nicholas», ο Santa Claus
   Οι πρώτες ασπρόμαυρες προσπάθειες απεικόνισης του νέου αυτού μεταλλαγμένου “St Nicholas” ξεκινούν το 1837 με τον Robert Weir, συνεχίζονται με τον Theodore C. Boyd

Felix Darley 1862

το 1840 και 1848 και προχωρούν με την πληρέστερη πρώιμη προσπάθεια του Felix Darley το 1862.




Thomas Nast
ο καθοριστικός δημιουργός 1862-3
   Τελικά, η πρώτη πιο κοντινή εικονογράφηση προς τη σημερινή «διάσημη» φιγούρα του επονομαζόμενου “Santa Claus”, που δεν έχει, ούτε είχε ποτέ σε όλη την πορεία της καμία απολύτως σχέση με τον Αϊ Βασίλη (Άγιο Βασίλειο), δημιουργείται στην Αμερική από τον γελοιογράφο - εικονογράφο, Thomas Nast το 1862!

   Ο Thomas Nast ήταν όμως Γερμανός, που είχε φτάσει παιδί στη Νέα Υόρκη από την Γερμανική πόλη Laudo, όπου και γεννήθηκε το 1840 και έγινε στις ΗΠΑ από τους πιο καταξιωμένους πολιτικούς γελοιογράφους!

  Ο Nast, μπόρεσε να αποδώσει καλύτερα τη φιγούρα, επειδή ακριβώς κουβαλούσε μέσα του από τη Γερμανία τις διηγήσεις σχετικά με το τζάκι, τις μπότες, τις κάλτσες και τα δώρα στα παιδιά…

   Την πρώτη μορφή τη σχεδίασε έτσι ο Thomas Nast στα χρόνια του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου, στα τέλη του 1862, δημιουργώντας έτσι ον πρώτο Santa Claus, ντυμένο με την αμερικανική σημαία, που επισκεπτόταν με ταράνδους ένα στρατόπεδο! Η πρώτη αυτή εικονογράφηση δημοσιεύθηκε στις 3 Ιανουαρίου 1863, στην εβδομαδιαία έκδοση Harper στη Νέα Υόρκη!


 
   Αυτή η απεικόνιση που εμφανίστηκε στην έκδοση της 3ης  Ιανουαρίου 1863 της εβδομαδιαίας έκδοσης Harper, παρουσιάζει τον «καθαρό» πια “SANTA CLAUS” όπως αναγράφεται στην αψίδα υποδοχής του, να επισκέπτεται ένα στρατόπεδο Εμφύλιου Πολέμου, διανέμοντας τα δώρα στα παιδιά και τους στρατιώτες, καθισμένος στο έλκηθρό του, το οποίο τραβιέται από τάρανδους. Ο Santa απεικονίζεται με μια μακριά άσπρη γενειάδα, γούνινο σκούφο και ζώνη.


   Έτσι βλέπουμε εδώ ότι πολλά στοιχεία από τη σύγχρονη «αντίληψή» μας για τον Santa Claus, καταδεικνύονται σε αυτήν την καθοριστική πράγματι απεικόνιση του 1862-3, από τον Thomas Nast!


   Τότε επίσης, σε εκείνη την αρχική εκτύπωση του Ιανουαρίου 1863 της εβδομαδιαίας έκδοσης Harper, παρουσιάστηκε πάλι από τον Thomas Nast  μια ακόμη εικόνα, με τη σκηνή του συζύγου και της συζύγου, Παραμονή Χριστουγέννων, καθώς ο Εμφύλιος Πόλεμος μαινόταν και χώριζε δραματικά τις οικογένειες…

   Το ταλέντο του Nast πηγάζει από εδώ έντονα, καθώς η γυναίκα προσεύχεται για τον άνδρα της, που καταβεβλημένος και στενοχωρημένος αναπολεί το σπίτι και τα παιδιά του, μέσα από τις φλόγες μιας μικρής φωτιάς στην παγωνιά του χειμώνα και του πολέμου!.

  Την ίδια στιγμή όμως, στις επάνω γωνίες της εικόνας απεικονίζεται ο Santa Claus, αριστερά να μπαίνει στον καπνοδόχο και δεξιά να ταξιδεύει με το έλκηθρο και τους ταράνδους… ενώ μέσα στο σπίτι, στο τζάκι είναι κρεμασμένες οι μακριές γυναικείες κάλτσες που περιμένουν τα δώρα…

   Το διασημότερο όμως σχετικό σχέδιο του Nast είναι αυτό δεξιά, το οποίο δημοσιεύθηκε στην εβδομαδιαία έκδοση Harper την 1η  Ιανουαρίου 1881 και είναι πολύ κοντά στη σημερινή φιγούρα.
   Σημειώνεται τέλος, ότι ο Nast θα ζωγραφίζει συνολικά επί 30 χρόνια τον Santa Claus, καθιερώνοντας πρώτος στην Αμερική τη μορφή και τα κόκκινα ρούχα του!



ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΑ
Jenny Nyström 1906

   Και ενώ στην Αμερική η φιγούρα εξελίσσεται, παράλληλα στις Σκανδιναβικές χώρες θα συνεχίσουν να κυριαρχούν ειδωλολατρικά απομεινάρια και δεισιδαιμονικά κατάλοιπα…
   Στη Σουηδία π.χ. κυριαρχεί το Tomte είναι μυθικό πλάσμα της Σκανδιναβικής  λαογραφίας που προέρχεται από την ειδωλολατρία των Νορβηγών. Αποκαλούνταν και Nisse και παρουσιαζόταν σαν ένα ξωτικό (δαιμόνιο).
   Το φανταζόταν σαν ένα πλάσμα μικρόσωμο, ηλικιωμένο, συχνά με μεγάλη γενειάδα, που άλλοτε γίνεται τεράστιο, ενώ σε άλλες εκδοχές παρουσιάζεται με μάτι κύκλωπα και αλλού αγένειο με γκρίζα και κόκκινα ρούχα. Σε κάθε περίπτωση όμως, παρά τη μικρότητά του, το tomte/nisse κατείχε μια τεράστια δύναμη, που πολλές φορές τη χρησιμοποιούσε σκοτώνοντας ζώα του σπιτιού ακόμα και όλο το ζωικό κεφάλαιο ενός κτηνοτρόφου, εάν προσβαλλόταν…(Σημειώνεται πάντως ότι για την Ορθοδοξία, την οποία υπηρέτησε και υπερασπίστηκε με αυτοθυσία ο Άγιος Νικόλαός μας αλλά και ο Άγιος Βασίλειος, θεωρεί ξωτικά, νεράιδες, καλικάντζαρους, νάνους, εξωγήινους και άλλα τέτοια, ως δαιμόνια! Που καμμία απολύτως σχέση δεν έχουν με τον Χριστό και τη Γέννησή του στη γη, δηλαδή τα Χριστούγεννα! Αυτό πνευματικά σημαίνει πολλά…)
 
  Το 1881 δημοσιεύεται το σχετικό ποίημα Tomten του Βίκτωρ Rydberg, όπου το tomte παρουσιάζεται να είναι το μόνο άγρυπνο στην κρύα νύχτα Χριστουγέννων, συλλογιζόμενο τα μυστήρια της ζωής και του θανάτου.   Αυτό ακριβώς όμως το ποίημα ενέπνευσε και τη Σουηδό ζωγράφο Jenny Nyström (1854-1946),  στην πρώτη ζωγραφική μετατροπή αυτού του παραδοσιακού σουηδικού μυθικού tomte, σε ένα πλάσμα ασπρογένειο, με κόκκινο-σκούφο, που μετονομάστηκε σε Jultomten (Jul-tomte-n) και συνδέθηκε με τα Χριστούγεννα από τότε, καθώς οι ζωγραφιές της Nyström, μέσα από κάρτες, περιοδικά και ημερολόγια διαδόθηκαν και κυριάρχησαν επάνω στην παλιότερη μορφή του tomte...


  
   Στην κοντινή Δανία πάλι, αυτό το σουηδικό ξωτικό tomte/nisse, κλήθηκε έπειτα julenisse (Yule Nisse) και συνδέθηκε με τα δώρα των εορτών, ενώ με τη διάδοση του “Santa Claus”, ονομάστηκε julenisse στη Νορβηγία και joulupukki στη Φιλανδία, όπως θα δούμε παρακάτω, εκτοπίζοντας σιγά σιγά το παραδοσιακό μέχρι τότε  julbock (αίγα Yule).
   Είναι πάντως θαυμαστό και αξιοσημείωτο, ίσως για πρώτη φορά, ότι στην Ελλάδα, στα χωριά, ακόμη και σήμερα ονομάζουν τα άγρια ζώα ιδίως Ζουλάπια, ονομασία που είναι ομόηχη με το Ζουλε ή Ζουλμποκ ή Ζουλουπούκκι των Σκανδιναβών!..
  
  Και πραγματικά, τι σχέση μπορεί να έχει τελικά σήμερα, με όλα αυτά τα ζουλάπια, είτε ο Αϊ Νικόλας, είτε ο Αϊ Βασίλης; Απολύτως καμία!

  


Norman Rockwell 1913

   Στις ΗΠΑ πάλι, τη σκυτάλη παίρνει ένας από τους πιο αγαπημένους καλλιτέχνες της Αμερικής, ο Norman Percevel Rockwell, που πραγματικά με τα προσεγμένα από ζωγραφικής πλευράς αριστουργήματά του, θα κάνει ακόμη πιο δημοφιλή τη φιγούρα του Santa Claus.

          
  
     Η πρώτη εμφάνιση του Claus του Rockwell θα γίνει ειδικότερα στο εξώφυλλο του περιοδικού “Boys Life” τον Δεκέμβριο του 1913!

      

   Σε ένα τελευταίο του έργο του 1922, παρουσιάζει μάλιστα κατάκοπο τον Santa Claus την ώρα που φτιάχνει παιδικά παιχνίδια. Τότε αναλαμβάνουν οι βοηθοί του, που παρουσιάζονται με μορφή ξωτικών (δηλαδή δαιμονίων)…




Ο ρόλος της Coca-cola 1931

   Η τελική φιγούρα του Santa Claus που είναι γνωστή διεθνώς πια, καθιερώθηκε τελικά στη
συνέχεια από την Coca-Cola στις ΗΠΑ, όταν οι διαφημιστικές ανάγκες της εταιρίας απαίτησαν να συνδεθεί το αναψυκτικό με το χειμώνα και το κρύο, επειδή μέχρι τότε καταναλωνόταν κυρίως τις ζεστές και καλοκαιρινές ημέρες. Έτσι, προκειμένου να περάσει το προϊόν της ως αναψυκτικό και του χειμώνα, χρειάστηκε να συνδεθεί με ένα χαρακτηριστικό του χειμώνα! Και συνδέθηκε με τον Santa Claus που δήθεν έφερνε δώρα στα σπίτια την περίοδο των χειμωνιάτικων Χριστιανικών Εορτών!

The first Coca-Cola Santa Claus image created by artist Haddon Sunblom appeared in 1931 in The Saturday Evening Post.1931 cardboard carton for a six-pack of Coke bottles featuring SantaThe 1951 Coca-Cola Santa Claus artwork shows Santa reviewing his list of good boys and girls; no bad children are listed.1942 original oil painting - 'They Remembered Me'1962 magazine ad featuring the Coca-Cola Santa 1947 'Hospitality' Coca-Cola Santa Claus original painting 1936 Coca-Cola Santa cardboard store display 1964 Coca-Cola Santa poster

   Τότε στα 1931, ανατέθηκε στον ταλαντούχο ζωγράφο-εικονογράφο  Haddon Sundblom να απεικονίσει τη μορφή του Saint Nick (Άγιο Νικόλαο) όπως ήταν περισσότερο γνωστός στην Ευρώπη, αλλά είχε πια μπερδευτεί με ένα σωρό μύθους, δεισιδαιμονίες και παραμύθια, που είχαν αλλοιώσει απόλυτα τη μορφή, το βίο και την ιστορία του, δημιουργώντας τη νέα φανταστική φιγούρα Santa Claus που είδαμε, η οποία και θα συνδεόταν πια για πάντα με την Coca-Cola, αφού ο Sundblom θα ζωγράφιζε τα επόμενα 33 χρόνια για την εταιρία, χρησιμοποιώντας σαν μοντέλο ένα φίλο του!
   Φυσικά δεν είναι τυχαίο ότι ο Sundblom, ήταν γιος Φιλανδο-σουηδικής οικογένειας μεταναστών, που όπως ήταν φυσικό κουβαλούσε την εικόνα του φιλανδικού Joulu-pukki και του σουηδικού Jul-tomte-n… Στοιχεία που επηρέασαν ή μάλλον ενέπνευσαν το πινέλο του Sundblom και ιδίως οι απεικονίσεις της Σουηδής Jenny Nyström.

1931
1936


1937
1938



1939
1941



1949
1951


1953
1962




1963



  Το τι εντύπωση αφήναν και αφήνουν στις παιδικές συνειδήσεις τέτοιες πολύ ωραίες ζωγραφιές, με έναν τέτοιο «ήρωα», είναι φυσικό να το εννοήσει κανείς. Άλλωστε τα παιδιά μεγαλώνουν και συνεχίζουν την κατανάλωση του αγαπημένου αναψυκτικού του δημοφιλούς και ανύπαρκτου Santa Claus… Πράγματι ευφυής από διαφημιστικής πλευράς σύλληψη…


   Και ακόμη «ευφιέστερη» η δική μας κατάντια στην Ελλάδα, να λέμε δηλαδή ότι «ο Άγιος Βασίλειος πίνει …Κόκα-Κόλα» στα παιδιά… Εκείνος που από τη νηστεία και είχε συνεχή προβλήματα υγείας! Εκείνος που έτρωγε κριθαρένιο ψωμί! Ούτε καν ψωμί δηλαδή! Και μάλιστα κάποτε που έχει φτάσει έξω από την Καισαρεία ο Αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης και ζήτησε να του φέρουν ό,τι τρώει και ο Επίσκοπος Βασίλειος, και του δώσαν το κριθαρένιο «ψωμί» του Αγίου Βασιλείου, οργισμένος και προσβεβλημένος το πέταξε κάτω και απείλησε με ολοσχερή καταστροφή την πόλη κατά την επιστροφή του από το μέτωπο με τους Πέρσες, καθώς και τη φυλάκιση του Αγίου Βασιλείου! Και είναι γνωστό μετά το θαύμα του Αγίου Μερκουρίου με το θάνατο του Ιουλιανού και το μοίρασμα των Βασιλοπιττών στους πιστούς με τα φλουριά τα οποία είχαν μαζέψει για να καλμάρουν τον Αυτοκράτορα κατά την επιστροφή του.…


Διαφήμιση στην Ελλάδα τέλη  2004 προς 2005.
Ξεχωρίζουν τα χαρακτηριστικά μη ανθρώπινα αυτιά των «βοηθών» του Κλάους, που είναι καθαρά ξωτικά,
δηλαδή δαιμόνια, πλάσματα που δεν έπλασε ο Θεός!



Την ίδια περίοδο, τέλη 2004 προς 2005, στο ελληνικό site της εταιρείας στην Ελλάδα, ο Κλάους αναφέρεται σαν «Αϊ Βασίλης» (!) . Μάλιστα με κάθε δύο μπουκάλια Κόκα-Κόλα, δίνεται δωρεάν και ένα δαιμονιόμορφο ξωτικό… «βοηθός του Αϊ Βασίλη» όπως αναφέρεται! Τέλεια θρησκευτική, πνευματική και ιστορική σύγχυση…

  
   Είναι λοιπόν απόλυτα λανθασμένο από κάθε πλευρά, να αποκαλούμε το διαφημιστικό αυτό κατασκεύασμα «Αϊ Βασίλη»! Ονομασία που σε καμμία απολύτως χώρα του κόσμου δεν του αποδίδεται!

   Είναι απόλυτα λάθος όμως το να λέμε και ψέματα στα παιδιά, ότι δήθεν «αυτός» ο κοκκινοφορεμένος τους φέρνει τα δώρα τους και όχι οι κόποι του μπαμπά και της μαμάς!

   Είναι απόλυτα λάθος να εμφυτεύουμε τέτοιο ψέμα στις πιο αγνές και αθώες παιδικές ψυχούλες, διδάσκοντάς τες έτσι το ίδιο το ψέμα, την τέχνη και τη νομιμοποίησή του!

   Είναι απόλυτα λάθος να διασύρουμε, να εμπαίζουμε - ασυναίσθητα βέβαια – να πλαστοπροσωπούμε και να πλαστογραφούμε  το ιερό και αγιασμένο όνομα του Αγίου και Μεγάλου Βασιλείου! Ενός από τους Τρεις Φωστήρες, τους ξεχωριστούς Τρεις Ιεράρχες της Οικουμένης!


   

ΦΙΛΑΝΔΙΑ
JOULUPUKKI
ΓΙΟΥΛΟΥΠΟΥΚΙ

File:Gavle christmas goat 2006.jpg

   Ιδιαίτερη τέλος αναφορά, πρέπει να γίνει στη Φιλανδία, η οποία συλλαμβάνοντας στις μέρες μας τα «μηνύματα των καιρών», φρόντισε να εγκαταλείψει σχεδόν το δικό της παραδοσιακό σύμβολο της αίγας Yule, το  Joulupukki, όσον αφορά τους τουρίστες και να εμφανίσει ότι δήθεν εκεί κοντά στη Φινλανδική πόλη Rovaniemi είναι το χωριό και το σπίτι του Santa Claus!





 Το Yule έτσι σχεδόν κατάντησε να γίνει ο τάρανδος του «Σάντα Κλάους», αλλά το πείραμα πέτυχε φέρνοντας χιλιάδες τουρίστες ως το κάτασπρο Rovianemi… Και έτσι σήμερα Joulupukki σημαίνει Santa ClausΑφού αυτό φέρνει το χρήμα…


ΕΠΙΛΟΓΟΣ
  Σήμερα ο λεγόμενος “Santa Claus” ένα διαφημιστικό και τουριστικό κατασκεύασμα, δεν έχει τίποτε από εκείνον που δανείστηκε το όνομα. Τον Άγιο ιεράρχη Νικόλαο, τον Ορθόδοξο Έλληνα Επίσκοπο Μύρων της Λυκίας, του θαυματουργού!
  
   Στην Ελλάδα βέβαια, κάποιοι είχαν τη «φαεινή» ιδέα να μετονομάσουν τον Santa Claus σε Αϊ – Βασίλη, προκειμένου να τον νομιμοποιήσουν και να τον κάνουν αποδεκτό, καθότι η εορτή του συνέπιπτε με την Πρωτοχρονιά, με αποτέλεσμα σήμερα να μην υπάρχει σχεδόν πουθενά μια αληθινή εικόνα του Αγίου Βασιλείου όταν μιλάμε για Αϊ-Βασίλη! Για αυτόν τον Μέγα Φωστήρα της Ορθοδοξίας και των Ελληνικών Γραμμάτων! Τον ιδρυτή της ξακουστής Φιλανθρωπικής Πολιτείας, της Βασιλειάδας! Για εκείνον που στον Άγιο Εφραίμ το Σύρο, τον παράστησε ο Θεός με στήλη φωτιάς από τη γη έως τον ουρανό, ενώ ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης τον είδε να λούζεται σε θείο, άυλο φως, μαζί με το σπίτι όπου προσευχόταν για όλους εμάς και τα παιδιά μας…

   Και εμείς να διασύρουμε σήμερα τη μορφή και την προσφορά του εξισώνοντάς τον με ένα είδωλο στην ουσία; Πλαστοπροσωπώντας τον με το Santa Claus; Πλανώντας και παρασύροντας τα παιδιά μας σε ένα μεγάλο ψέμα; Σε μια εισαγόμενη απάτη;

   Μήπως τελικά ήρθε η ώρα να αποκαταστήσουμε την αλήθεια; Μια για πάντα;

   Για να τα έχουμε καλά συν τοις άλλοις και με τον Άγιο Νικόλαο τον θαυματουργό και με τον Άγιο Βασίλειο τον Μέγα;


ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
   Τι μπορούμε λοιπόν να κάνουμε;
·         Να σταματήσουμε καταρχήν να αποκαλούμε τον Santa Claus «Αϊ Βασίλη», δηλαδή Άγιο Βασίλη!
·         Να πούμε στα παιδιά ότι τα δώρα τους τα φέρνει ο καλός μπαμπάς και η καλή μαμά στην εορτή του Αγίου Βασιλείου!
·         Να σταματήσουμε επάνω στις Βασιλόπιτες να σχηματίζουμε στα ζαχαροπλαστεία τη διαφημιστική φιγούρα της Coca Cola (τι κατάντια)
·         Να διεξαχθεί με ευθύνη της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος μεγάλος μαθητικός διαγωνισμός ζωγραφικής σε διάφορα υλικά, με θέμα «Αϊ Βασίλης», κατά το πρότυπο απόλυτα επιτυχημένο διαγωνισμό για τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό της Ι.Μ. Κουτλουμουσίου.
·         Η Εκκλησία, στα πλαίσια της Ενορίας, να καθιστά γνωστό, ότι στο τέλος της Θείας Λειτουργίας ανήμερα του Αγίου Βασιλείου την Πρωτοχρονιά, θα μοιράζει δωράκια στα παιδιά Νηπιαγωγείου και Δημοτικού που θα παραβρίσκονται στο Ι. Ναό!
·         Στα Σχολεία να γίνεται μεγάλο αφιέρωμα στον Άγιο Νικόλαο ανήμερα της εορτής του με Εκκλησιασμό και να εξηγείται τι συνέβη στη Δύση σχετικά.
·         Να μπουν οι Άγιοι Νικόλαος και Άγιος Βασίλειος σε Σχέδια Εργασίας των μαθητών.
·         Να έχουμε στα δωμάτια των παιδιών σε φανερό και προσβάσιμο σημείο τις εικόνες των δύο Αγίων, που θα τα φυλούν και θα πρεσβεύουν για αυτά, μια και εκείνα θα γνωρίζουν πλέον και ποιος είναι ο Άγιος Νικόλαος και ποιος είναι ο Αϊ Βασίλης…

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ—ΜΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ

     

     Ή ακόλουθος ιστορία από τήν ζωήν τής συγχρόνου ζωής τής Ελλάδος μάς αποκαλύπτει μιά φορά ακόμη πόσο αναγκαίον είναι νά ζήσωμεν σύμφωνα μέ τάς εντολάς τού Θεού.  Μάς λέγει πολύ γραφικά ότι ή παράβασις τών εντολών τού Θεού φέρνει τήν δυστυχίαν καί τήν εσωτερικήν ταραχήν.
          Τό όνομα τού ανθρώπου πού μάς διηγεί τήν ιστορίαν ονομάζεται Αντώνιος.  Είναι ταξιτζής στήν Αθήνα.  Αυτός καί ένας άλλος προσκυνητής πήγαιναν τό Άγιον Όρος νά επισκεφθούν ένα Γέροντα Μοναχόν πού τούς εβοήθησε θαυματουργικά στήν ζωήν τους.  Πηγαίνοντας όμως στό Άγιον Όρος έχασαν τό φέρι μπότ καί αναγκάστθηκαν νά παραμένουν στήν Ουρανούπολιν μιά βραδυά.  Πρίν τούς πιάσει ό ύπνος, τούς εδόθη ή ευκαιρία νά γνωριστούνε καί νά ανταλλάξουνε τά πάθια καί τούς πόνους τους.  Καί οί δυό τους πήγαιναν νά βρούν τό Γέροντά τους.  Σιγά, σιγά, μάθανε πώς πήγαιναν νά ιδούν τόν ίδιον Γέρονα στά Καυσοκαλύβια. 
Τώρα ό Αντώνης λέει τήν ιστορίαν του.
 “Οπως  ξέρεις, δούλευα καί δουλεύω ταξιτζής στήν Αθήνα.  Μόλις τέλειωσα τό στρατιωτικό μου, ένας μπάρμπας μου έρχεται καί μού λέει: “Άκου, ανεψιέ μου. Εγώ τά ‘φαγα τά περισσότερα ψωμιά μου, καί όπου νά ‘ναι θά τό παρατήσω τό ταξί.  Μιά πού ό Θεός δέν μού έδωκε παιδιά, λέω νά σέ πάρω κοντά μου άν θέλεις, νά μάθεις τήν δουλειάν, καί μετά, όταν εγώ αποτραβηχτώ, νά συνεχίσης εσύ τήν δουλειά.  Μπορεί νά μή γίνεις πλούσιος, μά θά έχεις αρκετά γιά νά θρέφεις τή φαμελιά σου.  Όσο γιά τήν άδειαν, πού αξίζει πιό πολύ από τό αυτοκίνητο, θά μού τήν ξεπληρώνεις σιγά-σιγά, καί στό τέλος θά είναι όλα δικά σου δίχως νά τό καταλάβεις.”  Στήν αρχήν σά νά μού κακοφάνηκε, ν’ αφήσω τό χωριό μου, έξω απ’ τήν Κυπαρισσίαν, πού έμοιαζε παράδεισος, καί νά ‘ρθώ νά ζήσω στήν Αθήνα.  Όταν τό καλοσκέφτηκα, όμως, μού άρεσε ή ιδέα τού θείου μου. Κ’ εκείνος θά ξεκουραζόταν, έχοντας ένα δικό του άνθρωπο στό αυτοκίνητό του, αλλά κ’ εγώ θά έβρισκα δουλειά καί περιουσία μέ τό ταξί, πού σέ λίγα χρόνια θά γινότανε δικό μου, δίχως νά παιδευτώ η νά χρεωθώ μέ γραμμάτια καί τράπεζες.  Τό είπα στόν πατέρα μου καί στήν μάνα μου.  “Κάνε όπως εσύ καταλαβαίνεις,” μού απάντησαν.  Μάζεψα, λοιπόν, τά πράγματά μου καί πήγα στήν Αθήνα.  Στήν αρχήν έμενα στό θείο μου, στό Περιστέρι.  Μετά, βρήκα ένα σπίτι στό Γαλάτσι καί τό νοίκιασα.  Γνώρισα καί μιά κοπέλλα σέ μιά γιορτή ενός χωριανού μου, πού μού άρεσε.  Τήν ζήτησα, δέχτηκε.  Καί σέ λίγον καιρόν παντρευτήκαμεν.  Ήτανε μιά πολύ καλή κοπέλλα καί καταγότανε από τά μέρη τά δικά μας.  Τό χωριό της δίπλα στό δικό μας, ούτ’ ένα χιλιόμετρο απόσταση.
          Επιπλώσαμεν τό σπίτι, πήραμεν μεγάλο ψυγείο καί ηλεκτρική κουζίνα—όλα όσα χρειάζονται γιά ένα σπίτι.  Στό μεταξύ ό θείος μου αρρώστησε καί πέθανε.  Ή θεία μου έφυγε, νά ζήση στό χωριό.  Μού είπε άν θέλω νά πάω καί νά μείνω στό σπίτι της, μά δέν μού άρεσε.  Τό νοίκιασε τότε, κ’ εγώ φρόντιζα νά τής στέλνω κάθε μήνα τό ενοίκιο στό χωριό, καθώς καί τ’ άλλα χαρτιά πού έρχονταν, θές γιά τήν σύνταξιν, θές γιά τό ηλεκτρικό,
τό  νερό, τά τέλη τού δήμου καί όλα τ’ άλλα πού μάς βομβαρδίζουν ασταμάτητα στήν Αθήνα, κάθε λίγο καί λιγάκι.
          Ή γυναίκα μου δούλευε πωλήτρια σ’ ένα κατάστημα τών Αθηνών, μά τήν σταμάτησα.  Τήν ήθελα στό σπίτι καί όχι νά γυρνάη από δώ καί από κεί.  Στενοχωρήθηκε λίγο, μά δέν είπε τίποτε.  Τότε ακριβώς ήταν πού γνώρισα μιά νέα κοπέλλα, πού ήταν πανέμορφη, μά πού ήταν ό ίδιος ό διάβολος!  Τήν είχα πάρει από τό Παγκράτι καί τήν πήγα στό Χαλάνδρι.  Πρίν τήν αφήσω, μού λέει: “Είναι κάπως νωρίς ακόμη, γιά τήν ώρα πού μέ περιμένουν.  Άν θέλεις νά κάνουμε περίπατο στά βουνά τής Πεντέλης, εγώ δέν θά είχα σοβαρή αντίρρηση.”  Εγώ, πού τήν είχα ιδεί, έν τώ μεταξύ, μέσ’ από τό καθρεφτάκι, νά μέ τρώει μέ τά μάτια της, τράβηξα ίσια τήν λεωφόρον Πεντέλης, ώσπου νά πιάσουμεν τά σκιερά πεύκα καί πιό πάνω κάτι δασιά καί δροσερά πλατάνια.  Όταν φύγαμεν, τής ζήτησα νά τήν ξαναδώ καί δέν αρνήθηκε.  Μού έγινε τέτοια συνήθεια, πού άρχισα νά παραμελώ τήν γυναίκα μου.  Καί, σά νά μήν έφτανε αυτό, μιά μέρα πού ό σατανάς μέ κυρίεψε ολόκληρον, λέω στήν γυναίκα μου: “Πάρε τά πράγματά σου καί πήγαινε στόν πατέρα σου, στό χωριό.  Ετούτο τό σπίτι δέν μάς χωρεί πιά καί τούς δυό!”  Εκείνης τής ήρθε κεραυνός, νά τής πώ τέτοιο λόγο στά καλά καθούμενα. Σκέφθηκα καί τό ότι, τρία-τέσσερα χρόνια, πού ήμαστον παντρεμένοι, δέν είχε πιάσει παιδί καί θέλησα νά τήν πληγώσω πιό πολύ: “Άλλωστε, δέν θέλω νά μείνω άκληρος.  Θέλω ν’ αποχτήσω παιδιά εγώ, νά γεμίση τό σπίτι μέ αγόρια καί κορίτσια….” 
          Εγώ πήρα στό τηλέφωνο αμέσως τήν άλλην καί τής είπα νά ετοιμαστή’ πώς είχα ήδη διώξει τήν γυναίκα μου καί πώς, όποια ώρα ήθελε, μπορούσε νά ‘ρθη νά εγκαταστασθή στό σπίτι μου, όπως μού είχε πεί τήν προηγούμενη μέρα.
          Πέρασε αρκετός καιρός έτσι.  Δυό-τρία χρόνια, ίσως καί παραπάνω.  Κ’ εκεί, πού όλα πήγαιναν ρολοί, ‘αρχισαν νά μέ σκίζουν μέ μαχαίρια οί τύψεις.  Δέν μπορούσα νά ηρεμήσω, ούτε τή μέρα ούτε τήν νύχτα.  Δέν ήξερα τί μ’ έφταιγε.  Μάλωνα μέ τούς πελάτες, μάλωνα καί μέ τήν κοπέλλα πού τόσο αγαπούσα καί τήν είχα μπάσει σάν γυναίκα μου στό σπίτι…Εκείνες τές ημέρες, πού ετοιμαζόμουν νά πάω σ’ ένα γιατρό νά μέ δεί, μού συνέβη τούτο τό απίστευτο.  Ήμουν μέ τό ταξί μου καί περίμενα πελάτη, στήν πλατεία τής Ομόνοιας, εκεί μπροστά στό Μπάγκειο.  Μέ πλησιάζει ένας παππούλης γκριζομάλλης καί μέ ρωτάει άν είμαι λεύτερος.  Μπαίνει μέσα καί μού λέει: “Μπορείς νά μέ πάεις από Γκύζη πρός Τουρκοβούνια;” Βάζω μπροστά καί ξεκινάω.  Δέν πρόλαβα νά στρίψω στήν Σταδίου, καί τόν ακούω, πάλιν νά μέ ρωτάει μ’ ενδιαφέρον,--σχεδόν μέ αγωνία: “Γιατί είσαι τόσο ταραγμένος καί θέλεις νά πάς στό γιατρό; Δέν ξέρεις πώς τό πρόβλημά σου δέν είναι στό σώμα σου, μά στήν ψυχήν σου;…”  Εγώ ταράχτηκα τόσο πολύ, πού κόντεψα νά τρακάρω μέ κάποιο άλλο ταξί, πού περνούσε από δεξιά μου. Βγάζω τό φλάς, ύστερα τό στόπ, καί κεί στή στάση τού τρόλλεϋ, μπρός στού Γουτάκη σταματάω.
          Δέν μου λές, παππούλη: μέ ξέρεις εμένα; μ’ έχεις ξαναδεί;  Όχι, βρέ παιδάκι μου, δέν σ΄ έχω ξαναϊδεί.  Αλλά νά, μόλις μπήκα στό ταξί σου, είδα στό πρόσωπό σου νά παλεύουν άσπρες καί μαύρες σκιές΄σά νά σέ πνίγανε οί τύψεις καί δέν ήξερες τί νά κάνεις, από πού νά φυλαχτείς…
          Παππούλη πές μου σέ παρακαλώ: ποιός σού μίλησε γιά μένα;  Κανείς δέν μού μίλησε, καί ούτε τό αυτοκίνητό σου ήξερα μήτ’ εσένα.  Όταν, όμως, είδα τό πρόσωπό σου, νόμισα πώς οί δαίμονες καί οί άγγελοι παλεύανε μέσα σου ποιός νά κερδίση τήν ψυχήν σου.  Κ΄ ενώ έβλεπες πώς οί άγγελοι έχουν δίκιο, από τήν άλλην ντρεπόσουνα καί τούς διαβόλους πού σέ κουμαντάραν τόσο καιρό τώρα,--σχεδόν από τότε πού έδιωξες τήν γυναίκα σου!
          Παππούλη μου, τού λέω τρέμοντας, η προφήτης καί άγιος είσαι ή δαίμονας μεγαλύτερος από τόν διάβολον.  Δέν ξέρω τί άλλο νά σού πώ.
          Ούτε τό ένα είμαι, παιδί μου, ούτε τό άλλο άπ ‘ αυτά πού λές.  Είμαι κ’ εγώ ένας άνθρωπος αμαρτωλός, αλλά είμαι ιερέας καί βλέπω στό πετραχήλι μου νά κρέμονται—σάν κρόσσια—αί ψυχές πού ό Θεός μού εμπιστεύτηκε. Γι’ αυτό καί προσεύχομαι καί, όσο μπορώ, φροντίζω γι’ αυτές τές ψυχές.  Γι’ αυτό καί είδα τήν ψυχήν σου νά υποφέρη καί τήν λυπήθηκα. Όπως λυπήθηκα καί τήν ψυχήν τής γυναίκας σου, πού τήν έδιωξες δίχως λόγο, ενώ εκείνη σέ αγαπούσε καί είχε όλες τές αρετές γιά νά σέ κάνη ευτυχισμένο.  Αργότερα, θά σ’ έκανε καί πατέρα, πού τόσο τό επιθυμούσες, αλλά δέν περίμενες…Τήν έδιωξες αυτή, πού στεφανώθηκες, καί σπίτωσες τήν άλλην πού δέν κοιτάει παρά τό κορμί σου καί τό πορτοφόλι σου….
          Εγώ πιά είχα παραδοθεί, όπως ήταν φυσικό, Βασίλη, καί δέν μπορούσα ν’ ανασάνω.  Τόν κοιτούσα καί περίμενα, ηδονικά σχέδιον, νά ιδώ τί άλλο θά μού αποκαλύψει, νά μέ ξεγυμνώση.  Όμως, δέν τό έκανε ψυχρά καί ανελέητα.  Έσταζε από τό πρόσωπό του καί από τά λόγια του μιά γλυκύτητα πού δέν είχα ξαναϊδεί σέ ιερέα, ούτε σέ άλλον άνθρωρπον. Αφού γιά μιά στιγμή μού πέρασε από τό νού: “μήπως είναι κάποιος άγγελος, πού τόν έστειλε ό Θεός γιά νά μέ σώσει; Καί αμέσως μού λέει:
          Μή βάζεις μέ τό νού σου πώς είμαι άγγελος, γιατί αδικείς τούς αγγέλους τού Θεού.  Τό καλό πού σού θέλω: άν θέλεις νά ηρεμήσεις καί νά σώσεις καί τήν οικογένειάν σου καί τήν ψυχήν σου, καί νά λυτρώσεις καί τήν καημένην τήν γυναίκα σου, πού κλαίει σάν χαροκαμένη στό χωριό, άλλαξε ζωήν γιά νά ξανάρθει ό Χριστός καί ή ειρήνη μέσα σου.  Καί τότε όλα θά γίνουν όπως πρώτα, καί ακόμη καλύτερα.
Μά, δέν μού λές παππούλη: πές ότι έγώ αποφασίζω ν’ αλλάξω εκείνη, όμως, πώς θά τό ιδεί αυτό; Θά γυρίση στό σπίτι μου ύστερα από τόσα χρονια.;
          Όχι μόνον θά γυρίση, αλλά καί παιδιά θά κάνετε καί θά ζήσετε όλοι μαζύ ευτυχισμένοι!  Μόνο, βάλε κάπου βενζίνη, τηλεφώνησε στό σπίτι σου: σέ μιά ώρα τό πολύ νά φύγη από κεί ή άλλη, μέ όλα τά πράγματα καί τά στολίδια της—άλλωστε δέν έφερε τίποτε άλλο μαζί της. Πές της πώς τά ξανάφτιαξες μέ τήν γυναίκα σου καί πώς τήν περιμένεις από στιγμή σέ στιγμήν.  Κι’ αυτό δέν είναι ψέμα, γιατί εκείνη σέ περιμένει, κ΄είναι από μέρες έτοιμη, νά τήν φωνάξεις νά γυρίση.
Είσαι σίγουρος παππούλη, πώς θά γυρίση;
         
Όπως είμαι γιά όλα τ΄άλλα πού σού είπα καί όπως είσαι κ’ εσύ τώρα σίγουρος πώς είμαστε στήν οδόν Σταδίου καί τραβάμε γιά τήν Κυπαρισσία, καί ύστερα γιά τό χωριό της…
         
Δέν είχα περιθώρια νά διαλέξω άλλο δρόμο.  Μέσα μου γινότανε πόλεμος, αλλά έβλεπα καθαρά πιά τούς αγγέλους νά νικούνε.  Βάζω μπροστά τήν μηχανήν, καί στρίβω στήν Αριστείδου, νά πιάσω Πειραιώς καί από κεί τήν Ιεράν Οδόν.  Έβαλα βενζίνη, έρριξα μιά ματιά στήν μηχανήν, λάδια, μπαταρία, νερά’ κοίταξα τόν αέρα στά λάστιχα, καί ξεκίνησα, κάνοντας τόν σταυρόν μου.
         
Καλά κάνεις, μού λέει ό παππούλης, καί βάζεις τό Σταυρό βοηθό σου.  Ένα τροπάρι τής Εκκλησίας μάς λέει: “Σταυρός, ό φύλαξ πάσης τής Οικουμένης….”  Μέσα σ’ αυτήν τήν Οικουμένην βρισκόμαστε όλοι, κ’ εσύ κ’ εγώ, καί όταν κάνουμε τό Σταυρό μας εκείνος μάς φυλάγει καί μάς προστατεύει.
  Προχωρήσαμεν, πότε κουβεντιάζοντας πότε σιωπώντας, ίσαμε τήν Κόρινθο.  Μού λέει σέ μιά στιγμή: Σταμάτησε, άν θέλεις, νά’ ρθώ μπροστά καί νά κάτσω δίπλα σου.  Τώρα πού γίναμεν φίλοι, δέν χρειάζεται νά είμαι έγώ πελάτης κ’ εσύ ταξιτζής.  Μού αρέσει νά κάθομαι μπροστά γιατί βλέπω καλύτερα τήν κτίσην τού Θεού.  Πάντα θαυμάζω τήν πλάσιν τού Θεού καί τά δημιουργήματά Του.  Πόσο χρήσιμα καί πόσο ωραία είναι’ τόσο, πού σού έρχεται νά ψάλλης συνέχεια: “Πάντα έν σοφία εποίησας! Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι!  Αλληλούϊα!”
         
Μερικές φορές, πού σιωπούσε, νόμιζα πώς κοιμότανε, αλλά έβλεπα τά χείλη του νά κοινούνται: ήταν φανερό πώς έλεγε ύμνους καί προσευχές από μέσα του.  Σέ κάποια στιγμή μέ ρώτησε: “Δέν μού λέεις: προσεύχεσαι καμιά φορά; Τί προσευχές ξέρεις;”  Εγώ ντράπηκα, μά δέν μπορούσα παρά μονάχα τήν αλήθειαν νά τού λέω, σέ όλα, μιά καί ήξερα πώς διαβάζει τά μέσα μου καλύτερα από μένα τόν ίδιον:
         
Έχω χρόνια νά προσευχηθώ, παππούλη, κ’ έχω ξεχάσει πώς προσεύχονται.  Καί εκείνος δίχως νά μέ μαλώση κι ούτε νά μού πεί, κάποια πικρή κουβέντα, μού λέει:
         
Γι’ αυτό κι ό σατανάς βρήκε τήν ευκαιρίαν νά σέ πειράζη, καί μάλιστα τόσο δυνατά. Όταν ό τσοπάνος λείπει καί τά σκυλιά είναι μακριά από τό κοπάδι, τότε ό λύκος ορμάει καί κατασπαράζει τά πρόβατα.  Έτσι καί στόν άνθρωπον, πού απομακρύνεται από τόν Χριστόν καί δέν βάζει μέ τήν προσευχήν τούς φύλακες αγγέλους στήν ζωήν του…
         
Καί μού ανέφερε πολλές ιστορίες από τό Ευαγγέλιον καί τά βιβλία τών Αγίων Πατέρων, γιά νά μού πεί ότι δέν ήμουν ούτε ό πρώτος ούτε ό τελευταίος πού χάνω τόν ίσιον δρόμον τού Θεού καί παίρνω τό σκοτεινό μονοπάτι τού σατανά.  Τότε τόλμησα νά τόν ερωτήσω:
         
Λές παππούλη νά μέ συγχωρέση ό Θεός γιά τές τόσες αμαρτίες μου;
         
Άκουσε νά σού πώ, καί νά τό βάλεις μέσα σου μιά γιά πάντα, χωρίς νά τό ξεχάσης ποτέ: δέν υπάρχει αμαρτία μεγαλύτερη από τήν αγάπην τού Θεού!  Όσες αμαρτίες καί νά έχη κάνει ό άνθρωπος, όταν μετανοήση καί εξομολογηθή, όλες σβήνουν καί συγχωρούνται.  Μόνον εκείνες πού δέν εξομολογείται κανείς, καί δέν μετανιώνει γι’ αυτές, αυτές δέν συγχωρούνται. Οί άλλες πού κρεμάει κανείς στό πετραχήλι τού εξομολόγου, πνίγονται μέσα στόν ωκεανό τής αγάπης τού Θεού καί εξαφανίζονται.  Γι’ αυτό καί δέν παρουσιάζονται ούτε ώς τύψεις ξανά στήν ζωήν μας, ούτε ώς σκέψεις, πού νά μπορούν νά επηρεάσουν τές πράξεις μας…
         
Τότε τόν διέκοψα γιά νά τόν ρωτήσω: Μήπως θά μπορούσες νά μέ ξομολογήσεις, παππούλη;
         
Όποτε τό αισθανθείς ώς ανάγκη εσωτερική, πολύ ευχαρίστως. Ή κάθε στιγμή τού βίου μας μπορεί νά γίνη αρχή μιάς καινούργιας ζωής, μέ τήν εξομολόγησιν.  Παίρνουμεν τήν απόφασιν, σβήνουμε τά παλιά δεφτέρια, καί βάζουμε μπρός, μέ τήν χάριν τού Θεού, γιά νέα ζωή.  Καί αυτή ή ζωή, μέ τήν δύναμιν πού παίρνουμε από τά μυστήρια τού Θεού, γίνεται πιό εύκολη, πιό χαρούμενη, πιό ευτυχισμένη.
         
Αισθάνθηκα μέσα μου ένα κύμα κατανύξεως ν’ ανεβαίνει καί νά μέ πλημμυρίζει.  ‘Αν μπορούσα νά σβήσω τό κάθε σκοτεινό σημάδι, τήν κάθε μαύρη κηλίδα από τήν ώς τότε ζωήν μου, πόσο ευτυχισμένος θά αισθανόμουνα! Τά λόγια μου ανέβαιναν ώς τό λαιμό, μά κατέβαιναν πάλιν.  Ώσπου βγήκαν σάν χείμαρρος κ’ έγιναν αίτημα πρός τόν ιερέα:
         
Καί άν θέλεις τώρα, παππούλη, νά εξομολογηθώ θά μπορούσες νά μ’εξομολογήσεις;
         
Όπως βλέπεις—μού απαντά—κουβαλάω πάντα μαζί μου τό πετραχήλι καί τό Μικρό Ευχολόγιον, δηλαδή τό Αγιασματάριον.  Ακριβώς γιά τέτοιες περιπτώσεις, πού ό Θεός στέλνει μπροστά μου.  Στάσου σέ μιά ήσυχη γωνιά καί βάζω τό πετραχήλι μου.  Μού λές όλες τές αμαρτίες πού έπραξες καί πού σκέφτηκες αλλά δέν μπόρεσες νά τές κάνεις, σού διαβάζω τήν ευχήν, καί γίνεσαι πάλιν σάν άσπρο περιστέρι.  Χωρίς βάρη καί μαυρίλες νά σκιάζουν τήν ψυχήν σου….
         
Βρήκα μία γωνία ήσυχη, κοντά σ’ ένα δάσος.  Κατεβήκαμε, καθήσαμεν σέ βραχάκι κ’ εξομολογήθηκα, όλα όσα θυμόμουνα. Ήδη, όταν τά έλεγα, αισθανόμουνα νά ξαλαφρώνω.  Μά όταν μού διάβασε καί τήν ευχήν, βάζοντας τό πετραχήλι του πάνω στό κεφάλι μου, ένιωσα νά γίνομαι άλλος άνθρωπος!  Μπήκαμε πάλι στό αυτοκίνητο καί ξεκινήσαμεν.  Λίγα χιλιόμετρα είχαμε ακόμη καί θά φτάναμε.  Τού είπα τήν απορία μου:
         
Καί πώς θά τό ακούσει αυτό ή γυναίκα μου;
         
Μή στενοχωριέσαι, μού λέει.  Εκείνη σέ περιμένει σάν Πασχαλιά!
Δηλαδή σάν Ανάστασιν, γιατί τά βάσανα καί ό πόνος ό βαθύς πού έζησε όλ’ αυτά τά χρόνια, σά νά τήν είχανε στείλει στόν άλλον κόσμον!
         
Ένιωθα καί τό αυτοκίνητο, ακόμη, νά πηγαίνη πιό ελαφρά καί πιό γρήγορα τώρα, πού είχε αποθέσει τό βάρος τών αμαρτιών μου.  Φτάνοντας κοντά στό σπίτι τής γυναίκας μου, δίχως νά τού πώ εγώ τίποτε, μού λέει:
         
Στάσου εδώ εσύ, νά πάω νά τή φωνάξω εγώ, γιά νά μήν ξαφνιαστεί. Όταν βγώ νά σέ φωνάξω, τότε πλησιάζεις καί τήν παίρνουμε καί φεύγουμε γιά τήν Αθήνα.
         
Έτσι καί έγινε. Απ’ ό, τι έμαθα μετά, τής μίλησε κ’ εκείνης μέ πολλή αγάπη, σχεδόν μέ τρυφερότητα, γιά νά τήν συνεφέρει. Τής ζήτησε μονάχα ένα ποτήρι νερό καί τής είπε νά ετοιμάσει τά πράγματά της.  Δέν πίστευε στ’ αυτιά της! “Μά τόσο κοντά είναι, πάτερ;” τόν ρώτησε.
         
Μόλις είσαι σύ έτοιμη, πές μου νά τόν φωνάξω καί νά φύγουμε.
Καί πώς έγινε αυτό τό θαύμα, πάτερ; ρώτησε εκείνη κλαίγοντας.
         
Ετοιμάσου τώρα καί θά τά πούμε στό δρόμο. Τ’ άλλα θά σού τά πεί ό άντρας σου στό σπίτι του.
          Καί ή άλλη πού έχει σπιτωμένη;
          Τής τηλεφώνησε νά πάρη τά πράγματά της καί νά φύγη, γιατί αλλιώς…
          Ετοιμάστηκε ή γυναίκα μου, βγήκε ό παππούλης καί μέ φώναξε, πλησίασα μέ τ’ αμάξι καί άνοιξα τό πόρτ-μπαγκάζ, νά βάλη τήν βαλίτσα.  Εκείνη, άφησε τήν βαλίτσα κάτω κ’ έτρεξε νά μ’ αγκαλιάσει.  Τά δάκρυά της μούσκεψαν καί τά δικά μου μάγουλα.  Τήν έσφιξα στήν αγκαλιά μου γιά κάμποση ώρα, κλαίγοντας κ’ εγώ, πού ήμουν άλλοτε σκληρός σάν μαυρόπετρα! Μπήκαμεν στό αυτοκίνητο καί φύγαμεν.
          Τό βράδυ φτάσαμεν πολύ αργά στήν Αθήνα.  Πήγα πρώτα στά Τουρκοβούνια, ν’ αφήσω τόν παππούλη, κ’ ύστερα νά πάω μέ τήν γυναίκα μου στό σπίτι μας.  Μπροστά στό φτωχικό καί ταπεινό καλυβάκι του, κατέβηκα, τού φίλησα τό χέρι καί τού είπα μέ δακρυσμένα μάτια:
          Παππούλη μου, εγώ δέν ξέρω πολλά γράμματα, γιά νά σού πώ μέ ωραία λόγια τήν ευγνωμοσύνην μου.  Νά ξέρεις, όμως, πώς δέν υπάρχει άλλος παπάς σάν τήν αγιωσύνην σου. Όσο γιά τό αγώγι πού μού χρωστάς, θά τό ισοφαρίσουμε σ’ έναν αγιασμό κ’ ένα ευχέλαιο, πού θά ‘ρθείς νά μάς διαβάσεις, γιά νά φύγουν τά παλιά δαιμόνια!
          Στήν νέαν μας ζωήν, μετά τόν αγιασμόν καί τό ευχέλαιον τού παππούλη, πράγματι δέν τόλμησαν νά ξαναρθούν τά παλιά δαιμόνια.  Ήμασταν αγαπημένοι πάντα μέ τήν γυναίκα μου.  Αποχτήσαμεν πρώτα μιά θυγατέρα καί ύστερα δυό υιούς.  Τήν πρωτοθυγατέρα μας τήν αρραβωνιάσαμεν καί γι’ αυτό πάω στόν παππούλη: νά ‘ρθεί, άν μπορεί νά τήν στεφανώση.  Δύσκολο βέβαια γιατί έχει βαρύνει πολύ, καί όλο μάς λέει πώς δέν βγαίνει πιά στόν κόσμον: θέλει νά κοιμηθή στό κελλί τής μετανοίας του! Όμως, εγώ καί ή γυναίκα μου, θέλουμεν νά τόν καλέσουμεν καί νά τόν ευχαριστήσουμεν γι’ άλλη μιά φορά.
          Μακάρι νά τόν βρώ κ’ εγώ καί νά κάμη κάτι καί γιά μένα.
          Μή στενοχωριέσαι, Βασίλη.  Ακόμη καί νά μήν τόν προλαβαίναμεν, ό Παππούλης έχει πάρει τέτοια χάρη από τόν Θεόν, πού καί ύστερ’ από τόν θάνατόν του ακόμη θά μπορεί νά κάνη θαύματα! 

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

ΤO ΤΕΜΕΝΟΣ ΚΑI ΟI… ΤΕΜΕΝΑΔΕΣ ΤΟY κ. YΠΟΥΡΓΟY «Ἐξαίσιον πτῶμα καὶ κατάλοιπο τῆς χειρότερης ἐποχῆς τοῦ νεοελληνικοῦ βίου»


 Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος- Κιλκίς

.                 Τὸ 1985 ἐκοιμήθη μία προγιαγιά μου, ἑκατὸ χρονῶν, μητέρα τῆς γιαγιᾶς μου. Εἶχε γεννηθεῖ τὸ 1890 περίπου στὸν Μοσχοπόταμο Πιερίας, δηλαδή, ὅταν ἀκόμη ἡ Μακεδονία βίωνε τὴν «θαυμαστὴ τάξη», ὅπως θὰ ἔλεγε καὶ ἡ χαριτόβρυτος κ. Ρεπούση, τῆς Τουρκοκρατίας. Ὁ Μοσχοπόταμος, ἡ Δρυάνιστα ὅπως λεγόταν τότε, ἦταν κεφαλοχώρι, γι’ αὐτὸ εἶχε καὶ σταθμὸ Τούρκων χωροφυλάκων, τοὺς ζαπτιέδες ἢ νιζάμηδες, ὅπως τοὺς ἔλεγαν, μὲ ἀποστροφή, οἱ παπποῦδες μας. Ἡ γερόντισσα εἶχε χηρέψει πολὺ νέα, 22 ἐτῶν, ὁ ἄντρας της εἶχε χαθεῖ κατὰ τὴν ὀπισθοχώρηση τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ στὴν Μικρὰ Ἀσία. (Οἱ συμπολεμιστές του διηγήθηκαν ὅτι ἀρνήθηκε νὰ παραδοθεῖ, ὅταν περικυκλώθηκαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ δηλώθηκε ἀγνοούμενος. Ἡ γιαγιά μας τὸν περίμενε γιὰ ὅλη της τὴν ζωὴ καὶ δὲν ξαναπαντρεύτηκε. Τὸ 1940 ἔζησε καὶ τὸν χαμὸ τοῦ γαμπροῦ της στὶς ἀετοράχες τῆς Βορείου Ἠπείρου. Δὲν γόγγυσε ποτὲ στὴ ζωή της, δὲν τά ᾽βαλε μὲ τὸν Θεό, τὸν ὁποῖο δοξολογοῦσε ἀκαταπαύστως, πέθανε στὸν ὕπνο της). Θυμᾶμαι, στὸ μεσόφρυδό της, εἶχε χαραγμένο ἕναν μικρό, ἀνεξίτηλο, γαλάζιο σταυρό, κάτι σὰν δερματοστιξία («ἑλληνιστὶ» τατουάζ!). Ὅταν τὴν ρωτούσαμε γι’ αὐτὸν τὸν σταυρὸ μᾶς «μολογοῦσε τὰ καθέκαστα» τῆς Τουρκοκρατίας.
.                 Οἱ κοπέλες ἔβαζαν τὰ πιὸ παλιά τους φουστάνια καὶ κουκουλώνονταν καὶ καταχώνουνταν νὰ μὴν τὶς δεῖ τὸ μάτι τοῦ Τούρκου τὸ πόρνο. Οἱ γονιοί τους τὶς στιγμάτιζαν μὲ τὸν σταυρὸ -τὸ ἀήττητον τρόπαιον- γιὰ νά… ἀποτρέπεται ἡ ἀσελγὴς ἐπιθυμία τῶν Τούρκων. Ὁ σταυρὸς δὲν ἔσβηνε, ἔπρεπε νὰ χαλάσει τὸ πρόσωπο… «Τί τρόμους καὶ τί καρδιοχτύπια περάσαμε μὲ τοὺς Τούρκους, ποὺ διαφέντευαν τοῦτα τὰ μέρη, μὲ τὸ χαράτσι καὶ τὸ γιαταγάνι», ἔλεγε ἡ ἀγαθὴ γιαγιάκα, «πῶς ζήσαμε ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει, ὥσπου νά ᾽ρθεῖ τὸ ρωμαίικο». «Ἀρχαῖος ἄνθρωπος» ἡ γιαγιά, Ρωμιὰ γνήσια, γεμάτη καλοσύνη, γελοῦσε καὶ τὸ «χιονοφεγγόφωτον» πρόσωπό της, ἔλαμπε. Αὐτὸ τὸ εἶδος ἀνθρώπου ἐξέλιπε, ὅταν ἄρχισε ὁ ἐξευρωπαϊσμός, ἢ καλύτερα, ὁ ἐκδυτικισμός μας. Ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι ἦταν φτωχοὶ καὶ καταφρονεμένοι, μὲ «τὰ πάθια καὶ τοὺς καημούς τους», ὅμως «ἀποπνέανε μίαν ἀρχοντιὰ κατά τι ἀνώτερη τῶν Λουδοβίκων». (Ἐλύτης).
.                Νὰ παραθέσω ἐκεῖνο τὸ ὡραῖο ποὺ γράφει ὁ Ζήσιμος Λορεντζάτος, στὸ θαυμάσιο καὶ «προορατικὸ» βιβλίο του «Τὸ χαμένο κέντρο», τὸ 1962 γραμμένο. «Ὅταν οἱ προοδευμένοι ἄνθρωποι -δὲ μιλάω εἰρωνικὰ- καταλάβουνε μία μέρα ἢ ξαναβροῦνε, δύσκολα, τὴν παράδοσή τους (τὴν παράδοση μπορεῖς νὰ τὴν καταλάβεις μονάχα μὲ τὴ ζωή σου ἢ μὲ τὴ μεταφυσικὴ πράξη, διαφορετικὰ ἀπομένει, καὶ αὐτή, μόνο φιλοσοφία ἢ φιλοσοφικὸ σύστημα καί, τὸ σπουδαιότερο, χάνει τότες τὴ θεϊκιὰ προέλευσή της), θὰ πρέπει νὰ χρωστᾶνε εὐγνωμοσύνη στὶς καθυστερημένες γριὲς -καὶ πάλι δὲν μιλάω εἰρωνικὰ- τὶς μαννάδες ἢ τὶς κυροῦλες τῶν περισσοτέρων ἀπὸ μᾶς, ποὺ ἀνάφτανε -ἀκούραστες- τὰ καντήλια στὰ ταπεινὰ ξωκλήσια καὶ στὰ ἐρημομονάστηρα τῆς Ἑλλάδας, ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα τῆς σιωπῆς ἢ τῆς μεταφυσικῆς ἀγρανάπαψης, ποὺ ἐκεῖνοι -κουρασμένοι- μεριμνούσανε καὶ τυρβάζανε περὶ πολλά». (Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Χρ. Γιανναρᾶ, «Ἀλφαβητάρι τοῦ Νεοέλληνα», σελ. 267, ἔκδ. «Πατάκης»).
.              Θὰ ἀναρωτηθεῖ, εὔλογα, κάποιος, γιατί παρέθεσα αὐτὸν τὸν πρόλογο; Ἐξηγῶ, ἀφήνοντας, πρὸς τὸ παρόν, «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ», ἐρχόμενος στὸν «καιρό ἐτοῦτον». Ὁ λαὸς «τηγανίζεται» ἀπὸ τὴν φρικώδη κρίση, οἱ μισοὶ Ἕλληνες εἶναι ἄνεργοι, οἱ νέοι, τὰ καλύτερα μυαλά μας, λεηλατοῦνται, μεταναστεύουν στὸ ἐξωτερικό, οἱ γέροντες γονεῖς μας, βιώνουν τὴν θλίψη τῆς περιθωριοποίησης τῶν παιδιῶν τους καὶ τὴν ἀγωνία τῆς κατάρρευσης τοῦ συστήματος Ὑγείας, τὰ σχολεῖα φυτοζωοῦν καί… ὑπάρχει κι ἕνας ὑπουργὸς «περήφανος», ἐπιχαίρων γιὰ τὰ ἔργα του: ὁ κ. Χρυσοχοΐδης, ἐξαίσιον πτῶμα καὶ κατάλοιπο τῆς χειρότερης ἐποχῆς τοῦ νεοελληνικοῦ βίου.
.           Καὶ γιατί «χαίρεται καὶ χαμογελᾶ»; Διότι ἐπὶ ὑπουργίας του θὰ οἰκοδομηθεῖ τέμενος, τζαμὶ στὴν πρωτεύουσα τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους. Στὴ Βουλὴ ἀντέδρασε μόνο ἡ ἐκκωφαντικὴ ἡμιμάθεια τῆς Χρυσῆς Αὐγῆς, πράγμα πολὺ βολικὸ γιὰ τοὺς ποικιλώνυμους τουρκοτζουτζέδες.
.                Ὁ κ. ὑπουργὸς ἀναμάσησε τὰ γνωστά, κούφια ἐπιχειρήματα -«κελύφη ἔρημα ἐννοίας», ὅπως θὰ ἔλεγε κι ὁ Ροΐδης -περὶ προσαρμογῆς στὰ εὐρωπαϊκὰ δεδομένα. «Εἴμαστε ἡ μοναδικὴ χώρα τοῦ Ράιχ -ἡ λεγόμενη καλλιτεχνικῶς καὶ Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση- ποὺ δὲν ἔχουμε τζαμί», ἐνῶ ὑπάρχουν πάμπολλα στὴν Ἀθήνα, «εἶναι ρατσιστικό, δὲν προσιδιάζει στὴν πολυπολιτισμικὴ κοινωνία μας» καὶ λοιπὰ καὶ λοιπά. Τὸ ἀντεπιχείρημα εἶναι ἕνα καὶ μοναδικό. Τὸ Βέλγιο, ἡ Γαλλία, ἡ Σουηδία καὶ ἄλλες χῶρες τῆς Δύσης, δὲν γνώρισαν τὸ τούρκικο μαχαίρι, τὸ Ἰσλὰμ τῶν γενιτσάρων οὔτε ἔχουν Κολοκοτρώνηδες καὶ Καραϊσκάκηδες ποὺ ἔδωσαν τὴν ζωή τους, γιὰ νὰ ξεκουμπιστοῦν τὰ τζαμιὰ κάτω ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολη. Εἶναι ἱεροσυλία, ἀσυγχώρητη ἀσέβεια καὶ προσβολὴ τῆς μνήμης τῶν ἑκατομμυρίων Ἑλλήνων, ποὺ σφάχτηκαν ἀπὸ τοὺς γενοκτόνους μας Τούρκους.
.                Καὶ γιὰ νὰ θυμίσω στὸν κ. Χρυσοχοΐδη τὸ σύμβολο ποιοῦ «πολιτισμοῦ» τιμᾶ τὸ νεοελληνικὸ κράτος καὶ σὲ ποιοὺς κάνει τεμένη καί… τεμενάδες, παραπέμπω στὸ ἔξοχο βιβλίο τοῦ Χρήστου Ἀγγελομάτη «Χρονικὸν Μεγάλης Τραγωδίας- Τὸ ἔπος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας», Ἀθήνα 1962, τὸ ὁποῖο βραβεύτηκε καὶ ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν. Τὸ ἀπόσπασμα ἀναφέρεται στὸ φοβερὸ στρατόπεδο αἰχμαλώτων τοῦ Οὐσὰκ -τὰ χιτλερικὰ κτήνη τὸν Κεμὰλ εἶχαν «δάσκαλο»- στὸ ὁποῖο, ἴσως χάθηκε καὶ ὁ προπάππους μου, στρατιώτης, Ἀθανάσιος Τζάγκας. (σελ. 378-379, τρίτης ἔκδοσης τοῦ βιβλίου).

«Μεταξὺ τῶν αἰχμαλώτων ἦτο καὶ ὁ ἰατρὸς Ἀποστολίδης. Ἔζησε καὶ αὐτὸς τὸ μαρτύριον τοῦ στρατοπέδου αἰχμαλώτων τοῦ Οὐσὰκ καὶ μᾶς δίδει φρικιαστικὴν εἰκόνα:

“Μένουν ζωντανές, γράφει, πολλὲς μακάβριες εἰκόνες στὴν μνήμη μου τῆς φρικτῆς ἐκείνης ἐποχῆς. Γνώρισα κτηνανθρώπους σὰν τὸν ἀνθυπολοχαγὸ Φουάτ, ἀπὸ τὸ Σκούταρι, ποὺ ὅταν ξυπνοῦσε τὸ πρωὶ ἡ πρώτη του κουβέντα ἦταν:

“-Κὰτς κισὶ γκεμπερὶν βάρ; (Πόσοι ψόφησαν σήμερα;)

“Ἐννοοῦσε τοὺς πεθαμένους αἰχμαλώτους. Ἡδονιζόταν μὲ τὴ λέξι ψόφησε καὶ ὄχι πέθανε…

Στὸ νοσοκομεῖον τοῦ Οὐσὰκ ὑπῆρχαν ὁ περίφημος θάλαμος τῶν διαρροϊκῶν. Ἀπὸ τὸν θάλαμον αὐτὸν κανεὶς δὲν ἐβγῆκε ζωντανός. Μόνον ἕνας κι αὐτὸς ἀπὸ θαῦμα. Στὸν θάλαμον αὐτὸν ἔβλεπε κανένας ἐπάνω σὲ ἀχυρένια στρώματα, ἀραδιασμένα κατάχαμα κινούμενα πτώματα, ἡ δὲ βρῶμα ἦταν τέτοια, ποὺ μόνο τὸ νὰ μπῆς, ὄχι καὶ τὸ νὰ κάνης ἐπίσκεψι, ἦταν ἡρωισμός”. Μίαν ἡμέραν εὑρέθη καὶ ἕνας Τοῦρκος νὰ συγκινηθῆ ἀπὸ τὸ θέαμα, ἀλλὰ βέβαια καὶ χωρὶς κανένα ἀποτέλεσμα, διότι καὶ ἂν ἤθελε νὰ ἐπέμβη, δὲν θὰ τοῦ τὸ ἐπέτρεπαν οἱ ἄλλοι.

Ἀντικρύζων ἀπὸ τὴν πόρταν τὸ θέαμα, ἐδάκρυσε καὶ ἐψιθύρισε:

Γιαζίκ! (κρίμα).

Καὶ σκουπίζων κατόπιν τὰ δάκρυά του, ἐγύρισε τὶς πλάτες καὶ ἀπεμακρύνθη.

“Λέγοντας, συνεχίζει ὁ ἰατρὸς Ἀποστολίδης, νοσοκομεῖον πρέπει κανεὶς νὰ ἔχη ὑπ’ ὄψιν του, γυμνὰ δωμάτια, χωρὶς τζάμια καὶ χωρὶς πόρτες, μήνας Δεκέμβριος σὲ ὑψόμετρο 800 μέτρα… Εἰς τὸν θάλαμο διαρροϊκῶν τοῦ Οὐσάκ, ἕνα μισοϋπόγειο πλακόστρωτο δωμάτιο, ἔμειναν ξαπλωμένοι ἑτοιμοθάνατοι ὑπὸ θεραπείαν… Μετὰ τὸ θάνατό τους γυρίζαν τὸ βρωμισμένο στρῶμα ἀπὸ τὴν ἄλλη γιὰ νὰ δεχθῆ νέον πελάτη…Ὁ νεοελθὼν θὰ ἔμενεν ἐκεῖ νοσηλευόμενος μέχρι πού… νὰ πεθάνη κι αὐτὸς καὶ νὰ ξαναγυρίση πάλι τὸ βρωμισμένο στρῶμα καὶ νὰ δεχθῆ τρίτον κι ἔτσι συνέχεια. Αὐτὴν τὴν Κόλασι, οὔτε ὁ Δάντε δὲν μπόρεσε νὰ φαντασθῆ”.

Εἰς τὸ στρατόπεδον αἰχμαλώτων τοῦ Οὐσὰκ ἐξηκολούθησαν ἡ μεταφορὰ αἰχμαλώτων καθ’ ὁμάδας καὶ μεμονωμένων καθ’ ὅλον τὸ μέχρι τοῦ 1923 χρονικὸν διάστημα. Ἀπὸ αὐτοὺς ἐπληροφοροῦντο οἱ ἀποσκελετωμένοι Ἕλληνες στρατιῶται διάφορα περιστατικὰ τῆς τραγωδίας, τὰ ὁποῖα ἀγνοοῦσαν, διότι ὁ κάθε τομεὺς καὶ ἡ κάθε πόλις εἶχεν τὴν ἰδικήν της δραματικὴν περιπέτειαν.

Οἱ παλαιότεροι θὰ ἐνθυμοῦνται τὴν δημοσιευθεῖσαν εἴδησιν εἰς τὰς ἀθηναϊκὰς ἐφημερίδας, μίαν ἡμέραν τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1924. “Το προσεγγίσαν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἀγγλικὸν πλοῖον “Ζάν”, μετέφερε τετρακόσιους τόνους ὀστῶν Ἑλλήνων, ἀπὸ τὰ Μουδανιά, εἰς τὴν Μασσαλίαν, πρὸς βιομηχανοποίησιν. Οἱ ἐργᾶται λιμένος Θεσσαλονίκης, πληροφορηθέντες τὸ γεγονός, ἠμπόδισαν τὸ πλοῖον νὰ ἀποπλεύση. Ἐπενέβη ὅμως ὁ ἄγγλος πρόξενος καὶ ἐπετράπη ὁ ἀπόπλους”. Ἦσαν τὰ ὀστᾶ Ἑλλήνων ἡρώων… Ἦσαν τὰ ὀστᾶ τῶν Ἑλλήνων στρατιωτῶν ποὺ μετὰ τὰς ὁμαδικὰς σφαγὰς καὶ ἐξοντώσεις ἀργοπέθαιναν εἰς τὰ στρατόπεδα αἰχμαλώτων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα, τὸ φοβερώτερον ἦτο τὸ στρατόπεδον τοῦ Οὐσάκ».

.                         Στὸ ἴδιο βιβλίο, στὴν σελίδα 184, διασώζει ὁ συγγραφέας κι ἕνα ἄλλο ἐπεισόδιο. Καλὸ θὰ ἦταν νὰ τὸ διαβάσουν οἱ «κυβερνῶντες» καὶ νὰ μιμηθοῦν τὸν πρωταγωνιστή του. «Ἦτο τότε, ἡ μοιραία ἡμέρα τῆς 26ης Αὐγούστου 1922, ὄτε τὰ πάντα εἶχον διαλυθῆ. Ὅλως τυχαίως, ὅμως, συνήντησε τὸν ταγματάρχην Μουτσούλαν ὁ ὑπολιμενάρχης Σμύρνης Ἀντώνιος Μπαχᾶς καὶ τὸν ἐπεβίβασε βιαίως ἐπὶ τοῦ ἀποπλεύσαντος τὴν ἡμέραν ἐκείνην τελευταίου ἐπιτάκτου ἀτμοπλοίου “Νάξος”.

“Ἅμα τῇ εἰσόδῳ τῆς “Νάξου” εἰς τὸν λιμένα τῆς Χίου, ὁ ταγματάρχης Μουτσούλας, ἀνελθὼν ἐπὶ τοῦ καταστρώματος τοῦ πλοίου, τὸ ὁποῖον ἦτο κατάμεστον ἀπὸ ἀξιωματικοὺς καὶ πολίτας, ἀνεφώνησεν: “Ἔπειτα ἀπὸ τὸ αἶσχος αὐτό, τὴν ἐθνικὴν αὐτὴν συμφοράν, δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ πατήσωμεν χῶμα Ἑλληνικόν!… Ὅλοι οἱ Ἕλληνες νὰ πᾶμε νὰ πνιγοῦμε! Καί, πρῶτος, δίδω τὸ παράδειγμα ἐγώ!”.

Καί, πράγματι, ἐρρίφθη εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἐπνίγη.

Οἱ Χιῶτες ἐνεταφίασαν αὐτόν, ἐκβρασθέντα μετὰ τριήμερον, εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἅγιος Ἰωάννης καὶ ἐπὶ μαρμαρίνης στήλης ἄγνωστός μοι μέχρι τοῦδε, ἐχάραξε: «Ἢ καλῶς ζῆν ἢ καλῶς τεθνάναι τὸν εὐγενῆ χρή».

christianvivliografia

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )