.

.

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

O Γέροντας Παϊσιος για τη δύναμη τής Εξομολογήσεως


Για να νιώσει κανείς ανάπαυση, πρέπει να πετάξει τα μπάζα από μέσα του. Αυτό θα γίνει με την εξομολόγηση. Ανοίγοντας ο άνθρωπος την καρδιά του στον πνευματικό και λέγοντας τα σφάλματά του, ταπεινώνεται, και έτσι ανοίγει την πύλη του Ουρανού, έρχεται πλούσια η Χάρις του Θεού και ελευθερώνεται.

1. Η ανάγκη πνευματικού οδηγού

Με την εξομολόγηση ο άνθρωπος λυτρώνεται

- Γέροντα, στα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού οι Χριστιανοί έκαναν δημόσια εξομολόγηση. Βοηθάει αυτό;

- Άλλα τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού και άλλα τώρα. Σήμερα αυτό δεν βοηθάει.

- Γιατί, Γέροντα; Τότε είχαν πιο πολύ ζήλο;

- Και πιο πολύ ζήλο είχαν και δεν είχαν αυτά που έχουν σήμερα οι άνθρωποι. Τώρα, βλέπεις, τα ανδρόγυνα χωρίζουν στα καλά καθούμενα, δεν είναι όπως παλιά.

Έχουν απομακρυνθή οι άνθρωποι από το μυστήριο της εξομολογήσεως, γι’ αυτό και πνίγονται από τους λογισμούς και τα πάθη. Πόσοι έρχονται και ζητούν να τους βοηθήσω σε κάποιο πρόβλημα τους, και ούτε εξομολογούνται ούτε εκκλησιάζονται! «Εκκλησιάζεσαι καθόλου;», τους ρωτάω. «Όχι», μου λένε. «Εξομολογήθηκες καμμιά φορά;». «Όχι. Ήρθα να με κάνης καλά». «Μα πως; Πρέπει να μετανοήσης για τα σφάλματά σου, να εξομολογήσαι, να εκκλησιάζεσαι, να κοινωνάς, όταν έχης ευλογία από τον πνευματικό σου, και εγώ θα κάνω προσευχή να γίνης καλά. Ξεχνάς ότι υπάρχει και άλλη ζωή και πρέπει να ετοιμασθούμε για ‘κεί;». «Κοίταξε, πάτερ, αυτά που λες, εκκλησίες, άλλη ζωή κ.λπ., εμένα δεν με απασχολούν. Αυτά είναι παραμύθια. Έχω πάει σε μάγους, σε μέντιουμ και δεν μπόρεσαν να με κάνουν καλά. Έμαθα ότι εσύ μπορείς να με κάνης καλά». Άντε τώρα! Τους μιλάς για εξομολόγηση, για την μέλλουσα ζωή, και σου λένε «αυτά είναι παραμύθια», και από την άλλη μεριά: «Βοήθησέ με, παίρνω χάπια». Εμ πως, με μαγικό τρόπο θα γίνουν καλά;

Και βλέπεις, πολλοί, ενώ έχουν προβλήματα που τα προκάλεσαν οι αμαρτίες τους, δεν πηγαίνουν στον πνευματικό που μπορεί να τους βοηθήση θετικά, αλλά καταλήγουν να εξομολογούνται στους ψυχολόγους. Λένε το ιστορικό τους, τους συμβουλεύονται για τα προβλήματά τους και, αν έχουν να περάσουν ένα ποτάμι, τους ρίχνουν μέσα και ή πνίγονται ή βγαίνουν , αλλά που βγαίνουν… Ενώ, αν πάνε να εξομολογηθούν στον πνευματικό, θα περάσουν στην άλλη όχθη από την γέφυρα άνετα, γιατί με το μυστήριο της εξομολογήσεως ενεργεί η Χάρις του Θεού και λυτρώνονται.

- Γέροντα, μερικοί λένε: «Δεν βρίσκουμε καλούς πνευματικούς, γι’ αυτό δεν πάμε να εξομολογηθούμε».

- Αυτά είναι δικαιολογίες. Κάθε πνευματικός έχει θεία εξουσία, εφόσον φοράει πετραχήλι. Τελεί το μυστήριο, έχει την θεία Χάρη και, όταν διαβάση την συγχωρητική ευχή, ο Θεός σβήνει όλες τις αμαρτίες τις οποίες εξομολογηθήκαμε με ειλικρινή μετάνοια. Από μας εξαρτάται πόσο θα βοηθηθούμε από το μυστήριο της εξομολογήσεως. Ήρθε εκεί στο Καλύβι μια φορά κάποιος που είχε ψυχολογικά προβλήματα, με τον λογισμό ότι έχω διορατικό χάρισμα και θα μπορούσα να τον βοηθήσω. «Τι προβλέπεις, μου λέει, για μένα;». «Να βρης, του λέω, έναν πνευματικό να εξομολογήσαι, για να κοιμάσαι σαν το πουλάκι και να μην παίρνης χάπια». «Δεν υπάρχουν, μου λέει, σήμερα καλοί πνευματικοί. Παλιά υπήρχαν». Έρχονται με καλό λογισμό, ότι θα βοηθηθούν, αλλά δεν δέχονται αυτό που τους λες, και κρίμα στα ναύλα.

Βλέπω όμως και μια καινούργια τέχνη του διαβόλου. Βάζει στους ανθρώπους τον λογισμό ότι, αν κάνουν κάποιο τάμα και το εκπληρώσουν, αν πάνε και κανένα προσκύνημα, είναι εντάξει πνευματικά. Και βλέπεις πολλούς να πηγαίνουν με λαμπάδες και με τάματα στα μοναστήρια, στα προσκυνήματα, να τα κρεμάνε εκεί, να κάνουν και μεγάλους σταυρούς, να κλαίνε και λιγάκι, και να αρκούνται σ’ αυτά. Δεν μετανοούν, δεν εξομολογούνται, δεν διορθώνονται, και χαίρεται το ταγκαλάκι.

- Γέροντα, ένας άνθρωπος που δεν εξομολογείται μπορεί να είναι εσωτερικά αναπαυμένος;

- Πώς να είναι αναπαυμένος; Για να νιώση κανείς ανάπαυση, πρέπει να πετάξη τα μπάζα από μέσα του. Αυτό θα γίνη με την εξομολόγηση. Ανοίγοντας ο άνθρωπος την καρδιά του στον πνευματικό και λέγοντας τα σφάλματά του, ταπεινώνεται, και έτσι ανοίγει την πύλη του Ουρανού, έρχεται πλούσια η Χάρις του Θεού και ελευθερώνεται.

Πριν από την εξομολόγηση στην κορυφή του υπάρχει ομίχλη, βλέπει θαμπά και δικαιολογεί τα σφάλματά του. Γιατί, όταν ο νους του είναι σκοτισμένος από τις αμαρτίες, δεν βλέπει καθαρά. Με την εξομολόγηση κάνει μια «φούουου», φεύγει η ομίχλη και καθαρίζει ο ορίζοντας. Γι’ αυτό, όσους έρχονται να συζητήσουμε ένα θέμα ή να μου ζητήσουν μια συμβουλή κ.λπ., αν δεν έχουν εξομολογηθή ποτέ, τους στέλνω πρώτα να εξομολογηθούν και μετά να έρθουν να μιλήσουμε. Μερικοί μου λένε: «Γέροντα, αφού εσύ μπορείς να καταλάβης τι πρέπει να κάνω γι’ αυτό το θέμα, πες μου». «Και να καταλάβω εγώ τι πρέπει να κάνης, τους λέω, δεν θα καταλάβης εσύ τι θα σου πω. Γι’ αυτό πήγαινε πρώτα να εξομολογηθής και ύστερα έλα να συζητήσουμε». Γιατί, πώς να επικοινωνήσης και να συνεννοηθής με έναν άνθρωπο, όταν βρίσκεται σε άλλη συχνότητα;

Με την εξομολόγηση πετάει ο άνθρωπος από μέσα του ό,τι άχρηστο έχει και καρποφορεί πνευματικά. Μια μέρα έσκαβα τον κήπο μου, για να φυτέψω λίγες ντοματιές. Εκείνη την ώρα ήρθε κάποιος και μου λέει: «Τι κάνεις, Γέροντα;». «Τι να κάνω; του λέω, εξομολογώ τον κήπο μου». «Καλά, Γέροντα, μου λέει, χρειάζεται και ο κήπος εξομολόγηση;». «Ασφαλώς χρειάζεται. Έχω διαπιστώσει πως, όταν τον εξομολογώ, βγάζω δηλαδή έξω πέτρες, αγριάδες, αγκάθια κ.λπ., τότε βγάζει επίσημα κηπευτικά, αλλιώς οι ντομάτες γίνονται κιτρινιάρικες, καχεκτικές!»…

Ο Θεός θέλει ο άνθρωπος, να διορθώνεται δια του ανθρώπου

- Γέροντα, όταν αντιμετωπίζω ένα θέμα και προσεύχωμαι γι’ αυτό, πως θα καταλάβω ποιο είναι το θέλημα του Θεού;

- Το θέλημα του Θεού δεν βρίσκεται έτσι. Καλύτερα να ρωτάς για ένα πρόβλημά σου. Να μη ζητάς πληροφορία από τον Θεό, εφόσον μπορείς να συμβουλευθής κάποιον άνθρωπο, γιατί μπορεί να πλανηθής. Κάποιος πήγαινε σε μια εκκλησία, στεκόταν μπροστά στο εικονοστάσι και έλεγε: «Παναγία μου, να πάρω χρήματα από το κουτί;». Του έλεγε ο λογισμός: «Πάρ’ τα». «Ναι, θα τα πάρω», έλεγε και έπαιρνε τα χρήματα. Μια-δυο-τρεις φορές, ένας επίτροπος προβληματίσθηκε. «Τι γίνεται; Λέει. Κάποιος πρέπει να παίρνη τα χρήματα» και πήγε να παρακολουθήση. Τι να δη; Σε λίγο ήρθε αυτός και επανέλαβε τα ίδια: «Παναγία μου, να πάρω τα χρήματα από το κουτί;… Ναι, θα τα πάρω», είπε, οπότε τον έπιασε ο επίτροπος.

Πάντοτε, όταν υπάρχη άνθρωπος πνευματικός, τον οποίο μπορείς να ρωτήσης, πρέπει να ρωτήσης. Όταν δεν υπάρχη άνθρωπος να ρωτήσης – λ.χ. βρίσκεσαι στην έρημο -, αλλά υπάρχη μέσα σου η δίψα της υπακοής, τότε ο Καλός Θεός γίνεται ο Ίδιος Γέροντας και σε φωτίζει και σε πληροφορεί. Δεν μπορείς, ας υποθέσουμε, να βρης κάποιον, για να σου εξηγήση ένα χωρίο από την Αγία Γραφή; Τότε σε φωτίζει ο Θεός και το καταλαβαίνεις.

- Γέροντα, πως θα καταλάβη κανείς, αν κάτι που συμβαίνει στον αγώνα του είναι από τον πειρασμό ή από δική του απροσεξία;

- Θα πάη να ρωτήση.

- Δηλαδή μόνος του δεν μπορεί να το καταλάβη;

- Και να καταλαβαίνη κάτι, δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Εδώ και ένας που έχει εμπειρία, πάει και ρωτάει κάποιον άλλον. Εγώ για ένα ατομικό μου θέμα πάντοτε θα ρωτήσω. Την δική μου λύση, και σοφώτερη να είναι, την θεωρώ την μεγαλύτερη βλακεία, όταν πρόκειται για προσωπικό μου θέμα. Ούτε πάω σε κάποιον που ξέρει τι με αναπαύει, αλλά σε κάποιον που δεν ξέρει. Βλέπεις, και ένας γιατρός, για να είναι σίγουρος ότι έκανε καλή διάγνωση σε μια δύσκολη περίπτωση, συμβουλεύεται και άλλον γιατρό, πόσο μάλλον ένας φοιτητής! Όσο πνευματικός άνθρωπος κι αν είναι κανείς, και όσο καλή τακτοποίηση κι αν κάνη μόνος του στα θέματά του, δεν μπορεί να αναπαυθή, γιατί ο Θεός θέλει ο άνθρωπος να βοηθιέται από τον άνθρωπο και να διορθώνεται δια του ανθρώπου. Τα οικονομάει έτσι ο Καλός Θεός, για να ταπεινώνεται ο άνθρωπος. Πρέπει να εκθέτη κανείς τους λογισμούς του και τις καταστάσεις που περνάει στον πνευματικό του, να τον συμβουλεύεται και να μην αποφασίζη μόνος του για τα δύσκολα θέματα ούτε να αντιμετωπίζη μόνος τους τις δυσκολίες που συναντάει στον αγώνα του, κάνοντας πρόβες στον εαυτό του, γιατί ο πειρασμός θα τον μπερδέψη και θα του δημιουργήση προβλήματα. Μερικοί φθάνουν στο σημείο να βάζουν μόνοι τους κανόνα στον εαυτό τους. Είναι πολύ επικίνδυνα αυτά τα πράγματα.

Όποιος δεν έχει πνευματικό, για να τον συμβουλεύεται στην πνευματική του πορεία, μπερδεύεται, κουράζεται, καθυστερεί και δύσκολα θα φθάση στον προορισμό του. Αν δίνη μόνος του λύση στα προβλήματά του, όσο σοφός και αν είναι, επειδή κινείται με αυτοπεποίθηση και υπερηφάνεια, μένει σκοτισμένος. Ενώ, όποιος ταπεινώνεται και πηγαίνει με εμπιστοσύνη και αυταπάρνηση στον πνευματικό και ζητά την γνώμη του, βοηθιέται και του δίνει την σωστή απάντηση. Να, όταν έρχεται κάποιος με ευλάβεια, με τον λογισμό πως είμαι άγιος, ενώ εγώ είμαι τενεκές, έχω προσέξει ότι νιώθω μέσα μου μια αλλοίωση και αυτή που του λέω δεν είναι δικά μου. Από αυτό καταλαβαίνω ξεκάθαρα ότι ο άνθρωπος αυτός έχει έρθει με ευλάβεια, και ο Θεός, για να μην τον αδικήση, δίνει σ’ εμένα αυτήν την καλή κατάσταση. Σε τέτοιες περιπτώσεις, αν πρόκειται για ένα σοβαρό θέμα, ο Θεός σε πληροφορεί και μπορείς να του πης τι θα συμβή, πότε θα συμβή και πώς να το αντιμετωπίση.

Χρειάζεται πνευματικός οδηγός στην πνευματική ζωή

Σήμερα το πιο απαραίτητο είναι να βρουν οι άνθρωποι έναν πνευματικό, να εξομολογούνται, να του έχουν εμπιστοσύνη και να τον συμβουλεύωνται. Αν έχουν πνευματικό και βάλουν ένα πρόγραμμα με προσευχή και λίγη μελέτη, εκκλησιάζωνται, κοινωνούν, τότε δεν έχουν τίποτε να φοβηθούν σ’ αυτήν την ζωή.

Η ψυχή πρέπει να παρακολουθήται από τον πνευματικό, για να μη λαθέψη τον δρόμο της. Μπορεί να βοηθάη στον αγώνα λ.χ. και η πνευματική μελέτη, αλλά, αν κανείς δεν έχη πνευματικό οδηγό, μπορεί να δίνη δικές του ερμηνείες σ’ αυτά που διαβάζει, και να πλανηθή. Βλέπεις, και όταν κάποιος πάη κάπου με το αυτοκίνητό του και δεν γνωρίζη καλά τον δρόμο, μπορεί να συμβουλεύεται τον χάρτη, αλλά σταματάει κιόλας και ρωτάει, για να μην πάρη λάθος δρόμο. Ξεκινάει, ας υποθέσουμε, από την Αθήνα να πάη στην Φλώρινα. Έχει χάρτη και τον παρακολουθεί, αλλά ρωτάει και σε κανένα περίπτερο αν πηγαίνη καλά, αν ο δρόμος είναι καλός, γιατί σε καμμιά διασταύρωση υπάρχει κίνδυνος να πάρη άλλο δρόμο και να βρεθή στην Καβάλα ή σε κάποιον γκρεμό να κινδυνέψη να σκοτωθή. Φυσικά, μπορεί κάποιος να ρωτήση, αλλά να μην πάρη τον δρόμο που θα του πουν, και να βρεθή τελικά αλλού, ή να μην προσέξη τα επικίνδυνα σημεία, και να πάθη κακό. Όποιος όμως του δείξη τον δρόμο και συγχρόνως του πη: «πρόσεξε, στο τάδε σημείο έχει μια στροφή επικίνδυνη, εκεί έχει έναν γκρεμό…», εκείνος θα έχη το μισθό του. Το ίδιο, θέλω να πω, πρέπει να γίνεται και στην πνευματική ζωή. Είναι απαραίτητο ο πιστός να έχη πνευματικό που θα τον καθοδηγή με τις συμβουλές του και θα τον βοηθάη δια του μυστηρίου της εξομολογήσεως. Έτσι μόνον μπορεί να ζήση ορθόδοξη πνευματική ζωή και να είναι σίγουρος ότι βρίσκεται στον σωστό δρόμο.

Τον πνευματικό οδηγό φυσικά κανείς θα τον διαλέξη. Δεν θα εμπιστευθή στον οποιονδήποτε την ψυχή του. Όπως για την υγεία του σώματος ψάχνει να βρη καλό γιατρό, έτσι και για την υγεία της ψυχής του θα ψάξη να βρη κάποιον καλό πνευματικό και θα πηγαίνη σ’ αυτόν, τον γιατρό της ψυχής, τακτικά.

Στείλτε τους ανθρώπους στον πνευματικό

- Γέροντα, πολλές φορές οι άνθρωποι βλέποντας ράσο μας λένε τον πόνο τους, το πρόβλημά τους, ακόμη και εξομολόγηση. Ποια πρέπει να είναι η στάση μας απέναντί τους;

- Εξ αρχής, όταν απευθύνωνται σ’ εσάς για κάποιο πρόβλημά τους, να τους ρωτήσετε: «Έχετε πνευματικό;». Κι εγώ στους ανθρώπους που έρχονται εκεί στο Καλύβι να με ρωτήσουν για κάποιο θέμα λέω: «Εγώ δεν είμαι πνευματικός· να πάτε στον πνευματικό σας και να κάνετε ό,τι σας πη εκείνος». Πρέπει να μετανοήσουν οι άνθρωποι και να έχουν έναν πνευματικό να εξομολογούνται, για να κοπούν τα δικαιώματα του διαβόλου. Να ακούση η μοναχή μια φορά κάποια πονεμένη γυναίκα που έχει ένα πρόβλημα και μετά να την στείλη στον πνευματικό, αυτό το καταλαβαίνω. Όχι όμως να συνεχίζη να συζητάη μαζί της. Ή, αν μία γυναίκα δεν αναπαύεται στον πνευματικό της ή δεν έχη πάει ποτέ για εξομολόγηση ή βρίσκεται σε κατάσταση απελπισίας, ας την ακούση μια φορά και πάλι να την στείλη στον πνευματικό και να της πη ότι εκείνη θα εύχεται.

Εκτός που δεν έχει υποχρέωση η μοναχή να τους βοηθήση κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακούγοντας δηλαδή συνεχώς τα προβλήματά τους, δεν βοηθιούνται κιόλας έτσι οι άνθρωποι. Γιατί ο άνθρωπος παθαίνει τριών ειδών αλλοιώσεις: από τον εαυτό του, από τους άλλους και από τον διάβολο. Έρχονται εδώ, βρίσκουν μια παρηγοριά ανθρώπινη, αλλά, μόλις φύγουν από το Μοναστήρι και πάνε σπίτι, γυρίζουν πάλι στο δικό τους και αρχίζουν τα ίδια. Και οι γυναίκες και οι άνδρες να πάνε στον πνευματικό τους. Δεν είναι σωστό να λένε τα θέματά τους στην καλόγρια. Γιατί μετά λένε: «τα είπα· είμαι εντάξει», αναπαύουν ψεύτικα τον λογισμό τους και δεν πάνε στον πνευματικό. Αυτό είναι τέχνασμα του διαβόλου, για να μην εξομολογούνται.

Πρέπει να καταλάβετε ποια είναι η αποστολή σας ως μοναχές και να μην πάτε να κάνετε δήθεν ιεραποστολή, επειδή δεν έχετε καταλάβει την καλογερική αποστολή. Ως μοναχοί έχουμε υποχρέωση να κάνουμε προσευχή για τα προβλήματα των άλλων· δεν είμαστε όμως υποχρεωμένοι να ασχοληθούμε με τα προβλήματά τους. Ο πνευματικός έχει υποχρέωση να το κάνη αυτό, έχει και ευθύνη. Αν συζητούν μ’ εσάς, φορτώνουν σ’ εσάς την ευθύνη. Εκείνος μπορεί να τους παρακολουθή από κοντά και να δίνη λύση στα προβλήματά τους. Χρειάζεται δηλαδή δουλειά. Αυτή η δουλειά δεν είναι των μοναχών. Από μας μόνον προσευχή να ζητάνε. Ας στέλνουν κανένα γράμμα με ονόματα, να κάνουμε κανένα κομποσχοίνι.

Πνευματικός από κοντά

Όπως κανείς φροντίζει ο οικογενειακός γιατρός να βρίσκεται, όσο το δυνατόν, κοντά του, έτσι πρέπει να φροντίση και ο πνευματικός να βρίσκεται κοντά του. Ένας γιατρός, όταν είναι κοντά στον άρρωστο, μπορεί να τον βοηθήση καλύτερα από καθηγητές πανεπιστημίου – έστω και αν δεν έχη τόση πείρα -, γιατί μπορεί να τον παρακολουθή συστηματικά και, αν χρειασθή, θα τον στείλη στον ειδικό γιατρό. Μου έκανε εντύπωση το εξής, όταν ήμουν στο Σανατόριο[i]: Πολλοί πλούσιοι που είχαν φυματίωση έμεναν στο σπίτι τους και πήγαιναν εκεί καθηγητές πανεπιστημίου, για να τους κάνουν θεραπεία. Αποδείχθηκε όμως ότι η θεραπεία δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, γιατί δεν μπορούσαν να τους παρακολουθούν συστηματικά. Γι’ αυτό αναγκάσθηκαν να δημιουργήσουν στο Σανατόριο ξεχωριστά τμήματα, για να νοσηλεύωνται εκεί, ώστε να παρακολουθούνται συστηματικά.

Θέλω να πω ότι, όπως ο γιατρός από κοντά παρακολουθεί τον άρρωστο, όταν του δίνη κάποια θεραπεία, βλέπει αν τα φάρμακα που του έδωσε τον βοηθούν ή έχουν παρενέργειες κ.λπ., και ανάλογα αυξάνει ή ελαττώνει την δόση και, αν χρειασθή, μπορεί ακόμη και να αλλάξη την θεραπεία, έτσι και ο πνευματικός πρέπει από κοντά να παρακολουθή την ψυχή, γιατί κατά καιρούς παρουσιάζει διάφορες αλλαγές και αντιδράσεις, τις οποίες από μακριά δεν μπορεί να παρακολουθήση, για να τον βοηθήση αποτελεσματικά. Μια φορά είχα πει σε μια ψυχή που είχε έναν πειρασμό: «Θα κάνης αυτό και θα δης ότι θα το ξεπεράσης». Πράγματι μ’ άκουσε και το ξεπέρασε. Μετά από λίγο καιρό είχε έναν τελείως αντίθετο πειρασμό, τον αντιμετώπισε με τον ίδιο τρόπο και ταλαιπωρήθηκε! Μπορούσε η ευλογημένη να στείλη έναν άνθρωπο ή να γράψη ένα γράμμα, για να με ρωτήση τι έπρεπε να κάνη, αφού αντιμετώπιζε άλλη δυσκολία. Θα της έδινα άλλο φάρμακο, δηλαδή άλλη συμβουλή. Δυσκολεύτηκε να με ρωτήση, επειδή ήμουν μακριά. Γι’ αυτό εγώ από μακριά δεν συνηθίζω να δίνω συμβουλές, αν δεν γνωρίζω καλά τον άνθρωπο και δεν έχω στενή επικοινωνία μαζί του.

Ο πνευματικός στην οικογένεια

- Γέροντα, ποια βιβλία μπορούν να βοηθήσουν τους συζύγους;

- Εκείνο που βοηθάει το ανδρόγυνο είναι να μη δικαιολογή ο καθένας τον εαυτό του. Αν δικαιολογούν τον εαυτό τους, όσα πνευματικά βιβλία κι αν διαβάσουν, δεν ωφελούνται. Αν έχουν καλή διάθεση, έχουν πνευματικό και του κάνουν υπακοή, δεν θα έχουν προβλήματα. Χωρίς πνευματικό διαιτητή δεν γίνεται.

Το καλύτερο είναι να έχουν τα ανδρόγυνα τον ίδιο πνευματικό. Όχι άλλον πνευματικό ο άνδρας και άλλον η γυναίκα. Δύο ξύλα, αν τα πελεκήσουν δύο μαραγκοί, όπως νομίζει ο καθένας, δεν θα μπορέσουν ποτέ να εφαρμόσουν. Ενώ, όταν έχουν τον ίδιο πνευματικό, ο πνευματικός πελεκάει τα εξογκώματα – τα ελαττώματα – του ενός, πελεκάει και τα εξογκώματα του άλλου, και έτσι εξομαλύνονται οι δυσκολίες. Αλλά σήμερα, ακόμη και ανδρόγυνα που ζουν πνευματικά, έχουν διαφορετικό πνευματικό. Σπάνια έχουν και οι δυο τον ίδιο πνευματικό, γι’ αυτό και δεν βοηθιούνται. Έχω υπ’ όψιν μου ανδρόγυνα που ταίριαζαν, αλλά δεν είχαν τον ίδιο πνευματικό, για να τους βοηθήση, και χώρισαν. Και άλλο που, ενώ δεν ταίριαζαν, επειδή είχαν τον ίδιο πνευματικό, έζησαν αρμονικά.

Βέβαια, όταν έχη όλη η οικογένεια τον ίδιο πνευματικό, αυτό είναι ακόμη καλύτερο. Ο πνευματικός θα τους ακούση όλους και θα χειρισθή ανάλογα το θέμα. Άλλοτε θα ζορίση τον πατέρα ή την μητέρα, άλλοτε θα καλέση τα παιδιά, αν δεν μπορή να βγάλη συμπέρασμα από αυτά που του λένε οι γονείς. Ή, αν το ανδρόγυνο έχη προβλήματα και φταίη λ.χ. η γυναίκα, μπορεί να καλέση τον άνδρα, για να τον συμβουλέψη πως πρέπει να φερθή, ή να ζητήση από κάποιον συγγενή τους ή γνωστό τους να βοηθήση διακριτικά.

Αλλαγή πνευματικού

- Γέροντα, όταν κανείς αναγκασθή για κάποιον λόγο να αλλάξη πνευματικό, χρειάζεται να εξομολογηθή πάλι αμαρτίες που έχει εξομολογηθή;

- Καλά είναι να ενημερώση τον καινούργιο πνευματικό, όπως ο ασθενής, όταν αλλάζη γιατρό, λέει πάλι το ιστορικό του, για να μπορέση ο γιατρός να τον βοηθήση καλύτερα.

- Γέροντα, όταν κάποιος θέλη να αλλάξη πνευματικό και μας ρωτάη αν είναι σωστό, τι πρέπει να πούμε;

- Να πάρη ευλογία από τον πνευματικό του. Δεν είναι καλό να αλλάζη κανείς εύκολα πνευματικό. Μια οικοδομή δεν θα γίνη ποτέ σωστή, αν αλλάζουν συνέχεια οι μηχανικοί και οι οικοδόμοι.

Παλιά πήγαιναν οι άνθρωποι σε Γέροντες, για να ζητήσουν συμβουλή για ένα θέμα που τους απασχολούσε και να βοηθηθούν. Σήμερα πολλοί δεν πάνε για συμβουλή, αλλά για να δικαιολογήσουν τον εαυτό τους ή για να πουν ότι συμβουλεύτηκαν και τον τάδε Γέροντα. «Πήγα στον τάδε και στον τάδε, ρώτησα και τον πατέρα Παϊσιο γι’ αυτό το θέμα», λέει ο άλλος, και εγώ μπορεί να τον μάλωσα ή να ήρθε μέχρι την πόρτα και να μη χτύπησε! Έτσι καταλήγουν να γυρίζουν από τον έναν πατέρα στον άλλον, χωρίς να έχουν κάποιον μόνιμο πνευματικό, με αποτέλεσμα να μπερδεύωνται.

Άλλοι πάλι κάνουν ένα σφάλμα και δεν πάνε να το πουν στον πνευματικό τους, αλλά πάνε και το λένε σε άλλον πνευματικό, για να μη χάσουν την αξιοπρέπειά τους. Μετά από λίγο καιρό κάνουν το ίδιο σφάλμα και το λένε σε άλλον, ύστερα σε άλλον, και τελικά παρουσιάζονται στον έναν πνευματικό ότι το έκαναν μια φορά, στον άλλο μια φορά, και έτσι συνεχίζουν να σφάλλουν και μένουν αδιόρθωτοι.

Είναι και μερικοί, έχω παρατηρήσει, οι οποίοι αποφεύγουν να πουν κάτι στον πνευματικό τους, αν και ξέρουν ότι θα τους βοηθήση και δεν πρόκειται να το διαδώση, και το λένε σε κάποιον γνωστό τους, που δεν μπορεί να τους βοηθήση και που σίγουρα θα το πη και σε άλλους. Θυμάμαι, όταν ήμουν αρχάριος μοναχός στο Κοινόβιο[ii], είχε έρθει κάποιος να κοινοβιάση. Κάθησε ένα διάστημα και μετά είχε λογισμούς να φύγη. Στον ηγούμενο δεν πήγε να πη τους λογισμούς του ούτε σε κανέναν άλλον πνευματικό πατέρα, αλλά τα είπε σε έναν εργάτη από την Ιερισσό, που εργαζόταν στο μοναστήρι. Ήμουν και εγώ εκεί κοντά, όταν του τα έλεγε· καθάριζα κρεμμύδια έξω από την κουζίνα. Άρχισε λοιπόν από δύο μέτρα πιο πέρα να του κάνη εξομολόγηση δυνατά. «Μετάνοιωσα που έγινα μοναχός». «Όταν ήρθες, δεν δοκίμασες;», τον ρωτάει ο εργάτης. «Δοκίμασα δύο χρόνια». «Καλά, γιατί δεν έφυγες νωρίτερα;». «Να, δεν έφυγα». «Με το ζόρι σε έκαναν καλόγερο;». «Όχι, ήθελα και εγώ». «Καλά, του λέει, τα είπες αυτά στον ηγούμενο;». «Όχι», του απαντά. «Σ’ εμένα που τα λες, τι θα ωφεληθής;», του λέει. Του είχε πει ολόκληρο το ιστορικό του. Βλέπετε; Στον ηγούμενο που έπρεπε να τα πη, για να βοηθηθή, δεν τα είπε και πήγε να εξομολογηθή στον εργάτη. Και εκείνος θα τα έλεγε το Σαββατοκύριακο στο καφενείο στην Ιερισσό, για να γελάσουν, και θα γέμιζε το χωριό. Και να πης πως ήταν λειψός; Ξέρετε πόσα λεξικά είχε; Τα αρχαία ελληνικά τα ήξερε απταίστως.

- Γέροντα, μπορεί ένας λαϊκός να ρωτήση για ένα πρόβλημά του ή για έναν πειρασμό του κάποιον πνευματικό αδελφό του, αν ο πνευματικός του απουσιάζη;

- Δεν μπορεί να τηλεφωνήση στον πνευματικό του; Ο αδελφός άλλοτε μπορεί να βοηθήση και άλλοτε δεν μπορεί να βοηθήση ή, παρά την καλή του διάθεση, μπορεί ακόμη και να τον βλάψη. Σε μια ανάγκη με ένα τηλεφώνημα στον πνευματικό βολεύονται τα πράγματα. Και αν δεν μπορή να επικοινωνήση με τον πνευματικό του και είναι κάτι σοβαρό και επείγον, ας ρωτήση έναν άλλον πνευματικό. Καλά είναι να τον έχη ρωτήσει εκ των προτέρων ποιον πνευματικό μπορεί να συμβουλευθή σε τέτοια περίπτωση, ώστε να πάη σε κάποιον που έχει το ίδιο πνεύμα, Γιατί κάθε μοναχός έχει δικό του σχέδιο. Μπορεί να είναι καλό και το ένα σχέδιο και το άλλο, αλλά είναι διαφορετικά.

2. Για μια σωστή εξομολόγηση

Να δένουμε το τραύμα μας

- Γέροντα, όταν στον αγώνα μου έχω πτώσεις, πανικοβάλλομαι.

- Μη φοβάσαι. Αγώνας είναι και θα έχουμε και τραύματα. Με την εξομολόγηση αυτά θεραπεύονται. Βλέπεις, οι στρατιώτες στον πόλεμο, όταν τραυματίζωνται επάνω στην μάχη, τρέχουν αμέσως στον γιατρό, δένουν το τραύμα τους και συνεχίζουν να πολεμούν φιλότιμα. Εν τω μεταξύ αποκτούν και πείρα από τον τραυματισμό και προφυλάγονται καλύτερα, ώστε να μην ξανατραυματισθούν. Έτσι και εμείς, όταν τραυματιζώμαστε πάνω στον αγώνα μας, δεν πρέπει να δειλιάζουμε, αλλά να τρέχουμε στον γιατρό – στον πνευματικό -, να του δείχνουμε το τραύμα μας, να θεραπευώμαστε πνευματικά, και πάλι να συνεχίζουμε «τον καλόν αγώνα»[iii]. Κακό είναι, όταν δεν ψάχνουμε να βρούμε τους φοβερούς εχθρούς της ψυχής, τα πάθη, και δεν αγωνιζώμαστε, για να τους εξοντώσουμε.

- Γέροντα, μερικοί από φιλότιμο δεν πάνε να εξομολογηθούν. «Αφού μπορεί να ξανακάνω το ίδιο σφάλμα, λένε, για ποιο λόγο να πάω να το εξομολογηθώ; για να κοροϊδεύω τον παπά;».

- Αυτό δεν είναι σωστό! Είναι σαν να λέη ένας στρατιώτης, όταν τραυματίζεται: «Αφού ο πόλεμος δεν τέλειωσε και μπορεί πάλι να τραυματισθώ, γιατί να δέσω το τραύμα μου;». Αλλά, αν δεν το δέση, θα πάθη αιμορραγία και θα πεθάνη. Μπορεί από φιλότιμο να μην πηγαίνουν να εξομολογηθούν, τελικά όμως αχρηστεύονται. Ο διάβολος, βλέπεις, εκμεταλλεύεται και τα χαρίσματα. Αν δεν καθαρίζουμε με την εξομολόγηση την ψυχή μας, όταν πέφτουμε και λερωνώμαστε, με τον λογισμό ότι πάλι θα πέσουμε και θα λερωθούμε, προσθέτουμε λάσπες πάνω στις παλιές λάσπες και είναι δύσκολο μετά να καθαρίσουν.

Η ανάγκη για εξομολόγηση

- Γέροντα, ο Όσιος Μάρκος ο Ασκητής λέει: «Ο γνωστικός εξομολογείται στον Θεό όχι με την απαρίθμηση των παραπτωμάτων του, αλλά με την υπομονή των επερχομένων θλίψεων»[iv]. Τι εννοεί;

- Και το ένα πρέπει να γίνεται και το άλλο. Εξομολογείται ο πιστός στον πνευματικό, εξομολογείται και πριν από την προσευχή ταπεινά στον Θεό, απογυμνώνοντας τον εαυτό του: «Θεέ μου, έσφαλα, είμαι τέτοιος, τέτοιος». Συγχρόνως όμως δέχεται και τις θλίψεις που του συμβαίνουν σαν φάρμακο. Ο Άγιος δεν λέει να μην κάνης την πρώτη και την δεύτερη εξομολόγηση, αλλά μόνο να υπομένης τις θλίψεις. Τι θα πη «εξομολογούμαι;». Δεν θα πη «ομολογώ έξω αυτό που έχω μέσα μου»; Αν έχης μέσα στο καλά, «εξομολογείσαι τω Κυρίω»[v], δηλαδή δοξολογείς τον Θεό. Αν έχης κακά, εξομολογείσαι τις αμαρτίες σου.

- Γέροντα, την πρώτη φορά που θα πάη κανείς για εξομολόγηση, θα μιλήση στον πνευματικό για όλη την προηγούμενη ζωή του;

- Την πρώτη φορά θα κάνη μια γενική εξομολόγηση. Όπως ο ασθενής, όταν μπη στο νοσοκομείο, δίνει το ιστορικό του, π.χ. λέει: «είχα μια πάθηση στους πνεύμονες, αλλά τώρα έχει περάσει, έχω κάνει μια εγχείρηση με ολική ή τοπική νάρκωση κ.λπ.», έτσι και στην πρώτη εξομολόγηση, ας προσπαθήση κανείς να πη στον πνευματικό λεπτομέρειες από την ζωή του, και εκείνος θα βρη την πληγή, για να την θεραπεύση. Πολλές φορές ένα χτύπημα, που δεν του δίνεις σημασία, έχει ύστερα συνέπειες. Βέβαια, την πρώτη φορά που θα πάη στον πνευματικό, θα έχη να πη, ας υποθέσουμε, εκατό αμαρτίες. Την δεύτερη θα έχη να πη εκατόν δέκα, γιατί θα τον πολεμήση περισσότερο ο διάβολος, επειδή εξομολογήθηκε και του χάλασε τη δουλειά. Την Τρίτη φορά μπορεί να πη εκατόν πενήντα, αλλά ύστερα θα ελαττώνεται συνέχεια ο αριθμός, μέχρι που θα πηγαίνη για εξομολόγηση και θα έχη να πη ελάχιστες αμαρτίες.

Η σωστή εξομολόγηση

- Γιατί μερικές φορές, ενώ η συνείδηση μας ελέγχει, δεν κάνουμε τον ανάλογο αγώνα, για να διορθωθούμε;

- Αυτό μπορεί να συμβή και από ένα τσάκισμα ψυχικό. Όταν είναι κανείς πανικοβλημένος από κάποιον πειρασμό, θέλει να αγωνισθή, αλλά δεν έχει διάθεση, δεν έχει ψυχική δύναμη. Τότε πρέπει να τακτοποιηθή εσωτερικά με την εξομολόγηση. Με την εξομολόγηση παρηγοριέται, τονώνεται και ξαναβρίσκει με την Χάρη του Θεού το κουράγιο για αγώνα. Αν δεν τακτοποιηθή, μπορεί να του έρθη και άλλος πειρασμός, οπότε, θλιμμένος όπως είναι, τσακίζεται περισσότερο, τον πνίγουν οι λογισμοί, απελπίζεται και μετά δεν μπορεί να αγωνισθή καθόλου.

- Και αν αυτό συμβαίνη συχνά;

- Αν συμβαίνη συχνά, πρέπει ο άνθρωπος να τακτοποιήται συχνά, να ανοίγη την καρδιά του στον πνευματικό, για να παίρνη κουράγιο. Και όταν τακτοποιηθή, πρέπει να βάλη την μηχανή να τρέξη, να αγωνισθή φιλότιμα και εντατικά, για να πάρη καταπόδι τον έξω από ‘δώ.

- Γέροντα, όταν δεν αισθάνωνται την ανάγκη για εξομολόγηση, τι φταίει;

- Μήπως δεν παρακολουθείς τον εαυτό σου; Η εξομολόγηση είναι μυστήριο. Να πηγαίνης και απλά να λες τις αμαρτίες σου. Γιατί, τι νομίζεις; Πείσμα δεν έχεις; Εγωισμό δεν έχεις; Δεν πληγώνεις την αδελφή; Δεν κατακρίνεις; Μήπως εγώ τι πηγαίνω και λέω; «Θύμωσα, κατέκρινα…» και μου διαβάζει ο πνευματικός την συγχωρητική ευχή. Αλλά και οι μικρές αμαρτίες έχουν και αυτές βάρος. Όταν πήγαιναν στον Παπα-Τύχωνα[vi] να εξομολογηθώ, δεν είχα τίποτα σοβαρό να πω και μου έλεγε: «Αμμούδα, παιδάκι μου, αμμούδα»! Οι μικρές αμαρτίες μαζεύονται και κάνουν ένα σωρό αμμούδα, που είναι όμως βαρύτερη από μια μεγάλη πέτρα. Ο άλλος που έχει κάνει ένα αμάρτημα μεγάλο, το σκέφτεται συνέχεια, μετανοεί και ταπεινώνεται. Εσύ έχεις πολλά μικρά. Εάν όμως εξετάσης τις συνθήκες με τις οποίες εσύ μεγάλωσες και τις συνθήκες με τις οποίες μεγάλωσε ο άλλος, θα δης ότι είσαι χειρότερη από εκείνον. Να προσπαθής επίσης να είσαι συγκεκριμένη στην εξομολόγησή σου. Δεν φθάνει να πη κανείς λ.χ. «ζηλεύω, θυμώνω κ.λπ.», αλλά πρέπει να πη τις συγκεκριμένες πτώσεις του, για να βοηθηθή. Και, όταν πρόκειται για κάτι βαρύ, όπως η πονηριά, πρέπει να πη και πως σκέφθηκε και πως ενήργησε· αλλιώς κοροϊδεύει τον Χριστό. Αν ο άνθρωπος δεν ομολογή την αλήθεια στον πνευματικό, δεν του αποκαλύπτη το σφάλμα του, για να μπορέση να τον βοηθήση, παθαίνει ζημιά, όπως και ο άρρωστος κάνει μεγάλο κακό στην υγεία του, όταν κρύβη την πάθησή του από τον γιατρό. Ενώ, όταν εκθέτη τον εαυτό του όπως ακριβώς είναι, τότε ο πνευματικός μπορεί να τον γνωρίση καλύτερα και να τον βοηθήση πιο θετικά.

Ύστερα, όταν κανείς αδικήση ή πληγώση με την συμπεριφορά του έναν άνθρωπο, πρέπει πρώτα να πάη να του ζητήση ταπεινά συγχώρηση, να συμφιλιωθή μαζί του, και έπειτα να εξομολογηθή την πτώση του στον πνευματικό, για να λάβη την άφεση. Έτσι έρχεται η Χάρις του Θεού. Αν πη το σφάλμα του στον πνευματικό, χωρίς προηγουμένως να ζητήση συγχώρηση από τον άνθρωπο που πλήγωσε, δεν είναι δυνατόν να ειρηνεύση η ψυχή του, γιατί δεν ταπεινώνεται. Εκτός αν ο άνθρωπος που πλήγωσε έχη πεθάνει ή δεν μπορή να τον βρη, γιατί άλλαξε κατοικία και δεν έχει την διεύθυνσή του, για να του ζητήση, έστω και γραπτώς, συγγνώμην, αλλά έχη διάθεση να το κάνη, τότε ο Θεός τον συγχωρεί, γιατί βλέπει την διάθεσή του.

- Αν, Γέροντα, ζητήσουμε συγχώρεση και δεν μας συγχωρήση;

- Τότε να κάνουμε προσευχή να μαλακώση ο Θεός την καρδιά του. Υπάρχει όμως περίπτωση να μη βοηθάη ο Θεός να μαλακώση η καρδιά του, γιατί, αν μας συγχωρήση, μπορεί να ξαναπέσουμε στο ίδιο σφάλμα.

- Γέροντα, όταν κανείς κάνη ένα σοβαρό σφάλμα, υπάρχει περίπτωση να μην μπορή να το εξομολογηθή αμέσως;

- Γιατί να το αφήση; Για να ξινίση; Όσο κρατάς ένα χαλασμένο πράγμα, τόσο χαλάει. Γιατί να αφήση να περάσουν ένας-δύο μήνες, για να πάη στον πνευματικό να το εξομολογηθή; Να πάη το συντομώτερο. Αν έχη μια πληγή ανοιχτή, θα αφήση να περάση ένας μήνας, για να την θεραπεύση; Ούτε να περιμένη να πάη, όταν θα έχη πολύ χρόνο ο πνευματικός, για να έχη πιο πολλή άνεση. Αυτό το ένα σφάλμα, τακ-τακ να το λέη αμέσως και μετά, όταν ο πνευματικός θα έχη χρόνο, να πηγαίνη για πιο πολύ, για μια συζήτηση κ.λπ.

Δεν χρειάζεται ώρα πολλή, για να δώσω εικόνα του εαυτού μου. Όταν η συνείδηση δουλεύη σωστά, δίνει ο άνθρωπος με δυο λόγια εικόνα της καταστάσεώς του. Όταν όμως υπάρχη μέσα του σύγχυση, μπορεί να λέη πολλά και να μη δίνη εικόνα. Να, βλέπω, μερικοί μου γράφουν ολόκληρα τετράδια, είκοσι-τριάντα σελίδες αναφοράς με μικρά γράμματα, και μερικές σελίδες υστερόγραφο… Όλα αυτά που γράφουν, μπορούσαν να τα βάλουν σε μια σελίδα.

Τα ελαφρυντικά στην εξομολόγησή μας γίνονται επιβαρυντικά για την συνείδηση

- Όταν, Γέροντα, κατά την εξομολόγησή μιας αμαρτίας δεν νιώθη κανείς τον πόνο που ένιωσε, όταν έκανε την αμαρτία, σημαίνει ότι δεν υπάρχει πραγματική μετάνοια;

- Αν έχη περάσει καιρός από τότε που έκανε αυτήν την αμαρτία, επουλώνεται η πληγή, γι’ αυτό δεν νιώθει τον ίδιο πόνο. Αυτό που πρέπει να προσέξη, είναι να μη δικαιολογή τον εαυτό του κατά την εξομολόγηση. Εγώ, όταν πάω να εξομολογηθώ και πω λ.χ. «θύμωσα» - άσχετα αν χρειαζόταν να δώσω και σκαμπίλι -, δεν αναφέρω το θέμα, για να μη μου δώση ελαφρυντικό ο πνευματικός. Όποιος εξομολογείται και δικαιολογεί τον εαυτό του, δεν έχει ανάπαυση εσωτερική, όσο ασυνείδητος και αν είναι. Τα ελαφρυντικά που χρησιμοποιεί στην εξομολόγησή του γίνονται επιβαρυντικά για την συνείδησή του. Ενώ, όποιος υπερβάλλει τα σφάλματά του, γιατί έχει λεπτή συνείδηση, και δέχεται και μεγάλο κανόνα από τον πνευματικό, αυτός νιώθει ανέκφραστη αγαλλίαση. Υπάρχουν άνθρωποι που, αν κλέψουν λ.χ. μια ρώγα, νιώθουν σαν να πήραν πολλά καλάθια σταφύλια και σκέφτονται συνέχεια το σφάλμα τους. Δεν κοιμούνται όλη την νύχτα, μέχρι να το εξομολογηθούν. Και άλλοι, ενώ έχουν κλέψει ολόκληρα καλάθια σταφύλια, δικαιολογούν τον εαυτό τους και λένε πως πήραν ένα τσαμπί. Αυτοί όμως που όχι μόνο δεν δικαιολογούν τον εαυτό τους, αλλά μεγαλοποιούν το παραμικρό σφάλμα τους και στενοχωριούνται και υποφέρουν πολύ για μια μικρή τους αταξία, ξέρετε τι θεία παρηγοριά νιώθουν; Εδώ βλέπεις την θεία δικαιοσύνη, πως ο Καλός Θεός ανταμείβει.

Έχω παρατηρήσει ότι όσοι εκθέτουν τα σφάλματά τους ταπεινά στον πνευματικό και εξευτελίζονται, λάμπουν, γιατί δέχονται την Χάρη του Θεού. Ένας απόστρατος με πόση συντριβή μου διηγήθηκε ό,τι είχε κάνει από οκτώ χρονών παιδάκι. Ένα τόπι είχε πάρει από ένα παιδάκι για μια μόνο νύχτα – την άλλη μέρα του το έδωσε – και έκλαιγε, γιατί το στενοχώρησε. Όταν αποστρατεύθηκε, έψαξε και βρήκε όσους είχε λυπήσει, όταν υπηρετούσε – άσχετα αν εκτελούσε καθήκον της υπηρεσίας του-, και τους ζήτησε συγγνώμη! Μου έκανε εντύπωση! Όλα τα έπαιρνε επάνω του. Μένει τώρα σε ένα χωριό και τα χρήματά του τα δίνει ελεημοσύνη. Υπηρετεί και την ηλικιωμένη μάνα του, ενενήντα πέντε χρόνων, κατάκοιτη με ημιπληγία και, επειδή βλέπει το σώμα της, όταν την φροντίζη, τον πειράζει ο λογισμός. «Αν ο Χαμ που είδε την γύμνωση του πατέρα του τιμωρήθηκε[vii], λέει, τότε εγώ…». Συνέχεια έκλαιγε. Το πρόσωπο του ήταν αλλοιωμένο. Πόσο διδάχθηκα από την συντριβή του!

- Μπορεί, Γέροντα, να μεγαλοποιή κανείς τα σφάλματά του, για να δείξη ότι κάνει λεπτή εργασία΄

- Εκείνο είναι άλλο· τότε υπερηφανεύεται από την ταπείνωση.

Μετά την εξομολόγηση

- Γέροντα, μετά την εξομολόγηση δικαιολογείται να νιώθης βάρος;

- Γιατί να νιώθης βάρος; Με μια σωστή εξομολόγηση σβήνουν όλα τα παλιά. Ανοίγονται νέα δεφτέρια. Έρχεται η Χάρις του Θεού και αλλάζει τελείως ο άνθρωπος. Χάνονται η ταραχή, η αγριάδα, το άγχος και έρχονται η γαλήνη, η ηρεμία. Τόσο αισθητό είναι αυτό ακόμη και εξωτερικά, που λέω σε μερικούς να φωτογραφηθούν πριν από την εξομολόγηση και μετά την εξομολόγηση, για να διαπιστώσουν και οι ίδιοι την καλή αλλοίωση, γιατί στο πρόσωπο ζωγραφίζεται η εσωτερική πνευματική κατάσταση. Τα μυστήρια της Εκκλησίας κάνουν θαύματα. Όσο πλησιάζει κανείς στον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, θεώνεται, και επόμενο είναι να ακτινοβολή και να προδίδεται από την θεία Χάρη.

- Δηλαδή, Γέροντα, μετά από μια ειλικρινή εξομολόγηση νιώθεις αμέσως χαρά;

- Όχι πάντοτε. Μπορεί και να μη χαρής αμέσως, αλλά σιγά-σιγά γεννιέται μέσα σου η χαρά. Μετά την εξομολόγηση χρειάζεται η φιλότιμη αναγνώριση. Να νιώθης όπως αυτός που του χαρίζεται ένα χρέος που έχει, και από φιλότιμο αισθάνεται ευγνωμοσύνη και υποχρέωση προς τον ευεργέτη του. Να ευχαριστής τον Θεό, αλλά συγχρόνως να ζης και το ψαλμικό: «την ανομίαν μου εγώ γινώσκω και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστι διαπαντός»[viii], για να μην ξεθαρρεύης και επαναλαμβάνης τα ίδια σφάλματα.

- Γέροντα, διάβασα κάπου ότι οι δαίμονες θα μας βασανίσουν στην άλλη ζωή ακόμη και για έναν κακό λογισμό που δεν εξομολογηθήκαμε.

- Κοίταξε, όταν ο άνθρωπος μετανοήση και πη στον πνευματικό ό,τι θυμόταν, χωρίς να έχη την πρόθεση να κρύψη κάτι, τελείωσε· τα ταγκαλάκια δεν έχουν καμμία εξουσία επάνω του. Όταν όμως δεν εξομολογηθή εν γνώσει του μερικές αμαρτίες του, θα βασανίζεται στην άλλη ζωή γι’ αυτές.

- Γέροντα, όταν κάποιος εξομολογήθηκε νεανικά του σφάλματα, αλλά πάλι τα σκέφτεται και ταλαιπωρήται, είναι σωστή αντιμετώπιση;

- Αν έχη πολλή συντριβή για τα νεανικά του σφάλματα και τα εξομολογήθηκε, δεν υπάρχει λόγος να ταλαιπωρήται, αφού ο Θεός του τα συγχώρησε από την στιγμή που τα εξομολογήθηκε. Στο εξής δεν πρέπει να σκαλίζη τα παλιά, ιδίως σαρκικά αμαρτήματα, γιατί μπορεί να πάθη ζημιά. Στον πόλεμο π.χ. πέφτει μια χειροβομβίδα δίπλα σε έναν στρατιώτη, αλλά τον φυλάει ο Θεός και δεν σκάζει. Όταν τελειώση ο πόλεμος, βρίσκει ο στρατιώτης την χειροβομβίδα που δεν έσκασε και αρχίζει να την περιεργάζεται, και τελικά ανατινάζεται στον αέρα σε καιρό ειρήνης.

Η εμπιστοσύνη στον πνευματικό

- Γέροντα, αν στενοχωρεθή κάποιος πολύ, γιατί τον μάλωσε για κάποιο σφάλμα του ο πνευματικός, και πέση σε λύπη, αυτό έχει μέσα εγωισμό;

- Εμ βέβαια, έχει μέσα εγωισμό. Αν στενοχωρεθή κατά Θεόν, θα έχη παρηγοριά, θα έχη και πρόοδο, γιατί θα προσπαθήση να μην το ξανακάνη. Πρέπει να λέη τις δυσκολίες, τους λογισμούς του, τις πτώσεις του στον πνευματικό και να δέχεται με χαρά και την ήπια και την αυστηρή συμπεριφορά του, γιατί όλα από αγάπη και ενδιαφέρον γίνονται για την πρόοδο της ψυχής του.

- Και αν, Γέροντα, δεν δέχωμαι το μάλωμα ή την παρατήρηση;

- Αν δεν δέχεσαι, θα μείνης αδιόρθωτη. Όσοι δεν δέχονται παρατηρήσεις ούτε από τους ανθρώπους που τους αγαπούν, τελικά παραμένουν στραβόξυλα και αχρηστεύονται μόνοι τους πνευματικά. Όπως οι σανίδες που δεν δέχονται το πλάνισμα του μαραγκού, για να γίνουν έπιπλα, καταλήγουν στα μπετά ή στις σκαλωσιές και πατιούνται και λασπώνονται, μέχρι που καταλήγουν στην φωτιά, έτσι και αυτοί στο τέλος καταστρέφονται.

- Γέροντα, όταν κάποιος διαφωνή σε ένα θέμα με τον πνευματικό του, τι πρέπει να κάνη;

- Να πη απλά και ταπεινά τον λογισμό του. Βέβαια χρειάζεται πολλή προσοχή στην εκλογή του πνευματικού, ώστε να μπορή κανείς να τον εμπιστεύεται και να αναπαύεται με την καθοδήγησή του.

- Συμφέρει, Γέροντα, όταν κανείς βλέπη κάτι διαφορετικά από τον πνευματικό, να επιμένη στην γνώμη του;

- Όχι, γιατί δεν ξέρει τι κρύβεται πίσω από αυτό που ο ίδιος δεν θεωρεί σωστό. Για να καταλάβη π.χ. κάποιος τι κρύβεται πίσω από μια ενέργεια του πνευματικού του, ίσως ο πνευματικός να πρέπη να του πη την εξομολόγηση ενός άλλου. Επιτρέπεται να πη την εξομολόγηση του άλλου; Ασφαλώς όχι. Ας πούμε ότι έχει συνεννοηθή με τον πνευματικό να τον δη την τάδε ώρα, αλλά την ώρα εκείνη πηγαίνει και κάποιος άλλος που είχε λογισμούς να αυτοκτονήση και ο πνευματικός παίρνει πρώτα εκείνον. Οπότε σκέφτεται: «Πήρε πρώτα αυτόν, εμένα με περιφρονεί». Πώς να του πη όμως ο πνευματικός ότι αυτός είχε φθάσει στο σημείο να κάνη απόπειρα αυτοκτονίας; Αν του εξηγήση. Καταστρέφει, χαντακώνει τον άλλον. Ενώ, αν σκανδαλισθή αυτός ή αν κατεβάση τα μούτρα, δεν θα γίνη και μεγάλο κακό. Μια φορά έτσι σκανδαλίσθηκαν μερικοί που ήρθαν εκεί στο Καλύβι. Ήταν κάποιος που τον κατάφεραν με πολλή δυσκολία οι δικοί του να έρθη να συζητήσουμε και τον δέχθηκα με πολλή χαρά. Τον ασπάσθηκα, του έδωσα κομποσχοίνι, εικονάκια. Οι άλλοι παρεξηγήθηκαν. «Εμάς ο Γέροντας, είπαν, ούτε μας έδωσε σημασία». Αυτός ο καημένος ήταν άσωτος· εγώ ήξερα λεπτομέρειες από την ζωή του. Έφυγε μετά άλλος άνθρωπος. Χίλιες φορές να σκανδαλισθούν οι άλλοι. Δεν μπορείς, για να αναπαύσης τον έναν με μια εξήγηση, να καταστρέψης τον άλλον.

Η σωστή επικοινωνία με τον πνευματικό

Ένας πνευματικός άνθρωπος, όταν θέλη να βοηθήση κάποιον, προσπαθεί να τον συνδέση με τον Χριστό και όχι να τον δέση με τον εαυτό του. Στην συνέχεια χαίρεται, όταν καταφέρη να τον συνδέση με τον Χριστό, και ο άλλος αγωνίζεται προσβλέποντας στον Χριστό. Τότε και ο ένας και ο άλλος έχει τον μισθό του και τα πράγματα πάνε κανονικά. Όταν όμως ο άνθρωπος αγωνίζεται και κοιτάζη πώς να ευχαριστήση αυτόν που προσπαθεί να τον συνδέση με τον Χριστό, αν δηλαδή μια ενέργειά του θα στενοχωρήση ή θα χαροποιήση εκείνον, και δεν κοιτάζη πως ο Χριστός βλέπει αυτήν την ενέργειά του, τότε ούτε τον άνθρωπο που τον βοηθάει ευχαριστεί, ούτε τον Χριστό, αλλά ούτε ο ίδιος ωφελείται, γιατί δεν δέχεται θεϊκή βοήθεια. Δηλαδή ούτε ο Χριστός ούτε ο πνευματικός χαίρεται γι’ αυτό το οποίο κάνει, αλλά ούτε ο ίδιος βοηθιέται, για να ξεπεράση μια δυσκολία. Ας υποθέσουμε ότι ψάλλει μια αδελφή και σκέφτεται: «Άραγε ψάλλω καλά; Θα χαρή η Γερόντισσα;». Ε, αυτή δεν βοηθιέται. Ενώ, αν ψάλλη για τον Χριστό, τα πράγματα πάνε κανονικά· και καλά θα ψάλη και την Γερόντισσα θα ευχαριστήση.

- Γέροντα, όταν κανείς δεν καταλάβη σωστά αυτό που του είπε ο πνευματικός, φταίει;

- Κοίταξε, αν δεν κατάλαβε, επειδή είχε μια επιθυμία και ο νους του ήταν εκεί, πάλι φταίει. Μερικοί το θέλημα το δικό τους το κάνουν θέλημα του Θεού. Ρωτάει λ.χ. κάποιος τον πνευματικό του για ένα πρόβλημά του και έχει στο λογισμό του την λύση που θέλει, που τον αναπαύει. Ο πνευματικός του λέει τι πρέπει να κάνη και αυτός καταλαβαίνει ότι του είπε να κάνη αυτό που ήθελε, και το κάνει με χαρά, νομίζοντας κιόλας ότι κάνει υπακοή. Και αν του πη μετά ο πνευματικός «γιατί ενήργησες έτσι;», του λέει: «Έτσι δεν μου είπες να κάνω;»

Αλλά και μερικές φορές, αυτό που λέει ο πνευματικός, δεν είναι να το πάρη κανείς κατά γράμμα. Μπορεί να είναι τρόπος του λέγειν. Θα σας πω μια περίπτωση, για να καταλάβετε. Μια σαρανταπεντάρα καθηγήτρια, που είχε και παιδιά, είχε μπλέξει έναν δεκαεξάχρονο μαθητή της. Το παιδί έφυγε από το σπίτι και συζούσε με την καθηγήτρια. Όταν ο πατέρας του ήρθε στο Καλύβι και μου είπε τον πόνο του, του είπα να κάνη για το θέμα αυτό ό,τι του πη ο πνευματικός του. Πήγε λοιπόν ο καημένος στον πνευματικό και μετά ήρθε πάλι σ’ εμένα. Εγώ είχα εκείνη την ημέρα την Εξαρχία του Πατριαρχείου[ix] , δεν μπορούσα να συζητήσω μαζί του και του είπα: «Να κάνης ό,τι σου είπε ο πνευματικός σου». Αυτός δεν έφευγε – και ευτυχώς που δεν έφυγε και επέμενε. Κάποια στιγμή που ευκαίρησα, τον είδα λίγο και μου είπε: «Γέροντα, αποφάσισα να την σκοτώσω αυτή την γυναίκα, γιατί έτσι μου είπε ο πνευματικός μου». «Για στάσου, καλέ μου άνθρωπε, του λέω, τι ακριβώς σου είπε ο πνευματικός;». «Μου είπε: ‘’Αυτή η γυναίκα είναι για σκότωμα’’». Καταλάβατε; Ο πνευματικός είπε, τρόπος του λέγειν, «αυτή η γυναίκα είναι για σκότωμα», όχι να την σκοτώση! Από τότε δεν λέω σε κανέναν: «να κάνης ό,τι σου είπε ο πνευματικός», αλλά ρωτάω τι του είπε ο πνευματικός…

- Μπορεί, Γέροντα, να ζητάη κάποιος βοήθεια από τον πνευματικό του και συγχρόνως να προτείνη και την λύση;

- Εμ τότε, τι βοήθεια ζητάει; Άλλο είναι να πη ταπεινά σαν λογισμό στον πνευματικό του τι νομίζει ότι θα τον βοηθήση – αυτό επιβάλλεται – και άλλο είναι να επιμένη ότι ο λογισμός του αυτός είναι σωστός. Τότε είναι που δεν κάνει ο άνθρωπος προκοπή. Είναι σαν να πηγαίνη στον γιατρό και να του λέη: «Αυτό το φάρμακο να μου δώσης». Ο άρρωστος οφείλει να κάνη υπακοή στον γιατρό· δεν θα του υποδείξη τι είδους φάρμακα θα του δώση. Δεν είναι εδώ θέμα ορέξεως, όπως με τα φαγητά και τα γλυκά, για να πη κανείς: «Θέλω μπακλαβά ή θέλω κανταϊφι». Ανάλογα με την πάθηση ο γιατρός δίνει και το φάρμακο.

3. Ο πνευματικός ιατρός της ψυχής

Ανάγκη καλών πνευματικών

- Οι άνθρωποι σήμερα είναι κουρασμένοι, ζαλισμένοι και σκοτισμένοι από την αμαρτία και τον εγωισμό. Γι’ αυτό υπάρχει ανάγκη, περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, από καλούς και έμπειρους πνευματικούς, που θα πλησιάζουν τους ανθρώπους απλά και με πραγματική αγάπη και θα τους καθοδηγούν με διάκριση, για να ειρηνεύουν. Χωρίς καλούς πνευματικούς αδειάζουν οι εκκλησίες και γεμίζουν τα ψυχιατρεία, οι φυλακές και τα νοσοκομεία. Πρέπει να συναισθανθούν οι άνθρωποι ότι ταλαιπωρούνται, γιατί είναι μακριά από τον Θεό, να μετανοήσουν και να εξομολογηθούν ταπεινά τις αμαρτίες τους.

Η εργασία του πνευματικού είναι εσωτερική θεραπεία. Δεν υπάρχει ανώτερος γιατρός από τον έμπειρο πνευματικό, που εμπνέει εμπιστοσύνη με την αγιότητά του, πετάει από τα ευαίσθητα πλάσματα του Θεού τους λογισμούς που φέρνει το ταγκαλάκι και θεραπεύει ψυχές και σώματα δίχως φάρμακα, με την Χάρη του Θεού.

Ο πνευματικός, όταν έχη θείο φωτισμό, πνεύμα Θεού, καταλαβαίνει και διακρίνει καταστάσεις, και μπορεί να δίνη σωστές κατευθύνσεις στις ψυχές. Καλά είναι να μην έχη πολλές απασχολήσεις, για να μπορή να διαθέτη τον απαιτούμενο χρόνο για την κάθε ψυχή και να κάνη σωστά την δουλειά του. Διαφορετικά, παθαίνει ό,τι και ένας καλός χειρουργός που, όταν κάθε μέρα έχη να κάνη πολλές εγχειρήσεις, κουράζεται και είναι φυσικό να μην αποδίδη όσο μπορεί. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να αναμειγνύεται σε όλα τα οικογενειακά θέματα, αλλά να περιορίζεται σε ό,τι σχετίζεται με την συγκεκριμένη κάθε φορά ψυχή, ώστε να έχη τον χρόνο να την βοηθήση αποτελεσματικά. Ούτε όμως ο εξομολογούμενος πρέπει να απασχολή τον πνευματικό με θέματα για τα οποία μπορεί να ρωτήση άλλους πιο αρμόδιους, να τον ρωτάη π.χ. ποιο σπίτι να νοικιάση ή σε ποιο φροντιστήριο να στείλη το παιδί του κ.λπ.

Στην εξομολόγηση κρίνεται και ο εξομολογούμενος και ο πνευματικός. Πολύ βοηθάει για την καθοδήγηση της ψυχής η ελευθερία η πνευματική. Να μην ακολουθή δηλαδή ο πνευματικός κάποια γραμμή που του βάζουν άλλοι, αλλά να βλέπη τι λένε οι Πατέρες και να ενεργή με διάκριση ανάλογα με τον άνθρωπο, με την πτώση, με την μετάνοια. Βλέπω όμως μερικές φορές ότι δεν υπάρχει ειλικρίνεια. Μερικοί που έχουν ευθύνη για τις ψυχές δεν κάθονται να πουν στον άλλον, που είναι λ.χ. μπλεγμένος με μάγους, με πλανεμένους κ.λπ., μια κουβέντα, να τον προβληματίσουν λίγο, να πάρουν μια θέση, για να μην έχουν φασαρίες μαζί τους. Δηλαδή, για να μην τα χαλάσουμε με τον έναν και με τον άλλον και για να λένε καλά λόγια για μας, να αφήσουμε τον άνθρωπο να καταστραφή και να χαίρεται ο διάβολος;

Η διάκριση και η πείρα του πνευματικού

- Γέροντα, στην εποχή μας, με την τόση αμαρτία που υπάρχει στον κόσμο, δεν είναι δύσκολη μερικές φορές η θέση του πνευματικού;

- Ναι, είναι δύσκολη. Γι’ αυτό στην αρχή καλά είναι ο πνευματικός να προσπαθή να διορθώνη τα πολύ σοβαρά αμαρτήματα, μέχρι να φύγη η πολλή αμαρτία από τα πλάσματα του Θεού και να γίνουν πιο δεκτικά. Να φέρεται με επιείκεια, αλλά συγχρόνως με τρόπο να καθοδηγή τον άνθρωπο έτσι, ώστε να καταλάβη τα σφάλματά του και να ζητήση από τον Θεό συγχώρηση. Είναι απαραίτητο να τονίζη στον εξομολογούμενο ότι χρειάζεται μετάνοια, αλλαγή ζωής, για να λάβη το έλεος του Θεού. Επίσης πολύ βοηθάει να μιλάη στους ανθρώπους με αγάπη για την μεγάλη αγάπη του Θεού, ώστε μόνοι τους να φιλοτιμηθούν, να αισθανθούν τα λάθη τους και να αλλάξουν συνήθειες.

Ένας νέος πνευματικός, μέχρι να αποκτήση πείρα, είναι καλύτερα να βοηθάη σε εύκολες περιπτώσεις. Μπορεί λ.χ. μια δύσκολη ψυχή να καθυστερή την πνευματική του πρόοδο με τα σαμποτάζ που θα του κάνη και να του τρώη όλον τον χρόνο. Αν δεν προσέξη, με την καλή του διάθεση θα δίνη πάντοτε σημασία στις σκηνές που θα κάνη μια τέτοια ψυχή, θα ξοδεύη άσκοπα τις δυνάμεις του και θα ταλαιπωρήται. Όταν αποκτήση πείρα, θα ξέρη πότε πρέπει να δώση σημασία και πότε να αδιαφορήση. Να, τώρα εγώ στα γράμματα που μου στέλνουν ρίχνω μια ματιά και, αν είναι κάτι σοβαρό, σ’ εκείνο θα δώσω προσοχή. Είναι και του πειρασμού πολλές φορές. Άλλος σου λέει: «δυο λεπτά, κάτι θα σου πω εδώ στην πόρτα» και σε κρατάει μια ώρα. Να είσαι ιδρωμένος, να σε χτυπάη εν τω μεταξύ το ρεύμα, να τρέμης, και να σου λέη ιστορίες, σαν να μη συμβαίνη τίποτε. Ε, από τον Θεό είναι αυτό; Μετά αρρωσταίνεις, δεν μπορείς να κάνης προσευχή ούτε για τον κόσμο ούτε για τον εαυτό σου, και αχρηστεύεσαι για μέρες. Έρχεται ύστερα κάποιος που ο καημένος έχει πραγματική ανάγκη, και δεν μπορείς να τον βοηθήσης.

Αυτούς πάλι που έχουν κάποιο σοβαρό πρόβλημα, δεν φθάνει να τους ακούσης, να δης ότι έχουν έναν πόνο και να τους πης: «Πάρε μια ασπιρίνη». «Ένα λεπτό να σε απασχολήσω, λένε μερικοί, γιατί φεύγει το αυτοκίνητο», και σου λένε ένα σοβαρό θέμα. Σαν να έχη κάποιος καρκίνο και να λέη στον γιατρό: «Κάνε μια εγχείρηση, γιατί φεύγω σε λίγο με το αεροπλάνο!». Κάθε πάθηση θέλει τον ανάλογο χρόνο. Να δης από πού ξεκινάει, τι συμπτώματα έχει κ.λπ. Σε ένα σοβαρό θέμα δεν μπορείς να δώσης πρόχειρες λύσεις. Ένας δόκιμος μοναχός με πλησίασε στην λιτανεία που κάνουν στο Άγιον Όρος την Διακαινήσιμο εβδομάδα, ακριβώς μόλις πήραμε μια ανηφόρα, και ήθελε να του πω περί νοεράς προσευχής. Τόσες φορές είχε έρθει στο Καλύβι και ποτέ δεν ρώτησε γι’ αυτό το θέμα, και εκεί, πάνω στην ανηφόρα, είχε την έμπνευση να ρωτήση για ένα τόσο λεπτό θέμα! Ένα λεπτό και σοβαρό θέμα δεν συζητιέται ούτε στο πόδι ούτε στον ανήφορο…

Ο πνευματικός καθορίζει κάθε πότε θα κοινωνάη ο πιστός

- Γέροντα, ο Απόστολος Παύλος γράφει: «Ο εσθίων και πίνων αναξίως κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει»[x]. Πότε κοινωνάει κανείς «αναξίως»;

- Βασικά πρέπει να προσερχώμαστε στην θεία Κοινωνία έχοντα συναίσθηση της αναξιότητός μας. Ο Χριστός ζητά από μας την συντριβή και την ταπείνωση. Όταν υπάρχη κάτι που ενοχλεί την συνείδησή μας, πρέπει να το τακτοποιούμε. Αν π.χ. μαλώσαμε με κάποιον, πρέπει να συμφιλιωθούμε μαζί του και ύστερα να κοινωνήσουμε..

- Γέροντα, μερικοί, ενώ έχουν ευλογία από τον πνευματικό να κοινωνήσουν, διστάζουν.

- Δεν θα ρυθμίση κανείς μόνος του, αν θα κοινωνήση ή όχι. Αν μόνος του αποφασίζη να κοινωνήση ή να μην κοινωνήση, θα το εκμεταλλευτή ο διάβολος και θα του ανοίξη δουλειά. Πολλές φορές νομίζουμε ότι είμαστε άξιοι, ενώ δεν είμαστε, ή άλλοτε σύμφωνα με τον νόμο πράγματι δεν είμαστε άξιοι, αλλά σύμφωνα με το πνεύμα των Αγίων Πατέρων χρειάζεται η θεία μετάγγιση για νοσηλεία και η θεία παρηγοριά, γιατί από την πολλή συντριβή της μετανοίας μπορεί να έρθη από τα δεξιά ο εχθρός και να μας ρίξη σε απόγνωση.

- Δηλαδή, Γέροντα, κάθε πότε πρέπει να κοινωνάη κανείς;

- Το κάθε πότε πρέπει να κοινωνάη κανείς και το πόσο πρέπει να νηστεύη πριν από τη θεία Κοινωνία δεν μπαίνουν σε καλούπι. Ο πνευματικός θα καθορίζη με διάκριση κάθε πότε θα κοινωνάη και πόσο θα νηστεύη, ανάλογα με την αντοχή που έχει. Παράλληλα θα τον οδηγή και στην πνευματική νηστεία, την αποχή από τα πάθη, ρυθμίζοντάς την και αυτήν ανάλογα με την πνευματική του ευαισθησία, ανάλογα δηλαδή με το πόσο συναισθάνεται το σφάλμα του, και έχοντας υπ’ όψιν του το κακό που μπορεί να κάνη ο εχθρός πολεμώντας μια ευαίσθητη ψυχή, για να την φέρη σε απόγνωση. Σε πτώσεις λ.χ. σαρκικές, για τις οποίες δίνεται κανόνας σαράντα ημερών αποχής από την θεία Κοινωνία, μπορεί ο διάβολος να ρίξη πάλι την ψυχή στις τριάντα πέντε ημέρες και, αν δοθή νέος κανόνας σαράντα ημερών, ο διάβολος θα πάρη φαλάγγι την ψυχή, οπότε ζαλίζεται και απελπίζεται. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις μπορεί ο πνευματικός, μετά τον πρώτο κανόνα, να πη: «κοίταξε, πρόσεξε μια εβδομάδα και να κοινωνήσης», και ύστερα να κοινωνάη συνέχεια σε κάθε θεία Λειτουργία, για να μπορέση να πάρη επάνω της η ψυχή και να πάη ο διάβολος πέρα. Ένας πάλι που ζη πνευματική και προσεκτική ζωή θα προσέρχεται στο μυστήριο, όποτε αισθάνεται την θεία Κοινωνία ως ανάγκη και όχι από συνήθεια, αλλά και αυτό θα γίνεται με την ευλογία του πνευματικού του.

Η χρήση των επιτιμίων

- Γέροντα, η ακριβής τήρηση των εντολών βοηθάει να έχουμε την αίσθηση του Θεού;

-Ποιων εντολών; του Μωσαϊκού Νόμου;

- Όχι, του Ευαγγελίου.

- Η τήρηση των εντολών βοηθάει, αλλά η σωστή τήρηση, γιατί μπορεί κανείς να τηρή τις εντολές και λανθασμένα. Στην πνευματική ζωή χρειάζεται η θεία δικαιοσύνη και όχι η ξερή εφαρμογή του νόμου. Βλέπουμε και οι Άγιοι Πατέρες με πόση διάκριση έλεγαν να εφαρμόζονται οι ιεροί κανόνες! Ο Μέγας Βασίλειος, ο πιο αυστηρός Πατέρας της Εκκλησίας, που έχει γράψει τους πιο αυστηρούς κανόνες, αναφέρει τον κανόνα που ισχύει για μια αμαρτία, αλλά μετά ο ίδιος προσθέτει: «Μην εξετάζεις χρόνο αλλά τρόπο μετανοίας»[xi]. Δηλαδή, αν δύο άνθρωποι κάνουν την ίδια αμαρτία, ο πνευματικός, ανάλογα με την μετάνοια του καθενός, μπορεί στον έναν να βάλη κανόνα να μην κοινωνήσει δύο χρόνια και στον άλλον δύο μήνες. Τόση διαφορά δηλαδή!

- Γέροντα, το επιτίμιο βοηθάει να κοπή ένα πάθος;

- Πρέπει να καταλάβη ότι το επιτίμιο θα τον βοηθήση. Αλλιώς, τι να πη κανείς; Αν προσπαθής να διορθώσης έναν άνθρωπο με το ξύλο, δεν κάνεις τίποτε. Την ημέρα της Κρίσεως ο Χριστός σ’ εσένα, που πήγες να τον διορθώσης δια της βίας, θα πη: «Διοκλητιανός ήσουν;» και σ’ εκείνον θα πη: «Ό,τι έκανες, το έκανες δια της βίας». Δεν θα τον πνίξουμε τον άλλο, για να τον στείλουμε στον Παράδεισο, αλλά θα τον βοηθήσουμε να ζητήση μόνος του να κάνη κάποια άσκηση. Να φθάση να χαίρεται γιατί ζη, να χαίρεται γιατί πεθαίνει.

Τα επιτίμια είναι στην διάκριση του πνευματικού. Στους εν ψυχρώ αμαρτάνοντας ο πνευματικός πρέπει να είναι ανυποχώρητα αυστηρός. Αυτόν που νικιέται, αλλά μετανοεί, ταπεινώνεται, ζητάει με συστολή συγχώρεση, θα τον βοηθάη με διάκριση να πλησιάση πάλι στον Θεό. Έτσι έκαναν και τόσοι Άγιοι. Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης λ.χ. ως πνευματικός συνήθως δεν έβαζε κανόνα στους ανθρώπους. Προσπαθούσε να τους φέρη σε συναίσθηση, ώστε από φιλότιμο να ζητήσουν μόνοι τους να κάνουν άσκηση ή ελεημοσύνες ή άλλου είδους καλωσύνες. Όταν έβλεπε κανένα παιδάκι δαιμονισμένο ή παράλυτο και καταλάβαινε ότι οι γονείς ήταν αιτία που ταλαιπωρείται το καημένο, θεράπευε πρώτα το παιδί και έδινε κανόνα στους γονείς, για να προσέχουν στην συνέχεια.

Μερικοί λένε: «Α, ο τάδε πνευματικός είναι πολύ πατερικός. Πολύ αυστηρός! Είναι έξυπνος, έχει μνήμη, ξέρει το Πηδάλιο[xii] απ’ έξω». Ένας πνευματικός όμως που εφαρμόζει κατά γράμμα τους κανόνες που αναφέρει το Πηδάλιο μπορεί να κάνη κακό στην Εκκλησία. Δεν βοηθάει να πάρη ο πνευματικός το Πηδάλιο και να αρχίση: «Τι αμαρτία έκανες εσύ; Αυτή. Τι γράφει εδώ γι’ αυτήν την περίπτωση; Τόσα χρόνια αποχή από την θεία Κοινωνία! Εσύ τι έκανες; Αυτό. Τι γράφει εδώ; Αυτόν τον κανόνα!».

- Πρέπει, Γέροντα, κανείς να λαμβάνη υπ’ όψιν του δεκάδες πράγματα.

- Ναι, ιδίως στην σημερινή εποχή δεν είναι να πάη κανείς να εφαρμόση όλον τον νόμο της Εκκλησίας με μια αδιάκριτη αυστηρότητα, αλλά πρέπει να καλλιεργήση το φιλότιμο στους ανθρώπους. Να κάνη πρώτα δουλειά στον εαυτό του, για να μπορή να βοηθάη τις ψυχές, αλλιώς θα σπάζη κεφάλια.

Το Πηδάλιο λέγεται πηδάλιο, γιατί οδηγεί προς την σωτηρία τον άνθρωπο πότε με τον έναν τρόπο και πότε με τον άλλον, όπως ο καραβοκύρης πάει το πηδάλιο πότε αριστερά και πότε δεξιά, για να βγάλη το καράβι στην ακτή. Αν το πάη ολόισια, χωρίς να στρίψη όπου χρειάζεται, θα ρίξη το καράβι πάνω στα βράχια, θα το βουλιάξη και θα πνιγούν οι άνθρωποι. Αν ο πνευματικός χρησιμοποιή τους κανόνες σαν… κανόνια, και όχι με διάκριση, ανάλογα με τον άνθρωπο, με την μετάνοια που έχει κ.λπ., αντί να θεραπεύη ψυχές, θα εγκληματή.

Η συγχωρητική ευχή

Μερικοί πνευματικοί έχουν ένα τυπικό: Όταν δεν επιτρέπεται ο εξομολογούμενος να κοινωνήση, δεν του διαβάζουν συγχωρητική ευχή. Υπάρχουν και άλλοι που λένε: «Είναι η γραμμή μας να μη διαβάζουμε πάντοτε συγχωρητική ευχή». Αυτό είναι κάτι σαν προτεσταντικό… Ήρθε ένα παιδί στο Καλύβι που είχε μερικές πτώσεις. Πήγε, εξομολογήθηκε, αλλά δεν του διάβασε συγχωρητική ευχή ο πνευματικός. Το καημένο, το έπιασε απελπισία. «Για να μη μου διαβάση ευχή ο πνευματικός, άρα δεν με συγχωράει ο Θεός», σκέφθηκε και πήγαινε για αυτοκτονία. «Να πας, του λέω, στον πνευματικό να σου διαβάση ευχή. Και αν δεν σου διαβάση αυτός, να πας σε άλλον πνευματικό».

Χωρίς συγχωρητική ευχή θα έχη συνέχεια πτώσεις ο άνθρωπος, γιατί δεν χάνει ο διάβολος τα δικαιώματα. Πώς να παλέψη ο άνθρωπος, αφού ο διάβολος έχει ακόμη δικαιώματα; Δεν είναι ελευθερωμένος· δέχεται δαιμονικές επιδράσεις. Ενώ με την συγχωρητική ευχή κόβονται οι επιδράσεις, γίνεται ανακατάληψη του εδάφους, οπότε ο καημένος βοηθιέται και μπορεί να παλέψη, να αγωνισθή, για να απαλλαγή από τα πάθη.

4. Η εργασία του πνευματικού στις ψυχές

Ο χειρισμός της ψυχής είναι λεπτός

- Γέροντα, μερικοί χαρακτήρες που είναι δύσκολοι, στριμμένοι, πως θα βοηθηθούν;

- Εγώ σαν μαραγκός δούλευα και στριμμένα ξύλα. Χρειαζόταν όμως υπομονή, γιατί τα στριφτά ξύλα τα πλανίζεις από ‘δώ, σηκώνουν αντιξυλιά, τα πλανίζεις από ‘κεί, σηκώνουν πάλι αντιξυλιά. Τα έτριβα λοιπόν με το διπλό λεπίδι λίγο από τι μια μεριά κόντρα, λίγο από την άλλη, και έτσι τα έφερνα σε λογαριασμό. Γίνονταν μάλιστα πολύ όμορφα, επειδή και ωραία νερά έχουν και δεν σπάζουν εύκολα· έχουν πολλή αντοχή. Αν δεν το ήξερες αυτό, μπορεί να τα έβλεπες έτσι και να τα πετούσες. Θέλω να πω, και οι άνθρωποι που έχουν δύσκολο χαρακτήρα, έχουν μέσα τους δυνάμεις και, να αφεθούν να τους δουλέψης, μπορούν να κάνουν άλματα στην πνευματική ζωή, αλλά χρειάζεται να διαθέσης αρκετό χρόνο.

Ύστερα, ποτέ δεν χρησιμοποιούσα μεγάλες πρόκες, για να σφίξω δυο στραβές σανίδες, αλλά πρώτα τις πλάνιζα, τις έφερνα σε λογαριασμό, και τις ένωνα με ένα καρφάκι. Δεν τις ζόριζα, για να σφίξουν, γιατί, όταν τις στραβές σανίδες προσπαθούμε να τις κάνουμε να εφαρμόσουν με μεγάλες πρόκες, θα σχισθούν και πάλι θα βγουν από την ζορισμένη εφαρμογή τους, οπότε τι καταλάβαμε;

Χρειάζεται διάκριση και ξανά διάκριση, όταν έχη κανείς να κάνη με ψυχές. Στην πνευματική ζωή δεν υπάρχει μία συνταγή, ένας κανόνας. Η κάθε ψυχή έχει την δική της ποιότητα και χωρητικότητα. Υπάρχουν δοχεία με μεγάλη χωρητικότητα και δοχεία με μικρή χωρητικότητα. Άλλα είναι πλαστικά και δεν αντέχουν πολύ και άλλα είναι μεταλλικά και αντέχουν. Όταν ο πνευματικός γνωρίση την ποιότητα και την χωρητικότητα της ψυχής, θα ενεργή ανάλογα με τις δυνατότητες και με την κληρονομικότητα που έχει, και με την πρόοδο που έχει κάνει. Η συμπεριφορά του θα είναι ανάλογη με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο εξομολογούμενος, με την αμαρτία που έκανε, και με ένα σωρό άλλα. Στον αναιδή θα προσέξη να μη δίνη δικαίωμα για αναίδεια. Την ευαίσθητη ψυχή θα κοιτάξη πώς να την βοηθήση να αντιμετωπίση με ανδρισμό τα προβλήματά της.

Επίσης θέλει προσοχή να μη βασίζεται κανείς σ’ αυτό που βλέπει εξωτερικά σ’ έναν άνθρωπο και να μην πιστεύη εύκολα αυτά που του λένε και βγάζει συμπεράσματα, ειδικά αν δεν έχη το χάρισμα να βλέπη βαθύτερα. Μερικές σανίδες, ενώ φαίνονται κατάγερες απ’ έξω, μέσα είναι όλο ίνες. Όταν πλανισθή το χνούδι που έχουν απ’ έξω, τότε δείχνουν τι είναι. Άλλες πάλι, ενώ απ’ έξω φαίνονται άχρηστες, μέσα είναι δαδένιες[xiii].

Ο χειρισμός της ψυχής είναι λεπτός. Δεν πρέπει να γίνωνται λάθη στις συνταγές. Ο κάθε οργανισμός, βλέπετε, έχει ανάγκη από την βιταμίνη που του λείπει και η κάθε πάθηση από τα ανάλογα φάρμακα.

Να μην αναπαύουμε τον άλλον στα πάθη του

- Γέροντα, όταν κάποια γυναίκα μας πη: «δεν με κατάλαβε ο πνευματικός», τι πρέπει να της πούμε;

- Πέστε της: «Μήπως εσύ δεν του έδωσες να καταλάβη; Μήπως το σφάλμα είναι δικό σου;». Σ’ αυτές τις περιπτώσεις να προβληματίζετε τον άλλον, να μην τον δικαιολογήτε εύκολα. Τα πράγματα είναι πολύ λεπτά. Εδώ, βλέπεις, και τους πνευματικούς ακόμη τους μπερδεύουν.

- Και αν μας πη ότι δεν αναπαύεται στον πνευματικό της;

- Για να μην αναπαύεται, μήπως φταίει και αυτή, μήπως ζητά να την αναπαύη ο πνευματικός στο θέλημά της. Κάποιος, ας υποθέσουμε, αδιαφορεί για την οικογένειά του και έχουν συνέχεια φασαρίες με την γυναίκα του. Θέλει να την χωρίση και έρχεται και μου κάνει παράπονα, με την απαίτηση να πάρω το μέρος του, για να διαλύσω την οικογένεια του! Αν του πω: «εσύ είσαι ένοχος για όλη την ιστορία», αν δεν συναισθανθή την ενοχή του, θα πη ότι δεν τον ανέπαυσα. Λένε δηλαδή μερικού: «δεν με ανέπαυσε ο πνευματικός», γιατί δεν τους λέει να κάνουν αυτό που θέλουν.

Αν ο πνευματικός δικαιολογή τα πάθη του καθενός, μπορεί να τους αναπαύση όλους, αλλά δεν βοηθιούνται έτσι οι άνθρωποι. Αν είναι να αναπαύουμε τον καθέναν στα πάθη του, τότε ας αναπαύσουμε και τον διάβολο. Έρχεσαι λ.χ. εσύ και μου λες: «Η τάδε αδελφή μου μίλησε άσχημα». «Ε, σου λέω, μη δίνης σημασία σ’ αυτήν», και σε αναπαύω. Έρχεται μετά από λίγο αυτή η αδελφή και μου λέει για σένα: «Η τάδε αδελφή έτσι και έτσι έκανε». «Ε, τώρα, της λέω, καλά, δεν την ξέρεις αυτήν; Μην την παίρνης και στα σοβαρά». Την ανέπαυσα και αυτήν. Έτσι όλους τους αναπαύω, αλλά και όλους τους πεδικλώνω! Ενώ πρέπει να σου πω: «έλα εδώ· για να σου μιλήση έτσι η αδελφή, κάτι της έκανες», οπότε θα αισθανθής την ενοχή σου και θα διορθωθής. Γιατί, από την στιγμή που θα αισθανθής την ενοχή σου, όλα θα πάνε καλά. Η πραγματική ανάπαυση έρχεται, όταν τοποθετηθή ο άνθρωπος σωστά.

Σκοπός είναι πως θα αναπαυθούμε στον Παράδεισο, όχι πως θα αναπαυθούμε στην γη. Είναι μερικοί πνευματικοί που αναπαύουν τον λογισμό του άλλου, και μετά εκείνος λέει: «πολύ με ανέπαυσε ο πνευματικός», αλλά μένει αδιόρθωτος. Ενώ πρέπει να βοηθήσουν τον άνθρωπο να βρη τα κουσούρια του, να διορθωθή και στην συνέχεια να τον κατευθύνουν. Τότε μόνον έρχεται η πραγματική ανάπαυση. Το να αναπαύσης τον άλλον στα πάθη του, δεν είναι βοήθεια· αυτό για μένα είναι έγκλημα.

Για να μπορέση να βοηθήση ο πνευματικός δύο ανθρώπους που έχουν σχέση, πρέπει να έχη επικοινωνία και με τους δύο. Όταν ακούη λ.χ. λογισμούς δύο ανθρώπων που έχουν διαφορές, πρέπει να γνωρίζη και τις δύο ψυχές, γιατί ο καθένας μπορεί να παρουσιάζη το θέμα, όπως το καταλαβαίνει. Και να δεχθή να λύση τις διαφορές τους, μόνον αν δεχθούν να τις λύση σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, γιατί όλες οι άλλες λύσεις είναι ένας συνεχής πονοκέφαλος και χρειάζονται συνέχεια ασπιρίνες. Ύστερα να βάλη τον καθέναν στην θέση του· να μη δικαιώση κανέναν. Να πη στον καθέναν τα κουσούρια του, οπότε πελεκιέται το ένα στραβό, πελεκιέται και το άλλο, και έτσι συμφωνούν και συνεννοούνται.

Το μόνο καλό που έχω είναι αυτό: ποτέ δεν δικαιώνω κανέναν, έστω και αν δεν φταίη. Όταν λ.χ. έρχωνται οι γυναίκες και μου λένε ότι έχουν προβλήματα στην οικογένεια και φταίει ο άνδρας, κατσαδιάζω τις γυναίκες. Όταν έρχωνται οι άνδρες και κάνουν παράπονα για τις γυναίκες, κατσιάζω τους άνδρες. Δεν αναπαύω τον λογισμό τους, αλλά λέω τα στραβά του καθενός· λέω στον καθέναν αυτό που του χρειάζεται, για να βοηθηθή. Αλλιώς φεύγει αναπαυμένος ο ένας, φεύγει αναπαυμένος ο άλλος, και στο σπίτι πιάνονται μεταξύ τους. «Είχε δίκιο που μου είπε για σένα έτσι!». «Και σ’ εμένα ξέρεις τι είπε για σένα;». Θέλω να πω, κανέναν δεν αναπαύω στα πάθη του. Πολλούς μάλιστα τους μαλώνω πολύ – φυσικά για το καλό τους -, αλλά φεύγουν πραγματικά αναπαυμένοι. Μπορεί να φεύγουν πικραμένοι, αλλά μέσα τους καταλαβαίνουν ότι εγώ πικράθηκα πιο πολύ από αυτούς, και αυτό τους πληροφορεί.

- Μερικοί, Γέροντα, νιώθουν σιγουριά, όταν τους μαλώνετε.

- Ναι, γιατί δεν τον μαλώνω τον άλλον ξερά. Θα του πω ότι έχει αυτά τα καλά, για να τα αξιοποιήση, και αυτά τα κουσούρια, για να τα διορθώση. Όταν δεν του πης την αλήθεια, τότε, σε μια στιγμή που δεν κολακεύεται, παλαβώνει.

Αντιμετώπιση περιπτώσεων απελπισίας

Ήρθε κάποιος νεαρός αναστατωμένος και μου είπε: «Γέροντα, δεν πρόκειται να διορθωθώ. Μου είπε ο πνευματικός μου: ‘’αυτά είναι και κληρονομικά…’’». Τον είχε πιάσει απελπισία. Εγώ, όταν μου πη κάποιος ότι έχει προβλήματα κ.λπ., θα του πω: «Αυτό συμβαίνει γι’ αυτόν και γι’ αυτόν τον λόγο· για ν’ αλλάξης, πρέπει να κάνης εκείνο κι εκείνο». Έχει λ.χ. κάποιος έναν λογισμό που τον βασανίζει και δεν κοιμάται, παίρνει χάπια για το κεφάλι, για το στομάχι και με ρωτάει: «Να κόψω τα χάπια;». «Όχι, του λέω, να μην κόψης τα χάπια. Να πετάξης τον λογισμό που σε βασανίζει και ύστερα να τα κόψης. Αν δεν πετάξης τον λογισμό, έτσι θα πας· θα ταλαιπωρήσαι». Γιατί, τι θα ωφελήση να κόψη τα χάπια, όταν κρατάη μέσα του τον λογισμό που τον βασανίζει;

Καλά είναι ο πνευματικός να μη φθάνη μέχρι του σημείου να ανάβη κόκκινο φως· να ανέχεται λίγο μία κατάσταση, αλλά φυσικά πρέπει και ο άλλος να δουλεύη σωστά, για να βοηθηθή. Ένας νεαρός ζόρισε κάποια φορά την αρραβωνιαστικιά του – ποιος ξέρει τι της έλεγε; - και εκείνη από την αγανάκτησή της πήρε το αυτοκίνητο και έφυγε και στον δρόμο σκοτώθηκε. Μετά ο νεαρός ήθελε να αυτοκτονήση, γιατί ένιωθε ότι αυτός έγινε αιτία και σκοτώθηκε η κοπέλα. Όταν ήρθε και μου το είπε, αν και στην ουσία είχε κάνει έγκλημα, τον παρηγόρησα και τον έφερα σε λογαριασμό. Έπειτα όμως το έρριξε τελείως έξω, έγινε τελείως αδιάφορος, βρήκε εν τω μεταξύ και μια άλλη. Όταν ξαναήρθε μετά από δύο-τρία χρόνια, του έδωσα ένα τράνταγμα γερό, γιατί τότε δεν υπήρχε κίνδυνος να αυτοκτονήση. Χρειαζόταν το τράνταγμα, αφού δεν υπήρχε αναγνώριση. «Δεν καταλαβαίνεις, του είπα, ότι έκανες φόνο, ότι έγινες αιτία και σκοτώθηκε η κοπέλα;». Αν δούλευε σωστά, θα συνέχιζε να υποφέρη, αλλά θα ανταμειβόταν με θεϊκή παρηγοριά· δεν θα έφθανε σ’ αυτήν την κατάσταση την αλήτικη της αδιαφορίας.

Θέλει δηλαδή πολλή προσοχή. Κάνει κάποιος ένα σφάλμα και πέφτει στην απελπισία. Εκείνη την στιγμή μπορεί να τον παρηγορήσης, αλλά, για να μη βλαφθή, χρειάζεται και το δικό του φιλότιμο. Μια φορά είχε έρθει στο Καλύβι ένα νέο παιδί απελπισμένο, γιατί έπεφτε σε σαρκική αμαρτία και δεν μπορούσε να απαλλαγή από αυτό το πάθος. Είχε πάει σε δύο πνευματικούς που προσπάθησαν με αυστηρό τρόπο να το βοηθήσουν να καταλάβη ότι είναι βαρύ αυτό που κάνει. Το παιδί απελπίσθηκε. «Αφού ξέρω ότι αυτό που κάνω είναι αμαρτία, είπε, και δεν μπορώ να σταματήσω να το κάνω και να διορθωθώ, θα κόψω κάθε σχέση μου με τον Θεό».όταν άκουσα το πρόβλημά του, το πόνεσα το καημένο και του είπα: «Κοίταξε, ευλογημένο, ποτέ να μην ξεκινάς τον αγώνα σου από αυτά που δεν μπορείς να κάνης, αλλά από αυτά που μπορείς να κάνης. Για να δούμε τι μπορείς να κάνης, και να αρχίσης από αυτά. Μπορείς να εκκλησιάζεσαι κάθε Κυριακή;». «Μπορώ», μου λέει. «Μπορείς να νηστεύης κάθε Τετάρτη και Παρασκευή;». «Μπορώ». «Μπορείς να δίνης ελεημοσύνη το ένα δέκατο από τον μισθό σου ή να επισκέπτεσαι αρρώστους και να τους βοηθάς;». «Μπορώ». «Μπορείς να προσεύχεσαι κάθε βράδυ, έστω κι αν αμάρτησες, και να λες ‘’Θεέ μου, σώσε την ψυχή μου’’;». «Θα το κάνω, Γέροντα», μου λέει. «Άρχισε λοιπόν, του λέω, από σήμερα να κάνης όλα αυτά που μπορείς, και ο παντοδύναμος Θεός θα κάνη το ένα που δεν μπορείς». Το καημένο ηρέμησε και συνέχεια έλεγε: «Σ’ ευχαριστώ, πάτερ». Είχε, βλέπεις, φιλότιμο και ο Καλός Θεός το βοήθησε.

Αυστηρότητα στους αναιδείς, επιείκεια στους φιλότιμους

Αν ένας άνθρωπος έχη αγαθή προαίρεση, αλλά δεν βοηθήθηκε από μικρός, δεν είναι κολακεία να του πης τα καλά που βλέπεις σ’ αυτόν, γιατί κατ’ αυτόν τον τρόπο βοηθιέται και αλλοιώνεται, επειδή δικαιούται και την θεία βοήθεια. Είπα σε κάποιον: «Εσύ είσαι καλός. Δεν ταιριάζουν σ’ εσένα αυτά που κάνεις». Του το είπα αυτό, γιατί είδα το καλό του χωράφι και τον κακό σπόρο που είχε ρίξει. Είδα ότι εσωτερικά ήταν καλός και, ό,τι κακό έκανε, ήταν εξωτερικό. Δεν του είπα: «είσαι καλός», για να τον κολακέψω, αλλά για να τον βοηθήσω, να του κινήσω το φιλότιμο.

Μερικοί έχουν το εξής τυπικό: Έχει, δεν έχει ο άλλος κάποιο χάρισμα, του λένε: «δεν έχει χάρισμα», δήθεν για να μην υπερηφανευθή και βλαφθή. Ένα ισοπέδωμα δηλαδή. Όταν όμως απελπίζεται ο άλλος για το κακό που κάνει, απελπίζεται και για το καλό που έχει, τότε πως θα ξεθαρρέψη, για να αγωνισθή με προθυμία; Ενώ, αν του πης τα καλά που έχει και του καλλιεργήσης το φιλότιμο και την αρχοντιά, βοηθιέται, αναπτύσσεται και προχωράει.

Εγώ έχω τυπικό, όταν βλέπω ότι κάποιος έχει ένα χάρισμα ή ότι πάει καλά στον αγώνα του, να του το λέω και, όταν βλέπω κάτι στραβό, να παίρνω βρεγμένη σανίδα… Δεν σκέφτομαι μήπως βλαφτή η ψυχή με τον πρώτο ή τον δεύτερο τρόπο, επειδή και οι δύο τρόποι έχουν αγάπη. Αν βλαφθή από την συμπεριφορά μου, αυτό σημαίνει ότι θα έχη βλάβη. Αν π.χ. η εικόνα που έκανε μια αδελφή είναι καλή, θα της πως ότι είναι καλή. Αν δω ότι υπερηφανεύθηκε και αρχίζει να αποκτάη αναίδεια, θα της δώσω μια και θα την κάνω πέρα. Φυσικά, αν υπερηφανευθή, θα κάνη μετά καρικατούρες, οπότε θα φάη άλλο μάλωμα. Αν ταπεινωθή ξανά, θα κάνη πάλι καλή δουλειά. Εμένα αρρωστημένα πράγματα δεν με αναπαύουν. Στραμπουλιγμένα πράγματα δεν τα μπορώ. Θα τα κάνω έτσι από ‘δώ, έτσι από ‘κεί, ώστε να βρουν την θέση τους. Τι; θα οικονομάω αρρωστημένες καταστάσεις;

- Γέροντα, όταν ο αναιδής γίνεται πιο αναιδής από το ενδιαφέρον που του δείχνεις, πως θα τον βοηθήσης;

- Να σου πω: όταν βλέπω ότι ο άλλος δεν βοηθιέται από το ενδιαφέρον μου, την καλωσύνη, την αγάπη, τότε λέω ότι δεν έχω συγγένεια μαζί του και αναγκάζομαι να μην του φέρωμαι με καλωσύνη. Κανονικά, όσο καλωσύνη σου δείχνουν, τόσο πρέπει να αλλοιώνεσαι, να διαλύεσαι, να λειώνης.

Παλιά τι είχε συμβή με κάποιον. Στην αρχή, για να τον βοηθήσω, αναγκάστηκα να του πω μερικά θεία γεγονότα που είχα ζήσει. Αντί όμως να πη: «Θεέ μου, πώς να Σε ευχαριστήσω γι’ αυτήν την παρηγοριά κ.λπ.» και να διαλυθή, πήρε θάρρος και φερόταν με αναίδεια. Τότε κράτησα μια αυστηρή στάση. «Θα τον βοηθώ, είπα, από μακριά με την προσευχή». Αυτό το έκανα, όχι γιατί δεν τον αγαπούσα, αλλά γιατί αυτός ο τρόπος θα τον βοηθούσε.

- Και αν, Γέροντα, καταλάβη, το λάθος του και ζητήση συγγνώμη;

- Αν το καταλάβη, εντάξει, μπορούμε να συνεννοηθούμε. Διαφορετικά, αν δεν βοηθιέται από το φιλότιμό μου, δεν βρίσκω ανταπόκριση, και δεν έχω συγγένεια μαζί του. Όταν ο άλλος έχη ευλάβεια, ταπείνωση, δεν έχη αναίδεια, κι εσύ κινείσαι απλά. Εγώ εξ αρχής φέρομαι σε όλους με άνεση και απλότητα. Δεν φέρομαι περιορισμένα, δήθεν για να μη δώσω θάρρος στον άλλον και τον βλάψω. Δίνομαι ολόκληρος, για να βοηθηθή, να αναπτυχθή μέσα σ’ ένα κλίμα αγάπης, και σιγά-σιγά του λέω τα κουσούρια του. Τον θεωρώ αδελφό μου, πατέρα μου, παππού μου, ανάλογα με την ηλικία του. Κάνω λιακάδα, για να βγουν όλα τα φίδια, οι σκορπιοί, τα σκαθάρια – τα πάθη -, και ύστερα τον βοηθάω να τα σκοτώση. Αν όμως δω ότι δεν το εκτιμάει αυτό και δεν βοηθιέται από την συμπεριφορά μου, αλλά εκμεταλλεύεται την απλότητά μου και την αληθινή αγάπη μου και αρχίζει να φέρεται με αναίδεια, τραβιέμαι σιγά-σιγά, για να μη γίνη περισσότερα αναιδής. Αλλά στην αρχή δίνομαι ολόκληρος, γι’ αυτό μετά έχω αναπαυμένη την συνείδησή μου. Μια φορά στην Μονή Στομίου είχα πάρει ένα παιδί, για να το βοηθήσω, να του μάθω και την τέχνη του μαραγκού. Του φερόμουν με πολλή καλωσύνη, τον είχα σαν αδελφό. Έβλεπα όμως μερικά πράγματα που δεν με ανέπαυαν. Μια φορά τον ρωτάω: «Τι ώρα είναι;». «Με τα μυαλά τα δικά σου πάει το ρολόι!», μου λέει. Ε, τότε είπα: «Δεν συμφέρει να συνεχίσω έτσι. Θα συμμαζέψω σιγά-σιγά ‘’τα μυαλά μου’’, γιατί δεν ωφελείται». Κανονικά αυτός, αν ήταν φιλότιμος, έτσι όπως του φερόμουν, έπρεπε να διαλυθή. Αλλά είδα ότι δεν με χωρούσε, δεν με καταλάβαινε. Ύστερα μόνος του έφυγε· δεν τον έδιωξα. Βλέπεις, η ανοχή, η αγάπη κάνουν τον αναιδή πιο αναιδή και τον φιλότιμο πιο φιλότιμο.

Η καλωσύνη βλάπτει τον αμετανόητο

- Γέροντα, θυμάμαι, μια φορά με είχατε μαλώσει πολύ.

- Αν χρειασθή, πάλι θα σε μαλώσω, για να πάμε όλοι μαζί στον Παράδεισο. Τώρα θα λάβω δρακόντεια μέτρα!... Κοίταξε, έχω τυπικό πρώτα να δώσω στον άλλον να καταλάβη ότι χρειάζεται το μάλωμα και ύστερα να τον μαλώσω. Καλά δεν κάνω; Εγώ, επειδή μαλώνω τον άλλον, όταν βλέπω να κάνη κάτι βαρύ, γίνομαι κακός. Αλλά τι να κάνω; να αναπαύω καθέναν στο πάθος του, για να είμαι τάχα καλός μαζί του, και μετά να πάμε όλοι μαζί στην κόλαση; Ποτέ δεν με πειράζει η συνείδηση, όταν μαλώνω κάποιον ή του κάνω παρατήρηση κι εκείνος στενοχωριέται, γιατί από αγάπη το κάνω, για το καλό του. Βλέπω ότι δεν καταλαβαίνει πόσο πλήγωσε τον Χριστό με αυτό που έκανε, γι’ αυτό τον μαλώνω. Εγώ πονάω, λειώνω εκείνη την ώρα, αλλά δεν με πειράζει η συνείδηση, γιατί τον μάλωσα. Μπορώ να πάω να κοινωνήσω ήσυχος, χωρίς να εξομολογηθώ. Νιώθω μέσα μου μια παρηγοριά, μια χαρά. Γιατί για μένα παρηγοριά και χαρά είναι η σωτηρία της ψυχής.

- Γέροντα, μου περνά ο λογισμός ότι μου μιλάτε παρηγορητικά, ή γιατί δεν σηκώνω την αυστηρότητα ή γιατί μου έχετε πει πολλές φορές να κάνω κάτι και δεν το έκανα, οπότε με αφήνετε.

- Ευλογημένη ψυχή, με την σωτηρία της ψυχής σου θα παίζω; Ο νέος κάνει πρόβες. Ο μεγάλος έχει κρίση και βαδίζει σταθερά. Να νιώθης σιγουριά. Αν δω κάτι στραβό, είτε από μακριά είτε από κοντά, θα σου το πω. Εσύ έχε εμπιστοσύνη και ειρήνευε. Α, δεν μ’ έχετε καταλάβει εμένα! Έτσι εύκολα θα αναπαύω λογισμούς; Όταν βλέπω ότι η ψυχή είναι ευαίσθητη ή συγκλονίζεται ολόκληρη από την συναίσθηση του σφάλματός της, τι να πω; Τότε την παρηγορώ, για να μην πέση στην απελπισία. Όταν όμως βλέπω πέτρα την καρδιά, τότε μιλώ αυστηρά, για να την ταρακουνήσω. Αν ένας προχωράη προς τον γκρεμό και του λέω: «προχώρα, πολύ καλά πας», δεν εγκληματώ; Το κακό με μερικούς είναι που δεν πιστεύουν, όταν τους λες να μην ανησυχούν, και βασανίζονται. Αν δω κάτι κακό, πως δεν θα το πω; Πως να αφήσης τον άλλον να πάη στην κόλαση; Όταν έχης ευθύνη, θα βάλης και τις φωνές, όταν χρειάζεται. Για μένα πιο καλά είναι να μη μιλάω, αλλά δεν μπορώ, όταν έχω ευθύνη.

Ύστερα να προσέξη κανείς το εξής: Μου κάνεις λ.χ. ένα κακό· εγώ σε συγχωρώ. Μου ξανακάνεις κάποιο άλλο κακό· πάλι σε συγχωρώ. Εγώ είμαι εντάξει, αλλά, εάν εσύ δεν διορθώνεσαι, επειδή σε συγχωρώ, αυτό είναι πολύ βαρύ. Άλλο εάν δεν μπορής τελείως να διορθωθής. Να προσπαθήσης όμως να διορθωθής, όσο μπορείς. Όχι να αναπαύης τον λογισμό σου και να λες: «Αφού με συγχωρεί, εντάξει τακτοποιήθηκα και δεν βαριέσαι, δεν χρειάζεται στενοχώρια». Μπορεί κάποιος να σφάλλη, αλλά αν μετανοή, κλαίη, ζητάη με συστολή συγχώρηση, αγωνίζεται να διορθωθή, τότε υπάρχει η αναγνώριση και πρέπει και ο πνευματικός να συγχωράη. Αν όμως δεν μετανοή και συνεχίζη την τακτική του, δεν μπορεί αυτός που έχει την ευθύνη της ψυχής του να γελάη. Η καλωσύνη τον αμετανόητο τον βλάπτει.

Ο σεβασμός της ελευθερίας του άλλου

- Γέροντα, είναι δυνατόν κανείς συνειδητά να κρύβη μια πτώση του από τον πνευματικό του;

- Ναι, αλλά, και αν ξέρη ο πνευματικός την πτώση του ή κάτι καταλαβαίνη, δεν συμφέρει, ούτε θα τον ωφελήση, να του το πη. Πολλές φορές βλέπω στον αγώνα του άλλου, κάτι καταλαβαίνω ή ξέρω τι έχει κάνει, όμως από σεβασμό δεν του λέω τίποτε, αν δεν μου το πη ο ίδιος. Το θεωρώ εκβιασμό, ατιμία, να του το πω, την στιγμή που εκείνος δεν θέλει μόνος του να το φανερώση. Είναι λεπτό το θέμα, γιατί θα τον ρεζιλέψης. Πώς να βιάσης τον άλλον; Υπάρχει ελευθερία. Εκτός αν δω ότι κινδυνεύει και δεν πρόκειται να βοηθηθή από αλλού ή ότι έχει άγνοια και θα σπάση τα μούτρα του, θα καταστραφή, τότε θα κοιτάξω με τρόπο να του πω κάτι.

Είναι καλύτερα να δίνης στον άλλον να καταλαβαίνη που φταίει, εφόσον το ζητήση, και να χτυπά μόνος του τον παλαιό του άνθρωπο, γιατί έτσι πονά λιγώτερο. Βλέπεις, κι ένα παιδάκι, όταν πέση μόνο του και χτυπήση, κλαίει λιγώτερο απ’ ό,τι κλαίει, αν πέση, γιατί το έσπρωξε ένα άλλο παιδί. Για να πη κανείς στον άλλον να κάνη κάτι, πρέπει αυτός που θα το ακούση να είναι ταπεινός και αυτός που θα το πη να είναι δέκα φορές πιο ταπεινός και να προσπαθή να το εφαρμόζη αυτό που θα πη. Θα κάνω ενάμισι εγώ, για να πω στον άλλον να κάνη ένα, και πάλι θα σκεφθώ αν το πω.

Βέβαια, ο έλεγχος γίνεται πάντοτε σε άνθρωπο που είναι δικός σου ή γνωστός. Ο πνευματικός θα δη τι δικαιώματα του έδωσε ο άλλος και τι ευθύνη έχει γι’ αυτόν και ανάλογα θα φερθή. Όταν έχη αναλάβει την ευθύνη της ψυχής, τότε επιβάλλεται ο έλεγχος, φυσικά με διάκριση. Δεν βοηθάει όμως να κάνης στον άλλον τον δάσκαλο και να τον ελέγχης για τις συνήθειές του, αν εκείνος δεν σου δώση το δικαίωμα. Είναι σαν να μπη κάποιος στο κελλί μου και να μου αλλάξη τα πράγματα, να μου βάλη το κανδήλι εδώ, το κρεββάτι εκεί, να κρεμάση το κομποσχοίνι αλλού, χωρίς να με ρωτήση.

Αγάπη πνευματικού προς τον εξομολογούμενο

Ο χαριτωμένος πνευματικός αγαπάει και πονάει την ψυχή, γιατί γνωρίζει την μεγάλη αξία της. Την βοηθάει στην μετάνοια, την ξαλαφρώνει με την εξομολόγηση, την ελευθερώνει από το άγχος και την οδηγεί στον Παράδεισο. Ο πνευματικός ονομάζεται «πατήρ», γι’ αυτό πρέπει να προσπαθήση να είναι αληθινός πατέρας· να νουθετή με θεϊκή αγάπη και στοργή. Να έρχεται στην θέση του κάθε εξομολογουμένου και να ζη τον πόνο του, ώστε ο εξομολογούμενος να βλέπη στο πρόσωπό του ζωγραφισμένο τον δικό του πόνο. Αυτό χρειάζεται ιδιαίτερα στην εποχή μας, που οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από λίγο δροσερό νερό, και όχι από δυνατό ξίδι. Οι περισσότεροι, επειδή δέχονται επιδράσεις δαιμονικές, δύσκολα δέχονται μια πνευματική συμβουλή ή μια παρατήρηση. Γι’ αυτό και το μάλωμα πρέπει να γίνεται με αγάπη· η υπόδειξη του σφάλματος με λεπτό τρόπο, με γέλιο ή με ένα αστείο.

Η αγάπη πληροφορεί, ενώ τα ψυχικά πάθη προδίδουν τον άνθρωπο. Όταν δεν υπάρχη αγάπη, η παρατήρηση μπορεί να γίνεται με όμορφο τρόπο, αλλά ο άλλος κλωτσάει, γιατί αισθάνεται το ανθρώπινο στοιχείο στην συμπεριφορά μας. Ενώ, όταν το μάλωμα γίνεται με πόνο και αγάπη, ο άλλος μπορεί να στενοχωριέται, αλλά στο βάθος δεν πληγώνεται, γιατί νιώθει την αγάπη. Γνωρίζω έναν πνευματικό που είναι αρκετά παχύς – φυσικά είναι και η κράση του, αλλά μπορεί και στο φαγητό λίγο να μην προσέχη -, ξέρετε όμως πόσο πονάει για τον άλλον, πόσο ενδιαφέρεται για τους πονεμένους; Αυτός έχει ταπείνωση, γιατί λέει ότι δεν κάνει άσκηση, αλλά παράλληλα έχει πολλή καλωσύνη, και έτσι πολλοί αναπαύονται περισσότερο σ’ αυτόν παρά σε έναν ασκητικό πνευματικό.

Ένας πνευματικός, που δεν είναι αποφασισμένος να πάη ακόμη και στην κόλαση για την αγάπη των πνευματικών παιδιών του, δεν είναι πνευματικός.


Σημειώσεις

[i] Το 1966 ο Γέροντας έκανε στο Σανατόριο εγχείρηση στους πνεύμονες, επειδή έπασχε από βρογχεκτασία.

[ii] Στην Ι. Μονή Εσφιγμένου, 1953-1956.

[iii] Α’ Τιμ. 6, 12.

[iv] Βλ. Οσίου Μάρκου του Ασκητού, Περί των οιομένων εξ έργων δικαιούσθαι, κεφ. ρνε’, Φιλοκαλία των ιερών Νηπτικών, τόμος Α’, σ. 120.

[v] Βλ. Ψαλμ 106,1.

[vi] Βλ. Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα, σ. 15-40.

[vii] Βλ. Γεν. 9, 20-27.

[viii] Ψαλμ. 50, 5.

[ix] Αντιπρόσωποι του Πατριαρχείου.

[x] Α’ Κορ. 11, 29.

[xi] Βλ. Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου, Επιστολή 217, παρ. 84, PG 32, 808B: «Ου γαρ πάντως τω χρόνω κρίνομεν τα τοιαύτα, αλλά τω τρόπω της μετανοίας προσέχομεν».

[xii] Συλλογή Κανόνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία περιέχει τους Ιερούς Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων, τους Αποστολικούς Κανόνες, καθώς και τους Κανόνες των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, με σύντομη ερμηνεία. Την συνέταξαν κατά το 1793 ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και ο μοναχός Αγάπιος.

[xiii] Δαδένιος,: γερός, ανθεκτικός.

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Synaxis of the Heavenly Bodiless Angelic Powers


By St. Dimitri Rostov

Tthe Holy Church, which rejects the impious worship of angels devised by idolaters and heretics of old, has received from the divinely inspired Fathers the tradition of celebrating with reverence the Synaxis of the Holy Angels. In the days of the Old Testament, the people of God, having fallen away from their Creator, began to worship that which the Lord created. They made idols after the likeness of things visible, of that which is in heaven above and earth beneath, the work of their own hands. At that time, when the people offered oblations unto the sun, the moon, and the stars as gods, imagining that these possessed living souls, they also began to worship angels. The Book of Kings makes mention of this, saying that they "burned incense unto Baal, to the sun, and to the moon, and to the twelve signs of the Zodiac, and to all the host of heaven," that is, to the angels; for the host of heaven is comprised of the angels, as is said in the Gospel: "And suddenly there was with the angel a multitude of the heavenly host."

This impious worship of the angels spread through many lands in the days of the holy apostles. The holy Apostle Paul sought to root it out when he wrote to the Colossians, saying, "Let no man beguile you in voluntary humility and worshipping of angels, intruding into those things which he hath not seen, vainly puffed up by his fleshly mind, and not holding the Head," which is Christ; for there were at that time certain heretics who made a show of humility but proudly imagined that they were like the angels because of their abstinence and the purity of their lives. These men taught that angels were to be worshipped in the same manner as God. After this, there arose other heretics who taught that the angels were the makers of the visible creation and that they are more honorable and exalted than Christ, the Son of God, since they are bodiless.These heretics called the Archangel Michael the God of the Hebrews. Finally, still others appeared, who devoted themselves to sorcery and deceived the people, calling upon the demons whom they served under the name of angels. This heresy grew especially strong in Colossae, a city under the jurisdiction of the metropolitan see of Laodicea, where many secretly worshipped the angels in an impious manner akin to idolatry. The local council of the holy fathers that met at Laodicea denounced this heresy, but while it anathematized and rejected the heretical worship of angels, it decreed lawful the pious and proper veneration of the holy angels as God’s servants and the guardians of the race of man, establishing the celebration of the festival held in their honor on this day. Thus it was in Colossae, where the evil and heretical worship of the angels had once appeared in secret, that the Orthodox first began to celebrate the feast of the Synaxis of the Angels. Many splendid temples dedicated to the holy Archangel Michael were built there, such as the most glorious and wondrous church erected in Chonae over the wonder-working spring where the holy Chief Commander Michael appeared to Saint Archippus. The council decreed that the feast of the angels be celebrated in November, the ninth month counting from March, when the world was created, since there are nine orders of angels, according to Saint Dionysius the Areopagite, the disciple of the holy Apostle Paul. Saint Paul was taken up to the third heaven, where he saw how the holy angels are divided into ranks, and he told his disciple of this. These nine ranks are grouped in three hierarchies of three orders: the highest, the middle, and the lowest.


The highest hierarchy of angels, which is the nearest to the Most Holy Trinity, consists of the seraphim, the cherubim, and the thrones. Closest of all to the Creator and Fashioner stand the seraphim, beloved of God, of whom Isaiah said, "Seraphs stood round about Him: each one had six wings." They are like fire, because they stand nearest to Him of Whom it is written: "Our God is a consuming fire, and His throne is like a fiery flame, and The sight of the glory of the Lord was like a devouring fire." Since they stand before such fiery glory, the seraphim are themselves fiery, as it is written: "He maketh His angels spirits, and His ministers a flame of fire." They burn with love for God and kindle the love of God in others, as their name itself reveals, for in the Hebrew tongue "seraphim" means "burning" or "consuming."

The divinely wise cherubim stand next after the seraphim in the presence of God the All-knowing, Who dwells in transcendent light. These angels, who abide in God’s ineffable light, themselves ever shine more brilliantly than the orders below them with the light of righteousness and the knowledge of God and His wisdom. They are themselves radiant and illumine others; therefore, they are called cherubim, which in Hebrew means "much wisdom," or "an effusion of wisdom." Through the cherubim wisdom is poured out, and through them the noetic eyes of others are illumined, enabling them to see the glory of God and to know Him.

The thrones stand after the cherubim before the exalted throne on high. They are called God-bearing by Saint Dionysius, since, according to the explanation offered by Saint Maximus the Confessor, God noetically rests upon them as upon noetic thrones. Saint Basil writes that they are called God-bearing not according to their essence but because of the grace vouchsafed them and the service entrusted to them. The flesh of Christ the Lord, however, is God-bearing by essence, hypostatically joined with God the Word Himself. Christ’s flesh bears God the Word in an undivided union and is called, and ever remains, His true and living flesh, but the thrones are called God-bearing because they bear God within themselves in an ineffable and inexpressible manner, not by nature but because of the grace and service entrusted to them. Seated upon them in a way that cannot be described, God ordains His judgments, as David said: "Thou hast sat upon a throne, 0 Thou that judgest righteousness." Therefore, it is through the thrones that God brings to pass His righteous judgments, for they are the ministers of His justice, imparting to the tribunals of magistrates here below, and to kings and lords, the ability to pass righteous judgment.

There are three ranks in the middle hierarchy of the holy angels as well: dominions, powers, and virtues. The dominions are so called because they rule over the angels subject to them, while they are themselves free, since, as Saint Dionysius says, they have set aside servile fear and ever serve the Lord willingly and gladly. They pour down upon the authorities ordained by God here below power to rule wisely and to exercise dominion judiciously, governing well the lands entrusted to them. They also teach us to rule over our senses, to subdue our disorderly lusts and passions, to subject the flesh to the spirit, to exercise authority over our will, and to prevail over every temptation.

The powers, full of divine might, serve the mighty and powerful will of the all-powerful and omnipotent Lord without hesitation or delay. They work exceedingly great marvels and impart the grace to perform similar miracles upon those of God’s favorites who have been deemed worthy to work wonders, to heal every illness, and to foretell the future. Likewise, the holy powers strengthen men as they labor and are heavy laden in bearing the yoke of their various burdens, strengthening them to fulfill the obligations of their station in life and helping the feeble in their weakness. They assist every man to be patient and not to weaken in trials, but to endure everything that comes to pass with nobility of soul and resolute courage, humbly giving thanks to God, Who orders all things for our benefit.

The virtues bear their name because they have authority over the devil. They subdue the power of the demons and ward off the temptations which the spirits of evil bring upon men, and they forbid the demons to harm men as they desire. The virtues confirm those who labor for virtue’s sake in their spiritual undertakings and struggles, protecting them, lest they be deprived of the spiritual kingdom. Those who war with their passions and desires the virtues’ help in the day of battle, assisting them in dispelling every wicked thought and the enemy’s calumny and in overcoming the devil.

The three orders in the lowest hierarchy are the principalities, archangels, and angels. The principalities are so called because they rule over the angels below them and direct them to fulfill God’s commands. It is they who watch over the world, protecting and guarding every kingdom and principality, every province and people, tribe and nation, for each of these has its own angel of this rank as guardian and governor. According to Saint Gregory, it is the duty of this order to teach men to render to all in authority the honor due their station. These angels usher worthy men into such positions as they merit and instruct them not to use their offices for their own gain or profit, nor to become vainglorious or full of conceit, but to honor God, to increase His glory and to spread word of it, for the benefit of all those under their authority.



The archangels are the great messengers of good, eminent, and wondrous tidings. According to the renowned Dionysius, it is they who deliver prophecies to men, enlightening them so that they may know and understand the will of God. They learn of God’s will from the higher ranks and entrust the secrets thereof to the angels below them, who in turn declare them to men. Saint Gregory the Dialogist says that they spread abroad the faith among men, illuminating their minds with the light of the knowledge of the Holy Gospel and revealing to them the mysteries of the Orthodox faith.

The angels occupy the lowest position in the hierarchy of heaven and are the closest of its ranks to men. They reveal the lesser mysteries of God and His intentions to men, whom they guide to live virtuously and righteously. Each of the faithful is entrusted to one of them. They support those of us who stand firm, and they raise up the fallen. Even if we sin, they do not forsake us but are always ready to help us, if only we desire it.

Nevertheless, the name angel is proper to the higher ranks of heaven, for even if each has its own place and position and its own name which accords with the manner of grace bestowed upon it, that is to say, seraphim, cherubim, throne, and so forth, they are still all called angels; for in this sense the name refers not to what they are in essence but to the manner of service they perform. All of them alike are angels, since they fulfill God’s commands, as it is written: "Are they not all ministering spirits, sent forth to minister?" Each order has its own ministry, and their ministrations differ, because the wise Creator does not reveal the mysteries of His divine will to each rank equally. He manifests His sacred will to the lower orders through the higher and through the latter commands the former to fulfill the dictates of His will, as may plainly be seen in the book of the Prophet Zechariah. This book tells how, after a certain angel had spoken with the prophet, that angel met another angel, who commanded him to return to the prophet and to reveal to him the future of Jerusalem. Thus it is written, "Behold, the angel that talked with me went forth, and another angel went out to meet him, and said unto him, Run, speak to this young man," (that is, to the prophet Zechariah) "saying, Jerusalem shall be inhabited as a town withoutwalls for the multitude of men and cattle therein, for I, saith the Lord, will be unto her a wall of fire round about." Saint Gregory expounds, "When one angel says to the other, Run, speak to this young man, there can be no doubt that certain angels dispatch others here and there and that the lower ranks are sent while it is the higher orders that send them." Similarly, we find in the prophecy of Daniel that one angel tells another to explain to the prophet the vision which he saw. Therefore, it is clear that the lower ranks of angels learn of the will and intentions of the divine Creator from the higher orders and are sent by the latter to do His desire.

It is fitting that the Orthodox Church here below should celebrate the synaxis and seek the aid of all nine orders of the holy angels on the eighth day of this month of November, sending up fervent entreaty unto them; for on the fearful day of judgment, which the divine teachers of the Church call the eighth day, when He Who is the Son of Man and God, the righteous Judge, "shall come in His glory, and all the holy angels with Him," as the Lord Himself prophesied in the Holy Gospel, all the ranks of angels shall be gathered together. "He shall send His angels with a great sound of a trumpet, and they shall gather together His elect from the four winds" that is, from the east, the west, the north, and the south. May the Lord then summon us, who reverently celebrate the Synaxis of the Angels, into the choir of the chosen!

The holy Chief Commander Michael, the faithful servant of the Lord, was appointed by God as general and commander over the entire assembly of the nine angelic orders. When Satan exalted himself in pride, fell away from God into perdition, and was cast into the abyss, Michael called together all the ranks and hosts of angels and cried out with a mighty voice, "Let us attend! Stand aright before Him Who created us, and do not consider doing what is not pleasing to God. Behold what has befallen those created with us, who until now were communicants of the divine light! Behold how they were straightway exiled from light into darkness because of pride, cast from the heights into the abyss! Behold how the morning star, which lit up the dawn, has fallen to earth and been crushed!"

When Michael, who stood foremost among the seraphim, the cherubim, and all the ranks of heaven, said this to the entire assembly of the angels, they glorified the most holy and undivided Trinity, one in essence, the one God; and together they chanted the triumphal hymn: "Holy, holy, holy, Lord God of Sabaoth, heaven and earth are full of Thy glory!"

It is this assembly of the holy angels that we venerate on the present feast of the Synaxis of the Angels; for they ever glorify the Father, Son, and Holy Spirit attentively and harmoniously, with one mind, heart, and voice. May we mortals also glorify Him unto the ages. Amen.


The local Council of Laodicea, which rejected the impious worship of angels in its thirty-fifth canon but decreed lawful the pious veneration of angels and established the feast of their synaxis, was held shortly before the first great ecumenical council which met in the city of Nicea. The Council of Laodicea was convened in the year 319 after the Nativity of Christ, or according to certain authorities, in the year 320 or 321, while Saint Silvester was Pope of Rome. Thirty-two bishops attended this council, over which the Metropolitan of Laodicea Nunechius presided. Some say that Theodotus was Metropolitan at that time, but it is more likely that it was Nunechius who presided at the council.


Apolytikion in the Fourth Tone
O Commanders of the Heavenly Host, we the unworthy beseech you, that through your entreaties you will fortify us, guarding us in the shelter of the wings of your ethereal glory, even as we fervently bow before you crying: "Deliver us from all danger, as Commanders of the Powers on high! "

Kontakion in the Second Tone
Chief Commanders of God; ministers of divine glory; guides for men and leadership of the Incorporeal; as Chief Commanders of the Incorporeal, plead for our welfare and for great mercy.


http://o-nekros.blogspot.com/2010/11/synaxis-of-heavenly-bodiless-angelic.html

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ὁ ἐν Αἰγίνῃ


Μία εργασία του εκπαιδευτικού Θεολόγου-Φιλολόγου π. Γεωργίου Δορμπαράκη προς τους μαθητές.
http://www.agiazoni.gr/videogallery.php?id=51747464606411196919

Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010

Ο ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ Ο ΠΑΝΟΡΜΙΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΜΙΑΚOI

ΤΗΣ ΕΛΕΝΗ ΖΑΧΑΡΙΟΥ - ΜΑΜΑΛΙΓΚΑ

Ο Μιχαήλ Αρχάγγελος θεωρήθηκε από τους Ιουδαίους Προστάτης του Ισραήλ, από τους Χριστιανούς Προστάτης του Νέου Ισραήλ ,δηλαδή της Εκκλησίας του Χριστού και στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας Προστάτης του Αυτοκράτορα και ταυτόχρονα Προστάτης του βυζαντινού στρατού ως Αρχιστράτηγος των ουρανίων στρατιών , των αγγέλων.

Από τον 5ο , ίσως και από τον 4ο μ.Χ. αιώνα, άρχισαν οι Χριστιανοί να αφιερώνουν ναούς στους αγγέλους.
Σύμφωνα με την παράδοση ο Μέγας Κωνσταντίνος ίδρυσε στην Κωνσταντινούπολη το <<Μιχαήλιον>> ιερό αφιερωμένο στον Αρχάγγελο Μιχαήλ.
Στη Μικρά Ασία και συγκεκριμένα στις Χώνες της Φρυγίας , κοντά στις αρχαίες Κολοσσές, όπου ο Αρχάγγελος Μιχαήλ πραγματοποίησε μέγα θαύμα, <<Το εν Χώναις θαύμα>> , ιδρύθηκε λαμπρότατος ναός αφιερωμένος στη χάρη Του , στον οποίο επραγματοποιούντο πολλά θαύματα.


Σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία , με εστία τη Φρυγία , οι πιστοί ευλαβούντο πολύ τους αγγέλους και ιδιαίτερα τον Αρχάγγελο Μιχαήλ , έφθασε δε μια μερίδα , τον 4ο μ.Χ. αιώνα, να απονέμει στους αγγέλους λατρευτική προσκύνηση.
Έτσι αναφάνηκε εκεί η αγγελολατρία που οι οπαδοί της , οι αγγελικοί , λάτρευαν τους αγγέλους , αντί να τους απονέμουν τιμητική μόνο προσκύνηση.
Η Εκκλησία με τη Σύνοδο της Λαοδικείας το 363 μ.Χ. καταδίκασε ως αίρεση την αγγελολατρία με το 35ο Κανόνα της και τους αγγελικούς ως αιρετικούς. Διακήρυξε δε, ότι μόνο στο Θεό αρμόζει λατρεία , ενώ στους αγγέλους και τους αγίους απονέμεται τιμητική μόνο προσκύνηση.

Απόηχος του μεγάλου σεβασμού των Χριστιανών της Μικράς Ασίας προς τους αγγέλους και ιδιαίτερα προς τον Αρχάγγελο Μιχαήλ έφθασε στη Σύμη.
Η Σύμη μικρό, ορεινό και άγονο νησί στο στόμιο του Κόλπου της Σύμης , που περιέχεται μέσα στον ευρύτερο κόλπο της Δωρίδας, στα ΝΔ παράλια της Μ. Ασίας σαν προέκτασή της , αποτελούσε ανέκαθεν ένα ενιαίο χώρο, οικονομικό και πολιτισμικό , με την απέναντί της μικρασιατική παραλιακή ζώνη, τα Πέρα, έχοντας μαζί της εμπορικές ανταλλαγές υλικών αγαθών και πολιτιστικές αλληλεπιδράσεις .
Ως εκ τούτου, η Σύμη, καθώς είχε πυκνή επικοινωνία με τη Μ.Ασία , ενστερνίστηκε τον μεγάλο σεβασμό των εκεί χριστιανών προς τους αγγέλους και μάλιστα προς τον Αρχάγγελο Μιχαήλ.
Οι Συμιακοί , θαλασσινοί στην πλειονότητά τους , στο πρόσωπο του Αρχαγγέλου Μιχαήλ είδαν τον ταχύτατο και αποτελεσματικό Προστάτη τους στους κινδύνους της θάλασσας και της στεριάς, τον φερέγγυο Μεσολαβητή προς τον Θεό για την ικανοποίηση των αιτημάτων τους, τον πρόθυμο Παραστάτη και Φύλακά τους στον δρόμο της ζωής τους.
Δεν είναι λοιπόν να απορούμε , γιατί οι Συμιακοί ίδρυσαν στη Σύμη 9 ναούς (2 Μόνες και 7 εξωκλήσσια), όσα και τα τάγματα των αγγέλων και τους αφιέρωσαν στον Αρχάγγελο Μιχαήλ.Όσες Μονές και Εξωκκλήσια πανηγυρίζουν στις 8 Νοεμβρίου ( : Σύναξη των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ), εορτάζουν <<δευτερευόντως >> και στις 6 Σεπτεμβρίου (ανάμνηση του εν Χώναις θαύματος του Αρχαγγέλου Μιχαήλ) και όσες πανηγυρίζουν στις 6 Σεπτεμβρίου εορτάζουν και στις 8 Νοεμβρίου.
Οι περισσότερες από τις προσωνυμίες που δόθηκαν στον Αρχάγγελο Μιχαήλ στις Μονές και στα Εξωκκλήσια του στη Σύμη είναι δηλωτικές της τοποθεσίας ή του ονόματος του ιδιοκτήτη της τοποθεσίας , όπου κτίστηκαν.
Μόνο οι προσωνυμίες Κουρκουνιώτης και Θαρρινός αναφέρονται σε ιδιότητες του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.

Από όλες τις Μονές και τα Εξωκκλήσια της Σύμης ξεχωρίζει η Ιερά Μόνη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ του Πανορμίτη , ο Πανορμίτης ή Παερμιώτης.
Ο Πανορμίτης, κτισμένος στα ΝΔ της Σύμης , στον μυχό του Πανόρμου ή Πανέρμου που είναι ένα ασφαλέστατο λιμάνι στο γραφικότερο τοπίο του νησιού , αποτελεί φυσικό καταφύγιο των ναυτιλλλομένων σε καιρό τρικυμίας.
Η τοποθεσία της Μονής Πανορμίτη είναι εξαίρετη. Βρίσκεται στον εμπορικό δρόμο που συνδέει την Κωνσταντινούπολη με την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου , που ήταν από το 18ο μ.Χ. αιώνα καινούργιος εμπορικός άξονας της Μεσογείου.
Ξεκινώντας ο ναυτικός από την Κώνσταντινούπολη με προορισμό την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και περιπλέοντας τα παράλια της Νοτιοδυτικής Μ. Ασίας, περνούσε έξω από το λιμάνι του Πανορμίτη.
Όλα σχεδόν τα εμπορικά σκάφη , καθώς και εκείνα που μετέφεραν προσκυνητές στους Αγίους Τόπους , όταν περνούσαν έξω από το νησί της Σύμης ,-όχι μόνο σε περίπτωση τρικυμίας αλλά σχεδόν πάντοτε-, έμπαιναν στο λιμάνι του Πανορμίτη για να προσκυνήσουν οι ναυτικοί τον Μεγαλόχαρο.
Αυτό καταδεικνύεται και από τις χρηματικές δωρεές και από τις προσφορές ειδών και αφιερωμάτων, που προσέφεραν στη Μονή του Πανορμίτη οι πλοίαρχοι εμπορικών σκαφών , που εισέπλεαν στο λιμάνι του Πανορμίτη.

Το πλήθος των θαυμάτων του Αρχαγγέλου Μιχαήλ του Πανορμίτη σε διάφορες περιστάσεις (:κινδύνου ναυαγίου ή πνιγμού στη θάλασσα, ασθένειας, οικογενειακών προβλημάτων, οικονομικής δυσπραγίας) τον καθιέρωσε σε Πολιούχο της Σύμης και προσέδωκε μεγάλη αίγλη στη Μονή του στο λιμάνι του Πανόρμου της Σύμης.
Του απέδωσαν επίσης της προσωνυμία του Προστάτη και Βοηθού των θαλασσινών (: ναυτικών, ψαράδων, σφουγγαράδων) όχι μόνο των Δωδεκανήσων, αλλά και των νησιών και λιμανιών όλου του Αιγαίου και εξακόντισαν την ακτινοβολία της φήμης του και της Ιεράς Μονής του έξω από τη Σύμη και την Ελλάδα , ακόμη και σε μακρινές χώρες.
Η αυτοκράτειρα της Ρωσίας Μεγάλη Αικατερίνη απέστειλε στη Μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ του Πανορμίτη πολύτιμα δώρα : Ένα ΄Αγιο Ποτήριο , ένα βαρύτιμο και περίτεχνο κάλυμμα του Ευαγγελίου , ένα χρυσοκέντητο Επιτάφιο πάνω σε βαθυκόκκινο βελούδο και μια μεγάλη καμπάνα με ποσότητα χρυσού στο μέταλλό της , που την κάνει ιδιαίτερα γλυκόηχη.

Οι Συμιακοί ένιωθαν και νιώθουν ασφαλείς , που έχουν Προστάτη και Φύλακα τον Αρχάγγελο Μιχαήλ τον Πανορμίτη , ένα Αρχιστράτηγο των Ουρανίων στρατιών.
Σ΄ αυτόν ανέθεσαν την προστασία και της διαφύλαξη από τους κινδύνους των παιδιών και των συζύγων τους οι Συμιακές:


--<<Ω Παερνιώτη Συμιακέ και με τους μαμουdζάδες (= μπότες), βοήθα τους θαλασσινούς κι όλους τους βουττηστάδες (= γυμνοί δύτες)>> (Ελ.Ζ.Μ.) --<<Χρουσό bαερμιωτάκι μου, με τα ΄κατώ καdήλια, γλέπε μου το παιδάκι μου,΄α σου τα κάμω χίλια>> (Ελ.Ζ.Μ.) --<<΄Α πάω θέλω να γραφτώ σκλάβα στον bαερνιώτη, για να φυλάει του γιούκα μου την ακριβή dου νιότη>> (Ν.ΧΑΒ.)

Κι όταν, σαν ηρωίδες του Παπαδιαμάντη , οι Συμιακές σπεύδουν στα ξωκκλήσια για να παρακολουθήσουν την Θεία Λειτουργία που τελείται με δική τους πρωτοβουλία , είναι σχεδόν αδύνατο να μη ζητήσουν και τη συμπαράσταση του Αρχαγγέλου:

Το bαερνιώτη βάλλω bρός (=εμπρός) και τος Σωτήρη (=τον Σωτήρα Χριστό) πίσω, Τη bαναγιά τη Στρατερή πάω να λειτουργήσω, ΄Α ΄ψω (=να ανάψω) τα καdηλάκια Της και να τη φροκαλήσω (=σκουπήσω). (Ν.ΧΑΒ.)

Στα συμιακά νανουρίσματα η μητέρα του βρέφους μαζί με την Παναγία και τον Χριστό, επικαλείται και τον Αρχάγγελο Μιχαήλ με τις προσωνυμίες που έχει στις Μονές και τα Εξωκκλήσια της Σύμης:


Νάννι νάννι ναννουριάdζω (=νανουρίζω) Και της Παναγιάς φωνάdζω, Για να θρέψει το παιδίμ μου Και να γιάνει (=γιατρέψει) την ψυχήμ μου. Έλα Παναγιά Μεγάλη (: Παναγία του Κάστρου) Στου παιδιού μου το κεφάλι. Φώναξε του Παερμιώτη, Να του δώννει ωραιότη. Φώναξε του Κουρκουνιώτη, Με την όμορφή dου νιότη (= κορμοστασιά) Φώναξε και του Σωτήρη (= του Σωτήρα Χριστού), Να το κάμει νοικοκύρη. Φώναξε του Μιχαήλη , Να ΄ρτει να το με(γ)αλύνει. Φώναξε του Κοκκιμίδη, Που ΄χει χάδια να του γίδει (= δίνει). Παναγιά μου, Παναγιά μου, Θάρρος και παρηγοριά μου!
(Ν.ΧΑΒ.)


Η ίδια θερμή πίστη της μάνας προς τη Μητέρα όλου του κόσμου, την Παναγία , προς τον Χριστό και προς τον Πανορμίτη εκφράζεται και στο παρακάτω ταχτάρισμα:


Το παιδάκι μου ΄γαπώ Τίνα θα ΄βρω να το πω ΄Α το πω της Παναγιάς ΄Α του δώννει την υγειά. ΄Α το πω και του Σωτήρη, ΄Α το κάμει νοικοκύρη. ΄Α το πω του Παερμιώτη, ΄Α ΄ρτει κάτω να το γλέπει.
(Ν.ΧΑΒ.)

Στις βαφτίσεις που γίνονται στο Καθολικό της Μονής του Πανορμίτη πολλές φορές οι γονείς του παιδιού -ύστερα από τάξιμο- βάζουν νονό και τον ίδιο τον Αρχάγγελο Μιχαήλ τον Πανορμίτη.
Στις περιπτώσεις αυτές ο Ηγούμενος της Μονής ή ο ιερέας που θα τελέσει το Μυστήριο της Βάφτισης παίρνει από το Ιερό μια εικόνα του Αρχαγγέλου , δένει επάνω της την άκρη μιας μακριάς άσπρης κορδέλας , στερεώνει της άλλη της άκρη στην κολυμβήθρα και δίνει την εικόνα σε ένα αγόρι να την κρατάει και να στέκει πλάι στους αναδόχους.
Με τον τρόπο αυτό ο Πανορμίτης γίνεται συνανάδοχος και παίρνει υπο την προστασία του το νεοφώτιστο.
Το όνομα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ ή μια από τις προσωνυμίες του στις Μονές και τα Εξωκκλήσια του , είναι το επικρατέστερο βαφτιστικό όνομα στη Σύμη : Μιχάλης, Πανορμίτης, Θαρρινός, Θαρρινή, Καϊλλιώτης, Κοκκιμίδης, Περιbλιώτης.

Στους γάμους, όταν οι φίλες της νύφης λένε τα παινέματα ( =δίστιχα που εξυμνούν τα χαρίσματα της νύφης), για να εξάρουν την ομορφιά της , ως σημείο αναφοράς χρησιμοποιούν τη μορφή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, όπως εικονίζεται στις εικόνες του στις Μονές και τα Εξωκκλήσια της Σύμης :


Μάτια του Κουρκουνιώτη έχεις και bράτσα τ΄ Αυλακιώτη, Το καμαροφρυδάκις σου μοιάdζει του Παερνιώτη. (ΕΛ.Ζ.Μ.) Παλιού κρασιού χνουδιάν (=άρωμα) έχεις , παλιού μελιού γλυκάδα, Του Παερμιώτη μοιάdζεις του εις τη μελαχρινάδα. (ΕΛ.Ζ.Μ.)
Λίγο πριν την έναρξη του Μυστηρίου του Γάμου, οι κοπέλες που είπαν τα <<παινέματα>> στη νύφη και τον γαμπρό , συνηθίζουν να τραγουδούν το επόμενο δίστιχο μπροστά στην επιβλητική ασημοποίκιλτη εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ του Πανορμίτη , δίπλα από στο Ιερό του Καθολικού της Μονής Του:

Ω Παερμιώτη Συμιακέ, κατίβα (=κατέβα) απ΄το θρονίσ Σου. Στ΄αdρόϋνο bου γίνεται, να δώκεις την ευκή Σου.
(ΕΛ.Ζ.Μ.)

Από κανένα εικονοστάσι συμιακού σπιτιού δεν λείπει η εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ , τοποθετημένη πλάϊ στις εικόνες της Παναγία και του Χριστού.

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς η σκέψη των Συμιακών τρέχει , όπως πάντα στον αγαπημένο τους Αρχάγγελο Μιχαήλ, όπως φαίνεται από τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα που τραγουδιόντουσαν στη Σύμη γύρω στο τέλος του 19ου αιώνα :


Αρκιμηνιά κι αρκιχρονιά, ΄ψηλή μου δεdρολιβανιά ΄Ψηλό δεdρόν εβγήκε Ψηλά ΄ναι dα κλωνάρια του κι ολόχρυση η κορφή του Και στα περικλωνάρια του στέκετ(αι) η Παναγία. Κι ο Μιχαήλ Αρχάgελος επέρασε και λέεει: ΄Δωσήτε (δώσετε) μού τα κλειδιά τα μαργαριταρένα Να ΄ννοίξω το bαράδεισο να πιώ νερό δροσάτο Να ππέσω ν΄ αποκοιμηθώ σε μια μηλιά (α)πο κάτω Να ππέσου d΄ άνθη πάνω μου, τα μήλα στη bοδιάμ μου Και τα χρυσά τριαdάφυλλα τριγύρω στα μαλλιά μου"


Πού ΄χεις το γιο, τομ μονογιό, τογ γιό dο gανακάρη, Στολίdζεις το gαι λούννεις το και το σκολειό το bέbεις (=στέλλεις). Κι ο δάσκαλος τον έβγαλε για να καλαναρχήσει Κι εξίφυέ dου το κερί κι έκαψε dο χαρτί (=βιβλίο) dου Κι ελέρωσε dα ρούχα του τα χρυσοκεdημένα Οπού του τα κεdούσανε οι τρεις βασιλοπούλες : Η μια ήτο dου πρίgηπα κι άλλη του βεdζύρη, Και η τρίτη η μικρότερη ήτο dου βασιλέα,


Σας εύχομαι ΄Καλή νύχτα, χρόνους πολλούς να dζήτε. Δωσήτε μας το gόπομ μας, να πάμε σ΄άλλη bόρτα. Εις έτη πολλά και του χρόνου!>>.
(ΕΛ.Ζ.Μ.)


Τα δημιουργήματα της συμαϊκής λαϊκής μούσας καθρεφτίζουν γνήσια και καθαρά τα μύχια συναισθήματα των Συμιακών για τον Πολιούχο τους.
Νιώθουν γι΄ αυτόν αγάπη , τρυφερή στοργή, απόλυτη εμπιστοσύνη για τη δική του ανταπόκριση. Τον αισθάνονται δικό τους, συγγενή τους, πατριώτη τους, οικείο τους. Γι΄ αυτό και οι επικλήσεις τους:
<< Ω Παερμιώτη Συμιακέ>>, <<Παερμιωτάκιμ μου χρουσό>>.

Οι Συμιακοί παρέλαβαν βέβαια από τους Χριστιανούς της Μικράς Ασίας την τιμητική προσκύνηση και τον ευλαβικό σεβασμό προς τον Αρχάγγελο Μιχαήλ , όμως περνώντας τον μέσα από το φίλτρο της δικής τους ευαισθησίας και ψυχικής ιδιοσυστασίας , τον εταύτισαν με Φορέα της χαράς και Φρουρό της ευτυχίας.
Αξίζει να τονίσουμε ότι για το λόγο αυτό ο Συμιακός υποσυνείδητα τον αποσυνέδεσε από την ιδέα του ψυχαγωγού, παρόλον ότι ο Αρχάγγελος Μιχαήλ συνήθως, όπως συμβαίνει και στις Μονές και τα Εξωκκλήσια του στη Σύμη , εικονίζεται να πατάει σε ένα άπνοο σώμα του οποίου κρατά την ψυχή με το αριστερό του χέρι για να την μεταφέρει στον Θεό.
Γνωρίζει ασφαλώς πολύ καλά ο Συμιακός την παράδοση που θέλει τον Αρχάγγελο Μιχαήλ ψυχοπομπό, όπως αποδεικνύει το παρακάτω τετράστιχο:

Στου Παερνιώτη το πλατύ στεκούdαι (=στέκονται) τρεις παdιέρες. Η μια ΄ στράφτει κι η μια βροdά κι η μια καρδιές μαραίνει. Που ΄στράφτει ΄ναιν η Παναγιά και που βροdά ο Γιός Της Και που μαραίνει τις καρδιές είναιν ο Παερνιώτης.
(ΕΛ.Ζ.Μ.)

Όμως αρνείται πεισματικά να δεχθεί τη σχέση του Αρχαγγέλου Μιχαήλ με το θάνατο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά, αντίθετα προς τα κοινώς παραδεδειγμένα, αποδίδει τον θάνατο στην απουσία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ του Πανορμίτη:

Ο Παερνιώτης έλειπε κι η Παναγιά εκοιμάτο, Κι εβάλα dο κορμάκισ σου στην πλάκαν αποκάτω.
(Μ.ΣΚΕ.)

Οι Συμιακοί δηλαδή είναι ανυποχώρητοι στη θέση τους : ο Αρχάγγελος Μιχαήλ συνδέεται πάντοτε με τη ζωή και μόνο μ΄αυτήν.

Η ψυχή των Συμιακών γεμίζει περηφάνεια για τον Πολιούχο τους:

Από τα Δωδεκάνησα η Σύμη ΄ναιν η πρώτη , Γιατ΄έχει στις αgάλες της τομ μέγα bαερνιώτη.
(ΕΛ.Ζ.Μ.)

Αλλά και όλοι εκείνοι που μέσω των Συμιακών ναυτικών γνώρισαν τον Πανορμίτη , νιώθουν μεγάλη αγάπη και εμπιστοσύνη προς αυτόν.
Στα περισσότερα λιμάνια των Κυκλάδων συναντά κανείς σκάφη εμπορικά (όπως στην Αιγιάλη της Αμοργού) και ημερόπλοια τουριστικά (όπως στην γραμμή Πάρου-Αντίπαρου)με την ονομασία << Αρχάγγελος Μιχαήλ ο Πανορμίτης>>.

Η πολύ μεγάλη αγάπη των Συμιακών προς τον Πανορμίτη διατηρείται αμείωτη και στις μέρες μας και εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους.
Δεν είναι λίγες οι Κυριακές που οι Συμιακοί της πόλεως της Σύμης έρχονται να εκκλησιαστούν στον Πανορμίτη. Χάρη δε στη διάνοιξη αυτοκινητόδρομου , ασφαλτοστρωμένου, από την πόλη ως τη Μονή, η δια ξηράς επικοινωνία της πόλεως της Σύμης με τη Μονή Πανορμίτη είναι πλέον πολύ πιο εύκολη και απαιτεί 25 μόνο διαδρομή.

Ο αριθμός των βαφτίσεων που τελούνται στο Καθολικό της Μονής αυξάνει ραγδαία .
Στη λαμπρή του πανήγυρη, στις 8 του Νοέμβρη, <<συbούππουλοι>> (=συν γυναιξί και τέκνοις) προσέρχονται να του προσφέρουν το τάμα τους , να του εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους για όσα τους έχει προσφέρει με τη μεσολάβησή του στον Δωρεοδότη Θεό και να παρακαλέσουν να συνεχίσει και στο μέλλον να << τους -ι-νιάdζεται>> (=να ενδιαφέρεται γι΄ αυτούς) και να τους προστατεύει.

Με ανάλογο τρόπο συμπεριφέρονται προς τον Αρχάγγελο Μιχαήλ τον Πανορμίτη και οι εκτός Σύμης Συμιακοί στα μέρη που εξωθήθηκαν να μετοικήσουν , όπως : στη Ρόδο, Πειραιά, Αθήνα, Αττική, Θεσσαλονίκη, στην Αίγυπτο και άλλες χώρες της Αφρικής (στο παρελθόν) , στις Η.Π.Α., στον Καναδά, στη Νότιο Αμερική, στην Αυστραλία.
Οι συμαϊκές παροικίες εκεί διατηρούν και αναπαράγουν τα ήθη και τα έθιμα της Σύμης , χρησιμοποιούν το συμαϊκό ιδίωμα στις μεταξύ τους συναναστροφές , ανεγείρουν Ναούς και τους αφιερώνουν στον Αρχάγγελο Μιχαήλ τον Πανορμίτη, δίνουν το όνομά του στα Παροικιακά τους Σωματεία και προσφεύγουν πάντοτε σ΄ αυτόν για βοήθεια και προστασία.
Ο ασίγαστος όμως πόθος των ξενιτεμένων Συμιακών είναι ν΄αξιώνονται να επισκέπτονται -και μάλιστα τις ημέρες της πανήγυρής του- την Ιερά Μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στον Πανορμίτη, να του εκφράσουν και από κοντά , μαζί με τον ευλαβικό τους σεβασμό , την αγάπη και την ευγνωμοσύνη τους για όσα τους έχει βοηθήσει να επιτύχουν και να εναποθέτουν σ΄ αυτόν τους πόθους, τα όνειρα και τις ελπίδες για το μέλλον.
Έτσι αισθάνονται ανανεωμένοι και γεμάτοι από αισιοδοξία για τη συνέχιση του αγώνα της ζωής.
Και το θαυμαστό είναι ότι τα συναισθήματά τους αυτά τα μεταγγίζουν στους ή στις συζύγους τους, στα παιδιά τους και στα παιδιά των παιδιών τους.




1. Μιχαήλ: Κύριο όνομα εβραϊκό που σημαίνει «Τίς ως ο Θεός;>>.

2. Αρχάγγελος: ΄Αρχων άγγελος, πρώτος από τους αγγέλους, Αρχιστράτηγος των αγγέλων.

3. Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ ως στρατηγός των Ασωμάτων Δυνάμεων, προστάτης του Βυζαντινού αυτοκράτορα και του στρατού του, εικονίζεται κρατώντας στο αριστερό χέρι την υδρόγειο σφαίρα με ένα σταυρό επάνω και στο δεξί χέρι σκήπτρο.

4. ΄Αγγελοι: Πνεύματα ουράνια, άυλα, ανώτερα πνευματικά και λογικά όντα. Δεν έχουν διακεκριμένο γένος, δεν πολλαπλασιάζονται και δεν πεθαίνουν.

Δεν είναι πανταχού παρόντες, όπως ο Θεός, αλλά μετακινούνται ταχύτατα από τόπο σε τόπο. Εδημιουργήθηκαν από τον Θεό κατά τη δημιουργία του κόσμου πριν από τον υλικό κόσμο. Επειδή παρέμειναν πιστοί στον Θεό, είναι ελεύθεροι από την αμαρτία και διευθύνονται πάντοτε προς το αγαθό. Είναι ανώτεροι από τον άνθρωπο.

Οι άγγελοι στον ουρανό: Α΄ Υμνούν και δοξολογούν τον Θεό, όπως κατά τη νύκτα των Χριστουγέννων. Β΄ Διακονούν τον Θεό: 1) Είναι ταχύτατοι αγγελιοφόροι, -γι΄ αυτό και ονομάζονται άγγελοι-, των μηνυμάτων του Θεού προς τους ανθρώπους, όπως στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Γι΄ αυτό εικονίζονται με φτερά φυτρωμένα στις πλάτες τους. 2) Είναι μεσολαβητές για τα αιτήματα των ανθρώπων προς τον Θεό. 3) Είναι προστάτες, φύλακες των ανθρώπων στους κινδύνους που διατρέχουν. 4) Από το 203 μ.Χ. θεωρούνται και ψυχαγωγοί που παραλαμβάνουν την ψυχή των ανθρώπων κατά τον θάνατό τους και την μεταφέρουν στον ουρανό.

5. Κατά τον ΙΑ΄ αιώνα οι Βυζαντινοί ονόμασαν Χώνες τις Κολοσσές, την αρχαία μεγάλη πόλη της Φρυγίας της Μ. Ασίας κοντά στη Λαοδίκεια και την Ιεράπολη.

Οι Χώνες ήταν φημισμένες για τον περιώνυμο ναό τους, τον αφιερωμένο στον Αρχάγγελο Μιχαήλ, στον οποίο κατά την παράδοση γίνονταν πολλά Θαύματα.

Εχθροί της χριστιανικής πίστεως; θέλοντας να καταστρέψουν τον Ναό αυτό, προκάλεσαν εκεί εκτροπή του ρεύματος των ποταμών Λυκόκαστρου και Κούφου με σκοπό να παρασυρθεί ο Ναός και να καταρρεύσει.

Ο κίνδυνος αποσοβήθηκε με την εμφάνιση του Αρχαγγέλου Μιχαήλ που κάνοντας το σημείο του σταυρού σταμάτησε το ρεύμα του νερού, εκτύπησε με το δόρυ του τη γη ζητώντας να χωνεύσει τα νερά.

Από τότε τα καλοκαίρια το έδαφος της περιοχής σχίζεται και σχηματίζει μεγάλα χάσματα, στα οποία εξαφανίζονται οι παραρρέοντες ποταμοί Λυκόκαστρος και Κούφος.

6. Η Σύμη και π.Χ. και μ.Χ. είχε πυκνή επικοινωνία με τα απέναντί της μικρασιατικά παράλια, τα Πέρα.

Ιδιαίτερα στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 2Οού αιώνα τα Πέρα, με επίκεντρο τη Σταδιά (Datça), αποτελούσαν τη φυσική ενδοχώρα της Σύμης.

Εκεί είχαν oι Συμιακοί τα κτήματά τους, εκεί μετέφεραν πολλοί βοσκοί τα ποίμνιά τους για βοσκή.

Η άσκηση της ιχθυαλιείας και σπογγαλιείας γινόταν ελεύθερα από τους Συμιακούς όχι μόνο στα παράλια της Σύμης αλλά και στα μικρασιατικά παράλια από την Κνίδο και τη Σταδιά (Datça) ως τα Λώρυμα (Απλοθήκα < αρχ. οπλοθήκη) κι ακόμη πιο πέρα. 7. Τα είδη της υφαντουργίας, τα ναυτιλιακά εφόδια, τα γεωργικά εργαλεία, τα αποικιακά και άλλα εισαγόμενα τρόφιμα οι πόλεις της περιοχής των παραλίων της ΝΔ και Ν. Μικράς Ασίας τα προμηθεύονταν από τη Σύμη που, ασκώντας διαμετακομιστικό εμπόριο, είχε το προβάδισμα στην οικονομία του ΝΑ Αιγαίου από τα μέσα του 19ου μέχρι την Πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Γινόταν βέβαια και η αντίστροφη κίνηση σε άλλους Τομείς της οικονομίας. Η ναυπηγήσιμη ξυλεία εισαγόταν στη Σύμη από τις μικρασιατικές ακτές χωρίς φόρο εισαγωγής. Βλ. Ελένη Ζαχαρίου-Μαμαλίγκα, Οι ψαράδες της Σύμης. Οικονομική - Κοινωνική - Πολιτιστική όψη (Διδακτορική διατριβή), Ρόδος 1986, σσ. 19, 21, 22. 8. Τα 9 τάγματα των αγγέλων είναι: Τα Σεραφείμ, τα Χερουβείμ, οι Θρόνοι, οι Κυριότητες, οι Δυνάμεις, οι Εξουσίες, οι Αρχές, οι Αρχάγγελοι, οι ΄Αγγελοι. 9. Στη ΝΑ Κρήτη ρούκουνας, ο σημαίνει: η γωνιά του σπιτιού, ο ακρογωνιαίος λίθος και ρουκουνιώτης λέγεται ο πλούσιος. Πρβλ. τη φράση: Καστρινοί ρουκουνιώτες. 10. Γαβριήλ: κύριο όνομα εβραϊκό που σημαίνει: «Ήρωας του Θεού». 11. Αρχικά η Μονή Πανορμίτη πανηγύριζε στις 6 Σεπτεμβρίου, αλλά, προς χάρη των σφουγγαράδων και των πληρωμάτων των σπογγαλιευτικών συγκροτημάτων, μετέθεσε την πανήγυρη στις 8 Νοεμβρίου, για να μπορούν να είναι παρόντες όλοι σι εργάτες της θάλασσας στη γιορτή του Προστάτη τους. (Γύρω στις 14 Σεπτεμβρίου επέστρεφαν στη Σύμη σι γυμνοί δύτες, οι βουττηστάδες, ενώ γύρω στις 31 Οκτωβρίου οι μηχανοδύτες, οι μηχανικοί). 12. Η προσωνυμία Θαρρινός ήταν προσφιλής στα Πέρα. Στο Κύριο αγκυροβόλιο των Λωρύμων (της Απλοθήκας) σώζονται τα ερείπια Ναού αφιερωμένου στον Αρχάγγελο Μιχαήλ τον Θαρρινό. Βλ. Ι. Χ. Παπαχρίστοδούλου (Εφόρου Κλασικών Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου), Η Ροδισκή Περαία και η συμβολή των Δ., Ν. και Μ. Χαβιαρά στην ιστορική και αρχαιολογική έρευνά της; Ροδιακά Γράμματα, τεύχ. 1 (1992), σ. 166. Σε εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, φερμένη το 1922 από τα Πέρα στον ενοριακό ναό της Σύμης Παναγιά η Χαρτωμένη (< Κεχαριτωμένη), υπάρχει η επιγραφή: Αρχάγγελος Μιχαήλ ο Θαρρινός. «Θαρρινό dov ελέα κι εις τα Πέρα τον Αρκάgελο», βεβαιώνει ο γιος του κομιστή της εικόνας από τα Πέρα Γιάννης Ελευθερίου Χατζηπέτρος, ο Καραμακκιώτης (= αυτός που ήλθε από τα Καράμακκα, συμαϊκή παροικία στα Πέρα). Η προσωνυμία Θαρρινός, σύμφωνα με αφηγήσεις ανθρώπων που σώθηκαν με επέμβαση του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, προήλθε από την προτροπή «Θάρρει!» (= έχε θάρρος), που τους απηύθυνε το Ταξιάρχης την ώρα που κινδύνευαν. 13. Καϊλλής = Καϊλλιώτης = Λιβισιανός (κάτοικος Λιβισιού ή καταγόμενος από το Λιβίσι). Το Λιβίσι στην Τουρκική λέγεται Kayá Kayá + τουρκ. πατριδωνυμική κατάλ. -li> kayli (= Καϊλλής)

Καϊλλής + ελλην. πατρίδων. κατάλ. -ιώτης> Καϊλλιώτης

."Ο τύπος δηλαδή Καϊλλιώτης είναι ethnicum ex ethnicis.

Το 1922 κατέφυγαν στη Σύμη πρόσφυγες και από το Λιβίσι, όπως μαρτυρούν τα πατριδωνυμικά τους επίθετα: Καϊλλής Καϊλλιώτης, Λεβεσανός, που κατέληξαν, όπως συνήθως, να γίνουν οικογενειακά τους επώνυμα.

Στο Λιβίσι ο μεγαλοπρεπής Μητροπολιτικός Ναός είναι αφιερωμένος στον Αρχάγγελο Μιχαήλ.

14. Βλ. Νίκο Γ. Σβορώνο, Ανάλεκτα Νεοελληνικής Ιστορίας και Ιστοριογραφίας, Αθήνα 1983, Β΄ ΄Εκδοση, σσ. 222-223.

15. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση τριών αδελφών καπετάνιων από το Βόλο που σκάρωσαν 3 μεγάλα τρεχαντήρια 150 τόνων το κάθε ένα, και ανέλαβαν να εκτελούν το δρομολόγιο Βόλος - Αλεξάνδρεια Αιγύπτου για τη μεταφορά σταφυλιών (Το 1915). Για να ευοδωθούν τα ταξίδια τους έβαλαν «συνεταίρο» τους τον Πανορμίτη. Σε κάθε ταξίδι επιστροφής στο Βόλο έμπαιναν στο λιμάνι του Πανορμίτη και παρέδιδαν στον τότε Ηγούμενο της Μονής Ιγνάτιο Αγγελινίδη (1896-1918) το ¼ από τα καθαρά κέρδη τους για τη Μονή.

Βλ. Ελένη Ζαχαρίου-Μαμαλίγκα, Ένας Συμιακός ψαράς αυτοβιογραφείται. Προλογίζει ο Καθηγητής Μιχάλης Γ. Μερακλής. Δωδεκανησιακόν Αρχείον, ΔΙΛΕ, Τόμ. 7, Αθήνα (1996), σσ. 114-115.

16. Οι δωρεές των Υδραίων προς τον Πανορμίτη ήταν οι πλουσιότερες. Με δική τους χρηματική προσφορά κτίστηκε η ωραία αίθουσα υποδοχής της Μονής, η γνωστή με το όνομα «Υδραϊκόν». Βλ. Δημοσθένη Χαβιαρά, Περιγραφή της εν Σύμη Ιεράς Μονής Πανορμίτου, εν Σάμω, 1911, σσ. 43-48.

17. Για βιβλιογραφία σχετική με τη Μονή Πανορμίτη βλ. Ι. Μ. Χατζηφώτη, Ιερά Μονή Πανορμίτη Σύμης, Δ΄ έκδ. 1990, σσ. 88, 89.

18. Τα Πρωτοχρονιάτικα αυτά Κάλαντα τα κατέγραψα το 1995 από τον Οσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη της Ι. Μ. Πανορμίτη Ιερόθεο Κοενάκη που τα έμαθε από τη νονά του Κατίνα Κρητικού 87 χρόνων. Στη νονά του τα είχε διδάξει ΄τ Αννάκι τον Σαρελλιού, 96 χρόνων, απ΄ τον ΄Αι Γιώργη του Χωριού της Σύμης.

19. Ναοί αφιερωμένοι στον Αρχάγγελο Μιχαήλ τον Πανορμίτη έχουν ανεγερθεί από απόδημους Συμιακούς εκτός Σύμης:

Α΄ Στη λοιπή Ελλάδα: 1) Στην Ελευσίνα, 2) Έξω απ΄ το Ξυλόκαστρο, 3) Στο Λαγονήσι,

Β΄ Στο Εξωτερικό: 1) Στην Αφρική: α΄) Στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, β΄) στην Κινσάσα.

2) Στη Βόρειο Αμερική: στο Κάμπελ Οχάιο των Η.Π.Α.

3) Στην Αυστραλία: Στο Νόρθ Σύδνεϋ.

Υπάρχουν και περιπτώσεις που συμαϊκοί Παροικιακοί Σύλλογοι ή Συμιακοί ως άτομα προσφέρουν μεγάλου μεγέθους Εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ του Πανορμίτη σε Ναό της επιλογής τους. ΄Οπως:

1) Στο δεξιό κλίτος του Ι. Ναού του Αγίου Νικολάου Πειραιά είναι αναρτημένη μεγάλη εικόνα του Πανορμίτη, δωρεά του Συλλόγου Συμαίων Πειραιά «Ο Πανορμίτης». 2) Στο εξωκκλήσι της Αγίας Παρασκευής, στην Κοιλάδα των Τεμπών, έχει προσφέρει μεγάλη εικόνα του Πανορμίτη ο αείμνηστος Συμαίος Αγαπητός Ι. Διακογιάννης, Καθηγητής της Ψυχιατρικής στο Α.Π.Θ.

Σημείωση της συγγραφέως

Στα δημοτικά στιχουργήματα που προέρχονται: 1) Από την προσωπική μου συλλογή σημειώνω βραχυγραφικά ΕΛ.Ζ.Μ. 2) Από Μιχ. Θ. Σκευσφύλακα, Ο Πανορμίτης και η περιώνυμη Μονή του, Αθήναι 1961, σημειώνω ΜΙ..ΣΚΕ.. και 3) Από Νικήτα Δ. Χαβιαρά, Λαογραφία της νήσου Σύμης, τομ. 1ος Τεύχ. Α΄, Παιδική Ζωή, Αθήναι 1964, Φωτοανατύπωση 2001, σημειώνω Ν.ΧΑΒ.

Σημ: Η ανωτέρω εργασία έχει δημοσιευτεί στον 39ο τόμο της ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ 1998-2003 στις σσ. 354-368.

Σύντομο βιογραφικό σημείωμα :
Η Ελένη Ζαχαρίου-Μαμαλίγκα γεννήθηκε στη Ρόδο από τον Κωστή Β. Ζαχαρίου, αριστοβάθμιο μαθηματικό, και την Μαρία, το γένος Γεωργίου Λογοθέτου, που κατάγονταν από τη Σύμη. Τελείωσε το Δημοτικό και το Αχιλλοπούλειο Γυμνάσιο της Ελληνικής Κοινότητας Καϊρου Αιγύπτου. Σπούδασε Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1986 αναγορεύθηκε Διδάκτωρ Φιλοσοφίας με το βαθμό <<΄Αριστα>>. Υπηρέτησε στη Δευτεροβάθμιο Εκπαίδευση στη Ρόδο (34 1/2) χρόνια) και στην Κάλυμνο (1 χρόνο). Είναι επίτιμη Λυκειάρχης. Κατά τη διάρκεια της ενεργού υπηρεσία της ανέπτυξε πλούσια πολιτιστική και κοινωνική δράση. Υπήρξε ενεργό μέλος του Λυκείου Ελληνίδων Ρόδου <<Εργάνη Αθηνά>> και πρόεδρός του επί τρεις διετίες (1971-1977). Είναι μέλος επιστημονικών εταιριών. Έχει λάβει μέρος με ανακοινώσεις σε συνέδρια πανελλήνια και διεθνή και έχει δημοσιεύσει μελέτες γλωσσικού λαογραφικού και ιχθυολογικού περιεχομένου αυτοτελώς και σε επιστημονικά περιοδικά, τιμητικούς τόμους και πρακτικά συνεδρίων. Είναι έγγαμη. Ο σύζυγός της Γεράσιμος Μαμαλίγκας, αριστοβάθμιος φιλόλογος, είναι επίτιμος Λυκειάρχης. Η κόρη τους Μαρία είναι χημικός, με μεταπτυχιακό τίτλο Master of Science, και συγγραφέας.

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )