.

.

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΞΩ «μὲ χαμένη τὴ γλῶσσα, ὑπονομευμένη τὴν ἱστορικὴ αὐτογνωσία, ἀχρηστευμένο τὸ σχολειό, ἀποχαυνωμένοι ἀπὸ τὸ ἀφιόνι τοῦ καταναλωτισμοῦ».

 Ἀνεπαισθήτως ἀπὸ τὴν Ἱστορίαν ἔξω

Τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ

ἐφημ. «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 17.11.13

.                  Ἡ διαπίστωση ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς μᾶλλον ἔχει τελειώσει ἱστορικά, ὅτι βγῆκε ἀπὸ τὸν στίβο τῆς Ἱστορίας, εἶναι ἀνυπόφορη γιὰ μᾶς τοὺς ἀκόμα ἑλληνώνυμους. Μᾶς πονάει. Ὀφείλουμε ὡστόσο νὰ ἐλέγξουμε τὸν ρεαλισμό της. Πότε ἕνας ἱστορικὸς λαὸς τελειώνει, παύει νὰ μετέχει στὸ γίγνεσθαι τῆς Ἱστορίας; Ὅταν ἁπλῶς ὑφίσταται τὰ συμβαίνοντα, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ τὰ ἐπηρεάσει. Ὅταν παύει νὰ σαρκώνει στοιχεῖα ἐνεργούμενης ἑτερότητας, μοναδικότητες ποὺ ἐνδιαφέρουν εὐρύτερα, ἀφοροῦν σὲ καθολικὲς ἀνθρώπινες ἀνάγκες. Μία συλλογικότητα ποὺ δὲν κομίζει ἰδιαιτερότητα, δὲν συνεισφέρει πρόταση μὲ πανανθρώπινη ἢ μετριότερη ἐμβέλεια, ἀλλὰ μόνο μιμεῖται, μόνο δανείζεται, μόνο πιθηκίζει τὸ κυρίαρχο «παράδειγμα», σαφῶς διολισθαίνει ἐκτὸς Ἱστορίας. Συνεχίζει νὰ ὑπάρχει, ἀλλὰ παθητικά, στὸ περιθώριο ἢ οὐραγός. Δὲν θὰ ἀλλάξει τίποτε γιὰ κανέναν, δὲν θὰ ἐπηρεαστεῖ στὸ παραμικρὸ ὁ ροῦς τῆς Ἱστορίας, ἂν τὰ ἐδάφη αὐτῆς τῆς συλλογικότητας προσαρτηθοῦν σὲ γειτονικὴ χώρα ἢ διαμελιστοῦν ἢ κατακτηθοῦν ἀπὸ ξένους εἰσβολεῖς – ἂν τὸ ὄνομά της ἀπὸ Γιουγκοσλαβία γίνει Ἐρζεγοβίνη ἢ ἀπὸ Ροδεσία Ζάμπια.
.                  Ἀκόμα καὶ ἡ διατήρηση γλώσσας ξεχωριστῆς δὲν ἐξασφαλίζει ἱστορικὴ συνέχεια καὶ συνοχὴ σὲ μία συλλογικότητα ποὺ ἐπιβιώνει μεταπρατικά, μιμητικά, παραιτημένη ἀπὸ μετοχὴ στὴν Ἱστορία μὲ ἐνεργὸ ἑτερότητα. Στὸ «νεωτερικὸ» πολιτισμικὸ «παράδειγμα» προϋπόθεση γιὰ τὴ συγκρότηση καὶ τὴ συνοχὴ κρατικῶν ὀντοτήτων εἶναι μόνο ἡ σύμβαση: «κοινωνικὸ συμβόλαιο», Σύνταγμα ἐγκεκριμένο κατὰ πλειοψηφία. Καὶ ἡ σύμβαση μπορεῖ νὰ προβλέπει δύο, τρεῖς ἢ καὶ περισσότερες «ἐπίσημες» γλῶσσες, χωρὶς κοινὴ ἱστορικὴ συνείδηση.
.                  Ἀλλὰ καὶ ἡ ἱστορικὴ συνείδηση μπορεῖ εὔκολα νὰ κατασκευαστεῖ μὲ ἐπιδέξια μεθοδικὴ προπαγάνδα: ἡ πιὸ ἐξόφθαλμη διαστροφὴ τῆς Ἱστορίας νὰ ἐπιβληθεῖ σὲ ἕναν λαὸ σὰν ἰδεολογικὴ καὶ ψυχολογικὴ αὐθυποβολή. Νὰ ἐκβιαστεῖ καὶ διεθνὴς ἀναγνώριση τῆς πλαστογράφησης τοῦ ἱστορικοῦ παρελθόντος, μὲ ὅπλο τὸ «δικαίωμα στὸν συλλογικὸ αὐτοκαθορισμό». Βέβαια, ἡ ἱστορικὴ συνείδηση ἑνὸς λαοῦ εἶναι, κατὰ κανόνα, συνυφασμένη μὲ τὴ γλώσσα του, ἡ γλώσσα σαρκώνει τὴν ἱστορικὴ συνείδηση. Ἀλλὰ δὲν ἀποκλείεται καθόλου ἡ σαρκωμένη στὴ γλώσσα ἱστορικὴ αὐτοσυνειδησία νὰ ἀτονήσει ἢ καὶ νὰ χαθεῖ.
.                  Πῶς χάνεται ἡ ἱστορικὴ αὐτογνωσία καὶ ταυτότητα ἡ ἀποτυπωμένη στὴ γλώσσα ἑνὸς λαοῦ; Οἱ Ἑλληνώνυμοι σήμερα συνεχίζουμε νὰ χρησιμοποιοῦμε λέξεις ποὺ ζοῦν τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια στὴ ζωντανὴ ἑλληνικὴ λαλιά: μιλᾶμε γιὰ «κοινωνία», «δημοκρατία», «ἀλήθεια», «λόγο». Ἀλλὰ μὲ τὶς ἴδιες αὐτὲς λέξεις ἐμεῖς σημαίνουμε πραγματικότητες ἄλλες, ἐντελῶς διαφορετικὲς ἀπὸ αὐτὲς ποὺ σήμαιναν οἱ κάποτε Ἕλληνες. Σήμερα λέμε «κοινωνία» καὶ ἐννοοῦμε societas, «δημοκρατία» καὶ ἐννοοῦμε res publica, «ἀλήθεια» καὶ ἐννοοῦμε veritas, «λόγος» καὶ ἐννοοῦμε ratio.
.                  Συντηροῦμε ἀκόμα, κουτσὰ-στραβά, τὰ σημαίνοντα. Ἀλλὰ ἔχουμε χάσει τὰ σημαινόμενα, τὴ γνώση τοῦ «τρόπου» τῶν Ἑλλήνων. Ἡ ὁμοείδεια τοῦ «τρόπου» τοῦ βίου, δηλαδὴ ἕνας πολιτισμός, γεννιέται, ὅταν οἱ ἄνθρωποι (ἡ κρίσιμη μάζα μιᾶς συλλογικότητας) συμπέσουν σὲ κοινὴ ἱεράρχηση τῶν ἀναγκῶν τους: ποιὰ ἀνάγκη προέχει καὶ ποιὰ ἀκολουθεῖ. Δὲν εἶναι οἱ πεποιθήσεις-ἰδέες-«ἀξίες» (οἱ κοινὲς ἀτομικὲς παραδοχὲς) ποὺ γεννᾶνε τὸν πολιτισμό, εἶναι οἱ κοινὲς ἀνάγκες καί, ἀκριβέστερα, ἡ κοινὴ ἱεράρχηση τῶν ἀναγκῶν.
.                  Οἱ Ἕλληνες σημάδεψαν τὴν ἀνθρώπινη Ἱστορία, ἐπειδὴ αὐτοί, γιὰ πρώτη (μᾶλλον καὶ μοναδικὴ) φορά, ἔδωσαν προτεραιότητα στὴν ἀνάγκη τους γιὰ τὴν ἀλήθεια πρὶν ἀπὸ κάθε ἀναζήτηση χρησιμότητας. Ὀργάνωσαν τὴν πρακτικὴ τοῦ βίου τους (θεσμούς, στοχεύσεις καὶ βεβαίως τὶς Τέχνες τους) ἀποβλέποντας πρωτευόντως στὴν πραγμάτωση καὶ φανέρωση τοῦ «ἀληθοῦς»: τοῦ «τρόπου τῆς ὄντως ὑπάρξεως». Καὶ «ὄντως ὕπαρξη», «κατ’ ἀλήθειαν» ὕπαρξη, εἶναι αὐτὴ ποὺ δὲν μεταβάλλεται, δὲν ἀλλοιώνεται, δὲν φθείρεται, δὲν πεθαίνει.
.                  Γνωρίζουμε τὴν ἀλήθεια ὄχι χάρη στὴν ἀτομική μας διάνοια, δὲν τὴ συνάγουμε ὡς νοητικὴ συνέπεια ὀρθολογικῶν συμπερασμῶν. Τὴν πιστοποιοῦμε ἐμπειρικὰ μὲ τὴ θέα – θεωρία τῆς τάξης, τῆς ἁρμονίας, τοῦ κάλλους, ποὺ καθιστοῦν τὴν ὁλότητα τῶν ὑπαρκτῶν «κόσμον», δηλαδὴ κόσμημα. Τὰ ἐπιμέρους ὑπαρκτὰ εἶναι φθαρτά, ἐφήμερα, θνητά.
.                  Ὁ «τρόπος» ποὺ προκαθορίζει τὴν ὕπαρξή τους (λόγος – τρόπος τῆς οὐσίας τους), ὅπως καὶ ὁ «τρόπος» (τὸ πῶς) τῆς συνύπαρξής τους (ὁ «ξυνὸς» – κοινὸς λόγος, ἡ συμπαντικὴ λογικότητα) εἶναι πραγματικότητες ἄφθαρτες, ἀμετάβλητες, ἀθάνατες, εἶναι ἡ «ἀλήθεια». Γιὰ τὸν Ἕλληνα «ἀλήθεια» εἶναι ὁ ἐμπειρικὰ προσιτὸς καὶ πιστοποιούμενος «τρόπος τῆς τοῦ παντὸς διοικήσεως» (Ἡράκλειτος). Ἔτσι,

– ἡ ἀλήθεια εἶναι «τρόπος» τῆς ὕπαρξης καὶ ἡ γνώση τοῦ τρόπου κατακτᾶται μόνο μὲ τὴν πραγμάτωση τοῦ τρόπου,
– δὲν ἀρκεῖ ἡ κατανόηση τοῦ τρόπου γιὰ νὰ γνωρίσουμε τὸν τρόπο, χρειάζεται νὰ πραγματώσουμε τὸν τρόπο γιὰ νὰ τὸν γνωρίσουμε.

.                  Αὐτὲς οἱ δύο θεμελιώδεις ἀρχὲς τῆς ἑλληνικῆς γνωσιολογίας βεβαιώνουν (καὶ ἐξασφαλίζουν) τὸν ἐμπειρισμὸ – ρεαλισμό της. Ἡ πρακτικὴ τῆς ἐφαρμογῆς τους ἱδρύει τὸ «κοινὸν ἄθλημα» τῆς πολιτικῆς: Ἡ «κοινωνία τῆς χρείας» νὰ ὑπηρετεῖ τὴν «κοινωνία τοῦ ἀληθοῦς», ἡ χρησιμοθηρικὴ συνύπαρξη νὰ μετασχηματίζεται σὲ «πόλιν», ἡ ἰδιότητα τοῦ «πολίτη» νὰ συνιστᾶ μετοχὴ στὸν «τρόπο» τοῦ ἀθανατίζειν. Σήμερα, ἀκόμα καὶ τὸ τί σημαίνει ἡ λέξη «τρόπος» ἀγνοεῖται στὸ τριτοκοσμικὸ Ἑλλαδιστάν. Ἡ «ἀλήθεια» ταυτίζεται μόνο μὲ ἰδεολογήματα, ἡ «ἑλληνικότητα» μόνο μὲ μία ἀνυπόφορη, ντροπιαστικὴ ὑπηκοότητα. Ὁ ἑλληνικὸς «τρόπος» ὁλότελα χαμένος καὶ οἱ ἑλληνώνυμοι μόνο μεταπράτες τοῦ βαρβαρικοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ, τῆς χρησιμοθηρικῆς νοησιαρχίας, τοῦ νομικισμοῦ. Ἀντὶ γιὰ τὸ ἄθλημα τῆς κοινωνίας ἔχουμε τὴ χρηστικότητα τῆς σύμβασης, ἀντὶ γιὰ πολιτικὴ τὰ «μνημόνια» ὑποταγῆς στὴ διεθνοποιημένη βαρβαρικὴ δουλεμπορία. Μὲ χαμένη τὴ γλώσσα, ὑπονομευμένη τὴν ἱστορικὴ αὐτογνωσία, ἀχρηστευμένο τὸ σχολειό, καταργημένη τὴν κοινότητα, [ἀλλοτριωμένη τὴν ἐκκλησία σὲ ἀτομοκεντρικὴ θρησκεία,]* ἀποχαυνωμένοι ἀπὸ τὸ ἀφιόνι τοῦ καταναλωτισμοῦ, «ἀνεπαισθήτως» βρεθήκαμε ἀπὸ τὴν Ἱστορίαν ἔξω.
.                  Τὸν ἑλληνικὸ «τρόπο» τὸν χρειάζεται τὸ ἀνθρώπινο εἶδος –κάποιοι κάποτε ὁπωσδήποτε θὰ τὸν ξαναβροῦν. Ὅσοι ἀφυπνιστοῦν στὴν ἀνάγκη γιὰ προτεραιότητα τῆς ἀλήθειας ἀπέναντι στὴ χρησιμότητα, τῆς «σχέσης» ἀπέναντι στὴ σύμβαση, τῆς «μετοχῆς» ἀπέναντι στὸ δικαίωμα. Αὐτοὶ θὰ συνεχίσουν τὴν παρουσία τῆς ἑλληνικότητας στὸν ἱστορικὸ στίβο.
.                  Στὰ χώματα ὅπου πρωτογεννήθηκε αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, θὰ πλεονάζει πανσπερμία τυχάρπαστων ἐποίκων. Ἴσως ἐπιβιώνουν, στὸ περιθώριο, καὶ κάποιοι μακρινοὶ ἀπόγονοι πυγμαίων (τοῦ γένους τῶν Σαμαρᾶ, Βενιζέλου, Τσοχατζόπουλου). Μὲ κώδικα συνεννόησης κάποια χρηστικὴ ἐσπεράντο – συνταγὴ Ρεπούση. Εἶναι πολὺ πιθανὸ νὰ γράφουν ἀκόμα συνθήματα στοὺς τοίχους.

* Ἡ Ἐκκλησία -ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ- ΔΕΝ ΑΛΛΟΤΡΙΩΝΕΤΑΙ. Ἀλίμονο! Θὰ ἦταν τότε ἀποτυχημένο τὸ Ἔργο τῆς Θείας Οἰκονομίας καὶ ἀνίσχυρο τὸ Πανσθενουργὸν Ἅγιον Πνεῦμα, πρᾶγμα ἄτοπο καὶ βλάσφημο. Ἡ ἀντίληψη καὶ ἡ νοοτροπία τῶν ἀνθρώπων ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ἀλλοτριώνεται ἀπὸ τὸ φρόνημα τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἀπάτη τοῦ ἀπατεῶνος αἰῶνος.
.                 Ἡ ἔννοια τῆς ἀνωτέρω διατυπώσεως τοῦ Χρ. Γ. πιθανὸν σημαίνει ὅτι ἡ ἀληθινὴ καὶ σωστικὴ συμμετοχὴ στὴν Ἐκκλησία, στὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, μὲ τὰ Ἅγια Μυστήρια καὶ τὴν τήρηση τῶν Ἁγίων Ἐντολῶν τοῦ Κυρίου ἔχει μεταλλαχθεῖ, ἔχει ὑποκατασταθεῖ ΣΤΗΝ ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ ΠΟΛΛΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ σὲ μιὰ “συναλλαγὴ” τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, μὲ κυριαρχοῦντα τὰ ἀτομικιστικὰ στοιχεῖα τῆς θρησκείας.

christianvivliografia

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )