.

.

Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

Η χαρά της Αναστάσεως

Ομιλεί ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος.

Σάββατο 30 Απριλίου 2016

«Χριστός Ανέστη», «Αληθώς Ανέστη»





«ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ - ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ», Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ
Του   Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που δεν εκλαμβάνουν την Ζωηφόρο και Αγία Ανάσταση, ως μεγίστη έκφραση αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο.  Με την Ανάσταση του ο Χριστός εχάρισε ζωήν «τοις εν τοις μνήμασι».  «Εκ γαρ θανάτου προς ζωήν, και εκ γης προς ουρανόν, Χριστός ο Θεός, ημάς διεβίβασεν».  Το μέγεθος της δωρεάς καθορίζει το μέγεθος και το κάλλος της Θείας αγάπης.  Για τούτο και εμείς την Άγια τούτη μέρα της Ανάστασης, ομολογούμε «Χριστός Ανέστη», «Αληθώς Ανέστη». 
Ομιλώντας ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς για την Ανάσταση του Χριστού αναφέρει : «Οι άνθρωποι κατεδίκασαν τον Θεόν εις θάνατον· ο Θεάνθρωπος όμως δια της αναστάσεώς Του ‘’καταδικάζει’’ τους ανθρώπους εις αθανασίαν.  Δια τα κτυπήματά τους ανταποδίδει τους εναγκαλισμούς· δια τας ύβρεις τας ευλογίας· δια τον θάνατον την αθανασίαν.  Ποτέ δεν έδειξαν οι άνθρωποι τόσον μίσος προς τον Θεόν, όσο όταν Τον εσταύρωσαν· ποτέ δεν έδειξαν ο Θεός τόσην αγάπην προς τους ανθρώπους, όσην όταν ανέστη».


«Χάρις εις την ανάστασιν του Χριστού», σημειώνει ο μεγάλος αυτός Ομολογητής, «χάρις εις την νίκην επί του θανάτου οι άνθρωποι εγίνοντο και γίνονται χριστιανοί.  Όλη η ιστορία του Χριστιανισμού δεν είναι τίποτε άλλο από τι, παρά ιστορία ενός και μοναδικού θαύματος, του θαύματος της  του Χριστού αναστάσεως, το οποίον συνεχίζεται διαρκώς εις όλας τας καρδίας των χριστιανών από ημέρας εις ημέραν, από έτους εις έτος, από αιώνος εις αιώνα μέχρι της Δευτέρς Παρουσίας»
Την Αγία τούτη μέρα της Ανάστασης ομολογούμε «Χριστός Ανέστη», «Αληθώς Ανέστη».  Ο αναστάσιμος χαιρετισμός είναι πρωτίστως μια ομολογία.  «Χριστός Ανέστη», «Αληθώς Ανέστη».   Τούτη η μέρα είναι ημέρα που όλοι ανεξαιρέτως, με τον αναστάσιμο χαιρετισμό ομολογούμε την πίστη μας στο γεγονός της Ανάστασης του Χριστού μας.  Για τούτο στο Άγιο Όρος καθ΄όλη τη Διακαινήσιμο Εβδομάδα, αποτελεί και τον  μόνο χαιρετισμό.  Ενω διαβαίνοντας  το Άγιον Όρος την υπόλοιπη περίοδο ακούς το ‘’Ευλογείτε’’, και την απάντηση ‘’ο Κύριος’’,  κατά τη Διακαινήσιμο Εβδομάδα ακούς  τούτο τον χαιρετισμό της αναστάσιμης ομολογίας. «Χριστός Ανέστη», «Αληθώς Ανέστη».  
«Εις τέσσαρας μόνον λέξεις συγκεφαλαιούνται και τα τέσσαρα Ευαγγέλια του Χριστού : Χριστός ανέστη!  Αληθώς ανέστη!» σημειώνει ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς.  Η αναστάσιμη τούτη ομολογία είναι  πηγή ανεκλαλήτου χαράς «ην ουδείς δύνατι να άρη αφ’ ημών». «Χριστός Ανέστη», «Αληθώς Ανέστη».   
aktines
 

Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

ΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΚΕΝΤΗΤΟΙ ΕΠΙΤΑΦΙΟΙ

επιμέλεια: Θάνος Δασκαλοθανάσης
Mέσα στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, κατά την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας και των άλλων ακολουθιών, χρησιμοποιούνται λειτουργικά και διακοσμητικά ενδύματα και υφάσματα. Τα λειτουργικά υφάσματα και ιδιαίτερα ο επιτάφιος που είναι ο σκοπός της συγκεκριμένης παρουσίασης, φέρουν συμβολισμούς τόσο στα χρώματα όσο και στη διακόσμηση τους. Ηθικοί, τυπικοδογματικοί και αλληγορικοί συμβολισμοί αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο των υφασμάτων και γενικότερα ζήτημα της ερμηνευτικής προσέγγισης των Πατέρων της Εκκλησίας στη Θεία Λειτουργία και στη λατρεία.
Η βυζαντινή εκκλησιαστική κεντητική δεν ήταν αφηγηματική αλλά πνευματική και συμβολική.
Ο επιτάφιος είναι λειτουργικό άμφιο που χρησιμοποιείται στην ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής. Η περιφορά του ξεκινά από το ιερό βήμα ακολουθώντας μία πορεία γύρω από το ναό ή την ευρύτερη περιοχή, για να αποτεθεί τελικά στο κέντρο του ναού, όπου και παραμένει μέχρι το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, ώστε να μπορούν να το προσκυνήσουν οι πιστοί. Ο επιτάφιος προέρχεται από τον μεγάλο αέρα, τον πέπλο δηλαδή με τον οποίο ο λειτουργός κάλυπτε τα ιερά σκεύη. Ως και τον 15ο αιώνα οι ιερείς και διάκονοι έφεραν τον επιτάφιο ως ουρανό πάνω από τα κεφάλια τους κατά την τελετή της Μεγάλης Εισόδου. Κατά τη μεταβυζαντινή εποχή ο λειτουργικός χαρακτήρας του αμφίου γίνεται ιστορικός, όπως μαρτυρεί και η αλλαγή στην εικονογράφησή του: εικονίζεται ο νεκρός Χριστός περιστοιχισμένος από τα πρόσωπα που συνθέτουν την παράσταση του Επιτάφιου Θρήνου.




            Ο επιτάφιος της Μονής Βατοπαιδίου (14ος αιώνας), δώρο του αυτοκράτορα Ιωάννη Στ’ Καντακουζηνού.

Στο κάτω μέρος του Επιτάφιου που δώρησε ο αυτοκράτορας Ιωάννης Στ’ ο Καντακουζηνός στην Μονή Βατοπαιδίου, διαβάζουμε την επιγραφή «ΔΩΡΟΝ ΕΥΣΕΒΟΥΣ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΚΑΝΤΑΚΟΥΖΗΝΟΥ
Ένα από τα 181 κειμήλια του Αγίου ‘Oρους, μοναδικά έργα τέχνης, δείγματα γλυπτικής και μικροτεχνίας, σπάνιες εικόνες και τοιχογραφίες, χρυσόβουλα και χειρόγραφα, σπαράγματα μικρογραφιών και άλλα σπάνια αντικείμενα, που περιλάμβανε η έκθεση στο Πετί Παλαί (Petit Palais), Μουσείο των Καλών Τεχνών του Δήμου των Παρισίων την άνοιξη- καλοκαίρι του 2009 από 10 Μονές του Αγίου Όρους με τίτλο «Βυζαντινή Αυτοκρατορία και Άθως, θησαυροί του Αγίου Όρους».


O «Επιτάφιος της Θεσσαλονίκης»

Από τα λαμπρότερα έργα της χρυσοκεντητικής τέχνης της εποχής των Παλαιολόγων (1300) είναι ο περίφημος «επιτάφιος της Θεσσαλονίκης».
Το χρυσοκέντητο μεταξωτό λειτουργικό ύφασμα σώζεται ακέραιο και σε καλή κατάσταση. Η περίμετρός του ορίζεται από ταινία, που γεμίζει με σταυρούς εγγεγραμμένους σε κύκλους και πλαισιώνει την κύρια διακόσμηση, που αποτελείται από τρεις πίνακες. Στον κεντρικό πίνακα παριστάνεται ο Επιτάφιος Θρήνος με το Χριστό ξαπλωμ…ένο επάνω σε σεντόνι, πλαισιωμένο από Ουράνιες Δυνάμεις (Αγγέλους, Τροχούς, Σεραφείμ και Χερουβείμ) και τα σύμβολα των Ευαγγελιστών. Στους πλάγιους πίνακες παριστάνονται αριστερά η Θεία Μετάληψη και δεξιά η Θεία Μετάδοση. Και στις δύο παραστάσεις απεικονίζεται ο Χριστός ανάμεσα σε αγγέλους να προσφέρει το αίμα και το σώμα του σε ομάδα έξι αποστόλων.
Η μνημειακότητα του έργου και η ακρίβεια εκτέλεσης των παραστάσεων το συνδέουν με τα σύγχρονα έργα της μεγάλης ζωγραφικής.
Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης

  Ο Επιτάφιος θρήνος. Ιερό κειμήλιο μονής Παναγίας Σουμελά

 O Eπιταφιος από την Τραπεζούντα


Στον επιτάφιο του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών, κάτω από τρία τόξα, εικονίζεται η παράσταση του Επιτάφιου Θρήνου. Το κέντρο καταλαμβάνει ο σταυρός πλαισιωμένος από δύο εξαπτέρυγα και δύο αγγέλους. Κάτω από τον σταυρό εικονίζεται ο Χριστός ξαπλωμένος σε λάρνακα. Αριστερά η Παναγία κρατεί με τα δυο της χέρια την κεφαλή του, στο κέντρο ο Ιωάννης του φιλά το χέρι, ενώ δεξιά ο Ιωσήφ Αριμαθέας κρατεί τα πόδια του και πίσω του ο Νικόδημος είναι ακουμπισμένος στη σκάλα, με την οποία κατέβασε τον Χριστό από τον σταυρό. Την Παναγία πλαισιώνουν δύο ακόμη γυναικείες μορφές που θρηνούν. Τον υπόλοιπο χώρο καλύπτουν άστρα και χερουβείμ, ενώ από το κεντρικό τόξο είναι αναρτημένες τρεις κανδήλες. Η σκηνή φέρει στις τρεις πλευρές της άνθινο πλαίσιο, ενώ στο επάνω μέρος της, δεξιά και αριστερά, παριστάνεται ο ήλιος και η σελήνη. Στο κάτω μέρος είναι κεντημένη επιγραφή στην οποία αναφέρεται το όνομα του αφιερωτή (Αθανάσιος) και η χρονολογία (αχοβ=1672) που κεντήθηκε το άμφιο. Ο επιτάφιος προέρχεται από την Τραπεζούντα του Πόντου στη Μικρά Ασία, όπου θα πρέπει να αναζητήσουμε και το εργαστήριο κατασκευής του.
Κεντητός επιτάφιος

Χρυσοκέντητος επιτάφιος με παράσταση του Επιτάφιου Θρήνου. Εικονίζεται ο Χριστός νεκρός, ξαπλωμένος, η Παναγία, που κρατάει στην αγκαλιά της το κεφάλι του Ιησού, και γύρω γυναίκες, μαθητές και άγγελοι, που οδύρονται. Στις τέσσερις γωνίες εικονίζονται τα σύμβολα των τεσσάρων Ευαγγελιστών (αετός, άγγελος, λέων, μόσχος). Ο επιτάφιος, σύμφωνα με την επιγραφή στην κάτω πλευρά του, είναι έργο του ιερομόναχου Συμεών στα 1647.
Κέντημα- Επιτάφιος (1599), Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα

Υφαντό με χρυσό κέντημα που απεικονίζει τoν Ενταφιασμό του Χριστού.
Aήρ-Eπιτάφιος, 14ος αι. Mονή Παντοκράτορος, Άγιον ¨Ορος

Eικονίζεται ο Xριστός νεκρός ξαπλωμένος κατευθείαν στο ύφασμα του επιταφίου. Φέρει ένσταυρο φωτοστέφανο και έχει σταυρωμένα τα χέρια επάνω στο περίζωμα που καλύπτει το κάτω μέρος του σώματός του. Άγγελοι-διάκονοι με ριπίδια παρίστανται δοξολογώντας κατά μήκος του επιταφίου· αποδίδονται με προτομές μέσα σε τόξα που τους χωρίζουν από την κεντρική παράσταση. Tο βάθος όλο διακοσμείται με κέντημα από σταυρούς πού τους ενώνουν μικρά μετάλλια με μικρότερους σταυρούς. H παρυφή του αμφίου καθώς και τα τόξα των αγγέλων φέρουν κόσμημα ολίγο παραλλαγμένο από εκείνο του βάθους του υφάσματος: τους σταυρούς ενώνουν εδώ ημίφυλλα ακάνθης που η καρδιά τους τονίζεται με πράσινο μετάξι.
Στην κεφαλή του Xριστού, ανάμεσα στούς δύο αγγέλους, βρίσκεται η επιγραφή με κεφαλαία γράμματα IC.XC. O BACIΛE/YC THC ΔOΞHC, ενώ τα πόδια Tου ακουμπούν σ’ ένα είδος μωσαϊκού.

Aήρ-Eπιτάφιος 14ος και 15ος αι. Mονή Σταυρονικήτα, Άγιον Όρος


O επιτάφιος είναι κεντημένος σε κόκκινο ολοσηρικό ύφασμα πού, φθαρμένο κατά τόπους, αφήνει να φαίνεται το αστάρι. Στο μέσο εικονίζεται ο Xριστός νεκρός (IC. XC O ENTAΦIACMΩC) επάνω στη σινδόνα. Φέρει ένσταυρο φωτοστέφανο, κι έχει τα χέρια σταυρωμένα επάνω στο περίζωμα. Πίσω από τον νεκρό, συμμετρικά τοποθετημένοι, του παραστέκουν δύο άγγελοι-διάκονοι που κρατούν ριπίδια. Στις γωνίες, μεσα σε τόξα τα σύμβολα των τεσσάρων Eυαγγελιστών κατά σειρά: Mατθαίος, Iωάννης ο Θεολόγος, Mάρκος, Λουκάς. Kοντά στην κεφαλή, στα πόδια του Iησού και στο κενό ανάμεσα στούς δύο αγγέλους, από ένα χερουβείμ. Διπλοί τροχοί (θρόνοι) και σταυροί κοσμούν το πρώτο επίπεδο μπροστά από τον νεκρό. στον κάμπο διάσπαρτοι δύο σταυροί μέσα σε κύκλους και ένας ρόδακας. Tην παράσταση περιβάλλει στενή ταινία με το γνωστό, από άλλα παλαιολόγεια άμφια, κόσμημα των σταυρών μέσα σε κύκλους που συνδέουν ημίφυλλα άκανθους. Tο άμφιο καταλήγει σε πλατεία παρυφή διακοσμημένη με χερουβείμ και διπλούς τροχούς που χωρίζονται από σταυρούς μέσα σε κύκλους. Tο κέντημα φαίνεται να ανήκει σε δύο διαφορετικές εποχές. Tεμάχια κεντήματος παλαιού επιταφίου έχουν μεταφερθεί, προφανώς λόγω φθοράς του παλαιού υφάσματος, και επιρραφεί στο κόκκινο μεταξωτό του αμφίου. H μεγάλη σινδόνα που απωθεί τα τόξα των ευαγγελιστών της κάτω ζώνης και διασπά την ισορροπία της παραστάσεως καθώς και το δεύτερο πλαίσιο, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Xριστός δεν ανήκει στο αρχικό σχέδιο.
Eπιτάφιος -έτη 1613/14- Mονή Δοχειαρίου, Άγιον Όρος

                Στο κέντρο του κεντήματος απλώνεται η παράσταση του αέρα-επιταφίου. Στο στήθος του νεκρού Xριστού σκύβει η Θεοτόκος και Tόν κρατεί στην αγκαλιά της, ενώ τα πόδια Tου κρατεί ο Iωσήφ. Δορυφορείται ο Iησούς, δεξιά και αριστερά, από τους δύο αρχαγγέλους που κρατούν διπλά ριπίδια. Πίσω από την κεντρική αυτή παράσταση ο Iωάννης σκύβει και φιλεί το χέρι Tου. Aριστερά όμιλος από τέσσερις γυναίκες ορθές θρηνούσες. Απέναντί τους ο Nικόδημος φέρει το χέρι του στο μάγουλό του. Mικροσκοπικό αγγελούδι στο πρώτο πλάνο κρατεί θυμιατήριο. Στα πόδια του Iησού η επιγραφή: XEIP EYTEΛOYC KAΛΛHNIK(OY) / IEPOMONA / XOY / ETEI ZPKB (1613/1614).
Eπιτάφιος, δωρεά του βοεβόδα Bασιλείου Λούπου, έτη 1651/2 – Mονή Bατοπαιδίου
                 Eικονίζει τον Eπιτάφιο Θρήνο. Στο μέσο ο Xριστός νεκρός, ξαπλωμένος επάνω στον «λίθον ερυθρόν ανδρομήκη» όπου εσμυρνίσθη. Φορεί μόνο το περίζωμα και ο ένσταυρος φωτοστέφανός του φέρει στις κεραίες του: O ΩN. στα δύο άκρα του λίθου από μια μορφή: αριστερά η Mήτηρ, καθισμένη στο άκρο της πλάκας, κρατεί στον κόλπο της την κεφαλή του Iησού, δεξιά ο Iωσήφ κρατεί τα πόδια του νεκρού έτοιμος να τα τυλίξει στη σινδόνα, ο Iωάννης, θλιμμένος, σκύβει να ασπασθεί το χέρι Tου. Kοντά στον Iωάννη οι δύο άγιες γυναίκες, Mαρία η Mαγδαληνή και Mαρία του Iωσή, εμφανίζονται θρηνούσες. Στην πρώτη ζώνη, γονατιστοί, σε μικρότερη κλίμακα από τα άλλα πρόσωπα, τέσσερις άγγελοι, οι δύο κρατούν ριπίδια. Pιπίδια κρατούν και δύο άγγελοι από τους τέσσερις, στο επάνω μέρος της εικόνας. Στις γωνίες, μέσα σε τόξα, τα σύμβολα των τεσσάρων Eυαγγελιστών.
                O δωρητής Bασίλειος Λούπος υπήρξε διακεκριμένος ηγεμόνας της Mολδαβίας. Προερχόταν από οικογένεια της Θεσσαλίας. Έλαβε ελληνική παιδεία και υπέγραφε πάντα ελληνικά, αλλά ήταν προσηλωμένος στη χώρα που βασίλευε. Πέτυχε να καταλάβει το θρόνο την άνοιξη του 1643. Mετά τα πρώτα δυσχερή έτη της ηγεμονίας του η Mολδαβία απέλαυσε εσωτερική γαλήνη. Ίδρυσε ελληνικές μονές και αποκατέστησε απ’ ευθείας σχέσεις με το Oικουμενικό Πατριαρχείο. Tο 1648 εγκαινίασε τον μεγαλοπρεπή ναό των Tριών Iεραρχών στο Iάσιο, ένα από τα λαμπρότερα μνημεία της Pουμανίας.
                   O επιτάφιος είναι κεντημένος σε κόκκινο βελούδο και επιρραμένος σε νεότερη φόδρα. Tο κέντημα είναι ανάγλυφο (φουσκωτό) εκτελεσμένο με χρυσά και αργυρά σύρματα και με μετάξια για τα γυμνά μέρη του σώματος. H πληθώρα από πέτρες που στολίζουν το περίζωμα του Xριστού και τους φωτοστεφάνους μιμείται τα βυζαντινά πρότυπα

Eπιτάφιος του Παγώνη-17ος αι.-Mονή Ξηροποτάμου, Άγιον Όρος

                    
                  Σ‘ ολόκληρη την επιφάνεια του κεντήματος απλώνεται η παράσταση του Eπιταφίου Θρήνου με τα συνήθη πρόσωπα. Tο άμφιο διακοσμείται με τον Xριστό νεκρό, ξαπλωμένο επάνω στον λίθο όπου εσμυρνίσθη.
                   Aριστερά του η Παναγία καθισμένη σε σκίμποδα κρατεί στην αγκαλιά της την κεφαλή Tου. Στα πόδια του νεκρού ο Iωσήφ κρατεί τα άκρα της σινδόνος και ο Nικόδημος θρηνεί ακουμπισμένος στην κλίμακα της Aποκαθηλώσεως. Πίσω από τον λίθο, ο Iωάννης σκύβει και φιλεί το χέρι του νεκρού. Στο δεύτερο πλάνο δύο άγιες γυναίκες ολοφύρονται και άλλες τρεις ατενίζουν με λύπη τον νεκρό. Στο βάθος της παραστάσεως, σταυρός υψηλός με τη λόγχη και το σπόγγο, ενώ τα λοιπά σύμβολα του πάθους: το καλάθι με τα σύνεργα της σταυρώσεως, αμφορέας με το όξος και ο ακάνθινος στέφανος αποδίδονται, σε μικρογραφία, στο πρώτο πλάνο. Eπάνω από τις κεραίες του σταυρού η επιγραφή O EΠITAΦIOC ΘPHNOC και κάτω άγγελοι σεβίζοντες και άλλοι θρηνούντες καθώς και δύο σεραφείμ. Στα δύο επάνω άκρα, τα δύο κοσμικά σύμβολα, ο ήλιος και η σελήνη. Aστέρες διαστίζουν τον κάμπο.
               Tην παράσταση περιβάλλει στενή ζώνη, στις τρεις πλευρές της οποίας το τροπάριο (με κεφαλαία γράμματα) του Mεγάλου Σαββάτου που απαγγέλλεται και κατά τη Mεγάλη Eίσοδο: «’O ευσχήμων Iωσήφ από του ξύλου καθελών το άχραντόν Σου Σώμα, σινδόνη καθαρά είλησας και αρώμασιν, εν μνήματι καινώ κηδεύσας απέθετο». Στην κάτω πλευρά της ζώνης: ΔEHCIC TOY ΔOYΛOY TOY ΘEOY ΠAΓΩNH KAI TΩN ΓONEΩN.

ΠΗΓΕΣ
    Χρ. Καρύδης . Οι Βυζαντινοί Επιτάφιοι του Αγ. Όρους: Εξέλιξη, Συμβολισμοί & Συντήρηση
     Ιστοσελίδα Βυζαντινού  Μουσείου  Αυηνών
     Ιστοσελίδα Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης
     Ιστοσελίδα Οι Θησαυροί του Αγίου Όρους\\

missionanatolis

Κυριακή 24 Απριλίου 2016

Γέρων Εφραίμ Φιλοθεΐτης:«Τον νυμφώνα σου βλέπω»

Γέρων Εφραίμ Φιλοθεΐτης (Αριζόνας) Τον νυμφώνα σου βλέπω

Tον νυμφώνα Σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον και ένδυμα ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ· λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, Φωτοδότα και σώσόν με», ψάλλει η Εκκλησία μας.
Η ψυχή του χριστιανού, η μετανοημένη ψυχή, αυτή που έχει συναίσθηση της αμαρτωλότητος και της ευθύνης, στρέφει τα μάτια της προς τον Νυμφίον της Εκκλησίας και γοερώς αναφωνεί: «Σωτήρα μου, Ευεργέτα μου, Συ που σταυρώθηκες γιά μένα την αμαρτωλή ψυχή· δεν έχω χιτώνα καθαρό, χιτώνα λελαμπρυσμένο από τα δάκρυα και την μετάνοια· ένδυμα δεν έχω αγνό.
Πώς θα παρουσιασθώ ενώπιόν Σου, Ουράνιε Νυμφίε κάθε μετανοημένης και καθαράς ψυχής! Ο νυμφώνας Σου είναι κεκοσμημένος, είναι θαυμάσια στολισμένος και όμορφος. Εγώ όμως δεν έχω ένδυμα, ίνα εισέλθω και κατοικήσω αιωνίως εν αυτώ.
Σε παρακαλώ, Σε ικετεύω, Ουράνιε Νυμφίε της ψυχής μου, λάμπρυνόν με· καθάρισε το ένδυμα της ψυχής μου, δώσε μου τα απαιτούμενα μέσα καθάρσεως για να λαμπρυνθή το ένδυμα αυτό και να αξιωθώ να γίνω μέτοχος, να γίνω άξιος να κατοικήσω μέσα σ” αυτόν τον ουράνιο και αιώνιο νυμφώνά Σου».
Η Βασιλεία του Θεού, η Άνω Ιερουσαλήμ, ο ουράνιος κόσμος, ο αιώνιος και αναλλοίωτος είναι ο νυμφώνας του Θεού, εκεί που κατοικεί ο Θεός εν φωτί, εκεί που οι άγγελοι ψάλλουν ακαταπαύστως το: «Άγιος, Άγιος, Άγιος ει ο Θεός ημών». Σ” εκείνον τον ουράνιο κόσμο βρίσκεται η μακαριότητα του Θεού, η ευτυχία, το κάλλος και η ομορφιά.
Ψυχές κεκαθαρμένες και με τα δάκρυα αγνισμένες, αισθάνονται αυτόν τον ουράνιο νυμφώνα· από τώρα τον γεύονται· τον βλέπουν με τα μάτια της ψυχής· τον ορέγονται, τον ποθούν και νοσταλγούν την ημέρα και την ώρα που θα απέλθουν δια να κατοικήσουν εις αυτόν.
Ημείς όμως οι ταλαίπωροι άνθρωποι δεν έχουμε την πληροφόρησι της συνειδήσεως, γιατί η ψυχή μας δεν είναι καθαρή, μήτε το σώμα μας. Γι” αυτό ακριβώς και δεν είναι ανοιγμένα τα μάτια της ψυχής μας, να δούμε τον ουράνιο αυτό κόσμο, αυτήν την ομορφιά, την οποία είδε για λίγο ο Απόστολος Παύλος και ανεφώνησε από έκπληξι και θάμβος και είπε: «Ώ βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού! Ως ά- νεξερεύνητα τα κρίματα αυτού και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού!…» (Ρωμ. 11, 33), και αλλού πάλιν «Α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρ-δίαν άνθρωπου ουκ άνέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν Αυτόν» (Α’Κορ. 2, 9).
Σ” αυτόν τον νυμφώνα τον ουράνιο καλούμεθα να γίνουμε οικήτορες, να κατοικήσουμε, να συναυλιζώμεθα μετά των Αγγέλων, μετά των Αγίων, σε ουράνια παστάδα, στην Άνω Ιερουσαλήμ, στο κάλλος της Βασιλείας των Ουρανών, στο φως το απρόσιτον, στον υπέρφωτον γνόφον της αγνωσίας του Θεού, αφού καθάρουμε τον χιτώνα της ψυχής μας.
Σ” αυτήν την κάθαρσι του χιτώνος, που καλούμεθα να επιτύχουμε, μας βοηθεί πάρα πολύ η Εκκλησία μας. Γι” αυτό, τον χρόνο αυτό, που ανοίχθηκε μπροστά μας και φέτος, αυτές τις άγιες ημέρες -με την γενική άποψι της νηστείας, όχι μόνον από τροφές, αλλά κυρίως από εγκράτεια κακών επιθυμιών-πρέπει ο κάθε χριστιανός που ποθεί να σωθή, να ανασυγκροτήσει τις σκέψεις και τις αποφάσεις του και να αγωνισθή να ζήση πιο σεμνά, πιο απέριττα, πιο απλά, σταματώντας την εξωτερική προσπάθεια της καλλωπίσεως και στρεφόμενος στον εσωτερικό καλλωπισμό του. Το εξωτερικό σκεύος καταστρέφεται, διαλύεται, γίνεται βορά και τροφή των σκωλήκων και της φθοράς. Την ομορφιά όμως της ψυχής, όχι μόνο κανένα πράγμα δεν τη φθείρει, αλλά μάλλον το Πνεύμα του Θεού την εξωραΐζει προς το ευγενέστερον. Ο χρόνος ολοένα και συντέμνεται, όλο και λιγοστεύει.
Κάθε ημέρα που περνά, είναι και ένα βήμα προς τον θάνατο. Να ξέρετε, ότι και ένα μόνο δάκρυ ισοδυναμεί με το λουτρό. Όπως το λουτρό ανακουφίζει το σώμα και το πλύσιμο καθαρίζει το ένδυμα, ούτω πως και τα δάκρυα της μετανοημένης ψυχής αγνίζουν την καρδιά, αγνίζουν το νου, αγνίζουν το σώμα, αγνίζουν την ζωή, αγνίζουν τον λόγο, αγνίζουν ακόμα και την κάθε έκφρασι του ανθρώπου.
Να γονατίζουμε και να προσευχώμεθα με πολλή ταπείνωσι. Σε κάθε μετανοημένη ψυχή δίδεται λόγος, της δίδεται φωτισμένη προσευχή. Αυτό το βλέπουμε στην πόρνη του Ευαγγελίου κατά την Μεγάλη Τρίτη. Που ήξερε αυτή, μια γυναίκα του δρόμου να κάνη προσευχή; Αφ” ης στιγμής όμως απεφάσισε να μετανοήση και άρχισε να κλίνη προς το φως και προς την αλήθεια, της δόθηκε πνεύμα προσευχής. Πόσο ωραία είναι τα λόγια της μπροστά στον Σωτήρα! Γονάτισε μπροστά Του και ασφαλώς έκανε έναν εσωτερικό διάλογο μαζί Του! Εξέφρασε με όλη την καρδιά της την μετάνοιά της, διότι της απεκαλύφθη ότι Αυτός είναι ο μόνος Σωτήρας της και όλοι οι άλλοι την εξηπάτησαν. Είδε ότι μόνον ο Ιησούς, ο Χριστός, είναι Αυτός που θα της δώση το φώς, την ανακούφισι, την χαρά και την άφεσι των πολλών της εγκλημάτων.
«Δέξαι με -είπε- την αμαρτωλή, δέξαι μου το πέλαγος της αμαρτίας!». Και είδατε ότι τα δάκρυά της ήταν τόσα πολλά, που έβρεξαν τα άχραντα πόδια του Χριστού και αναγκάσθηκε να τα σκουπίση με την πλούσια κόμη της. Δεν χρειαζόταν άλλο μύρο για τον Χριστό μας. Το πολυτιμότερο μύρο ήταν τα δάκρυά της, που άξιζαν μεγάλο πλούτο.
Ήταν σε θέσι να εξαλείψουν όλο το χρέος που είχε απέναντι στον Θεό. Και ενώ ήταν καταβουρκωμένη, καταπνιγμένη στη βρωμιά και στη δυσωδία, τα πολύτιμα εκείνα δάκρυα την βοήθησαν να λαμπρύνη το ένδυμα της ψυχής της και να γίνη αποδεκτή από τον Σωτήρα μας. Εμείς, άραγε, πότε θα λαμπρύνουμε το ένδυμα της ψυχής μας;
Έτσι και κάθε αμαρτωλή ψυχή που κλαίει, που βρέχει νοερώς τα πόδια του Χριστού μας, δέχεται την αυτήν ανταπόκρισιν, την οποία δέχθηκε και η πόρνη γυναίκα. Δεν είναι μόνον το ότι σώθηκε, αλλά και έγινε φωτεινό παράδειγμα για κάθε ψυχή παραστρατημένη, γιατί της δείχνει τον τρόπο, τον δρόμο και το φως για επιστροφή. Αν μπορούσε κανείς να εμβαθύνη στην ψυχή αυτής της γυναίκας, καθ” ην στιγμήν ωλοφύρετο και έκλαιγε και έβρεχε τους αχράντους πόδας του Ιησού, θα έβλεπε οποία η ανακούφισις, οποίον βάρος της έφυγε και οποίαν ανάπαυσιν έλαβε η συνείδησίς της.
Ο Χριστός γι” αυτά τα δάκρυά της της έδωσε πλήρη την άφεσι όλων των αμαρτιών της. Έτσι και σε κάθε άνθρωπο, που επιστρέφει κοντά Του, του δίνει πλούσια την συγγνώμη, αρκεί να μετανοήση ειλικρινά. Ουδέν πρόβλημα μετά την μετάνοια. «Ου θελήσει θέλω τον θάνατον του αμαρτωλού, ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν», λέγει ο Κύριος. Ορκίζεται στον εαυτόν Του ο Θεός και λέγει: «δεν θέλω κανένας άνθρωπος, καμμία ψυχή να χαθή και να κολασθή, αλλά θα την περιμένω. Θα εξαντλήσω κάθε περιθώριο χρόνου και κάθε προσμονή για την επιστροφή της».
Ας ακολουθήσουμε τον φωτεινό δρόμο της μετανοίας· εάν μετανοήσουμε ειλικρινά, τότε ο Θεός δέχεται την μετάνοιά μας και δημιουργεί νέα σχέσι μαζί μας. Πολλές φορές ο άνθρωπος από το βάρος της αμαρτίας, έρχεται στο σημείο να λέγη: «Μά, δύναται ο Θεός να μου συγχωρέση αυτά που έκανα;». Από τη μια πλευρά έχει δίκηο. Νοιώθει το βάρος κι αναρωτιέται, αν τόσο βάρος μπορεί να το σηκώση ο Θεός! Για όνομα του Θεού! Δεν μπορεί ο Θεός, ο Χριστός, το πέλαγος της ευσπλαχνίας και των οικτιρμών, να σηκώση το βάρος μιας ψυχής αμαρτωλής; Μια χούφτα άμμος όταν ριφθή, μέσα στους ωκεανούς, έχει καμμία υπόστασι; Καμμία υπόστασι, χάνεται. Φαίνεται τίποτε στην επιφάνεια; Μηδαμώς. Ακριβώς ετσι είναι και όλα τα αμαρτήματα της ανθρωπότητος. Είναι ενα μηδέν εμπρός στην άβυσσο της ευσπλαχνίας του Θεού. Πολλώ μάλλον τα αμαρτήματα μιας και μόνον ψυχής!
Έρχεται όμως από τα δεξιά, ο αλλότριος της σωτηρίας του ανθρώπου, ο δαίμων και συμβουλεύει την ψυχή: «δεν συγχωρείσαι με τίποτε!» την σπρώχνει, την πιέζει και την «πρεσσάρει» για να την εξωθήση στο έγκλημα της αυτοκτονίας. Γι” αυτόν τον λόγο, ημείς ποτέ να μη πιστέψωμε κάτι τέτοιο, ακόμη και αν κάθε ημέρα εγκληματούμε. Ποτέ να μη χάσουμε την ελπίδα, όσα κι αν πράττουμε, όσο κι αν πίπτουμε, όσο κι αν τραυματιζώμεθα και χτυπάμε· μηδαμώς απελπισία και απόγνωσις. Μα, θα πη ο λογισμός: «Έως πότε θα με περιμένη ο Θεός;» Εφ” όσον ο Θεός σου χαρίζει ζωή, αυτό είναι μία έγγύησις του Θεού ότι σε περιμένει. Δεν μπορείς εσύ να αποκλείσης το δικαίωμα της προσμονής του Θεού. Μ” αυτήν την ελπίδα, μ” αυτό το θάρρος να προσερχώμεθα στον Θρόνο της Χάριτος του Θεού.
Έχουμε αναρίθμητα φωτεινά παραδείγματα μετανοίας ανθρώπων, μακράν του Θεού ευρισκομένων, οι οποίοι επέστρεψαν και όχι απλώς σώθηκαν, αλλά άγγιξαν μεγάλα μέτρα αγιότητος.
Η Οσία Μαρία η Αιγύπτια τι ήτο; Πόσοι και πόσες σαν την Οσία Μαρία, δεν υπήρξαν αμαρτωλοί άνθρωποι, που έγιναν άγιοι κατόπιν! Γι” αυτό κανείς να μην απελπίζεται, αλλά να προσέρχεται με μετάνοια στον πνευματικό, που δύναται με τον λόγο του να οικειώση τον αμαρτωλό μετά του Θεού, να τον δικαιώσει αυτοστιγμεί. «Όσα εάν λύσητε επί της γης, έσται λελυμένα και εν τω ουρανώ. Η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος έχει σε συγκεχωρημένον και λελυμένον και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι». Αυτομάτως το «κομπιούτερ» του Θεού χτυπάει μηδέν αμάρτημα και συγχρόνως ανοίγεται η πύλη της Βασιλείας των Ουρανών. ο νυμφώνας του Χριστού δέχεται τον άνθρωπο, τον προηγουμένως μη έχοντα «λελαμπρυσμένον» τον χιτώνα της ψυχής.
Γι” αυτήν την μεγάλη ευσπλαχνία του Θεού, ας τον ευχαριστήσουμε, ας τον προσκυνήσουμε με όλη την ευγνωμοσύνη της ψυχής μας. Εάν ο Θεός δεν ήτο τόσον απείρως εύσπλαχνος, ουδείς ο σωζόμενος. Κανείς δεν θα εσώζετο, διότι ουδείς ευρίσκεται και υπήρξεν επί της γης άμεμπτος και χωρίς σφάλμα και κηλίδα. Ουδείς ημπορεί να καυχηθή ότι ετήρησε την καρδίαν του άμεμπτη και καθαρή. Η ευσπλαχνία του Θεού όμως είναι τόσο δραστική, το φάρμακο αυτό είναι τόσο φοβερό και τρομερό, που εξαλείφει τα πάντα. Κάνει τρομερές επεμβάσεις, απίθανες εγχειρήσεις και σώζει τον άνθρωπο από βέβαιο ψυχικό θάνατο.
Εδώ βλέπουμε ψυχές, που έφυγαν από την ζωή αμετανόητες και «θεία επεμβάσει και θεία προνοία» δια πρεσβειών αγίων ανθρώπων, επεστράφησαν πίσω και έλαβαν την συγγνώμη. «Μετά θάνατον ουκ εστί μετάνοια» από την ίδια την κολασμένη ψυχή. Για να μετανοήση η ίδια, πρέπει να επιστρέψη στην ζωή. Ακόμη και τέτοια θαύματα έκανε η πρόνοια του Θεού, για να σώση τον άνθρωπο.
Ο νυμφώνας «ηνέωκται», ο Χριστός μας περιμένει· δεν πρέπει να βραδύνουμε. Το στάδιον της νηστείας και της καθάρσεως το βαδίζουμε τώρα, το λουτρό της μετανοίας μας περιμένει. Ας αξιοποιήσουμε τον χρόνο τώρα, που όλα συμβάλλουν στην μετάνοια. Τα λόγια της Εκκλησίας είναι όλα κατανυκτικά, αρκεί να προσέξουμε την έννοιά των. Ας γονατίζουμε κάθε μέρα, κάθε νύχτα και ας επικαλούμεθα πνεύμα κατανύξεως και δακρύων να μας χαρίζη ο Θεός.
Κι όταν αγγίξη ο Θεός τα μάτια μας, να τον ευχαριστήσουμε, να ταπεινωθούμε και να Του εκφράσουμε την αδυναμία μας, κι ότι με την ευσπλαχνία Του και μόνον μετανοούμε και όχι ότι είμεθα ικανοί και άξιοι για μετάνοια. και το ότι πιστεύουμε στον Θεό και το ότι αναγνωρίζουμε την αμαρτωλότητά μας είναι Χάρις Θεού, είναι ευσπλαχνία. Έάν η Χάρις δεν επισκιάση, ο άνθρωπος δεν αλλάζει. Εάν σκεπτώμεθα επιστροφή, εάν μετανοούμε, εάν αλλάζουμε, αυτό είναι Χάρις Θεού. Για να έλθη η Χάρις του Θεού, είμεθα δεκτοί από την Χάρι.
Ας μετανοήσουμε όσο είναι στην διάθεσί μας ο χρόνος, όσο έχουμε τον καιρό μπροστά μας. Ο Θεός είναι τόσο καλός, ο Ουράνιος Πατέρας έχει τέτοια καρδιά που όλοι χωράμε μέσα Του, αρκεί να προσέλθουμε εν μετανοία και εξομολογήσει. Ιδιαίτερα τώρα να προσερχώμεθα στις Προηγιασμένες Λειτουργίες, διότι είναι γεμάτες κατάνυξι και χάρι. Τι ωραίο το Χερουβικό της Προηγιασμένης Λειτουργίας! Μά, κι εκείνο το Χερουβικό του Μεγάλου Σαββάτου, τι δογματική και θεολογία περιέχει!
Ας βιάσουμε τους εαυτούς μας, για να βρεθούμε γρηγορούντες και νήφοντες και να καταπολεμήσουμε την αμέλεια και τη ραθυμία, γιατί αυτά εμποδίζουν τα αγαθά του Θεού προς τον άνθρωπο. Έρχεται ο δαίμων και μας φέρνει κόπωσι, κομάρες και μας ψιθυρίζει: «μη κάνης τις μετάνοιες, μη σηκώνεσαι τώρα για προσευχή, είσαι κουρασμένος, κοιμήσου λίγο παραπάνω, θα πας για δουλειά και τόσα άλλα». Ας μη τον ακούσουμε, ας βιασθούμε, διότι δεν ξέρουμε μετά από λίγες στιγμές τι μπορεί να συμβή. «Όπου εύρω σε, εκεί και κρινώ σε». Αν μας βρη επάνω στη βία, θα μας κατάταξη μετά των βιαστών. Αν μας βρη στην αμέλεια και στη ραθυμία, θα μας κατατάξη μετά των ραθύμων και των αποτυχημένων.
Να βοηθήσουμε και τους συνανθρώπους μας· να τους μιλήσουμε για τον Θεό, για την αγάπη του Ουρανίου Πατρός· να τους δώσουμε θάρρος κι ελπίδα. Μία ψυχή να βοηθήσουμε, είναι η μεγαλυτέρα ελεημοσύνη. Όπως κι εμάς μας βοήθησαν άλλοι άνθρωποι, οφείλουμε κι εμείς να κάνουμε το ίδιο.
Ας βιασθούμε λοιπόν σε όλα, για να εισέλθουμε στον νυμφώνα του Χριστού· διότι «των βιαστών είναι η Βασιλεία των Ουρανών». Αμήν.
πηγή κειμένου: γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου «Η τέχνη της σωτηρίας», εκδ. Ιεράς Μονής Φιλοθέου, Άγιον Όρος, 2005.

Σάββατο 23 Απριλίου 2016

Τί σημαίνει η Κυριακή των Βαΐων; Εθιμα και παραδόσεις

vagia.jpgΗ Κυριακή της Μεγάλης Εβδομάδας ονομάζεται έτσι, γιατί «μετά Βαΐων και κλάδων» έγινε η υποδοχή του Χριστού στα Ιεροσόλυμα.
Ο Χριστός μπαίνει στην πόλη χωρίς την βασιλική πολυτέλεια, καθισμένος επί πώλου όνου, αντί για ροδοπέταλα και τελετές, τα μικρά παιδιά κουνούν τα βάγια των φοινίκων, αντί να τον υποδεχτούν οι πολιτικοί και θρησκευτικοί ηγέτες του τόπου.
Χαρακτηριστικό έθιμο της ημέρας είναι ο στολισμός των εκκλησιών με βάγια, ενώ μετά τη λειτουργία ο παπάς ευλογεί και δίνει στους πιστούς σταυρούς από βάγια, τους οποίους βάζουμε στα εικονίσματα ή όπου αλλού χρειαζόμαστε προστασία.
Στις φωτό από τον ιερό Ναό της Παναγίας Ναυπλίου και τον ιερό Ναό της Αγίας Τριάδος όπου από την παραμονή των Βαίων, γυναίκες μαζεύονται και κόβουν τα βάγια και τα ετοιμάζουν για την εορτή.
Την Κυριακή των Βαΐων είναι έθιμο να τρώμε ψάρι.
Ο Χριστός εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα «επί πώλον όνου». Πορεύεται και οι Ισραηλίτες τον υποδέχονται με τιμές ως Βασιλιά. Εκείνος δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στις τιμές, δεν περιορίζεται στο πανηγύρι, στην πρόσκαιρη δόξα, αλλά προχωρεί στο σταυρό και την Ανάσταση.
Η είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα είναι τελικά η είσοδος του μαρτυρίου στην επίγεια ζωή του Κυρίου.
Σε λίγες ημέρες θα μαρτυρήσει και θα θανατωθεί στο σταυρό, για να θανατώσει το θάνατο και να χαρίσει τη ζωή.
ΕΘΙΜΑ

Την Κυριακή των Βαΐων, σε ανάμνηση της θριαμβευτικής εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, όλοι οι ναοί στολίζονται με κλαδιά από βάγια, από φοίνικες δηλαδή ή από άλλα νικητήρια φυτά, όπως δάφνη, ιτιά, μυρτιά και ελιά. Μετά τη λειτουργία μοιράζονται στους πιστούς.

Η εκκλησία μας καθιέρωσε ήδη από τον 9ο αιώνα το έθιμο αυτό μια και όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης «όχλος πολύς…έλαβον τα βαΐα των φοινίκων και εξήλθον εις υπάντησιν αυτώ».
Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, στα Ιεροσόλυμα, ο επίσκοπος έμπαινε στην πόλη «επί πώλου όνου», αναπαριστάνοντας το γεγονός, ενώ στα βυζαντικά γινόνταν «ο περίπατος του αυτοκράτορα», από το Παλάτι προς τη Μεγάλη Εκκλησία.
Στη διαδρομή αυτή ο αυτοκράτορας μοίραζε στον κόσμο βάγια και σταυρούς και ο Πατριάρχης σταυρούς και κεριά. Με τα βάγια οι πιστοί στόλιζαν τους τοίχους των σπιτιών και το εικονοστάσι τους. Και σήμερα ακόμα όλες οι εκκλησίες στολίζονται με δαφνόφυλλα ή βάγια.
Τα παλιότερα χρόνια τους τα προμήθευαν τα νιόπαντρα ζευγάρια της χρονιάς ή και μόνο οι νιόπαντρες γυναίκες, για το καλό του γάμου τους. Πίστευαν πως η γονιμοποιός δύναμη που κρύβουν τα φυτά αυτά θα μεταφερόταν και στις ίδιες και η μια χτυπούσε την άλλη με τα βάγια.
Τα “βαγιοχτυπήματα” σιγά-σιγά άρχισαν να γίνονται και από τις άλλες γυναίκες και τα παιδιά τις μιμούνταν και όπως χτυπιούνταν μεταξύ τους εύχονταν: “Και του χρόνου, να μη σε πιάν’ η μυίγα”. Δυνάμεις ιαματικές και αποτρεπτικές, μαζί με τις γονιμοποιές, αποδίδονταν στα βάγια και γι αυτό έπρεπε μετά την εκκλησία όλα να τα “βατσάσουν” για το καλό. Τα δέντρα, τα περβόλια, τα κλήματα, τις στάνες, τα ζώα, τους μύλους, τις βάρκες.
Από ένα κλαδάκι κρεμούσαν στα οπωροφόρα, για να καρπίζουν και στα κηπευτικά, για να μην τα πιάνει το σκουλήκι. “Μέσα βάγια και χαρές, όξω ψύλλοι, κόριζες !” ‘Ολα εξαφανίζονταν από τα σπίτια μόλις μπαίναν τα βάγια. Κρατούσαν την πρώτη θέση στο εικονοστάσι και μ’ αυτά “κάπνιζαν” οι γυναίκες τα παιδιά για το “κακό το μάτι”. Στη Λέσβο τα παιδιά, μετά την εκκλησία, στόλιζαν ένα δεμάτι από κλαδιά δάφνης με κόκκινα ή πράσινα πανάκια από καινούργιο φουστάνι, κρεμούσαν κι ένα κουδούνι και καθώς πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι ψάλλοντας και λέγοντας εξορκισμούς για τους ψύλλους και τα ποντίκια, έδιναν και ένα κλαράκι δάφνης στη νοικοκυρά.
Στο τέλος ζητούσαν και το χάρισμά τους: “Χρόνια πολλά, εν ονόματι Κυρίου, δό μ’ τ’ αυγό να φύγω.” Στην Ανατολική Ρωμυλία, τα κορίτσια έφτιαχναν με τα βάγια στεφάνια, τους έδεναν μια κόκκινη κλωστή και τραγουδώντας όλες μαζί πήγαιναν και τα πέταγαν στο ρέμα κι όπως έπαιρνε τα στεφάνια το νερό, όποιας πήγαινε μπροστά εκείνη θα γινόταν “συντέκνησσα”.
Πρώτη στο γυρισμό, πρώτη στο χορό και στο δικό της σπίτι η μάνα της θα έφτιαχνε τα φασόλια και θα τις φίλευε όλες, μαζί με ελιές.
Στη Τήνο, την Κυριακή των Βαΐων, τα παιδιά τριγύριζαν στους δρόμους κρατώντας μαζί με το στεφάνι τους την “αργινάρα”, μια ξύλινη ή και σιδερένια ροκάνα που τη στριφογύριζαν με δύναμη. Μέσα σε εκκωφαντικό θόρυβο κατέληγαν στη θάλασσα, όπου πετούσαν στο στεφάνι στο νερό.
Το έθιμο της περιφοράς των κλαδιών θυμίζει την “ειρεσιώνη”, το στολισμένο με καρπούς κλαδί, που στις γιορτές της άνοιξης περιέφεραν στους δρόμους τα παιδιά, στην αρχαιότητα. Τα βάγια τα έπλεκαν σε πάρα πολλά σχέδια: φεγγάρια, πλοία, γαϊδουράκια, το πιο συνηθισμένο όμως ήταν ο σταυρός.
Σε μερικά μέρη τους έδιναν το σχήμα του ψαριού. Ψάρι είχαν σαν σημάδι αναγνώρισης οι πρώτοι χριστιανοί, η λέξη ΙΧΘΥΣ, εξάλλου, προέρχεται από τα αρχικά Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ.
Αν και είναι εκόμα σαρακοστή, η εκκλησία την Κυριακή των Βαϊων επιτρέπει το ψάρι.
Έτσι και το τραγούδι των παιδιών λέει: “Βάγια, Βάγια των βαγιών, τρώνε ψάρι και κολιό, κι ως την άλλη Κυριακή με το κόκκινο αυγό ! ” Αναγράφει το Ωρολόγιο: Πέντε μέρες προ του Νομικού Πάσχα, ερχόμενος ο Ιησούς από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα, έστειλε δύο από τους μαθητές του και του έφεραν ένα ονάριο και αφού κάθισε πάνω του εισερχόταν στη πόλη.
Ο λαός μόλις άκουσε ότι έρχεται ο Ιησούς (είχαν μάθει και τα περί αναστάσεως του Λαζάρου) έλαβαν στα χέρια τους βάϊα από φοίνικες και πήγαν να τον προϋπαντήσουν. Άλλοι με τα ρούχα τους, άλλοι έκοβαν κλαδιά από τα δένδρα και τα έστρωναν στο δρόμο όπου διερχόταν ο Κύριος και τον ακολουθούσαν.
Ακόμα και τα νήπια τον προϋπάντησαν και όλοι μαζί φώναζαν: Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ (Ιωαν.ιε΄). Αυτή τη λαμπρή και ένδοξο πανήγυρη της εισόδου στα Ιεροσόλυμα του Κυρίου εορτάζομε αυτή τη Κυριακή.
Σήμαιναν δε τα βάϊα, οι κλάδοι των φοινίκων, τη κατά του διαβόλου και του θανάτου νίκη του Χριστού. Το δε Ωσαννά ερμηνεύεται σώσον παρακαλώ. Το δε πωλάριο της όνου και το κάθισμα του Ιησού πάνω του, ζώου ακάθαρτου κατά τον νόμο τους, σήμαινε τη πρώην ακαθαρσία και αγριότητα των εθνών και την μετά από λίγο υποταγή αυτών στο άγιο Ευαγγέλιο.
Η Εκκλησία μας ψάλλει:
Αφού ταφήκαμε μαζί με Σε, Χριστέ και Θεέ μας, δια του βαπτίσματός μας (το οποίο είναι τύπος του θανάτου Σου και της ταφής Σου), αξιωθήκαμε δια της αναστάσεώς Σου να εισέλθωμε στην αθάνατο ζωή της Βασιλείας Σου. Γι’ αυτό υμνούντές Σε, κράζομε: Βοήθησέ μας και σώσε μας, Συ, που ως Θεός κατοικείς στα ύψιστα μέρη του Ουρανού. Άς είσαι ευλογημένος Συ, που έρχεσαι απεσταλμένος από τον Κύριο!



dogma

Τρίτη 12 Απριλίου 2016

Οι σκοτεινές παράμετροι της εκ νέου επισκέψεως του Πάπα στην Ελλάδα



Εν Πειραιεί τη 11η Απριλίου 2016.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

     Δεν χωράει αμφιβολία ότι το «μυστήριο της ανομίας» και της γενικής αποστασίας βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.

Ζούμε όντως σε αποκαλυπτικές και εσχατολογικές ημέρες, όπου ο αντίδικος διάβολος, κατά το κοινώς λεγόμενο, «δίνει τα ρέστα» του,  «ειδώς ότι ολίγον καιρόν έχει» (Αποκ.12,12). Βάζει όλες του τις δυνάμεις να ξεθεμελιώσει την Εκκλησία του Χριστού, την κιβωτό της σωτηρίας, και να την εντάξει στα κοσμικά θρησκευτικά σχήματα, ώστε να χάσει την σωστική της δύναμη. Στα παρασκήνια αυτού του εσχατολογικού δράματος κεντρικό και δυναμικό ρόλο παίζει ο καταληψίας του σεβασμίου Πατριαρχείου της Δύσεως «πάπας» της Ρώμης, ο οποίος, με ισχυρό εργαλείο του, την πανίσχυρη διπλωματία του Βατικανού και τους πακτωλούς των σκοτεινών ταμείων του, κινεί τα νήματα της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, με στόχο την ανακήρυξή του σε παγκόσμιο θρησκευτικό ηγέτη των «Ηνωμένων Θρησκειών του Κόσμου»! Πιστοί του σύμμαχοι δυστυχώς «Ορθόδοξοι» ταγοί, οι οποίοι του «στρώνουν το χαλί», βοηθώντας τον να πραγματοποιήσει το καταχθόνιο και δαιμονικό του όραμα.
     Ωστόσο στην παρούσα χρονική συγκυρία, στην οποία το πρόβλημα των ακατάσχετων μεταναστευτικών ροών στην  διαλυμένη και καθημαγμένη από τα ατελείωτα μνημόνια πατρίδα μας έλαβε εκρηκτικές διαστάσεις, η παπική διπλωματία αντιλαμβάνεται, ότι επιβάλλεται να αλλάξει στρατηγική και διπλωματική στάση. Επιβάλλεται να αποβάλλει το εγκληματικό της πρόσωπο, (βλέπε γενοκτονία των Σέρβων κατά τον Β΄  Παγκόσμιο Πόλεμο και πρόσφατα με τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας), και να φορέσει το προσωπείο της αγάπης και της συμπάθειας προς τους κατατρεγμένους πρόσφυγες και λαθρομετανάστες, που τους εξομοιώνουν με τους πρόσφυγες. Επιβάλλεται τώρα να εμφανιστεί ο πάπας παγκοσμίως ως ο προστάτης των φτωχών, των πονεμένων προσφύγων και οικονομικών μεταναστών, που δεν έχουν στο ήλιο μοίρα, που απεγνωσμένοι και κυνηγημένοι από την φωτιά του πολέμου και την φτώχεια, αναζητούν ένα καλύτερο μέλλον στην Ευρώπη. Είναι γνωστό άλλωστε το βιβλίο που έγραψε ο «πάπας» Φραγκίσκος με τίτλο: «Για μια Εκκλησία φτωχή και των φτωχών», το οποίο παρουσιάστηκε πρόσφατα, (Ιανουάριος 2015), στην Αθήνα σε εκδήλωση των εν Ελλάδι Ιησουϊτών.
    Έτσι λοιπόν πήρε την απόφαση να «πατήσει πόδι», για δεύτερη φορά, στην Ορθόδοξη Ελλάδα, την αιματοβαμμένη από τα τίμια αίματα των αγίων και οσιομαρτύρων της αμωμήτου ημών Πίστεως που μαρτύρησαν  ανά τους αιώνας από τους προκατόχους του νυν «πάπα», με την σύμφωνη γνώμη, δυστυχώς, του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Δ.Ι.Σ. της Εκκλησίας μας, αλλά και της Ελληνικής Πολιτείας. Όπως ανακοινώθηκε από τα ΜΜΕ, ο «πάπας»  προσκλήθηκε από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, με την συγκατάθεση της Δ.Ι.Σ., να αφιχθεί προσεχώς στη νήσο Λέσβο, ομού με τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο και τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος κ. Α. Τσίπρα, τους καταυλισμούς των προσφύγων και των λαθρομεταναστών, με τους οποίους θα γευματίσουν και θα συμπαρασταθούν στο δράμα τους. Σύμφωνα με το ανακοινωθέν της Δ.Ι.Σ. σκοπός της επισκέψεως του «πάπα» είναι η συμβολή του «στην ευαισθητοποίηση της παγκόσμιας κοινότητας για την άμεση παύση των πολεμικών συγκρούσεων στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής που πλήττουν σφόδρα τις χριστιανικές κοινότητες, αλλά και στην ανάδειξη του μείζονος ανθρωπιστικού προβλήματος που έχει προκληθεί από τους απεγνωσμένους πρόσφυγες, οι οποίοι αναζητούν ένα καλύτερο μέλλον στην ευρωπαϊκή ήπειρο».
    Δεν θα σχολιάσουμε την πρωτοβουλία και απόφαση της Δ.Ι.Σ., να προσκαλέσει τον πάπα, χωρίς την σύμφωνη γνώμη της Ι.Σ.Ι. Σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, (Ν. 590/1977), η απόφαση για θέματα υψίστης ποιμαντικής και εκκλησιαστικής σημασίας, όπως εν προκειμένω η επίσκεψη του Αιρεσιάρχου «πάπα» κ. Φραγκίσκου στην Ελλάδα, ανήκει στις αρμοδιότητες της Ι.Σ.Ι. και όχι της Δ.Ι.Σ. (αρθ. 4 εδάφιο α). Πάνω στο θέμα αυτό αναφέρθηκε ήδη ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας με σχετική ανακοίνωσή του, στην οποία επί πλέον τόνισε, ότι η επίσκεψη αυτή προσβάλλει «τους Αγίους και Οσιάθλους Πατέρας της αμωμήτου ημών Πίστεως που δολοφονήθησαν φρικωδώς από τους προκατόχους και ομοπίστους του κ. Φραγκίσκου Μπεργκόλιο ανά τους αιώνας». Και εν τέλει προσβάλλει τον ίδιο τον Μακ. Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, διότι προσφάτως ο συγκεκριμένος «προσέλαβε» έναν Ισπανό Βενεδικτίνο καλόγηρο και τον εγκατέστησε ως επίσκοπο των Ουνιτών της Αθήνας.
   Ισχυρίζονται οι Σεβασμιώτατοι Ιεράρχες της Δ.Ι.Σ. ότι ο «πάπας» με την επίσκεψη αυτή θα συμβάλει στην «ευαισθητοποίηση της παγκόσμιας κοινότητας». Αλλά  πως είναι δυνατόν ο «πάπας» να ευαισθητοποιήσει την παγκόσμια κοινότητα, όταν ο ίδιος δεν έχει ευαισθητοποιηθεί από το δράμα των προσφύγων; Αν πράγματι συμμετέχει στο δράμα τους, τότε γιατί δεν ανοίγει τις Τράπεζες του Βατικανού, ή του «αγίου Πνεύματος» όπως θέλουν να τις ονομάζουν, που διαθέτει πακτωλούς χρημάτων, δισεκατομμύρια ευρώ, για να ανακουφίσει όλους αυτούς τους πονεμένους από την φτώχεια, την ανέχεια και την δυστυχία τους και στη συνέχεια να τους επαναπροωθήσει, με παπικές δαπάνες, σε πλούσιες μουσουλμανικές χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ; Αν προχωρούσε σε μια τέτοια ενέργεια, θα απεδείκνυε στην πράξη, (και όχι με θεατρινισμούς), ότι όντως συμμετέχει στο δράμα τους. Τότε μόνον θα μπορούσε να ελέγξει τους σημερινούς ηγέτες της Ευρώπης  για την τεράστια ευθύνη που έχουν για έναν πόλεμο, τον πόλεμο στη Συρία και όχι μόνον, τον οποίο κατ’ ουσίαν αυτοί οι ίδιοι προκάλεσαν, εξοπλίζοντας τους τζιχαντιστές του ISIS. Και να τους διασαφήσει ότι για την επίλυση του προσφυγικού προβλήματος κατ’ ουσίαν αυτοί οι ίδιοι ευθύνονται, διότι το προσφυγικό είναι απόρροια και άμεσο αποτέλεσμα του  πολέμου. Πολύ αμφιβάλουμε αν ο «πάπας», που θέλει να αυτοπροβάλλεται ως ο προστάτης των φτωχών, με την προσεχή επίσκεψή του στην Ελλάδα θα πράξει όλα τα παρά πάνω. Είμαστε σχεδόν βέβαιοι, ότι η επίσκεψη αυτή θα είναι απλώς ένα θέατρο εντυπώσεων και τίποτε περισσότερο.
   Πέραν αυτών φαίνεται ότι δεν έγινε επαρκώς κατανοητό από τους εκκλησιαστικούς και πολιτικούς μας ηγέτες, ότι η μεταναστευτική κρίση είναι ένα μείζον πρόβλημα με πολλές παραμέτρους, που δεν λύνεται με θεατρινισμούς  και «φιέστες». Είναι αστείο να πιστεύει κανείς ότι μετά από την προσεχή «φιέστα» της Λέσβου θα αλλάξει η κατάσταση. Ότι οι μετανάστες θα πειστούν να γυρίσουν σε άλλα πλούσια κράτη, όπου κυριαρχεί ο μουσουλμανισμός, ή ότι θα πάψουν να είναι φανατικοί και να σταματήσουν να μας βλέπουν ως «απίστους» και άρα υποψηφίους για εξόντωση. Πρέπει επί τέλους να γίνει κατανοητό από όλους, ότι η προσφυγική κρίση είναι μια κρίση που προκλήθηκε τεχνητά από τους σχεδιαστές της Νέας Τάξεως Πραγμάτων και η οποία εξυπηρετεί θαυμάσια τους στόχους των. Η αθρόα μετανάστευση μουσουλμάνων στην Ελλάδα και την Ευρώπη είναι «ό, τι χρειάζεται» για να προωθηθεί η μουσουλμανοποίηση της Ευρώπης, η Παγκοσμιοποίηση, ο Οικουμενισμός και εν τέλει η Πανθρησκεία. Ο Σεβασμιώτατος άγιος Πειραιώς στην ανακοίνωσή του ανέφερε και τους χρηματοδότες της «μεταναστευτικής κρίσης», οι οποίοι επιδιώκουν τον αφανισμό των πνευματικών, πολιτισμικών και εθνικών ιδιαιτεροτήτων μέσα στην χοάνη της πολυπολιτισμικότητας. Εμείς απλά θα υπενθυμίσουμε τις εκπεφρασμένες απόψεις του κ. Φραγκίσκου για την εισβολή των αμέτρητων μουσουλμανικών στιφών στη γηραιά ήπειρο, ο οποίος την βλέπει με «συμπάθεια» και δήθεν με «πνεύμα χριστιανικής αγάπης». Χαρακτηριστικό παράδειγμα της «συμπάθειάς» του προς τους «κατατρεγμένους μετανάστες» υπήρξε η θεατρικού τύπου «παράσταση» της «νίψης των ποδιών» αλλοθρήσκων προφανώς λαθρομεταναστών, (μουσουλμάνων, ινδουιστών, μπαχαϊστών, κλπ) κατά την «Μ. Πέμπτη» του παπικού Πάσχα. Με την συμβολικότατη αυτή πράξη του θέλησε να περάσει το μήνυμα πως «όλοι το ίδιο είμαστε», ότι η θρησκευτική πίστη δεν μπορεί πια να εγείρει εμπόδια στην «αγάπη» μας προς τους αιρετικούς και τους αλλοθρήσκους. Και ότι στα πλαίσια αυτά της «αγάπης» μπορεί να «θυσιάζεται» η αλήθεια!
    Η πείρα δέκα αιώνων ιστορικής πορείας του Παπισμού απέδειξε ακόμη, ότι ποτέ το Βατικανό δεν προχωρεί σε κάποια ενέργεια, αν δεν βεβαιωθεί προηγουμένως, ότι θα έχει κάποιο κέρδος σε πολιτικό, η εκκλησιαστικό επίπεδο. Στην παρούσα λοιπόν χρονική συγκυρία, είμαστε βέβαιοι, ότι η επίσκεψη αυτή δεν είναι καθόλου άσχετη με την μέλλουσα να συγκληθεί «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο», η οποία αναμένεται σύμφωνα με τα προσυνοδικά κείμενα, να δώσει μια ισχυρή ώθηση και συνοδική κατοχύρωση στην παναίρεση του Οικουμενισμού, με την απόδοση εκκλησιαστικότητος στις αιρετικές κοινότητες του Παπισμού και του Προτεσταντισμού. Είναι γνωστό ότι ο κ. Φραγκίσκος εξεδήλωσε πριν λίγο καιρό την ζωηρή επιθυμία του να παραστεί στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. Η απόφαση της Συνάξεως των Προκαθημένων να προσκαλέσουν μόνο αντιπροσωπείες φαίνεται ότι δεν τον ικανοποίησε. Εν τω μεταξύ πληροφορήθηκε προφανώς τις πολλαπλές και ισχυρές αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν σε πολλές Ορθόδοξες χώρες, όπως στη Μολδαβία, την Ουκρανία, την Βουλγαρία και ιδίως στην Ελλάδα με την πρόσφατη Ημερίδα στο Στάδιο «Ειρήνης και Φιλίας», σχετικά με την εν λόγω Σύνοδο, τον τρόπο οργανώσεώς της και την θεματολογία της, από πολλούς κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς. Θέλησε λοιπόν με την επίσκεψή του στην Ορθόδοξη Ελλάδα, με την ταυτόχρονη παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχου και του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, να καταστείλει τις αντιδράσεις και να βοηθήσει, όσον εξαρτάται από αυτόν, να περάσει ευκολότερα η εκκλησιαστική αναγνώριση του Παπισμού ως «εκκλησίας» από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. Και παράλληλα να στείλει σ’ όλο τον κόσμο ένα ηχηρό μήνυμα: Ότι η Ορθοδοξία και ο Παπισμός είναι «αδελφές Εκκλησίες». Ότι έφθασε πλέον η ώρα της αμοιβαίας αναγνωρίσεώς των, όχι μόνον με κοινές διακηρύξεις και με κοινά κείμενα των Μικτών Θεολογικών Επιτροπών, αλλά αυτή τη φορά και διά μέσου συνοδικών αποφάσεων.
     Θα κλείσουμε τον σύντομο σχολιασμό μας με ένα προφητικό άρθρο του αείμνηστου αγιορείτου μοναχού Θεόκλητου Διονυσιάτου, που είχε δημοσιευθεί τον Νοέμβριο του 2001 με τίτλο «Μελαγχολικαί ενοράσεις» και αφορούσε τους λαθρομετανάστες. Στο άρθρο αυτό παραθέτει σχετικά με το θέμα, τους ισχυρισμούς  τριών ησυχαστών που τον επισκέφτηκαν: «Και στην ερώτησή μου πως θα συμβεί αυτό, [η αλλοτρίωση της Ελλάδος], και πότε και τι θα γίνουν οι Έλληνες;  Απήντησαν, ότι ήδη ενεργείται η άλωση με τα 2-3 εκατομμύρια των μωαμεθανών, που ονομάζονται μετανάστες, και που θα στερεώνονται σταδιακώς με την ελληνικήν ιθαγένεια, που θα τους χορηγεί ευχαρίστως το Κράτος, δηλαδή η άθεη κυβέρνηση... Οι δε Έλληνες βαθμιαίως θα γίνουν μειονότης, έως ότου θα μείνουν ελάχιστοι χριστιανοί ως …δείγμα». Και συνέχισε: «Μέσα στον συγκλονισμό μου για την τραγωδία του λαού μας, άρχισα να μελετώ όσα είπαν με βεβαιότητα οι όσιοι εκείνοι ερημίτες.. Παρ’  ότι καμιά ανησυχούσα φωνή δεν ακούεται, όμως, κάποια σποραδικά δημοσιεύματα ...ήρχοντο να επαληθεύσουν σχεδόν τους ισχυρισμούς των φίλων μου ησυχαστών... Όμως, όσον και αν φαίνεται περίεργη η βαθειά σιγή επί ενός βοώντος εθνικού κινδύνου, το φαινόμενον δεν είναι ανεξήγητον. Πρόκειται περί σχεδόν καθολικής πωρώσεως των συνειδήσεων. Και είναι ιστορικώς αποδεδειγμένον, ότι όταν η αμαρτία καθολικοποιείται, γενικεύεται, ακολουθεί, δίκην συνδρόμου, η άγνοια του κακού. Τώρα το πρόβλημα, το παμπρόβλημα, είναι η αλλοτρίωση του ελλαδικού χώρου, κατά παραχώρηση Θεού, για την αμετανοησία των πιστών. Οπότε αβιάστως ανακύπτει η υποχρέωση της ποιμαινούσης Εκκλησίας να κηρύξει μετάνοιαν στον λαόν.  Αλλοιώς; ‘Εάν μη μετανοήτε, πάντες ωσαύτως απολείσθε’ (Λουκ.ιγ΄3). Το γαρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα».

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών.

Παρασκευή 8 Απριλίου 2016

ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ

Ο φαναριώτικος οικουμενισμός διασπά την ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας


του Ιωάννη Τάτση, Θεολόγου
«Λύπην, άλγος ψυχής και πολύν πόνον» αναφέρει ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος σε επιστολή του προς τον Πατριάρχη Αντιοχείας Ιωάννη ότι προκαλεί το ενδεχόμενο μη συμμετοχής του Πατριαρχείου Αντιοχείας στη Μεγάλη Σύνοδο αν δεν λυθεί το ζήτημα της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας στο Κατάρ. Στην ίδια επιστολή ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος επαναλαμβάνει την θέση του ότι η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, οφείλει να καταδείξει την ενότητα της Μίας και Ενιαίας Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας και την μαρτυρίαν αυτής προς τον σύγχρονον κόσμον.

Προφανώς στην εποχή της σύγχυσης που ζούμε δεν εννοούμε όλοι το ίδιο πράγμα όταν κάνουμε λόγο για ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας και μαρτυρία της στον σύγχρονο κόσμο. Η μαρτυρία της Εκκλησίας είναι η μαρτυρία των αγίων, των μαρτύρων και των οσίων όλων των αιώνων. Είναι η χαρισματική θεολογία που προήλθε από την εμπειρία των αγίων Πατέρων που θεολογούσαν φωτισμένοι από το Άγιο Πνεύμα. Δεν αποτελούν μαρτυρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας οι οικουμενιστικές παραφωνίες των Φαναριωτών που κατασπάζονται με θερμή αγάπη τους αιρετικούς παπικούς και προτεστάντες και κατακεραυνώνουν με περισσή αυστηρότητα τους «ανυπάκουους» πιστούς που αμφισβητούν τη δράση τους αποκαλώντας τους ειρωνικά «αγωνιστές της Ορθοδοξίας».
Η Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα σε επίπεδο διοικητικό παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα στην ενότητά της, τα οποία έχουν κύρια πηγή και αρχή τους το Φανάρι. Η οικουμενιστική πορεία των Φαναριωτών, ιδιαίτερα μάλιστα από την εποχή του Πατριάρχου Αθηναγόρα και μέχρι σήμερα, οδήγησε σε πολλαπλές αμφισβητήσεις του κύρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου λόγω του πρωταγωνιστικού ρόλου που διαδραμάτισε στην γιγάντωση εντός των κόλπων της Ορθοδόξου Εκκλησίας της λοιμώδους ασθένειας του οικουμενισμού. Η απροκάλυπτη καλλιέργεια της παναίρεσης από μεγάλη ομάδα Φαναριωτών, επισκόπων και άλλων, βρήκε ευτυχώς ισχυρές αντιδράσεις από το πλήρωμα της Εκκλησίας που συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Και είναι φανερό από τους λόγους του Πατριάρχη Βαρθολομαίου ότι οι αντιδράσεις αυτές αποτελούν πρόσκομμα για την ολοκλήρωση της οικουμενιστικής πορείας προς την πλήρη κοινωνία με τους ετεροδόξους. Η οικουμενιστική αγάπη των Φαναριωτών για τους αιρετικούς παπικούς και προτεστάντες έχει βλάψει σοβαρότατα την μεταξύ των Ορθοδόξων αγάπη και ενότητα.
Οι κοινές συνάξεις των Προκαθημένων, ακόμη και η ίδια η Μεγάλη Σύνοδος, αν τελικά συγκληθεί, δεν αντικατοπτρίζουν την ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η ενότητα της Ορθοδοξίας υπάρχει και θα υπάρχει έως συντελείας των αιώνων. Είναι η ενότητα της Εκκλησίας με την ζώσα παράδοση των αγίων. Δυστυχώς οι Προκαθήμενοι των Ορθοδόξων Εκκλησιών, ευτυχώς όχι στο σύνολό τους, αδυνατούν να εμφανίσουν την ενότητα αυτή σε όλο τον κόσμο διότι όχι απλώς δεν συγγενεύουν πνευματικά με τους αγίους της Ορθοδοξίας αλλά τινές εξ αυτών νοσούν βαρύτατα από τη λοιμώδη νόσο της παναίρεσης του οικουμενισμού. Όσο υπάρχουν ιεράρχες και μάλιστα Προκαθήμενοι Εκκλησιών που παραμένουν υπηρέτες του οικουμενισμού δεν υπάρχει δυνατότητα αληθούς έκφρασης και μαρτυρίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας ούτε προς τους εντός αυτής ούτε πολύ περισσότερο προς όλο τον κόσμο. Δεν αρκεί η επί το αυτό σύναξη των Προκαθημένων ούτε η συνυπογραφή ενός κοινού ανακοινωθέντος ούτε η αναμνηστική φωτογραφία όλων εχόντων εις το μέσον τον Οικουμενικό Πατριάρχη για να δοθεί αληθής μαρτυρία της Ορθοδοξίας στους εγγύς και τους μακράν. Απαιτείται πρώτα αποκήρυξη και καταδίκη της παναίρεσης του οικουμενισμού και των φορέων του και πορεία στα βήματα των αγίων πατέρων ώστε να λάμψει το φως της Ορθοδοξίας σε όλους και να αποτελέσει λιμάνι σωτηρίας και για τους ετεροδόξους που μετανοούντες θα προσέλθουν στη Μία, Αγία Εκκλησία.
Επειδή στην παρούσα συγκυρία δεν είναι υπαρκτή η δυνατότητα οριστικής καταδίκης του οικουμενισμού σε πανορθόδοξο επίπεδο, είναι βέβαιο ότι υπάρχει αδυναμία έκφρασης της ενότητας της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της Μίας, Αγίας και Αποστολικής Εκκλησίας των Οικουμενικών Συνόδων και των αγίων Πατέρων. Αντιθέτως με τα κείμενα που έχουν υποβληθεί προς έγκριση στη Μεγάλη Σύνοδο, ιδιαιτέρως δε με εκείνο που αφορά στις σχέσεις των Ορθοδόξων με τους ετεροδόξους, υπάρχει εμφανής ο κίνδυνος νέων διαιρέσεων και σχισμάτων λόγω της επιμονής των οικουμενιστών να προωθήσουν με κάθε τρόπο τα σχέδιά τους.
Η προαναφερθείσα λύπη του Οικουμενικού Πατριάρχη λόγω της πιθανής απουσίας από τη Σύνοδο του Πατριάρχη Αντιοχείας δεν είναι αληθής αλλά επίπλαστος, πρόσκαιρος. Η λύπη όμως που δύναται να προξενήσει στην Ορθόδοξη Εκκλησία με τη σύγκληση της λεγόμενης Μεγάλης Συνόδου θα είναι πραγματική και ουσιαστική. Και τούτο διότι αντί της επιδιωκόμενης δήθεν μαρτυρίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας σε όλο τον κόσμο και της διατράνωσης της ενότητάς της, είναι πολύ πιθανόν με τις αποφάσεις της Συνόδου να δοθεί ώθηση στην παναίρεση του οικουμενισμού, να κλεισθεί για πολλά έτη η θύρα της «καλής ανησυχίας» και της μετανοίας των ετεροδόξων ως οδός επιστροφής στη σώζουσα Ορθοδοξία, εντός δε των κόλπων της Ορθοδόξου Εκκλησίας να υπάρξουν διχοστασίες, σχίσματα, διαφωνίες και διαμάχες που δεν θα αποτελούν ασφαλώς «εσωτερικό πρόβλημα» των κατά τόπους Εκκλησιών αλλά ισχυρό κλυδωνισμό του πλοίου ολόκληρης της Εκκλησίας.

thriskeftika

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

''Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ''


ομιλία του μακαριστού π.Γεωργίου Καψάνη καθηγούμενου της ιεράς μονής Γρηγόριου Αγίου Όρους

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Πατέρας της Θ΄ Οικουμενικής Συνόδου




Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός,
Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Σε­βα­στοί πα­τέ­ρες, ἀ­γα­πη­τοί ἀ­δελ­φοί! Ἡ μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ συμ­πί­πτει μέ τήν 14η Νο­εμ­βρί­ου. Ἡ Σύ­νο­δος ὅ­μως τοῦ 1368, ἡ ὁ­ποί­α δι­α­κή­ρυ­ξε εἰς τόν κό­σμο τήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ, λό­γῳ τῶν θαυ­μά­των τά ὁ­ποῖ­α ἐ­ποί­ει καί ὄ­χι λό­γῳ τῆς παι­δεί­ας του, οὔ­τε λό­γῳ τῶν συγ­γραμ­μά­των του, πού εἶ­ναι τό ὑ­ψη­λό­τε­ρο στήν ἐ­πο­χή του ἐ­πί­τευγ­μα, ἀλ­λά καί στήν κο­ρυ­φή συγ­χρό­νως τῆς ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κῆς θε­ο­λο­γι­κῆς πα­ρα­δό­σε­ως, με­τέ­φε­ρε τή μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ εἰς τήν Β΄ Κυ­ρια­κή τῶν Νη­στει­ῶν. Εἶ­ναι μί­α πρά­ξις συμ­βο­λι­κή καί ἀ­πο­φα­σι­στι­κή, δι­ό­τι ἡ ση­με­ρι­νή ἡ­μέ­ρα τι­μᾶ­ται ἀ­πό τούς Ὀρ­θο­δό­ξους ὅ­λου τοῦ κό­σμου ὡς ἐ­πέ­κτα­ση καί προ­έ­κτα­ση τῆς Κυ­ρι­α­κῆς τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Εἶ­ναι συ­νέ­χει­α τῆς νί­κης τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὡς σώ­μα­τος Χρι­στοῦ καί ἐν Χρι­στῷ κοι­νω­νί­ας ἐ­ναν­τί­ον τῆς πλά­νης. Δέν εἶ­ναι νί­κη προ­σώ­πων ἐ­ναν­τί­ον ἄλ­λων προ­σώ­πων, δέν εἶ­ναι νί­κη πα­ρα­τά­ξε­ων ἐ­ναν­τί­ον ἄλ­λης πα­ρα­τά­ξε­ως ἤ ἄλ­λων πα­ρα­τά­ξε­ων, ἀλ­λά εἶ­ναι ἡ νί­κη τῆς Πί­στε­ως. Ὁ θρί­αμ­βος τῆς Πί­στε­ως ὡς τρό­που σκέ­ψε­ως, ὡς τρό­που ζω­ῆς καί ἐμ­πει­ρί­ας ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῆς, πού μπο­ρεῖ νά ὁ­δη­γή­σει τόν ἄν­θρω­πο εἰς τήν θέ­ω­ση. Εἶ­ναι νί­κη δη­λα­δή τῆς σω­τη­ρί­ας, τήν ὁ­ποί­α εἰ­σή­γα­γε στήν ἱ­στο­ρί­α ὁ Κύ­ρι­ος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, ἄ­σαρ­κος εἰς τήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη καί ἔν­σαρ­κος εἰς τήν Και­νή Δι­α­θή­κη.
Γι­ά νά κα­τα­νο­ή­σου­με τή ση­μα­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ, τόν ὁ­ποῖ­ο εἰς τόν τί­τλο τῆς ἀ­πο­ψι­νῆς ὁ­μι­λί­ας ὀ­νο­μά­ζου­με Πα­τέ­ρα τῆς 9ης Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, θά ἤ­θε­λα νά ὁ­ρι­ο­θε­τή­σου­με τά συ­στα­τι­κά τοῦ τί­τλου αὐ­τοῦ.

Ἡ Προσωπικότητα τ­οῦ Ἁγιου

Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος γεν­νή­θη­κε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη τό 1296 καί σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α.......


κυ­ρί­ως ἀ­ρι­στο­τε­λι­κή, σέ τέ­τοι­ο βαθ­μό, ὥ­στε ὅ­ταν ἔ­δι­νε δε­κα­ε­ξα­ε­τής τίς ἐ­ξε­τά­σεις του εἰς τό Πα­νε­πι­στή­μι­ο τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, ὁ με­γά­λος λό­γι­ος ὁ Θε­ό­δω­ρος Με­το­χί­της ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος νά τοῦ πεῖ: «Παι­δί μου, οὔ­τε ὁ ἴ­δι­ος ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης θά μπο­ροῦ­σε νά ἐκ­φρα­στεῖ κα­τά κα­λύ­τε­ρο τρό­πο».
Θε­ο­λο­γί­α ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ἐ­σπού­δα­σε εἰς τήν Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας. Δέν ἦ­ταν κά­ποι­ο ἵ­δρυ­μα κρα­τι­κό, δι­ό­τι ἡ Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή εἶ­ναι τό μο­να­στή­ρι, εἶ­ναι τό (κοι­νο­βι­α­κό) μο­να­στή­ρι. Μέ­σα στό μο­να­στή­ρι ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ἔ­γι­νε Θε­ο­λό­γος. Μέ­σα ἀ­πό τήν ἄ­σκη­ση καί τήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή. Εἰς τό Πα­πί­κι­ον Ὄ­ρος, μεταξύ Μακεδονίας καί Θράκης, στό Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος καί στήν Βέ­ροι­α, μέ τή αὐ­στη­ρο­τά­τη ἄ­σκη­σή του. Πέν­τε ἡ­μέ­ρες τῆς ἑ­βδο­μά­δος ἦ­ταν ἀ­πο­μο­νω­μέ­νος εἰς τήν ἀ­να­χω­ρη­τι­κή ἄ­σκη­ση, τήν βα­ρει­ά ἄ­σκη­σή του, καί δύ­ο ἡ­μέ­ρες κα­τέ­βαι­νε γι­ά νά συ­ζη­τή­σει μέ τό μο­να­στι­κό σῶ­μα τά προ­βλή­μα­τα, νά με­τά­σχει δη­λα­δή στήν κοι­νω­νι­κή ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι ζω­ή τῶν συμ­μο­να­στῶν του.
Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ἀ­να­δεί­χθη­κε σέ μέ­γα Θε­ο­λό­γο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, δι­ό­τι εἶ­χε τίς κα­τάλ­λη­λες προ­ϋ­πο­θέ­σεις. Ἦ­ταν ὁ Θε­ο­λό­γος τῆς ἀ­σκή­σε­ως, τῆς με­τα­νοί­ας, καί ὄ­χι ὁ Θε­ο­λό­γος τῶν πτυ­χί­ων καί τῶν πα­νε­πι­στη­μι­α­κῶν τί­τλων. Ἐ­πι­τρέψ­τε μου νά τό πῶ. Μέ ἀ­ξί­ω­σε ὁ Θε­ός, τό λέ­γω γι­α­τί τώ­ρα βρί­σκο­μαι στό τε­λευ­ταῖ­ο στά­δι­ο τῆς ζω­ῆς μου, δέν ξέ­ρω πό­σο ὁ Θε­ός θά μ’ ἀ­φή­σει στόν κό­σμο, ἀγ­γί­ζω τά ἑ­βδο­μήν­τα. Λέ­γω συ­νή­θως, ὅ­σα πτυ­χί­α καί νά ἔ­χου­με δέν μᾶς κα­τα­ξι­ώ­νουν ὡς Θε­ο­λό­γους. Μέ τή Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ ἔ­χω πέν­τε πα­νε­πι­στη­μι­α­κά δι­πλώ­μα­τα, τρία πτυχία καί δύ­ο «Ντο­κτο­ρά», δι­δα­κτο­ρι­κούς τί­τλους, δι­δα­κτο­ρι­κό Θε­ο­λο­γί­ας καί Φιλοσοφίας - Ἱ­στο­ρί­ας, αὐτά σέ ξέ­νο Πα­νε­πι­στή­μι­ο. Γι­α­τί τά εἶ­πα αὐ­τά; Γι­ά νά ἐ­πα­να­λά­βω αὐ­τό πού ἀ­ρέ­σκο­μαι νά λέ­γω συ­νή­θως, ὅ­τι ὅ­λα αὐ­τά, οἱ τί­τλοι καί τά πτυ­χί­α εἶ­ναι μη­δέν καί κά­τω τοῦ μη­δε­νός, μη­δέν καί κά­τω τοῦ μη­δε­νός, ἕ­να τί­πο­τα. Ἐ­κεῖ­νο, τό ὁ­ποῖ­ο χρει­ά­ζο­μαι καί μά­λι­στα ὡς Κλη­ρι­κός, εἶ­ναι μι­ά ἀχ­τί­δα τῆς Χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ. Λί­γη Χά­ρη Θε­οῦ χρει­ά­ζο­μαι, γι­ά νά ἀν­τα­πο­κρι­θῶ εἰς τίς ἀ­παι­τή­σεις τοῦ δι­α­κο­νή­μα­τος καί λει­τουρ­γή­μα­τός μου, καί σ’ αὐ­τό πι­στεύ­ω ὅ­τι θά συμ­φω­νοῦν ὅ­λοι οἱ σε­βα­στοί συ­νά­δελ­φοι ἐν Χρι­στῷ, πού εἶ­ναι στό Ἅ­γι­ον Βῆ­μα.
Ἔ­γι­νε, λοι­πόν, μ’ αὐ­τήν τήν Θε­ο­λο­γί­α συ­νε­χι­στής τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων, ὡς Θε­ο­λό­γος κα­τε­ξο­χήν τῆς πα­ρα­δό­σε­ως. Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς ἐν­τά­χθη­κε σέ μι­ά σκυ­τα­λο­δρο­μί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ἡ ὁ­ποί­α ἀρ­χί­ζει μέ τούς Ἀ­πο­στό­λους, τούς Ἀ­πο­στο­λι­κούς Πα­τέ­ρες, μέ πρῶ­τον τόν Ἅ­γι­ο Ἰ­γνά­τι­ο Ἀν­τι­ο­χεί­ας, συ­νε­χί­ζε­ται μέ τόν Ἅ­γι­ο Εἰ­ρη­ναῖ­ο, μέ τόν Ἅ­γι­ο Κυ­πρι­α­νό, φθά­νει στό Μέ­γα Ἀ­θα­νά­σι­ο, τούς Καπ­πα­δό­κες Πα­τέ­ρες, τούς Κυ­ρίλ­λους, τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων καί τῆς Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας, καί συ­νε­χί­ζε­ται αὐ­τή ἡ σκυ­τα­λο­δρο­μί­α μέ τόν Μά­ξι­μο τόν Ὁ­μο­λο­γη­τή, τόν Μέ­γα Φώ­τι­ο τόν 9ο αἰ­ῶ­να, γι­ά νά κο­ρυ­φω­θεῖ τόν 14ο αἰ­ῶ­να στόν Ἅ­γι­ο Γρη­γό­ρι­ο τόν Πα­λα­μᾶ καί ἐν συ­νε­χεί­ᾳ στούς ἁ­γί­ους Κολ­λυ­βά­δες Πα­τέ­ρες, τούς ἡ­συ­χα­στές τοῦ 18ου αἰ­ώ­να.
Ἀ­πό τήν ἄλ­λη πλευ­ρά, Φώ­τι­ος, Γρη­γό­ρι­ος Πα­λα­μᾶς καί Μάρ­κος Εὐ­γε­νι­κός εἶ­ναι στήν εὐ­θεί­α γραμ­μή τῆς πα­ρα­δό­σε­ως, ἡ ὁ­ποί­α προ­έ­βα­λε τούς ἁ­γί­ους Πα­τέ­ρες, τήν σκέ­ψη τους καί τήν βι­οτή τους ἀ­πέ­ναν­τι στήν ἀλ­λο­τρι­ω­μέ­νη καί δι­ε­στραμ­μέ­νη Δυ­τι­κή Χρι­στι­α­νο­σύ­νη. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ὁ ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς -ὁ Θε­ός τό ἐ­πέ­τρε­ψε, γι­ά νά τόν δυ­να­μώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο- ἔ­γι­νε καί ὁ­μο­λο­γη­τής τῆς πί­στε­ως. Κα­τη­γο­ρή­θη­κε ὡς και­νο­τό­μος καί μά­λι­στα ὡς αἱ­ρε­τι­κός. Αὐ­τή ἤ­τα­νε ἡ κρί­ση τοῦ 14ου αἰ­ῶ­νος.
Με­τά τήν Πεν­θέ­κτη Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο (691/2) ἔ­χου­με τέ­τοι­α πα­ρα­δείγ­μα­τα μέ­σα στή ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀ­πό τά τέ­λη τοῦ 7ου αἰ­ῶ­νος καί ἑ­ξῆς. Οἱ Ἅ­γι­οι νά θε­ω­ροῦν­ται ὡς και­νο­τό­μοι, οἱ Ἅ­γι­οι νά θε­ω­ροῦν­ται ὡς αἱ­ρε­τι­κοί, δι­ό­τι δέν συμ­φω­νοῦ­σαν μέ μι­ά πο­λι­τι­κή Θε­ο­λο­γί­α, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε δι­α­δο­θεῖ, μέ Ἱ­ε­ράρ­χες καί Θε­ο­λό­γους, οἱ ὁ­ποῖ­οι προ­σπα­θοῦ­σαν νά τά ἔ­χουν κα­λά μέ τήν ἐ­ξου­σί­α, γι­ά νά καρ­ποῦν­ται ὀ­φέ­λη γή­ι­να καί προ­σω­ρι­νά. Τό 1343 ἐ­φυ­λα­κί­σθη ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς στή φυ­λα­κή τῶν ἀ­να­κτό­ρων καί τό 1344 κα­τα­δι­κά­σθη­κε σέ ἀ­κοι­νω­νη­σί­α! Σύ­νο­δοι εἴ­χαν κα­τα­δι­κά­σει πα­λαι­ό­τε­ρα τόν Ἱ­ε­ρό Χρυ­σό­στο­μο, (σκεφ­τεῖ­τε τόν ἱ­ε­ρό Χρυ­σό­στο­μο!) δύ­ο φο­ρές σέ ἐ­ξο­ρί­α, ὥ­στε νά πε­θά­νει στήν ἐ­ξο­ρί­α. Ἀ­νά­λο­γες Σύ­νο­δοι κα­τε­δί­κα­σαν τόν Ἅ­γι­ο Γρη­γό­ρι­ο τόν Πα­λα­μᾶ, γι­α­τί δέν ἦ­ταν πρό­θυ­μος νά ὑ­πη­ρε­τή­σει τά συμ­φέ­ρον­τα τῶν ἰ­σχυ­ρῶν τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ χώ­ρου καί τῆς πο­λι­τεί­ας. Δέν εἶ­ναι σπά­νι­ο τό φαι­νό­με­νο, ἀ­γα­πη­τοί ἀ­δελ­φοί, Σύ­νο­δοι πού θε­ω­ροῦν­ται Ὀρ­θό­δο­ξοι, νά ἀ­θω­ώ­νουν τούς ἐ­νό­χους καί νά κα­τα­δι­κά­ζουν τούς Ἁ­γί­ους. Αὐ­τό τό φαι­νό­με­νο, πού ση­μαί­νει δι­α­στρο­φή τῆς Πα­ρα­δό­σε­ως ἐκ μέ­ρους των, πού ἀποκαλύπτει τήν ἐκ­κο­σμί­κευ­ση τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ χώ­ρου, θά συ­νε­χί­ζε­ται ὅ­σο ὑ­πάρ­χει ἡ ἁ­μαρ­τί­α, καί φοβερά ἀποστασία, μέ­σα στό ρά­σο. Ἔτ­σι, λοι­πόν, -θά μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψε­τε πα­ρεν­θε­τι­κά- νά προ­σθέ­σω κά­τι: Συ­νή­θως λέ­γου­ν κά­ποι­οι, καί δέν εἶ­ναι ἄ­στο­χο τό ἐ­ρώ­τη­μα, γι­α­τί δέν συμ­με­τέ­χουν καί οἱ λα­ϊ­κοί, μέ­λη καί αὐ­τοί τοῦ Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ, εἰς τάς Συ­νό­δους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Οἱ Ἅ­γι­οι Πα­τέ­ρες τά ἔ­χουν δι­α­τά­ξει κα­τά τέ­τοι­ο τρό­πο, ὥ­στε δέν χρει­ά­ζε­ται οὔ­τε ἐ­μεῖς οἱ πρε­σβύ­τε­ροι, οὔ­τε οἱ λα­ϊ­κοί νά συμ­με­τέ­χου­με στίς Συ­νό­δους. Δι­ό­τι τό­τε θά ἀρ­χί­σει τό ἐ­ρώ­τη­μα: γι­α­τί αὐ­τός καί ὄ­χι ἐ­γώ!
Ὁ Ἐ­πί­σκο­πος με­τέ­χει στή Σύ­νο­δο, με­τα­φέ­ρον­τας σ’ αὐ­τή­ν αὐ­τού­σι­α τή γνώ­μη τοῦ ποι­μνί­ου του. Ὅ­ταν, λοι­πόν, κά­θε Ἐ­πί­σκο­πος μέ­σα στή Σύ­νο­δο ἐκ­φρά­ζει τήν γνώ­μη τῆς το­πι­κῆς του ἐκ­κλη­σί­ας, τό­τε συμ­με­τέ­χει σ’ αὐ­τήν, ἔμ­με­σα, καί τό πλή­ρω­μά της. Φτά­σα­με ὅ­μως σέ κα­τα­στά­σεις, ἀ­γα­πη­τοί ἀ­δελ­φοί, πού ἄλ­λη εἶ­ναι ἡ γνώ­μη τοῦ λα­οῦ, ἄλ­λη εἶ­ναι ἡ γνώ­μη τῶν πρε­σβυ­τέ­ρων, τοῦ κλή­ρου τοῦ εὐ­ρυ­τέ­ρου, ἄλ­λη εἶ­ναι ἡ γνώ­μη τῶν Ἐ­πι­σκό­πων καί τε­λι­κά ἄλ­λα ἀ­πο­φα­σί­ζουν οἱ Σύ­νο­δοι. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ κα­κο­τυ­χί­α, ἡ ὁ­ποί­α μᾶς δέρ­νει. Καί θά μοῦ ἐπιτραπεῖ ταπεινά νά ὑ­πο­βάλ­ω γο­νυ­πε­τής, τήν πα­ρά­κλη­σή μου στήν Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δο. Ἄς πνεύ­σει καί σ’ αὐ­τήν ἕ­νας ἀ­έ­ρας Πα­τε­ρι­κός. Ἄς γί­νει καί στή Σύ­νο­δό μας μί­α ἀ­να­γέν­νη­ση, Πα­τε­ρι­κή ὅ­μως καί Ἀ­πο­στο­λι­κή καί Προ­φη­τι­κή. Κι ἄς ἀ­κού­ει τή φω­νή τοῦ ποι­μνί­ου -ἡ Σύ­νο­δος-, δι­ό­τι θά ἔλ­θει ἐ­πο­χή, ὅ­που οἱ ἀ­τα­ξί­ες πού συμ­βαί­νου­ν στό πε­ζο­δρό­μι­ο κα­θη­με­ρι­νά, θά εἰ­σέλ­θου­ν καί μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Μό­λις ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ὁ σχε­δι­α­ζό­με­νος χω­ρι­σμός Ἐκ­κλη­σί­ας-Πο­λι­τεί­ας, μέ τήν πλέ­ον ἀρ­νη­τι­κή ἔν­νοι­α τοῦ ὅ­ρου, τό­τε θά κα­ταν­τή­σου­με χει­ρό­τε­ρα ἀ­πό τούς Πα­λαι­ο­η­με­ρο­λο­γί­τες. Καί ἄν δέν θε­λή­σου­με μέ πρώ­τους τούς Ἐ­πι­σκό­πους μας, τούς ὁ­ποί­ους σέ­βο­μαι ἀ­πό­λυ­τα, ἐ­άν δέν θε­λή­σου­με νά σω­φρο­νι­σθοῦ­με καί νά μήν προ­κα­λοῦ­με τόν λα­ό τοῦ Θε­οῦ, θά φθά­σου­με σέ φο­βε­ρές κα­τα­στά­σεις στό χῶ­ρο τόν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό. Δέν εἶ­μαι προ­φή­της, ἀλ­λά ὁ Θε­ός μοῦ ἐ­πέ­τρε­ψε νά ἀ­σχο­λοῦ­μαι μέ τήν ἐ­πι­στή­μη τῆς Ἱ­στο­ρί­ας. Ὁ ἱ­στο­ρι­κός ἐρ­γά­ζε­ται πά­νω σέ νο­μο­τέ­λει­ες. Ὄ­χι λοι­πόν μέ τήν δι­αί­σθη­ση Προ­φή­του, δι­ό­τι εἶ­μαι ἀ­κά­θαρ­τος καί ἀ­σή­μαν­τος, ἀλ­λά μέ τήν δι­αί­σθη­ση πού μοῦ δί­νει ὁ χῶ­ρος τῆς Ἱ­στο­ρί­ας, προ­βλέ­πω ὅ­τι ἐ­κεῖ θά κα­τα­λή­ξου­με. Κλεί­νω τήν πα­ρέν­θε­ση.
Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­θη­κε τό 1343 καί ἀπό τό 1347 μέ­χρι τό 1359, μέ­χρι τήν κοί­μη­σή του, διετέλεσε Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Θεσ/κης. Τό 1368, ὅ­πως εἶ­πα, ἡ Σύ­νο­δος τοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου γι­ά πρώ­τη φο­ρά στήν ἱ­στο­ρί­α ἐ­πεμ­βαί­νει γι­ά νά δι­α­κη­ρύ­ξει, ὄ­χι νά ἁ­γι­ο­ποι­ή­σει, -αὐ­τά εἶ­ναι φράγ­κι­κα, δέν ἔ­χου­με ἁ­γι­ο­ποί­η­ση- ἀλ­λά ἐ­πεμ­βαί­νει ἡ Σύ­νο­δος νά δι­α­κη­ρύ­ξει τήν ἁ­γι­ό­τη­τά του, τήν ὑ­πάρ­χου­σα καί ἀ­πο­δει­κνυ­ο­μέ­νη, ὄ­χι ἀ­πό τά βι­βλί­α του, ἀλ­λά ἀ­πό τά θαύ­μα­τά του.

Ὁ Θεσμός τῶν Οικουμενικῶν Συνόδων
Μι­λή­σα­με ὅ­μως στόν τί­τλο γι­ά 9η Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο. Ποι­ά εἶ­ναι ἡ 9η Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος, μέ τήν ὁ­ποί­α θά συν­δέ­σου­με τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ; Εἶ­ναι γνω­στό ἀ­πό τήν Ἱ­στο­ρί­α, ὅ­τι ἔ­χου­με ἐ­πί­ση­μα ἑ­πτά Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους. Ἡ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος εἶ­ναι τό ἀ­νώ­τε­ρο κρι­τή­ρι­ο τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό­τη­τος. Γι­ά μᾶς τούς ὀρ­θο­δό­ξους ὑ­ψί­στη μορ­φή ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ πο­λι­τεύ­μα­τος εἶ­ναι ἡ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος. Κορυφή μας δέν εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος, ἕ­νας Πά­πας -ἐ­δῶ εἶ­ναι οὐ­σι­α­στι­κή ἡ δι­α­φο­ρά μας μέ τόν πα­πι­σμό. Οἱ Προ­τε­στάν­τες τά κα­τήρ­γη­σαν ὅ­λα, καί εἶ­ναι πι­ό ἔν­τι­μοι ἀ­πό τούς πα­πι­κούς. Εἶ­ναι πι­ό ἔν­τι­μοι, γι­α­τί δέ θέ­λη­σαν νά κρα­τή­σουν τί­πο­τε ἀ­πό τήν πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί νά τό δι­α­στρε­βλώ­νουν. Ὁ Πα­πι­σμός ὅ­μως ὑ­πο­κα­τέ­στη­σε τήν Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο μέ τόν Πά­πα καί τήν ἔ­κα­νε ὄρ­γα­νο τοῦ πα­πι­σμοῦ τήν Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο, θεραπαινίδα τῶν παπικῶν σχεδίων.
Στήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α ὑ­πάρ­χει καί θά ὑ­πάρ­χει μέ­χρι τέ­λους τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ὡς ὕ­ψι­στος θε­σμός εἰς τήν ζω­ήν της, ἡ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος. Ἡ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος –οἰ­κου­με­νι­κή ση­μαί­νει Σύ­νο­δος ὅ­λου τοῦ κρά­τους. Κα­τά τόν ὅ­ρο τοῦ Ξε­νο­φῶν­τος καί στό Ἑλ­λη­νι­κό Βυ­ζάν­τι­ο, στήν Ἑλ­λη­νι­κή, δη­λα­δή, Ρω­μα­νί­α, ἡ λέ­ξη Οἰ­κου­μέ­νη, ση­μαί­νει κα­τ’ οὐ­σί­αν τό κρά­τος, οἰ­κου­με­νι­κός δι­δά­σκα­λος, οἰ­κου­με­νι­κοί πα­τέ­ρες κ.ο.κ.­-. Ἡ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος, λοι­πόν, εἶ­ναι ἡ Σύ­νο­δος ὅ­λου τοῦ κρά­τους καί ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τά με­γά­λα προ­βλή­μα­τα τῆς πί­στε­ως καί τά­ξε­ως τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Οἱ Οἰ­κου­με­νι­κές Σύ­νο­δοι προ­ϋ­πο­θέ­τουν κρί­σεις εἰς τό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού ση­μαί­νει ὅ­τι ἀ­πει­λεῖ­ται ἡ σω­τη­ρί­α. Καί τό­τε ἔρ­χε­ται ὡς στό­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἡ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος, γι­ά νά δι­α­κη­ρύ­ξει, σέ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, τήν σώ­ζου­σα Ἀ­λή­θει­α, σύμ­φω­να μέ τούς Πα­τέ­ρες, τούς Ἀ­πο­στό­λους, τούς Προ­φῆ­τες καί τίς Μη­τέ­ρες ὅ­λων τῶν αἰ­ώ­νων. Ἔ­χου­με ἐ­πί πα­ρα­δείγ­μα­τι τήν 1η καί τήν 2α Οἰκ. Σύ­νο­δο, 325 καί 381, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­σχο­λή­θη­καν μέ τό πρό­βλη­μα, τή μά­στι­γα κα­λύ­τε­ρα, τοῦ Ἀ­ρει­α­νι­σμοῦ καί τό Τρι­α­δο­λο­γι­κό πρό­βλη­μα. Ἔ­χου­με, λοι­πόν, τό 381 τήν ὁ­μο­λο­γί­α τῆς πί­στε­ως πού εἶ­ναι τό «Πι­στεύ­ω», τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­παγ­γέλ­λου­με στήν Θ. Λει­τουρ­γί­α καί σέ πολ­λές ἄλ­λες ἀ­κο­λου­θί­ες. Τό «Πι­στεύ­ω» εἶ­ναι ἡ ὁ­μο­λο­γί­α τῆς πί­στε­ως πού σώ­ζει, πού ὁ­δη­γεῖ στή θέ­ω­ση, μέ βά­ση τίς αἱ­ρέ­σεις πού προ­έ­κυ­ψαν ἀ­πό τόν Ἀ­ρει­α­νι­σμό. Δέν εἶ­ναι ὁλόκληρη ἡ πί­στις τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
Τήν πε­ρα­σμέ­νη Κυ­ρι­α­κή -πι­στεύ­ω ὅ­τι κι ἐ­δῶ, ὅ­πως καί σέ ὅ­λη τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α- ἀ­νε­γνώ­σθη ἕ­να μέ­ρος τοῦ Συ­νο­δι­κοῦ τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Τό Συ­νο­δι­κόν εἶ­ναι ἡ συ­νέ­χει­α τοῦ Συμ­βό­λου τῆς πί­στε­ως. Ἄρ­χι­σε νά συν­τάσ­σε­ται στήν Σύ­νο­δο τοῦ 843, πού ἔ­γι­νε ἡ ἀ­να­στή­λω­ση τῶν ἁ­γί­ων Εἰ­κό­νων, καί ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε τόν 14ον αἰ., στήν ἐ­πο­χή τοῦ Ἁγ. Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ, πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας καί ὅ­λες τίς με­τα­γε­νέ­στε­ρες, με­τά τό 843, αἱ­ρέ­σεις. Τό Συ­νο­δι­κόν τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας εἶ­ναι προ­έ­κτα­ση, ἐ­πέ­κτα­ση τοῦ Συμ­βό­λου τῆς Πί­στε­ως. Ὁ μα­κα­ρί­της ὁ Κο­ρα­ῆς, ὁ ὁ­ποῖ­ος θέ­λη­σε νά δι­α­μορ­φώ­σει ὅ­λον τόν ἑλ­λη­νι­κό βί­ο, ἔ­λε­γε: «Δέ­χο­μαι τό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως, ἄ­ρα εἶ­μαι Ὀρ­θό­δο­ξος»! Ἀλ­λά καί οἱ Προ­τε­στάν­τες καί οἱ πα­πι­κοί, ἔ­στω μέ τήν μι­κρή ἀλ­λα­γή, πού ἔ­χει με­γά­λη ση­μα­σί­α βέ­βαι­α, τοῦ F­i­l­i­o­q­ue, τό ἴ­δι­ο Σύμ­βο­λο δέ­χον­ται. Ἐ­κεῖ­νο πού χα­ρα­κτη­ρί­ζει τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α εἶ­ναι ἡ συ­νέ­χει­α τοῦ Συμ­βό­λου τῆς Πί­στε­ως, καί σ’ αὐ­τήν ἀ­νή­κει τό κεί­με­νο τοῦ Συ­νο­δι­κοῦ τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.
Ἀ­πό τήν 3η μέ­χρι τήν 7η Οἰκ. Σύ­νο­δο, μέ­χρι τό 787, ἔ­χου­με ἀν­τι­με­τώ­πι­ση ἀ­πό τούς Ἁ­γί­ους μας τοῦ Χρι­στο­λο­γι­κοῦ προ­βλή­μα­τος. Εἶ­ναι οἱ σχέ­σεις τῶν δύ­ο φύ­σε­ων, ἀν­θρω­πί­νης καί θεί­ας εἰς Χρι­στόν, τῶν δύ­ο ἐ­νερ­γει­ῶν, θεί­ας καί ἀν­θρω­πί­νης καί τῶν δύ­ο θε­λή­σε­ων, μέ κο­ρύ­φω­ση εἰς τό πρό­βλη­μα τοῦ εἰ­κο­νι­σμοῦ τοῦ Θεί­ου Λό­γου. Ἄν εἶ­ναι δυ­να­τόν ὁ Θε­ός Λό­γος, πού ἐ­σαρ­κώ­θη «δι’ ἡ­μᾶς τούς ἀν­θρώ­πους καί δι­ά τήν ἡ­με­τέ­ραν σω­τη­ρί­αν», ἄν εἶ­ναι δυ­να­τόν νά εἰ­κο­νι­σθεῖ. Ἔ­χου­με μί­α σύγ­κρου­ση με­τα­ξύ τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ πνεύ­μα­τος πού δέ­χε­ται τόν εἰ­κο­νι­σμό, καί τοῦ ἀ­σι­α­τι­κοῦ πνεύ­μα­τος, μέ ὅ­λα τά πα­ρα­κλά­δι­α του πού ἀρ­νεῖ­ται αὐ­τόν τόν εἰ­κο­νι­σμό, ἤ­δη στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη. Καί ἡ ἀ­πό­φα­ση, ἡ δι­α­κή­ρυ­ξη κα­λύ­τε­ρα τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων (7η Οἰκ. Σύ­νο­δος καί Σύ­νο­δος τοῦ 843) εἶ­ναι ὅ­τι, ἀ­φοῦ ὁ Θε­ός Λό­γος προ­σέ­λα­βε τόν ἄν­θρω­πο ὁ­λό­κλη­ρο, ψυ­χή καί σῶ­μα, καί ἔ­χου­με ἐν Χρι­στῷ τέ­λει­ον ἄν­θρω­πον καί τέ­λει­ον Θε­όν, εἰ­κο­νί­ζε­ται ὁ Θεῖ­ος Λό­γος, κα­τά τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση Του. Καί ἔτ­σι μπο­ροῦ­με νά ἔ­χου­με τόν Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν σέ εἰ­κό­νες καί νά προ­σκυ­νοῦ­με δι­ά τῆς ἀν­θρω­πί­νης φύ­σε­ως, τήν θε­ό­τη­τα τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Αὐ­τό εἶ­ναι τε­ρά­στι­ο ἐ­πί­τευγ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀλ­λά καί τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ πνεύ­μα­τος, τό ὁ­ποῖ­ο προ­σέ­φε­ρε καί αὐ­τό τήν πα­ρά­δο­σή του, γι­ά νά ἐκ­φρα­σθεῖ, νά ἐ­νι­σχυ­θεῖ καί νά κη­ρυ­χθεῖ σέ ὅ­λο τόν κό­σμο ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α.
Ἐ­άν εἴ­χα­με τόν Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν σή­με­ρα, (βέ­βαι­α Ἐ­κεῖ­νος ἐ­πέ­λε­ξε τό πό­τε θά ἤρ­χε­το μέ­σα στήν Ἱ­στο­ρί­α ὡς Θε­άν­θρω­πος), ἐ­άν ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός κυ­κλο­φο­ροῦ­σε ἀ­νά­με­σά μας σή­με­ρα, θά μπο­ρού­σα­με μέ μί­α κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή μη­χα­νή ἤ μέ μί­α φω­το­γρα­φι­κή μη­χα­νή νά ἀ­πο­τυ­πώ­σου­με τήν μορ­φή του, ὅ­πως θά φαι­νό­ταν ὁ ἴ­δι­ος ἀ­νά­με­σά μας. Αὐ­τό εἶ­ναι τε­ρά­στι­α νί­κη, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω, τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας καί ἡ λύ­σις τοῦ Χρι­στο­λο­γι­κοῦ προ­βλή­μα­τος.
Ὑ­πάρ­χει ὅ­μως καί ἡ 8η Οἰκ. Σύ­νο­δος. Εἶ­ναι ἡ Σύ­νο­δος τοῦ 879, ἐ­πί Μ. Φω­τί­ου. Ὁ γνω­στός δογ­μα­το­λό­γος καί δά­σκα­λός μας, ὁ Ἰ­ω­άν­νης Καρ­μί­ρης, στήν Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή Ἀ­θη­νῶν, ἔ­λε­γε ὅ­τι ἡ Σύ­νο­δος τοῦ 879 ἐ­πί Μ. Φω­τί­ου, εἶ­ναι ἡ τε­λευ­ταί­α πρό τοῦ Σχί­σμα­τος Γε­νι­κή Σύ­νο­δος τῆς Ἀρ­χαί­ας Ἐκ­κλη­σί­ας, μέ ὅ­λα τά γνω­ρί­σμα­τα Οἰκ. Συ­νό­δου. Ἡ Σύ­νο­δος αὐ­τή κα­τα­δι­κά­ζει τήν δυ­τι­κή ἀλ­λο­τρί­ω­ση εἰς τήν δι­α­τύ­πω­ση τοῦ F­i­l­i­o­q­ue, τῆς ἐκ­πο­ρεύ­σε­ως δη­λα­δή τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ὄ­χι μό­νο ἀ­πό τόν Πα­τέ­ρα, ὅ­πως ὁ Χρι­στός μας τό λέ­ει στό 15,26 τοῦ κα­τά Ἰ­ω­άν­νην Εὐ­αγ­γε­λί­ου -«ὅ πα­ρά τοῦ Πα­τρός ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται»- ἀλ­λά καί «ἐκ τοῦ Υἱ­οῦ».
Θά μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψε­τε, μι­λών­τας γι­ά θε­ο­λο­γι­κά θέ­μα­τα νά πῶ ὅ­τι εἶ­ναι ὑ­πό­θε­ση ὄ­χι ἐ­παγ­γελ­μα­τι­ῶν τῆς Θε­ο­λο­γί­ας, ἀλ­λά εἶ­ναι ὑ­πό­θε­ση ὅ­λου τοῦ Σώ­μα­τος, ὅ­πως ἡ πί­στις μας τόν 19ο αἰ. ἦ­ταν ὑ­πό­θε­ση καί τοῦ ἀ­γραμ­μά­του –σχο­λι­κά- Μα­κρυ­γι­άν­νη. Χρι­στι­α­νός Ὀρ­θό­δο­ξος, ὁ ὁ­ποῖ­ος δέν ζη­τεῖ νά ἐ­νη­με­ρω­θεῖ καί νά κα­τα­νο­ή­σει τά προ­βλή­μα­τα τῆς πί­στε­ως, δέν εἶ­ναι Ὀρ­θό­δο­ξος. Γι’ αὐ­τό δι­ά­φο­ροι χῶ­ροι πού πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ὡς Ὀρ­θό­δο­ξοι ἀ­πό τόν 19ο αἰ. μέ­χρι σή­με­ρα, ἀ­σχο­λοῦν­ται μέ ἠ­θι­κο­λο­γι­κά, μέ ἠ­θι­κι­στι­κά προ­βλή­μα­τα καί νο­μί­ζουν ὅ­τι ἡ ἐ­να­σχό­λη­ση μέ τά δογ­μα­τι­κά, -λό­γῳ τῶν σφαλ­μά­των τοῦ Μα­κρά­κη- θά ὁ­δη­γή­σει σέ πα­ρε­κτρο­πές. Ὄ­χι ἀ­δελ­φοί μου, μέ τα­πεί­νω­ση, μέ φό­βο Θε­οῦ καί μέ τήν στή­ρι­ξη τῶν Γε­ρόν­των, τῶν πνευ­μα­τι­κῶν μας, πρέ­πει νά ἐ­πι­δι­ώ­κου­με νά κα­τα­νο­ή­σου­με τά θε­ο­λο­γι­κά προ­βλή­μα­τα καί τή ση­μα­σί­α τους. Γι­α­τί τά λέ­ω αὐ­τά;
Κά­πο­τε ἕ­νας κα­θη­γη­τής στό Πα­νε­πι­στή­μι­ο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, τό 1981 σέ ἕ­να συ­νέ­δρι­ο (αἰ­ω­νί­α του ἡ μνή­μη) μοῦ λέ­ει: «Μά εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ἑ­ρί­ζου­με, νά φι­λο­νι­κοῦ­με μέ τούς Δυ­τι­κούς χρι­στι­α­νούς γι­ά μί­α λε­ξού­λα; (γι­ά τό F­i­l­i­o­q­ue). Καί τό­τε ὁ πα­πα-Γι­ώρ­γης –ὁ Θε­ός φώ­τι­σε- τοῦ εἶ­πα ἕ­να ἐ­πι­χεί­ρη­μα πού τό κη­ρύσ­σω μέ­χρι σή­με­ρα. Λέ­ω, πώς ὑ­πάρ­χει μί­α φρα­σού­λα πού λέ­γε­ται βλα­σφη­μί­α. Βλα­σφη­μοῦ­με τόν Θε­όν, τόν Χρι­στόν μας, τήν Πα­να­γί­α καί πολ­λά ἄλ­λα πρό­σω­πα τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς μας πί­στε­ως. Ὁ αἱ­ρε­τι­κός, ἕ­στω καί μέ μί­α φρά­ση, ἐ­κτο­ξεύ­ει συ­νε­χῶς βλα­σφη­μί­α κα­τά τοῦ Θε­οῦ. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν, λοι­πόν, ἔ­στω καί σέ ἀ­τε­λεῖς Θ. Λει­τουρ­γί­ες νά με­τέ­χου­με μέ τούς αἱ­ρε­τι­κούς, ὅ­ταν αὐ­τό πού λέ­γουν, αὐ­τό πού δι­δά­σκουν, ὁ πα­πι­σμός, τό πρω­τεῖ­ον, τό ἀ­λά­θη­τον, εἶ­ναι ἐ­κτό­ξευ­ση «κα­τά ρι­πάς» βλα­σφη­μι­ῶν ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Θε­οῦ; Ἐ­μεῖς μέ τούς λό­γους τῶν Ἁ­γί­ων μας, χω­ρίς νά ἰ­σχυ­ρί­ζο­μαι ὅ­τι ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε κα­λύ­τε­ροι ὡς ἄν­θρω­ποι, ἀλ­λά μέ τούς λό­γους τῶν Ἁ­γί­ων μας ὑ­μνοῦ­με θε­α­ρέ­στως τόν Θε­όν. Ἐ­κεῖ­νοι μέ τά λό­γι­α τῶν Πα­πῶν καί τῶν ψευ­δο­συ­νό­δων τους βλα­σφη­μοῦν συ­νε­χῶς τόν Θε­ό. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν, λοι­πόν, νά ὑ­πάρ­ξει κοι­νω­νί­α; Κα­τα­λα­βαί­νε­τε τή ση­μα­σί­α καί μι­ᾶς μι­κρῆς λέ­ξε­ως ἀ­κό­μη. Ἄν τό σκε­φθεῖ­τε ἔτ­σι, ὅ­τι κά­θε αἱ­ρε­τι­κή πα­ρέκ­κλι­ση εἶ­ναι βλα­σφη­μί­α κα­τά τοῦ Θε­οῦ, θά κα­τα­λά­βε­τε, γι­α­τί οἱ Ἅ­γι­οι Πα­τέ­ρες τρέ­μουν κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά, ὅ­ταν ἀ­κοῦ­νε τά λό­γι­α τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν. Ἐ­μεῖς ἔ­χου­με φθά­σει, μι­λῶ γι­ά τόν ἑ­αυ­τό μου, σέ τέ­τοι­α ἀ­ναι­σθη­σί­α, ὥ­στε ἀ­κοῦ­με συ­νε­χῶς νά βλα­σφη­μεῖ­ται ὁ Θε­ός καί δέ μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει κα­θό­λου. Εἶ­ναι θά­να­τος πνευ­μα­τι­κός, νάρ­κω­ση πνευ­μα­τι­κή!
Ἡ 8η Οἰκ. Σύ­νο­δος εἶ­ναι ἡ σύ­νο­δος τοῦ 879, ἡ ὁ­ποί­α κα­τα­δι­κά­ζει τό F­i­l­i­o­q­ue, τήν προ­σθή­κη τῆς φρά­σε­ως αὐ­τῆς εἰς τό Σύμ­βο­λον καί κυ­ρί­ως ἐ­κεί­νους πού εἰ­σή­γα­γαν στό Σύμ­βο­λον αὐ­τή τήν προ­σθή­κη, δη­λα­δή τόν φραγ­κι­κό κό­σμο καί τήν ἡ­γε­σί­α του.

Ἡ Διασταση Ἀνατολῆς καί Δύσεως

Ὑ­πάρ­χει ὅ­μως καί ἡ 9η Οἰκ. Σύ­νο­δος. Εἶ­ναι οἱ Σύ­νο­δοι τῆς πε­ρι­ό­δου τῆς ἐ­κρή­ξε­ως τοῦ προ­βλή­μα­τος πού ἀ­φο­ροῦ­σε στόν ἡ­συ­χα­σμό. Δέν εἶ­ναι «ἡ­συ­χα­στι­κές ἕ­ρι­δες», οἱ Φράγ­κοι μᾶς μά­θα­νε νά τίς λέ­με ἡ­συ­χα­στι­κές ἕ­ρι­δες. Εἶ­ναι ἡ ἔ­κρη­ξη τῆς ἀν­τι­στά­σε­ως τῶν ἡ­συ­χα­στῶν, τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων δη­λα­δή, ἀ­πέ­ναν­τι στίς πα­πι­κές καί σχο­λα­στι­κές προ­κλή­σεις.
Εἶ­ναι οἱ Σύ­νο­δοι τοῦ 1341, τοῦ 1347, τοῦ 1351, μέ κα­τα­κλεί­δα τήν Σύ­νο­δο πού ἀ­νέ­φε­ρα πρίν, τοῦ 1368. Ἡ ἀ­φορ­μή ἐ­δό­θη­κε ἀ­πό τά προ­βλή­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α δη­μι­ούρ­γη­σε ἡ σύγ­κρου­ση τῶν δύ­ο πα­ρα­δό­σε­ων, τῆς Ἀ­να­το­λῆς καί τῆς Δύ­σε­ως. Ἐ­πί­σης σχο­λα­στι­κοί τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου, τῆς Ρω­μα­νί­ας, λα­τι­νί­ζον­τες, ρί­χνουν λά­δι στή φω­τι­ά. Ἐ­κεῖ­να ὅ­μως τά πρό­σω­πα, τά ὁ­ποῖ­α ἡ­γοῦν­ται, στήν δι­α­σπο­ρά πλα­νῶν εἰς τήν Ὀρ­θο­δο­ξο Ἀ­να­το­λή εἶ­ναι, ὅ­πως ξέ­ρε­τε, ὁ Βαρ­λα­άμ ὁ Κα­λα­βρός καί ὁ Γρη­γό­ρι­ος Ἀ­κίν­δυ­νος ἤ Πο­λυ­κίν­δυ­νος, ὅ­πως τόν ἔ­λε­γαν, ὁ μα­θη­τής του.
Ὁ Βαρ­λα­άμ καί ὁ Ἀ­κίν­δυ­νος ἀλ­λά καί οἱ ἄλ­λοι ὀ­πα­δοί τους, με­τέ­φε­ραν τήν δυ­τι­κή ἀλ­λο­τρίω­ση στήν Ἀ­να­το­λή. Ἤ­δη στή Δύ­ση εἶ­χε δι­α­μορ­φω­θεῖ ἕ­νας ἄλ­λος Χρι­στι­α­νι­σμός, εἶ­χε ἀλ­λά­ξει ἡ οὐ­σί­α τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ μέ τήν ἐκ­κο­σμί­κευ­ση τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ στή Δύ­ση, ἡ ὁ­ποί­α ἐκ­κο­σμί­κευ­ση σαρ­κώ­νε­ται καί κο­ρυ­φώ­νε­ται στήν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ πα­πι­κοῦ κρά­τους.
Ἐ­μεῖς σή­με­ρα, μέ ποι­όν Πά­πα μι­λοῦ­με; Μέ τόν Πά­πα ἐ­πί­σκο­πο, ἔ­στω καί s­u­p­er ἐ­πί­σκο­πο, ὅ­πως θέ­λει νά ὀ­νο­μά­ζε­ται, -γε­νι­κός ἐ­πί­σκο­πος ὑ­πε­ρά­νω ὅ­λων τῶν ἐ­πι­σκό­πων- ἤ μέ τόν Πά­πα βα­σι­λέ­α καί αὐ­το­κρά­το­ρα καί ἀρ­χη­γό κρά­τους; Δι­ε­ρω­τῶ­μαι αὐ­τοί πού δι­ε­ξά­γουν τέ­τοι­ους δι­α­λό­γους, πό­τε θά τό συ­νει­δη­το­ποι­ή­σουν; Δύ­ο τι­νά συμ­βαί­νουν. Ἤ δέν μπο­ροῦν νά τά κα­τα­λά­βουν τά προ­βλή­μα­τα –κά­τι πού δέν θέ­λω νά πι­στέ­ψω, γι­α­τί δι­α­θέ­τουν λο­γι­κό κα­λύ­τε­ρο ἀ­πό τό δι­κό μου-, ἤ ἀ­δι­α­φο­ροῦν καί τά θε­ω­ροῦν ὅ­λα αὐ­τά ἄ­νευ ση­μα­σί­ας, ἀ­σχο­λού­με­νοι μέ κοι­νω­νι­κά, μέ πο­λι­τι­κά καί δι­πλω­μα­τι­κά θέ­μα­τα.
Ἡ Δύ­ση καί ὅ­λος ὁ Χρι­στι­α­νι­σμός εἶ­χε ἀλ­λο­τρι­ω­θεῖ σέ ση­μεῖ­ο πού νά λέ­γει ὁ Ντο­στο­γι­έφ­σκυ, δύ­ο φο­ρές, εἰς τούς ἀ­δελ­φούς Κα­ρα­μά­ζωφ καί εἰς τόν Ἠ­λί­θι­ον: Μέ τόν ἄ­θε­ο, -ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χή τῆς ἄ­θε­ης ἰν­τε­λιγ­κέν­τσι­ας εἰς τήν Ρω­σί­α- μέ τούς ἀ­θέ­ους μπο­ρῶ νά μι­λή­σω, δι­ό­τι ξέ­ρω ποῦ κι­νεῖ­ται ἡ σκέ­ψη τους καί ὁ λό­γος τους, τί πι­στεύ­ουν καί τί δέν πι­στεύ­ουν. Μέ τόν πα­πι­σμό δέν μπο­ρῶ νά μι­λή­σω, δι­ό­τι ὁ πα­πι­σμός μοῦ δί­νει ἀλ­λο­τρι­ω­μέ­νη πί­στη, «μοῦ δί­νει Χρι­στό πού δέν ὑ­πάρ­χει, μοῦ δί­νει τόν Ἀν­τί­χρι­στο». Αὐ­τό τό λέ­γει ὁ Φι­ον­τόρ, ὁ Θε­ό­δω­ρος, δη­λα­δή, Ντο­στο­γι­έφ­σκι.
Ἔτ­σι λοι­πόν ἡ Δύ­σις εἰ­σά­γει ὅ,τι εἰ­σά­γει, χτυ­πών­τας τήν καρ­δι­ά τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας πού εἶ­ναι ὁ ἡ­συ­χα­σμός. Ὁ ἡ­συ­χα­σμός ὥς ἄ­σκη­ση, ὡς πρα­κτι­κή πνευ­μα­τι­κό­τη­τος, συ­νο­δεύ­ει τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τήν ἀρ­χή τῆς Δη­μι­ουρ­γί­ας. Ἡ ἐ­πι­στρο­φή τῶν Πρω­το­πλά­στων γί­νε­ται μέ­σῳ τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς, ὅ­πως καί ἡ πτῶσις τους ἦ­ταν καρ­πός τῆς ἀρ­νή­σε­ως τῆς πνευ­μα­τι­κῆς, τῆς ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῆς, κα­λύ­τε­ρα, ζω­ῆς. Ὁ ἡ­συ­χα­σμός μέ τήν κά­θαρ­ση τῆς καρ­δι­ᾶς, τόν φω­τι­σμό τῆς καρ­δι­ᾶς ἀ­πό τήν Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, τήν ἄ­κτι­στη, καί μέ τήν θέ­ω­ση, ἀ­να­τρέ­πει τήν πλά­νη, τήν ἁ­μαρ­τί­α μας, ἀ­να­τρέ­πει τήν τρα­γι­κό­τη­τά μας. Ἡ θε­ο­λο­γι­κή ταυ­τό­τη­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ, εἶ­ναι ὁ ἡ­συ­χα­σμός. Συ­νε­χί­ζει καί ἐ­πα­νεκ­φρά­ζει τήν πα­τε­ρι­κό­τη­τα, ἀλ­λά κυ­ρί­ως ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ἀν­τε­λή­φθη τήν ἀλ­λο­τρί­ω­ση τῆς Δύ­σε­ως. Μί­α Δύ­ση πού οἱ σχο­λα­στι­κοί οἱ δι­κοί μας τήν ἤ­θε­λαν καί τό­τε ὡς συ­νο­μι­λη­τή καί συ­νο­δοι­πό­ρο.

Ἡ Θεολογία τῆς Θεώσεως
Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς, σ’ αὐ­τό τό ση­μεῖ­ο, συ­νε­χί­ζει τόν Μ. Φώ­τι­ο. Ὁ πρῶ­τος πού ἀν­τε­λή­φθη τήν ἀλ­λο­τρί­ω­ση τοῦ Δυ­τι­κοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ, -ὅ­τι εἶ­ναι κά­τι ἄλ­λο, ἀλ­λά ὄ­χι Χρι­στι­α­νι­σμός τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων- ἦ­ταν ὁ Ἅ­γι­ος Φώ­τι­ος, μέ τό πε­ρί­φη­μο ἔρ­γο του «Πε­ρί τῆς μυ­στα­γω­γί­ας τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος», πού εἶ­ναι πη­γή μέ­χρι σή­με­ρα εἰς τήν δι­δα­σκα­λί­α καί στά συγ­γράμ­μα­τα ὅ­λων τῶν θε­ο­λό­γων μας πε­ρί Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς, ἀ­νοί­γει πε­ρισ­σό­τε­ρο τόν δρό­μο. Εἶ­χε δέ τίς προκλήσεις τοῦ Κα­λα­βροῦ Βαρ­λα­άμ, ὥ­στε νά συλ­λά­βει τήν πλή­ρη ἀλ­λο­τρί­ω­ση τῆς Δυ­τι­κῆς Θε­ο­λο­γί­ας. Ποι­ά εἶ­ναι ἡ οὐ­σί­α τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου, πού εἶ­ναι ἡ συ­νέ­χει­α τῆς πα­τε­ρι­κό­τη­τος; Ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­νει τούς Ἁ­γί­ους Πα­τέ­ρες ὅ­λων τῶν ἐ­πο­χῶν ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς καί ἐ­πα­να­δι­α­τυ­πώ­νει καί ἐ­πα­νεκ­φρά­ζει τήν πί­στη μέ τά μέ­σα, πού τοῦ ἔ­δι­δε ἡ ἐ­πο­χή του. Τήν ἴ­δι­α Ὀρ­θο­δο­ξί­α ἐκ­φρά­ζει καί ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς, μέ τή δι­κή του γλώσ­σα, μέ τόν δι­κό του τρό­πο, μέ­νον­τας ὅ­μως πι­στός στήν θε­ο­λο­γι­κή ὁ­μο­λο­γί­α τῶν πα­τέ­ρων τοῦ 4ου, τοῦ 5ου κ.ο.κ αἰ­ῶ­νος. Δέ­χε­ται πρῶ­τον τήν δι­ά­κρι­ση οὐ­σί­ας καί ἐ­νέρ­γει­ας εἰς τόν Θε­όν, τήν ὀ­νο­μά­ζει «δι­ά­κρι­σιν θε­ο­πρε­πή καί ἀ­πόρ­ρη­το», πού εἶ­ναι ἡ προ­ϋ­πό­θε­ση τῆς θε­ώ­σε­ως.
Ἐ­άν ἀρ­νη­θοῦ­με, ὅ­πως ὁ σχο­λα­στι­κι­σμός, ἡ θε­ο­λο­γί­α τοῦ πα­πι­σμοῦ δη­λα­δή, τήν δι­ά­κρι­ση οὐ­σί­ας καί ἐ­νέρ­γει­ας μέ­νει με­τέ­ω­ρον τό θέ­μα τῆς θε­ώ­σε­ως. Πῶς θε­ού­με­θα; Ὁ σκο­πός, ὁ ἀ­πό­λυ­τος σκο­πός καί προ­ο­ρι­σμός κά­θε ἀν­θρώ­που, ὄ­χι μό­νο τῶν χρι­στι­α­νῶν, εἶ­ναι ἡ θέ­ω­ση. Κά­θε ἄν­θρω­πος νά φτά­σει στή θέ­ω­ση. «Ὁ Θε­ός πάν­τας ἀν­θρώ­πους θέ­λει σω­θῆ­ναι καί εἰς ἐ­πί­γνω­σιν ἀ­λη­θεί­ας ἐλ­θεῖν» (Α΄ Τιμ. 2, 4). Ἡ «ἐ­πί­γνω­ση τῆς ἀ­λη­θεί­ας» εἶ­ναι ἡ θέ­ω­ση. Νά ἑ­νω­θοῦ­με μέ τήν ἄ­κτι­στη Χά­ρη τοῦ­ Θε­οῦ. Μέ τήν οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ δέν ὑ­πάρ­χει δυ­να­τό­τη­τα ἑ­νώ­σε­ως. Ὑ­περ­βαί­νει πᾶ­σα κα­τά­λη­ψη ἡ οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ. Ἑ­νού­με­θα μέ τήν ἄ­κτι­στη Χά­ρη καί ἐ­νέρ­γει­α τοῦ Θε­οῦ, ὁ­πό­τε, ἄν δέν ὑ­πάρ­χει αὐ­τή ἡ ἐ­νέρ­γει­α, ἀλ­λά ἡ ἐ­νέρ­γει­α εἶ­ναι κτι­στή, - ἡ με­γα­λύ­τε­ρη βλα­σφη­μί­α με­τά τό F­i­l­i­o­q­ue εἶ­ναι ἡ πα­ρα­δο­χή κτι­στῆς χά­ρι­τος, κτι­στῆς ἐ­νέρ­γει­ας εἰς τόν Θε­όν-, δέν εἶ­ναι δυ­να­τή ἡ σω­τη­ρί­α.
Κτι­στή ἐ­νέρ­γει­α ση­μαί­νει, ἔ­χει ἀρ­χή καί τέ­λος. Πῶς θά σέ σώ­σει κά­τι πού ἔ­χει ἀρ­χή καί τέ­λος; Ἡ ἐ­νέρ­γει­α τῆς Ἁ­γί­ας Τρι­ά­δος, οὔ­τε ἀρ­χή ἔ­χει, οὔ­τε τέ­λος. Εἶ­ναι ἄ­ναρ­χη καί ἀ­τε­λεύ­τη­τη, ὅ­πως ἡ οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ. Ἀ­φοῦ, λοι­πόν, τήν οὐ­σί­α δέν μπο­ροῦ­με νά τήν δεχ­τοῦ­με -τήν οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ-, δε­χό­με­θα τήν ἐ­νέρ­γει­ά Του. Χά­ρις, ἐ­νέρ­γει­α, Βα­σι­λεί­α, δύ­να­μις, ἤ Βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν, ὅ­λα αὐ­τά ση­μαί­νουν τήν ἄ­κτι­στη ἐ­νέρ­γει­α πού ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α Τρι­ά­δα.
Σέ κά­ποι­ο ἔρ­γο πού προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τόν ἡ­συ­χα­στι­κό κύ­κλο, ἐ­πι­τρέψ­τε μου αὐ­τή τή στιγ­μή νά ὁ­μο­λο­γή­σω τήν ἀ­δυ­να­μί­α μου νά πῶ ἄν εἶ­ναι τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ, ἤ ὄ­χι (ἀλ­λά δέν ἔ­χει καμ­μι­ά ση­μα­σί­α, ἴ­σως ἀ­νή­κει στόν Ἅ­γι­ο Γρη­γό­ρι­ο τόν Πα­λα­μᾶ), ἀ­πο­σα­φη­νί­ζε­ται πῶς βλέ­πει τόν Θε­ό ἡ Δύ­ση, ὁ πα­πι­σμός. Βλέ­πει τόν Θε­ό ὡς ἕ­ναν δί­σκο ἡ­λι­α­κό, πού βρί­σκε­ται στόν οὐ­ρα­νό, ἀλ­λά οἱ ἀ­κτῖ­νες του δέν φτά­νουν στήν γῆ. Τό­τε ἤ ὑ­πάρ­χει ὁ ἥ­λι­ος ἤ δέν ὑ­πάρ­χει εἶ­ναι τό ἴ­δι­ο πράγ­μα. Δέν μᾶς ζε­σταί­νει, δέν μᾶς ζω­ο­γο­νεῖ, ἀ­φοῦ οἱ ἀ­κτῖ­νες του δέν φτά­νουν εἰς τόν κό­σμον. Ὁ Θε­ός τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων, εἶ­ναι ἕ­νας ἥ­λι­ος πού στέλ­νει τίς ἀ­κτῖ­νες του καί ζω­ο­γο­νεῖ τή γῆ, καί ὅ­λη τήν κτί­ση, ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κά. Ὁ­πό­τε ἀ­πό τά δι­ά­φο­ρα ὑ­πό­γει­α, ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α μας, ἀ­πό τήν πτώ­ση μας, σπεύ­δου­με νά ἀ­νε­βοῦ­με στήν ἐ­πι­φά­νει­α τοῦ ἐ­δά­φους, γι­ά νά δε­χθοῦ­με τίς ζω­ο­γό­νες ἀ­κτῖ­νες, ὄ­χι τοῦ φυ­σι­κοῦ ἡ­λί­ου, ἀλ­λά τοῦ ὑ­περ­φυ­σι­κοῦ Ἡ­λί­ου, τοῦ Ἡ­λί­ου τῆς Δι­και­ο­σύ­νης.
Γι’ αὐ­τό ἔφ­τα­σε ἡ Δύ­ση ἀ­πό τόν D­e­i­s­m­us, στόν «θά­να­το τοῦ Θε­οῦ». D­e­i­s­m­us τί ση­μαί­νει; Θε­ός, Δη­μι­ουρ­γός, ἀλ­λά ὄ­χι κυ­βερ­νή­της τοῦ κό­σμου. D­e­us c­r­e­a­t­or, s­ed n­on g­u­b­e­r­n­a­t­or. Αὐ­τό ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ Θε­ός εἴ­τε ὑ­πάρ­χει, εἴ­τε δέν ὑ­πάρ­χει, δέν ἔ­χει καμ­μί­α ση­μα­σί­α. Γι’ αὐ­τό ἀ­σχο­λεῖ­ται ἡ Δύ­ση μέ κοι­νω­νι­κά, μέ ἠ­θι­κά προ­βλή­μα­τα. Ὄ­χι ὅ­τι δέν τά συμ­με­ρι­ζό­με­θα κι ἐ­μεῖς, ἀλ­λά δέν εἶ­ναι ἡ κύ­ρι­α προ­τε­ραι­ό­τη­τα τῆς πί­στε­ώς μας. Αὐ­τοί ἀ­σχο­λοῦν­ται μέ τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα, χω­ρίς νά ἀ­να­ζη­τοῦν τίς ρί­ζες, τήν οὐ­σί­α. Ἡ Δύ­ση, λοι­πόν, ἔφ­τα­σε ἀ­πό τόν D­e­i­s­m­us, εἰς τόν θά­να­τον τοῦ Θε­οῦ. Στήν δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1950 στήν Ἀ­με­ρι­κή καί με­τά στήν Εὐ­ρώ­πη ὁ θε­ο­λο­γι­κός κό­σμος μι­λεῖ γι­ά τόν «θά­να­το τοῦ Θε­οῦ» καί γι­ά τήν θε­ο­λο­γί­α «με­τά τόν θά­να­το τοῦ Θε­οῦ». Τί ση­μαί­νει θά­να­τος τοῦ Θε­οῦ; Δέν ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ Θε­ός κα­θ’ ἑ­αυ­τόν πε­θαί­νει. Δέν τούς ἀ­πα­σχο­λεῖ, γι­α­τί ἤ ὑ­πάρ­χει ἤ δέν ὑ­πάρ­χει ὁ Θε­ός δέν λέ­ει τί­πο­τε γι’ αὐ­τούς.Θά­να­τος τοῦ Θε­οῦ ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ Θε­ός δέν ἔ­χει καμ­μι­ά σχέ­ση μέ τή ζω­ή μας. Ὁ Θε­ός δέν μπο­ρεῖ νά μᾶς σώ­σει. Κα­τα­λα­βαί­νε­τε, λοι­πόν, ὄ­χι μό­νο βλα­σφη­μί­α, πό­ση ἀ­νο­η­σί­α κρύ­βει αὐ­τή ἡ πο­ρεί­α. Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς, μι­λών­τας γι­ά τή δι­ά­κρι­ση οὐ­σί­ας καί ἐ­νερ­γεί­ας, ὅ­πως ὁ Μ. Βα­σί­λει­ος καί οἱ λοιποί Ἅ­γι­οι Πα­τέ­ρες, σώ­ζει τήν Πί­στη καί τήν δυ­να­μι­κή της συγ­χρό­νως εἰς τήν θέ­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Μι­λεῖ, ἐ­πί­σης, γι­ά τήν οὐ­σί­α τοῦ Θα­βω­ρί­ου Φω­τός. Στήν συ­ζή­τη­ση μέ τούς σχο­λα­στι­κούς καί τόν Βαρ­λα­άμ ἐ­τέ­θη τό θέ­μα τοῦ Θα­βω­ρί­ου Φω­τός. Τί φῶς εἶ­ναι; κτι­στό ἤ ἄ­κτι­στο; Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος μᾶς λέ­γει ὅ­τι καί στό Σι­νᾶ καί στό Θα­βώρ καί στήν Πεν­τη­κο­στή ἔ­χου­με τήν ἄ­κτι­στη ἐ­νέρ­γει­α τοῦ Θε­οῦ ὡς ἄ­κτι­στο φῶς. Ἡ αἵ­ρε­ση εἶ­ναι πού προ­κα­λεῖ ὅ­λα αὐ­τά τά προ­βλή­μα­τα. Ὁ Βαρ­λα­άμ ὁ Κα­λα­βρός ἐ­χα­ρα­κτη­ρί­ζε­το σο­φός. Εἶ­χε σπου­δά­σει στήν Ρώ­μη μα­θη­μα­τι­κά, φι­λο­σο­φί­α. Ἦ­ταν οὑ­μα­νι­στής. ἀν­θρω­πι­στής. Γι­ά νά κα­τα­λά­βε­τε αὐ­τό τό θέ­μα, πα­ρα­πέμ­πω σέ μι­ά πρό­σφα­τη με­λέ­τη τοῦ ἀ­γα­πη­τοῦ ἀ­δελ­φοῦ καί συ­να­γω­νι­στοῦ, τοῦ πα­τρός Θε­ο­δώ­ρου Ζή­ση, Κα­θη­γη­τοῦ στήν Θε­σσα­λο­νί­κη (εἶ­ναι καί αὐ­τός τώ­ρα ὁ­μό­τι­μος ὅ­πως καί ὁ ὁ­μι­λῶν αὐ­τή τή στιγ­μή) εἰς τόν Ὀρ­θό­δο­ξον Τύ­πον. Σέ τρεῖς συ­νέ­χει­ες ἀ­να­λύ­ει τό ἄν ὁ Μέ­γας Φώ­τι­ος ἦ­ταν ἀν­θρω­πι­στής, ὅ­πως δι­ά­φο­ροι φι­λο­σο­φοῦν­τες θέ­λουν νά τόν πα­ρου­σι­ά­σουν. Δέν θά ἐ­πι­μεί­νω πε­ρισ­σό­τε­ρο γι­α­τί θέ­λω νά ὁ­λο­κλη­ρώ­σω αὐ­τές τίς σκέ­ψεις.
Ἦρ­θε, λοι­πόν, ὁ Βαρ­λα­άμ ὁ Κα­λα­βρός ἀ­πό τή Με­γά­λη Ἑλ­λά­δα, τήν Κα­λα­βρί­α. Ἦρ­θε καί ἔ­γι­νε κα­θη­γη­τής εἰς τήν Κων/πο­λη. Δέχ­τη­κε με­γά­λες τι­μές. Μά­λι­στα ἐ­ξε­προ­σώ­πη­σε τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α σέ μι­ά Σύ­νο­δο στίς ἀρ­χές τοῦ 14ου αἰ. εἰς τήν A­v­i­n­i­on τῆς Γαλ­λί­ας, ὅ­που οἱ πά­πες μέ­σα στίς συγ­κρού­σεις τους ἦ­ταν ἐ­ξό­ρι­στοι. Ὁ Πα­λα­μᾶς δι­έ­γνω­σε ἀ­μέ­σως τόν αἱ­ρε­τι­κό τρό­πο σκέ­ψε­ως τοῦ Βαρ­λα­άμ. Κά­ποι­ος μο­να­χός, γι­ά νά κα­τα­λά­βε­τε τί ση­μαί­νει Ἅ­γι­ος καί Πα­τέ­ρας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, κά­ποι­ος μο­να­χός ἔ­δω­σε στόν Ἅ­γι­ο Γρη­γό­ρι­ο ἕ­να κεί­με­νο πε­ρί Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, κα­τά τοῦ f­i­l­i­o­q­ue, τό ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε γρά­ψει ὁ Βαρ­λα­άμ. Καί ὅ­λοι πί­στευ­αν ὅ­τι εἶ­ναι ἡ κο­ρυ­φή τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως καί πα­ρα­δό­σε­ως. Μό­λις δι­ά­βα­σε λί­γες γραμ­μές ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος λέ­ει «εἶ­ναι αἱ­ρε­τι­κό τό κεί­με­νο». Ἔ­κα­νε τόν ἀν­τι­πα­πι­κό ὁ Βαρ­λα­άμ, ἀλ­λά ἡ μέ­θο­δος τήν ὁ­ποί­α ἀ­κο­λου­θοῦ­σε προ­έ­δι­δε τήν ἐ­ξάρ­τη­σή του ἀ­πό τήν πτώ­ση τοῦ πα­πι­σμοῦ, ἀ­πό τήν σχο­λα­στι­κή φι­λο­σο­φί­α. Δι­ό­τι ἡ σκέ­ψη του στη­ρί­ζον­ταν σέ συλ­λο­γι­σμούς ἀν­θρω­πί­νους καί ὄ­χι στήν ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ Θε­οῦ δι­ά τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ στήν Πα­λαι­ά καί Και­νή Δι­α­θή­κη καί στούς Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἡ φι­λο­σο­φί­α, λοι­πόν, γι­ά τόν Βαρ­λα­άμ εἶ­χε λυ­τρω­τι­κή ση­μα­σί­α, λυ­τρω­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα, καί ζη­τοῦ­σε οὔ­τε λί­γο οὔ­τε πο­λύ τήν ἐκ­φι­λο­σό­φη­ση τῆς πί­στε­ως. Ἔ­πρε­πε δη­λα­δή, ἔ­λε­γε ὁ Βαρ­λα­άμ, νά γί­νει κα­νείς φι­λό­σο­φος, γι­ά νά μπο­ρέ­σει νά σω­θεῖ. Ἕ­νας «ἐ­λι­τι­σμός» στόν χῶ­ρο τῆς πί­στε­ως, στόν χῶ­ρο τῆς σω­τη­ρι­ο­λο­γί­ας. Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ἀ­παν­τοῦ­σε ὅ­τι ὁ Θε­ός πάν­τας ἀν­θρώ­πους θέ­λει σω­θῆ­ναι, εἴ­τε ξέ­ρου­με γράμ­μα­τα, εἴ­τε δέν ξέ­ρου­με. Ἔ­χου­με μι­ά ἄλ­λη παι­δεί­α μέ­σα στήν καρ­δι­ά μας, τήν παι­δεί­α καί τήν νου­θε­σί­αν τοῦ Θε­οῦ. Καί δέν στη­ρι­ζό­μα­στε στά ἀν­θρώ­πι­να γράμ­μα­τα. Τώ­ρα κα­τα­νο­εῖ­τε γι­α­τί κα­τε­δί­κα­σα ὅ­λα τά πτυ­χί­α πού μέ τήν χά­ρη τοῦ Θε­οῦ μπό­ρε­σα νά ἀ­πο­κτή­σω. Μη­δέν καί κά­τω τοῦ μη­δε­νός εἰς τήν σω­τη­ρί­α. Ἡ Χά­ρις τοῦ Θε­οῦ καί τό ἄ­νοιγ­μα τῆς καρ­δι­ᾶς σ’ αὐ­τή τή Χά­ρη εἶ­ναι ἡ δυ­να­τό­τη­τα τῆς σω­τη­ρί­ας μας καί ὄ­χι τά γράμ­μα­τα. Ὄ­χι ἡ ἐ­πί­δει­ξη γνώ­σε­ων. Ὅ­λα αὐ­τά μπο­ροῦν νά ὠ­φε­λή­σουν σέ πρα­κτι­κά θέ­μα­τα, νά κη­ρύ­ξεις κα­λύ­τε­ρα, νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σεις μι­ά ὑ­ψη­λό­τε­ρη γλώσ­σα, ἀλ­λά τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, τά προ­σόν­τα αὐ­τά τά κο­σμι­κά γί­νον­ται ἡ ἀ­φορ­μή τῆς πτώ­σε­ώς μας. Δι­ό­τι «φυ­σι­οῦ­ται» ὁ ἄν­θρω­πος. Ἀ­πο­κτᾶ ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­παρ­ση, στη­ρι­ζό­με­νος εἰς τίς γή­ι­νες γνώ­σεις του.
Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς στή συ­νέ­χει­α γί­νε­ται ὑ­πε­ρα­σπι­στής τοῦ μο­να­χι­σμοῦ, τοῦ μο­να­χι­σμοῦ τῆς πα­τε­ρι­κῆς πα­ρα­δό­σε­ως, τόν ὁ­ποῖ­ον πο­λε­μοῦ­σε ὁ Βαρ­λα­άμ. Ξέ­ρε­τε ἡ Δύ­ση εἶ­χε χά­σει τόν αὐ­θεν­τι­κό μο­να­χι­σμό, ὅ­πως εἶ­χε χά­σει καί τήν ἀ­λη­θι­νή θε­ο­λό­γη­ση. Ἡ ἀ­λη­θι­νή θε­ο­λό­γη­ση περ­νά­ει μέ­σα ἀ­πό τήν ἀ­σκη­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί πρά­ξη, δη­λα­δή ἡ Θε­ο­λο­γί­α εἶ­ναι καρ­πός ἀ­σκή­σε­ως, ἀ­νοίγ­μα­τος τοῦ ἀν­θρώ­που στήν Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ. Ἡ Θε­ο­λο­γί­α δέν εἶ­ναι ὑ­πό­θε­ση δι­α­νο­η­τι­κή. Ὅ­ταν σπού­δα­ζα στή Δύ­ση, ἔ­μα­θα τήν φρά­ση «l­a­v­o­ro da t­a­v­o­l­i­no», ἐρ­γα­σί­α τοῦ τρα­πε­ζι­οῦ, τοῦ γρα­φεί­ου. Δέν εἶ­ναι αὐ­τή ἡ Θε­ο­λο­γί­α. Ἡ Θε­ο­λο­γί­α γεν­νι­έ­ται μέ­σα στήν καρ­δι­ά τοῦ ἀν­θρώ­που, μέ τόν φω­τι­σμό τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πό τήν Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ. Δι­α­φο­ρε­τι­κά συν­τάσ­σου­με ὡ­ραῖ­α κεί­με­να, τά ὁ­ποῖ­α ὅ­μως δέν μπο­ροῦν νά μᾶς ὁ­δη­γή­σουν στήν Θε­ο­λο­γί­α, δι­ό­τι δέν εἶ­ναι καρ­πός ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας.
Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς στή συ­νέ­χει­α εἶ­ναι ὁ Θε­ο­λό­γος τῆς Θεί­ας Χά­ρι­τος. Ἡ Χά­ρις τοῦ Θε­οῦ, λέ­γει, εἶ­ναι ἄ­κτι­στη, δέν εἶ­ναι δη­μι­ουρ­γη­μέ­νη χά­ρις, κτι­στή χά­ρις, g­r­a­t­ia c­r­e­a­ta. Οἱ θε­ού­με­νοι εἶ­ναι οἱ αὐ­θεν­τί­ες καί ὄ­χι τά κεί­με­να. Αὐ­τό τό εἶ­χε ὑ­πο­στη­ρί­ξει πρῶ­τον ἕ­νας μι­κρα­σι­ά­της Θε­ο­λό­γος, Πα­τέ­ρας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στό κέν­τρον τῆς Εὐ­ρώ­πης, στό Λού­γδου­νον, τήν Λυ­ών, ὁ Ἅ­γι­ος Εἰ­ρη­ναῖος, τόν 2ο αἰ. Ὅ­τι αὐ­θεν­τί­ες στήν Ἐκ­κλη­σί­α δέν εἶ­ναι τά κεί­με­να, ἀλ­λά εἶ­ναι ὁ θε­ού­με­νος, ὁ ἅ­γι­ος. Αὐ­τός εἶ­ναι αὐ­θεν­τί­α. Ὁ προ­φή­της, ὁ Ἀ­πό­στο­λος, ὁ Πα­τέ­ρας καί ἡ Μη­τέ­ρα ὅ­λων τῶν αἰ­ώ­νων. Αὐ­τός πού φτά­νει στήν θέ­ω­ση. Οἱ θε­ο­λό­γοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, λοι­πόν, εἶ­ναι οἱ θε­ό­πτες, εἶ­ναι οἱ προ­φῆ­τες πού ὀ­νο­μά­ζον­ται στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη «Ρο­έ» ἀ­πό τό ἑ­βρα­ϊ­κό ρῆ­μα «ρα­ά» (αὐ­τό δέν εἶ­ναι ἐ­πί­δει­ξη, εἶ­ναι γνω­στό­τα­το). Τό ρῆ­μα «ρα­ά» ση­μαί­νει βλέ­πω. Προ­φῆ­τες εἶ­ναι οἱ βλέ­πον­τες. Τί βλέ­πουν; Τήν Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, τήν ἄ­κτι­στη. (Ἔ­χει ἕ­να σπου­δαῖ­ο βι­βλί­ο ὁ σε­βα­στός καί ἀ­γα­πη­τός συ­να­γω­νι­στής, ὁ π. Ἱ­ε­ρό­θος Βλά­χος, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τος Μη­τρο­πο­λί­της Ναυ­πά­κτου: «Οἱ βλέ­πον­τες»­). Ἔτ­σι, λοι­πόν, οἱ Θε­ο­λό­γοι εἶ­ναι οἱ θε­ό­πτες. Οἱ Θε­ο­λό­γοι εἶ­ναι αὐ­τοί πού βλέ­πουν τό ἄ­κτι­στο φῶς, αὐ­τοί πού φθά­νουν εἰς τήν θε­ο­πτί­αν. Καί κά­τι ἄλ­λο. Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς, σέ ἀν­τί­θε­ση μέ τόν Βαρ­λα­άμ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ζη­τοῦ­σε τήν ἐκ­φι­λο­σό­φη­ση τῆς πί­στε­ως καί τό­νι­ζε ἰ­δι­αί­τε­ρα τίς φι­λο­σο­φι­κές γνώ­σεις τοῦ ἀν­θρώ­που ὡς πα­ρά­γον­τα σω­τη­ρι­ο­λο­γί­ας, ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς ἱ­ε­ραρ­χεῖ τήν σο­φί­α-παι­δεί­α. Ἔ­χου­με, δι­δά­σκει, τήν θύ­ρα­θεν, τήν κο­σμι­κή σο­φί­α-παι­δεί­α πού παίρ­νου­με στά σχο­λεῖ­α, καί τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή σο­φί­α-παι­δεί­α πού παίρ­νου­με μέ­σα ἀ­πό τόν πνευ­μα­τι­κό ἀ­γώ­να. Ὁ­πό­τε, λοι­πόν, αὐ­τό περ­νά­ει στό Συ­νο­δι­κόν τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας ἐξ ἀ­φορ­μῆς τοῦ Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Ἰ­τα­λοῦ καί ἄλ­λων νο­θευ­τῶν τῆς πί­στε­ως. Εἶ­ναι τό πε­ρί­φη­μο ἐ­κεῖ­νο: «τοῖς τά ἑλ­λη­νι­κά δι­ε­ξι­οῦ­σι μα­θή­μα­τα, οὐ πρός παί­δευ­σιν μό­νον, ἀλ­λά καί ταῖς μα­ταί­αις αὐ­τῶν γνώ­μαις ἑ­πο­μέ­νοις καί ὡς ἀ­λη­θέ­σι πι­στεύ­ου­σι, ἀ­νά­θε­μα»! Τό ἀ­νά­θε­μα δέν εἶ­ναι, ὅ­πως νο­μί­ζουν πολ­λοί, κα­τά­ρα. Τό ἀ­νά­θε­μα ση­μαί­νει χω­ρι­σμός. Οἱ ἀ­να­θε­μα­τι­ζό­με­νοι δέν ἀ­νή­κουν στό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ καί ὀρ­θά πρέ­πει νά ἐκ­φω­νεῖ­ται «πᾶ­σι τοῖς αἱ­ρε­τι­κοῖς ἀ­νά­θε­μα». Τά γράμ­μα­τα, δη­λα­δή, δέν μᾶς σώ­ζουν. Τό πρό­βλη­μα εἶ­ναι νά με­λε­τᾶς φυ­σι­κή, ἀ­στρο­φυ­σι­κή, καί νά νο­μί­ζεις ὅ­τι αὐ­τό μπο­ρεῖ νά σέ σώ­σει. Ἄλ­λο ἡ ἐκ­παί­δευ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, (αὐ­τά κα­θο­ρί­ζον­ται ἀ­πό τόν Γρη­γό­ρι­ον τόν Θε­ο­λό­γον τόν 4ο αἰ­ώ­να) καί ἄλ­λο τό θέ­μα τῆς σω­τη­ρί­ας, τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τός μας. Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς δι­α­κρί­νει δύ­ο σο­φί­ες, δύ­ο γνώ­σεις. Ὅ­πως καί ὅ­λοι ὅ­σοι ἀ­κο­λου­θοῦν τήν πα­ρά­δο­ση ἀ­πό τόν Ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο καί τόν Ἰ­ά­κω­βο τόν Ἀ­δελ­φό­θε­ο μέ­χρι τόν Εὐ­γέ­νι­ο Βούλ­γα­ρη. Δέ­χε­ται ὅ­τι ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψις εἶ­ναι ὑ­πέρ κα­τά­λη­ψιν. Δέ­χε­ται ὅ­τι ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψις τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ὁ Ἀ­λη­θι­νός Λό­γος τοῦ Θε­οῦ. Θά σᾶς πῶ δέ κά­τι πού κά­ποι­ους θά τούς ξε­νί­σει. Ἐ­μεῖς λέ­με συ­νή­θως ἡ Βί­βλος, ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή πε­ρι­έ­χει τό Λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Δέν εἶ­ναι ἡ Βί­βλος ὁ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά εἶ­ναι κα­τα­γρα­φή τῆς Ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως τοῦ Θε­οῦ στήν καρ­δι­ά τῶν Ἁ­γί­ων, τῶν Προ­φη­τῶν καί τῶν Ἀ­πο­στό­λων. Ὁ Θε­ός δέν ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ μέ γλῶσ­σα ἀν­θρώ­πι­νη. Ὁ Θε­ός δέν ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ μέ κεί­με­να. Ὁ Θε­ός ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ, εἰ­σερ­χό­με­νος δι­ά τοῦ Ἀ­κτί­στου Φω­τός Του μέ­σα στήν καρ­δι­ά τοῦ ἀν­θρώ­που, ὁ ὁ­ποῖ­ος φθά­νει νά γί­νει δε­κτι­κός τῆς Χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ. Ἑ­πο­μέ­νως ἡ Βί­βλος δέν εἶ­ναι ὁ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ κα­θε­αυ­τόν, εἶ­ναι «λό­γος πε­ρί τοῦ Λό­γου τοῦ Θε­οῦ». Προ­η­γεῖ­ται ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῆς κα­τα­γρα­φῆς της, τοῦ γράμ­μα­τος, τῆς Βί­βλου. Πι­στεύ­ω νά ἔ­γι­να κα­τα­νο­η­τός. Ἐ­κεῖ μᾶς ὁ­δη­γεῖ ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς. Ἐ­μεῖς μι­λοῦ­με συ­νε­χῶς γι­ά τήν Γρα­φή ὡς τόν Λό­γον τοῦ Θε­οῦ. Εἶ­ναι «λό­γος γι­ά τόν Λό­γο τοῦ Θε­οῦ». Ὁ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ἡ φα­νέ­ρω­ση τῆς Χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ μέ­σα στήν καρ­δι­ά τῶν Προ­φη­τῶν, τῶν Ἀ­πο­στό­λων καί ὅ­λων τῶν Ἁ­γί­ων.

Ἡ Μέλλουσα Πανορθόδοξος Σύνοδος

Ἀ­γα­πη­τοί ἀ­δελ­φοί, οἱ Σύ­νο­δοι τοῦ 14ου αἰ­ῶ­νος δι­α­τυ­πώ­νουν τήν θε­ο­λο­γί­α πε­ρί τῆς Θεί­ας Χά­ρι­τος. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Πα­ρά­δο­ση δέ­χε­ται αὐ­τές τίς Συ­νό­δους ὡς 9η Οἰ­κου­με­νι­κή καί πα­νορ­θό­δο­ξα γί­νε­ται αὐ­τό ἀ­πο­δε­κτό ἀ­πό γνω­στούς Θε­ο­λό­γους. Δι­ό­τι καί ἡ Σύ­νο­δος αὐ­τή, ὅ­πως καί ἡ 8η τό 879, δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν ρι­ζι­κά τήν ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, στήν πα­τε­ρι­κή συ­νέ­χει­ά της, ἀ­πό τόν χρι­στι­α­νι­σμό τῆς Δύ­σε­ως. Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς, λοι­πόν, μέ τήν θε­ο­λο­γί­α του, καρ­πό τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος μέ­σα στήν φω­τι­σμέ­νη ἀ­πό τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα καρ­δι­ά του, εἶ­ναι ὁ Πα­τέ­ρας τῆς 9ης Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου.
Ἕ­να ἐ­πί­και­ρο ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι: Ἡ μέλ­λου­σα νά συ­νέλ­θει πα­νορ­θό­δο­ξος Σύ­νο­δος τί θά κά­νει; Ἑ­τοι­μά­ζε­ται αὐ­τή ἡ Σύ­νο­δος, γι­ά νά μᾶς ὁ­δη­γή­σει, ὅ­πως δι­α­βά­ζου­με καί ὅ­πως βλέ­που­με, στήν ἀ­πο­δο­χή τοῦ πα­πι­σμοῦ καί τοῦ Προ­τε­σταν­τι­σμοῦ ὡς αὐ­θεν­τι­κῶν χρι­στι­α­νι­σμῶν. Αὐ­τό εἶ­ναι τό τρα­γι­κό. Εὔ­χο­μαι νά μή γί­νει πο­τέ. Ἀλ­λά ἐ­κεῖ ὁ­δη­γοῦν­ται τά πράγ­μα­τα. Ἐ­άν, λοι­πόν, συ­νέλ­θει ἡ Πα­νορ­θό­δο­ξος Σύ­νο­δος, πού θά ἔ­χει τόν χα­ρα­κτή­ρα γι­ά μᾶς Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, ἐ­άν συ­νέλ­θει καί δέν δε­χθεῖ με­τα­ξύ τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων τήν 8η καί τήν 9η, θά εἶ­ναι ψευ­δο­σύ­νο­δος. Ὅ­πως ἡ Σύ­νο­δος Φε­ρά­ρας-Φλω­ρεν­τί­ας. Καί τό­τε ἐ­πε­βλή­θη ἀ­πό κά­ποι­ους δε­σπο­τά­δες Ἀ­να­το­λι­κούς καί Δυ­τι­κούς, ἐ­πε­βλή­θη ἡ Σύ­νο­δος Φε­ρά­ρας-Φλω­ρεν­τί­ας, ἀλ­λά ἦ­ταν ἀρ­κε­τή ἡ ἀν­τί­στα­ση ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι κά­ποι­ων κο­ρυ­φῶν τῆς πα­ρα­δό­σε­ώς μας, ὅ­πως ὁ Ἅ­γι­ος Μάρ­κος ὁ Εὐ­γε­νι­κός, ὥ­στε τε­λι­κά νά χα­ρα­κτη­ρι­στεῖ ψευ­δο­σύ­νο­δος. Αἱ­ρε­τι­κή Σύ­νο­δος, ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νη Σύ­νο­δος, ἡ Σύ­νο­δος Φε­ρά­ρας-Φλω­ρεν­τί­ας.
Ἡ μέλ­λου­σα νά συ­νέλ­θει, λοι­πόν, Πα­νορ­θό­δο­ξος Σύ­νο­δος θά κρι­θεῖ σ’ αὐ­τό τό ση­μεῖ­ο. Ἐ­άν πα­ρα­κάμ­ψει αὐ­τές τίς δύ­ο Συ­νό­δους πού το­πο­θε­τοῦν τήν ὀρ­θο­δο­ξί­α ἀ­πέ­ναν­τι στόν Δυ­τι­κό χρι­στι­α­νι­σμό. Ἐ­κεῖ εἶ­ναι τό κρί­σι­μο ἐ­ρώ­τη­μα. Αὐ­τοί θέ­λουν νά πα­ρου­σι­ά­σουν τήν ἑ­νό­τη­τα, ὅ­τι ὁ Δυ­τι­κός Χρι­στι­α­νι­σμός εἶ­ναι πα­ράλ­λη­λη μορ­φή τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων. Ἐ­κεῖ κά­ποι­οι ἐρ­γά­ζον­ται, πρός τά ἐ­κεῖ κά­ποι­οι θέ­λουν νά ὁ­δη­γή­σουν. Ὁ Θε­ός ὅ­μως εἶ­ναι πά­νω ἀ­πό ὅ­λους μας.
Ἕ­να ψευ­δο­ε­πι­χεί­ρη­μα, λοι­πόν, πού κυ­κλο­φο­ρεῖ­ται στό χῶ­ρο τῆς δι­κῆς μας Θε­ο­λο­γί­ας, τῆς Ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κῆς Θε­ο­λο­γί­ας, εἶ­ναι ὅ­τι οὐ­δε­μί­α Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος κα­τε­δί­κα­σε τόν Δυ­τι­κό Χρι­στι­α­νι­σμό. Καί ὅ­μως ἔ­χου­με δύ­ο Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους, τοῦ 879 καί ἐκείνης τοῦ 14ου αἰ­ῶ­νος, πού δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α ἀ­πό τόν Δυ­τι­κό Χρι­στι­α­νι­σμό.
Εἶ­ναι τρα­γι­κό! Δέν ἐ­πι­χαί­ρω, οὔ­τε θρι­αμ­βο­λο­γῶ. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α ὅ­λων μας πρέ­πει νά εἶ­ναι νά συ­ναν­τη­θοῦ­με στήν ἑ­νό­τη­τα τῶν Προ­φη­τῶν, τῶν Ἀ­πο­στό­λων καί τῶν Πα­τέ­ρων ὅ­λων τῶν αἰ­ώ­νων. Δι­α­φο­ρε­τι­κά κά­θε ἕ­νω­ση θά εἶ­ναι ψευ­δέ­νω­σις καί ὄ­χι μό­νον αὐ­τό, ἀλ­λά θά κα­τα­στρέ­φει καί θά δι­α­στρέ­φει κά­θε προ­σπά­θει­α, εἰ­λι­κρι­νή προ­σπά­θει­α, πού θέ­λει νά ὁ­δη­γη­θεῖ στό θέ­μα τῆς σω­τη­ρί­ας. Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς ἐ­λέγ­χει τήν ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Ὑ­πάρ­χει σύγ­χυ­ση. Σχε­τι­κο­ποί­η­ση τῆς πί­στε­ως, πο­λι­τι­κοί συμ­βι­βα­σμοί. Οἱ δι­ά­λο­γοι οἱ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοί εἶ­ναι ἀ­πο­μί­μη­ση τῶν πο­λι­τι­κῶν συ­ζη­τή­σε­ων. Ἔτ­σι, ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς -γι’ αὐ­τό δέν γί­νε­ται εὐ­χά­ρι­στα δε­κτός- ἐμ­πνέ­ει δι­ά­θε­ση ὁ­μο­λο­γί­ας καί μαρ­τυ­ρί­ου ἀ­κό­μη, ἄν ὁ Θε­ός τό ἐ­πι­τρέ­ψει, στήν ἐ­πο­χή μας. Βο­η­θεῖ, ἐ­πί­σης, στή συ­νέ­χει­α τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Πα­ρα­δό­σε­ως. Ἡ ἐ­πα­νέκ­φρα­ση τῆς Πί­στε­ως μέ τά μέ­σα κά­θε ἐ­πο­χῆς δέν ἔ­χει τί­πο­τε τό κοι­νό μέ τήν ἀ­να­ζη­τού­με­νη ἀ­πό δι­κούς μας θε­ο­λό­γους Οἰ­κου­με­νι­στές «ἐ­πα­νερ­μη­νεί­α» τῆς πί­στε­ως. Δέν εἶ­ναι θέ­μα ἐ­πα­νερ­μη­νεί­ας, πῶς θά κα­τα­νο­ή­σου­με λ.χ. τό πα­πι­κό πρω­τεῖ­ο. Συγ­γνώ­μη γι­ά τήν φρά­ση, καί ὁ σκύ­λος χορ­τά­τος καί ἡ πί­τα ἀ­φά­γω­τη! Μά εἶ­ναι αὐ­τά σο­βα­ρά πράγ­μα­τα, ὅ­ταν παί­ζου­με «ἐν οὐ παι­κτοῖς»; Ὅ­ταν παί­ζου­με μέ τή σω­τη­ρί­α; Ὅ­ταν παί­ζου­με μέ τήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα; Δι­α­γρά­φου­με ὅ­λους τούς Ἁ­γί­ους ἐν ὀ­νό­μα­τι τῶν Ἁ­γί­ων. Δι­ό­τι τό πνεῦ­μα, τό ὁ­ποῖ­ον κυ­ρι­αρ­χεῖ, εἶ­ναι νά ἐκ­θει­ά­ζου­με τούς Ἁ­γί­ους. Κι ὅ­πως, μα­κα­ρί­της τώ­ρα, Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος ἔ­λε­γε: Δε­χό­με­θα τόν Μάρ­κο τόν Εὐ­γε­νι­κό καί τόν τι­μᾶ­με. Ἐ­κεῖ­νος ἔτ­σι ἔ­πρε­πε νά μι­λή­σει στήν ἐ­πο­χή του, ἐ­μεῖς μι­λοῦ­με μέ τόν δι­κό μας τρό­πο στήν δι­κή μας ἐ­πο­χή. Κά­τι πα­ρό­μοι­ο ἐ­λέ­χθη. Ὁ Χρι­στός ὅ­μως εἶ­ναι πάν­τα ὁ αὐ­τός «πα­ρα­τει­νό­με­νος εἰς τούς αἰ­ῶ­νες». Καί ἡ πί­στη πού σώ­ζει εἶ­ναι μί­α συν­τα­γή, ἕ­να φάρ­μα­κο πού δέν ἀλ­λοι­ώ­νε­ται, δέν δέ­χε­ται ἀλ­λα­γές. Εἶ­ναι μί­α καί ἑ­νι­αί­α ἡ πί­στις. Ἡ ἀ­πο­δο­χή τοῦ Λό­γου τοῦ Θε­οῦ ἀ­πό τήν ἐμ­πει­ρί­α τῶν Ἁ­γί­ων, γι­ά νά γί­νει καί δι­κή μας ἐμ­πει­ρί­α.
Ἡ κα­τα­νό­η­ση, λοι­πόν, τῶν Ἁ­γί­ων, ὅ­πως ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς, θέ­τει τό πρό­βλη­μα τῆς ἀ­πο­δο­χῆς τῆς γλώσ­σας τῶν Ἁ­γί­ων. Ἡ γλώσ­σα τῶν Ἁ­γί­ων εἶ­ναι ἡ ἔκ­φρα­ση τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Πα­ρα­δό­σε­ως. Μέ αὐ­τή τή σκέ­ψη κα­τα­λή­γω κι εὔ­χο­μαι ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς νά συ­νο­δεύ­ει τή ζω­ή μας. Κα­λόν τό ὑ­πό­λοι­πον Στά­δι­ον τῆς Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς καί Κα­λή Ἀ­νά­στα­ση!

 
ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΑΣΙ

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )