
Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014
Όταν τα μήλα είναι ξινά....

Γράφει ο Δημήτριος Νατσιός, Δάσκαλος
«Όταν
τα μήλα είναι ξινά δεν φταίνε τα μήλα , αλλά οι μηλιές» άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός
Η
δεκαετία του ’80, το ψηλαφητόν σκοτάδι του νεοελληνικού βίου, στάθηκε δεκαετία
χαμένων ευκαιριών και ξεπεσμένων ονείρων, φθοράς και διαφθοράς και γενικευμένου
σαλταδορισμού – μ’ ένα λόγο κλίμα σκυβαλοκρατίας, όπου ο υστερών σε κακοποιό
ευρεσιτεχνία ένιωθε ότι κοροϊδοπιανόταν και αδικεί εαυτόν.
Τότε
εγκαινιάσθηκε και μια νέα μορφή κοινωνικών διεκδικήσεων: οι καταλήψεις. Θα
θυμούνται οι παλαιότεροι την κατάληψη της εθνικής οδού από οργισμένους
φιλάθλους επαρχιακής ομάδας, διότι βρέθηκαν στα ούρα ποδοσφαιριστή της,
παράνομες ουσίες, πράγμα που συνεπαγόταν αφαίρεση βαθμών και απώλεια
πρωταθλήματος, πράγμα αφόρητο για τον υπερήφανο λαό της πόλης.
Η κατάληψη
πέτυχε, το περιβόητο «πολιτικό κόστος» εξουδετέρωνε οποιαδήποτε σκέψη των
κυβερνώντων γιά δυναμική και νόμιμη, κυρίως, αντίδραση. Τα... ούρα κέρδισαν την
εξουσία, διότι τέτοιο ήταν και το επίπεδό της. Το μήνυμα όμως ελήφθη: Κατάληψη
ίσον λύση, αμέσως και άμεσα. Δεν αρκεί μια απεργία ή διαμαρτυρία. Εξάλλου, τα
Μέσα Μαζικής Εκχαυνώσεως θα αδιαφορήσουν. Διψούν γιά τσιρίδες, διαπληκτισμούς,
αγανακτισμένους συμπολίτες, αν χυθεί και αίμα πανηγυρίζουν. Τα μηχανάκια
μέτρησης της τηλεθέασης εκτοξεύονται, όταν τα κεντρικά δελτία ανακατεύουν αίμα,
λάσπη και σπέρμα. Αυτά τα τρία είναι η πολύτιμη πρώτη ύλη τους. Φόνοι,
κατάκριση, προστυχόλογο κουτσομπολιό και ερωτικά σκάνδαλα.
Τηλεόραση-κλειδαρότρυπα, όπως προσφυώς ειπώθηκε, όπου το φιλοθεάμον τηλεοπτικό
κοινό, εισπνέει τις αναθυμιάσεις, παιδαγωγείται στην ευτέλεια και την
χυδαιότητα, απολαμβάνοντας τα διαδραματιζόμενα και ανυπομονώντας γιά την
συνέχεια. «Να περνάμε καλά» και γαία πυρί μιχθήτω. (Τις τελευταίες δεκαετίες ο
παραδοσιακός χαιρετισμός, θυμίζω, είχε αντικατασταθεί από την φράση «να περνάμε
καλά»).
Η
Παιδεία, η εκπαίδευση καλύτερα, φύσει και θέσει θεματοφύλακας τιμαλφών αξιών,
ακολούθησε το ρεύμα και το πνεύμα της εποχής και τώρα δρέπουμε τους καρπούς.
Ό,τι σπείραμε, θερίζουμε: καταλήψεις των σχολείων. Οι καλοπερασάκηδες,
ψευτοπροοδευτικοί γονείς, (οι... μηλιές), που τα αναγνωστικά τους ενδιαφέροντα,
εξαντλούνται στη συμπλήρωση ενός δελτίου «στοιχήματος», φρόντισαν να
κληροδοτήσουν στα μοσχαναθρεμμένα βλαστάρια τους(τα...μήλα), την «μεγαλειώδη»
δημοκρατική κατάκτηση της νιότης τους: την κατάληψη.
Οι
καθηγητές, οι δάσκαλοι των μαθητών, διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, θρηνούν και
οδύρονται γιά το κατάντημα της Παιδείας και για παρηγοριά, απολαμβάνουν τον
φραπέ τους στις καφετέριες των πόλεων, διότι «ουδέν κακόν αμιγές καλού».
Τρίβουν τα χέρια τους οι μαγαζάτορες για το ανέλπιστο δώρο. Η εκπαίδευση στην
υπηρεσία της ανάπτυξης, όπως θα έλεγε και ο τελευταίος μνημονιακός λακές. (Και
μη προς κακοφανισμόν κάποιων καθηγητών. Υπάρχουν και εκπαιδευτικοί που
θλίβονται πραγματικά για τις «προκοπές» των σχολείων. Ομάδα όμως μαθητών
Γυμνασίου, εν μέσω χαχανητών και απαξιωτικών σχολίων, απαριθμούσε τις
καφετέριες στις οποίες οι καθηγητές τους «απολάμβαναν» την κατάληψη και έπνιγαν
τον καημό τους).
Το
υπουργείο, ως συνήθως, σπασμωδικά και τρέχοντας λαχανιασμένο πίσω από τα
αναμενόμενα γεγονότα, αντιδρά με τη χιλιοειπωμένη φθαρμένη και γελοία απειλή: θα
σας κόψουμε τις εκδρομές, θα περιορίσουμε τις διακοπές του Πάσχα. Και επειδή,
ως γνωστόν, δεν κραδαίνεις ρόπαλα και μαστίγια σε τέτοιες ηλικίες, γιατί το
μόνο που αποκομίζεις είναι το εφηβικό πείσμα, υποπτευόμαστε ότι μάλλον
βολεύεται το κράτος από τέτοια επεισόδια. Τώρα που αρμενίζουν οι Τούρκοι τις
θάλασσές μας και οι ημέτεροι μνημονιακοί νενέκοι, προσφεύγουν, πανικόβλητοι, εκλιπαρώντας
τα διεθνή καφενεία τύπου ΟΗΕ, εξυπηρετεί η ενασχόληση με τις καταλήψεις.
Βεβαίως και όλοι ξεκαρδίζονται με την ηττοπάθεια της κομματοκρατίας. Είναι
γνωστό ότι οι ισχυροί, στους οποίους εκλιπαρούμε για συνδρομή-να μαλώσουν τον
κακό τον Τούρκο- συναγάγουν συμπεράσματα γιά την πολιτική τους, όχι με την
«ετοιμότητα υποκλίσεων», αλλά με κριτήριο την ισχύ των κρατών και την
αποφασιστικότητά τους να υπερασπίσουν τα εθνικά τους συμφέροντα. Όμως «οι
μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες που συναπαρτίζουν τον
ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και
να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και βάθους», όπως προφητικά
έγραφε ο αείμνηστος Παν. Κονδύλης στο επίμετρο του κλασικού βιβλίου του «Θεωρία
του Πολέμου». (εκδ. «Θεμέλιο», σελ. 410).Τέλος πάντων. Μου έρχεται στο νου
τούτες τις ημέρες, που τριγυρίζει το λυσσασμένο θηρίο στην Κύπρο και αλυχτά, ο λόγος
του οσιακής μνήμης Γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη ότι «το μπαστούνι του Θεού για μας
τους Έλληνες είναι οι Τούρκοι».
Επανερχόμενοι στις καταλήψεις ή τις αποχές.
(Όπως μου εξήγησε μαθητής Α’ Γυμνασίου κατάληψη σημαίνει «μέσα οι μαθητές και
έξω οι καθηγητές και αποχή μέσα οι καθηγητές και έξω οι μαθητές». Πότε πρόλαβε
και τα έμαθε; Είναι αυτό που λέμε επαναστατική γυμναστική). Τι μπορεί να γίνει;
Τίποτε απολύτως. Η κυρίαρχη ασημαντοκρατία δεν μπορεί να αναμετρηθεί με τέτοια
προβλήματα, γιατί η ίδια τα καθιέρωσε και το μόνο που ξέρει είναι να τραυλίζει
ψευτοαπειλές. (Τις οποίες τα ανυποψίαστα σχολιαρόπαιδα τις γράφουν στα παλιά
τους τα παπούτσια). Για την Παιδεία ισχύει αυτό που ίσως ισχύει για το ελληνικό
κράτος «ει μη ταχέως απολλώμεθα ουκ αν εσώθημεν», αν δεν καταστραφούμε, ταχέως,
δεν πρόκειται να σωθούμε. Τα πάντα είναι αφημένα στην τύχη τους και στην
α-νοησία. «Ο μαθητής δεν καταλαβαίνει για ποιο λόγο είναι μαθητής, ο δάσκαλος
για ποιο λόγο είναι δάσκαλος, η πολιτεία τι θέλει απ’ το σχολείο, ο γονιός τι
θέλει από τον εαυτό του, το κράτος, το παιδί, τον δάσκαλο.... πρόκειται περί
κρίσεως νοήματος». (Έγραφε ο «παλιός» Στ. Ράμφος, πριν «κόψει δρόμο» γιά τον
εκσυγχρονισμό του).
Ετικέτες
Γράφει ο Δημήτρης Νατσιός.
Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014
Ο Όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης
ΑΓΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΚΑΠΠΑΔΟΚΗΣ. ΑΠΟ Γ.ΠΑΙΣΙΟ.
Παρακλητικός Κανών Οσίου Αρσενίου - Βατοπαίδι Χαλκιδικής
Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014
Το Οικουμενιστικόν Θέατρο της Ρώμης
Καθὼς πλησιάζουν οἱ μέρες τῆς νέας προδοσίας, μὲ τὴν ἐπίσκεψη
τοῦ Πάπα στὸ Φανάρι, δημοσιεύουμε ἕνα σημαδιακὸ ἄρθρο τοῦ καθηγητοῦ Ἱστορίας
Δογμάτων στὴν θεολογικὴ Ἀθηνῶν, ἀείμνηστου Ἀνδρέα Θεοδώρου, ὁ ὁποῖος μὲ
θεολογικὸ λόγο ἐξηγεῖ γιατὶ ἡ συμμετοχὴ τοῦ πατριάρχη Δημητρίου σὲ παπικὴ Θ. Λειτουργία
ἀποτελοῦσε μιὰ ἀνεπίτρεπτη πράξη, ἦταν ἕνα κακόγουστο θέατρο.
Δυστυχῶς δὲν βρήκαμε ἄλλη φωτογραφία, ποὺ νὰ ἀποτυπώνει
τὸ γεγονὸς κατὰ τὴν ὥρα ποὺ τελοῦσαν ἐκεῖνο τὸ ἡμισυλλείτουργο. Γιατὶ τότε οἱ Οἰκουμενιστές
–φοβούμενοι τὴν ἀντίδραση τοῦ ζωντανοῦ ἀκόμα Λαοῦ– ἔκρυβαν (ὅσο μποροῦσαν) τὶς
πομπές τους!
Δυστυχέστατα, σήμερα ποὺ κατὰ χιλιάδες κυκλοφοροῦν οἱ
φωτογραφίες καὶ τὰ βίντεο μὲ τὶς τραγικὲς πολύχρωμες συμπροσευχόμενες φιγοῦρες
τῶν Οἰκουμενιστῶν, κλῆρος καὶ λαὸς ἔχει ἐθιστεῖ καὶ εὐνουχιστεῖ, καὶ δὲν ἀντιδρᾶ
θεοπρεπῶς κατὰ τῆς αἰσχρᾶς λύμης τῶν Οἰκουμενιστῶν.
Τὸ Οἰκουμενιστικὸν Θέατρο τῆς Ρώμης
Τοῦ Καθηγητοῦ Ἀνδρέου Θεοδώρου (†)
(Ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», ἀριθ. 770/25.12.1987)
ΣΤΙΣ 6 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1987 παίχθηκε στὴ Ρώμη ἕνα πρώτου μεγέθους οἰκουμενιστικὸ θέατρο. Πρωταγωνιστές του ἦσαν οἱ προκαθήμενοι τῶν δύο μεγάλων ᾿Εκκλησιῶν, τῆς Παπικῆς καὶ τῆς ᾿Ορθοδόξου Καθολικῆς, ποὺ μετεῖχαν σ᾿ ἕνα παράδοξο «συλλείτουργο», σκηνή του δὲ ἡ ἐπιβλητικὴ Βασιλικὴ τοῦ ῾Αγίου Πέτρου καὶ θεατὲς εὐρὺ ἐκκλησίασμα λατίνων πιστῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων πολλοὶ ἐπίσημοι, καὶ λίγοι —ὡς πιστεύουμε— ᾿Ορθόδοξοι μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τοὺς ἀνωτέρους κληρικοὺς τῆς συνοδείας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. ῞Ωρα τῆς παραστάσεως ἦταν ἡ τέλεση τῆς λατινικῆς θείας λειτουργίας, μὲ φόντο τὸ διάλογο τῆς ἀγάπης καὶ τὴν προσδοκωμένη ἕνωση τῶν ᾿Εκκλησιῶν.
῾Ως ἦταν ἑπόμενο, δὲν ἔλειπαν ἀπὸ τὴν παράσταση οἱ ἐναγκαλισμοὶ καὶ οἱ συγκινήσεις, οἱ προσφωνήσεις καὶ οἱ ἀντιφωνήσεις καὶ ἄλλα παρόμοια, τὰ ὁποῖα ἀποσποῦσαν τὰ χειροκροτήματα τῶν παρισταμένων.
᾿Επειδὴ δὲ τὸ θέμα εἶναι πολὺ σοβαρὸ καὶ εἶναι πιθανὸν νὰ δημιουργήσει ἐσφαλμένες ἐντυπώσεις καὶ
βλαπτικὲς παρεκδοχές, ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ ἐπισημάνω κατωτέρω ὡρισμένα στοιχεῖα, θέτοντάς τα κάτω ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη κριτική.
α. Τὸ πρῶτο, τραγικὸ θὰ ἔλεγα, στοιχεῖο εἶναι αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ «συλλείτουργο». Γιατί, τί σημαίνει συλλείτουργο; ῞Οπως καὶ ἡ λέξη φανερώνει, σημαίνει συμμετοχὴ στὴν τέλεση τῆς θείας λειτουργίας. Τί δὲ εἶναι ἡ θεία λειτουργία; ῾Η κοινὴ θεία λατρεία —μὲ ἐπίκεντρο τὴν τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας— τὴν ὁποίαν ἀναπέμπει στὸν Τριαδικὸ Θεὸ τὸ εὐχαριστιακὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ ᾿Εκκλησία.
Εἶναι ἡ λειτουργικὴ ἔκφραση τῆς μυστηριακῆς ἑνότητος τῆς ᾿Εκκλησίας, τῆς μιᾶς πίστεως καὶ τοῦ ἑνὸς βαπτίσματος, τοῦ ἑνὸς ἤθους καὶ τῆς μιᾶς παραδόσεως, τῆς μιᾶς λειτουργικῆς ἀγάπης καὶ τῆς «ἐν ὁμονοίᾳ» ὁμολογίας τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος.
Στὴν θεία λειτουργία ἐκφράζεται κατὰ τρόπο συνοπτικὸ καὶ παραστατικὸ ἡ καθολικότητα τῆς ᾿Εκκλησίας, ἡ βαθειὰ ἑνότητα τοῦ σώματος μὲ τὴν ὑπερφυά του Κεφαλή, στὴν μυστηριακὴ κοινωνία τοῦ αὐτοῦ Ποτηρίου τῆς ζωῆς.
῍Αν ὅλα αὐτὰ εἶναι σωστά, τίθεται αὐτομάτως τὸ ἐρώτημα: Στὸ «συλλείτουργο» ποὺ ἔγινε στὴ Ρώμη —ἔστω κι᾿ ἂν ἡ συμμετοχὴ σ᾿ αὐτὸ τοῦ Οἰκουμ. Πατριάρχου ἦταν περιορισμένη— ὑπῆρχαν τὰ στοιχεῖα αὐτά, ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ ἡ καθολικότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως;
Ποῖος ὀρθόδοξος πιστὸς μπορεῖ νὰ ἰσχυρισθῆ ἕνα τέτοιο πράγμα;
Στὴ Βασιλικὴ τοῦ ῾Αγίου Πέτρου συναντήθηκαν δύο ἐκκλησιολογίες διαμετρικὰ ἀντίθετες ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη: ᾿Απὸ τὴν μιὰ μεριά, ἡ φθαρμένη ἐκκλησιολογία τοῦ παπισμοῦ μὲ τὴν ἔκπτωσή της ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἀποστολικὴ παράδοση, μὲ τὰ ἀποκρουστικὰ αὐταρχικὰ μυθεύματά της περὶ τοῦ παπικοῦ πρωτείου καὶ τοῦ ἀλαθήτου καὶ μὲ σωρείαν ἄλλων δογματικῶν πλανῶν· καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην ἡ ἐκκλησιολογία τῆς ᾿Ορθοδόξου Καθολικῆς ᾿Εκκλησίας, ἁγνὴ καὶ ἄσπιλη, ὅπως δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ οἰκοδομήθηκε στὸ θεμέλιο τῶν ᾿Αποστόλων καὶ Προφητῶν, χωρὶς καμιὰ ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ἀρχαιοπαράδοτη πίστη τῆς πρώτης ᾿Αποστολικῆς ᾿Εκκλησίας.
Καὶ ρωτᾶμε: Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀντίφαση, λόγος αὐταναιρούμενος ἡ παρουσία τῆς κορυφῆς τῆς ᾿Ορθοδοξίας στὸν ρωμαιοπαπικὸ ναὸ καὶ ἡ κατὰ κάποιο τρόπο συμμετοχή του στὴ
λατινικὴ θεία λειτουργία;
῾Η παρουσία αὐτὴ δὲν ἔρχεται σὲ σύγκρουση πρὸς τὴν μακραίωνη παράδοση τῆς ᾿Ορθοδοξίας, στὴ συνείδηση τῆς ὁποίας ὁ Πάπας ἔχει χαρακτηρισθῆ ὡς αἱρετικός, καὶ δὲν ἀνατρέπει τοὺς ἱερούς της κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἀπαγορεύουν αὐστηρῶς καὶ τὴν ἁπλὴ ἀκόμα συμπροσευχὴ μετὰ τῶν αἱρετικῶν;
* * *
β. Τὸ δεύτερο αἰνιγματικὸ στοιχεῖο στὴν ὅλη οἰκουμενιστικὴ αὐτὴ ἐκδήλωση εἶναι ἡ ἀπὸ κοινοῦ ἀπαγγελία τοῦ ἱεροῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως στὴν ἑλληνική, χωρὶς τὴν προσθήκη τῆς αἱρετικῆς φράσεως τοῦ Filioque (= καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ).
Τὸ πράγμα —ποὺ κατ᾿ ἀρχὴν εἶναι σωστό— εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὁδηγήσει σὲ ἄκρως ἐπικίνδυνους ἐντυπωσιασμούς, ὅτι τάχα στὸ καίριο αὐτὸ σημεῖο τοῦ περὶ Τριάδος δόγματος τῆς ᾿Εκκλησίας, ἐπῆλθε ἑνότητα πίστεως μεταξὺ τῶν δύο διεσχισμένων ᾿Εκκλησιῶν.
Πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ κινδύνου αὐτοῦ, ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ σημειώσω τὰ ἀκόλουθα:
1) ῾Η ἀπαγγελία τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως χωρὶς τὸ Filioque εἶναι ἀνώδυνη γιὰ τὸν Πάπα. Δὲν σημαίνει κάτι τὸ πολὺ σημαντικὸ καὶ οὐσιαστικό. ῎Ετσι τὸ ἀπήγγελεν ἐπὶ αἰῶνες πρὸ τοῦ Σχίσματος τῶν ᾿Εκκλησιῶν. ᾿Αλλὰ καὶ μετὰ τὸ Σχίσμα, ἐπὶ μακρὸ χρονικὸ διάστημα, ἡ
λατινικὴ Ρώμη ἀπέκρουε πεισμόνως τὴν προσθήκη τῆς φράσεως στὸ ἱερὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως.
2) Δὲν ἔχομε μέχρι τῆς στιγμῆς τίποτε τὸ ἐπίσημο σχετικῶς, μίαν αὐθεντικὴ ἀπόφανση τοῦ Πάπα περὶ ἀπαλείψεως τοῦ Filioque. Εἶναι δὲ βέβαιον ὅτι τὴν ὥρα ποὺ ὁ Πάπας ἀπήγγελε τὸ Σύμβολο χωρὶς τὴν ἐπίμαχη φράση, ὅλοι οἱ ἱερεῖς τῆς Λατινικῆς ᾿Εκκλησίας ἐκφωνοῦσαν: Ex Patre Filioque (= ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ).
3) Τὸ πιὸ σημαντικὸ ὅμως δὲν εἶναι ἡ ἁπλὴ ἀπάλειψη τῆς προσθήκης, ἀλλ᾿ ἡ θεολογία ποὺ βρίσκεται πίσω στὸ Filioque.
῍Ας μὴ ἀπατώμεθα. Τὸ Filioque ἀποτελεῖ κορυφαῖο δόγμα τῆς Λατινικῆς ᾿Εκκλησίας, ποὺ διατυπώθηκε ἐπίσημα ἀπὸ λατινικὴ οἰκουμενικὴ Σύνοδο (Λυὼν ΙΙ,
1274). Εἶναι ἀλήθεια De fide, ποὺ δεσμεύει ἀπόλυτα τὴν πίστη τῆς ᾿Εκκλησίας.
Γιὰ μᾶς ἀντίθετα, τὸ Filioque εἶναι κορυφαία αἱρετικὴ κακοδοξία, ποὺ πλήττει καίρια τὴν ὑποστατικὴ πρόοδο καὶ σχέση τῶν προσώπων τῆς ῾Αγίας Τριάδος, ὑποβαθμίζει τὸ πρόσωπο καὶ τὸ θεωτικὸ ἔργο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ποὺ εἶναι ἡ ψυχὴ τῆς ᾿Εκκλησίας, καὶ ὁδηγεῖ σ᾿ ἕνα ἀνεπίτρεπτο
χριστομονισμό, ἀπὸ τὸν ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ ἐξέλθει ἡ Λατινικὴ Δύση.
Εἶναι, λοιπόν, δυνατὸν νὰ διαγράψει ὁ Πάπας μὲ μιὰ ἁπλὴ ἀπαγγελία τὴν ἐπίσημη δογματικὴ ἀπόφανση τῆς ᾿Εκκλησίας του; Νὰ ἀρνηθῆ δηλαδὴ ἑαυτὸν καὶ τὴν ἐκκλησιολογία του;
῍Αν πάλιν δὲν μπορεῖ νὰ γίνει αὐτό, τότε ποίαν σημασίαν εἶχεν ἡ ὑπ᾿ αὐτοῦ ἀπαγγελία τοῦ Συμβόλου χωρὶς τὸ Filioque; Ἄλλα ἔλεγεν ἡ γλώσσα καὶ ἄλλα ἐδέχετο ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδία του;
* * *
γ. Τὸ τρίτο σημαντικὸ στοιχεῖο εἶναι ἡ θεολογία τῆς «μάνδρας», ἡ τόσον ἐκφραστικὴ τοῦ πνεύματος καὶ τῶν τάσεων τοῦ
παπισμοῦ. Σύμφωνα μὲ αὐτήν, ἡ παπικὴ ᾿Εκκλησία ἀποτελεῖ τὴν μάνδρα, στὴν ὁποίαν ὁ Χριστὸς ἐμπιστεύθηκε τὴν διαποίμανση τῶν λογικῶν του προβάτων. «Ἀρχιποίμην» δὲ τῆς μάνδρας εἶναι ὁ Πάπας, ὡς διάδοχος τοῦ ᾿Αποστόλου Πέτρου στὸν ᾿Αποστολικὸ θρόνο τῆς Ρώμης. ῞Οσοι βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία τῆς Ρώμης εἶναι τὰ ἀποσχισθέντα καὶ παραπλανηθέντα πρόβατα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ γυρίσουν πίσω στὴν μάνδρα, νὰ γίνουν πραγματικὰ καὶ ἐνεργὰ μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς ὁποίας αὐτὸς εἶναι ἡ πρώτη, κορυφαία, αὐθεντικὴ καὶ ἀλάθητη κεφαλή!
῎Ετσι καὶ τὸν Οἰκουμενικὸ Παριάρχη καὶ στὶς πιὸ θερμὲς περιπτύξεις του καὶ στοὺς πιὸ συγκινητικοὺς συναδελφικοὺς χαιρετισμούς του, δὲν τὸν βλέπει παρὰ σὰν τὸν μεγάλο παραπλανηθέντα ἀδελφό, σὰν τὸ «ἀπολωλὸς» πρόβατο, ποὺ ἔχει χρέος νὰ τὸ σώσει, νὰ τὸ σηκώσει στοὺς ὤμους του καὶ νὰ τὸ φέρει πίσω στὴν αὐλή του!
Μὴ ἀπατώμεθα, ἀδελφοί. ῾Η ἰδέα του παπικοῦ πρωτείου καὶ τοῦ ἀλαθήτου, ποὺ εἶναι τόσο ἀποκρουστικὴ στὴν ὀρθόδοξη συνείδηση γιὰ τὸ ψέμα καὶ τὸν ἡγεμονικὸ αὐταρχισμό της,
βρίσκεται στοὺς ἁρμοὺς τῆς ρωμαιοπαπικῆς ἐκκλησιολογίας, ἀποτελεῖ τὸ κύτταρο τῆς ἐκκλησιολογικῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ παπισμοῦ.
Τὴν πίστη του αὐτὴ ὁ Πάπας δὲν παραλείπει εὐκαιρία νὰ τὴν διατυπώσει καὶ νὰ τὴν διατυμπανίσει. Εὐκαίρως ἀκαίρως μᾶς τὴν πετάει κατὰ πρόσωπο καὶ μᾶς δείχνει τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖον ἡ ἁγιότης του ἀντιλαμβάνεται τὴν ἕνωση τῶν ᾿Εκκλησιῶν: ἀρκεῖ μονάχα νὰ ἀναγνωρίσουμε τὸ πρωτεῖον του!
Γιὰ τὰ ὑπόλοιπα δὲν πολυπραγμονεῖ. Θὰ σεβασθῆ —τονίζει— τὶς ὀρθόδοξες παραδόσεις
μας! Μεγάλη του ἡ συγκατάβαση! Μὲ ἄλλα λόγια ὀνειρεύεται τὴν ἕνωση στὸ πρότυπο τῆς πολυθρύλητης
καὶ ἁμαρτωλῆς Οὐνίας, τὴν ὁποίαν παρὰ τὶς θεατρικὲς δηλώσεις του, δὲν παύει νὰ θάλπει καὶ νὰ ἐνισχύει σὲ βάρος πάντοτε τῆς ἀδελφῆς ᾿Ορθοδοξίας!
* * *
δ. Τέταρτο στοιχεῖο πολὺ σημαντικὸ εἶναι ὁ διατυμπανιζόμενος διάλογος τῆς ἀγάπης.
Μὰ ἡ ἀγάπη δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀντικείμενο διαλόγου. ῾Ως κυριακὴ ἐντολὴ ὑπάρχει ἀπὸ μόνη της στὶς καρδιές μας. Σὲ περίπτωση δὲ ποὺ ἀπουσιάζει, κανένας διάλογος δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἀποκαταστήσει. ᾿Αντίθετα, ἐκεῖνο ποὺ πρέπει ν᾿ ἀποτελέσει ἀντικείμενο διαλόγου εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἡ ὁποία ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴ διεσχισμένη χριστιανοσύνη (στὶς ἑτερόδοξες «ἐκκλησίες»). Γι᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο πρέπει νὰ συζητήσουμε, νὰ διαλεχθοῦμε, νὰ βροῦμε καὶ νὰ ἐντοπίσουμε τὴν
λυτρωτικὴν ἀλήθεια.
Γιὰ μᾶς τοὺς ᾿Ορθοδόξους βέβαια δὲν ὑπάρχει κανένας ἀπολύτως προβληματισμός. Στὴν ᾿Εκκλησία μας ὑπάρχει ὁλόκληρη ἡ ἀλήθεια, ὅπως τὴν ἐφανέρωσεν ὁ Χριστὸς καὶ τὴν παρέδωσαν οἱ ᾿Απόστολοι. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία εἶναι καὶ λέγεται «Καθολικὴ καὶ ᾿Αποστολική». Γιὰ νὰ φανερωθῆ ὅμως ἡ ἀλήθεια δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος ἀπὸ τὸν οἰκουμενικὸ θεολογικὸ διάλογο, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ διεξάγεται μὲ βήματα προσεκτικὰ καὶ μὲ πολλὴ σύνεση καὶ διάκριση.
Σὲ περίπτωση ὅμως ποὺ ὁ λεγόμενος διάλογος τῆς ἀγάπης τονίζεται ὑπερβολικὰ καὶ διεξάγεται σὲ βάρος τοῦ διαλόγου τῆς ἀληθείας, οἱ κίνδυνοι ποὺ διαγράφονται εἶναι πολλοὶ καὶ σημαντικοί. Τὰ βήματα πρὸς τὴν ἕνωση εἶναι ἀπρόσεκτα καὶ βιαστικά. ῾Ο Οἰκουμενισμὸς γίνεται παγίδα μὲ ἀπροσμέτρητες συνέπειες
γιὰ τὴν ἀληθινὴ ἑνότητα τῶν ᾿Εκκλησιῶν. Γιατὶ μόνον ὁ διάλογος τῆς ἀλήθειας μπορεῖ νὰ βοηθήσει τὶς ᾿Εκκλησίες σὲ μιὰ ἀληθινὴ προσέγγιση, σὲ μιὰ σχέση ποὺ μπορεῖ νὰ διευκολύνει τὴν πραγματική τους
συνένωση.
᾿Επίσης πολὺ ἐπικίνδυνη καὶ ἐξωπραγματικὴ εἶναι ἡ τοποθέτηση: προχωροῦμε στὸ διάλογο τῆς ἀγάπης, στηριζόμενοι στὰ πολλὰ κοινὰ σημεῖα ποὺ μᾶς συνδέουν. Μὰ τὸ πρόβλημα στὴν ὑπόθεση τῶν ᾿Εκκλησιῶν δὲν εἶναι ἡ κοινὴ ἀγάπη καὶ ἡ πίστη τους, ἀλλ᾿ οἱ διαφορὲς καὶ τὰ σχίσματά τους.
Αὐτὰ ἀποτελοῦν τὴν νόσο, ποὺ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε καὶ νὰ θεραπεύσουμε. ῍Αν σ᾿ ἕνα σωματικὸ ὀργανισμὸ ὑπάρχει καρκίνος τοῦ πνεύμονος, τί ὠφελεῖ τὸν ἄρρωστο ἂν τὰ ὑπόλοιπα μέλη τοῦ Σώματός του —τὰ χέρια, τὰ πόδια κ.λ.π.— εἶναι ὑγιή; ῎Ετσι κ᾿ ἐδῶ, μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν πολλὰ σημεῖα κοινῆς πίστεως καὶ ὁμοφωνίας, ὅμως τὸ καρκίνωμα τῶν ᾿Εκκλησιῶν, ἡ βαρειὰ νόσος των, εἶναι οἱ πολλὲς καὶ ποικίλες διαφορὲς καὶ ἀντιθέσεις τους. Αὐτὲς πρέπει νὰ διευθετηθοῦν, γιὰ νὰ ἀποκτήσει ὑγείαν ὁ
διεκκλησιαστικὸς ὀργανισμός.
᾿Εκτὸς ἐάν, ἡ ἀνωτέρω τοποθέτηση λαμβάνεται σὰν πρόσχημα γιὰ νὰ προχωρήσουμε σὲ μιὰ λαϊκίστικη ἑνότητα τῶν ᾿Εκκλησιῶν, σ᾿ ἕνα ἑνωτικὸ κατασκεύασμα γρήγορο καὶ
βεβιασμένο, ποὺ θὰ στηρίζεται στὴν ἄμμο καὶ μὲ τὸ πρῶτο φύσημα τοῦ ἀνέμου θὰ καταρρεύσει.
Καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ προσέξουμε. Μάλιστα οἱ ταγοὶ τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας μας. ῎Αν, ἐλαυνόμενοι ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ κακῶς νοουμένου Οἰκουμενισμοῦ, θελήσουν νὰ ἀποβάλουν τὸν ἐκκλησιολογικὸν «ἐπαρχιωτισμὸν» (μὲ τὸν ὁποῖον κατηγοροῦν τοὺς ὀρθοδόξους συντηρικοὺς χριστιανούς!) καὶ νὰ κάνουν ἀνοίγματα θεαματικὰ στὸ διαχριστιανικὸ θέατρο τῆς Οἰκουμένης· ἂν, ἀντὶ τοῦ συνετοῦ καὶ περιεσκεμμένου θεολογικοῦ διαλόγου τῆς ἀλήθειας, τὸν ὁποῖον ὀφείλουν νὰ κάνουν μὲ βαρὺ αἴσθημα εὐθύνης, μὲ ταπείνωση καρδίας καὶ φόβο Θεοῦ, ἐπιδοθοῦν σὲ ἀλχημεῖες καὶ ἅλματα οἰκουμενιστικά· ἄν, ἀντὶ μιᾶς πραγματικῆς ἑνώσεως τῶν ᾿Εκκλησιῶν ἐπὶ τοῦ θεμελίου τῆς μιᾶς πίστεως καὶ τοῦ ἑνὸς βαπτίσματος, ἐπιδιώξουν μίαν ἐξωτερικὴ συγκόλληση τῶν ᾿Εκκλησιῶν, ἕνα ἐκκλησιολογικὸ τερατούργημα καὶ ἕνα νόθο συμβιβασμό, ἂς εἶναι βέβαιοι ὅτι ἐκεῖνο ποὺ τελικὰ θὰ κατορθώσουν εἶναι ἡ διάσχιση τοῦ χιτῶνος τῆς ᾿Ορθοδοξίας.
Σὲ μιὰ τέτοια προοπτική, σημαντικὸ μέρος τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος δὲν θὰ τοὺς ἀκολουθήσουν. Καὶ τὸ σχίσμα στοὺς κόλπους τῆς ᾿Ορθοδοξίας μας θὰ εἶναι βέβαιο· σχίσμα πρωτοφανὲς καὶ ἀδυσώπητο!
Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014
ΑΜΗΝ! ΓΕΝΟΙΝΤΟ! ΚΑΙ ΠΑΡΕΛΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΕΤΕΙΟΙ
Στο Εκκλησιαστικό Πρακτορείο «ΑΜΗΝ» (Amen) φιλοξενήθηκε πρόσφατα άρθρο με φανερή την αντίθεσή του για τις Εθνικές Παρελάσεις και Επετείους.
Το άρθρο συγχέει το παρελθόν με το
επαίσχυντο κρατικό – πολιτικό σήμερα.
Κατηγορεί τη συλλογική μνήμη ως συλλογικό
ασυνείδητο, στο οποίο έχουν απαξιωθεί κατά κάποιον τρόπο η Σημαία και οι
Εθνικές Επέτειοι.
Ενώ κατηγορεί τα λάθη των αρχόντων,
παλαιών και συγχρόνων, και καλά κάνει, στο τέλος μιλάει υποτιμητικά και για το
λαό, τον οποίο κατηγορεί ότι συμπεριφέρεται ανεπίγνωστα τις ημέρες αυτές.
Κάνει τον ψυχολόγο και καρδιογνώστη στον
λαό μας, στα παιδιά του και ενώ θέλει να υποδείξει στην Εκκλησία το χρέος της
ενότητας και της αδιάκριτης συμπερίληψης στην αγάπη της πάντων των Ελλήνων, την
ίδια στιγμή μιλάει για «κράτος των αστών».
Ας δούμε όμως μερικές αδιαμφισβήτητες
αλήθειες, γιατί πίσω από τα θολά κομματικά γυαλιά πολλές φορές δεν ξέρουμε τι
λέμε:
Υπήρχε ακράτητος συνολικός ενθουσιασμός
στον ηρωϊκό λαό μας στο Έπος του 1940. Οι φωτογραφίες μιλάνε από μόνες τους και
οι εναπομείναντες ήρωες της εποχής μαρτυρούν του λόγου το αληθές. Ο λαός έκανε
το θαύμα. Αυτό γιορτάζουμε.
Έβγαιναν όλοι οι Έλληνες στους δρόμους
και πανηγύριζαν και κάθε φορά που παίρναμε μια πόλη. Ξεχυνόταν ο λαός
αγκαλιαζόταν, έψελνε και τραγουδούσε.
Την ψυχική έξαρση και ανάταση την
φανερώνουν οι μαρτυρίες των δημοσιογράφων και ανταποκριτών – συγγραφέων του
1940. Μιλούν για ένα θαύμα, για την αυτοθυσία και τη φιλοπατρία των Ελλήνων
στρατιωτών, που ξεκίνησαν μαζικά τον πόλεμο με το χαμόγελο στα χείλη. Αυτό το
γεγονός θυμόμαστε και τιμούμε σήμερα.
Η καταπληκτική ενότητα του λαού μας
εκείνη την περίοδο ήταν από μόνη της ένα θαύμα, παρ’ όλο που το καθεστώς
υπολειπόταν δημοκρατικά. Ίσχυσε και στο 1940 αυτό που είπε ο Κολοκοτρώνης για
το 1821: “έπεσε στις ψυχές μας σα βροχή από ψηλά η επιθυμία να ελευθερωθούμε”.
Αριστεροί κάλαμοι όμως ούτε το 1821 δυστυχώς σέβονται ούτε το 1940 κατανοούν.
Η
ευσέβεια, η Εκκλησία, οι στρατιωτικοί ιερείς, οι επώνυμες μαρτυρίες από το
μέτωπο για τις εμφανίσεις της Παναγίας, φανερώνουν μαζί με τη φιλοπατρία, και
την ιερότητα και αγιότητα αυτού του αγώνος με τη συμμετοχή όλων των Ελλήνων,
από τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο μέχρι τον τελευταίο πιστό. Ασφαλώς και
κατακρίνουμε τη φυγή της επίσημης πολιτείας. Η Εκκλησία όμως έμεινε ΕΔΩ.
Κάθε φορά που οι Έλληνες έμπαιναν σε
μια πόλη της Β. Ηπείρου αυθόρμητα ο στρατός παρήλαυνε και οι άνθρωποι έβγαζαν
από το σεντούκι τους τις Σημαίες και τις αναρτούσαν στα μπαλκόνια των σπιτιών
τους φανερώνοντας την ελληνική τους συνείδηση και πανηγυρίζοντας το γεγονός.
Ήταν κι αυτό φαινόμενο του κράτους των αστών; Ας μας πούν οι συγγραφείς του
άρθρου ένα κόμμα, ένα σύλλογο, μια κοινότητα, που να μην έχουν σύμβολο, σημαία
ή έμβλημα. Μη λέμε λοιπόν αψυχολόγητα πράγματα.
Η
Βέμπο με τα τραγούδια της, ο Ζαλοκώστας, ο Τερζάκης, ο Γ. Βλάχος, οι ξένοι
σταθμοί και τα επίσημα ξένα χείλη που επήνεσαν τον ηρωϊσμό των Ελλήνων
Στρατιωτών, οι γελοιογράφοι και οι σκιτσογράφοι, τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων,
ελληνικών και ξένων, όλοι αυτοί ήταν το κράτος των αστών, οι πολυεθνικές, τα
ξένα μονοπώλια και οι βδέλλες των λαών;
Ακόμη
και ο εβραϊκής καταγωγής Συνταγματάρχης Μαρδοχαίος Φριζής φώναζε για να
εμψυχώσει τους στρατιώτες του “για τον Χριστό και την Ελλάδα”! Δυστυχώς όμως η
πνευματική μυωπία του νεοπαγούς διδύμου “Εκκλησία και Αριστερά”, ή “Θεολογία
και Αριστερά” δεν μπορεί να δεί την αλήθεια των γεγονότων.
Στο μέτωπο των βορειοηπειρωτικών βουνών
γράφτηκαν σελίδες ακραίας φιλοπατρίας, υψίστης ευσέβειας, ηρωϊκής αυτοθυσίας,
φοβερής αλληλεγγύης στους αιχμαλώτους, σελίδες μεγαλείου με εμφανίσεις της
Παναγίας και των αγίων μας. Στα μετόπισθεν ένα απέραντο στρατόπεδο προσευχής
και φιλανθρωπίας μαχόταν ειρηνικά, συντονισμένο και αυτό με τον αγώνα του
μετώπου. Όλα αυτά αμφισβητούνται; Τόμους ολόκληρους έχει εκδώσει η Εκκλησία της
Ελλάδος γι αυτά όλα. Αν εμείς σιωπήσουμε, «και οι λίθοι κεκράξονται».
Γιορτάζουμε το γεγονός της ενάρξεως του
πολέμου, γιατί συνέβη μια έκρηξη, ένα θαύμα, μια έξαρση. Μια πίστη και μια
αγάπη διαπέρασε όλο το λαό μας, ένα λαό που δύσκολα ενώνεται και ομονοεί.
Γιορτάζουμε όχι την υποδούλωσή μας, όπως επιπόλαια και απερίσκεπτα προβάλλεται
από το άρθρο, αλλά την απελευθέρωση από τα πάθη και τα ελαττώματα της φυλής
μας, τη νικηφόρα πορεία του λαού μας, την πρώτη νίκη κατά του άξονα και την
απελευθέρωση των πόλεων της Β. Ηπείρου, το ότι από την πρώτη στιγμή ανέλαβε τον
αγώνα η πληγωμένη Μεγαλόχαρη της Τήνου, η οποία υπήρξε παρούσα ως Υπέρμαχος
Στρατηγός.
Το άρθρο αδικεί το λαό μας που
συμμετέχει και παρακολουθεί τις παρελάσεις, κάνει δίκη προθέσεων και υποτιμά τη
συμμετοχή των παιδιών, από τα οποία ζητεί την τέλεια συμπεριφορά. Ξέρει το
άρθρο τι αισθάνονται οι μαθητές μας όταν παρελαύνουν; Κρίνει μόνο κατ΄ όψιν,
όχι όμως και δίκαια. Τα ρώτησε τα παιδιά; Πως όμως τα ίδια τα παιδιά, όταν
κάνουν καταλήψεις, μουτζώνουν και αποδοκιμάζουν τους πολιτικούς, συμμετέχουν στη
βουλή των εφήβων, τότε είναι ώριμη και επαινετή η συμπεριφορά τους; Τα ίδια
παιδιά είναι, “ω ανόητοι και βραδείς τη καρδία”.
Το άρθρο παρουσιάζει φοβερή
προκατάλειψη για τις παρελάσεις, κινείται στον αστερισμό του μαρξισμού και της
αναρχικής ορολογίας, προσπερνά ανεπίτρεπτα τη συλλογική ετυμηγορία ενός λαού,
που ανέκαθεν αγκάλιασε τις παρελάσεις και αποτελεί μοναδική πρωτοτυπία
παγκοσμίως, τη στιγμή που σε όλους τους λαούς και τα κράτη γίνονται
μεγαλειώδεις στρατιωτικές παρελάσεις. Δεν κατανοεί θεολογικά το θέμα της
πατρίδος και ρίχνει νερό στο μύλο των διεθνιστικών αριστερών ιδεών και απόψεων,
χωρίς να λάβει υπόψη το θέλημα του λαού που θα μπορούσε να εισηγηθεί, αν ήθελε,
να τον ρωτήσουμε δια δημοψηφίσματος, αν θέλει τις παρελάσεις και τις επετείους.
Έχει βέβαια κι ένα δίκαιο, λειψό όμως,
ότι μεγαλειώδη παρέλαση θα έπρεπε να γινόταν και στην Επέτειο της 12ης
Οκτωβρίου 1944 που έφυγαν οι Γερμανοί από την Αθήνα. Γίνεται όμως αυτό στα
Ελευθέρια κάθε πόλεως επί μέρους.
Επίσης θα μπορούσε να συζητηθεί και το
περιεχόμενο της παρελάσεως. Πάντως και έτσι όπως είναι τώρα, είναι απαραίτητες
οι παρελάσεις, διότι παρίστανται και τιμώνται οι ανάπηροι πολέμου, οι βετεράνοι
και οι τραυματίες, κουβαλώντας γεγονότα, μνήμες, παρελαύνουν τα παιδιά του λαού
μας, με αποφάσεις και υποσχέσεις για το μέλλον, και σε περίοδο ειρήνης – η
μαθητιώσα νεολαία - και σε περίοδο πολέμου, ο στρατός. Επίσης εσωτερικοί
μετανάστες, Αδελφότητες και Σύλλογοι από κάθε γωνιά της Ελλάδος, διατρανώνουν
με τις τοπικές παραδοσιακές ενδυμασίες τους ότι σύμπασα η Ελλάδα και πάλι
ενωμένη κάτω τη Σημαία μας προχωρά συν Θεώ στο μέλλον.
Βασικό πρόβλημα του άρθρου είναι η άγνοια
του γεγονότος ότι κάθε λαός δρά και συλλογικά σε κάθε φάση του κοινωνικού
γίγνεσθαι παλιά και τώρα. Τιμά τους νεκρούς και διδάσκει τους ζωντανούς. Όλο δε
αυτό το γεγονός αποτυπώνεται στις παρελάσεις, στις λιτανείες, στα λάβαρα, στις
σημαίες. Και πρό Χριστού και μετά. Και στην Αρχαία Αθήνα και στη χριστιανική
Ελλάδα. Ο κόσμος εκφράζεται και προς τα έξω πανηγυρικά πάντοτε. Είναι μια επί πλέον
παρουσίαση και συμβολική λογοδοσία στο λαό που πληρώνει και οφείλει να
ενημερωθεί σε ένα βαθμό, για το έργο που γίνεται στα σχολείο, στο στρατό, στα
σώματα ασφαλείας κλπ. Όχι ότι δεν πρέπει να γίνουν και άλλα πράγματα για την
αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση του λαού μας. Με τις παρελάσεις προβάλλεται το
ηρωϊκό στοιχείο της φυλής μας και η κατάφαση στο γεγονός του πατριωτισμού,
πράγμα θεμιτό και θεάρεστο. Με ποιο δικαίωμα λοιπόν το άρθρο ερμηνεύει κατά το
δοκούν και κατακρίνει ό,τι ο λαός μας συλλογικά έχει εγκολπωθεί εδώ και
δεκαετίες; Το τεκμήριο της δημοκρατίας υπάρχει πάντοτε στο λαό μας.
Έχουμε παρελάσεις στην Αγία Γραφή;
Βεβαίως. Και πανηγυρισμούς έχουμε μετά τη διάβαση της Ερυθράς θαλάσσης, και
ύμνους και ψαλμούς, και παρέλαση μετά την επιστροφή τη Κιβωτού της Διαθήκης και
χορό από τον Δαβίδ, και ζητωκραυγές για τις νίκες του Σαούλ και του Δαβίδ.
Έχουμε και τη Βαϊφόρο του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα, τηρουμένων βεβαίως των
αναλογιών. Και μείς δεν κάνουμε μόνο τυπικές παρελάσεις, μαζικές εκδηλώσεις σε
πλατείες κλπ, αλλά προηγείται η θεία λειτουργία, ψάλλουμε Τρισάγια, καταθέτουμε
στεφάνια και έτσι φανερώνεται η σταυροαναστάσιμη πορεία του Έθνους μας.
Στο άρθρο υποβόσκει μία νοσηρά περί
Πατρίδος θεολογία, υπάρχει φανερός κομματικός στραβισμός, άγνοια του γεγονότος
ότι η Εκκλησία χρόνια τώρα δεν έχει αποστασιοποιηθεί από τις Παρελάσεις και τη
Σημαία – τι στο καλό δεν θα φώτιζε το άγιο Πνεύμα; - και είναι επιεικώς – το
άρθρο - προβληματικό.
Το άρθρο φιλοξενεί στους κόλπους του και
κάτι άλλο απρεπές: ταυτίζει την αγία μας Εκκλησία με την κυρίαρχη μεταπολεμικά
εξουσία, παρουσιάζει ως αχώριστο δίδυμο «τον παπά και τον χωροφύλακα» και
κατηγορεί την Εκκλησία, ότι κράτησε μακριά της κάποια βαπτισμένα παιδιά της «με
θρησκευτικές ανησυχίες». Πρόκειται για τα γνωστά εμφυλιοπολεμικά και
μετεμφυλιοπολεμικά σύνδρομα της αριστερής νοοτροπίας. Πιστεύουμε ότι κανένας
Επίσκοπος της Ελλαδικής Εκκλησίας μας δεν θα αρνηθεί να τελέσει Μνημόσυνο στο
Γράμμο και στο Βίτσι υπέρ αναπαύσεως των φονευθέντων μαχητών του “Δημοκρατικού
Στρατού”, εάν προσκληθεί ασφαλώς.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος δεν έχει
τέτοιες προκαταλήψεις και προσωποληψίες. Μπορεί κάποιοι μεμονωμένοι κληρικοί να
παραφέρθηκαν, όπως αυτό συμβαίνει με κάθε συλλογικότητα και σε κάθε εποχή. Η
Εκκλησία μας μετρά θύματα και στην Αντίσταση και στο Συμμοριτοπόλεμο. Μάλιστα
στον δεύτερο, έχουμε πάνω από δύο εκατοντάδες σφαγμένους, κρεμασμένους και
σταυρωμένους κληρικούς, δυστυχώς από βαπτισμένους χριστιανούς, όπως λέει και το
άρθρο, “με θρησκευτικές ανησυχίες” .
Η αποστασιοποίηση αφορά τα αριστερά
κινήματα που δεν μπορούν να αντιληφθούν το γεγονός ότι το 97% του λαού μας
θρησκεύεται ορθόδοξα και δεν μπορούν ποτέ να διαχειριστούν παραδείγματος χάριν
το γεγονός ότι η Κόρη του Στάλιν βαπτίστηκε ορθόδοξη, ο Χαρίλαος Φλωράκης
(Καπετάν Γιώτης) πήγε στο Άγιο Όρος και εξομολογήθηκε και οι λαοί του λεγομένου
“σιδηρού παραπετάσματος και ανατολικού μπλόκ” επέστρεψαν μαζικά στην Ορθοδοξία.
Λίγο πιο πριν από αυτή τη στιγμή που μιλάμε, το Άγιο Όρος και ο Πατριάρχης μας
δέχτηκε και κουβέντιασε φιλικότατα, χωρίς να αποκλείσει τον - σύμφωνα με δική
του δήλωση - άθεο αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολιτεύσεως.
Τέλος, το άρθρο ομιλεί απαξιωτικά για
τους πολιτικούς που παρακολουθούν τις Παρελάσεις και τους προσάπτει μη κόσμιους
χαρακτηρισμούς. Βέβαια τα έργα τους είναι χειρότερα. Υπάρχουν και κάποιες λίγες
εξαιρέσεις. Αλλά οι όποιοι πολιτικοί δεν πήγαν μόνοι τους εκεί. Πήγαν από την
ψήφο του λαού μας. Ανεβαίνουν στην εξέδρα των επισήμων, αυτοί που ψήφισε κατά
πλειοψηφεία ο λαός μας. Ο λαός μας ο “πάντοτε ευκολόπιστος και πάντοτε
προδομένος” επέλεξε δυστυχώς “παλιάτσοι” να τον εκπροσωπούν. Διαφωνούμε, αλλά
σεβόμαστε την ετυμηγορία του και την απόφασή του.
Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014
Η επίσημη επίσκεψη του "Πατριάρχου" των Αρμενίων Αράμ του Α΄ στην Ελλάδα
ΙΕΡΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟΕΠΙ
ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 27 Οκτωβρίου
2014.
Πολλοί πιστοί της τοπικής μας Εκκλησίας εξέφρασαν
την έκπληξή τους και την εύλογη αγανάκτησή τους, όταν πληροφορήθηκαν από τα ΜΜΕ
τον τρόπο, με τον οποίο ορισμένοι αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος υποδέχθηκαν
τον «Πατριάρχη»
των Αρμενίων Αράμ τον Α΄, ο οποίος επισκέφτηκε την χώρα μας, πριν από λίγες
ημέρες. Κι’ αυτό διότι, όπως οι πάντες γνωρίζουν, οι Αρμένιοι ακολουθούν μέχρι
σήμερα, εδώ και 15 αιώνες, την αρχαία αίρεση του Μονοφυσιτισμού, (όχι βέβαια του
ακραίου Μονοφυσιτισμού του Ευτυχούς, αλλά του μετριοπαθούς του Σεβήρου του Ακεφάλου), την οποία
καταδίκασε η αγία Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος, και την οποία καταδίκη ανανέωσαν οι μεταγενέστερες
Ε΄, ΣΤ΄, και Ζ΄ Οικουμενικές Σύνοδοι: «...Και τας δύο φύσεις ομολογούμεν του
σαρκωθέντος δι ημάς εκ της αχράντου Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, τέλειον αυτόν
Θεόν και τέλειον άνθρωπον γινώσκοντες, ως η εν Χαλκηδόνι Σύνοδος εξεφώνησεν, Ευτυχή
καί Διόσκορον δυσφημήσαντας της θείας αυλής εξελάσασα, συναποβάλλοντες αυτοίς
Σεβήρον, Πέτρον και την πολυβλάσφημον αυτών αλληλόπλοκον σειράν...». (Όρος
της Αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου). Μια καταδίκη η οποία μάλιστα έχει
αποτυπωθεί και στα υμνογραφικά μας κείμενα.
Παρ’ όλα αυτά ο Αρμένιος «Πατριάρχης»
έγινε ενθουσιωδώς δεκτός από την εκκλησιαστική ηγεσία της χώρας μας, γεγονός το
οποίο σκανδάλισε σφόδρα το Ορθόδοξο ποίμνιο της Εκκλησίας μας. Μητροπολίτης της
Θράκης, την οποία επισκέφτηκε πρώτη ο κ. Αράμ, τον κατονόμασε σε επίσημη προσφώνησή
του ως «Ορθόδοξο»! Στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών
κ. Ιερώνυμος ο Α΄ τον παρουσίασε ως «μίαν εκ των λαμπροτέρων και σπουδαιοτέρων
ηγετικών εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων του 21ου αιώνος». Στην
προσφώνησή του μεταξύ άλλων ανέφερε: «Έχομεν ανάγκην ανθρώπων του Υμετέρου
διαμετρήματος και της ιδικής Σας πνευματικής και θεολογικής καταρτίσεως και
εμβριθείας». Πως όμως είναι δυνατόν ένας αιρετικός, ο οποίος, ως
ακολουθών και διδάσκων τις αιρετικές διδασκαλίας του Διοσκόρου και του Σεβήρου,
φέρει και αυτός το ίδιο ανάθεμα, με το οποίο είναι αναθεματισμένοι και οι
πνευματικοί του διδάσκαλοι και πατέρες, να αποτελεί «μίαν εκ των λαμπροτέρων
και σπουδαιοτέρων ηγετικών εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων του 21ου αιώνος»; Και
ποία ανάγκη μπορεί να έχει η Εκκλησία μας από έναν αιρετικό, που βρίσκεται στο
σκότος της πλάνης και του ψεύδους; Μπορούμε επίσης να ομιλούμε περί πνευματικού
διαμετρήματος και περί θεολογικής καταρτίσεως ενός ανδρός, ο οποίος ναυάγησε
περί την πίστη και είναι άξιος πολλών θρήνων και δακρύων, έχει δε ανάγκη από
τις προσευχές όλων μας, μήπως ο Θεός του ανοίξει τα μάτια της ψυχής του και
έρθει σε αίσθηση της πλάνης του και μετανοήσει; Εάν η Εκκλησία έχει ανάγκη από
τον κ. Αράμ τον Α΄, τότε κατά συνεπή ακολουθία έχει ανάγκη και από τον Διόσκορο
και τον Σεβήρο, τους οποίους η Εκκλησία αναθεμάτισε. Και αν έχει ανάγκη από
όλους αυτούς, τότε σίγουρα δεν θα πρέπει να έχει ανάγκη από τους αγίους Πατέρες
των αγίων Οικουμενικών Συνόδων, οι οποίοι
πλανήθηκαν και κακώς τους αναθεμάτισαν.
Στην Θεσσαλονίκη ο κ. Αράμ ο Α΄ έγινε
δεκτός και εκεί ως κανονικός Ορθόδοξος επίσκοπος και οδηγήθηκε στον
μητροπολιτικό ναό του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, στο Ιερό Βήμα, όπου ασπάσθηκε
την Αγία Τράπεζα και το Ιερό Ευαγγέλιο, παρ’ όλο που στο Ιερό Βήμα δεν
επιτρέπεται να εισέρχονται αιρετικοί, πολλώ δε μάλλον να αγγίζουν και να
ασπάζονται το Άγιο Θυσιαστήριο και το Ιερό Ευαγγέλιο!
Μετά από τις παρά πάνω άστοχες και απαράδεκτες,
κατά την ταπεινή μας γνώμη, ενέργειες και λόγους, θεωρήσαμε αναγκαίο να δώσουμε
μια στοιχειώδη ενημέρωση στους πιστούς
μας επί του θέματος, ώστε να άρουμε κάποιες υπόνοιες, ότι δήθεν ο Αρμένιος «Πατριάρχης»
είναι Ορθόδοξος, οι δε Αρμένιοι, ομόδοξοί μας.
Ο Χριστιανισμός κατά την Παράδοση διαδόθηκε
στην Αρμενία από τους αγίους αποστόλους Βαρθολομαίο και Ιούδα Ιακώβου, ή Θαδδαίο,
οι οποίοι θεωρούνται ως οι θεμελιωτές της Αρμενικής Εκκλησίας. Αργότερα, κατά
τον 3ο αιώνα, οι χριστιανικές κοινότητες της Αρμενίας οργανώθηκαν και
εδραιώθηκαν χάρη στην ιεραποστολική δράση του αγίου Γρηγορίου του Φωτιστού
και στη μεταστροφή στον Χριστιανισμό του βασιλέως της Τιριδάτη. Ο Γρηγόριος χειροτονήθηκε από τον επίσκοπο
Καισαρείας
Λεόντιο, πρώτος επίσκοπος της Αρμενικής Εκκλησίας και έφερε τον τίτλο
«καθολικός». Μέχρι σχεδόν το τέλος του 4ου αιώνα η Αρμενική Εκκλησία δεν είχε εκκλησιαστική
αυτοδυναμία, αλλά βρισκόταν κάτω από την πνευματική κηδεμονία της Εκκλησίας της
Καππαδοκίας, συμμετέσχε με εκπροσώπους της στις τρείς πρώτες Οικουμενικές
Συνόδους, και επομένως ήταν ενωμένη με
την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ήταν δηλαδή Ορθόδοξη. Ωστόσο,
μετά την κατάληψη της Αρμενίας από τους Πέρσες το 428 αρχίζει η σταδιακή απομάκρυνση των Αρμενίων από την Ορθοδοξία, όχι
μόνον ως αποτέλεσμα των πολιτικών μεταβολών, αλλά και των εκκλησιαστικών μεταρρυθμίσεων
στη χώρα. Οι πολιτικές ανακατατάξεις και η δυσμενής επιρροή που δέχθηκαν από Σύρους
Μονοφυσίτες επισκόπους, οδήγησε τελικά την τοπική αυτή Εκκλησία, αφ’ ενός μεν
να μην λάβει μέρος με εκπροσώπους της στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, και αφ’
ετέρου να απορρίψει τις αποφάσεις της Συνόδου αυτής, η οποία ως γνωστόν
καταδίκασε τους αιρετικούς Ευτυχή, Διόσκορο, Σεβήρο, Πέτρο και
τους οπαδούς των. Με δικές τους κατοπινές συνόδους (του Βαγκαρσπάτ το 491 και του
Δοβέν το 527, ή κατ’ άλλους το 535), παγίωσαν τον αιρετικό Μονοφυσιτισμό,
στον οποίο παραμένουν προσηλωμένοι έκτοτε μέχρι σήμερα επί 15 αιώνες.
Ενώ
λοιπόν η Αρμενική «Εκκλησία» εθεωρείτο επί 15 αιώνες από την Ορθόδοξη Εκκλησία
μας σαφώς αιρετική, κατά παράδοξο τρόπο, άρχισε εδώ και μερικές δεκαετίες να
αμφισβητείται η μακραίωνα αυτή παγιωμένη και συνοδικώς κατοχυρωμένη παράδοση. Άρχισε
να διατυπώνεται η γνώμη και η άποψη από οικουμενιστές επισκόπους και θεολόγους,
ότι οι Αρμένιοι έχουν κατά πάντα Ορθόδοξη Χριστολογία, ενώ οι διαφορές που μας
χωρίζουν είναι επουσιώδεις και ασήμαντες, ή σύμφωνα με άλλη διατύπωση, έχουν
μεν την «ιδεολογική» Ορθοδοξία, ενώ στερούνται την «εκκλησιαστική» Ορθοδοξία,
λόγω της απορρίψεως υπ’ αυτών της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Η απόσχισή τους από
την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν οφείλεται σε δογματικούς λόγους, αλλά είτε σε
ιστορικούς και πολιτικούς, είτε σε εσφαλμένη κατανόηση υπό των αγίων Πατέρων της
Χριστολογικής Ορολογίας των Μονοφυσιτών. Μ’ άλλα λόγια η σύγχρονη αυτή
πεπλανημένη οικουμενιστική θεολογική αντίληψη παρουσιάζει, όπως πολύ σοφά
παρατηρεί ο ομότιμος καθηγητής π. Θεόδωρος Ζήσης, «τους
συγχρόνους θεολόγους ικανότερους στο να κατανοήσουν την θεολογική ορολογία των
Μονοφυσιτών και να μην την παρεξηγήσουν, όπως την παρεξήγησαν και την θεώρησαν
ως αιρετική οι άγιοι Πατέρες των Συνόδων, αλλά και άλλες γιγάντιες και
κολοσσιαίες θεολογικές και πατερικές προσωπικότητες, που ασχολήθηκαν με τους
Μονοφυσίτες, όπως ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός
και ο Μέγας Φώτιος, οι οποίοι εκφράζουν και σφραγίζουν σε αδιάκοπη και ενιαία
σειρά την διδασκαλία της Εκκλησίας επί τρείς αιώνες ως οι επιφανέστεροι θεολόγοι
αυτών των αιώνων…».[1] Όπως
δε πολύ εύστοχα συμπληρώνει σε σχετική μελέτη της η Ιερά Μονή Γρηγορίου του Αγίου
Όρους, εάν οι Αντιχαλκηδόνιοι είναι Ορθόδοξοι, τότε εμμέσως «δεχόμεθα
ότι αι Οικουμενικαί αύται Σύνοδοι (Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ και Ζ΄) επλανήθησαν και ημείς
τας διορθώνομεν. Προσπάθεια συμβιβασμού των πραγμάτων δεν χωρεί. Ή αι Σύνοδοι ορθοτόμησαν
την Αλήθειαν και οι Διόσκορος και Σεβήρος ως και οι τούτων διάδοχοι ήσαν αιρετικοί,
ή, εάν ούτοι δεν ήσαν αιρετικοί, αι Σύνοδοι επλανήθησαν».[2]
Το δε ακόμη τραγικότερο είναι ότι η πεπλανημένη αυτή θεολογική αντίληψη αποτέλεσε
δυστυχώς την βασική κατευθυντήρια γραμμή στον διεξαχθέντα μέχρι σήμερα
Θεολογικό Διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων, τόσο στις τέσσαρες
ανεπίσημες Συνδιασκέψεις Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων, όσον επίσης κατόπιν και
στις Συνδιασκέψεις της Μικτής επί του Διαλόγου Θεολογικής Επιτροπής, με
αποτέλεσμα να αποτυπωθεί τελικά και στις
Κοινές Δηλώσεις των Ορθοδόξων μετά των Αντιχαλκηδονίων, κατά τα έτη
1989, 1990 και 1993.
Η στρεβλή αυτή και ανορθόδοξη πορεία
του Θεολογικού Διαλόγου ανησύχησε, (ευτυχώς) και κινητοποίησε το Άγιον Όρος, το
οποίο, χάρις στην ουσιαστικότατη θεολογική συμβολή του μακαριστού προηγουμένου
της Ιεράς Μονής Γρηγορίου κυρού Γεωργίου Καψάνη και των συνεργατών του, εξέδωσε
διά της Ιεράς Κοινότητος τρία επίσημα κείμενα:
α)
Την Εισήγηση της Επιτροπής της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους περί του
Διαλόγου Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων, της 1/14ης Φεβρουαρίου 1994.
β)
Το Υπόμνημα της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους περί του Διαλόγου Ορθοδόξων
και Αντιχαλκηδονίων, της 14/27ης Μαΐου 1995.
γ)
Την πραγματεία «Παρατηρήσεις περί του θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων και
Αντιχαλκηδονίων, Απάντησις εις κριτικήν του Σεβ. Μητροπολίτου Ελβετίας κ.
Δαμασκηνού) (Άγιον Όρος 1996). Με τα κείμενα αυτά το
Άγιον Όρος ουσιαστικά αρνήθηκε να δεχθεί ως Ορθόδοξη την απόφαση της Μικτής
Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων, ότι «αμφότεραι
αι οικογένειαι διετήρησαν πάντοτε πιστώς την αυτήν αυθεντικήν Ορθόδοξον
Χριστολογικήν πίστιν και την αδιάκοπον συνέχειαν της αποστολικής παραδόσεως» (Β'
Κοινή Δήλωσις, Σαμπεζύ 1990), κονιορτοποιεί δε κυριολεκτικά τα
θεολογικά επιχειρήματα των οικουμενιστών θεολόγων που εξεπροσώπησαν την
Ορθόδοξη Εκκλησία στις Μικτές Επιτροπές του εν λόγω Θεολογικού Διαλόγου.
Παρά ταύτα και ενώ θα έπρεπε τα εν λόγω
κείμενα, (αλλά και άλλες θεολογικές μελέτες από επιφανείς και καταξιωμένους καθηγητές, όπως του π. Θεοδώρου
Ζήση[3]), να
τύχουν της δέουσας προσοχής τόσον από το Φανάρι, όσον επίσης και από τις άλλες
Ορθόδοξες Εκκλησίας, εν τη πράξει παρεθεωρήθησαν και απερρίφθησαν. Έτσι φθάσαμε
στο τραγικό φαινόμενο οι Μονοφυσίτες να μην ονομάζονται πλέον έτσι «αλλά
κατ’ αρχήν Αντιχαλκηδόνιοι, κατόπιν Προχαλκηδόνιοι, ή αρχαίοι Ανατολικοί, τώρα
δε και Ορθόδοξοι, αφού γκρεμίσαμε τα όρια και τα σύνορα, παρά τη σύσταση “μη
μεταίρειν όρια αιώνια ά έθεντο οι Πατέρες ημών” και επιτρέψαμε στους επί 15
αιώνας στη συνείδηση της Εκκλησίας αιρετικούς Μονοφυσίτας, χωρίς επιστροφή και
μετάνοια, να γίνουν συγκληρονόμοι της Ορθοδοξίας και να ονομάζονται από μας
τους ιδίους Ορθόδοξοι».[4]
Δεν θα πρέπει λοιπόν να εκπλησσόμεθα και να
απορούμε πως οι παραπάνω μνημονευθέντες αρχιερείς έφθασαν στο τραγικό ολίσθημα
να ομιλούν, να συμπεριφέρονται και να υποδέχονται τον Αρμένιο Πατριάρχη κ. Αράμ
τον Α΄ ως Ορθόδοξο. Όλα δε όσα με πολλή συντομία αναφέραμε μας βοηθούν να
καταλάβουμε πως φθάσαμε σ’ αυτό το κατάντημα. Παρακαλούμε πολύ τους
Σεβασμιωτάτους αρχιερείς μας να κάνουν τον κόπο και να μελετήσουν τα επί του
θέματος των Αρμενίων δημοσιευθέντα τρία κείμενα της Ιεράς Κοινότητος, τις
σχετικές άριστες μελέτες της Ιεράς Μονής Γρηγορίου, όπως επίσης και τις
ανάλογες μελέτες του ομοτίμου καθηγητού π. Θεοδώρου Ζήση και στη συνέχεια ας μας
διατυπώσουν τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματά των.
Καλούμε για μια ακόμα φορά τον πιστό λαό
του Θεού να μην επηρεάζεται και παρασύρεται από τέτοιου είδους εκδηλώσεις. Να παραμείνει
σταθερός και αμετακίνητος στην πίστη και στην Παράδοση της Μίας, Αγίας,
Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, της Ορθόδοξης Εκκλησία μας. Ό, τι
αυτοαποκαλείται η χαρακτηρίζεται ως «εκκλησία» εκτός της Ορθοδοξίας μας, είναι
σχίσμα και αίρεση. Όσοι πιστεύουν ότι υπάρχουν πολλές «εκκλησίες», εκτός της
Ορθοδοξίας μας, αναιρούν την ομολογία τους στο Σύμβολο της Πίστεως «Εις
Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν Αποστολικήν Εκκλησίαν». Η αναίρεση της ομολογίας
οποιουδήποτε άρθρου του Συμβόλου της Πίστεως ισοδυναμεί με αίρεση!
Εκ
του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των παραθρησκειών
[1]
Εφ. «Ορθόδοξος Τύπος», Αρ. Φύλου 2042, 24.10.2014, σελ. 2.
[2]
«Είναι οι Αντιχαλκηδόνιοι Ορθόδοξοι;», Εκδ. Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου, Άγιον
Όρος 1995, σελ.21-22.
[3]
Βλ. «Η ΄Όρθοδοξία΄΄ των Αντιχαλκηδονίων
Μονοφυσιτών», «Είναι οι Αρμένιοι Ορθόδοξοι; Οι θέσεις του Μεγάλου Φωτίου», στο
«Τα όρια της Εκκλησίας, Οικουμενισμός και Παπισμός», Εκδ. «Βρυέννιος»,
Θεσσαλονίκη 2004, κ.α.
Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014
Έτσι κερδίζονται οι νίκες...

Γράφει ο Δημήτριος Νατσιός, Δάσκαλος
Ξεφύλλιζα
αυτές τις ημέρες έναν τόμο, τιτλοφορείται: «Η εποποιΐα 1940-41», εκδόσεις
«Αρχείον Ιστορικόν Σελίδων» (του 1965), ο οποίος περιέχει, σε φωτοτυπίες,
πρωτοσέλιδα εφημερίδων της εποχής του 1940-41, κατά την διάρκεια τής
μεγαλειώδους νίκης. Σε πολλά διαβάζουμε κείμενα πολεμικών ανταποκριτών.
Σ’
ένα απ’ αυτά ο Αλέκος Λιδωρίκης (δημοσιογράφος και γνωστός θεατρικός συγγραφέας
1907-1988), τον Ιανουάριο του 1941, γράφει στην εφημερίδα «Η ΝΙΚΗ», για «το
μεγάλο μυστικό των πολεμιστών μας». Ζει με τους στρατιώτες, μοιράζεται τα πάθια
και τους καημούς τους, χαίρεται και καμαρώνει την αντρειοσύνη τους. «Κάπου στο
μέτωπο», όπως σημειώνει, συναντά έναν φαντάρο.
Αντιγράφω:
«Αυτό που μου ‘κανε κατάπληξη, που μου ‘δωσε συγκίνηση, που έκθαμβο με κράτησε
για αρκετά λεπτά, ήταν το θέαμα ενός φαντάρου, που κουρασμένος, τσακισμένος, με
γένεια ατίθασα και άτακτα, αιματωμένος, λασπωμένος, είχε τραβήξει μοναχός κάτω
από ένα δέντρο και κάτι χάραζε σ’ ένα χαρτί. Πλησίασα για να τον δω, βέβαιος πως
γράφει στην μάνα, στη γυναίκα του, στο σπίτι... Μα τί μεγάλο λάθος! Με τη
ορθογραφία που κρατώ, διάβασα αυτούς τους στίχους:
“Βρε
τη κανόνια, τη ντουφέκια, τη κακό/στους Ιταλούς σκορπίσαμαι παντού τον
πανικό/Βόηθα Χριστέ και Παναγιά και ση άγιου Ανδρέα/στη χάρη σου να φθάσωμε
όλος ο στρατός παρέα”.
Τον
κοίταξα, με κοίταξε... Αυθόρμητα με πήρε το γέλιο, που ίσως να έμοιαζε με
κλάμα...
-Βρέ
συ, τι κάνεις; τον ρώτησα χτυπώντας τον στον ώμο...
Σήκωσε
το κεφάλι του, έξυσε τ’ αγριωπά του γένεια, με την παλάμη ολόκληρη. Κι απάντησε:
-Γλεντάω!
Μία
λέξη... Μέσα σ’ αυτήν ας διακρίνει ο αναγνώστης κάτι από το μυστήριο, το
ανεξάντλητο γοητευτικό μυστήριο που κρύβει στην ψυχή του ο αγαπημένος
στρατιώτης μας».
Γλέντι
ήταν το ’40 για τον λαό μας, τον οπλίτη και τον πολίτη. Πανηγύρι ήταν ο
πόλεμος. Γλεντούσε, καταματωμένος ο άγνωστος στρατιώτης. Το μυστικό, το
γοητευτικό μυστήριο, που τάραζαν τα σπλάχνα του-και δεν μας το αποκαλύπτει ο
αείμνηστος Λιδωρίκης-ήταν ένα, απλό και μεγαλοπρεπές: το ντροπή να
ντροπιαστούμε. Εκείνη η γενιά, η γενιά του ’40, σκαρφάλωσε στις περήφανες
αετοκορφές, «κομμένες θαρρείς απ’ το χέρι του Θεού», γιατί άφηναν πίσω τους
«λίκνα και τάφους, που μουρμουρίζουν» (Νικ. Βρεττάκος), το αθάνατο κρασί του
Εικοσιένα την μέθυσε, μία νηφάλιος μέθη που στην γλώσσα μας λέγεται φιλοπατρία.
Θυμήθηκα
μια φράση του αγίου Κοσμά του Αιτωλού: « ...Καθώς ένα χελιδόνι χρειάζεται δύο
πτέρυγας διά να πετά εις τον αέρα, ούτω και ημείς χρειαζόμεθα αυτάς τα δύο
αγάπας-αγάπην εις τον Θεόν μας και εις τους αδελφούς μας-διότι χωρίς αυτών
είναι αδύνατον να σωθώμεν» («Κοσμάς ο Αιτωλός», επ. Αυγουστίνου Καντιώτου, σελ.
109).
Αν
θέλουμε και μεις ως πατρίδα να πετάξουμε, πρέπει να αποκτήσουμε και πάλι τα
πρωτινά μας φτερά τα μεγάλα. Και η μία «πτέρυγα» λέγεται φιλοπατρία και η άλλη
πίστη.
Το
’40, το βράδυ που επισκέφτηκε ο Γκράτσι τον Μεταξά και κηρύχτηκε ο πόλεμος,
ξεκίνησε μία κρίση. Σ’ εκείνη την κρίση ο λαός μας, δεν κρύφτηκε στα υπόγεια,
όπως τον θέλουν οι Γραικύλοι της σήμερον, που γράφουν τις έντυπες μαγαρισιές
και τις περνούν και στα σχολικά βιβλία. (Βιβλίο Γλώσσας Ε’ Δημοτικού, σελ.
44-45). Σ’ εκείνη την κρίση δεν περίμεναν από τα κεντρικά δελτία ειδήσεων των
καναλιών, να βρουν παρηγοριά.
Διαβάζω
και πάλι μία άλλη ανταπόκριση του Αλ. Λιδωρίκη, στην εφ. «Ασύρματος» αυτή τη
φορά, στις 25 Μαρτίου του 1941.
«Απάνω
στην Κλεισούρα μία νύχτα βροχερή και σκοτεινή, θυμάμαι ένα παλληκαρόπουλο που
άκουγε σκεπτικό τ’ άλλα παιδιά να τραγουδάνε σιγά-σιγά, γλυκά-γλυκά, πεσμένα
και κουκουλωμένα πάνω και μέσα στις κουβέρτες τους και στα αντίσκηνά τους.
Θολώσανε έξαφνα τα μάτια του.
-Ξέρεις
τι σκέπτομαι; μου είπε. Πώς ήμασταν ως τώρα γενιά φτωχή και αλογάριαστη και
παρεξηγημένη. Μας έλεγαν ανάξιους των προγόνων μας, μιλούσανε μόνο γι’ αυτούς
και μας ξεγράφανε τους νέους, σαν να μην είχαμε και μεις στα στήθη μας φωτιά...
Αυτό
ήταν το μεγάλο λάθος που φτάσαμε ως κι οι ίδιοι-εμείς οι Έλληνες-να το
πιστέψουμε απόλυτα. Είχαμε λησμονήσει κι αυτούς τους στίχους του μεγάλου
Σολωμού:
-Η
ψυχή μου αναγαλλιάζει
πως
ο κόρφος καθεμιάς
γλυκοβύζαχτο
ετοιμάζει
γάλα
αντρειάς και ελευθεριάς».
Ίσως
και σήμερα αυτό το άθλιο, τρισάθλιο και κακόβουλο ψέμα μας καθηλώνει, μας
παραλύει. Πώς νέρωσε πια το γάλα της Ελληνίδας μάνας μας, πως σβήστηκε η
Παράδοση. Όχι. Τίποτε δεν χάθηκε. Αν φύγουν τα σάβανα και οι σαβανωτές μας, ξένοι
και οι ημέτερες ανθρωποκάμπιες της πολιτικής, θα λάμψει και πάλι η ηλιόλουστη
Ελλάδα μας.
Να
κλείσω μ’ ένα από τα ηρωϊκότερα επεισόδια εκείνου του καιρού. Το διηγήθηκε ο
Στρατής Μυριβήλης, κατά την εκφώνηση του πανηγυρικού στην Ακαδημία Αθηνών στις
27 Οκτωβρίου του 1960.
«Είχε
οργανωθή, όπως θα θυμάστε, κατά τη διάρκεια του αγώνος υπηρεσία μεταγγίσεως
αίματος, από τον Ερυθρό Σταυρό της Ελλάδος. Είχα ένα φίλο γιατρό, σ’ αυτή την
υπηρεσία, λοιπόν πήγαινα κάπου-κάπου να τον δω και να τα πούμε.
Ο
κόσμος έκαμε ουρά κάθε μέρα για να δώση το αίμα του για τους τραυματίες μας.
Ήταν εκεί νέοι, κοπέλες, γυναίκες, μαθητές, παιδιά, που περίμεναν τη σειρά
τους. Μια μέρα λοιπόν ο επί της αιμοδοσίας φίλος μου γιατρός, είδε μέσα στη
σειρά των αιμοδοτών που περίμεναν, να στέκεται και ένα γεροντάκι.
-Εσύ,
παπούλη, του είπε ενοχλημένος, τι θέλει εδώ;
Ο
γέρος απάντησε δειλά:
-Ήρθα
κ’ εγώ, γιατρέ, να δώσω αίμα.
Ο
γιατρός τον κοίταξε με απορία και συγκίνηση. Ο γέρος παρεξήγησε το δισταγμό
του. Η φωνή του έγινε πιό ζωηρή.
-Μη
με βλέπεις έτσι, γιατρέ μου. Είμαι γερός, το αίμα μου είναι καθαρό, και ακόμα
ποτές μου δεν αρρώστησα. Είχα τρεις γιούς. Σκοτώθηκαν και οι τρεις εκεί πάνω.
Χαλάλι της πατρίδας. Όμως μου είπαν πως οι δυό, πήγαν από αιμορραγία. Λοιπόν,
είπα στη γυναίκα μου, θα ‘ναι κι άλλοι πατεράδες, που μπορεί να χάσουν τα
παλληκάρια τους γιατί δε θα ‘χουν οι γιατροί μας αίμα να τους δώσουν. Να πάω να
δώσω κ’ εγώ το δικό μου. “Άϊντε, πήγαινε, γέρο μου” μου είπε κι ας είναι για
την ψυχή των παιδιών μας. Κ’ εγώ σηκώθηκα και ήρθα.
Αγαπητοί
φίλοι.
Σας
ανέφερα περιπτώσεις που μπορούν και έπρεπε να γράφουνται στα βιβλία των παιδιών
μας, όταν θ’ αποχτήσουν τα παιδιά μας τα βιβλία που πρέπει, όπως αναφέρουνται
παραδείγματα για την ανδρεία και την αρετή των Ελλήνων, ξεσηκωμένα απ’ την αρχαία
μας ιστορία. Από κανένα απ’ αυτά τα ιστορικά παραδείγματα δεν είναι κατώτερα
αυτά που είδα και άκουσα στην προκάλυψη του Ελληνικού Στρατού, το χειμώνα του
’41. Όμως καμμιά ιστορία, ούτε η αρχαία ελληνική, δεν αναφέρει ένα παράδειγμα,
σαν κι αυτό που μου διηγήθηκε ο φίλος μου ο γιατρός του Ερυθρού Σταυρού. Το νέο
στοιχείο που προσθέτει τούτη η διήγηση, είναι το στοιχείο της αγάπης. Είναι το
στοιχείο του χριστιανικού αλτρουισμού, με το οποίο η θρησκεία του Ιησού
συμπλήρωσε τον κανόνα της αρετής που μας παράδωσε η αρχαία Ελλάδα. Ανδρείους
μπορεί να βγάλη κάθε πατρίδα. Αγίους, όμως, μόνο η Ελλάδα».
Ετικέτες
Γράφει ο Δημήτρης Νατσιός.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




