Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014
Ποιος απειλεί πραγματικά τον δυτικό και τον παγκόσμιο πολιτισμό;
Εν Πειραιεί τη
19η Ιουνίου 2014.
Τα
αισθήματα της Δύσεως για την Ορθοδοξία μας είναι γνωστά εδώ και χίλια διακόσια
χρόνια, από τότε που ο βάρβαρος και αιρετικός φράγκος ηγέτης Καρλομάγνος(742-814)
κήρυξε αμείλικτο διωγμό προς την Ορθοδοξία και την Ρωμιοσύνη. Είναι
αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι πίσω από τα υποκριτικά λόγια και τα προσποιητά
χαμόγελα των Ευρωπαίων ηγετών κρύβεται το μίσος και ηαποστροφή, η οποία
συνεχίζεται δυστυχώς μέχρι σήμερα στη σύγχρονη ευρωπαϊκή πραγματικότητα.Αφορμή
για την παρούσα ανακοίνωσή μας πήραμε από κάποιες προκλητικές δηλώσεις του
Υπουργού Εξωτερικών της Σουηδίας Κάρλ Μπίλντ, σύμφωνα με άρθρο του
δημοσιογράφου κ. Κώστα Παππά στην εφημερίδα των Αθηνών «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» (31-5-2014).
Ο
εν λόγω υπουργός παίρνοντας αφορμή από την κρίση στην Ουκρανία, βρήκε την
ευκαιρία να αποκαλύψει τα βαθύτερα αισθήματά του κατά της Ορθοδοξίας μας.
Ασκώντας κριτική κατά των πολιτικών επιλογών του Προέδρου της Ρωσίας κ. Β.
Πούτιν, ο οποίος δε διστάζει να διακηρύξει την πίστη του και το σεβασμό του
στην Ορθοδοξία, επιχειρεί να σπιλώσει την Ορθόδοξη Εκκλησία ως δήθεν «απειλή
για τον δυτικό πολιτισμό»,
δηλώνοντας απροκάλυπτα ότι η «Ορθοδοξία είναι η κύρια απειλή για το
δυτικό πολιτισμό»! Βλέπει την
απροσδόκητη στροφή της Ρωσίας προς την Ορθοδοξία, μετά τους φοβερούς διωγμούς
του κομμουνιστικού αθεϊστικού τέρατος, ως «αλλαγή προς το χειρότερο τα τελευταία
χρόνια» και πιστεύει ότι «γι’ αυτό φταίει η Εκκλησία». Επίσης ο κ. Κ. Παππάς στο εύστοχο
άρθρο του ξεσκεπάζει και το ποιόν του εν λόγω Υπουργού. Ο κ. Κ. Μπίλντ είναι «γνωστός
για τις φιλοτουρκικές του διαθέσεις και τις σχέσεις του με το εβραϊκό λόμπι».Είναι
ο «πληροφοριοδότης
των Αμερικανών», ο άνθρωπος που «συνεργάσθηκε με την αμερικανική κυβέρνηση
με παράνομο τρόπο». Επίσης κάνει μια σειρά από σημαντικές αποκαλύψεις,
καταδεικνύοντας την «πολιτισμένη» χώρα του Βορρά, την εξωτερική πολιτική της οποίας
έχει την τιμή να διευθύνει ο κ. Κ. Μπίλντ. Η Σουηδία είναι ο «παράδεισος» της
παιδεραστίας, της ομοφυλοφιλίας, της κτηνοβασίας, των γυναικείων βιασμών,
(δεύτερη χώρα στον κόσμο), και των αυτοκτονιών. Είναι η χώρα, όπου «ανθεί» η
νέα παράλογη και επικίνδυνη «θρησκεία» της «Εκκλησίας των Κοπιμιστών»,
για την οποία εκδώσαμε παλαιότερα σχετική ανακοίνωσή μας, στην οποία λατρεύεται
το διαδίκτυο ως θεότης.
Κατηγορεί
επίσης ο κ. Κ. Μπίλντ τον Βλαντιμίρ Πούτιν, ότι «καταδεικνύει την προσήλωσή του
όχι στις παγκόσμιες αξίες, αλλά στις αξίες της ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας»,
χωρίς βέβαια να αναφέρει ποιές είναι τελικά αυτές οι «παγκόσμιες αξίες», οι οποίες
διακυβεύονται από τις αξίες της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εάν ως «παγκόσμιες αξίες»
θεωρεί την αγάπη,την ισότητα, την ελευθερία, την δικαιοσύνη, την ανεξιθρησκία,
την ανεκτικότητα, τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τότε οφείλει να
γνωρίζει, ότι τις αξίες αυτές πρώτη η Εκκλησία διεκήρυξε και εφήρμοσε στην
πράξη. Και από αυτήν στη συνέχεια δανείστηκε η Ευρώπη και όλος ο πολιτισμένος
κόσμος, για να αποτελέσουν πλέον πανανθρώπινες αξίες. Εάν ως «παγκόσμια αξία»
θεωρεί την Δημοκρατία, τότε οφείλει να γνωρίζει, ότι τις ρίζες και αυτής της
αξίας θα πρέπει να τις αναζητήσει στην Εκκλησία και πιο συγκεκριμένα στο
Συνοδικό της πολίτευμα. Η εκλογή των επτά διακόνων από όλα τα μέλη της
Εκκλησίας των αποστολικών χρόνων, αποτελεί μια ακόμη ισχυρότατη μαρτυρίαγια τον
τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε ο εκκλησιαστικός οργανισμός στην αρχαία
Εκκλησία. Η εκλογή του Αποστόλου Ματθία και η «Αποστολική Σύνοδος» των
Ιεροσολύμων επιβεβαιώνουν το αυτό. Εάν ως «παγκόσμιες αξίες» θεωρεί την
καλλιέργεια της επιστήμης και την αλματώδη ανάπτυξη του τεχνικού πολιτισμού,
(για τα οποία ιδιαιτέρως καυχάται σήμερα η Ευρώπη και γενικότερα ο Δύση), τότε
οφείλει να γνωρίζει, ότι όλα αυτά τα επιτεύγματα τότε μόνον αποκτούν αξία και
αποβαίνουν προς όφελος της ανθρωπότητας, όταν συνυπάρχει παράλληλα και η
ανάλογη πνευματική καλλιέργεια και ωριμότης. Όταν δηλαδή ο άνθρωπος αποφύγει
τον ολέθριο κίνδυνο της απολυτοποιήσεώς των και κατανοήσει την σχετικότητα και
την προσωρινότητά των. Όταν συνειδητοποιήσει, ότι τα αγαθά του τεχνικού
πολιτισμού δεν μπορούν από μόνα τους να πληρώσουν το υπαρξιακό του κενό, να
ικανοποιήσουν τις αιώνιες εφέσεις και πόθους της αθάνατης ψυχής του, την δίψα
του για την κατάργηση του θανάτου και την αιώνια ζωή. Όταν κατανοήσει ότι η
ψυχή του τεχνικού πολιτισμού είναι ο πολιτισμός της ψυχής.
Καυχάταιο
κ. Κ. Μπίλντ για τις «παγκόσμιες αξίες» και τα επιτεύγματα της Ευρώπης και του
δυτικού πολιτισμού. Ας αναφέρουμε όμως και μερικά ακόμη «επιτεύγματα» του
δυτικού πολιτισμού,για ταοποία θα έπρεπε να ντρέπεται και όχι να καυχάται ο κ.
Υπουργός. Σήμερα η Ευρώπη φημίζεται για την αποδοχή και νομιμοποίηση των πιο
αισχρών σεξουαλικών διαστροφών, της ομοφυλοφιλίας στο όνομα της διαφορετικότητας,
της παιδεραστίας και της κτηνοβασίας. Για την επιστροφή της σε νέες μορφές ειδωλολατρίας
και σατανισμού. Για την τρομακτική εξάπλωση των καταστροφικών λατρειών, οι
οποίες πλήττουν καίρια τα θεμέλια της κοινωνικής ζωής. Για την προοδευτική
ισλαμοποίησή της, την αφομοίωσή της δηλαδή από μία θρησκεία, κύριο δόγμα της
οποίας είναι η σφαγή των απίστων εν ονόματι του Αλλάχ, (το λεγόμενο Τζιχάντ). Για
το ηλεκτρονικό φακέλωμα και την στενή παρακολούθηση της ιδιωτικής ζωής των
πολιτών της με τα τελευταίας τεχνολογίας μικροτσίπς, διά των οποίων προετοιμάζεται
η παγκόσμια δικτατορία του αντιχρίστου. Άλλο σημαντικό «επίτευγμά» της οι
αμέτρητες πολεμικές αναμετρήσεις των λαών της, τα εκατομμύρια των θυμάτων της
Γαλλικής Επανάστασης με τα επίσης πολλά εκατομμύρια θύματα των δύο Παγκοσμίων Πολέμων,
με ανυπολόγιστες υλικές καταστροφές, που ξεκίνησαν σε ευρωπαϊκό έδαφος και εξελίχθηκαν
παγκοσμίως. Η ευρωπαϊκή ιστορία, δεν είναι τίποτε άλλο από ένα συνεχές θέατρο
πολεμικών συγκρούσεων και γενοκτονιών. Άλλο «επίτευγμά» της ο αθεϊστικός Μαρξισμός,
ο οποίος αφού επιβλήθηκε με την βία, εγκαθίδρυσε επί εβδομήντα χρόνια ένα άνευ
προηγουμένου καταπιεστικό και τυραννικό καθεστώς και επιδόθηκε σε ένα πρωτοφανή
διωγμό κατά της Εκκλησίας, στέλνοντας στα κάτεργα της Σιβηρίας και σφάζοντας
αθώους ανθρώπους, που το μόνο «αμάρτημά» τους ήταν ότι ομολογούσαν την ορθόδοξη
πίστη τους. Με τους μετριότερους υπολογισμούς τα θύματα του μαρξιστικού
«παραδείσου» τον 20ο αιώνα ξεπέρασαν τα 100.000.000!
Θα
κλείσουμε την μικρή αυτή αναφορά μας με τους συγκλονιστικούς όσο και
προφητικούς λόγους ενός μεγάλου Σέρβου αγίου των νεωτέρων χρόνων, του αγίου
Νικολάου Βελιμίροβιτς, επισκόπου Αχρίδος, από το βιβλίο του «Μέσα
από το παράθυρο της φυλακής. Μηνύματα στο λαό». (Εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη,
Θεσσαλονίκη 2012, σελ. 105-108): «Στεναχωριέμαι για την Ευρώπη, γιατί θα
καταστραφεί όπως η Καπερναούμ.Οι περήφανοι πύργοι της θα γκρεμιστούν, θα
καταστραφούν και οι λεωφόροι της θα μετατραπούν σε τόπους, που θα φυτρώσουν θάμνοι
με αγκάθια, όπου θα κάνουν την φωλιά τους τα φίδια. Στον τόπο που τώρα
ακούγονται φωνές εναντίον του Χριστού, θα ακούγονται κραυγές από κουκουβάγιες
και ουρλιαχτά από τσακάλια. Την στιγμή που η Ευρώπη νόμισε για τον εαυτό της
πως εκπολιτίστηκε, τότε ήταν που αγρίεψε. Τη στιγμή που νόμισε πως τα ήξερε
όλα, τότε ήταν που παραφρόνησε. Την στιγμή που νόμισε πως απέκτησε μεγάλη
δύναμη, τότε ήταν και που έχασε όλη της τη δύναμη».
Εκ του
Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών
Ο
υπεύθυνος
Αρχιμ.
Παύλος Δημητρακόπουλος
Ο
Γραμματέας
Λάμπρος
Σκόντζος ΘεολόγοςΚυριακή 15 Ιουνίου 2014
Ἡ Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων καὶ ἡ ἔννοια τῆς ἁγιότητας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία Ἡ διαφορὰ ἁγίου καὶ καλοῦ ἀνθρώπου
τοῦ Μιχαήλ Γ. Χούλη
. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ὀνομάζει ἁγίους
τοὺς καλοὺς ἀνθρώπους ποὺ βοηθᾶνε τοὺς συνανθρώπους τους καὶ
συμμετέχουν στὴν θεραπεία τοῦ πανανθρώπινου πόνου. Μία τέτοια ζωὴ
προσφορᾶς δὲν εἶναι χριστιανικὸ μόνο προνόμιο. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἅγιος
εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐπειδὴ ἔζησε μὲ σοβαρότητα τὴν πίστη του
στὸν Χριστὸ ὡς Θεό, ὄχι μόνο μετανοοῦσε, ἐξομολογεῖτο, κοινωνοῦσε συχνὰ
καὶ συμμετεῖχε στὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ὑπέστη βαθμηδὸν μία
ὀντολογικὴ ἀλλοίωση ἀπὸ τὴν ἄκτιστο χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν παρέμεινε στὸ
στάδιο τῆς ἠθικῆς ζωῆς, ἀλλὰ ὁδηγήθηκε στὴ μέθεξη τοῦ Θεοῦ καὶ στὴ
θέωση. Ἀπὸ τὸ ξεχείλισμα τῆς ἀγάπης του γιὰ τὸν Χριστὸ βέβαια προσέφερε
καὶ στοὺς ἀδελφούς του, ποὺ ἀγαποῦσε ὡς ἑαυτόν. Ἑπομένως τοὺς ἁγίους
ξεχωρίζει ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ ἡ συνεχὴς ἐσωτερικὴ προσευχὴ
πρὸς τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ὄχι μόνο οἱ ἠθικὲς καὶ καλὲς σχέσεις πρὸς
τοὺς ἄλλους, ποὺ δὲν προέρχονται πάντα, καὶ σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις, ἀπὸ
ἀγαθὴ συνείδηση.
. Κανεὶς δὲν γίνεται ἅγιος ἀπὸ μόνος του, παρὰ μόνο
συμμετέχοντας στὴν ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ. Οὐσιαστικὰ ἅγιος εἶναι μόνο ὁ
Θεός. «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός»,
ψάλλουμε σὲ κάθε Κυριακάτικη λειτουργία. Οἱ πιστοὶ ἁγιάζουν, ὅταν
ἑνώνονται μὲ τὴν χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ λάμπουν ὡς εἰκόνες Του. Μὴν
ξεχνᾶμε τί παραγγέλνει ὁ Θεὸς ἤδη ἀπὸ τὴν Π.Δ.: «Νὰ γίνεσθε ἅγιοι, διότι
ἐγὼ εἶμαι ἅγιος». Ὁ Χριστὸς δηλώνει καθαρὰ ὅτι εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου
καὶ μετέχοντας στὸ ἄκτιστο αὐτὸ φῶς Του ἁγιαζόμαστε καὶ ἐμεῖς κατὰ χάρη,
ὅπως λέμε, καὶ ὄχι κατ’ οὐσίαν. Δὲν μετέχουμε τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ
τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ ξεκινώντας ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ συνεχῶς θὰ
ἁγιαζόμαστε μεταβαίνοντες ἀπὸ δόξα σὲ δόξα.
. Αὐτὸ ζητάει ὁ Θεὸς ἀπὸ μᾶς, νὰ γίνουμε δηλαδὴ κατοικητήριο τῆς
Θεότητας, διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου, ποὺ κατοικεῖ μέσα μας, καὶ διὰ
τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. Ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι νὰ αὐξηθοῦμε «εἰς
ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφεσ.
δ´13). Ὅσοι λοιπὸν μιμήθηκαν τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅσοι τηροῦν τὶς
ἐντολές του, ἐκεῖνοι λαμβάνουν τὴν κλήση καὶ τὴν πολλαπλασιάζουν σὰν τὰ
τάλαντα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἔτσι οἱ ἅγιοι ὅλων τῶν
ἐποχῶν εἶναι ὄχι οἱ κλητοὶ μόνο, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐκλεκτοί. Διότι πολλοὶ
εἶναι ὅσοι ἐκλήθησαν, ἀλλὰ λίγοι ἀνταποκρίνονται σ’ αὐτὸ τὸ κάλεσμα,
ποιοῦντες ἔργα ἄξια μετανοίας.
. Μέσῳ λοιπὸν τῶν ἁγίων βλέπουμε τί θέλει ὁ Θεὸς ἀπὸ ἐμᾶς, ἀφοῦ
ἁγίασαν γιατί ἀκριβῶς τήρησαν τὸ θέλημά Του. Ἀνάλογα βέβαια μὲ τὴ δύναμη
καὶ τὴν ἐνίσχυση τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ στὸν καθένα, διότι ὅλοι δὲν ἔχουν
τὴν δύναμη ἐκ Θεοῦ νὰ τρῶνε π.χ. ἐλάχιστα ὅπως οἱ ἀσκητὲς ἢ νὰ μὴν
βγαίνουν ποτὲ ἔξω ἀπὸ τὸ κελί τους, ὅπως βλέπαμε σὲ παλιοὺς ἀσκητές.
Ὅλοι ὅμως οἱ πιστοὶ ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ προσεύχονται καὶ νὰ
ταπεινώνονται καὶ αὐτὸ εἶναι βασικὸ ὡς ἀρχὴ τῆς ἁγιότητας. Οἱ ἅγιοι
λοιπὸν δὲν ἔχουν δική τους ἁγιότητα, ἀλλὰ συμμετέχουν στὴν ἁγιότητα τοῦ
Χριστοῦ καὶ πρὸς τὸν Χριστὸ συνεχῶς προσανατολίζουν, ἀφοῦ ὁ Παράκλητος
ἐνοικεῖ στὴν ψυχοσωματική τους ὑπόσταση. Εἶναι ζωντανὲς καὶ ἔμψυχες
πινακίδες προσανατολισμοῦ πρὸς τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸν Τριαδικὸ Θεό. Αὐτὸ
ἀναφέρεται καὶ στὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, διότι λέγει ὅτι «ὅσοι ἔλαβον
αὐτὸν ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι» (α´12), ποὺ σημαίνει
ὅτι ἅγιος εἶναι κανεὶς ὡς υἱοθετημένος υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἀπὸ κάποια
ὑποτιθέμενη παραψυχολογικὴ δύναμη δική του.
. Οἱ χριστιανοί, ἀκόμη, ἁγιάζουν καὶ καθίστανται δοχεῖα τῆς
θείας χάριτος, ἀνάλογα μὲ τὴν κατὰ δύναμη ἄξια προσέλευσή τους στὰ
μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν συμμετοχή τους στοὺς ἑορταστικοὺς
ἐκκλησιαστικοὺς κύκλους, ποὺ εἶναι κυρίως δεσποτικοὶ [γιὰ τὸν Χριστὸ]
καὶ θεομητορικοὶ [γιὰ τὴν Παναγία]. Ἡ πνευματικότητά μας εἶναι καὶ
παραμένει λειτουργικὴ καὶ Χριστοκεντρική. Καὶ κορυφαία θέση στὴν
ὀρθόδοξη πνευματικότητα καὶ ζωή, τὴ δεύτερη ἀμέσως μετὰ τὴν Ἁγία Τριάδα,
ἔχει φυσικὰ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς, ποὺ εἶναι ὁ
Χριστός. Ἡ Παναγία καὶ οἱ ἅγιοι εἶναι μέρος τῆς ἀνθρωπότητας. Τοὺς
αἰσθανόμαστε καὶ προσευχόμαστε σ’ αὐτοὺς ὡς φίλους καὶ συνοδοιπόρους
πρὸς τὸ ποθητὸ Τέρμα τοῦ παραδείσου. Καὶ ἡ Ἐκκλησία προβάλλει τὴν ζωή
τους, τὴν διδασκαλία τους, τὰ μαρτύριά τους ὡς κάλεσμα μιμήσεως τῆς
θεάρεστης ζωῆς τους, μέσα ἀπὸ τὶς καθημερινὲς λαϊκὲς ἑορταστικὲς
συνάξεις, τὰ πανηγύρια, τὶς Κυριακάτικες λειτουργίες, τὶς προσευχὲς καὶ
τὰ συναξάρια τῶν ἁγίων.
. Οἱ ἅγιοι ὁδηγοῦν μὲ τὸ παράδειγμά τους καὶ ἄλλους ἀνθρώπους
στὴν σωτηρία. Αὐτὴ εἶναι ἡ δουλειὰ τῶν ἁγίων, θὰ λέγαμε. Πρῶτα-πρῶτα ὁ
Θεὸς λέει γι’ αὐτοὺς ὅτι «τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω» (Α´Βασιλ. Β´ 30).
Δηλαδὴ αὐτοὺς ποὺ μὲ δόξασαν στὴν γῆ, θὰ τοὺς δοξάσω ὄχι μόνο στὴν γῆ,
ἀλλὰ καὶ στὸν παράδεισο. Πῶς δοξάζουμε τὸν Θεό; Μὲ τὴν πίστη μας, τὴν
ἐλπίδα μας, τὴν ὑπακοή μας στὶς ἐντολές του, τηρώντας τὸν Δεκάλογο
ἐσωτερικὰ καὶ ὄχι βαρυγκωμώντας, δείχνοντας ἔμπρακτη ἀγάπη πρὸς τοὺς
ἄλλους, θυσιάζοντας πολλὲς ἀνέσεις μας χάριν τῶν ἀναγκεμένων καὶ
προσπαθώντας νὰ μὴν ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὸ θέλημά Του. Αὐτὰ θέλει ὁ Θεὸς
ἀπὸ ἐμᾶς καὶ μᾶς τὰ δείχνει ἡ ζωὴ τῶν ἁγίων. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους
μάλιστα βασανίστηκαν καὶ σφαγιάστηκαν, γιὰ νὰ μὴν ἀρνηθοῦν τὸν Χριστὸ
καὶ μᾶς προτρέπουν, ἂν χρειαστεῖ, νὰ προτιμήσουμε τὸ μαρτύριο παρὰ νὰ
ἀρνηθοῦμε τὸ ὄνομά Του.
. Οἱ φίλοι τοῦ Χριστοῦ ὁμολογοῦσαν συνεχῶς ὅτι ἤσαν καὶ εἶναι
χριστιανοὶ –ἀφοῦ καὶ σήμερα ὑπάρχουν ἅγιοι- καὶ αὐτὸ καλούμαστε νὰ
κάνουμε καὶ ἐμεῖς χωρὶς νὰ ντρεπόμαστε, σὲ μία κοινωνία ποὺ ὑποχωρεῖ στὰ
τῆς πίστεως. Ἂν λοιπὸν ζήσουμε ἔτσι, ὅπως ἐκεῖνοι, «ὁ μισθός μας θὰ
εἶναι πολὺς στὸν οὐρανό», ἐπισημαίνει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος μὲ τὰ
λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ (ε´12). Μάλιστα ὅσοι ἀφήσουν ὅλα τὰ ἐγκόσμια καὶ
ἀφιερωθοῦν στὸν Χριστό, ὅπως οἱ ἀσκητές, οἱ ἱεραπόστολοι, οἱ μοναχοὶ
κ.λπ., ἀπὸ ἔρωτα πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ὄχι φυσικὰ γιὰ λόγους δόξας,
συμφέροντος, χρημάτων κ.λπ., αὐτοὶ θὰ ἔχουν ἑκατονταπλάσιο μισθὸ καὶ
δόξα στοὺς Οὐρανοὺς σὲ σχέση μὲ μᾶς τοὺς ὑπόλοιπους, ποὺ ζοῦμε «ἡσύχιον
βίον» καὶ πολὺ πιὸ εὔκολο (Ματθ. ιθ´ 27 κ.ε.). Αὐτοὶ εἶναι οἱ
«εὐνουχίζοντες (πνευματικὰ) ἑαυτοὺς» χάριν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὅπως
ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος.
Οἱ ἅγιοι ὄχι μόνο ὁδηγοῦν πρὸς τὸν Χριστό, ἀλλὰ πρεσβεύουν καὶ μεσιτεύουν γιὰ μᾶς στὸν Χριστό.
. Κάποιοι ἑτερόδοξοι ἀρνοῦνται βέβαια τὴν μεσιτεία τῶν ἁγίων, ἀλλὰ ἔχουν παρερμηνεύσει τὶς Γραφές. Εἶναι δυνατὸν νὰ παρακαλοῦσαν τὸν Θεὸ οἱ ἅγιοι, ὅσο ζοῦσαν στὴν γῆ, ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῶν συνανθρώπων τους, καὶ ὅταν ἡ ψυχή τους, μετὰ τὸν θάνατό τους, βρέθηκε καὶ βρίσκεται κοντὰ στὸν Θεό, νὰ μὴ ἐνδιαφέρονται καὶ νὰ μὴν παρακαλᾶνε γιὰ μᾶς; Αὐτὸ δὲν εἶναι φυσικὰ λογικό. Ἔπειτα, μεσίτες, ὅταν λέμε, ἐννοοῦμε ὅτι συμμετέχουν στὴν μεσιτεία τοῦ μόνου μεσίτου, ποὺ εἶναι φυσικὰ ὁ Χριστός. Ὅτι δὲν εἶναι αὐτόνομα καὶ ἀνεξάρτητα ἀπὸ Ἐκεῖνον μεσίτες. Διότι πόλεις σώζονται μέσῳ δεήσεων τῶν ἁγίων (Ἱερ. Ε´1 Ἰεζ. ΚΒ´ 30) -ὅπως ἔπραξε καὶ ὁ Ἀβραὰμ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν Σοδόμων καὶ Γομόρρων (Γέν. ΙΗ´ 23-33) καὶ ὁ Μωϋσῆς γιὰ τὸν ἰσραηλιτικὸ λαὸ (Ἔξοδ. ΛΒ´ 9-14)- οἱ προσευχὲς τοὺς ἀνεβαίνουν ὡς θυμίαμα στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ (Ἀποκ. ε´ 8/ϛ´ 9-11) καὶ χαίρονται γιὰ κάθε ἐπιστροφὴ πλανεμένου προβάτου (Λουκ. ε´7-10). Ὁ προφήτης Ἠλίας, ἂν καὶ βρισκόταν στὸν οὐρανό, ἀπάντησε θὰ λέγαμε στὴν αἴτηση τοῦ μαθητῆ του, Ἐλισαίου, καὶ διὰ τοῦ Θεοῦ ἀνοίχθηκαν στὰ δύο τὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη (Δ´ Βασιλ. Β´14). Ὁ ἴδιος προφήτης προσευχήθηκε στὸν Θεὸ καὶ δὲν ἔβρεξε γιὰ τρία χρόνια καὶ πάλι προσευχήθηκε καὶ ἔπεσε ἡ βροχὴ καὶ ἡ γῆ ξαναβλάστησε (Ἰακ. ε´ 17-18). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀρχιερέας Ὀνίας καὶ ὁ Ἱερεμίας, ὅπως διασώζει τὸ ὅραμα τοῦ Ἰούδα τοῦ Μακκαβαίου, ἂν καὶ κοιμηθέντες ἐν Κυρίῳ, προσευχόντουσαν γιὰ ὅλους τοὺς Ἰουδαίους καὶ γιὰ τὴν ἁγία πόλη Ἱερουσαλὴμ (Β´ Μακκ. ιε´ 12-14). Ἄλλωστε «ἡ παράκληση τοῦ δικαίου ἔχει μεγάλη δύναμη καὶ ἀποτελεσματικότητα» (Ἰακ. ε´16). Καὶ οἱ ἅγιοι θεωροῦνται οἱ καλύτεροι φίλοι μας στὸν οὐρανό, ὅπως ἀκριβῶς ἦσαν καὶ στὴ γῆ. Καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια ὀνομάζονται πρεσβευτὲς καὶ μεσίτες. Διότι εἰσακούουν τὶς προσευχές μας καὶ εὔχονται γιὰ μᾶς καὶ παρακαλοῦν νὰ ἐκδηλώσει τὸ ἔλεός Του ὁ Θεὸς στὸν κόσμο του, ἀφοῦ μετὰ τὴν ἐκδημία τους ἄλλωστε ἀπὸ τὴν ἐδῶ ζωὴ βρίσκονται σὲ καλύτερη θέση καὶ ἔχουν πληρέστερη παρουσία καὶ παρρησία κοντὰ στὸν Χριστό.
Βλέπουμε σὲ εἰκόνες ἁγίων κάποιο φωτοστέφανο νὰ περικυκλώνει τὴν κεφαλή τους. Τί συμβολίζει αὐτὸ τὸ φῶς τῶν ἁγίων;
. Οἱ ἅγιοι ὅπως εἴπαμε
ἀπολαμβάνουν τὴν δόξα καὶ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ. Τὸ φῶς αὐτὸ εἶναι ἄκτιστο,
δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου αὐτοῦ, εἶναι ἀδημιούργητο καὶ αἰώνιο, ὅπως καὶ ὁ
Θεός. Οἱ ἅγιοι λοιπόν, ὡς συμμετέχοντες στὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, εἶναι κατὰ
διαστήματα λουσμένοι μὲ τὸ ἄκτιστο αὐτὸ φῶς, ποὺ εἶναι ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ
καὶ ὄχι ἡ οὐσία Του, ἂν καὶ προέρχεται ἀπὸ τὴν οὐσία Του καὶ αὐτὴν
ἐνεργοειδῶς φανερώνει. Τὴν δόξα αὐτὴ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ συμβολίζει καὶ ὁ
φωτοστέφανος τῶν ἁγίων στὶς εἰκονικὲς ἀναπαραστάσεις τους. Τὴν δόξα
αὐτὴ ἀποκαλύπτει ὁ προφήτης Δανιὴλ νὰ διοχετεύεται ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ
Θεοῦ (Ζ´ 9), τὸ φῶς αὐτὸ βλέπουμε νὰ περιβάλλει τὸν Μωϋσῆ στὴν φλεγόμενη
καὶ μὴ καιόμενη βάτο (Ἔξοδ. Γ´ 2), ἀλλὰ καὶ νὰ καταυγάζει τὸ πρόσωπό
του κατεβαίνοντας ἀπὸ τὸ ὅρος Σινὰ (Ἔξοδ. 34, 29-30). Μέσω τοῦ ἰδίου
αὐτοῦ φωτὸς ὁ προφήτης Ἠλίας ἀνυψώνεται στὸν οὐρανὸ διὰ πυρίνων ἀλόγων
(Σοφ. Σειρὰχ ΜΗ´ 9), ἀλλὰ καὶ τὴν οὐράνια αὐτὴ δόξα Τοῦ ἀφήνει ὁ Χριστὸς
νὰ φανεῖ στοὺς μαθητὲς Τοῦ κατὰ τὴν Μεταμόρφωσή Του (Λουκ. θ´ 29/ Ματθ.
ιζ´ 2), γιὰ νὰ γνωρίσουν ὅλοι ὅτι σταυρώθηκε στὴ συνέχεια, ἂν καὶ
παντοδύναμος Θεός, ἐπειδὴ καὶ μόνο τὸ θέλησε ἐκεῖνος.
. Μὲ παρόμοια περιστατικὰ τῆς φανερώσεως τῆς φωτοειδοῦς δόξας
τοῦ Θεοῦ εἶναι φυσικὰ γεμάτη ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως δεικνύει τὸ
παράδειγμα τοῦ ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σαρὼφ καὶ τοῦ μαθητῆ του Μοτοβίλωφ,
ποὺ ἀπὸ παραχώρηση Θεοῦ ταυτόχρονα βίωσαν τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος στὶς καρδιές τους καὶ ἔλαμψαν ὡς μικροὶ ἥλιοι, βιώνοντες
ἄρρητες ἐμπειρίες ἐκστάσεων οὐρανίων.
Πολλοὶ κύκλοι ἑτεροδόξων κατηγοροῦν τοὺς Ὀρθοδόξους πὼς θεοποιοῦν τοὺς ἁγίους. Ὅτι τοὺς λατρεύουν σὰν Θεούς. Τί ἀπαντᾶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
. Ὁρισμένοι ποὺ διαδίδουν
παρόμοιες ἀπόψεις εἶναι ἐντελῶς ἀνίδεοι τοῦ τί σημαίνει Ὀρθόδοξη πίστη.
Κανεὶς Ὀρθόδοξος δὲν προσεύχεται σὲ ἁγίους καὶ δὲν ἐπιζητεῖ τὶς
μεσιτεῖες τους θεοποιώντας τους. Οὔτε φιλώντας τὶς εἰκόνες ἔχουμε τὴν
αἴσθηση πὼς ἀσπαζόμαστε φυσικὰ τὸν ἴδιο τὸν ἅγιο ἢ τὸν Θεό. Ἐμεῖς λέμε
ὅτι τιμητικὰ προσκυνοῦμε καὶ σεβόμαστε τοὺς ἁγίους καὶ λατρευτικὰ μόνο
τὸν Θεό. Ἄλλωστε βαπτιζόμαστε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ (ὄχι στὸ
ὄνομα κάποιου ἁγίου) καὶ ὁλόκληρη ἡ λατρεία μας (προσευχές, ὕμνοι, θεία
κοινωνία, ἀκολουθίες, εὐχές, ἀπολυτίκια ἁγίων κ.λπ.) εἶναι ἀφιερωμένη
στὸν Θεό, ἄσχετα ἂν ὁ κάθε ναὸς εἶναι ἀφιερωμένος σὲ κάποιον ἅγιο ἢ
ἁγία. Ἀκόμη, οἱ ἴδιοι οἱ ἅγιοι, μάρτυρες, ἀσκητές, ὁμολογητὲς κ.λπ. τὸν
Θεὸ ἐλάτρευσαν, σ’ αὐτὸν προσευχόντουσαν καὶ γι’ αὐτὸν θυσίασαν τὶς ζωές
τους. Μὲ ποιά λογικὴ λοιπὸν ἰσχυρίζονται κάποιοι ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι
λατρεύουν μόνο τοὺς ἁγίους, ἀντὶ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ;
. Τὸ ἴδιο ἰσχύει, ὅπως εἴπαμε, καὶ γιὰ τὶς εἰκόνες. Ἡ τιμὴ ποὺ
ἐκφράζουν οἱ πιστοὶ κατευθύνεται στὰ πρωτότυπα πρόσωπα ποὺ εἰκονίζουν,
στὸν οὐράνιο κόσμο τῶν ἁγίων καὶ τῶν πνευμάτων, καὶ ὄχι, ἐννοεῖται, στὰ
ὑλικὰ κατασκευῆς τῆς εἰκόνας (βλ. «Ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ τιμητικὴ
προσκύνηση τῶν ἁγίων», Γεωργίου Π. Σωτηρίου, ἔκδ. Ι. Μ. Ἁγίας Παρασκευῆς
Δομήρου Σερρῶν, σελ. 67-73). Τιμώντας δηλαδὴ τοὺς ἁγίους, ἢ τὶς ἁγίες
γυναῖκες ἢ τὰ λείψανά τους, ἐξαίρουμε τὴν αὐταπάρνηση, τὸν ἡρωισμό, τὴν
ἀφοσίωσή τους στὸν Θεό, τὸν ἐνάρετο βίο τους, τὴν ἀγάπη τους πρὸς τοὺς
συνανθρώπους τους. Γίνονται ἔτσι οἱ ἅγιοι ἕνα παράδειγμα γιὰ ὅλους μας,
ἀφοῦ καὶ ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν μᾶς προτρέπει: «Νὰ ἐπιδιώκετε τὴν εἰρήνη
μὲ ὅλους. ἐπιδιώκετε καὶ τὴν ἁγιότητα, χωρὶς τὴν ὁποία κανεὶς δὲν θὰ
ἀντικρίσει τὸν Κύριο» (Ἑβρ. ιβ´ 14). Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν στὴν Παλαιὰ
Διαθήκη νὰ τιμᾶται καὶ νὰ δοξάζεται λ.χ. ὁ εὐσεβὴς βασιλιὰς Ἐζεκίας μετὰ
τὸν θάνατόν του ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἰουδαίους καὶ Ἱεροσολυμίτες (Β´ Παρ. ΛΒ´
33) καὶ νὰ μὴ δοξάζονται καὶ τιμῶνται μετὰ θάνατον οἱ ἅγιοι τῆς
Ἐκκλησίας;
. Ἄλλωστε ὁ Θεὸς ἀρνεῖται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη τὴν τιμὴ καὶ λατρεία
τῶν εἰδώλων, δηλαδὴ θεοποιημένων ἀντικειμένων, ζώων ἢ ἀνθρώπων καὶ ὄχι
τὴν καθημερινή, θρησκευτικὴ καὶ λατρευτικὴ χρήση διαφόρων πραγμάτων καὶ
εἰκόνων πρὸς δόξαν τοῦ ὀνόματός Του. Διότι καὶ ὁ Μωυσῆς διετάχθη ἀπὸ τὸν
Θεὸ νὰ κατασκευάσει δύο Χερουβεὶμ στὰ δύο ἄκρα τοῦ ἱλαστηρίου τῆς
Διαθήκης (Ἔξοδ. ΚΕ´18-20), καὶ ὁ βασιλιὰς Σολομώντας σκάλισε ἀγγέλους
Χερουβίμ, φοίνικες, βόδια, λέοντες καὶ ἄνθη στὸ Ναὸ ποὺ οἰκοδόμησε, μὲ
τὰ ὁποῖα ἀνάγλυφα σχήματα ὅμως καὶ σχέδια ὁ Θεὸς εὐαρεστήθηκε (Α´ Βασιλ.
Θ´ 3), διότι δὲν τοποθετήθηκαν στοὺς τοίχους γιὰ νὰ λατρεύονται ἀλλὰ
γιὰ τὸν καλλωπισμὸ τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἔνδειξη σεβασμοῦ καὶ ἀγάπης
πρὸς Αὐτόν.
Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸ πῶς ἁγιάζουν οἱ χριστιανοὶ καὶ γιὰ τὰ ἅγια λείψανα
. Τὰ ἅγια λείψανα εἶναι ἡ
ἀπόδειξη ὅτι ὑπάρχει Θεὸς καὶ ἀφθαρτοποιεῖ τὴν κτίση πρὸς δόξαν Του καὶ
γιὰ τὴν σωτηρία ὅλων. Τὰ λείψανα πολλῶν ἁγίων (καὶ ὄχι ὅλων) μένουν
ἄφθαρτα γιατί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τοὺς εἶχε ἰδιαίτερα ἐπισκεφθεῖ ὅσο ζοῦσαν
ἐν τῷ κόσμῳ, ἔχουν καταστεῖ σκεύη ἐκλογῆς του καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ
ἔχει κατασκηνώσει στὴν καρδιά τους. Εἶναι μία ἀπόδειξη ἀκόμη ὅτι θὰ
ἀναστηθεῖ καὶ τὸ σῶμα μας στὴν Δευτέρα Παρουσία, διότι ὅπως λέμε καὶ στὸ
Σύμβολο τῆς Πίστεως: «Προσδοκῶ ἀνάσταση νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος
αἰῶνος». Ἄνθρωπος γιὰ τὴν ὀρθόδοξη χριστιανική μας πίστη δὲν εἶναι μόνο ἡ
ψυχή, ἀλλὰ ψυχὴ καὶ σῶμα ἑνωμένα σὲ ἕνα ἀδιάσπαστο σύνολο, ἀφοῦ καὶ
αὐτὸς ὁ θάνατος εἶναι προσωρινὸς καὶ δὲν θὰ κρατήσει διαζευγμένα τὰ
σώματα ἀπὸ τὶς ψυχές τους ἐσαεί.
. Ὁ ἅγιος, τοῦ ὁποίου τὸ σκήνωμα διατηρεῖται ἀκέραιο, ἔχει φτάσει
στὴν φιλόθεη κατάσταση ἐκείνη ποὺ ὀνομάζουμε θέωση. Τὰ στάδια τῆς κατὰ
Χριστὸν ζωῆς εἶναι τρία, χωρὶς φυσικὰ νὰ ὑπάρχουν μεταξύ τους στεγανά.
Εἶναι τὸ στάδιο τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοὸς καὶ τῆς θέωσης. Στὸ
στάδιο τῆς καθάρσεως ὁ χριστιανὸς παλεύει μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ μὲ τὴν
χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὴν δική του ἄσκηση φτάνει στὸ σημεῖο νὰ μὴ ἐνδίδει
στὶς ὀρέξεις τῆς σαρκός, στὴ σειρήνα τῆς ἡδονῆς καὶ στὸ κοσμικὸ
φρόνημα, ἐνῶ μένει ταπεινὸς καὶ ἐπιδίδεται στὴν προσευχὴ καὶ τὴν
ἔμπρακτη ἀγάπη. Στὸ στάδιο τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοός, ὁ νοῦς τοῦ πιστοῦ,
δηλαδὴ ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς του, ἀνοίγει στὴν παντοδύναμη χάρη τοῦ Θεοῦ
καὶ ὁ χριστιανὸς ἀποκτᾶ θεῖες ἐμπειρίες τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τὴν διόραση,
τὴν προόραση, τὴν μακρινὴ ἀκοὴ κ.ἄ. Δυνάμεις, ποὺ ὅμως δὲν εἶναι δικές
του, ἀλλὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ ἔχει κατασκηνώσει μέσα του. Στὴν
κατάσταση αὐτὴ ὁ ἅγιος δὲν βιώνει πλέον λύπη, ὀδύνη καὶ στεναγμούς, ἀλλὰ
τὴν ἀναφαίρετη καὶ μοναδικὴ χαρὰ τοῦ οὐρανίου πολιτεύματος ποὺ ζεῖ ἀπὸ
αὐτὴ τὴ ζωή. Λιώνει μάλιστα ἀπὸ ἀγάπη ὁ μεταμορφωμένος πιὰ ἄνθρωπος γιὰ
ὅλη τὴν κτίση καὶ γιὰ τὰ ἄλογα ζῶα, ἀλλὰ περισσότερο γιὰ τὸν συνάνθρωπό
του καὶ μὲ τὶς θερμὲς προσευχές του ἀπευθύνεται στὸν μόνο δυνάμενο νὰ
βοηθήσει οὐσιαστικὰ παντεπόπτη Κύριο.
. Στὸ ἀνώτατο στάδιο τῆς θεώσεως ὁ χριστιανὸς λούζεται ἀπὸ τὶς
ἀκτίνες τοῦ θείου καὶ ἀκτίστου φωτὸς καὶ γιὰ ὅσο διάστημα διαρκοῦν αὐτὲς
οἱ ἐμπειρίες κοινωνίας μὲ τὸν Θεό, ὁ πιστὸς δὲν νοιώθει πόνο, πείνα,
δίψα ἢ ἄλλη βιολογικὴ ἀνάγκη, ἀφοῦ δὲν τρέφεται πλέον ἀπὸ τὴν βιολογία
του, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ τὸ τελευταῖο καὶ μεγαλύτερο στάδιο
πίστεως καὶ ἔμπρακτης χριστιανικῆς ζωῆς, ἀπὸ αὐτὴν ἤδη τὴν ζωή,
«δημιουργεῖ» τὰ ἄφθαρτα λείψανα τῶν ἁγίων -ἂν καὶ ἡ ἀφθαρσία τῶν
λειψάνων δὲν παύει νὰ εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ σὲ ὁρισμένους ἁγίους (καὶ ἡ
σωτηρία ἄλλωστε) καὶ δὲν εἶναι κατάσταση ποὺ φτάνει κανεὶς μὲ τὶς δικές
τους δυνάμεις. Δίδεται βέβαια σὲ ἐκείνους ποὺ ἔζησαν μὲ πάθος τὴν
ἐλπίδα καὶ πίστη τους στὸν Θεὸ καὶ δὲν συνθηκολόγησαν μὲ τὸ κοσμικὸ
πνεῦμα ἢ δὲν ἐνέδωσαν ἕως τέλους στὶς παγίδες τοῦ ἐχθροῦ.
. Ὁ σκοπὸς ἑπομένως τῆς ζωῆς ὅλων μας εἶναι νὰ γίνουμε ἅγια
λείψανα, δεδομένου ὅτι ὁ θάνατος θὰ μᾶς εὕρει ὅλους καὶ κανεὶς δὲν θὰ
ξεφύγει ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη αὐτή, παρεκκλίνουσα ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ σχέδιο τοῦ
Θεοῦ, μοίρα. Τὰ ἅγια λείψανα λοιπὸν σηματοδοτοῦν τὴν «αἰώνιο ζωὴ καὶ τὸ
μέγα ἔλεος» καὶ προσανατολίζουν πρὸς τὴν ἀκοίμητο δόξα ποὺ περιμένει
ὅλους μας, ἀφοῦ καθαρίσουμε τὶς αἰσθήσεις μας καὶ βαδίσουμε πραγματικὰ
στὰ χνάρια τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι πνευματικοὶ φάροι, ποὺ κρατοῦν σὲ
ἐγρήγορση διαχρονικὴ τὶς πρὸς τάσιν ἐκκοσμικεύσεως γενεὲς τῶν
χριστιανῶν, ὥστε νὰ μὴ ξεφύγουν ἀπὸ τὸν μόνο ἄξιο δρόμο τῆς ζωῆς καὶ
παρασυρθοῦν ἀπὸ τὰ κύματα ποὺ σηκώνει τὸ παμφάγο στόμα τοῦ ἅδη. Εἶναι
ὁδοδεῖκτες ποὺ διαλαλοῦν ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς εἶναι ἡ προσωπική μας
Πεντηκοστὴ καὶ ἡ ἐμπειρία τῆς Φλεγόμενης Βάτου τοῦ Μωυσῆ, ποὺ ἀποκτᾶται
δωρεὰν διὰ τοῦ φαρμάκου τῆς ἀθανασίας, τῆς Θείας δηλαδὴ Κοινωνίας καὶ
τῆς διαρκοῦς μετανοίας.
Οἱ μαρτυρίες ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἱερὰ Παράδοση ὅτι ὁ σκοπὸς τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων εἶναι νὰ ἁγιάσουν καὶ ἀφθαρτοποιηθοῦν, καθὼς καὶ οἱ ψυχές τους
. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέγει
ὅτι τὰ σώματά μας εἶναι ναὸς τοῦ ἁγίου Πνεύματος ποὺ κατοικεῖ μέσα μας
καὶ ὅτι πρέπει νὰ δοξάζουμε τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὰ σώματά μας καὶ μὲ τὶς
ψυχές μας, ποὺ καὶ τὰ δύο ἀνήκουν στὸν Θεὸ (Α´ Κορ. ϛ´15-20). Συνεχίζει
μάλιστα σὲ ἄλλο σημεῖο γιὰ νὰ πεῖ ὅτι τὸ εὐτελὲς σῶμα μας θὰ
μετασχηματίσει ὁ Θεὸς καὶ θὰ τὸ μεταποιήσει σὲ σῶμα σύμμορφο μὲ τὸ σῶμα
τῆς δόξας Του (Φιλ. γ´21). Εὐωδία τῶν λειψάνων, θαυματουργία αὐτῶν,
καθὼς καὶ ἀντικειμένων τῶν ἁγίων καὶ τιμὴ πρὸς αὐτὰ ἀναφέρονται σὲ πολλὰ
σημεῖα τῆς Καινῆς Διαθήκης (Β´ Κορ. β´ 15/ Ματθ. θ´ 20/ Μάρκ. ϛ´
13/Πράξ. κθ´12), ἀλλὰ καὶ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Στὸ Β´ Βασιλειῶν ΙΓ´
20-21 περιγράφεται ἡ περίπτωση πεθαμένου ποὺ τὸν ἔριξαν στὸν τάφο τοῦ
προφήτη Ἐλισαίου καὶ μόλις ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὰ ὀστᾶ τοῦ προφήτη,
θαυματουργικὰ ὁ νεκρὸς ζωντάνεψε καὶ ἔζησε. Παρόμοια πίστη ἀναφέρεται
καὶ στὸ Γ´ Βασιλ., ὅπου γέροντας προφήτης παρεκάλεσε τὰ παιδιά του νὰ
τὸν θάψουν ὅταν πεθάνει στὸν ἴδιο τάφο ποὺ εἶχε θαφτεῖ κάποιος ἄνθρωπος
τοῦ Θεοῦ, ὥστε τὰ ὀστᾶ τοῦ ἁγίου ἀνθρώπου νὰ ὁδηγήσουν μὲ τὴν δύναμη τοῦ
Θεοῦ καὶ τὸν προφήτη στὴν σωτηρία (ΙΓ´ 25-31) (βλ. π. Ἀντωνίου
Ἀλεβιζόπουλου, «Ἡ Ὀρθοδοξία μας», Ἀθήνα 1994, σελ. 463-465).
. Ἡ τιμὴ πρὸς τὰ ἅγια λείψανα ἐπικρατοῦσε σὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία,
ἀπὸ τὰ πρῶτα χριστιανικὰ χρόνια. Ἀπὸ τὸ Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου
μαθαίνουμε ὅτι οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ συναθροίζονταν στοὺς τάφους τῶν
μαρτύρων, τελοῦσαν πάνω στὰ λείψανά τους τὴ θεία λειτουργία καὶ τιμοῦσαν
ἰδιαίτερα τὴ μνήμη τους. Μὲ τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ γινόντουσαν
πολλὰ θαύματα, ὅπως διασώζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἐνῶ τὸ τίμιο
καὶ χαριτόβρυτο λείψανο τῆς ἁγίας Ἰουλίττας, λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος,
ἁγιάζει τὴν πόλη, τοὺς ἐπισκέπτες καὶ τοὺς ἀρρώστους. Τέλος, καὶ ὁ
μελίρρυτος ποταμὸς τῆς σοφίας, ἱερὸς Χρυσόστομος, κηρύττει ὅτι οἱ ναοί,
οἱ λειψανοθῆκες τῶν ἁγίων καὶ πολὺ περισσότερο τὰ ἴδια τὰ ὀστᾶ τους,
ὁδηγοῦν στὴν ψυχοσωματικὴ ὑγεία, στὴν ἀπομάκρυνση τῶν δαιμονίων καὶ τὴν
ἐλευθερία ἀπὸ τὴν καταδυνάστευσή τους (βλ. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου,
«Ἐγχειρίδιο αἱρέσεων…», ἔκδ. Ι.Μ. Νικοπόλεως καὶ Πρεβέζης, σελ. 63-66).
. Τὰ λείψανα ἑπομένως τῶν ἁγίων ποὺ διατηροῦνται ἀνέπαφα εἶναι
ἕνα συνεχὲς θαῦμα. Διότι εἶναι ἀπολύτως λογικὸ νὰ πιστεύει κανεὶς ὅτι
ὅπως ἡ μηλωτὴ τοῦ προφήτη Ἠλία ποὺ διαχώρισε τὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη, τὰ
μαντήλια τῆς κεφαλῆς ἢ τοῦ λαιμοῦ τοῦ ἀποστόλου Παύλου (Πράξ. ιθ´ 12)
καὶ ἡ σκιὰ τοῦ ἀποστόλου Πέτρου (Πράξ. ε´15) ἔκαναν «σημεῖα καὶ τέρατα»
ὅσο ἐκεῖνοι ζοῦσαν, ἔτσι καὶ τὰ ἴδια τὰ ἄφθαρτα σώματα τῶν ἁγίων, ποὺ
παραμένουν στὴν ὑπηρεσία τῶν ἀνθρώπων, ἐπιτελοῦν οὐκ ὀλίγα θαύματα. Ὁ
ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀφοῦ ἐπισημαίνει ὅτι στὴν ἐποχὴ τοῦ τὰ
θαύματα ἰάσεων ἔχουν λιγοστέψει ἀνάμεσα στοὺς πιστούς, διότι ἔχει
ἁπλωθεῖ πλέον ὁ Χριστιανισμὸς στὸν κόσμο καὶ τὸ ἀνώτερο θαῦμα εἶναι ἡ
ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, μᾶς λέγει ἀκόμη ὅτι στὰ λείψανα τῶν ἁγίων
παρευρίσκεται ὄχι κάποια ψυχικὴ δύναμη, ἀλλὰ ἐκείνη ἡ δύναμη τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος, ποὺ προσανατολίζει συνεχῶς πρὸς τὴν ἀνάσταση τῶν σωμάτων μὲ
τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦν (εἰς τὸν ἱερομάρτυρα Βαβύλα, ΕΠΕ 37). Ἑπομένως
τὰ σώματα τῶν ἁγίων θαυματουργοῦν λόγῳ τῆς σύνδεσης τῶν χριστιανῶν -ὅσο
ζοῦσαν πάνω στὴν γῆ- μὲ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ χάρη εἶναι
ἀποταμιευμένη στὴν Ἐκκλησία καὶ στὴν ὁποία αὐτὴ χάρη ἐμποτίζεται καὶ τὸ
σῶμα τοῦ πιστοῦ, ἐφ᾽ ὅσον ζεῖ ἔμπρακτα τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη
του, ἀσκεῖται, κοινωνεῖ, ταπεινώνεται καὶ ἀγαθοεργεῖ.
Τέλος,
. Ὁ Θεὸς εἶναι πάντα νέος, εἶναι ὅ,τι πιὸ ὄμορφο ὑπάρχει καὶ ἡ ἀγάπη του δὲν ἔχει ὅρια. Καὶ μᾶς καλεῖ στὸν δρόμο τῆς ἁγιότητας, γιατί Ἐκεῖνος εἶναι ὄντως ἅγιος καὶ μόνο αὐτὸς ὁ τρόπος ζωῆς θὰ ἐπικρατήσει στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι φόβητρο ἢ ἀστυνόμος τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ ἀναζητάει παντοῦ τὸν ἔνοχο γιὰ νὰ τὸν καταδικάσει, ὅπως σκεφτόντουσαν κάποτε στὴ Δύση. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀντίθετα ἐκεῖνος ποὺ ἀπὸ μόνος του, καὶ μὲ σκέψεις, λόγια ἢ ἔργα, ἀπομονώνεται καὶ χάνει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Δηλαδὴ μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τοῦ ἀποτυχαίνει, ἀστοχεῖ νὰ βαδίσει τὴν ὁδὸ τῆς ἀλήθειας καὶ ἀποξενώνεται ἀπ’ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου καὶ ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τοὺς συνανθρώπους του. Ὁ Κὰρλ Ράινερ, ἕνας σπουδαῖος Γερμανὸς θεολόγος, περίπου ἔλεγε: ‘Δόξα τῷ Θεῷ, ποὺ ἕνα 60% τῶν ἀπόψεων περὶ Θεοῦ, στὶς ὁποῖες ὁρισμένοι πιστεύουν σήμερα, δὲν ἰσχύουν πραγματικὰ γιὰ τὸν Θεό’. Πῶς θὰ βροῦμε ἑπομένως πραγματικὰ τὸν Θεὸ καὶ τὴν γνήσια εἰκόνα του; Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὁ ἴδιος Θεὸς ἀποκαλύπτεται προσωπικὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία Του, διὰ τῆς πίστεως, τῆς μυστηριακῆς ζωῆς καὶ τῆς ἄδολης ἀγάπης. Ἀποκαλύπτεται στὶς καθαρὲς καρδιές, ποὺ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκηση ἔχουν γίνει χῶρος διαμονῆς Του.
christianvivliografia
Ετικέτες
ΛΟΓΟΣ ΠΑΤΕΡΙΚΟΣ
Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014
Πολιτικοεκκλησιαστικὴ διπλωματία εἰς τὴν Ρώμην εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως
Γράφει ὁ Πρωτοπρεσβύτερος
π. Θεόδωρος Ζήσης,
Ὁμότιμος Καθηγητής τῆς
Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ.
Τὴν ἡμέρα τῆς ἐπιδημίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν
Πεντηκοστὴ τῶν Ὀρθοδόξων, ἐπέλεξε ὁ
πάπας Φραγκίσκος γιὰ νὰ καλέσει Χριστιανούς, Ἰουδαίους
καὶ Μουσουλμάνους νὰ προσευχηθοῦν
ὑπὲρ τῆς εἰρήνης στὴν
πολύπαθη Μέση Ἀνατολή. Δὲν θὰ
μποροῦσε βέβαια νὰ ὑπολογίζει
στὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
σ᾽ αὐτὴν τὴν ἐπικοινωνιακὴ φιέστα γιὰ
δύο λόγους.
Ἐν πρώτοις, γιατὶ ὁ Παπισμός,
ὡς μεγίστη αἵρεση, στερεῖται
τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος, δὲν ἐπιδημεῖ ἐκεῖ καὶ δὲν
ἐνεργεῖ τὸ
Ἅγιο Πνεῦμα ἐδῶ καὶ
χίλια χρόνια, ἀπὸ τὸτε ποὺ ἀποκόπηκαν ἀπὸ τὸ σῶμα
τῆς Μιᾶς, Ἁγίας,
Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας
τὸ 1054.Ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος
Συμεὼν Θεσσαλονίκης οἱ Λατῖνοι,
ἐπειδὴ μὲ
τὴν αἵρεση τοῦ
Filioque ὕβρισαν καὶ ἐταπείνωσαν
τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἔχασαν τὴν
Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μὲ συνέπεια ὅλα σ᾽
αὐτοὺς νὰ εἶναι μία καινοτομία καὶ
πλάνη, καὶ τὸ μόνο ποὺ ἐπιτυγχάνουν εἶναι νὰ σκανδαλίζουν τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὰ
δόγματα καὶ μὲ τὸν βίο τους, διότι «περὶ τὴν
πίστιν καινοτομήσαντες καὶ περὶ τὸν
βίον ἐξέκλιναν. Ἐχόμενα γὰρ
ἀλλήλων εἰσί, πίστις καὶ
βίος»1. Εἶναι συντριπτική, ἀλλὰ
ἀληθινή, ἡ ἐκτίμηση τοῦ Κωνσταντινουπολίτη τὴν καταγωγὴ
Ἁγίου καὶ ἐκφράζει τὴν σταθερὴ
καὶ διαχρονικὴ πίστη τῆς
Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία
δὲν μπορεῖ νὰ
κλονίσει κανένας Ἀθηναγόρας, κανένας Βαρθολομαῖος, κανένα Βαλαμάντ, ποὺ ἀναγνωρίζουν
ὡς Ἐκκλησία τὸν Παπισμὸ μὲ
ἀποστολικὴ διαδοχὴ καὶ Χάρη τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος στὰ τελούμενα μυστήριά τους. Γράφει ὁ Ἅγιος Συμεών· «Βλασφημοῦσιν ἄρα
οἱ καινοτόμοι καὶ πόρρω τοῦ Πνεύματός
εἰσι, βλασφημοῦντες κατὰ
τοῦ Πνεύματος, καὶ οὐκ
ἐν ἑαυτοῖς ὅλως τὸ Πνεῦμα τὸ
Ἅγιον· διὸ καὶ
τὰ αὐτῶν ἀχαρίτωτα ὡς τὴν χάριν τοῦ
Πνεύματος ἀθετούντων καὶ ὑποβιβαζόντων
αὐτό...διὸ καὶ
τὸ Πνεῦμα οὐκ
ἐν ἑαυτοῖς τὸ Ἅγιον, καὶ
οὐδὲν πνευματικὸν ἐν αὐτοῖς καὶ καινὰ πάντα καὶ
ἐξηλλαγμένα τὰ ἐν αὐτοῖς
καὶ παρὰ τὴν
θείαν παράδοσιν»2. Χωρὶς ὅμως τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος καμμία προσευχὴ
δὲν φθάνει στὸν
Θεό, δὲν ἐνεργεῖ, καὶ ἑπομένως ἀπὸ πλευρᾶς πνευματικῆς
ὅλη ἡ φιέστα ἦταν
κενὴ καὶ μετέωρη, «πηγὴ
συντετριμμένη», τρύπιο δοχεῖο, ποὺ ἐπιβεβαιώνει
τὸ πάντοτε ἀληθές «οὐκ
ἂν λάβοις παρὰ τοῦ
μὴ ἔχοντος».
Πολὺ περισσότερο, ἦταν
ἀδύνατο νὰ ἐνεργήσει σ᾽ αὐτὴν τὴν
προσευχὴ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, διότι καὶ
τὰ τρία μέρη ποὺ ὀργάνωσαν τὴν τελετὴ
προσβάλλουν καὶ ὑβρίζουν τὸ δόγμα τῆς Ἁγίας
Τριάδος· Ἰουδαῖοι καὶ
Μουσουλμάνοι μὲ τὸ νὰ μὴ ἀναγνωρίζουν τὴν θεότητα τοῦ
Κυρίου Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,
νὰ τὸν ὑβρίζουν καὶ νὰ
τὸν σταυρώνουν μέχρι σήμερα, οἱ δὲ
Παπικοὶ ὑποτιμώντας καὶ ταπεινώνοντας τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ
τὴν αἵρεση τοῦ
Filioque καὶ τὴν βαρλααμικὴ πλάνη περὶ κτιστῆς
χάριτος. Ἂν οἱ ἱεροὶ
κανόνες ἀπαγορεύουν αὐστηρὰ
τὴν συμπροσευχὴ μὲ
αἱρετικούς, μὲ ἐπιβαλλόμενη
ποινὴ γιὰ τοὺς
κληρικοὺς τὴν καθαίρεση, κανονικὸ παράπτωμα στὸ ὁποῖο ὑποπίπτει κατ᾽ ἐξακολούθησιν
ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἐπὶ ἔτη, τὶ νὰ
εἰπεῖ κανεὶς γιὰ τὴν
συγκρητιστική, ἀσεβέστατη, ἀντίθεη συμπροσευχὴ μὲ Ἰουδαίους καὶ Μουσουλμάνους, γιὰ τοὺς
ὁποίους ἰσχύει τὸ
Παύλειο· «τὶς κοινωνία φωτὶ πρὸς
σκότος; Τὶς δὲ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαλ; Ἢ τὶς
μερὶς πιστῷ μετὰ
ἀπίστου;».Ἡ μόνη σωστὴ στὰση
ἀπέναντι τῶν ἀπίστων
καὶ ἀλλοπίστων εἶναι ἡ σύσταση τοῦ
αὐτοῦ οὐρανοβάμονος Ἀποστόλου· «Διὸ
ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ
ἀφορίσθητε καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε»3.
Ὁ δεύτερος λόγος τῆς ἀπουσίας
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ τὴν
ἐκδήλωση γιὰ τὴν
εἰρήνη στὴν Ρώμη εἶναι
ἡ ἐπιδίωξη ἐκ μέρους καὶ τῶν
τριῶν συμμετεχόντων, Παπισμοῦ, Ἰσραήλ,
Παλαιστινίων (Μουσουλμάνων), πολιτικο-ἐκκλησιαστικῶν ἰσορροπιῶν καὶ
πλεονεκτημάτων, ὄχι βέβαια στὸ πραγματικὸ
πεδίο τῶν διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων, ὅπου ἐκεῖ καμμία πρόοδος δὲν παρατηρεῖται μὲ τὸ ἐκτρεφόμενο
ἀνυποχώρητο μῖσος μεταξὺ
Ἑβραίων καὶ Παλαιστινίων καὶ τὴν παντελῆ ἀπουσία τοῦ πνεύματος τῆς
χριστιανικῆς καταλλαγῆς καὶ
εἰρήνης, καρπῶν τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος, ἀλλὰ περισσότερο στὸ πεδίο τῶν ἐπικοινωνιακῶν ἐντυπώσεων,
ὅπου ὑποκριτικὰ
καὶ φαρισαϊκά, νὰ προσθέσουμε καὶ ἰησουϊτικά, ὅλοι θέλουν νὰ
ἐμφανίζονται ὡς εἰρηνοποιοί,
ἐνῶ συγχρόνως ἀκονίζουν τὰ μαχαίρια καὶ
ἐνισχύουν τὴν σύγκρουση. Δὲν
εἶναι ἄσχετα μὲ
αὐτὲς τὶς πολιτικοεκκλησιαστικὲς διεργασίες τὰ
συμβαίνοντα στὴν Οὐκρανία, ὅπου
ἡ ἀνάμειξη τοῦ «εἰρηνοποιοῦ»
Βατικανοῦ μὲ τὴν ὑποστήριξη τῶν Οὐνιτῶν
τῆς Οὐκρανίας ἐναντίον
τῶν Ὀρθοδόξων Ρώσων εἶναι ἐμφανής, ὅπως
συνέβη πρὶν ἀπὸ δύο δεκαετίες μὲ τὴν
περίπτωση τῶν Ὀρθοδόξων Σέρβων, τοὺς ὁποίους κατακρεούργησαν ὁ Πάπας καὶ
ἡ Δύση, μὲ τὴν
ἀναίσχυντη ὑποστήριξη ὄχι
μόνο τῶν Κροατῶν τοῦ
Πάπα, ἀλλὰ καὶ τῶν Μουσουλμάνων τῆς Βοσνίας
καὶ τοῦ Κοσσυφοπεδίου. Στόχος τοῦ Βατικανοῦ
καὶ τῆς μασονοσιωνιστικῆς Δύσεως εἶναι πάντοτε ἡ
Ὀρθοδοξία, ὅπως δὲ
εὔστοχα παρετήρησε ὁ ὑπουργὸς
ἐξωτερικῶν τῆς
Ρωσίας Εὐγένιος Λαβρὸφ ἐνοχλεῖ τὴν
Δύση ἡ ἀναβίωση στὴν Ρωσία τῆς Ὀρθοδοξίας,
τοῦ ὀρθοδόξου πολιτισμοῦ, καὶ δὲν
θέλουν ἐπ᾽ οὐδενὶ νὰ χάσει τὴν δυναμική του ὁ σταθερὰ ἐξαπλούμενος δυτικός, ὑλιστικὸς καὶ
ὀρθολογιστικός, πολιτισμός.
Κερδίζει
λοιπὸν ἐπικοινωνιακὰ τὸ Βατικανὸ νὰ ἐμφανίζεται ὡς εἰρηνοποιὸς παράγων, ἐνῶ ὑπογείως ὑποθάλπει καὶ
ἐνισχύει συγκρούσεις ἢ σιωπᾶ,
γιὰ νὰ καλύψει τὴν ἐνοχή του; Τὶ ἐκέρδισε ὅμως ἡ ὀρθόδοξη πλευρὰ
μὲ τοὺς δύο κορυφαίους ἐκπροσώπους της, τὸν οἰκουμενικὸ
πατριάρχη καὶ τὸν πατριάρχη Ἱεροσολύμων; Θὰ μποροῦσε
κανεὶς νὰ ἰσχυρισθεῖ, ὅτι
ὁ οἰκουμενικὸς πατριάρχης ἐκέρδισε, διότι ἐνώπιον πολιτικῶν καὶ θρησκευτικῶν
παραγόντων καὶ ὑπὸ τὰ ὄμματα τῆς Οἰκουμένης
προβάλλεται ὡς ὁ πρῶτος τῆς Ὀρθοδοξίας,
ὡς ὁ ἡγέτης τῶν Ὀρθοδόξων
καὶ ἐνισχύεται ἔτσι τὸ κῦρος
τῆς πρωτόθρονης Ἐκκλησίας τῆς
Κωνσταντινουπόλεως ἀπέναντι ὅσων τὴν
ἀμφισβητοῦν, ἰδιαίτερα
ἀπέναντι τῆς ἰσχυρῆς Ὀρθόδοξης
Ρωσίας, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς ἐνοχλεῖται βλέπουσα τὸν
Ὀρθόδοξο πρωθιεράρχη νὰ συμμαχεῖ
διαχρονικά, ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ
ἀμερικανοενθρονισθέντος Ἀθηναγόρα, μὲ
τὴν παπικὴ καὶ
δυτικὴ διπλωματία, ἡ ὁποία
προωθεῖ πάντοτε τὰ δυτικὰ
καὶ παπικὰ συμφέροντα εἰς
βάρος τῶν Ὀρθοδόξων. Τὶ ἔχει ἐπιτύχει τὸ Φανάρι μέχρι τώρα μὲ αὐτὴν τὴν
φιλοαμερικανικὴ καὶ φιλοπαπικὴ
ἐκκλησιαστικὴ πολιτική; Τίποτε; Διαρκῶς φθίνει καὶ
ἀποδυναμώνεται, διότι στηρίζει τὶς ἐλπίδες
του ὄχι στὸν Θεό, ἀλλὰ στοὺς
ἰσχυροὺς τῆς
γῆς, ποὺ συμμαχοῦν
ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ
καὶ τῆς Ἐκκλησίας του. Ἐνδεχομένως νὰ
ἐκέρδισε ἐπικοινωνιακὰ
καὶ ὁ πατριάρχης Ἱεροσολύμων, ἰδιαίτερα ἀπέναντι
τῶν Ἀράβων· ἤθελε ἴσως νὰ
δείξει εἰς τὸν Ἀχμοὺτ Ἀμπάς,
ὅτι δὲν πρέπει νὰ
ἀκούει ἢ καὶ
νὰ ἐνισχύει ὅσους ἐπιδιώκουν τὴν
ἀραβοποίηση τοῦ ἑλληνορθοδόξου
πατριαρχείου μὲ τὴν ἐνίσχυση τῆς παρουσίας Ἀράβων
κληρικῶν καὶ μοναχῶν
στὴν Ἁγιοταφιτικὴ Ἀδελφότητα, διότι ἔχει τὴν στήριξη καὶ
τὴν βοήθεια τοῦ πάπα καὶ
τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχου. Ἀπέναντι πάντως αὐτῶν τῶν ἀβεβαίων
καὶ ἐπισφαλῶν προσδοκιῶν τῶν
δύο ὀρθοδόξων προκαθημένων ὁ πάπας καὶ
ἡ Δύση ἔδειχναν πρὸς
τὴν ᾽Ορθόδοξη Ρωσία, τὸ ποίμνιο τῆς ὁποίας
αἱματοκυλίουν στὴν Οὐκρανία,
ὅτι ἡ οἰκουμενικὴ Ὀρθοδοξία, εἶναι
μαζί τους, ἐκπροσωπουμένη ἀπὸ δύο
μεγάλους ἱστορικούς θρόνους μὲ ἰδιαίτερο ἐκκλησιαστικὸ
βάρος, τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὰ
Ἱεροσόλυμα. Ἀπέναντι πάντως τῶν ἐλαχίστων, σχεδὸν μηδαμινῶν
κερδῶν τῆς ὀρθοδόξου
παρουσίας στὴ Ρώμη, ποὺ δὲν
ἔχουν καμμία πνευματικὴ ἀφετηρία καὶ θεμελίωση, οἱ
ζημιὲς καὶ οἱ
ἀπώλειες εἶναι μέγιστες καὶ καταστροφικές.
Ὁ Ἰησουίτης πάπας, πιστὸς στὸ τάγμα του, ποὺ
δημιούργησε τὴν Οὐνία, τὴν
προωθεῖ ἄριστα. Δὲν ἔφτανε ἡ προκλητικὴ παρουσία Οὐνιτῶν κατὰ
τὴν ἐνθρόνισή του καὶ κατὰ τὴν
πρόσφατη συνάντησή του μὲ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη στὰ
Ἱεροσόλυμα, μᾶς ἐκλαμβάνει
τώρα ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους
ὡς Οὐνίτες, ἀφοῦ τοῦ
τὸ ἐπέτρεψαν οἱ δύο πατριάρχες μας στὴν Ρώμη. Ἡ
εἰκόνα ποὺ μεταδόθηκε διαδικτυακὰ καὶ
τηλεοπτικὰ σὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο εἶναι
εἰκόνα οὐνιτικῆς
ἐνσωμάτωσης, μὲ κυρίαρχο μοτίβο τὸ πρωτεῖο καὶ τὴν
πρωτοκαθεδρία τοῦ πάπα. Ἂν κανεὶς
τοῦ ἀναγνωρίσει αὐτὰ τὰ δύο, τὰ ὑπόλοιπα, ἀκόμη καὶ
οἱ δογματικὲς διαφορές, ὑποχωροῦν. Καὶ
οἱ πατριάρχες μας τοῦ τὰ
ἀνεγνώρισαν στὰ ὄμματα ὅλης τῆς
Οἰκουμένης. Αὐτὸς ἦταν ὁ
πρῶτος ἀπὸ τὴν πλευρὰ
τῶν Χριστιανῶν, ποὺ
ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τῆς
γῆς, συζητοῦσε μὲ
τοὺς δύο ἀρχηγοὺς
τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ τῶν
Παλαιστινίων. Οἱ Χριστιανοὶ ὅλοι, καὶ οἱ
Ὀρθόδοξοι, εἴχαμε στὴν
συνάντηση αὐτὴ ὡς πρῶτο τὸν
πάπα, ὁ ὁποῖος καθόταν μαζὶ μὲ
τοὺς δύο πολιτικοὺς ἡγέτες
ἐπὶ ξεχωριστοῦ
καὶ ὑπερυψωμένου
βάθρου, ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος παραπέρα σὲ
χαμηλότερο καὶ μικρότερο βάθρο, μὲ μία μικρὴ
ἀντιπροσωπεία, καὶ πιὸ
πέρα ὁ πατριάρχης Ἱεροσολύμων Θεόφιλος ὁλομόναχος, ἐνσωματωμένος
στὴν ὁμάδα τῶν καρδιναλίων.
Πόσο
ταπεινωτικὸ γιὰ τοὺς
δύο πατριάρχες, καὶ δι᾽ αὐτῶν γιὰ
τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, εἶναι τὸ
σκηνικὸ αὐτὸ ποὺ ἔστησαν οἱ διπλωμάτες τοῦ
Βατικανοῦ φαίνεται, ἂν σκεφθεῖ
κανεὶς τὸν θεσμὸ
τῆς πενταρχίας τῶν πατριαρχῶν
στὴν πρὶν ἀπὸ τὸ
σχίσμα περίοδο, κατὰ τὸν ὁποῖο οἱ πέντε πατριάρχες Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως,
Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ
Ἱεροσολύμων, ὁμότιμοι καὶ
ὁμόθρονοι, μὲ πλήρη ἰσότητα
καὶ ἀξία, ἀποτελοῦσαν τό «πεντακόρυφον κράτος» τῆς Ἐκκλησίας,
ὁ δὲ πάπας μόνον τιμητικὰ ἀναγνωριζόταν ὡς
«πρῶτος μεταξὺ ἴσων»
(primus inter pares), πρᾶγμα ποὺ τώρα ἰσχύει
γιὰ τὸν Κωνσταντινουπόλεως μετὰ
τὴν ἀπόσχιση τοῦ Παπισμοῦ.
Στὴν Ρώμη οἱ
δύο κορυφὲς τῆς Ἐκκλησίας
κουρεύτηκαν πολύ, γιὰ νὰ προβάλλεται μόνον ὡς κορυφὴ μοναδικὴ
ὁ πάπας. Τὸ παπικὸ
δὲ αὐτὸ πρωτεῖο μεταφέρθηκε εἰκονικὰ καὶ στὴν
Ὀρθόδοξη πλευρά, ὅπως ἀκριβῶς γίνεται καὶ
στὸ πολύκροτο καὶ ἀπαράδεκτο
κείμενο τῆς Ραβέννας, ὅπου γιὰ
νὰ δεχθοῦν οἱ
Ὀρθόδοξοι ἕνα παγκόσμιο πρωτεῖο τοῦ πάπα μᾶς χαρίζουν οἱ
παπικοὶ ἕνα πρωτεῖο ἐξουσίας καὶ γιὰ τὸν
οἰκουμενικὸ πατριάρχη μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν διαφαινόμενη ἀμφισβήτηση τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ τὶς
διενέξεις μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων. Ὅ,τι ἰσχύει
εἰκονικὰ γιὰ
τὸ βάθρο τοῦ πάπα, σὲ
σχέση μὲ τὸ βάθρο τοῦ Κωνσταντινουπόλεως, ἰσχύει σὲ
μεγαλύτερο βαθμὸ γιὰ τὸ
ὑποβαθμισμένο βάθρο τοῦ Κωνσταντινουπόλεως σὲ σχέση μὲ
τὸ ἀνύπαρκτο βάθρο τοῦ Ἱεροσολύμων. Ἡ
ἰσότητα καὶ ἡ ὁμοτιμία τῶν
πατριαρχικῶν θρόνων ἀπαιτοῦσε
καὶ οἱ τρεῖς πατριάρχες, πάπας, οἰκουμενικὸς
καὶ Ἱεροσολύμων νὰ κάθονται μαζί, καὶ ἂν αὐτὸ διπλωματικὰ ἦταν ἀκατόρθωτο, ἔπρεπε
νὰ ἀποφευχθεῖ ἡ συμμετοχή. Αὐτὸ δὲ ποὺ μποροῦσε
ὁ οἰκουμενικὸς νὰ διεκδικήσει, χωρὶς νὰ θίγει τὸν πάπα, σὲ
περίπτωση ποὺ ἔκρινε ὅτι ἦταν ἐπιβεβλημένη
ἡ συμμετοχή, ἦταν νὰ
ζητήσει νὰ εἶναι στὸ ἴδιο βάθρο μὲ τὸν Ἱεροσολύμων, γιὰ νὰ δώσει
ἕνα καλὸ μάθημα σεβασμοῦ τῶν ἴσων πατριαρχικῶν θρόνων στὸν μεγάλαυχο καὶ
ἀδιόρθωτο ποντίφηκα, ὁ ὁποῖος ἐπικοινωνιακὰ ἔκανε
κάποιες κινήσεις εὐγενείας πρὸς τὸν
Βαρθολομαῖο, σὰν νὰ
τοῦ ἔκανε κάποια χάρη ἀπὸ ταπείνωση, ἐνῶ αὐτὸ ἐπιβάλλεται
ἀπὸ τὴν παράδοση γιὰ τὴν
ἰσότητα τῶν θρόνων, τὴν
ὁποία οὐδέποτε δέχθηκε, οὔτε πρόκειται νὰ δεχθεῖ ὁ μονάρχης
τῆς «Καθολικῆς Ἐκκλησίας».
Ἂς ρωτήσει ὁ οἰκουμενικὸς πόσο σέβεται ὁ πάπας τοὺς Οὐνίτες πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, καὶ
ἂς σκεφθεῖ καλύτερα τὴν
οὐνιτικὴ συμπεριφορά του καὶ τὴν ταπείνωση τῆς Ἐκκλησίας,
πρὸς χάριν ἐλαχίστων ὠφελημάτων
ἐξουσίας καὶ πρωτοκαθεδρίας. Ὁ ἐκ τῶν Οὐνιτῶν πατριάρχης Ἀντιοχείας
Μάξιμος Δ´, διαμαρτυρόμενος κατὰ τὴν
διάρκεια τῆς Β’ Βατικανικῆς Συνόδου γιὰ
τὸν ἐξευτελισμὸ τῆς πατριαρχικῆς ἀξίας καὶ τὴν ὑποτίμηση τῶν πατριαρχῶν
στὰ κείμενα τῆς συνόδου εἶπε:
«Δὲν ἁρμόζει νὰ καλύπτωμεν τοὺς ἀνατολικοὺς πατριάρχας διὰ τιμῶν καὶ πρωτοκαθεδριῶν,
ἵνα μετὰ ταῦτα
μεταχειριζώμεθα αὐτοὺς ὡς ὑποτακτικούς, τῶν ὁποίων ἡ αὐθεντία ἐξαρτᾶται καθ᾽
ὅλας τὰς λεπτομερείας αὐτῆς ἐξ ἀπείρων ἀναγκαστικῶν
προσφυγῶν εἰς τὰς
συνόδους τῆς ρωμαϊκῆς κουρίας διὰ
μηδαμινὰ πράγματα»4.
Ἂς ξαναδιαβάσει καὶ τὸν
Σίλβεστρο Συρόπουλο, γιὰ νὰ ζήσει τὴν ἀγανάκτηση τῶν Ὀρθοδόξων στὴν σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, ὅπου ἡ
ταπείνωσή τους ἄρχισε μὲ τὸ
νὰ τοποθετοῦν τὸν
θρόνο τοῦ πάπα σὲ ὑψηλότερο ἐπίπεδο, ἀκόμη
καὶ ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ
αὐτοκράτορος Ἰωάννου
Η´ Παλαιολόγου, καὶ πολὺ
χαμηλότερα τὸν θρόνο τοῦ πατριάρχου Ἰωσήφ.
Καὶ μόνο λόγῳ τῆς
ἀνάγκης πείσθηκαν τότε οἱ Ὀρθόδοξοι νὰ δεχθοῦν
τὸν ὑποβιβασμὸ καὶ τὴν
ταπείνωση, πλήρεις ὅμως ἀγανακτήσεως. Γράφει ὁ Συρόπουλος: «Ἐπείσθη
τοίνυν ἐξ ἀνάγκης εἰς ταῦτα ὁ
βασιλεύς· ὁ δὲ πατριάρχης καὶ ἔτι δυσχεραίνων ἦν καὶ μὴ
ἀνεχόμενος τὸν τοσοῦτον
ὑποβιβασμὸν τῆς
καθέδρας...Ἀγανακτήσας ὁ βασιλεὺς
ἔφη ὅτι· Νῦν
ἔγνων ἀληθῶς
ὡς ἡ ζήτησις τοῦ θρόνου καὶ τῆς
καθέδρας οὐχὶ διὰ τὴν συνοδικὴν τάξιν, ἀλλὰ
δι᾽ ὑπερηφανείαν μᾶλλον καὶ φαντασίαν ἐζητεῖτο κοσμικήν, πόρρω τῆς πνευματικῆς
ἡμῶν καταστάσεως»5.
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ
ὁποῖο «συγκροτεῖ ὅλον τὸν θεσμὸν τῆς
Ἐκκλησίας» ἐπὶ συνοδικῆς βάσεως, κατὰ
τὸ πρότυπο τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου τῶν
Ἱεροσολύμων καὶ τῶν
Ἁγίων Οἰκουμενικῶν
Συνόδων, ἀπουσίαζε ἀπὸ τὴν Ρώμη, ἡ
ὁποία διαχρονικὰ τὸ
ὑποτιμᾶ καὶ
τὸ ὑποβιβάζει. Ἦταν μία ἐκδήλωση
χωρὶς τὴν παρουσία τῆς
Χάριτος τοῦ Θεοῦ μὲ
κίνητρα κοσμικὰ καὶ ἐξουσιαστικά. Μία ἐκδήλωση κατὰ τὴν ὁποία δύο
ὀρθόδοξοι πατριάρχες, καὶ μάλιστα πρεσβυγενῶν καὶ μεγάλης ἀξίας
πατριαρχικῶν θρόνων, ἄφησαν τὸν εὐλογημένο
χῶρο τῶν τοπικῶν
τους Ἐκκλησιῶν τὴν
ἡμέρα τῆς Ἁγίας
Πεντηκοστῆς καὶ κατέφυγαν ὄχι
ἁπλῶς ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει Πνεῦμα Ἅγιον,
ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ βλασφημεῖται καὶ
ὑποτιμᾶται τὸ
Ἅγιο Πνεῦμα μὲ
τὴν αἵρεση τοῦ
Filioque καὶ τὴν διδασκαλία περὶ κτιστῆς Χάριτος, αἱρέσεις
ποὺ ἐπέσυραν καὶ ἐπισύρουν τὸν ἀναθεματισμὸ
ὅσων τὶς υἱοθετοῦν. Ἡ
συνελθοῦσα τὸ 879-80 Σύνοδος ἐπὶ Μ.Φωτίου, ποὺ θεωρεῖται
ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους ὡς Η´ Οἰκουμενική,
στὴν ὁποία συμμετεῖχε καὶ ἡ ὀρθοδοξοῦσα
τότε Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, λέγει καὶ τὰ ἑξῆς στὶς ἀποφάσεις
της σχετικῶς μὲ τὴν
αἵρεση τῆς ἐκπορεύσεως
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἐκ τοῦ
Υἱοῦ: «Πάντες οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω
πιστεύομεν, ἐν ταύτῃ τῇ
ὁμολογίᾳ ἐβαπτίσθημέν
τε καὶ τοῦ ἱερατικοῦ βαθμοῦ
ἠξιώμεθα· τοὺς ἑτέρως
παρὰ τοῦτο φρονοῦντας
ἢ ἕτερον ὅρον ἀντὶ
τούτου προβαλέσθαι τολμῶντας τῷ ἀναθέματι
καθυποβάλλομεν»6. Ὁ ἴδιος ὁ Μ. Φώτιος σὲ σχετικὴ
ἐπιστολή του γράφει: «Ἡ κατὰ
τοῦ Πνεύματος, μᾶλλον δὲ
καθ᾽ ὅλης τῆς ἁγίας Τριάδος, ὑπερβολὴν οὐ
λείπουσα, βλασφημία, κἂν μηδὲν ἕτερον
εἴη τῶν προειρημένων τετολμημένον, ἐξαρκεῖ,
καὶ μόνον, μυρίοις αὐτοὺς
ὑπαγαγεῖν ἀναθέμασιν»7.
Καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, γιὰ
νὰ τονίσει τὸ βάρος τῆς
αἱρέσεως τοῦ Filioque, λέγει, ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς Λατίνους, τοὺς
Παπικοὺς δηλαδή, ὅτι, ἐπειδὴ πίσω ἀπὸ τὴν
αἵρεση αὐτὴ βρίσκεται
ὁ Σατανᾶς, τοῦ
ὁποίου γνωρίζουμε τὶς μεθοδεύσεις, δὲν θὰ σᾶς δεχθοῦμε ποτὲ σὲ
κοινωνία, μέχρις ὅτου ἐξακολουθεῖτε
νὰ ἰσχυρίζεσθε ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται
καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ: «Ἀλλ᾽ ἡμεῖς διδαχθέντες ὑπὸ τῆς
θεοσοφίας τῶν Πατέρων αὐτοῦ
τὰ νοήματα μὴ ἀγνοεῖν, ἀφανῆ τὴν
ἀρχὴν ὡς ἐπίπαν τοῖς πολλοῖς τυγχάνοντα, οὐδέποτ᾽ ἂν ὑμᾶς κοινωνοὺς
δεξαίμεθα, μέχρις ἂν καὶ
ἐκ τοῦΥἱοῦ τὸ
Πνεῦμα λέγητε»8. Οἱ δύο πατριάρχες καὶ ὅσοι τοὺς ἀκολουθοῦν στὴν
κοινωνία μὲ τὸν αἱρετικὸ πάπα εἶναι
ἐκτὸς τῆς ὁδοῦ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἐκτὸς
τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Σημειώσεις:
1. Διάλογος 21, PG 155,
108 BC.
2. Ἐπιστολὴ περὶ τῶν Μακαρισμῶν 5, εἰς D. Balfour, Συμεὼν ἀρχιεπισκόπου
Θεσσαλονίκης (1416/17-1429), Ἔργα Θεολογικά, Ἀνάλεκτα Βλατάδων 34, Θεσσαλονίκη
1981, σελ. 226.
3. Β´ Κορ. 6,
14-18.
4. «Καθολική» 36 (1964),
φύλ. 1412, σελ. 4. Περισσότερα βλ. εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ,
Οὐνία. Ἡ καταδίκη καὶ ἡ ἀθώωση (στὸ Freising καὶ στὸ Balamand),
Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 63-64).
5. V. LAURENT, Le «Memoires» du Grand
Ecclesiarque de l' Eglise de Constantinople Solvestre Syropoulos sur le concile
de Florence (1438-1439), Paris
1971, σελ. 244.
6. Mansi 17A καὶ 18Α, 517Α.
7. Ἐγκύκλιος ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς τῆς Ἀνατολῆς ἀρχιερατικοὺς θρόνους 33, PG 102, 736 B.
8.Λόγος πρῶτος ὅτι οὐχὶ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ἀλλ᾽ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, εἰς ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, Συγγράμματα, ἔκδ. Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Θεσσαλονίκη 1962, τόμ. Α/, σελ.
26.
Ορθόδοξος Τύπος, 13/6/2014
thriskeftika
Ορθόδοξος Τύπος, 13/6/2014
thriskeftika
Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014
Ο θεολόγος της Ρωμιοσήνης π. Ιωάννης Ρωμανίδης
Ο Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών π. Γεώργιος Μεταλληνός μιλάει για την θεολογική συμβολή του π. Ιωάννη Ρωμανίδη.
pemptousia
Ετικέτες
π. Ιωάννη Ρωμανίδης
Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014
π. Γεώργιος Καψάνης -Ορθοδοξία: Η ελπίδα των λαών της Ευρώπης
Στο κείμενο αυτό
επισημαίνεται ότι η Ορθόδοξος αυτοσυνειδησία δεν μας επιτρέπει να παρακάμπτωμε
το γεγονός ότι η Ορθοδοξία δεν ημπορεί να συναποτελή μαζί με τον Δυτικό
Χριστιανισμό μία ενιαία "χριστιανική ταυτότητα", αλλά αντιθέτως μας
υποχρεώνει να τονίσωμε ότι η Ορθοδοξία είναι η λησμονημένη από την Ευρώπη
πρωτογενής της Πίστις, η οποία πρέπει κάποτε να αποτελέση εκ νέου την
χριστιανική της ταυτότητα.
Η Ενωμένη Ευρώπη του
21ου αιώνος αναζητεί την ταυτότητα της. Η «ευρωπαϊκή ταυτότης» δεν αποτελούσε
αντικείμενο σοβαρού προβληματισμού, εφ' όσον την διεμόρφωναν μόνον οικονομικοί
και πολιτικοί παράγοντες. Αφ' ότου όμως πολιτισμικοί και ιδίως θρησκευτικοί
παράγοντες έπρεπε να ληφθούν υπ' όψιν κατά την αναζήτησί της, αναπτύχθηκαν
σοβαρές συζητήσεις, έντονες διαφωνίες και οξείες διαμάχες γύρω από την αναφορά
ή μη του «Ευρωπαϊκού Συντάγματος» στην χριστιανική ταυτότητα της Ευρώπης.
Τί σημαίνει όμως
«χριστιανική ταυτότης της Ευρώπης» για τους Ορθοδόξους λαούς μας; Πόσο χριστιανική
είναι η «χριστιανική ταυτότης της Ευρώπης»;
Όσοι καλοπροαίρετα
αγωνίζονται για την ενίσχυσι της χριστιανικής ταυτότητος της Ευρώπης ομιλούν συνήθως
γι' αυτήν ωσάν να πρόκειται για ένα ιστορικό δεδομένο ή έναν κώδικα
χριστιανικών αρχών και αξιών, στις οποίες ημπορούν να συγκλίνουν οι χριστιανικοί
λαοί με την βοήθεια των οικουμενικών επαφών και διαχριστιανικών διαλόγων. Οι
Χριστιανοί της Ευρώπης επιδιώκουν να την εξασφαλίσουν θεσμικά, επειδή
φοβούνται το ενδεχόμενο του θρησκευτικού αποχρωματισμού της ηπείρου των, την
αλλοίωσι της χριστιανικής της ιδιοπροσωπίας λόγω των πληθυσμιακών μεταβολών
(μετανάστευσις κ.λπ.) ή τον αποκλεισμό των χριστιανικών
"διεκκλησιαστικών" οργανισμών από τα κέντρα λήψεως αποφάσεων στην
Ευρώπη. Ακολουθώντας την ίδια λογική, και οι προτάσεις επισήμων Ορθοδόξων
εκπροσώπων επικεντρώνονται στην ενίσχυσι μιας θεσμικής χριστιανικής παρουσίας
στην Ευρώπη.
Στο κείμενο αυτό
επισημαίνεται ότι η Ορθόδοξος αυτοσυνειδησία δεν μας επιτρέπει να παρακάμπτωμε
το γεγονός ότι η Ορθοδοξία δεν ημπορεί να συναποτελή μαζί με τον Δυτικό
Χριστιανισμό μία ενιαία "χριστιανική ταυτότητα", αλλά αντιθέτως μας
υποχρεώνει να τονίσωμε ότι η Ορθοδοξία είναι η λησμονημένη από την Ευρώπη
πρωτογενής της Πίστις, η οποία πρέπει κάποτε να αποτελέση εκ νέου την χριστιανική
της ταυτότητα.
* * *
* * *
Ζώντες στο περιβάλλον
του Αγίου Όρους και στην πνευματική ατμόσφαιρα που αυτό δημιουργεί, αντιλαμβανόμεθα
ότι η Ορθόδοξος κληρονομιά μας δεν πρέπει να μετρήται με τα μέτρα του κόσμου
τούτου. Τα τελευταία χρόνια γινόμεθα μάρτυρες της ευλαβείας και της βαθειάς
πίστεως των προσκυνητών του Αγίου Όρους, πολλοί εκ των οποίων έρχονται με πολύ
κόπο και με μεγάλα έξοδα από τις ομόδοξες χώρες της Βαλκανικής και από την
Ρωσσία.
Στην συνείδησι όλων
αυτών των ευσεβών Ορθοδόξων Χριστιανών, αλλά και όσων εκπροσωπούν στην χώρα
τους, η Ορθοδοξία δεν έχει συνήθως την έννοια, που της αποδίδουν όσοι την
βλέπουν ή την αντιμετωπίζουν με ιδεολογικά ή κοινωνιολογικά κριτήρια, όσοι
δηλαδή συνηθίζουν να βλέπουν στην καθ' ημάς Ανατολή αντιδυτικά «Ορθόδοξα» τόξα
παράλληλα προς τα μουσουλμανικά, ή θεωρούν την Ορθοδοξία ως εθνικιστική δύναμι
των λαών που την ασπάζονται.
Όσο και αν οι Ορθόδοξοι
δημιουργούμε τέτοιες εντυπώσεις, λόγω των προσωπικών μας ατελειών ή των
συλλογικών μας αστοχιών, έχουμε βαθειά ριζωμένη στην συνείδησί μας την
πεποίθησι ότι η Ορθοδοξία είναι κάτι πολύ πιο ουσιαστικό, ουράνιο, ακατάλυτο:
είναι το ανεκτίμητο δώρο του αγίου Τριαδικού Θεού στον κόσμο, η «άπαξ
παραδοθείσα τοις αγίοις πίστις» (Ιούδ. 3), την οποία η Ορθόδοξος Εκκλησία μας
διασώζει ακέραια, χωρίς αιρετικές παραχαράξεις, και την οποία με πολλές θυσίες
διαφυλάξαμε σε δύσκολους καιρούς, προκειμένου να μη χάσουμε την ελπίδα της
αιωνίου ζωής.
Οι Ορθόδοξοι λαοί
είμαστε ηλεημένοι από τον άγιο Θεό να φέρωμε την σφραγίδα του Ορθοδόξου αγίου
Βαπτίσματος, να κοινωνούμε της αγίας Ορθοδόξου Ευχαριστίας, να ακολουθούμε με
ταπείνωσι την δογματική διδασκαλία των αγίων επτά Οικουμενικών Συνόδων ως
μοναδική οδό σωτηρίας, και να τηρούμε «την ενότητα του πνεύματος εν τω
συνδέσμω της ειρήνης» (Εφ. δ' 3). Φέρομε ομολογουμένως την παρακαταθήκη της
Ορθοδόξου Πίστεως «εν οστρακίνοις σκεύεσι» (Β' Κορ. δ' 7), εν τούτοις όμως αυτή
συνιστά Χάριτι Θεού τον λόγο «της εν ημίν ελπίδος» (Α' Πέτρ. γ' 15).
Η Ορθόδοξος Εκκλησία
μας δεν είναι απλώς κιβωτός της εθνικής ιστορικής μας κληρονομιάς. Πρωτίστως
και κυρίως είναι η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.
Για να μη χάσουν την
ελπίδα της εν Χριστώ αιωνίου σωτηρίας, σε εποχές δύσκολες οι Ορθόδοξοι λαοί των
Βαλκανίων διετήρησαν την Ορθόδοξο Πίστι τους με την θυσία χιλιάδων νεομαρτύρων,
αντιστεκόμενοι τόσο στον εξισλαμισμό όσο και στον εξουνιτισμό(1). Γι' αυτό η
πρόσφατος, μετά την κατάρρευσι των αθεϊστικών καθεστώτων, αναζωπύρωσις της
Ουνίας και η δραστηριότης των νεο-προτεσταντικών Ομολογιών μεταξύ Ορθοδόξων
πληθυσμών αποτελούν σοβαρότατες προκλήσεις για τους Ορθοδόξους. Και ως τέτοιες
πρέπει να αντιμετωπίζωνται, επειδή για μία ακόμη φορά θέτουν υπό διακινδύνευσι
την σωτηρία απλοϊκών ψυχών, «υπέρ ων Χριστός απέθανε» (πρβλ. Ρωμ. ιδ' 15).
Στις δυτικές κοινωνίες
εξάλλου, τις εκ παραδόσεως ρωμαιοκαθολικές και προτεσταντικές, όπου υπάρχουν
και δραστηριοποιούνται Ορθόδοξες ενορίες, η Ορθόδοξος παρουσία πρέπει να είναι
σεμνή μαρτυρία περί του αυθεντικού Χριστιανισμού, τον οποίον στερήθηκαν επί
αιώνες οι κοινωνίες αυτές, λόγω των παπικών και προτεσταντικών παρεκκλίσεων από
την αποστολική Πίστι. Κάθε φορά που η νοσταλγική αναζήτησις της ανόθευτου
χριστιανικής Πίστεως κορυφώνεται στην επιστροφή ετεροδόξων Χριστιανών στην
αγκάλη της Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, της Ορθοδόξου,
εκφράζεται η ιεραποστολική φύσις της Εκκλησίας. Επιστρέφοντες οι ετερόδοξοι
στην Ορθόδοξο Εκκλησία, δεν εγκαταλείπουν μία εκκλησία για να ασπασθούν μία
άλλη, όπως λανθασμένα θεωρείται. Στην πραγματικότητα αφήνουν ένα ανθρωποκεντρικό
εκκλησιαστικό σχήμα και επανευρίσκουν την μία και μοναδική Εκκλησία του
Χριστού, γίνονται μέλη του σώματος του Χριστού και επαναπροσανατολίζονται στην
πορεία της θεώσεως.
Δυστυχώς, αντίθετη
κατεύθυνσι ακολουθεί ο συγκρητιστικός Οικουμενισμός, τον οποίον εκφράζουν θεσμικά
όργανα της Οικουμενικής λεγομένης Κινήσεως και φορείς του παποκεντρικού
Οικουμενισμού. Επειδή παραθεωρούν την Ορθόδοξο Εκκλησιολογία και ακολουθούν
την προτεσταντική «θεωρία των κλάδων» ή την νεωτέρα ρωμαιοκεντρική θεωρία των
«αδελφών εκκλησιών», θεωρούν ότι η Αλήθεια της Αποστολικής Πίστεως, ή μέρος
αυτής, διασώζεται σε όλες τις Χριστιανικές εκκλησίες και ομολογίες. Γι' αυτό
κατευθύνουν τις προσπάθειές τους στην πραγματοποίησι μιας ορατής ενότητος των
Χριστιανών, ανεξαρτήτως βαθυτέρας ενότητος στην Πίστι.
Υπό την έννοια αυτή η
οικουμενιστική "θεολογία" εξισώνει το Ορθόδοξο Βάπτισμα (τριπλή
κατάδυσι) με το ρωμαιοκαθολικό ράντισμα, θεωρεί την αίρεσι του Filioque
δογματικά ισοδύναμη με την Ορθόδοξο διδασκαλία περί της εκπορεύσεως του Αγίου
Πνεύματος εκ μόνον του Πατρός, μεθερμηνεύει το πρωτείο εξουσίας του Πάπα της
Ρώμης ως πρωτείο διακονίας, ονομάζει θεολογούμενον την Ορθόδοξο διδασκαλία
περί διακρίσεως ουσίας και ενεργείας στον Θεό και περί ακτίστου θείας Χάριτος, κ.ά.
Πρόκειται για έναν
επιπόλαιο οικουμενισμό, για τον οποίο έγραφε εύστοχα ο αείμνηστος π. Δημήτριος
Στανιλοάε: «Δημιουργείται κάθε τόσο, από την μεγάλη επιθυμία για ένωση, ένας
εύκολος ενθουσιασμός, που πιστεύει πως μπορεί με την συναισθηματική του θερμότητα
να ρευστοποίηση την πραγματικότητα και να την ξαναπλάση χωρίς δυσκολία.
Δημιουργείται ακόμα και μία διπλωματική συμβιβαστική νοοτροπία, που νομίζει
πως μπορεί να συμφιλίωση με αμοιβαίες υποχωρήσεις δογματικές θέσεις ή
γενικώτερες καταστάσεις, που κρατούν τις εκκλησίες χωρισμένες. Οι δυο αυτοί
τρόποι, με τους οποίους αντιμετωπίζεται -ή παραθεωρείται- η πραγματικότητα,
φανερώνουν μία κάποια ελαστικότητα ή κάποια σχετικοποίηση της αξίας που αποδίδεται
σ' ωρισμένα άρθρα πίστεως των εκκλησιών. Η σχετικοποίηση αυτή αντικαθρεφτίζει
ίσως την πολύ χαμηλή σημασία, που ωρισμένες χριστιανικές ομάδες -στο σύνολό
τους ή σ' ωρισμένους από τους κύκλους τους- δίνουν σ' αυτά τα άρθρα της
πίστεως. Προτείνουν πάνω σ' αυτά, από ενθουσιασμό ή διπλωματική νοοτροπία,
συναλλαγές και συμβιβασμούς, ακριβώς γιατί δεν έχουν τίποτα να χάσουν με αυτά
που προτείνουν. Οι συμβιβασμοί όμως αυτοί παρουσιάζουν μεγάλο κίνδυνο για
Εκκλησίες, όπου τα αντίστοιχα άρθρα έχουν σπουδαιότητα πρώτης γραμμής. Για τις
Εκκλησίες αυτές παρόμοιες προτάσεις συναλλαγής και συμβιβασμού ισοδυναμούν με
απροκάλυπτες επιθέσεις»(2).
Παραλλήλως οι
προτεσταντικές Ομολογίες, οι οποίες έχουν φθάσει μέχρις αρνήσεως θεμελιωδών
δογμάτων Πίστεως (της ιστορικότητος της Αναστάσεως, της αειπαρθενίας της Θεοτόκου
κ.ά.) και αποδοχής αντιευαγγελικών ηθών (γάμος ομοφυλοφίλων κ.λπ.), εξισώνονται
στα πάνελς του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών με τις αγιώτατες Τοπικές
Ορθόδοξες Εκκλησίες. Η θεωρία της «απομυθεύσεως», η "θεολογία" του
"θανάτου του Θεού", η χειροτονία γυναικών σε ιερατικούς βαθμούς, η
ιερολογία γάμου ομοφυλοφίλων, αναμφίβολα δεν αποτελούν στοιχεία της
χριστιανικής μας ταυτότητος.
Ο προτεσταντισμός
περιήλθε σε βαθύτατη κρίσι πίστεως. Ο Frank Schaeffer, ο επώνυμος αμερικανός
προτεστάντης που μετά από πολυετή και σκληρή προσωπική αναζήτησι έγινε
Ορθόδοξος, στο βιβλίο του Dancing Alone, The Quest for Orthodox Faith in the
Age of False Religion, Regina Orthodox Press, Salisburg, USA (σε ελληνική
μετάφρασι με τίτλο: Αναζητώντας την Ορθόδοξη Πίστη στον αιώνα των ψεύτικων
θρησκειών (2), εκδ. Μακρυγιάννη, Κοζάνη 2004), δίνει πολλά ενδιαφέροντα
στοιχεία, που αποκαλύπτουν την έκπτωσι του προτεσταντισμού από την Αλήθεια της
Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
Προέκτασι και
αναπόφευκτη συνέπεια του διαχριστιανικού συγκρητισμού αποτελεί ο
διαθρησκειακός συγκρητισμός, ο οποίος αναγνωρίζει δυνατότητα σωτηρίας σε όσους
ανήκουν σε μία από τις μονοθεϊστικές θρησκείες. Ορθόδοξος επίσκοπος έγραψε ότι
«κατά βάθος, μία εκκλησία και ένα τέμενος [τζαμί]... αποβλέπουν στην ίδια
πνευματική καταξίωση του άνθρωπου»(3). Ο διαθρησκειακός συγκρητισμός δεν
διστάζει ακόμη να αναγνωρίση σωτηριώδεις οδούς σε όλες τις θρησκείες του
κόσμου(4). Προ ολίγων ετών καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών έγραψε ότι
ημπορεί να ανάψη κερί μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, όπως και μπροστά στο
άγαλμα μιας από τις θεές του Ινδουισμού.
Ορθόδοξοι επίσκοποι,
κληρικοί και θεολόγοι έχουν δυστυχώς επηρεασθή από την συγκρητιστική αυτή νοοτροπία.
Με τις θεολογικές τους απόψεις, τις οποίες οι εκκοσμικευμένοι άρχοντες και
διανοούμενοι συνήθως ακούουν και αναγνωρίζουν ως Ορθόδοξες, συντελούν ώστε η
νοοτροπία αυτή να υπερβή τα στενά όρια των προσωπικών τους αντιλήψεων και να
αποτελέση "γραμμή" με στόχους και επιδιώξεις. Σε αυτή την προοπτική
η αγάπη, χωρίς αναφορά στην δογματική αλήθεια, καθιερώνεται κριτήριο ενότητος
των Χριστιανών, ενώ η εμμονή στις παραδοσιακές Ορθόδοξες θεολογικές θέσεις
αποδοκιμάζεται ως μισαλλοδοξία και φονταμενταλισμός.
Όσον αφορά το πως η
οικουμενιστική νοοτροπία οικοδομεί τον τύπο μιας κατ' επίφασιν χριστιανικής
ταυτότητος της Ευρώπης, είναι χαρακτηριστικές οι «δεσμεύσεις» των εκπροσώπων
των χριστιανικών εκκλησιών που υπέγραψαν την Οικουμενική Χάρτα στις 22
Απριλίου 2001(5).
Όμως η
"χριστιανική" αυτή ταυτότητα της Ευρώπης πολύ απέχει από την αληθινή
χριστιανική ταυτότητα των ευρωπαϊκών λαών. Πρέπει να τονισθή με κάθε έμφασι ότι
αδικείται η Ευρώπη, όταν της προσάπτωμε μία ταυτότητα που δεν είναι αληθινά
χριστιανική αλλά μόνο κατ' επίφασι. Ένας νοσηρός, ένας νοθευμένος,
Χριστιανισμός δεν είναι ο Χριστιανισμός των κατακομβών της Ρώμης, του αγίου
Ειρηναίου Λουγδούνου, των Ορθοδόξων μοναχών της Σκωτίας και της Ιρλανδίας,
γενικώς ο Χριστιανισμός της πρώτης χιλιετίας. Ένας νοθευμένος Χριστιανισμός δεν
ημπορεί να προστατεύση την Ευρώπη από την εισβολή μη χριστιανικών αντιλήψεων
και ηθών στις κοινωνίες της.
Είναι ήδη γνωστό ότι οι
πολλοί Ευρωπαίοι κουράσθηκαν από τον ξηρό ορθολογισμό, νοσταλγούν τον χαμένο
μυστικισμό, και γι' αυτό ασπάζονται τον μουσουλμανισμό, τον βουδισμό ή τον
ινδουισμό, παραδίδονται στον εσωτερισμό ή επιδιώκουν μεταφυσικές εμπειρίες σε
νεοεποχιτικά κινήματα. Αναφέρεται ότι μόνο στην Ιταλία λειτουργούν περί τα 500
μουσουλμανικά τεμένη, ενώ στην Γαλλία το 5% του πληθυσμού είναι μουσουλμάνοι.
Η Ορθόδοξος Εκκλησία
κατέχει την Αλήθεια. Στο κέντρο της έχει τον Χριστό. Σε αυτήν όλα είναι
θεανθρώπινα, γιατί όλα προσφερόμενα στον Θεάνθρωπο Κύριο χαριτώνονται από την
άκτιστο Χάρι του Αγίου Πνεύματος. Γι' αυτό ημπορεί να αναπαύση τις ψυχές που
αναζητούν καλοπροαίρετα την ελευθερία τους από τον ασφυκτικό κλοιό του
ορθολογισμού, του επιστημονισμού, του υλισμού, του ιδεαλισμού, της τεχνοκρατίας.
Γι' αυτό δεν πρέπει να συρθή η Ορθοδοξία μέσα στην συγκρητιστική χοάνη, δεν
πρέπει να χαθή η ελπίς του σύμπαντος κόσμου.
Ως Ορθόδοξοι ποιμένες
και ως Ορθόδοξοι πιστοί έχουμε χρέος να διαφυλάξωμε την ιερά παρακαταθήκη της
Ορθοδόξου Πίστεώς μας. Ο Απόστολος των Εθνών παραγγέλλει στους πρεσβυτέρους
της Εφέσου και στους ποιμένας της Εκκλησίας μέχρι σήμερα: «Προσέχετε ουν εαυτοίς
και παντί τω ποιμνίω, εν ω υμάς το Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους, ποιμαίνειν
την Εκκλησίαν του Θεού, ην περιεποιήσατο δια του ιδίου αίματος» (Πράξ. κ' 28).
Και ο ίδιος στον πιστό λαό της Θεσσαλονίκης και όλης της Εκκλησίας: «αδελφοί,
στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις, ας εδιδάχθητε» (Β' Θεσ. β' 15).
Η Γηραιά Ήπειρος στον
τομέα της Πίστεως έχει αστοχήσει. Η Νέα Εποχή απειλεί ανοικτά πλέον τις ευρωπαϊκές
κοινωνίες με αποχριστιανισμό. Δεν είναι παράδοξο. Η Ευρώπη έστρεψε τα νώτα
στον Χριστό, κάποτε τον έδιωξε, όπως εύστοχα παρατηρούν ο Ντοστογιέφσκυ στον
Μέγα Ιεροεξεταστή(6) και ο άγιος Νικόλαος επίσκοπος Ζίτσης(7).
Η Ορθόδοξος Εκκλησία
οφείλει να εκδηλώση το χάρισμα και την αποστολή της, να διακηρύξη στους λαούς
της Ευρώπης ότι, εάν υπάρχη κάτι που μπορεί να σώση την Ευρώπη σε αυτή την
κρίσιμη φάσι της ιστορίας της, είναι η Ορθοδοξία. Ας μη στερήσουμε εμείς οι
ίδιοι από την Ορθόδοξο Εκκλησία μας την δυνατότητα να δώση αυτό το σωτήριο
μήνυμα στους λαούς της Ευρώπης, εξισώνοντας την Ορθόδοξο Πίστι με την αίρεσι
στην συγκεχυμένη προοπτική και το ασαφές όραμα του συγκρητιστικού
Οικουμενισμού. Μπορούμε να συντελέσουμε σε έναν υγιή, απολύτως Ορθόδοξο,
Οικουμενισμό, αποκαλύπτοντας στους ετεροδόξους Χριστιανούς το Μυστήριο του
Θεανθρώπου και της Εκκλησίας Του, και διακηρύσσοντας μαζί με τον μακαριστό
και ομολογητή Γέροντα Ιουστίνο Πόποβιτς: «Η έξοδος από όλα τα αδιέξοδα,
ανθρωπιστικά, οικουμενιστικά, παπιστικά, είναι ο ιστορικός Θεάνθρωπος Κύριος
Ιησούς Χριστός και το ιστορικόν θεανθρώπινον οικοδόμημά Του, η Εκκλησία, της
οποίας Αυτός είναι η αιωνία Κεφαλή και η οποία είναι το αιώνιον Αυτού Σώμα. Η
Αποστολική, Αγιοπατερική, Αγιοπαραδοσιακή, Αγιοσυνοδική, Καθολική Ορθόδοξος
Πίστις είναι το φάρμακον της αναστάσεως από όλας τας αιρέσεις, όπως και αν αύται
ονομάζωνται. Εις τελευταίαν ανάλυσιν, κάθε αίρεσις είναι από τον άνθρωπον και
"κατ' άνθρωπον"· κάθε μία από αυτάς τοποθετεί τον άνθρωπον εις την
θέσιν του Θεανθρώπου, αντικαθιστά τον Θεάνθρωπον δια του ανθρώπου. Με τούτο
αρνείται και απορρίπτει την Εκκλησίαν... Η μόνη σωτηρία από αυτό είναι η
αποστολική θεανθρωπίνη πίστις, δηλαδή ολική επιστροφή εις την θεανθρωπίνην
οδόν των αγίων Αποστόλων και των αγίων Πατέρων. Τούτο δε σημαίνει επιστροφήν
εις την άμωμον ορθόδοξον πίστιν των και εις τον Θεάνθρωπον Χριστόν, εις την
κεχαριτωμένην θεανθρωπίνην ζωήν των εν τη Εκκλησία δια του Άγιου Πνεύματος, εις
την εν Χριστώ ελευθερίαν των... Άλλως, χωρίς την αποστολικήν και αγιοπατερικήν
οδόν, χωρίς την αποστολικήν και αγιοπατερικήν ακολούθησιν όπισθεν του μόνου αληθινού
Θεού εις όλους τους κόσμους, και την λατρείαν του μόνου αληθινού και Αειζώου
Θεού, του Θεανθρώπου και Σωτήρος Χριστού, είναι βέβαιον ότι ο άνθρωπος θα
καταποντισθή εις την νεκράν θάλασσαν της ευρωπαϊκής πολιτισμένης ειδωλολατρίας
και αντί του Ζώντος και Αληθινού Θεού, θα λατρεύση τα ψευδοείδωλα του αιώνος
τούτου, εις τα οποία δεν υπάρχει σωτηρία, ούτε ανάστασις, ούτε θέωσις δια το
θλιμμένον ον, το ονομαζόμενον άνθρωπος(8).
ΠΑΡΑΠΟΜΠΑΙ:
(1) Αρχιμ. Γεωργίου Καψάνη, Καθηγουμένου Ιεράς
Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, «Η Εκκλησιολογική Αυτοσυνειδησία των
Ορθοδόξων από της Αλώσεως μέχρι των αρχών του 20ού αιώνος», στον συλλογικό τόμο
«ΕΙΚΟΣΙΠΕΝΤΑΕΤΗΡΙΚΟΝ» (αφιέρωμα στον Μητροπολίτη Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως
κ. Διονύσιο), Θεσσαλονίκη 1999, σ. 124. Βλ. επίσης Αθανασίου Γιέβτιτς,
επισκόπου Βανάτου (νυν πρώην Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης), «Η Ουνία εναντίον της
Σερβικής Ορθοδοξίας», στον συλλογικό τόμο «Η ΟΥΝΙΑ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ», εκδ.
Αρμός, Αθήναι 1992. Περί της δραστηριότητος της Ουνίας στην Τρανσυλβανία, βλ.
«30 Βίοι Ρουμάνων Αγίων», εκδ. Ορθοδόξου Κυψέλης, Θεσ/νίκη 1992, σ. 123.
(2) Dimitru Staniloae, «Για ένα Ορθόδοξο
Οικουμενισμό», έκδ. Άθως, Πειραιεύς 1976, σ. 19-20.
(3) «Ορθοδοξία και Ισλάμ», έκδ. Ιεράς Μονής
Οσίου Γρηγορίου 1997, σ. 16.
(4) Ένθ' ανωτ., σ. 9-11.
(5) Βλ. Περιοδ. «Απόστολος Βαρνάβας», Λευκωσία
Κύπρου, τ.10/2001, σ. 411-423.
(6) Φ. Ντοστογιέβσκη, «Αδελφοί Καραμάζωφ»,
έκδ. Γκοβόστη, Αθήναι, σ. 99-121.
(7) Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς, «Ορθόδοξος
Εκκλησία και Οικουμενισμός», έκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/νίκη 1974, σ. 238 και
251-252.
(8) Ένθ' ανωτ. σ. 256-257.
Ετικέτες
π. Γεώργιος Καψάνης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






