.

.

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας



Σε κανέναν Άγιο της Εκκλησίας μας δεν έκανε τόσες και τέτοιες άγριες επιθέσεις πειρασμών ο διάβολος, όσες στον Μέγα Αντώνιο. Μεταχειρίστηκε ο δόλιος όλα τα μέσα για να τον γκρεμίσει, άλλα δεν μπόρεσε. Πάμπλουτος αλλά Αγράμματος Το 251 μ.Χ. γεννήθηκε στην Αίγυπτο ένα μεγάλο και φωτεινό αστέρι της χριστιανοσύνης: Ο Μέγας Αντώνιος. Ιδιαίτερη πατρίδα του ήτανε ένα μικρό χωριό, Κόμα ονομαζόμενο, που βρισκότανε ανατολικά της όχθης του ποταμού Νείλου, στην Νότιο Μέμφιδα. Οι γονείς του ήτανε πλούσιοι και ευσεβείς χριστιανοί. Μπορούσανε να δώσουμε μεγάλη μόρφωση στον μικρό τους Αντώνιο και να τον αναδείξουν μεγάλο επιστήμονα, αλλά τους φόβιζε η συναναστροφή στο σχολείο με τα παιδιά των ειδωλολατρών. Δεν θέλανε να χάση την πίστη του το παιδί τους, από την πλάνη της ειδωλολατρίας. Προτιμούσανε να δούνε  το παιδί του στον Παράδεισο αγράμματο, παρά γραμματισμένο στην Κόλαση. Έμεινε, λοιπόν, εξαιτίας αυτού, τελείως αγράμματος ο Αντώνιος. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να αναδειχθεί Μέγας. Οι γονείς του, όμως, φροντίσανε πολύ για την χριστιανική ανατροφή του. Τον μεγαλώσανε με τις αρχές του Ευαγγελίου και του δείξανε τους δύο δρόμους, που θα τον γλύτωναν από τις παγίδες του διαβόλου:
τον δρόμο του σπιτιού και τον δρόμο της Εκκλησίας. Σε ηλικία 18 ετών, έμεινε ορφανός με μια αδελφή. Ο θάνατος των γονέων του, τον έβαλε στην αρχή σε λύπη και σε βαθύ συλλογισμό. Κατάλαβε τότε, πόσο μάταιος είναι τούτος ο κόσμος και πόσο γρήγορα είναι το πέρασμα του άνθρωπου από την προσωρινή αυτή ζωή.
 
Αναχωρεί στην έρημο
Μια Κυριακή ακούει στην Εκκλησία την Ευαγγελική περικοπή, στην οποία συζητάει ο Χριστός μ’ ένα πλούσιο νεαρό και του δείχνει, τον δρόμο της τελειότητας και της σωτηρίας της ψυχής του.
Ο Χριστός, αφού ακούει τον νεαρό πλούσιο, να του λέγει, ότι έχει ζήσει σύμφωνα με τις εντολές του Θεού, του υπογραμμίζει: «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, πώλησόν σου τά ὑπάρχοντα καί διάδος πτωχοῖς καί δεῦρο ἀκολουθεῖ μοί καί ἕξεις θησαυρόν ἐν οὐρανῶ». Τα λόγια αυτά του Ευαγγελίου, κάνουν βαθειά εντύπωση στην ψυχή του Αντωνίου. Γυρίζει στο σπίτι του σκεφτικός και κυριευμένος από αγωνία.
Νομίζει, ότι η φωνή του Κυρίου τον καλεί κι αυτόν, όπως εκείνον τον νέον, να τον ακούσει και να τον ακολουθήσει. Υπακούει αμέσως και χωρίς αναβολή.
Πουλάει όλα του τα κτήματα. Από την πώληση τους, πήρε πολλά χρήματα. Το χρυσάφι όμως, δεν του τράβηξε την καρδιά. Το έδωσε στην Εκκλησία, το μοίρασε στους φτωχούς και στους δυστυχισμένους. Αυτός κράτησε μόνο για την αδελφή του ελάχιστα χρήματα. Έπειτα εμπιστεύεται την αδελφή του σ’ ένα Κοινόβιο παρθένων, σ’ έναν παρθεώνα. Εκεί, ζούσανε ενάρετες γυναίκες μαζί και επεδίδοντο σε έργα αγάπης. Φεύγει κι’ αυτός, όχι πολύ μακριά από το σπίτι του κι’ άρχισε την ασκητική ζωή. Δεν υπάρχουν ακόμη μοναστήρια την εποχή εκείνη συγκροτημένα, όπως είναι σήμερον. Γι’ αυτό καταφεύγει σ’ ένα ερημητήριο των περιχώρων. Εκεί, βρίσκει, ένα Γέροντα ασκητή, ο όποιος αναλαμβάνει να τον καθοδηγήσει στην αρετή. Να φτιάξη ψυχή ο άνθρωπος χρειάζεται άσκησης. Τα πάθη δεν βγαίνουν, χωρίς αγώνα. «Ὑποπιάζω μου τό σῶμα καί δουλαγωγῶ», έλεγε ο Παύλος, «μήποτε ἄλλοις κηρύξας ἐγώ αὐτός ἀδόκιμος γένωμαι». Προσεύχεται στο Θεό. Του ζητάει να τον βοηθήσει στον αγώνα του, για την σωτηρία της ψυχής του. Ξενυχτάει, τώρα, πολλές φορές στην άσκηση και στην προσευχή. Τρώγει ελάχιστα. Η τροφή του είναι ένα ξερό κομμάτι ψωμί και νερό. Τρώγει μόνο μια φορά την ήμερα. Μερικές μάλιστα μέρες, περνούν, χωρίς να βάλει τίποτε στο στόμα του. Άλλοτε, πάλι γεύεται το ξεροκόμματο, αφού περάσουν τρεις και τέσσερες μέρες εξαντλητικής νηστείας.
Οι πρώτοι πειρασμοί Ο διάβολος όμως, βλέπει την μεγάλη πρόοδο του Αντωνίου, στην αγιοσύνη, ταράζεται και στεναχωριέται. Βάζει αμέσως τότε σε ενέργεια τις παγίδες του και τα φοβερά σχέδιά του. Τον χτυπάει λοιπόν, πρώτα με τα πλούτη και τις ανέσεις: -Είσαι κουτός, του λέγει μέσα του, στην σκέψη του. Άφησες τόσα πλούτη και ήρθες εδώ στην ερημιά να πεθάνεις από την πείνα και από το κρύο! Δεν βλέπεις την δυστυχία, που σε πνίγει;
Ένα στρώμα δεν έχεις να στρώσης. Ζεστασιά δεν υπάρχει πουθενά. Δεν είναι για σένα ο τόπος αυτός. Θα πεθάνεις και είναι αμαρτία. Έπειτα μη ξεχνάς: Έχεις και αδελφή! Πώς την άφησες μόνη της; Είναι σωστό αυτό; Τι ευτυχισμένος είσαι τώρα εδώ, σε μια υγρή σπηλιά! Όλοι οι άλλοι, που ζούνε στον κόσμο, θα χαθούμε και συ μόνο θα σωθείς; Είναι άραγε σωστό αυτό που κάνεις; Όλες αυτές τις σκέψεις τις βάζει στον νου του Αντωνίου ο Σατανάς και περιμένει μ’ αγωνία το αποτέλεσμα. Τί θα γίνει; Θα τις δεχτεί; Θα υποκύψει ή όχι; Άλλα στις δύσκολες αυτές στιγμές του πειρασμού, ο άγιος δεν λυγίζει. Προσεύχεται πολύ. Παρακαλεί από τα βάθη της καρδία του τον Θεό να τον βοηθήσει. Η προσευχή του, η νηστεία του και η θέληση του, νικούν τον διάβολο και τον τρέπουν σε φυγή. Δεν πρόκειται όμως, να ησυχάσει. Ο διάβολος βάζει μπροστά νέο σχέδιο, πιο τολμηρό αυτή την φορά. Τον πολεμάει με την σάρκα. Εκμεταλλεύεται γι’ αυτό ο άθλιος την νεότητά του. Παρουσιάζει στην φαντασία του αισχρά θεάματα. Μεταμορφώνεται ο τρισάθλιος σε γυμνή γυναίκα και προσπαθεί εκεί στην ερημιά, να τον σκανδαλίσει και να τον νικήσει.
Αγωνίζεται μέρα νύχτα να τον γκρεμίσει. Τού παρουσιάζει κέντρα διασκεδάσεων και σκηνές οργίων. Κάνει ότι μπορεί, για να επιτύχει τους δόλιους σκοπούς του. Ο Άγιος, όμως συνεχώς προσεύχεται. Μένει ξάγρυπνος και παρακαλεί τον Θεό να του δώσει δύναμη ν’ αντέξει σ’ αυτή την άγρια επίθεση των πειρασμών του διαβόλου, για να επιτύχει μέχρι το τέλος στην άμυνά του, δεν τρώγει εντελώς τίποτε. Κόβει κι’ αυτό το ελάχιστο ξερό ψωμί, που έτρωγε κάθε βράδυ, και μένει μέρες ολόκληρες νηστικός. Ο Σατανάς δεν εγκαταλείπει όμως τον αγώνα.—Να το δόλωμα! Η υπερηφάνεια. Τώρα, είναι η ώρα να τον κάμω να υπερηφανευτεί. Παρουσιάζεται, λοιπόν, ο δαίμονας στον Άγιο με μορφή μαύρου παιδιού και του λέγει: —Αχ! Αντώνιε. Πολλούς πλάνεψα, πολλούς έβαλα κάτω και τους νίκησα, αλλά εσένα κουράστηκα να σε πολεμώ! Νομίζω, πώς δεν θα επιτύχω. Είσαι δυνατός. Σε παραδέχομαι. —Και ποιος είσαι εσύ; τον ρώτησε ο Μ. Αντώνιος. —Εγώ είμαι το πνεύμα της πορνείας και γαργαλίζω τους νέους στην πράξη αυτή. Ο Άγιος, δεν υπερηφανεύεται, όπως περίμενε ο σατανάς. Δεν είπε από μέσα του: Τί είμαι εγώ!, Μπράβο μου!, Τα κατάφερα, αλλά δόξασε το όνομα του Κυρίου, που του έδωσε, την δύναμη να νικήσει και είπε στον σατανά: —Ύπαγε οπίσω μου σατανά. Δεν σε φοβάμαι.

Μέρες αθλήσεως
Μετά τους πειρασμούς, ο Άγιος προσεύχεται με πολλή πίστη. Η νηστεία και η σκληραγωγία γινότανε πιο αυστηρή. Έκτος από το ελάχιστο ψωμί, που έτρωγε κάθε δύο τρεις η και τέσσερες μέρες, ούτε λάδι, ούτε κρασί, ούτε καμιά άλλη τροφή έβαζε στο στόμα του. Κοιμότανε δε πάνω σε μια παλιά ψάθα ή και εντελώς κάτω στο χώμα. Για ν’ ανεβάσει, λοιπόν, ακόμη πιο ψηλά τον αγώνα και την άθληση του την χριστιανική, καταφεύγει σ’ ένα παλαιό τάφο κι’ απομονώνεται. Εκεί του φέρνει την λίγη τροφή του, από καιρού εις καιρόν, κάποιος ευσεβής χριστιανός. Ο τάφος αυτός ήταν ευρύχωρος, σαν δωμάτιο

Ο Σατανάς επιτίθεται και πάλι
Γεμάτος οργή και μίσος για την αποτυχία του ο διάβολος, ξανακτυπάει τον Άγιο, για να τον κάνη να γυρίσει πίσω στον κόσμο και να τον ρίξει στην αμαρτία. Πηγαίνει την νύκτα και κάνει χαλασμό.
Του παρουσιάζεται με μορφές φιδιών, σκορπιών, λύκων, τίγρεων, που τον δαγκώνουν και του σχίζουν τις σάρκες. Ο Μέγας Αντώνιος λέει με γενναιότητα: —Δε θα με νικήσετε! ο αριθμό σας και ο θόρυβος σας δείχνουν την αδυναμία σας. Οι δαίμονες τον κτυπούν τότε μανιασμένα και τον αφήνουν εκεί με πληγές αναίσθητο και μισοπεθαμένο. Έτσι αναίσθητο τον βρίσκει ο χριστιανός, που του πήγε το πρωί το ψωμί του. Τον νομίζει για νεκρό. Τον μεταφέρει στο σπίτι του, κοντά στους συγγενείς και τους γνωστούς του. Συνέρχεται όμως, ο Άγιος την νύκτα και γυρίζει πάλι στον τάφο του μαρτυρίου του. —Εδώ είμαι! φωνάζει ο όσιος. Δεν με φοβίζουν τα ψεύτικα μαστίγιά σας. Κανένα μαρτύριο δεν θα με απομακρύνει από τον Δεσπότη μου Χριστό. Αγριεύουν οι δαίμονες, στη συνέχεια της μάχης, που δίνουν. Παρουσιάζονται σε χίλιες δυο μορφές ερπετών και θηρίων. Και ο Μέγας Αντώνιος, χωρίς να τα χάση είπε: —Εάν είχατε δύναμη, ένας και μόνο από σας, μπορούσε να με εξοντώσει. Επειδή ο Κύριος σας έχει κόψει τα νεύρα και σας έχει αφήσει χωρίς δύναμη, γι’ αυτό προσπαθείτε με το πλήθος, με την ψευτιά και την υποκρισία, να με φοβίσετε. Και γι’ αυτό μεταμορφώνεστε σε τόσα θηρία! Εμπρός λοιπόν! Εάν όμως δεν πήρατε άνωθεν εξουσία εναντίον μου, μη στέκεστε. Εάν όμως δεν πήρατε, τί ταράζεσθε; Οι δαίμονες ακούγοντας τα λόγια αυτά του Άγιου, έτριζαν τα δόντια τους, μια ακτίνα με θεϊκό φως κατέβηκε από τη στέγη του τάφου. Γαλήνη κι ησυχία απλώθηκε παντού. Το κορμί του Άγιου δεν πονούσε πλέον και δεν υπήρχαν πληγές στο σώμα του. Θεραπεύτηκαν από τον Κύριο. Ο μεγάλος ασκητής, καταλαβαίνει την θεία επίσκεψη και ρωτάει: —Πού ήσουνα, γλυκύτατέ μου Θεέ και δεν φανερωνόσουνα από την αρχή, να σταματήσεις τους πόνους του κορμιού μου; Δεκαέξι χρόνια, με έψησε ο σατανάς. Ακούστηκε τότε, μια φωνή, που του έλεγε: —Αντώνιε, εδώ ήμουνα και σε παρακολουθούσα αοράτως. Αλλά πρόσμενα να ιδώ τον αγώνα σου. Αφού, λοιπόν, δεν νικήθηκες, αλλά υπέφερες με πίστη, θα είμαι πάντοτε κοντά σου και θα κάνω το όνομά σου ξακουστό σ’ όλο τον κόσμο. Σηκώθηκε τότε ο Άγιος και προσευχήθηκε θερμά.

Για πιο αυστηρή άσκηση
Κατά το 285 μ.Χ., θέλει ν’ απομακρυνθεί περισσότερο από τον κόσμο. Ο Άγιος Αντώνιος ξεκινάει, για το σκληρό και δύσκολο δρόμο της ασκήσεως. Περνάει τον Νείλο ποταμό και προχωράει προς τα βουνά της δεξιάς όχθης του, που προεκτείνονται προς την Αραβία. Ο σκοτεινός διάβολος πλημμυρίζει από μίσος κατά του Άγιου. Καθώς τον βλέπει να προχωρεί, για πιο αυστηρή άσκηση και πρόοδο αγιοσύνης, ταράζεται. Δεν το βάζει όμως κάτω. Ετοιμάζεται να τον σκανδαλίσει, για τα τον ρίξει στην αμαρτία.
 
Ο Αργυρένιος δίσκος
Του πετάει, λοιπόν, στον δρόμο του εκεί που βάδιζε στην έρημο, ένα μεγάλο, αστραφτερό, αργυρένιο δίσκο! Ο Μέγας Αντώνιος κοντοστέκεται για λίγο και λέγει εκείνο, που κατάντησε παροιμιώδες:
Πόθεν δίσκος εν τη ερήμω;. Από που βρέθηκε ο δίσκος στην έρημο; Δική σου τέχνη είναι τούτο, διάβολε! είπε τότε ο Άγιος. Θέλεις να με εμπαίξεις. Δεν θα σού κάνω όμως την χάρη. Χάρισμά σου, λοιπόν. Πάρε τον δίσκο μαζί σου στην απώλεια, στο σκοτάδι της Κολάσεως, του φρικτού βασιλείου σου… Μόλις, όμως, είπε αυτά ο όσιος, ο δίσκος έγινε άφαντος! Ο δαίμονας είχε νικηθεί και πάλι. Σε λίγο ο Μέγας Αντώνιος συναντάει μπροστά του άφθονο χρυσάφι, που άστραφτε και γυάλιζε με τη λάμψη του. Για το χρυσάφι αυτό, δίνονται δύο εξηγήσεις.
Η μία είναι, ότι το  παρουσίασε ο διάβολος στον Άγιο, για να τον εμποδίση από τον θεάρεστο δρόμο του, για να του ανάψει την φλόγα της φιλαργυρίας και του πλούτου και έτσι να του αλλάξει τα  μυαλά. Η άλλη εξήγηση είναι, ότι το χρυσάφι αυτό, παρουσίασε ο Θεός στον Άγιο, για να δείξει στον διάβολο, ότι ο Αντώνιος, ούτε από το χρυσάφι παρασύρεται, ούτε με τίποτε άλλο αλλάζει την ευτυχία της πίστεώς του, που νοιώθει. Είναι στη Λυβική έρημο Πισπίρι, που βρίσκεται το σημερινό Δάρ -Ελ -Μεϊμούν. Φθάνει, λοιπόν, ο μεγάλος ασκητής βαθειά στην έρημο. Εδώ, αρχίζει ο Μ. Αντώνιος να ζει σε πιο αυστηρή άσκηση. Απομονωμένος από τον κόσμο εντελώς, βαθαίνει στα μυστήρια της ζωής και της Δημιουργίας.
Είκοσι ολόκληρα χρόνια,  προσεύχεται, νηστεύει, ξαγρυπνάει και αντιστέκεται στους πειρασμούς του διαβόλου. Οι επισκέπτες, που πηγαίνουν να τον δουν, ακούνε στο φρούριο άγριες κραυγές: —Φύγε από τον τόπον μας. Η έρημος είναι δική μας. Δεν θα μπορέσεις ν’ αντέξεις στις μηχανές μας.
Θα σε πιάσουμε στις παγίδες μας και στις ενέδρες μας! Οι επισκέπτες νομίζουνε στην αρχή, ότι οι φωνές είναι ανθρώπινες. Διαπιστώνουν όμως έπειτα, ότι πουθενά δεν υπάρχουν άνθρωποι, εκτός από τον γενναίο ασκητή. Καταλαβαίνουν τότε τί υπεράνθρωπη πάλη κάνει ο Άγιος με την πανουργία του διαβόλου και θαυμάζουν. Τότε ο Άγιος τους πλησιάζει γαλήνιος. Ανοίγει την εξώπορτα του φρουρίου και τους λέγει: —Μη φοβάστε, αγαπητοί μου. Αφήστε τον δαίμονα να χτυπιέται. Εσείς να κάνετε τον σταυρόν σας και να βαδίζετε άφοβα στον δρόμο σας.
 
Οδηγός και διδάσκαλος
Το όνομα του Μεγάλου Αντωνίου γίνεται ξακουστό. Ο θαυμασμός, για την αυστηρή ζωή, παρακινεί πολλούς να πάνε να τον δούνε. Πολλοί μοναχοί, τον βλέπουνε σαν φωτεινό παράδειγμα αγίας ζωής και θέλουν να τον μιμηθούν. Όταν, λοιπόν, μαθαίνουν που βρίσκεται, τρέχουν πολλοί με χαρά κοντά του. Κοιτάζουν με απορία το κοκαλιάρικο σώμα του και τα χάνουν. Αρκετοί, που πάσχουν από αρρώστιες, μόλος τον βλέπουν, γιατρεύονται. Πολλοί δαιμονισμένοι λυτρώνονται από τα δεσμά του διαβόλου. Ο Μέγας Αντώνιος, όλους τους δίδασκε. Δεν ήξερε βέβαια γράμματα, αλλά ο λόγος του ήτανε «ἅλατι ἠρτυμένος». Όσοι τον άκουγαν, ένοιωθαν αμέσως γαλήνη στην καρδιά του. Μεγάλωνε ο έρωτάς τους για την αρετή. Έφευγε από το σώμα τους η τεμπελιά, για τους πνευματικούς αγώνας και από την ψυχή τους ο καταστρεπτικός εγωισμός. Μάθαιναν όλοι τους, πώς να καταφρονούν τους πειρασμούς του πονηρού διαβόλου και πώς να πλησιάζουν περισσότερο τον Χριστό.

Στην Αλεξάνδρεια κοντά στους μάρτυρες
Κατά το 311 μ.Χ. επί της βασιλείας του αυτοκράτορα Μαξιμίνου, ξεσπάει άγριος διωγμός εναντίον των Χριστιανών στην Αίγυπτο. Τότε ο άγιος αφήνει την έρημο. Παίρνει μαζί του και μερικούς άλλους μοναχούς και κατεβαίνει στην Αλεξάνδρεια, έτοιμος να μαρτυρήσει, για το Χριστό. Στερεώνει τους μάρτυρες στην πίστη.
Τους δίνει κουράγιο. Τους βοηθάει στις δύσκολες στιγμές τους. Και, όταν δόθηκε εντολή, να μην πατήσει μοναχός στα δικαστήρια, ο μεγάλος ασκητής, δεν υπάκουσε. Μπήκε στο δικαστήριο και κάθισε σε σημείο, που να τον βλέπουν .
Μέσα του  κρυφόκαιγε ο πόθος να μαρτυρήσει, για την πίστη του Κυρίου, γιατί γνώριζε, ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερο για τον άνθρωπο από το να αξιωθεί να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Άλλη, όμως ήτανε η βουλή του Θεού
 
«Άνθρωπος αμαρτωλός είμαι»
 Μια μέρα, ενώ ησύχαζε στο κελί του, προχωρεί προς τα εκεί, ένας ανώτατος αξιωματικός ονόματι Μαρτινιανός και του κτυπάει την πόρτα, λέγοντας: -Άνθρωπε του Θεού, σε παρακαλώ βοήθησε με. Έχω μια θυγατέρα, που την ενοχλεί ο διάβολος. Αρρωσταίνει φοβερά. Ζητώ την βοήθεια σου… Ο Άγιος απαντάει τότε: -Άνθρωπε, τι, θέλεις; Αμαρτωλός άνθρωπος είμαι κι εγώ όπως είσαι κι εσύ. Εάν όμως πιστεύεις στον Χριστό, πήγαινε, κάνε την προσευχή σου και θα εκπληρωθεί η επιθυμία σου. Εκείνος πίστεψε τότε ολόψυχα στο Θεό. Γονάτισε και με πόνο ζήτησε την βοήθεια του. Το θαύμα έγινε. Η θυγατέρα του θεραπεύτηκε θαυματουργικά.
 
Στη μακρινή έρημο
Αποφασίζει, λοιπόν, να προχωρήσει, για άλλο μέρος. Σκέφτεται να πάει στην Θηβαίδα… Παίρνει, λοιπόν, δυο καρβέλια ψωμί και κατεβαίνει στο ποτάμι. Εκεί, περιμένει να φανεί κανένα πλοιάριο η καμιά βάρκα για να τον περάσει απέναντι. Ξαφνικά ακούει μια φωνή, να του λέγει: —Πού πήγαινες, Αντώνιε; —Οι όχλοι μού ζητούν να κάνω θαύματα παραπάνω από τις δυνάμεις μου. Φεύγω, λοιπόν, για να ησυχάσω στην άνω Θηβάιδα, είπε ο Άγιος. —Και στη Θηβαίδα να πάς θα έρθουν να σε βρούνε. Για να ησυχάσεις, λοιπόν, προχώρα βαθύτερα στην έρημο. —Και ποιος θα μου δείξει τον δρόμο, αφού δεν τον ξέρω; ρώτησε ο Αντώνιος. Τότε, η αόρατη φωνή του ουρανού, του έδηξε ν’ ακολουθήσει μερικούς Σαρακηνούς, που περνούσανε εκείνη την στιγμή κοντά του, για να φτάσει έτσι στον τόπο, που θα εύρισκε ησυχία και γαλήνη. Οι Σαρακηνοί δέχτηκαν με χαρά να τον καθοδηγήσουν. Περπάτησε μαζί τους στην έρημο τρία μερόνυχτα. Έφτασε τελικά, κοντά σ’ ένα ψηλό βουνό, που βρίσκεται στην περιοχή της Ερυθραίας, Εκεί, βρήκε άφθονο γάργαρο και κρύο νερό, κοντά στην Ερυθρά Θάλασσα. Υπήρχαν δε και αρκετοί φοίνικες. Το σημείο εκείνο ήταν αρκετά εύφορο. Εκεί τον άφησαν οι Σαρακηνοί, κατά την επιθυμία του, αφού του έδωσαν προηγουμένως μερικούς άρτους. Ύστερα από λίγο καιρό, μαθαίνουν οι μαθητές του, που βρίσκεται. Με στοργή και αγάπη τρέχουν κοντά του. Τον συμβουλεύονται στις δυσκολίες, που συναντούν και πιο πολύ τον προσέχουν και τον φροντίζουν. Ο Μέγας Αντώνιος σκέπτεται τους κόπους, την απόσταση και την ταλαιπωρία των μοναχών, που τον εφοδιάζουν με ψωμί και τους λυπάται. Για να τους απαλλάξει, λοιπόν, από τα δρομολόγια, τους ζητάει να του φέρουν σκαφτικά, γεωργικά, εργαλεία και λίγο σιτάρι, για σπορά. Όταν του φέρανε αυτά, που ζήτησε, επιδόθηκε στην μικροκαλλιέργεια. Έσκαψε την γη κι’ έσπειρε το σιτάρι. Έπειτα το φρόντιζε. Μόλις είδε ο Άγιος την ευφορία της γης, αλλά και την ανάγκη των επισκεπτών του να θέλουν να βάλουν κάτι στο στόμα τους, φύτεψε και λαχανικά. Δεν τον άφησαν όμως τ’ άγρια ζώα σε ησυχία. Κατέβαιναν στην πηγή, έπιναν νερό κι’ έπειτα έμπαιναν στα σπαρτά του και στο κήπο και του τα κατέστρεφαν. Ο Άγιος έπιασε μια μέρα ένα απ’ αυτά τα ζώα και του μιλούσε, όπως μιλάνε σε λογικούς ανθρώπους: — Γιατί με ζημιώνετε, του είπε. Εγώ σάς ζημιώνω; Πηγαίνετε λοιπόν στ’ όνομα του Κυρίου και μη με ξαναπλησιάσετε. Και τότε έγινε το έξης θαυμαστό. Τα άγρια ζώα ούτε τον κήπο του χαλάσανε, ούτε κατεβήκανε άλλη φορά στην πηγή εκείνη, για να πιούν νερό!

Ανάμεσα στα λιοντάρια
Μια νύχτα, που ο Μέγας Αντώνιος αγρυπνούσε στην προσευχή, ο διάβολος μάζεψε όλα τα λιοντάρια της ερήμου και με αυτά τον περικύκλωσε στο καλύβι του. Βγήκε λοιπόν με θάρρος από την καλύβι του και μέσα στην νύχτα φώναξε δυνατά στα θηρία: —Εάν επήρατε από τον Θεό εξουσία εναντίον μου, τότε προχωρείτε και κατασπαράξτε με! Εάν όμως σας έφερε εδώ με τη βία ο σατανάς, πάρτε δρόμο, φύγετε, είμαι δούλος του Χριστού! Τότε τα λιοντάρια βουβά σκορπίσανε με ορμή, σα να τα κτύπησε ξαφνική καταιγίδα. Ο δε Άγιος συνέχισε την προσευχή του.

Διδάσκει και θαυματουργεί
Το όνομά του γίνεται πλέον παντού ξακουστό. Όλοι κάτι έχουν ακούσει, για τον μεγάλο και ασύγκριτο ασκητή της ερήμου. Όλοι έχουν ανάγκη ν’ ακούσουν κάτι από τον φωτισμένο άνδρα. Μοναχοί από μακρινά Μοναστήρια τον καλούνε για να τους διδάξει και να ωφεληθούν από την παρουσία του. Εκείνος για να ωφελήσει τις ψυχές τους με ταπεινοφροσύνη, περνάει από Μοναστήρι σε Μοναστήρι. Τους διδάσκει την αγάπη, την καρτερικότητα και την πάλη με τη σάρκα. «Φυλάττεσθε, ἔλεγε, ἀπό ρυπαρούς λογισμούς καί σαρκικᾶς ἠδονᾶς. Μή ἀπατάσθε χορτασία κοιλίας, φεύγετε τήν κενοδοξίαν καί συνεχῶς προσεύχεσθε». Τα λόγια του θερμαίνουν τις καρδιές. Δυναμώνουν την πίστη, δίνουν ζωή και όρεξι, για θεία άσκηση, για αγώνες αρετής και αγιοσύνης. Σ’ ένα από τα γυναικεία Μοναστήρια συνάντησε και την αδελφή του, η οποία γριά πλέον, είχε γίνει Καθηγουμένη του Μοναστηρίου. Μεγάλη χαρά πήρε από την συνάντηση εκείνη ο Άγιος. Το όνομα του Όσιου, όπως είπαμε, ήτανε πλέον γνωστό, όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους εθνικούς, τους ειδωλολάτρες, στους άρχοντες και βασιλιάδες. Μια μέρα επισκέφτηκε τον Άγιο ένας άρχοντας από το παλάτι του βασιλέως. Ο άρχοντας εκείνος λεγόταν Φρόντων. Έπασχε δε από μια φοβερή αρρώστια. Από την αρρώστια του εκείνη κινδύνευε να τυφλωθεί. Έπεσε λοιπόν στα πόδια του Άγιου και τον παρακαλούσε να τον γιατρέψει. Ο Μέγας Αντώνιος, αφού του έκαμε μια προσευχή του είπε: —Φύγε και στον δρόμο θα θεραπευτείς! Εκείνος όμως δεν έφευγε. Περίμενε πρώτα να θεραπευτεί κι’ έπειτα ν’ αναχωρήσει. Τότε ο Άγιος του επανέλαβε: —Όσο καιρό κάθεσαι εδώ, δεν πρόκειται να γίνει τίποτε. Πήγαινε λοιπόν και μέχρις ότου φτάσεις στην Αίγυπτο θα γίνεις καλά! Τότε πίστεψε ο άρρωστος στην υπόσχεση του Όσιου, πίστεψε όμως και στην δύναμη του Θεού κι’ έφυγε ευχαριστημένος.

Πολεμάει την αίρεση του Αρειανισμού
Το 338 μ.Χ. ενώ βρίσκεται σε βαθειά γεράματα, η Ορθοδοξία του ζητάει την βοήθειά του. Οι Αρειανοί ταράζουν την γαλήνη της Εκκλησίας και προσπαθούν να παραποιήσουν την πίστη. Οι παρακλήσεις των επισκόπων και των μοναχών να πάρει μέρος σ’ αυτή την μάχη κατά του Αρειανισμού τον ξεσηκώνουν. Κατεβαίνει τότε από το βουνό ο Άγιος και προχωράει, σαν θεϊκός σίφουνας, προς την Αλεξάνδρεια. Εκεί πρωταγωνιστεί. Πολεμάει με ζωτικότητα την αίρεση. Αποκηρύσσει τους Αρειανούς και την αίρεση τους. Την ονομάζει πρόδρομο του Αντίχριστου.

Οι διψασμένοι Μοναχοί
Μια μέρα, λοιπόν, εκεί στο ασκητήριο είχανε συγκεντρωθεί αρκετοί επισκέπτες συζητούσανε, ο Άγιος σταμάτησε την συζήτηση και τους είπε: —Πάρτε μια στάμνα, γεμίστε την νερό και τρέξτε πίσω από αυτούς τους μεγάλους λόφους. Εκεί βρίσκονται δύο μοναχοί, που θέλουν να έρθουν εδώ. Τους τελείωσε όμως το νερό και ο ένας πέθανε από την δίψα. Τρέξτε λοιπόν να προλάβετε τον άλλον, που κινδυνεύει. Οι καλόγεροι έτρεξαν στο μέρος που τους έδειξε ο Άγιος. Έφτασαν εκεί ύστερα από ώρες ολόκληρες πορείας. Είδαν δε τότε ότι συνέβαινε αυτό ακριβώς, που τους είχε προειπεί ο Άγιος. Τα χάσανε τότε και δοξάσανε τον Θεό. Συνέφεραν έπειτα τον Μοναχό, που κινδύνευε να πεθάνει και γυρίσανε στο ερημητήριο του μεγάλου ασκητού σκεπτικοί.

Ο Μέγας Αντώνιος και ο Άγιος Ευλόγιος
Ο Άγιος Ευλόγιος έζησε στην Αλεξάνδρεια. Αυτός βρήκε κάποτε στον δρόμο ένα γέροντα λεπρό και εγκαταλελειμμένο. Δεν είχε κανένα να τον φροντίζει. Τον λυπήθηκε και σκέφθηκε να τον πάρει στο σπιτάκι του. Εκεί να το περιποιείται, για να το βρει η ψυχή του, όπερ και έπραξε. Ο Ευλόγιος εργαζόταν την ημέρα έξω, διά να μπορεί να εξοικονομεί τα προς το ζην και το βράδυ φρόντιζε τον γέροντα, με κίνδυνο, φυσικά της ζωής του, διότι η λέπρα είναι μεταδοτική. Κατόπιν όμως μπήκε ο δαίμονας μέσα στον γέροντα και έβγαλε παραξενιές. Άρχισε ν’ αναποδιάζει, να νευριάζει και να φωνάζει. —Μ’ αφήνεις εδώ μονάχον και συ γυρίζεις. Κάνεις τον Άγιο. Είσαι υποκριτής. Δεν μπορούσε δε να τον ευχαριστήσει ο Ευλόγιος με τίποτε και να τον καταπραΰνει. Αυτή η αχαριστία και η αναποδιά του γέροντα διήρκεσε δέκα επτά χρόνια. Τότε ο Άγιος Ευλόγιος σκέφθηκε να τον παρατήσει και να τον διώξει. Σηκώθηκε και πήγε σ’ ένα Μοναστήρι, το όποιον θα επισκέφτηκε τότε ο Μέγας Αντώνιος, για να τον ερωτήσει. Δεν τον γνώριζε και για πρώτη φορά θα τον έβλεπε. Εκεί ήτανε και άλλοι πολλοί, που περιμένανε τον Άγιο Αντώνιο. Να ο Αντώνιος φάνηκε που ερχόταν. Σταμάτησε όμως και φώναξε τον Ευλόγιο μέσα από το πλήθος, τον όποιον, όπως είπαμε, δεν είχε δει ποτέ, ούτε και ο Ευλόγιος τον Αντώνιο. —Ευλόγιε, του είπε, τί θέλεις εδώ εσύ; Τρέξε γρήγορα στην δουλειά σου, για να μην χάσης τον μισθό δεκαεφτά ετών. Πράγματι! Ο Ευλόγιος γύρισε αμέσως στο σπιτάκι του και ξαναπεριποιείτο τον λεπρό γέροντα, όπως, και πριν. Αλλά σε τρεις ημέρες ο γέροντας απέθανε! Και στις σαράντα ημέρες του γέροντα απέθανε και ο Ευλόγιος!

Αύτη είναι η ψυχή του Αμμούν
Άλλη μια φορά, ενώ καθότανε ο Άγιος στο βουνό και συζητούσε με τους μαθητές του, είδε ξαφνικά μια ολόλευκη ψυχή ν’ ανεβαίνει στους ουρανούς. Την στιγμή δε εκείνη γινότανε μεγάλη χαρά. Πανηγυρίζανε οι Άγιοι Άγγελοι. Σηκώθηκε αμίλητος ο Αντώνιος και κοίταξε εκστατικά τον ουρανό. Μακάριζε δε την ψυχή εκείνη, που βάδιζε, για την αιωνία χαρά του ουρανού. Παρακαλούσε δε μυστικά τον Θεό να του φανερώσει σε ποιόν ανήκε η λυτρωμένη εκείνη ψυχή. Τότε άκουσε μια φωνή από τον ουρανό, που του είπε! —Αυτή είναι η ψυχή του Αμμούν. Ο Αμμούν ήτανε ασκητής στην έρημο της Νιτρίας, η οποία βρισκότανε πολύ μακριά από τον Μέγα Αντώνιο. Οι μαθητές του Όσιου Αντωνίου, μόλις τον είδανε έτσι να χαίρετε και να θαυμάζει, τον ρωτήσανε: —Τί συμβαίνει; Βλέπεις τίποτε; Ακοής τίποτε; Και ο θειος ασκητής τους είπε: —Την ώρα αυτή πέθανε ο Αμμούν, ο συνασκητής και φίλος μου! Οι μαθητές του τα χάσανε. Σημειώσανε όμως την ημέρα αυτή και την ώρα, που είδε ο Άγιος ξυπνητός το δράμα. Ύστερα από τριάντα μέρες έφτασαν στο ερημητήριο του Αγίου μερικοί Μοναχοί από την Νιτρία και ανέφεραν την ημέρα και την ώρα του θανάτου του ασκητού Άμμουν. Κατάλαβαν τότε όλοι, ότι ο Αμμούν είχε πεθάνει την ημέρα, που ο Άγιος Αντώνιος έβλεπε την ψυχή του ολόλευκη ν’ ανεβαίνει στον ουρανό. Και όλοι, όσοι μαθαίνανε αυτά χαιρότανε και θαυμάζανε τον μεγάλο ασκητή της ερήμου Αντώνιο.
Διώχνει τα δαιμόνια
Με το πέρασμα των χρόνων, οι δαίμονες εξακολουθούν να πειράζουνε τον Άγιο, αλλά δεν ελπίζουν πλέον να τον νικήσουν. Αντίθετα αρχίζουν τώρα και τον φοβούνται. Η προσευχή του είναι πανίσχυρη, διότι η πίστης του είναι μεγάλη και η ψυχή του αγνή. Μια μέρα, που ο Άγιος περνούσε το ποτάμι μ’ ένα πλοιάριο, διότι ήθελε να επισκεφτεί τα Μοναστήρια, του ήρθε στη μύτη μια βρωμερή οσμή. —Κάτι βρωμάει φοβερά! είπε ο Μέγας Αντώνιος. —Μήπως κανένα ψάρι; τον ρωτήσανε. —Όχι. Άλλη δυσωδία νοιώθω.. Εκείνη την στιγμή ακούστηκε από τ’ αμπάρι του πλοίου μια φοβερή κραυγή νέου, που είχε μέσα του δαιμόνιο και τον βασάνιζε. Τότε ο Άγιος έκανε θερμή προσευχή στο Θεό και απάλλαξε τον νέον από το μαρτύριο του διαβόλου. Τον άφησε ήσυχο, ήρεμο, γαλήνιο και υγιή να συνέχιση την εργασία του και την ζωή του, όπως όλοι οι άνθρωποι. Όλοι τότε καταλάβανε, ότι η βρωμιά εκείνη δεν ήτανε τίποτε άλλο, παρά ο βρωμερός και απαίσιος δαίμονας, που βασάνιζε τον νέο. Σ’ έναν άλλο πάλι νέο ο διάβολος του έκανε φοβερά μαρτύρια. Τον καταντούσε έτσι, ώστε να τρώγει τις σάρκες του. Τον βασάνιζε πολύ σκληρά. Οι γονείς του απελπισμένοι τον έφεραν στον Μέγα Αντώνιο. Ο Άγιος λυπήθηκε τον νέο και είπε στους γονείς του ότι θα αγρυπνήσει και θα προσευχηθεί γι’ αυτόν, αλλά μαζί του πρέπει ν’ αγρυπνήσουν και να προσευχηθούν κι’ εκείνοι. Πράγματι κάνανε μια προσευχή πολύ κατανυκτική. Κατά τα ξημερώματα όμως αγρίεψε ο άρρωστος. Όρμησε με οργή εναντίον του Άγιου και τον έριξε κάτω. Πικράθηκαν από την διαγωγή του παιδιού των οι δυστυχισμένοι γονείς. Ο πολύπαθος όμως, από τα τεχνάσματα του διαβόλου ασκητής, τους είπε: —Μην λέτε τίποτε εναντίον του παιδιού. Δεν φταίει αυτό, αλλά ο δαίμονας, που οργίστηκε διότι πήρε εντολή από τον Θεό να βγει από μέσα του και να τον αφήσει ελεύθερο. Αυτό είναι το σημάδι, ότι βγήκε το δαιμόνιο. Δοξάστε τον Θεό… Και πράγματι το παιδί ημερωμένο έπειτα, σηκώθηκε και φιλούσε ευτυχισμένο τα χέρια του Μεγάλου Αντωνίου. Το δαιμόνιο έφυγε.

Δίνει Λύσεις
Ο Άγιος έδινε λύσεις σε σοβαρά προβλήματα πολλών μεγάλων ανδρών, όταν του ζητούσαν την συμβουλή του. Και δεν ήτανε λίγοι εκείνοι, που του έγραφαν… Τις απαντήσεις βέβαια δεν τις έγραφε μόνος του, γιατί δεν ήξερε, όπως είπαμε γράμματα. Έλεγε όμως σε κάποιον άλλο ασκητή, που ήξερε να γράφει, λέξη προς λέξη την απάντηση ή την συμβουλή και εκείνος την έγραφε. Τα γράμματά του γραφτήκανε όλα στην κοπτική γλώσσα. Αυτή τη γλώσσα ήξερε ο Άγιος. Έπειτα δε γίνανε και μεταφράσεις τους στην Ελληνική.

Ωφέλιμος συνομιλητής
Πολλές φορές, που τον ρωτούσανε, πώς μπορεί να ζει, χωρίς να διαβάζει βιβλία, τους απαντούσε με ευστροφία: — Το δικό μου βιβλίο είναι η φύσις των γεγονότων. Είναι η Δημιουργία του μεγαλοδύναμου Θεού! Άλλοτε πάλι θέλοντας να παρηγορήσει ένα τυφλό μοναχό, Δίδυμο ονομαζόμενο, του έλεγε: —Δίδυμε, διόλου να μην ταράσσεσαι, διότι έχασες τους αισθητούς οφθαλμούς σου. Αντιθέτως να χαίρεσαι, διότι έχεις ανοιχτό τα μάτια της ψυχής, με τα όποια βλέπεις τον Θεό και καταλαβαίνεις το φως των λόγων Του. Όπου περνάει αφήνει τον πλούτο της ψυχικής του ευφορίας ν’ ακτινοβολήσει. Ποτέ δεν ταράζεται. Ποτέ δεν σκυθρωπιάζει. Είναι πάντα γαλήνιος. Μα σαν πρόκειται να παλέψει για την πίστη και να πολεμήσει τις αιρέσεις, φουντώνει και θεριεύει. Γίνεται αθλητής της πίστεως. Γίνεται δύναμης φοβερή και τρομερή, που γκρεμίζει τις πλάνες των αιρετικών. «Ἀντώνιος σᾶς ἀποχαιρετᾶ….» Τώρα ο Άγιος είναι πλέον πολύ γέροντας. Είναι 105 χρονών. Μέχρι τώρα τίποτε δεν ένοιωσε στο κορμί του. Ποτέ του δεν αισθάνθηκε πόνο ή πυρετό ή δυσθυμία. Σε όλη του την ζωή πετούσε ανάλαφρα. Οι μπόρες, τα άγρια κρύα και οι μεγάλες ζέστες δεν τον πειράζανε. Ως τα βαθιά του γεράματα έμεινε ακμαίος και στο σώμα και στην ψυχή. Και όταν ήρθε ο χρόνος να αποχωριστεί η ψυχή από το βασανισμένο κορμί του, το προαισθάνθηκε. Και τις τελευταίες αυτές μέρες της ζωής του θέλησε να τις εκμεταλλευτή, για το καλό των μαθητών του. Παρά τα γεράματά του επισκέφτηκε πολλά μοναστήρια κι’ έδωσε τις τελευταίες του οδηγίες. Τους είπε πώς ν’ αγωνίζονται κατά του διαβόλου και ν’ αποφεύγουν τους αιρετικούς. Οι μοναχοί του έλεγαν να μην γυρίσει πίσω στην έρημο, στο ησυχαστήριο του, αλλά να μείνει κοντά τους. Ο Άγιος όμως επέστρεψε στην έρημο. Ζήτησε δε να μην μουμιοποίησουν το σώμα του, όπως συνηθίζανε οι Αιγύπτιοι, αλλά να ταφή εκεί κοντά στην έρημο, σε σημείο που να μην το ξέρει κανένας. Δεν ήθελε μεταθανάτιες τιμές. Λίγο προτού κλείσει τα μάτια του, λέγει στους μοναχούς, που βρίσκονται κοντά του, ότι αφήνει την μηλωτή, τον μανδύα του, για τον Μέγα Αθανάσιο, ο όποιος του τον είχε χαρίσει κάποτε καινούργιο. Κατόπιν ο Μ. Αθανάσιος τον φορούσε πάντοτε ως φυλαχτό. Τους προβάτινους χιτώνες τους, τους άφησε στο μοναχό Σεραπίωνα. Έπειτα, αφού τους κοίταξε κατάματα τους είπε: Ο Αντώνιος σας αποχαιρετά και φεύγει. Και με τα λόγια αυτά παρέδωσε την αμόλυντη ψυχή του στον Θεό. Τον έθαψαν κατά την επιθυμία του, σε άγνωστο μέρος. Ο τάφος του έμεινε, πράγματι, άγνωστος. Ουδείς ξέρει, που ετάφη. Ήταν 17 Ιανουαρίου 356 μ.Χ. Έζησε 105 χρόνια.

Στίχος
Έχει τι μείζον ουρανός και των Νόων, Έξαρχον Αντώνιον Ασκητών έχων. Εβδομάτη δεκάτη Αντώνιον ένθεν άειραν.

Απολυτίκιον Ήχος δ .
Τον ζηλωτήν Ηλίαν τοις τρόποις μιμούμενος’ τω Βαπτιστή ευθείαις ταις τρίβοις επόμενος πάτερ Αντώνιε, της ερήμου γέγονας οικιστής, και την οικουμένη εστήριξας ευχαίς σου. Διο πρέσβευε Χριστώ τω θεώ, σωθίναι τος ψυχάς ημών.

Κοντάκιον Ήχος β . 
Τα άνω ζητών.
Τους βιοτικούς, θορύβους απωσάμενος ησυχαστικώς, τον βίον εξετέλεσας τον Βαπτιστήν μιμούμενος κατά πάντα τρόπον, οσιώτατε. Συν αύτω ουν σε γεραίρομεν Αντώνιε πάτερ των πατέρων κρηπίς.  
Μεγαλυνάρια
Του των μοναζόντων υπογραμμόν, και τον της ερήμου, πολιούχον και οικιστήν στήλην σωφροσύνης, οσίων τε το κλέος, Αντώνιον τον Μέγαν, ανευφημήσωμεν. Τον της μετονοίας κοθηγητήν και της ερήμου πολιούχον και οικιστήν του πύρινον στύλον τον λύχνον του Ηλίου, Αντώνιον τον Μέγαν ύμνοις τιμήσωμεν. Χαίροις των Οσίων ο αρχηγός, και της ισαγγέλου, πολιτείας καθηγητής· χαίροις της ερήμου, στυλοειδής νεφέλη, Αντώνιε παμμάκαρ, Πατέρων καύχημα.
diakonima

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

19' για να δείτε πως θα μας αφανίσουν...

Άλλο ανθρωπισμός και άλλο αυτοκαταστροφή.


Ο ραγιάς, αρνείται να δει το αυτονόητο... αρνείται να συνειδητοποιήσει τον απόλυτο εφιάλτη... τον απόλυτο τρόμο...

ΓΙ ΑΥΤΟ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟΝ ΖΗΣΕΙ ΣΤΟ ΠΕΤΣΙ ΤΟΥ.

Να δει μπροστά στα μάτια του, τους ΛΑΘΡΟ, που η αριστερή κυβέρνηση άφησε ελεύθερους να εισβάλουν στην Ελλάδα, να βιάζουν κατά δεκάδες τη γυναίκα του και τα παιδιά του και μετά να τους σφάζουν στο γόνατο.

Είναι ο μόνος τρόπος για να συνειδητοποιήσει το έγκλημα της ψήφου του και την  υποταγή του σε όλους τους σάπιους κομματικούς συνδυασμούς.

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΛΛΗΝΕΣ, ΤΙ ΦΤΑΙΜΕ;;;


Καλλιόπη Σουφλή

Υ.Γ. Και μην βιαστεί κανείς να με χαρακτηρίσει σκληρή, παράλογη ή γραφική ή οτιδήποτε άλλο.
ΟΤΑΝ Ο ΡΑΓΙΑΣ ΨΗΦΙΖΕ ΚΑΙ ΞΑΝΑΨΗΦΙΖΕ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ  ΜΝΗΜΟΝΙΑΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ, ΑΣ ΤΟ ΣΚΕΠΤΟΤΑΝ ΠΟΛΥ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΑ.

Έλεος, δεν έχω για κανέναν ραγιά.

Έλεος και ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ, έχω ΜΟΝΟ για τους ΕΛΛΗΝΕΣ.

ΕΙΜΑΙ ΕΘΝΙΚΙΣΤΡΙΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΝΗΚΩ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑ ΠΟΥΛΗΜΕΝΟ ΚΟΜΜΑΤΙΚΟ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟ.



ΓΙΑ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΛΕΝ ΟΛΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΕΙΜΑΣΤΕ!!

 Βλεπετε να υπάρχη καποια ομοιοτητα με τους γλυκεις,πονεμενους,ταπεινους κ αξιοπρεπεις Μικρασιατες κ Πόντιους προσφυγες του 1922-1924;
Πολύ αποκαλυπτικό!
Παρακολουθείστε αυτό το βίντεο μέχρι το ΤΕΛΟΣ, διάρκεια 19'. 
Αυτά που θα δείτε δεν θα τα δείξει ΠΟΤΕ ΚΑΜΙΑ τηλεόραση στην Ελλάδα...
Τα δεινά έχουν αρχίσει και το τέλος είναι προφανές.
Μήν φοβάστε να πείτε την λέξη ΟΧΙ ΔΕΝ ΘΕΛΩ.
Η ανοχή μας σε ότι έρχεται θα σημάνει τον αφανισμό μας.
Προσέξτε την αναφορά του Ρώσου, είναι η καρδιά της υπόθεσης.
Υπάρχει σχεδιασμός που λειτουργεί και πολλοί πολιτικοί ανά την Ευρώπη με πρώτους τους δικούς μας αλήτες τον ενισχύουν. 
Είναι ανθρώπινο να λυπάται κάποιος γιά όσα μονομερώς του δείχνουν, όταν όμως δεί όλο το κάδρο θα φοβηθεί την υφιστάμενη πραγματικότητα. 
ΠΡΕΠΕΙ να είμαστε ενημερωμένοι για μην πούμε ότι δεν γνωρίζαμε.
Το τελευταίο λεπτό στο βίντεο είναι το διά ταύτα.
Άλλο ανθρωπισμός και άλλο αυτοκαταστροφή.

Νίκος Μάνεσης
amethystosbooks

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

To "πείραμα της Ολλανδίας" και τα "πειράματα" των χριστιανομάχων!

Εν Πειραιεί τη 11η Ιανουαρίου 2016
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Αποτέλεσμα εικόνας για η γυναικα στο ισλαμ
(Μια σύντομη αναφορά για τη θέση της γυναίκας στην προχριστιανική εποχή, στον Χριστιανισμό και στο Ισλάμ)
Έχουμε γράψει επανειλημμένα για την πλήρη χρεωκοπία του Αθεϊσμού και του Διαλεκτικού Υλισμού, ο οποίος θέλει να παρουσιάζεται με το προσωπείο του ρεαλισμού και της επιστημονικής εγκυρότητας.
Πρόκειται για μια χρεωκοπία η οποία έγινε ιδιαίτερα αισθητή μετά την κατάρρευση των μαρξιστικών καθεστώτων των χωρών της ανατολικής Ευρώπης στα τέλη του 20ου αιώνος, του απαταιώνος. Η μονολιθικότητα, ο δογματισμός του, η επιμονή για την επικράτηση των ιδεοληψιών του και προπάντων η μανία με την οποία επιτίθεται κατά της χριστιανικής πίστης, αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά του γνωρίσματα. Όλα μπορεί να τα ανεχθεί, να τα «ερμηνεύσει», σύμφωνα με τα δόγματά του, ακόμα και να συνταχθεί με τις πλέον απίθανες θρησκευτικές πίστεις, (όπως λ.χ. το εξωφρενικό σύγχρονο φαινόμενο, να συντάσσεται ο Αθεϊσμός με τον Νεοπαγανισμό), εκτός από την πίστη στον αληθινό Θεό! Συνήθης τακτική του, να επικαλείται κάποια χωρία της αγίας Γραφής, τα οποία φαίνονται με μια πρώτη ματιά στην εποχή μας σκανδαλώδη και αναχρονιστικά, να τα απομονώνει από την ιστορική τους συνάφεια και να τα παρερμηνεύει, με σκοπό  να χλευάσει και να κλονίσει την πίστη των αφελών. Μια άλλη δόλια μεθόδευσή του είναι επίσης να προβάλλει κάποιες επιφανειακές ομοιότητες της Ορθοδοξίας με τις θρησκείες του κόσμου, προκειμένου να καταλήξει σε κάποια αυθαίρετα συμπεράσματα, ότι δήθεν όλες οι θρησκείες, (μαζί και η Ορθοδοξία), περίπου, διδάσκουν τα ίδια πράγματα, τα οποία ο σύγχρονος πολιτισμένος άνθρωπος οφείλει να απορρίψει και να περιφρονήσει, διότι αυτά ανήκουν σ’ ένα σκοταδιστικό παρελθόν.
    Σε μια τέτοια προσπάθεια φαίνεται ότι επιδόθηκε ο κατά τα άλλα συμπαθέστατος κ. Παντελής Μπουκάλας με πρόσφατο άρθρο του στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», (13-12-2015), με τίτλο: «Η ΒΙΒΛΟΣ, ΤΟ ΚΟΡΑΝΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ ΤΗΣ ΟΛΛΑΝΔΙΑΣ». Ο αρθρογράφος, προφανώς αθεϊστικών και αντιχριστιανικών πεποιθήσεων, πήρε αφορμή από μια κακόγουστη φάρσα, η οποία έγινε στην Ολλανδία, για να «ξεσπαθώσει» και να «ξεσκεπάσει» τον δήθεν μισογυνισμό του Χριστιανισμού, τον οποίο ταυτίζει με εκείνον του Ισλάμ! Σύμφωνα με τον αρθρογράφο: «Δύο Ολλανδοί κωμικοί, που ορισμένοι ίσως και να τους χαρακτήριζαν δαιμόνιους, σατανικούς ή διαβολικούς, για να αποδείξουν διά της σατιρικής τους εκπομπής “Dit is Normal” πόσο βαθιά, σχεδόν γονιδιακά προκατειλημμένοι είναι οι Ολλανδοί απέναντι στο Ισλάμ, έκαναν κάτι απλό: Έντυσαν μια Βίβλο με το εξώφυλλο του Κορανίου, βγήκαν στους δρόμους και σταματώντας τυχαίους περαστικούς, τους διάβαζαν χωρία από την Καινή Διαθήκη (από την προς Τιμόθεον επιστολή του Παύλου συγκεκριμένα) και από την Παλαιά (από το Δευτερονόμιον και το Λευιτικόν). Τρόμαζαν οι περισσότεροι ακούγοντάς τα και αυτόματα, αλλά και με σιγουριά, έλεγαν ότι τίποτε καλύτερο δεν μπορεί να περιμένει κανείς από το Κοράνι. Γιατί ήταν απολύτως βέβαιοι ότι τα χωρία:(“Δεν θα επιτρέψω σε μια γυναίκα να διδάξει”, λ.χ., ή “Αν δύο άντρες κοιμούνται μεταξύ τους θα πρέπει να θανατωθούν”) προέρχονταν από το βιβλίο που λατρεύουν σαν θεόπνευστο οι μουσουλμάνοι. Και όταν οι κωμικοί, που κάθε άλλο παρά πλάκα έκαναν καθώς φαίνεται, ενημέρωναν τους διαβάτες πως όσα τους διάβασαν δεν ήταν κομμάτια τού “αυτονόητα” και “αυταπόδεικτα” επιθετικού και πολεμόχαρου Κορανίου αλλά της “αυτονόητα” και “αυταπόδεικτα” ειρηνικής και φιλάνθρωπης Βίβλου, έπεφταν από τα σύννεφα, δεδομένου ότι το φαινόμενο της απ’ ουρανόθεν πτώσεως εξ εκπλήξεως (το ‘απ’ ουρανόθεν’ το δανείζομαι από τον Όμηρο) δεν παρατηρείται μονάχα στα δικά μας μέρη».
  Ο υπότιτλος του άρθρου: «Η γυναίκα στη σύναξη πρέπει να ακούει και να μαθαίνει σιωπηλή και σε υποταγή. Δεν επιτρέπω σε γυναίκα να διδάσκει στην εκκλησία ούτε να κάνει τον αφέντη στον άντρα, αλλά να μένει σιωπηλή», που είναι μια περικοπή, (σε μετάφραση), από την Α΄ προς Τιμόθεον επιστολή, (2,11-12), του αποστόλου Παύλου, μας δίδει την κεντρική προσπάθεια του αρθρογράφου να αποδείξει ότι ο Χριστιανισμός καταργεί την ισοτιμία ανδρός και γυναικός και τοποθετεί την γυναίκα απέναντι στον άνδρα σε θέση δουλικής υποταγής.
 Παίρνοντας αφορμή από τα παραπάνω θα παραθέσουμε στους αγαπητούς αναγνώστες πολύ συνοπτικά και σε γενικές γραμμές, ποια ήταν η θέση της γυναίκας στην προχριστιανική εποχή, σε ποιο ύψος περιωπής την ανύψωσε ο Χριστός με την διδασκαλία του και εν κατακλείδι ποια είναι η θέση της μέχρι σήμερα στο Ισλάμ με βάση το Κοράνιο. 

Η θέση της γυναίκας στην προχριστιανική εποχή

  Σχετικά με το θέμα αυτό παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμα από ένα σημαντικό σύγγραμμα, («Η Εκκλησία των Μαρτύρων», εκδ. «Η Ζωή», Αθήναι 1960, σελ.115-116), που αποδίδει άριστα τη θέση της γυναίκας στον προχριστιανικό κόσμο: «Η γυναίκα την εποχήν που ενεφανίσθη ο Χριστιανισμός ήτο το θύμα από κοινωνικής και ηθικής απόψεως. Υπανδρεύετο νέα διά να μεταπέση από την απόλυτον κυριαρχίαν του πατέρα, (patria potestis), εις την αυθεντίαν του συζύγου. Ελάχιστα δικαιώματα της έδιδε το ρωμαϊκόν δίκαιον. Εις την ουσίαν ήτο σκλάβα του ανδρός. Κατά τα χρόνια της εμφανίσεως του Χριστιανισμού είχεν αρχίσει εις την ρωμαϊκήν κοινωνίαν κάποια χειραφέτησις της γυναικός. Τι το όφελος όμως, η χειραφέτησις αυτή ήταν συνδυασμένη με τους χαλαρούς ηθικούς νόμους. Έτσι η γυναίκα μετέπιπτεν από της Σκύλλας εις την Χάρυβδιν. Έπαυεν ίσως εις ένα βαθμόν να είναι δούλη ενός κακού κοινωνικού συστήματος, έμμενεν όμως σκλάβα του αχαλίνωτου πάθους του ανδρός. Και εάν αυτή ήταν η θέσις της ελευθέρας, της συζύγου, αναλογίζεται κανείς εις ποίον βάθος καταπτώσεως και κακομεταχειρίσεως ευρίσκοντο αι χιλιάδες εκείναι των δυστυχισμένων πλασμάτων που ήσαν δούλαι. Εάν εις τον άρρενα δούλον ήταν φρικτή και κάτω από το κτήνος η θέσις του, πόσον χειροτέρα θα ήταν τη δούλης γυναικός; Εάν εις τον γυναικωνίτην της οικογένειας ήταν σκλάβα η σύζυγος, εις πόσον μεγαλυτέραν και ποικιλωτέραν βαναυσότητα θα υπέκειτο το αγορασμένο εκείνο ον, που ονομάζετο ‘πράγμα’…»; Οι αρχαίοι φιλόσοφοι, οι διδάσκαλοι και καθοδηγητές των αρχαίων, με προεξάρχοντα τον κορυφαίο Αριστοτέλη, είχαν αποφανθεί και θεσμοθετήσει την ασύγκριτη κατωτερότητα της γυναικείας φύσεως, σε σχέση με τη φύση του ανδρός: «έτι δε το άρρεν προς το θήλυ φύσει το μεν κρείττον το δε χείρρον. Τον μεν άρχον το δε αρχόμενον» (Αριστοτέλους, Πολιτικά, Α΄,1254b,12-14)!  Ο Ησίοδος έγραψε πως η γυναίκα είναι «γόνος ολέθριος» (Θεογ. στ. 590). Ο Θαλής ευχαριστούσε την Τύχη, που δεν γεννήθηκε γυναίκα (Διογ. Λαερτ.Ι.33). Ο Δημόκριτος υποστήριζε πως «η πιο μεγάλη προσβολή για τον άντρα είναι να κυβερνάται από γυναίκα» (Απ. 111) και πως «είναι φρικτό να μιλάει η γυναίκα» (Απ.110). Ο Δημοσθένης έβλεπε μόνο χρηστική αξία στις γυναίκες: «διαθέτουμε πόρνες για την απόλαυσή μας, παλλακίδες για να μας παρέχουν καθημερινή φροντίδα και συζύγους για να μας παρέχουν νόμιμα τέκνα και για να αποτελούν τους πιστούς φύλακες του οίκου μας» (Δημοσθένης, «Κατά Νέαιρας», 122)! Αν αυτά πρέσβευαν για τη γυναίκα οι μορφωμένοι φιλόσοφοι, ας σκεφτούμε πως συμπεριφέρονταν οι αμαθείς μάζες των αντρικών πληθυσμών στις τραγικές αυτές υπάρξεις!

Η θέση της γυναίκας στην Καινή Διαθήκη

   Από την θέση της εσχάτης αυτής καταπτώσεως, παρέλαβε την γυναίκα ο Χριστός και την ανύψωσε στη θέση που της αρμόζει στην νέα εποχή της Καινής Διαθήκης. Τα καινοδιαθηκικά κείμενα μας δίδουν την εικόνα της καταξιωμένης γυναικός, ως εικόνος του Θεού, σε σχέση ισοτιμίας με τον άνδρα. Η καταξίωση της γυναίκας στο πρόσωπο της Θεοτόκου, η οποία αναδείχθηκε η «τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ», ως μητέρα του Κυρίου μας, φθάνει σε τέτοιο ύψος, ώστε να ξεπερνά ακόμη και την φύση, όχι μόνον του ανδρός, αλλά και των αγγέλων. Στα πλαίσια της επί του όρους ομιλίας του Κυρίου γίνεται λόγος για την γυναίκα στην συνάφεια του λόγου περί διαζυγίου, (Ματθ.5,31-32 και 19,2-12). Ο Χριστός με την νέα του νομοθεσία έρχεται να προστατεύσει την αξιοπρέπεια της γυναίκας από την αυθαιρεσία του ανδρός, ανυψώνοντας έτσι την κοινωνική της θέση. Αργότερα ο απόστολος Παύλος θα κάνει ένα βήμα πιο πέρα με όσα γράφει για τον χριστιανικό γάμο στην Α΄ Κορ.7,1-16, όπου ομιλώντας για τις συζυγικές σχέσεις, τοποθετεί την εξουσία του ανδρός στο γυναικείο σώμα και την εξουσία της γυναικός στο ανδρικό σώμα, σε σχέση ισοτιμίας. Και επί πλέον αναγνωρίζει και στην γυναίκα το δικαίωμα και την πρωτοβουλία για το διαζύγιο.
  Μια άλλη απόδειξη του νέου ριζικού τρόπου αξιολογήσεως του γυναικείου φύλου από την πλευρά του Κυρίου αποτελεί το ζήτημα των γυναικών μαθητριών Του. Από την αρχή της δημοσίας Του δράσεως δημιουργεί παράλληλα με τον κύκλο των δώδεκα κύκλο μαθητριών, ανάμεσα στις οποίες εξέχουσα θέση κατείχε η Θεοτόκος. Σύνολο μαθητριών γυναικών κοντά σ’ έναν άνδρα, σ’ έναν ραβίνο, ήταν ένα εκπληκτικό γεγονός, κάτι το αδιανόητο για τους ανθρώπους της Παλαιστίνης της εποχής εκείνης και γενικά του αρχαίου κόσμου. Επίσης διαπιστώνουμε ότι ο Χριστός ερχόταν πολύ συχνά σε επαφή με γυναίκες περιθωριακές, ή διαβόητες πόρνες, όπως η Σαμαρείτιδα, η αιμορροούσα, η πόρνη που άλειψε τα πόδια του με μύρο, κ.α. Στην περίπτωση της Σαμαρείτιδος αποτελεί ένδειξη ιδιαιτέρας τιμής προς το γυναικείο φύλο το γεγονός ότι, όχι απλώς ανοίγει θεολογικό διάλογο με μια απλοϊκή γυναίκα, αλλά και της αποκαλύπτει την μεσσιανική του ιδιότητα. Επίσης η Μαρία, η αδελφή του Λαζάρου κάθεται στα πόδια του και ακούει τον λόγο του. Λίγο αργότερα στην ανάσταση του Λαζάρου θα αποκαλύψει στην Μάρθα μεγάλες θεολογικές αλήθειες, (βλ. Ιω.11,25-26). Επίσης οι μυροφόρες γυναίκες αξιώνονται να γίνουν οι πρώτοι αυτόπτες μάρτυρες και οι πρώτοι κήρυκες της αναστάσεως. Ο Κύριος θέλοντας να ανταμείψει τον ηρωισμό και την αυταπάρνηση των γυναικών αυτών, εμφανίζεται πρώτα σ’ αυτές και όχι στους δώδεκα. Αργότερα, όπως μαρτυρούν οι Πράξεις των Αποστόλων, οι επιστολές του Παύλου και η Εκκλησιαστική Παράδοση, οι γυναίκες θα παίξουν σημαντικότατο ρόλο στην διάδοση και εξάπλωση του ευαγγελίου σαν συνεργάτες και συνοδοί των αποστόλων. Όπως γνωρίζουμε από την Παράδοση, η αγία Μαρία η Μαγδαληνή, η αγία Φωτεινή η Σαμαρείτις, η αγία Θέκλα, η αγία Παρασκευή κ.α. ασκήσανε ιεραποστολικό έργο. Στις επιστολές του Παύλου αναφέρονται ακόμη αρκετά ονόματα γυναικών, που ήταν συνεργάτιδές του, όπως η Φοίβη, η Πρίσκιλλα, η Μαριάμ, η Ιουνία, η Τρύφαινα, η Τρυφώσα κ.α.
    Από τις επιστολές του Παύλου οι περικοπές Α΄ Κορ.11,2-16, Εφ.5,22-24, Α΄ Τιμ.2,11-12, και Γαλ.3,26-28 μπορούν να μας δώσουν μια εικόνα σχετικά με τη θεολογία του για την γυναίκα και πιο συγκεκριμένα, πως ο Παύλος βλέπει την γυναίκα, στην οντολογική της σχέση με τον άνδρα, όπως και την θέση της μέσα στο χώρο της λατρείας και της οικογενείας. Ειδικότερα, η περικοπή Α΄ Τιμ.2,11-12, (την οποία μνημονεύει και ο αρθρογράφος),αναφέρεται στο θέμα της υπακοής της γυναικός στον άνδρα, αλλά και στη θέση της μέσα στο χώρο της λατρείας, στα οποία (θέματα), αναφέρονται επίσης και οι περικοπές Α΄ Κορ.11,2-16, και Εφ.5,22-24. Επομένως θα πρέπει να ερμηνεύσουμε την εν λόγω περικοπή με βάση τις δύο άλλες, (Α΄ Κορινθίους και Εφεσίους). Ο Παύλος παίρνοντας αφορμή από κάποιες ενθουσιαστικές τάσεις των γυναικών, που είχαν εκδηλωθεί με ανδρική συμπεριφορά στον χώρο της λατρείας στην Κόρινθο, έρχεται να καθορίσει την ιεραρχική θέση των δύο φύλων, την συμπεριφορά και την εξωτερική τους εμφάνιση. Έτσι κατά τον Παύλο ο άνδρας είναι η «κεφαλή» της γυναικός, (Α΄ Κορ.11,3), ως αρχή της δημιουργίας της, αφού από τη πλευρά του Αδάμ επλάσθη η Εύα. Όπως δε ο Πατήρ, αν και είναι αϊδίως ο Γεννήτωρ του Υιού, όμως ως ομοούσιος προς τον Υιόν, είναι ίσος και ομότιμος προς αυτόν, έτσι και ο άνδρας, αν και είναι «κεφαλή» της γυναικός ως αρχή της δημιουργίας της, ωστόσο ως ομοούσιος προς την γυναίκα είναι ίσος και ομότιμος προς αυτήν. Επίσης στην περικοπή Εφ.5,22-24 η γυναίκα καλείται να υποταχθεί στον άνδρα κατά το πρότυπο της υπακοής της Εκκλησίας στον Χριστό. Επειδή δε η υπακοή αυτή δεν έχει δουλικό, αλλά χαρισματικό χαρακτήρα, γίνεται δηλαδή ελεύθερα και από αγάπη προς τον Χριστό, αντίστοιχα και η υπακοή της γυναίκας προς τον άνδρα δεν πρέπει να έχει δουλικό χαρακτήρα, αλλά να γίνεται ελεύθερα και από αγάπη προς αυτόν και τον Χριστόν. Όταν ο Παύλος δίδει το προβάδισμα στον άνδρα και ζητά την υπακοή από την γυναίκα, αυτό δεν σημαίνει ότι έχει δικαίωμα ο άνδρας να ασκεί καταπιεστική εξουσία και βία προς την γυναίκα, διότι αυτά είναι έργα που χαρακτηρίζουν τον παλαιόν άνθρωπο της αμαρτίας και δεν έχουν καμιά σχέση με την καινή κτίση της νέας εν Χριστώ ζωής. Το πρωτείο του ανδρός δεν είναι πρωτείο εξουσίας, αλλά πρωτείο κενώσεως, διακονίας και θυσίας, που αποτελούν έκφραση της αγάπης του προς αυτήν. Και αυτό ακριβώς το αγαπητικό περιεχόμενο του πρωτείου θέλει να δηλώσει ο Παύλος όταν προσθέτει παρά κάτω στον στίχο 25: «οι άνδρες αγαπάτε τας γυναίκας εαυτών, καθώς και ο Χριστός ηγάπησε την Εκκλησία». Όπως τώρα ο Παύλος θεμελιώνει πάνω σε χριστολογική βάση τις σχέσεις ανδρός και γυναικός, κατά παρόμοιο τρόπο, δηλαδή χριστολογικά, θεμελιώνει την ιεραρχική θέση ανδρών και γυναικών μέσα στη λατρεία. Επομένως όταν παραγγέλει στην γυναίκα να σιωπά κατά την ώρα της λατρείας, δεν το κάνει για να καταστείλει το προφητικό χάρισμα της γυναικός, (βλ. Α΄ Κορ.11,5), διότι τότε θα ερχόταν σε αντίφαση με τον εαυτό του, αλλά για να καταστείλει την αταξία και ακαταστασία της λατρευτικής σύναξης που προερχόταν από την φλυαρία κάποιων γυναικών.
   Τέλος η περικοπή Γαλ.3,26-28 «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ· πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού»,  αποτελεί την κλασική βαπτισματική διακήρυξη του Παύλου για την εν Χριστώ υιοθεσία, την ισότητα και την οντολογική ενότητα όλων των ανθρώπων, πέρα από κάθε διάκριση κοινωνική, φυλετική, ή των δύο φύλων. Στη νέα αυτή κατάσταση της ελευθερίας και της υιοθεσίας δεν ισχύει ούτε η περιτομή, ούτε η ακροβυστία. Η σωτηρία που προσέφερε ο Χριστός έχει οικουμενικές διαστάσεις. Διασπά τους κοινωνικούς και φυλετικούς φραγμούς και μας ενώνει όλους, Ιουδαίους και Εθνικούς, ελευθέρους και δούλους, άνδρες και γυναίκες στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία κατά τρόπο ισότιμο. Ωστόσο με την υπέρβαση της διακρίσεως των δύο φύλων δεν σημαίνει ότι καταργεί τις φυσικές διαφορές, (βιολογικές και ψυχικές), των φύλων, που δόθηκαν από τον Θεό κατά την δημιουργία του ανδρός και της γυναικός. Με βάση δε αυτές τις διαφορές καλείται το κάθε φύλο να εκπληρώσει την ιδιαίτερη λειτουργική του αποστολή μέσα στο χώρο της οικογενείας και της κοινωνίας.


Η θέση της γυναίκας στο Ισλάμ

Ενώ τα καινοδιαθηκικά κείμενα μας δίδουν την εικόνα της πλήρως καταξιωμένης γυναικός, ως εικόνος του Θεού σε σχέση ισοτιμίας με τον άνδρα, διαμετρικά αντίθετη είναι η εικόνα που μας δίδει για την γυναίκα το Κοράνιο, όπου τονίζεται ξεκάθαρα και απερίφραστα η υπεροχή του ανδρός έναντι αυτής: «Οι άνδρες», λέγει ο Μωάμεθ, «είναι οι προστάτες και οι κύριοι των γυναικών, γιατί ο Αλλάχ, έχει χαρίσει ανώτερο βαθμό στους άνδρες από τις γυναίκες, και επειδή ξοδεύουν από τις περιουσίες τους» (Στάδιο 4, οι Γυναίκες, εδάφ. 34). Η γυναίκα δηλαδή δεν έχει κανένα δικαίωμα, καμιά αξία, δεν διαφέρει καθόλου από ένα κτήμα και είναι απόλυτα εξαρτημένη από τον άνδρα της, ο οποίος την εξουσιάζει. Πολύ εντυπωσιακή επίσης είναι η αντίθεση της διδασκαλίας της Εκκλησίας στο θέμα του γάμου σε σχέση με την αντίστοιχη στο Ισλάμ. Στο μεγάλο αυτό κοινωνικό θέμα το Ισλάμ καθιερώνει την πολυγαμία του ανδρός, ακολουθώντας το παράδειγμα του ιδρυτού του Μωάμεθ, ο οποίος σύμφωνα με την βιογραφία τουενυμφεύθη εννέα γυναίκες, (κατ’ άλλους δεκαπέντε), μία εκ των οποίων, η Αϊσά, ήταν ηλικίας μόλις εννέα ετών! Σύμφωνα με το Κοράνιο: «Κι’ αν φοβάσθε να αδικήσετε τις ορφανές, (σε περίπτωση γάμου), τα ορφανά, τότε να παντρεύεστε άλλες δύο, ή τρείς, ή τέσσερις γυναίκες της εκλογής σας. Κι’ αν όμως φοβάσθε ακόμη μήπως τις αδικήσετε, τότε να παντρεύεστε μόνο μία, ή όποιες έχετε αιχμάλωτες» (Στάδιο 4, οι Γυναίκες, εδάφ. 3). Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός σχολιάζοντας τον πολυγυνισμό του Μωάμεθ, αναφέρει: «Ούτος ο Μαμέδ, (Μωάμεθ), πολλάς ληρωδίας, (μωρολογίες), συντάξας εκάστη τούτων προσηγορίαν επέθηκεν. Οίον, (όπως για παράδειγμα), η γραφή της γυναικός και εν αυτή τέσσαρας γυναίκας προφανώς λαμβάνων νομοθετεί και παλλακάς, εάν δύνηται χιλίας, όσας η χείρ αυτού κατάσχη υποκειμένας εκ των τεσσάρων γυναικών, (οι οποίες θα υπακούουν στις τέσσαρες γυναίκες)» (PG.94,769D). Παρά κάτω αναφερόμενος στο θέμα των σεξουαλικών σχέσεων στο χώρο της οικογένειας, αποκαλύπτει την εσχάτη κατάπτωσή της και από ντροπή συστέλλεται να απαριθμήσει τα όσα ακατονόμαστα γράφονται στο Κοράνιο: «Στην ίδια Γραφή [δηλαδή στο Κοράνιο] ο Μωάμεθ παραγγέλει τα ακόλουθα: ‘Δούλεψε τη γη που ο Θεός σου έδωκε και φρόντησέ την, κάνε δε αυτό και με αυτό τον τρόπο, για να μην αναφέρω [εξηγεί ο άγιος], όπως κάνει εκείνος, [ο Μωάμεθ], όλα τα αισχρά’» (PG. 94,769D).

    Από όσα παρά πάνω αναφέραμε καθίσταται, πιστεύουμε, αντιληπτή για κάθε αμερόληπτο και απροκατάληπτο ερευνητή της αλήθειας, η χαώδης, η αγεφύρωτη απόσταση που χωρίζει τον Χριστιανισμό από την προχριστιανική ειδωλολατρία, αλλά και το Ισλάμ, στο εν λόγω θέμα. Θλιβόμαστε ειλικρινά για την ατυχή προσπάθεια του αρθρογράφου να διαστρεβλώσει την πραγματικότητα, προκειμένου να αποδείξει, ότι ο Χριστιανισμός είναι δήθεν αναχρονιστικός και οπισθοδρομικός για τα δεδομένα της σύγχρονης κοινωνίας. Δυστυχώς η δημοσιογραφία πρωτοπορεί σε αυτή την κατρακύλα, ως «σημείο των καιρών». Όμως ουδόλως φοβούμαστε, διότι η αλήθεια, όσο και να απωθείται, όσο και αν πολεμείται, δεν μπορεί να σβήσει και στο τέλος φανερώνεται και μαζί φανερώνει και τις επιδιώξεις όσων την κακοποιούν. Εν προκειμένω, ο κ. Παντελής Μπουκάλας, κάνοντας μια αγωνιώδη προσπάθεια να «ισλαμοποιήσει» τον Χριστιανισμό, βρίσκεται έκθετος στους αντικειμενικούς αναγνώστες του, διότι αποδεικνύεται ότι δεν γνωρίζει ούτε τι εστί Ισλάμ, ούτε τι εστί Ορθοδοξία! Λυπούμεθα ειλικρινά!   
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Ήθη και Έθιμα των Φώτων από όλη την Ελλάδα

Αύριο, 6 Ιανουαρίου, των Φώτων, η Εκκλησία εορτάζει και τιμά τη Βάπτιση του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο.
Σε κάθε μεριά της Ελλάδας, αναβιώνουν, ήθη και έθιμα των Φώτων, μύθοι και παραδόσεις. Οι γηραιότεροι θυμούνται και διηγούνται στους νέους τα κάλαντα, τα ρουγκάτσια, τα μπαμπούγερα κι άλλα πολλά.
ΠΑΡΑΜΟΝΗ
Ο εορτασμός των Φώτων ξεκινά από την παραμονή με τον εκκλησιασμό των Χριστιανών. Στους Ορθόδοξους ιερούς ναούς ψάλλεται η ακολουθία των Μεγάλων Ωρών και στη συνέχεια λαμβάνεται ο Μεγάλος Αγιασμός. Αμέσως μετά, τα παιδιά ξεχύνονται στους δρόμους και ψάλλουν τα κάλαντα των Θεοφανίων. Ο ιερέας κάνει την πρωτάγιαση. Το αγιασμένο νερό του Ιορδάνη ραίνει το κάθε σπιτικό, καθώς ο παπάς με τον βασιλικό πηγαίνει από σπίτι σε σπίτι και ραντίζει τους πιστούς και τους χώρους.
agiasmos
Στη συνέχεια μαζεύεται η στάχτη από την φωτιά που έκαιγε στο τζάκι το Δωδεκαήμερο, η φωτιά δηλαδή που ξεκίνησε με το Χριστόξυλο. Η λαϊκή παράδοση υπαγορεύει η στάχτη αυτή να σκορπιστεί γύρω από το σπίτι, στους εξωτερικούς χώρους, στους στάβλους, ακόμη και στα χωράφια, διότι η στάχτη διώχνει το κακό!
Κατά τις παλιές παραδόσεις του λαού μας, αυτή τη μέρα φεύγουν και οι καλικάντζαροι. Η ιδέα ότι υπάρχουν καλικάντζαροι ανήκει στη λαϊκή θρησκευ-τικότητα του λαού μας, έχει αρχαιοελληνική προέλευση και δεν είναι αποδεκτή από τους αγίους διδασκάλους της Ορθοδοξίας. Είναι ένας λαϊκός μύθος. 
  
Το βράδυ το δείπνο είναι νηστίσιμο, όπως και την παραμονή των Χριστουγέννων. Σύμφωνα με την παράδοση, κάθονται όλοι γύρω από το τραπέζι και ο πατέρας της οικογένειας θυμιατίζει για να φύγουν από το σπίτι τα δαιμόνια, ενώ ο νεότερος λέει την προσευχή πριν ξεκινήσουν το φαγητό.
Στην Κρήτη, παραμονή των Φώτων, φτιάχνουν «παλικάρια» ή «φωτοκόλλυβα». Πρόκειται για φαγητό φτιαγμένο από πολλά είδη σπόρων και οσπρίων, όπως κουκιά, ρεβίθια, φασόλια, φακή, καλαμπόκι, σιτάρι. Από αυτό το φαγητό οι χωρικοί έδιναν και στα ζώα τους, αλλά το σκόρπιζαν κιόλας σε διάφορα μέρη του σπιτιού.
fotokoliva
Στον Πόντο, την παραμονή των Θεοφανείων κανένας δεν έβγαινε έξω από το σπίτι του. Ήταν μέρα που κάθε νοικοκυρά καθάριζε όλο το σπιτικό της,ζύμωνε και έφτιαχνε διάφορα γλυκίσματα και προπάντων κουλούρια.
Το βράδυ έπρεπε όλα τα μέλη της οικογένειας να λουστούν για να είναι καθαρά για τη επομένη. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έθιμα ήταν το μνημόσυνο των νεκρών. Πριν το βραδινό τραπέζι, σε ένα μεγάλο ταψί γεμάτο σιτάρι όλα τα μέλη της οικογένειας άναβαν κεριά «για τ’ αποθαμέντς», για πεθαμένους συγγενείς και φίλους, αναφέροντας το όνομα του καθενός ξεχωριστά. Μάλιστα, για να τιμούν οι νεότεροι το έθιμο, τους μάθαιναν τους στίχους: «Τα Φώτα θέλω το κερί μ” και Των Ψυχών κοκκία (κόλυβα) και την Μεγάλ” Παρασκευήν έναν μαντήλιν δάκρυα». Το τραπέζι παρέμενε όλο το βράδυ στρωμένο, για να «τρώγνε οι αποθαμέν», όπως έλεγαν, ενώ στο κέντρο του τοποθετούσαν μία φέτα ψωμί με τέσσερα κεριά αναμμένα σε σχήμα σταυρού.
ΑΝΗΜΕΡΑ

Ανήμερα των Φώτων, μετά την λειτουργία των Μεγάλων Ωρών, τελείται ο καθαγιασμός των υδάτων και η ρίψη του Τίμιου Σταυρού. Ο ιερέας ρίχνει το σταυρό μέσα στο νερό -σήμερα ο σταυρός είναι δεμένος πάνω σε σκοινί για να μη χαθεί-, και πιστοί βουτούν για να πιάσουν τον σταυρό, θεωρώντας ύψιστη τιμή, ευλογία και τύχη για όποιον τον βρει και τον πιάσει τον σταυρό. Σχεδόν σε όλα τα μέρη της Ελλάδος κατά τον καθαγιασμό των υδάτων αφήνουν ελεύθερα να πετάξουν τρία λευκά περιστέρια. Τα περιστέρια αυτά συμβολίζουν την Αγία Τριάδα, κατά την φανέρωση του Αγίου Πνευματος -εν είδη περιστεράς- όταν ο Ιησούς βαφτιζόταν στον Ιορδάνη Ποταμό.
αγιασμος
Ένα όμορφο έθιμο που στις μέρες μας έχει εξαλειφθεί είναι το «πλύσιμο των εικόνων». Οι πιστοί μετά την ρίψη του σταυρού έπαιρναν τις εικόνες που είχαν στο σπίτι τους και τις έπλεναν στη θάλασσα, στα ποτάμια ή στις λίμνες, διότι το νερό θεωρείται αγιασμένο.
Στη Θεσσαλία αναβιώνουν τα ρουγκάτσια. Ομάδες δεκαπέντε ατόμων μεταμφιεσμένων σε γαμπρό, νύφη, παπά κλπ γυρνούν από σπίτι σε σπίτι ζητώντας κέρασμα.
Στο Παλαιόκαστρο της Χαλκιδικής τηρείται το έθιμο των φωταράδων. Ο «βασιλιάς» φορώντας το ταλαγάνι και φορτωμένος με κουδούνια ανοίγει το χορό ενώ ακολουθούν οι φωταράδες κρατώντας ξύλινα σπαθιά για να ξυλοφορτώσουν εκείνους που θα επιδιώξουν να πάρουν το λουκάνικο που στήνεται στη μέση του χωριού.
Οι Αράπηδες είναι μια εθιμική παράσταση (δρώμενο) με έντονα την υπερβολή, το μαγικό και το λατρευτικό στοιχείο, στην οποία συμμετέχουν οι κάτοικοι της περιοχής. Το ίδιο έθιμο συναντάμε επίσης και στα χωριά Βώλακας, Πετρούσα και Ξηροπόταμος. Αναβιώνει επίσης κάθε χρόνο και στη Νίκησιανη του Δήμου Παγγαίου στο νομό Καβάλας.
Την ημέρα των Θεοφανίων, οι νοικοκυρές στο σπίτι φτιάχνουν ψωμί το οποίο ονομάζουν «φωτίτσα». Παλιότερα στη Θράκη μετά τον αγιασμό μοίραζαν στην εκκλησία ένα κομμάτι ψητό κρέας και μια κουλούρα ψωμί, το οποίο ονόμαζαν κολύριο. Κάποιο από αυτά είχε μέσα έναν ασημένιο σταυρό. Αυτός που θα έβρισκε τον σταυρό ονομαζόταν «νουνός» και θα προσέφερε το βόδι για τα κολύρια της επόμενης χρονιάς.
Ένα παραδοσιακό έθιμο που αναβιώνει στο χωριό Άρνισσα Πέλλας την ημέρα των Φώτων είναι τα Τζαμαλάρια. Σύμφωνα με το έθιμο, ένα αγόρι ηλικίας από 16 μέχρι 35 χρονών ντύνεται νύφη με παραδοσιακή τοπική φορεσιά, ενώ άλλα δυο της ίδιας ηλικίας ντύνονται τα αδέρφια της νύφης που την κρατάνε. Ένα ακόμα ντύνεται μπουμπάρι και γυρίζουν όλο το χωριό με συνοδεία παραδοσιακής ορχήστρας.
Σε συγκεκριμένες πλατείες του χωριού αναπαριστάται ένα δρώμενο κατά το οποίο το μπουμπάρι ορμάει για να αρπάξει την νύφη, αλλά τα αδέρφια το ρίχνουν στο έδαφος σκοτωμένο και μοιράζουν τα μέρη του σώματος του. Μετά το μπουμπάρι σηκώνεται πάνω και λένε το σύνθημα “μαύρη προβατίνα, άσπρο γάλα μπρους μπρους” και έτσι συνεχίζουν. Η νύφη στο έθιμο συμβολίζει το νέο χρόνο, τα αδέρφια συμβολίζουν τους αγγέλους, ενώ το μπουμπάρι το Κακό.
Ανήμερα των Φώτων στην Καστοριά αναβιώνει το έθιμο των «Ραγκουτσάριων». Τα «Ραγκουτσάρια» είναι σαν ένα καρναβάλι που ξεκινά την Πρωτοχρονιά και κορυφώνεται το τριήμερο 6-8 Ιανουαρίου. Το όνομα προέρχεται από τη λατινική λέξη «rogatores» δηλαδή ζητιάνοι, αφού σύμφωνα με το έθιμο οι συμμετέχοντες φορούν τρομακτικές μάσκες και παλιά ρούχα με κουδούνια, τρομάζοντας και διώχνοντας έτσι τα κακά πνεύματα από την πόλη, ενώ ζητιανεύουν από τους κατοίκους και τους περαστικούς την ανταμοιβή τους για τις υπηρεσίες τους.

Το «γιάλα – γιάλα» αναβιώνει στην Ερμιόνη της Αργολίδας πάνω από 50 χρόνια. Ανάλογα έθιμα επιβιώνουν και σε πολλά ψαροχώρια της περιοχής, όπως στο Πόρτο Χέλι και την Κοιλάδα. Τα ξημερώματα των Φώτων, τα αγόρια που πρόκειται τη νέα χρονιά να παρουσιαστούν στο στρατό, συγκεντρώνονται, γευματίζουν όλοι μαζί και έπειτα γυρνούν σε όλα τα σπίτια της περιοχής από σοκάκι σε σοκάκι, φορώντας παραδοσιακές ναυτικές φορεσιές και τραγουδώντας το «γιάλα – γιάλα».
Στην Λευκάδα, ανήμερα των Φώτων τηρείται το έθιμο «των πορτοκαλιών». Οι πιστοί βουτούν στη θάλασσα τα πορτοκάλια που κρατούν στα χέρια τους και τα οποία είναι δεμένα μεταξύ τους με σπάγκο. Έπειτα τα παίρνουν στο σπίτι τους για ευλογία και αφήνουν ένα από αυτά για ένα ολόκληρο χρόνο στα εικονίσματα του σπιτιού. Πριν την τελετή της κατάδυσης του Τιμίου Σταυρού, ρίχνουν στη θάλασσα τα παλιά πορτοκάλια.
Σε κάποια νησιά, όπως τη Λέσβο, την ώρα που πέφτουν στη θάλασσα οι βουτηχτάδες για να πιάσουν τον Σταυρό οι γυναίκες παίρνουν με μια νεροκολοκύθα νερό από 40… κύματα. Έπειτα με βαμβάκι που βουτούν σ΄ αυτό καθαρίζουν τα εικονίσματα – χωρίς να μιλούν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας – και στη συνέχεια ρίχνουν το νερό σε μέρος «που δεν πατιέται».
Ένα έθιμο που διατηρείται ακόμη και σήμερα είναι οι προβλέψεις για τον καιρό. Πιστεύεται ότι, τα Φώτα, βαπτίζονται οι άνεμοι: Αν φυσάει αέρας, «απός αγιαστούν τα νερά ημερεύει» και «αν είν’ τα Φώτα φωτερά θα ’ναι η Λαμπρή με τα νερά». Από τον καιρό των Φώτων προμάντευαν για τη σοδειά: «Χαρά στα Φώτα τα στεγνά και τις Λαμπρές βρεμένες, θα φαν οι χήρες τα ορφανά κι οι κακοπαντρεμένες». Επίσης, κάτι που γέλεται ακόμη σε κάποια χωριά: «αγιασμός, φωτισμός, Φώτα και καλός καιρός». Η ημέρα των Θεοφανίων αποτελεί ορόσημο και για τους ναυτικούς: «του Σταυρού κι αρμένιζε (6 Ιανουαρίου), του Σταυρού και δέσε (14 Σεπτεμβρίου)».

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Θεοφάνεια

Αγίου Πρόκλου Πατριάρχη Κων/λεως
Φάνηκε ὁ Χριστός στόν κόσμο καί τόν ἄχαρο κόσμο στόλισε μ᾿ ἀπέραντη εὐφροσύνη. Σήκωσε πάνω Του τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, καί καταπάτησε γιά πάντα τόν ἐχθρό τοῦ κόσμου. Ἅγιασε τίς πηγές τῶν ὑδάτων καί φώτισε τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Θαύματα μίχθηκαν μέ μεγαλύτερα θαύματα. Σήμερα, ἀπό τή χαρά πού ἔφερε ὁ Σωτήρας μας Χριστός, χωρίστηκαν ἡ γῆ καί ἡ θάλασσα καί ἀπ᾿ ἄκρη ὡς ἄκρη γέμισε ὁ κόσμος εὐφροσύνη. 

Ἡ σημερινή γιορτή ἀποκαλύπτει μεγαλύτερα θαύματα ἀπό ἐκείνη τῆς Χριστουγεννιάτικης νυχτιᾶς. Γιατί κείνη τήν νύχτα πού μᾶς πέρασε χαιρότανε μονάχα ἡ γῆ, καθώς βάσταζε πάνω της στήν ἀγκαλιά τῆς φάτνης τόν Παντοκράτορα Θεό. Σήμερα ὅμως, πού γιορτάζουμε τά Θεοφάνεια, εὐφραίνεται μαζί της καί ἡ θάλασσα. Καί εὐφραίνεται γιατί διά μέσου τοῦ Ἰορδάνη λαβαίνει μέρος καί αὐτή στήν εὐλογία τοῦ ἁγιασμοῦ.
 Στήν γιορτή τῆς θείας Γέννησης ὁ Θεός φάνηκε βρέφος μικρό, νιογέννητο, δείχνοντας ἔτσι τή δική μας νηπιότητα. Σήμερα ὅμως τόν βλέπουμε τέλειο ἄνθρωπο, τέλειο Υἱό, ἀπό τέλειο Πατέρα γεννημένον. Ἐκεῖ φανέρωσε τό θεῖο βρέφος τό ἀστέρι πού ἀνέτειλε ἀπό τήν ἀνατολή, καί ἐδῶ ὁμολογεῖ γι᾿ Αὐτόν ἀπό τόν οὐρανό ὁ Θεός Πατέρας, ἀπό τόν Ὁποῖον γεννήθηκε πρό τῶν αἰώνων. Ἐκεῖ Τοῦ πρόσφεραν -ὡσάν σέ βασιλιά- δῶρα οἱ Μάγοι, πού πεζοπόρησαν ἀπό τήν ἀνατολή. Ἐδῶ ἄγγελοι ἀπό τόν οὐρανό φερμένοι Τοῦ πρόσφεραν τή διακονία πού πρέπει μόνο σέ Θεό. Ἐκεῖ τυλίχτηκε μέσα στά σπάργανα καί ἐδῶ λύνει μέ τό βάπτισμα τίς σειρές τῶν παραπτωμάτων καί τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας μας. Ἐκεῖ ὁ βασιλιάς τῶν οὐρανῶν ντύθηκε σάν βασιλική ἀλουργίδα τόν κόσμο, ἐδῶ ἡ πηγή τῆς ζωῆς ντύνεται ὁλόγυρα τά ποταμίσια κύματα. Ἐλᾶτε λοιπόν νά ἰδεῖτε παράδοξα θαύματα.
 Ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης λούζεται στοῦ Ἰορδάνη τά νερά. Ἡ φωτιά βουτάει καί σμίγει μέ τά νερά. Καί ὁ Θεός ἀπ̉ ἄνθρωπο ἁγιάζεται. Σήμερα ὁλόκληρη ἡ κτίση βροντοφωνάζει καί ἀνυμνεῖ:
 «Εὐλογημένος νά ̉σαι Σύ πού ἔρχεσαι στ̉ ὄνομα τοῦ Κυρίου!!» Σύ πού ἔρχεσαι διά τῆς Προνοίας Σου μέσα ἀπ᾿ ὅλα τά κτίσματά Σου. Σύ πού συντηρεῖς τό ὕψος τοῦ στερεώματος καί ἔντεχνα ὁδηγεῖς σάν ἥμερο ἄλογο μέ χαλινάρι τήν τροχιά τοῦ Ἥλιου. Σύ πού βάζεις σέ τάξη χωρίς διόλου ν᾿ ἀνακατεύονται τά πλήθη τῶν ἀστέρων καί μᾶς κερνᾶς πλούσια ἀγέρα γιά νά ἀναπνέουμε ἀσταμάτητα ζωή. Σύ πού ζεσταίνεις καί ζωογονεῖς τή μάννα γῆ ὥστε νά μᾶς χαρίζει τούς καρπούς της ὁλοχρονίς. Σύ πού δαμάζεις καί σταματᾶς τή πολυκύμαντη θάλασσα ζώνοντάς την ὁλοτρόγυρα μ᾿ ἕνα μικρούτσικο χαλινάρι ἀπό ἀμμοχάλικο. Σύ πού σπρώχνεις τά νερά ἀπό τῆς γῆς τά σπλάχνα καί φτιάχνεις τίς πηγές. Σύ πού καθοδηγεῖς τίς ποταμίσιες ὄχθες νά πορεύονται χωρίς χαμό καί περιπλάνηση ὡς τή θάλασσα. Τοῦτα ὅλα τά θαυμάσια ἀναλογιζόμαστε καί ἀπό τά κατάβαθά μας βγαίνει ἡ κραυγή: «Εὐλογημένος Σύ πού ἔρχεσαι στ̉ ὄνομα τοῦ Κυρίου».
 — Πές μας λοιπόν, Ποιός εἶν᾿ Αὐτός, μακάριε Δαυΐδ;
 — Ὁ Κύριος καί ὁ Θεός μας πού μᾶς φανερώθηκε μ᾿ ἀνθρώπινη μορφή. Ἀλλά δέν τό λέει αὐτό μόνον ὁ προφήτης Δαυΐδ. Τό λέει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πού συμφωνεῖ μαζί του καί διδάσκει: «Μᾶς φανερώθηκε ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ πού σώζει κάθε ἄνθρωπο καί μᾶς διδάσκει ὅλους μας». Ὄχι μερικούς ἀλλά ὅλους μας. Σ᾿ ὅλους, Ἰουδαίους καί Ἕλληνες χαρίζει μέ τό βάπτισμα τή σωτηρία καί ὑποδείχνει τό σωτήριο αὐτό λουτρό σάν εὐεργέτημα δοσμένο δωρεάν σέ κάθε ἀνθρώπινη ψυχή πού τό ζητάει. Ἐλᾶτε νά δεῖτε πρωτόγνωρο κατακλυσμό, πολύ μεγαλύτερον καί δυνατότερον ἀπ᾿ ἐκεῖνον πού γίνηκε τήν ἐποχή τοῦ Νῶε. Ἐκεῖ τό νερό ἔπνιξε τούς ἀνθρώπους καί ἐδῶ τό νερό τοῦ βαπτίσματος, κείνους πού εἶχαν πεθάνει πνευματικά ξαναζωντάνεψε, μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ πού σήμερα βαπτίστηκε.
 Ἐκεῖ ὁ Νῶε ἔφτιαξε κιβωτό στέρεα ἀπό ξύλα καί ἐδῶ ὁ Χριστός ὁ νοητός Νῶε, προσέλαβε ἀπό τήν ἄφθορο παρθένο Μαρία τήν κιβωτό τοῦ σώματος. Ἐκεῖ ὁ Νῶε ἄλοιψε τήν κιβωτό ἐξωτερικά μέ ἄσφαλτο πίσσα. Ἐδῶ ὁ Χριστός δυνάμωσε καί περιφρούρησε τήν κιβωτό τοῦ σώματος μέ τό χρῖσμα τῆς πίστεως. Ἐκεῖ περιστερά πού βάσταζε κλαδί ἐληᾶς προμήνυσε τήν εὐωδιά τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Ἐδῶ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μέ τή μορφή ὁλόασπρης περιστερᾶς παρουσιάστηκε καί σ᾿ ὅλους φανέρωσε τόν ἐλεήμονα Κύριο. Ἀλλά μέ καταπλήττει ἡ ὑπερβολική ταπείνωση τοῦ Κυρίου. Γιατί δέν ἀρκέστηκε, Αὐτός ὁ γεννημένος τέλειος Υἱός ἀπό τέλειο Πατέρα, νά γεννηθῆ καί ἐπί γῆς τέλειο βρέφος ἀπό τά σπλάχνα μιᾶς γυναίκας.
Δέν ἀρκέστηκε Ἐκεῖνος πού εἶναι σύνθρονος μέ τόν Θεό Πατέρα νά λάβει τή μορφή τοῦ δούλου ἀλλά καί σάν τόν τελευταῖο ἁμαρτωλό προσέρχεται νά βαπτισθεῖ. Ἀλλά ἄς μή γίνει ἡ κοινή γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους εὐεργεσία σκάνδαλο γι᾿ αὐτούς πού τούτη τήν ὥρα μέ ἀκοῦνε. Γιατί βαπτίζεται ὁ Δεσπότης πάντων Χριστός ὄχι γιατί ἔχει ἀνάγκη ἀπό ψυχικό καθαρισμό, ἀλλά γιά νά οἰκονομήσει μέ δυό τρόπους τό συμφέρον τῶν ψυχῶν μας, ὥστε καί μέ τό νερό νά μᾶς δωρήσει τήν ἁγιαστική χάρη καί νά προτρέψει τόν καθένα μας νά βαπτιστεῖ. Καθώς μᾶς λέει ὁ ἱερός Εὐαγγελιστής, ἦρθε ὁ Ἰησοῦς ἀπό τή Γαλιλαία στόν Ἰορδάνη ὅπου βρισκόταν ὁ Ἰωάννης γιά νά βαπτιστεῖ ἀπ̉ αὐτόν. Τό τί συνέβηκε τότε ἀδερφοί μου δέν μπορεῖ νά τό χωρέσει νοῦς ἀνθρώπινος. Γιατί ξεπερνᾶνε κάθε θέαμα καί ἄκουσμα ὅσα συνέβηκαν ἐκεῖ. Τρέμει ὁ νοῦς.
Χάνεται ἡ λαλιά μή τολμώντας νά ἐξιστορίσει τά ἀνέκφραστα. Γι‹ αὐτό λοιπόν καί ὅταν εἶδε ὁ Ἰωάννης τόν Δεσπότη μας Χριστό νά τόν πλησιάζει, μέ πολύ καρδιοχτύπι, πέφτοντας καί ἀγκαλιάζοντας τά πόδια Του τοῦ εἶπε παρακλητικά: — Γιατί βιάζει ἐμένα τόν ἀδύνατο ἄνθρωπο ὁ Παντοδύναμος Θεός μου νά κάνω κάτι πού ξεπερνάει τίς δυνάμεις μου; Δέν εἶμαι ἐγώ σέ θέση νά ἐπιχειρήσω κάτι τέτοιο. Πῶς νά τολμήσω νά Σέ βαπτίσω; Πότε συνέβηκε νά καθαριστεῖ ἡ φωτιά ἀπό τό ξερό χορτάρι; Πότε ἔπλυνε ἡ λάσπη τήν πηγή; Πῶς νά βαπτίσω Ἐσένα τόν Κριτή τῆς οἰκουμένης ἐγώ ὁ ὑπεύθυνος γιά τόσες ἁμαρτίες; Πῶς νά Σέ βαπτίσω Δέσποτά μου; Δέν βλέπω ἁμαρτία πάνω Σου. Δέν ἔχεις πέσει θῦμα τῆς κατάρας τοῦ προπάτορα Ἀδάμ. Δέν ἔχεις καθόλου λερωθεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία. Γιατί ἄν καί ἔκλινες οὐρανούς καί κατέβηκες, τίποτα ἀπό τά θελήματα τοῦ Θεοῦ Πατέρα δέν παρέβηκες.
–Τί κάνεις Δέσποτά μου; Γιατί μ᾿ ἀναγκάζεις νά κάνω κάτι πού ξεπερνάει τίς δυνάμεις μου; Ποτέ καί τίποτα δέν τόλμησα νά κάνω ἀπ᾿ ὅλα ὅσα παροργίζουν τήν ἀγαθωσύνη Σου. Σάν δουλικό πιστό γεμάτο ἀγάπη καί σεβασμό γιά τόν ἀφέντη του πρότρεξα καί ἐμήνυσα στόν κόσμο τήν παρουσία Σου. Ἐνῶ βρισκόμουνα ἀκόμη μέσ᾿ τήν κοιλιά τῆς μάννας μου, δανείστηκα τήν γλώσσα της καί Θεό τοῦ κόσμου Σέ ἐκήρυξα. Ὅλους τούς προετοίμασα νά Σέ δεχθοῦν, νά Σ᾿ ἀπαντήσουν. Πές μου λοιπόν Κύριέ μου, πῶς θ᾿ ἀνεχθεῖ νά δεῖ ὁ ἥλιος τόν Παντοκράτορα Θεό ἔτσι νά ἐξευτελίζεται ἀπό τήν τόλμη ἑνός δούλου Του καί δέν θά ρίξει καυτερές φωτοβολίδες νά μέ κατακάψει, ὅπως ἔκανε ἐκείνους τούς καιρούς τούς ἄσωτους Σοδομίτες; Πῶς θά ἀντέξει ἡ γῆ νά δεῖ Ἐκεῖνον πού ἁγιάζει τούς ἀγγέλους, ἀπέριττα νά βαπτίζεται ἀπό χέρι ἀνθρώπου ἁμαρτωλοῦ καί δέν θ᾿ ἀνοίξει τά σπλάχνα της γιά νά μέ καταπιεῖ, ὅπως ἔκανε τόν Ἀβειρών καί τόν Δαθάν; Πῶς νά βαπτίσω Δέσποτά μου Ἐσένα πού δέν μολύνθηκες ἀπό τής φυσικῆς γέννησης τό λέρωμα; «Ἐξ ἀσπόρου γαστρός, ἄσπορος προῆλθε καρπός». Πῶς λοιπόν ἐγώ ὁ χιλιολερωμένος ἀπό τήν ἁμαρτία ἄνθρωπος νά ἁγνίσω τόν Θεό; Θεό ἀναμάρτητο; Ἐγώ ἔχω ἀνάγκη νά βαπτιστῶ ἀπό Σένα καί Σύ ἔρχεσαι σέ μένα; Μ᾿ ἔστειλες νά βαπτίζω, Κύριέ μου, καί δέν παράκουσα τήν ἐντολή Σου. Πρότρεπα ὅλους πρός τό βάπτισμα καί τούς ἔλεγα: «Ὁμολογῆστε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τίς ἁμαρτίες σας, γιατί Αὐτός εἶναι ὁ μόνος ἀγαθός. Αὐτός πού ἔρχεται πίσω μου δέν εἶναι βλοσυρός καί αὐστηρός. Εἶναι ἀγαθός καί Υἱός Πατέρα Ἀγαθοῦ. Δέν φέρεται γιά λίγο μονάχα μ᾿ ἀγαθωσύνη καί ὕστερα νά ἀλλάζει διάθεση γιά τόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, ἀλλά τό ἔλεός Του μένει εἰς τόν αἰώνα. Καί ἐπειδή τό ἔλεός Του εἶναι ἀμέτρητο γι᾿ αὐτό καί οἱ οὐράνιες δυνάμεις ἀνυμνώντας Τοῦ ἔλεγαν: «Εὐλογημένος Σύ πού ἔρχεσαι στ̉ ὄνομα τοῦ Κυρίου».
 Ὁ Κύριος καί ὁ Θεός μας μᾶς φανερώθηκε. Μᾶς φανερώθηκε ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καί διέλυσε τό σκοτάδι τῆς ἄγνοιας πού μᾶς περιέλουζε. Μᾶς φανερώθηκε ὁ οὐράνιος Τσοπάνης καί ἔδιωξε ἀπό τό κοπάδι τῶν παιδιῶν Του τούς λύκους τοῦ διαβόλου. Μᾶς φανερώθηκε ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Πατρός καί χάρισε μέ τό βάπτισμα τήν υἱοθεσία στούς πιστούς. Μᾶς φανερώθηκε ἡ ζωή ὁλόκληρου τοῦ κόσμου καί μέ τό θάνατό Του θανάτωσε τόν θάνατο ὡς ἀθάνατος καί ἀξίωσε νά ζήσουν ζωή ἀθάνατη, ἐκεῖνοι πού εἶχαν πέσει στή φθορά καί στό θάνατο.
 Ἀλλά ἐνῶ ἐγίνονταν ὅλα αὐτά, ὁ Θεός Πατέρας ἀγαλώμενος μέ τήν ὑπερβολική ταπείνωση τοῦ Υἱοῦ, ἀνοίγει διάπλατα τίς πύλες τοῦ οὐρανοῦ καί μέ βροντερή φωνή ξεχειλισμένη ἀπό αἰσθήματα πού πλημμυρίζουνε μιά πατρική καρδιά, ἀνακράζει: «Αὐτός εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός». Καί γιά νά μήν μπερδευτεῖ ὁ νοῦς ὅσων ἀκούγανε ὅλα τοῦτα -ἄν εἶναι δηλαδή Υἱός ὁ Βαπτιστής ἤ ὁ Χριστός- ἔρχεται τό Ἅγιον Πνεῦμα, σάν ἄσπρο περιστέρι καί δείχνει Ἐκεῖνον πού βαπτιζόταν καί πού ὁ Θεός Πατέρας τόν μαρτυροῦσε στούς ἀνθρώπους σάν μονογενή Υἱό Του. Σ᾿ Αὐτόν πρέπει ἡ δόξα, τό κράτος, ἡ τιμή καί ἡ προσκύνηση σήμερα καί πάντοτε καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

Σαράντος Καργάκος: Ο Ελληνόψυχος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.



Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος 4 Μαρτίου 1851 - Σκιάθος 3 Ιανουαρίου 1911), «η κορυφή των κορυφών» κατά τον Κ. Π. Καβάφη, είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες, γνωστός και ως «ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων». Έγραψε κυρίως διηγήματα, τα οποία κατέχουν περίοπτη θέση στη νεοελληνική λογοτεχνία.
Ο ίδιος σε ένα σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα ιστορεί τη ζωή του:

Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθῳ, τῇ 4 Μαρτίου 1851. Ἐβγήκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α΄ καὶ Β΄ τάξιν. Τὴν Γ΄ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἴτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1872 ὑπήγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἤλθα εἰς Ἀθήνας καί ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ΄ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ὅπου ἤκουα κατ' ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ' ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰ ξένας γλώσσας. Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἁγίους, εἴτα ἔγραφα στίχους, καί ἐδοκίμαζα να συντάξω κωμῳδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη Ἡ Μετανάστις ἔργον μου εἰς τὸ περιοδικὸν Σωτήρα. Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθη Οἱ ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν εἰς τὸ Μὴ χάνεσαι. Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καί ἐφημερίδας.


Μυθιστορήματα

Η Γυφτοπούλα (1884)
Η Μετανάστις (1880)
Οι Έμποροι των Εθνών (1883)
Νουβέλες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Βαρδιάνος στα σπόρκα (1893)
Η Φόνισσα (1903)
Τα ρόδινα ακρογιάλια (1908)
Χρήστος Μηλιόνης (1885)
Διηγήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Αγάπη στον κρεμνό
Άγια και πεθαμένα (1896)
Άλλος τύπος (1903)
Αμαρτίας φάντασμα (1900)
Άνθος του γιαλού (1906)
Αποκριάτικη νυχτιά (1892)
Απόλαυσις στη γειτονιά (1900)
Άσπρη σαν το χιόνι (1907)
Άψαλτος (1906)
Για τα ονόματα (1902)
Για την περηφάνια (1899)
Γουτού γουπατού (1899)
Γυνή πλέουσα (1905)
Εξοχική Λαμπρή (1890)
Εξοχικόν κρούσμα (1906)
Έρημο μνήμα (1910)
Έρμη στα ξένα (1906)
Έρως -- Ήρως (1897)
Η Άκληρη (1905)
Η Αποσώστρα (1905)
Η Βλαχοπούλα (1892)
Η Γλυκοφιλούσα (1894)
Η Γραία κ' η θύελλα (1906)
Η Δασκαλομάννα (1894)
Η Επίσκεψις του αγίου Δεσπότη (1906)
Η Θητεία της πενθεράς (1902)
Η Θεοδικία της δασκάλας (1906)
Η Ξομπλιαστήρα (1906)
Η Κάλτσα της Νώενας (1907)
Η Μακρακιστίνα (1906)
Η Μαούτα (1905)
Η Μαυρομαντηλού (1891)
Η Νοσταλγός (1894)
Η Ντελησυφέρω (1904)
Η Πεποικιλμένη (1909)
Η Πιτρόπισσα (1909)
Η Σταχομαζώχτρα (1889)
Η Στοιχειωμένη καμάρα (1904)
Η Συντέκνισσα (1903)
Η Τελευταία βαπτιστική (1888)
Η Τύχη απ' την Αμέρικα (1901)
Η Φαρμακολύτρια (1900)
Η Φωνή του Δράκου (1904)
Η Χήρα παπαδιά (1888)
Η Χήρα του Νεομάρτυρος (1905)
Η Χολεριασμένη (1901)
Η Χτυπημένη (1890)
Θάνατος κόρης (1907)
Θέρος -- Έρος (1891)
Κοινωνική αρμονία (1906)
Κοκκώνα θάλασσα (1900)
Λαμπριάτικος ψάλτης (1893)
Με τον πεζόβολο (1907)
Μια ψυχή (1891)
Μικρά ψυχολογία (1903)
Ναυαγίων ναυάγια (1893)
Νεκρός ταξιδιώτης (1910)
Ο Αβασκαμός του Αγά (1896)
Ο Αειπλάνητος (1903)
Ο Αλιβάνιστος (1903)
Ο Αμερικάνος (1891)
Ο Ανάκατος (1910)
Ο Γαγάτος καί τ' άλογο (1900)
Ο Γείτονας με το λαγούτο (1900)
Ο Διδάχος (1906)
Ο Έρωτας στα χιόνια (1896)
Ο Κακόμης (1903)
Ο Καλόγερος (1892)
Ο Κοσμολαΐτης (1903)
Ο Ξεπεσμένος δερβίσης (1896)
Ο Πανδρολόγος (1902)
Ο Πανταρώτας (1891)
Ο Πεντάρφανος (1905)
Ο Πολιτισμός εις το χωρίον (1891)
Ο Σημαδιακός (1889)
Ο Τυφλοσύρτης (1892)

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )