.

.

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

Η άγρια βία της ανεργίας !!!


«Τι ξέρετε εσείς από ανεργία; Μιλάτε για διάλυση του κοινωνικού ιστού, αλλά δεν ξέρετε τίποτα για τη γκρίνια που φέρνει η φτώχεια, για τη διάλυση της οικογένειας, για το φόβο των παιδιών, για το σμπαράλιασμα της ψυχής και του εαυτού». Λόγια ενός πρώην εργαζόμενου, πρώην οικογενειάρχη, πρώην ανθρώπου, νυν αόρατου. «Δεν ξέρετε τίποτα για την ανεργία» ξαναλέει, μιλώντας περισσότερο στον εαυτό του. Μιλάει για την ενδοβολή της βίας, για την κατάθλιψη και τις χημικές αλυσίδες. Η ζωή πια δεν τον γνωρίζει. Η κοινωνία δεν τον αναγνωρίζει. Είναι άχρηστος, περιττός, όπως οι άνθρωποι στα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Κι άλλοτε υπήρχε πείνα, κι άλλοτε υπήρχε ανεργία, αλλά η σημερινή δεν αντέχεται. Γιατί δεν έχεις να μοιραστείς την οδύνη σου με κανέναν. Οι άλλοι δεν σε ξέρουν. Σε ξεχνούν αμέσως. Κάποτε μάλιστα συντελούν κι αυτοί στην εξόντωσή σου. Γιατί πλέον επικρατεί το «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Και η τρέλα επισυμβαίνει όταν δεν έχεις κανένα να δεις το πρόσωπό σου, όταν κανείς δεν σε αναγνωρίζει, όταν σου ενδοβάλουν την ενοχή ότι φταις εσύ! Γιατί η τρέλα είναι αταξία οφειλόμενη στην απελπισία, όταν δεν υπάρχει μία κοινότητα, ένα συνδικάτο, μια συντροφιά, που να είναι μαζί σου αλληλέγγυα στην αδικία, έτσι ώστε να διοχετευθεί η υπερχειλίζουσα ενέργεια της θλίψης σου.
«Γι’ αυτό σταμάτα την ποίηση». Η ποίηση έχει πάψει από καιρό να πυρώνει τα πάθη, να προκαλεί εμμανείς συγκρούσεις και να λειτουργεί ανατρεπτικά. Οι λέξεις έγιναν κι αυτές εμπορεύματα ναρκισσισμού. Γι’ αυτό το μόνο που έχει να κάνει κανείς είναι να τινάξει στα μυαλά του στον αέρα ή να καταφύγει στο χημικό ζουρλομανδύα. Τελευταία καταφυγή το… καλάσνικοφ. Κάποιοι, χθες, λήστεψαν ένα κυλικείο με καλάσνικοφ!
Γι’ αυτό μια τέτοια ζωή, η πείνα, η δυστυχία και ο θάνατος δεν χρειάζονται ρήτορες, κήνσορες, σοφιστές και ποιητές για να τα ερμηνεύσουν. Χρειάζονται εκείνες τις εν εγρηγόρσει συνειδήσεις που αναζητούν το νέο λόγο, τη νέα συλλογικότητα, εκεί που θα βρει απαντοχή και το πρόσωπό του ο αδικημένος και ο άνεργος. Γι’ αυτό χρειάζονται νέα συνδικάτα πέρα από τα εξωνημένα, πέρα από τους θεσμούς εν γένει που συντηρούν το σύγχρονο κοινωνικό και εργασιακό φασισμό. Χρειάζονται νέοι φορείς που θα υποδέχονται την οδύνη των αποκλεισμένων και θα την καθιστούν ενέργεια αλληλεγγύης και ανατροπής της σημερινής κατάστασης, ώστε να εξαλειφθεί μια και καλή η ανεργία και ο αποκλεισμός.

Πηγή : Liston Place
http://gpapaso.blogspot.com/2011/09/blog-post_06.html

Ο Μανώλης Γλέζος «καταργεί» το Μ. Αλέξανδρο!!!


Ο ΚΡΕΤΙΝΙΣΜΟΣ κάποιων «αριστερών» ειδώλων είναι από τις πλέον απωθητικές «ιδιότητες» , διότι αποτελεί το κατακάθι της ακραίας καθεστωτικής αλλοτρίωσης και απάτης.
Τα «αριστερά» ηρωικά «σύμβολα» έχουν πάθει τέτοια ζημιά, έχουν τόσο πολύ αλλοιωθεί και αλλοτριωθεί από την καθεστωτική τους ενσωμάτωση που όχι μόνο δεν είναι σε θέση να διακρίνουν ΤΙΠΟΤΕ εκτός από το είδωλό τους, αλλά καταναλώνουν ασύστολα κούφιες και ανόητες ρητορικές κορώνες, πιστεύοντας ότι λένε εξυπνάδες «δημοκρατικές» και «αντιεξουσιαστικές»…
Ο φλύαρος και βλακώδης βερμπαλισμός του αστού δημοκράτη (αριστερός το παίζει), Μανώλη Γλέζου σπάει κόκκαλα!!!

Το καθεστωτικό αυτό είδωλο
που πέραν από τις κοινοβουλευτικές δημοκρατικές σκιές δεν βλέπει τίποτα, βρόντηξε και άστραψε πάλι: Είπε «ηρωικό» ΟΧΙ στην προτομή του Μ. Αλεξάνδρου στην..Πάρο!

Γιατί; Διαβάστε:

«Από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου και πιο πριν του πατέρα του Φιλίππου καταργήθηκε η δημοκρατία. Αρνούμαστε λοιπόν την διαστρέβλωση της ιστορίας».


Το διαβάσαμε ΕΔΩ:
http://trelogiannis.blogspot.com/2011/09/blog-post_1908.html

ΕΔΩ που ζούμε δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο, η Ελλάδα είναι υπό ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΚΗ οικονομική, πολιτική και αλλοδαπή κατοχή, ξεπουλιέται και ιδιωτικοποιείται, τα κοινοβούλια και τα κόμματα έχουν μεταλλαχτεί σε διακοσμητικά ντεκόρ του ψεύδους και της απάτης, η ίδια η εθνική υπόσταση της χώρας μας υπονομεύεται και ο Γλέζος μάς μιλάει για «Σουμέριους και βαβυλωνίους», για το Μ Αλέξανδρο και το Φίλιππο που «κατάργησαν τη δημοκρατία»!!!!!

Είτε σκόπιμα, είτε από ανοησία, είτε επειδή πέραν από το «είδωλό» του δεν υπάρχει τίποτε άλλο, παρέχει για μια άλλη μια φορά το τεκμήριο και το άλλοθι στους νεοταξικούς σχεδιασμούς και στο αμερικάνικο προτεκτοράτο των Σκοπίων…

Βεβαίως, για μια φορά ακόμα, δείχνει την ιστορική του ανεπάρκεια, τη δραματική θεωρητική του φτώχεια και την πολιτική, βερμπαλιστική του ρηχότητα.

ΟΧΙ μόνο δεν ξεχωρίζει τις διαφορετικές ιστορικές εποχές, αλλά ούτε και το κοινωνικό περιεχόμενο της «δημοκρατίας».

Η «δημοκρατία» για το Γλέζο είναι ένας μαθηματικός τύπος και όχι το τσόφλι ενός κοινωνικού και ιστορικού καρπού.

Έτσι τη «δημοκρατία» την κατάργησε ο Μ. Αλέξανδρος!!!

Προφανώς για το φτωχό Γλέζο ο Μ. Αλέξανδρος και ο Φίλιππος φταίνε για το γεγονός ότι δεν έχουμε δημοκρατία σήμερα!!!!

Κάποιοι άλλοι αστείοι φορτώνουν όλα τα κακά της μοίρας μας στο Μαρξ και στο Λένιν. Ο Γλέζος πάει ακόμα πιο πίσω…

Βεβαίως με τη λογική του Γλέζου η «δημοκρατία» ήταν καταργημένη πιο παλιά, από την ίδια την Αθηναϊκή Δημοκρατία. Πού ακούστηκε σε δημοκρατία να υπάρχουν δούλοι, πολίτες τρίτης κατηγορίας;

Τέτοιες αστειότητες λέει ο Γλέζος, που αδυνατείς να πιστέψεις ότι μπορεί να ξεστομίζονται στην εποχή μας, εκτός και αν αυτές οι φαιδρότητες λέγονται σκόπιμα, ενταγμένες μέσα στα νεοταξικά σχέδια αποδόμησης της ελληνικής ιστορίας.

Πώς είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνει ο Γλέζος (κάνει και τον αριστερό) τη ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ της ιστορίας;

Πώς είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνει ότι η Αλεξανδρινή εποχή είναι ένα βήμα ανώτερης εξέλιξης από την κλασσική αρχαιότητα των πόλεων-κρατών και ότι αποτελεί το τέλος της Αρχαιότητας και την απαρχή της ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗΣ περιόδου της παγκόσμιας ιστορίας;

Ο Μ. Αλέξανδρος ολοκλήρωσε την ενοποίηση των αυτόνομων ελληνικών πόλεων-κρατών της εποχής, απελευθέρωσε τις ελληνικές ιωνικές πόλεις στα παράλια της Μικράς Ασίας, μεταλαμπάδευσε τον Ελληνικό Πολιτισμό στην Ανατολή, «έριξε το φράχτη» που χώριζε την Ευρώπη από την Ασία και έκανε την Ελλάδα να ταυτιστεί με την τότε Οικουμένη…

Η εποχή του Μ. Αλεξάνδρου ήταν γιγάντιο ιστορικό βήμα προς τα εμπρός και μέγας «ιστορικός κρίκος» της συνέχειας του Ελληνικού Πολιτισμού…


Μόνο ανιστόρητοι, θεωρητικά ραχιτικοί και πολιτικά πιόνια του εθνομηδενισμού και της Νέας Τάξης μπορεί να λένε τέτοιες αρλούμπες για το Μ. Αλέξανδρο, σαν και αυτές του Μανώλη Γλέζου…

Διαβάστε και μια άλλη ανάλυσή μας για το Γλέζο με τον τίτλο:


«ΓΛΕΖΟΣ: Τα θρηνώδη μνημόσυνα της «αριστερής» κατάπτωσης»

ΕΔΩ:
http://www.resaltomag.gr/forum/viewtopic.php?t=5072

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011

Σεπτεμβριανά 1955 Κωνσταντινούπολη 5/5

Οἱ Δέκα Ἐντολές σέ ἐρμην. Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ





Τὸ μυστικὸ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης εἶναι τοῦτο:
δὲν θέλει μονάχα νὰ ζεῖ, μὰ καὶ νὰ ξέρει γιατί ζεῖ.

Ἡ ὀμορφιά (=ἀλήθεια) θὰ σώσει τὸν κόσμο (Ντοστογιέφσκι)




Οἱ Δέκα Ἐντολές (Ἔξοδος Κ´, 1-18)



Ἑρμηνεία
Κείμενο: Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς,
Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (14ος αἰ.)
Ἀπόδοση στὴ νεοελληνικὴ γλώσσα: (+) Χριστόδουλος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος




1. Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, οὐκ ἔσονται σοὶ θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ.

Ἕνας Κύριος εἶναι ὁ Κύριος ὁ Θεός σου, Αὐτὸς ποὺ φανερώνεται (μὲ τρία πρόσωπα, δηλ.) σὰν Πατέρας καὶ σὰν Υἱὸς καὶ σὰν Ἅγιο Πνεῦμα. Σὰν Πατέρας μὲν ἀγέννητος, σὰν Υἱὸς δὲ γεννητὸς (μέν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ πάλι) χωρὶς ἀρχή, καὶ πέρα ἀπὸ τὸν χρόνο, καὶ χωρὶς νὰ πάθει καμμία ἀλλοίωση, σὰν Λόγος (τοῦ Θεοῦ Πατρός). Αὐτὸς δὲ ὀνομάζεται Χριστός, γιατὶ ἔχρισε (δηλ. ἁγίασε) μὲ τὸ νὰ ἀναλάβει ὁ ἴδιος τὸ δικό μας (ἀνθρώπινο) εἶδος. Καὶ σὰν Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ καὶ Αὐτὸ προέρχεται ἀπὸ τὸν Πατέρα, ὄχι γιατὶ γεννήθηκε ἀπ᾿ Αὐτόν, ἀλλὰ γιατὶ Αὐτὸς Τὸ στέλνει.

Αὐτὸς μόνο εἶναι Θεός. Καὶ μάλιστα ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὁ ἕνας Κύριος, ποὺ ἐμφανίζεται μὲ τρεῖς ὑποστάσεις. (Εἶναι ἕνας καὶ μοναδικὸς ὁ Θεὸς αὐτός, ποὺ) δὲν διαιρεῖται κατὰ τὴν φύση, τὴ θέληση, τὴν σκέψη, τὴν δύναμη καὶ τὴν ἐνέργεια, καὶ ὅλα γενικῶς τὰ γνωρίσματα τῆς Θεότητας.

Αὐτὸν (λοιπὸν τὸν ἕνα καὶ ἀληθινὸ Θεό) μόνο θὰ (πρέπει νὰ) λατρεύσεις μὲ ὅλη τὴν δύναμη ποὺ ἔχει ὁ νοῦς σου, καὶ μὲ ὅλο τὸ πλάτος τῆς καρδιᾶς σου καὶ μὲ ὅλη τὴν πληρότητα τῆς δυνάμεώς σου. Καὶ ὅλα ὅσα (ὁ Θεός σου) λέει καὶ ἐντέλλεται, (θὰ πρέπει) νὰ εἶναι πάντοτε νωπὰ μέσα στὴν καρδιά σου, ὥστε νὰ ἐφαρμόζεις καὶ νὰ ἐντρυφᾶς μέσα σὲ αὐτὰ καὶ νὰ ὁμιλεῖς μὲ βάση αὐτὰ (σὲ ὅλες τὶς περιστάσεις τῆς ζωῆς σου, δηλαδή) καὶ ὅταν κάθεσαι (κάπου καὶ δὲν μετακινεῖσαι), καὶ ὅταν βαδίζεις (γιὰ νὰ πᾶς ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος στὸ ἄλλο), καὶ ὅταν εἶσαι πεσμάνος στὸ κρεββάτι, κι ὅταν εἶσαι ὄρθιος.

Καὶ (θὰ πρέπει ἀκόμα) νὰ ἐνθυμεῖσαι πάντοτε (δηλαδὴ ἀδιαλείπτως καὶ χωρὶς διακοπὴ) τὸν Κύριο τὸ Θεό σου καὶ Αὐτὸν μόνο νὰ φοβᾶσαι (μὲ τὸν Ἅγιο φόβο τοῦ Θεοῦ), καὶ νὰ μὴν λησμονήσεις ποτὲ οὔτε Αὐτὸν οὔτε τὶς ἐντολές Του. Γιατὶ (μόνο) ἔτσι καὶ ὁ Θεὸς θὰ σοῦ δώσει τὴν δύναμη (ποὺ εἶναι ἀπαραίτητη) γιὰ νὰ ἐφαρμόζεις (στὴν ζωή σου) τὸ (ἅγιο) θέλημά Του. Γιατὶ (ὁ Θεός, ποὺ δὲν ἔχει κανενὸς τὴν ἀνάγκη) τίποτε ἄλλο δὲν σοῦ ζητεῖ παρὰ μόνον νὰ Τὸν φοβᾶσαι καὶ νὰ Τὸν ἀγαπᾶς (γιατὶ Αὐτὸς ἀκριβῶς ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ συμβαδίζει μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς Αὐτόν) καὶ νὰ ἀκολουθεῖς τὸν δρόμο Του ποὺ Αὐτὸς θέλει (πράγμα ποὺ εἶναι ἡ φυσικὴ συνέπεια τῶν ἄλλων). Αὐτὸς θὰ εἶναι τὸ καύχημά σου καὶ Αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ Θεός σου.

(Πρόσεξε) μήπως ἀκούγοντας τίποτα σχετικὸ μὲ τὴν (ἠθική) ἀπάθεια τῶν ἀγγέλων καὶ μὲ τὴν ἰδιότητά τους νὰ εἶναι ἀόρατοι, ἢ γιὰ τὴν μεγάλη (κι ἐκπληκτική) πονηρία τοῦ (διαβόλου, πού) ἐκπέσοντος ἀπὸ τὸ ὕψος τὸ ἀγγελικό, καὶ γιὰ τὴν (μεγάλη του) ἐπινοητικότητα καὶ ἐξυπνάδα καὶ εὐστροφία γιὰ κάθε πλάνη, ἐξ᾿ αἰτίας ὅλων αὐτῶν ἀποδόσεις σὲ κάποιο ἀπὸ αὐτὰ (τὰ πνεύματα-ἀγαθὰ ἢ πονηρά) τιμὴ ποὺ ἀνήκει στὸν Θεό.

(Πρόσεξε) μήπως ἀτενίζοντας τὸ μεγάλο μέγεθος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὴν ποικιλία τῆς κινήσεως τῶν οὐράνιων σωμάτων, τὴν λαμπρότητα τοῦ ἥλιου, τὸ γλυκὸ φῶς τῆς σελήνης, τὴν ὄμορφη διαύγεια τῶν ἄλλων ἀστέρων, τὴ χρησιμότητα τοῦ ἀέρα (καὶ τὴν ἀναγκαιότητά του) γιὰ τὴν ἀναπνοή, καὶ τῆς θαλάσσης ἢ τῆς γῆς τὶς ἀνεξάντλητες προσφορές, καὶ (συνηπαρμένος ἀπὸ τὰ φαινόμενα τοῦτα τὰ λαμπρά) θεοποιήσεις κανένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ κτίσματα.

Γιατὶ ὅλα αὐτὰ εἶναι κατὰ τρόπο δουλικὸ ταγμένα στὸν μόνο Θεὸ καὶ δημιουργήματα δικά Του, ποὺ ἔλαβαν ὀντότητα ἀπὸ τὴν κατάσταση τῆς ἀνυπαρξίας ποὺ ἦσαν, μὲ μόνο τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ (ὅπως λέγει ἡ Γραφή) Αὐτὸς (ὁ Θεός) ἁπλῶς εἶπε καὶ ἔγιναν (ὅλα ὅσα βλέπουμε καὶ δὲν βλέπουμε), Αὐτὸς διέταξε καὶ ἐδημιουργήθησαν.

Αὐτὸν λοιπὸν τὸν Κύριο καὶ δημιουργό της κτήσεως πρέπει νὰ τιμήσεις (μὲ λατρεία) σὰν μόνο Θεὸ καὶ μὲ τὴν ἀγάπη νὰ ἑνωθεῖς μαζί Του, καὶ μέρα καὶ νύκτα ἀπὸ Αὐτὸν νὰ ζητᾶς συγχώρεση γιὰ τὰ θεληματικά σου καὶ ἀθέλητα παραπτώματα. Γιατὶ Αὐτὸς ( ὁ μεγαλοδύναμος Κύριος) εἶναι (ταυτόχρονα) γεμάτος ἀγάπη καὶ φιλανθρωπία καὶ μακροθυμία καὶ πολὺ ἔλεος, καὶ κάνει αἰώνια τὸ καλὸ ( τὸ ἀγαθό)...



2. Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς.


Δὲν θὰ (πρέπει) νὰ κατασκευάσεις κανένα ὁμοίωμα κάποιου πράγματος ἀπὸ ὅσα βρίσκονται ἐπάνω στὸν οὐρανὸ καὶ κάτω στὴν γῆ καὶ μέσα στὴν θάλασσα, μὲ σκοπὸ νὰ τοὺς ἀποδώσεις λατρεία καὶ δόξα ὅμοια μὲ ἐκείνη ποὺ ἁρμόζει στὸ Θεό. Καὶ τοῦτο, γιατὶ ὅλα αὐτὰ εἶναι δημιούργημα τοῦ ἑνὸς καὶ μοναδικοῦ Θεοῦ, πού, ἀφοῦ τώρα τελευταῖα ἐπῆρε σάρκα γεννηθεὶς ἀπὸ παρθενικὴ γαστέρα, παρουσιάστηκε στὴν γῆ καὶ ἦλθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἀφοῦ πρῶτα ὑπέστη πάθος γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀπέθανε καὶ ἀναστήθηκε, ἀνέβηκε ψηλὰ στοὺς οὐρανοὺς μὲ σῶμα κι ἐκάθησε στὰ δεξιά του θρόνου τῆς μεγαλειότητος τοῦ Θεοῦ, στὰ ψηλὰ οὐράνια σκηνώματα. Μὲ τὸ σῶμα δὲ αὐτὸ πρόκειται νὰ ξαναρθεῖ στὴ γῆ, μέσα σὲ δόξα λαμπρή, γιὰ νὰ κρίνει ζωντανοὺς καὶ πεθαμένους.

Αὐτοῦ λοιπὸν (τοῦ Θεοῦ), ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ χάρη μας, νὰ κατασκευάσεις τὴν εἰκόνα σὲ ἔνδειξη τῆς ἀγάπης σου γι᾿ Αὐτόν, καὶ νὰ Τὸν θυμᾶσαι βλέποντας τὴν εἰκόνα, καὶ νὰ Τὸν προσκυνᾶς προσκυνώντας τὴν εἰκόνα. Ἐπίσης ἡ εἰκόνα θὰ σὲ βοηθᾶ νὰ στρέψεις τὸ νοῦ σου στὸ ἄξιο προσκυνήσεως σῶμα τοῦ Σωτῆρος, ποὺ τώρα βρίσκεται ψηλὰ στὸν οὐρανὸ στὰ δεξιά του Πατρός.

Ἐπίσης (θὰ πρέπει) νὰ κατασκευάσεις εἰκόνες καὶ γιὰ τοὺς Ἁγίους καὶ νὰ τὶς προσκυνᾶς, ὄχι βέβαια σὰν Θεούς, γιατὶ αὐτὸ ἀπαγορεύεται, ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξεις μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὴν σχέση ποὺ ἐσὺ (σὰν θνητὸς ἄνθρωπος) ἔχεις μὲ αὐτοὺς (ποὺ ἦσαν σὰν καὶ ἐσένα ἄνθρωποι), καὶ τὴν διάθεση νὰ τοὺς τιμήσεις μὲ ἐξαιρετικὴ τιμή, πρᾶγμα ποὺ θὰ κάνει τὸ νοῦ σου νὰ πηγαίνει διὰ μέσου τῆς εἰκόνος στοὺς (εἰκονιζομένους) Ἁγίους.

Ἔτσι θὰ μιμηθεῖς καὶ τὸν Μωυσῆ, ποὺ ἔφτιαξε τὶς εἰκόνες τῶν Χερουβὶμ μέσα στὰ Ἅγια. Ἔπειτα (μὴν ξεχνᾶς ὅτι) καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ἦταν (σὰν μία κάποια) εἰκόνα αὐτῶν ποὺ ἦταν στὰ οὐράνια. Καὶ (μέσα στὴν σκηνή τοῦ Μαρτυρίου ) τὸ ἅγιο κοσμικὸ εἰκόνιζε ὅλο τὸν κόσμο, καὶ (ὅμως παρὰ ταῦτα) ὁ Μωυσῆς ὅλα αὐτὰ τὰ ὀνόμασε ἅγια, γιατὶ μὲ τοῦτο δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ ἀποδώσει δόξα στὰ κτίσματα, ἀλλὰ διὰ μέσου αὐτῶν στὸν δημιουργό του κόσμου Θεό.

Καὶ ἐσὺ λοιπὸν δὲν (θὰ πρέπει) νὰ θεοποιήσεις τὶς εἰκόνες (σὰν ὑλικὸ κατασκεύασμα) τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων. Ἀλλὰ διὰ μέσου αὐτῶν (καὶ μὲ τὴν βοήθειά τους) θὰ (πρέπει νά) προσκυνήσεις (λατρευτικῶς) Αὐτῶν ποὺ μᾶς ἔπλασε πρῶτα κατ᾿ εἰκόνα δική του, καὶ ἔπειτα δέχτηκε ἀπὸ μεγάλη καὶ ἄπειρη ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο νὰ λάβει τὴν εἰκόνα μας τὴν ἀνθρώπινη (δηλ. νὰ παρουσιαστεῖ μὲ ἀνθρώπινη μορφή, καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτό) νὰ γίνει ἀντικείμενο ἀπεικονίσεως καὶ περιγραφῆς.

Θὰ πρέπει δὲ νὰ μὴν περιοριστεῖς μόνο στὴν προσκύνηση τῆς θείας εἰκόνος, ἀλλὰ νὰ ἐπεκτείνης αὐτὴν καὶ στὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Γιατὶ ὁ σταυρὸς εἶναι πολὺ μεγάλο σημεῖο καὶ δεῖγμα τῆς νίκης τῆς ὁλοκληρωτικῆς του Χριστοῦ ἐναντίον τοῦ διαβόλου καὶ ὅλης της ἐχθρικῆς γιὰ μᾶς παρατάξεώς του...



3. Οὐ λήψει τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίω.


Μὴ πάρεις στὸ στόμα σου γιὰ τὸ τίποτε τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου (καὶ μὴν ὁρκισθεῖς ποτέ) εἴτε γιὰ ὑπόθεση γήινη, εἴτε ἀπὸ φόβο μὴ πάθεις τίποτε κακὸ ἀπὸ κανένα ἄνθρωπο, ἢ ἀπὸ ντροπή, ἢ γιὰ νὰ κερδίσεις προσωπικὸ ὄφελος, ὁρκιζόμενος ψεύτικα, γιατὶ ἡ παράβαση τοῦ ὅρκου σημαίνει ἄρνηση τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ νὰ μὴν ὁρκίζεσαι ποτέ, ἀλλὰ νὰ ἀποφεύγεις ὁλοσδιόλου τὸν ὅρκο, γιατὶ ἀπὸ τὸν ὅρκο προέρχεται καὶ ἡ παράβαση τοῦ ὅρκου, ποὺ ἀπομακρύνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ συγκαταλέγει μὲ τοὺς ἁμαρτωλοὺς τὸν ἐπίορκο.

Ὅταν λὲς πάντοτε τὴν ἀλήθεια, τότε δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ὁρκίζεσαι, γιατὶ τὰ (ἀληθινὰ πάντοτε) λόγια σου θὰ εἶναι σὰν ὅρκος (καὶ θὰ καθιστοῦν περιττὴ κάθε ἄλλη βεβαίωση μὲ ὅρκο). Ἂν ὅμως συμβεῖ καμμιὰ φορὰ καὶ ὁρκισθεῖς, πρᾶγμα ποὺ μακάρι ποτὲ νὰ μὴν γίνει, ἐὰν μὲν δώσεις τὸν ὅρκο γιὰ κάτι τί σύμφωνο μὲ τὸν Θεῖο Νόμο, τότε θὰ πρέπει νὰ ἐκτελέσεις τὸ νόμιμο αὐτό, ἀλλὰ ἐν συνεχείᾳ θὰ πρέπει νὰ ζητήσεις ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου εὐθύνες ἐπειδὴ ἔδωσε ὅρκο, φροντίζοντας μὲ ἐλεημοσύνη, δέηση καὶ πένθος καὶ σκληραγωγία τοῦ σώματος νὰ ἐξιλεώσεις τὸν Χριστὸ ποὺ εἶπε νὰ μὴν ὁρκίζεσαι.

Ἐὰν δὲ ἔδωσες ὅρκο γιὰ πρᾶγμα παράνομο, πρόσεξε μήπως ἐξ᾿ αἰτίας τοῦ ὅρκου ἐκτελέσεις παράνομη πράξη, γιὰ νὰ μὴν συγκαταριθμηθεῖς κι ἐσὺ μαζὶ μὲ τὸν Προφητοκτόνο Ἡρώδη. Ἀφοῦ δὲ ἀθετήσεις καὶ παραβεῖς τὸν παράνομο τοῦτο ὅρκο, βάλε κανόνα στὸν ἑαυτό σου νὰ μὴν ξαναορκισθεῖ, καὶ φρόντισε νὰ ἐξιλεωθεῖς ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, χρησιμοποιώντας μὲ περισσότερη μέριμνα τὰ φάρμακα ποὺ εἴπαμε προηγουμένως, μαζὶ μὲ δάκρυα.



4. Ἓξ ἡμέρας ἔργα καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου. Τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίω τῷ Θεῷ σου.


Μιὰ μέρα τῆς ἑβδομάδος, ποὺ ὀνομάζεται Κυριακή, ἐπειδὴ εἶναι ἀφιερωμένη εἰς τὸν Κύριο, γιατὶ τὴν ἡμέρα τούτη ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν καὶ (μὲ τὸν τρόπο αὐτό) μᾶς ἔκανε γνωστὴ καὶ βέβαιη τὴν κοινὴ ἀνάσταση, κατ’ αὐτὴ θὰ πρέπει κάθε γήινο ἔργο νὰ σταματήσει.

Τούτη λοιπὸν τὴν ἡμέρα νὰ τὴν ἁγιάσεις καὶ νὰ μὴν κάνεις κανένα ἔργο βιοτικό, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἀπαραίτητα, καὶ νὰ δώσεις τὴν εὐκαιρία σὲ αὐτοὺς ποὺ εἶναι δικοί σου ἢ σὲ ὑπηρετοῦν νὰ ξεκουραστοῦν, ὥστε ὅλοι μαζὶ νὰ δοξάσετε Ἐκεῖνον ποὺ μὲ τὸ νὰ θανατωθεῖ μας ἔκανε δικούς του καὶ ἀναστήθηκε καὶ ἀνέστησε μαζὶ τὴν δική μας φύση. Κατὰ τὴν ἡμέρα αὐτὴ νὰ θυμηθεῖς τὴν μέλλουσα ζωή, καὶ νὰ περάσεις τὸν καιρό σου μελετώντας τὶς ἐντολὲς καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Κυρίου καὶ ἐξετάζοντας τὸν ἑαυτό σου γιὰ νὰ ἐξακριβώσεις μήπως παρέβης κάτι τί ἢ παράλειψες, ὥστε νὰ διορθώσεις σὲ ὅλα τὸν ἑαυτό σου.

Ἐπίσης, τὴν ἡμέρα αὐτὴ νὰ περάσεις πολλὲς ὧρες μέσα στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ παρακολουθώντας τὶς ἱερὲς (λατρευτικές) συνάξεις ποὺ τελοῦνται ἐκεῖ, καὶ νὰ κοινωνήσεις μὲ εἰλικρινὴ πίστη καὶ μὲ ἥσυχη συνείδηση τὸ Ἅγιο Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ κάνεις ἀρχὴ γιὰ μία ζωὴ περισσότερο σύμφωνη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ ξεκαινουργώσεις τὸν ἑαυτό σου καὶ νὰ τὸν ἑτοιμάσεις γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τῶν μελλοντικῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Γι’ αὐτὰ πρέπει νὰ μὴν κάνεις καταχρήσεις οὔτε τὶς ἄλλες ἡμέρες. Τὴ δὲ Κυριακὴ πρέπει ἀπὸ ὅλα νὰ ἀπέχεις, ἀφοῦ μένεις κοντὰ στὸν Θεό, κάνοντας μόνον τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα ἔργα κι ἐκεῖνα ποὺ χωρὶς αὐτὰ δὲν μπορεῖς νὰ ζήσεις.

Ἔτσι μὲ τὸ νὰ ἔχεις τὸν Θεὸ σὰν τόπο γιὰ νὰ καταφύγεις, δὲν θὰ πᾶς ἀλλοῦ πουθενά. Καὶ δὲν θὰ ὑποστεῖς τὴν πύρωση ποὺ φέρνει ἡ φλόγα τῶν παθῶν, καὶ δὲν θὰ σηκώσεις (στὸν ὦμο σου) τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας. Μὲ τὸν τρόπο δὲ αὐτὸ θὰ ἁγιάσεις τὴν (πρώτη αὐτή) ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, (δηλ. μὲ τὸ νὰ τιμᾶς αὐτή) παραμένοντας μακριὰ ἀπὸ κάθε τί κακό. Αὐτὰ δὲ ποὺ εἴπαμε, νὰ τὰ ἐφαρμόσεις καὶ στὶς μεγάλες ἑορτές, πράττοντας τὰ ἴδια (τὰ παραπάνω) καὶ ἀπέχοντας πάλι ἀπὸ ὅσα προηγουμένως εἴπαμε.



5. Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου, ἵνα εὖ σοι γένηται καὶ ἵνα μακροχρόνιος γένῃ ἐπὶ τῆς γῆς.


Νὰ σέβεσαι τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου, γιατὶ ὁ Θεός - χρησιμοποιώντας σὰν ὄργανα αὐτοὺς - σὲ ἔφερε στὴν ζωή, καὶ αὐτοὶ εἶναι γιὰ σένα ἔπειτα ἀπὸ τὸν Θεὸ αἴτιοι τῆς ὑπάρξεώς σου. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν καὶ ἐσύ, ἔπειτα ἀπὸ τὸν Θεὸ αὐτοὺς καὶ νὰ τιμήσεις καὶ νὰ ἀγαπήσεις, ἂν βέβαια ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς γονεῖς βοηθάει τὴν πρὸς Θεὸ ἀγάπη. Ἂν ὅμως δὲν βοηθάει, τότε νὰ φύγεις ἀμέσως μακριὰ ἀπὸ αὐτούς...


Πρέπει νὰ σέβεσαι καὶ νὰ ἀγαπᾶς αὐτοὺς ποὺ γιὰ σένα γίνηκαν πνευματικοὶ πατέρες. Γιατὶ αὐτοὶ ἐσένα σὲ ἔφεραν ἀπὸ τὴν κατάσταση τῆς (ἁπλῆς) ὑπάρξεως, στὴν κατάσταση (τῆς κατὰ Θεόν) ὑπάρξεως καὶ σοῦ μετέδωσαν τὸν φωτισμὸ τῆς (θείας) γνώσεως καὶ σοῦ δίδαξαν τὴν φανέρωση τῆς ἀλήθειας καὶ σὲ ἀναγέννησαν μὲ τὸ λουτρὸ τῆς παλιγγενεσίας καὶ σοῦ φύτεψαν μέσα σου τὴν ἐλπίδα γιὰ τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν ἀθανασία (τῆς ψυχῆς) καὶ γιὰ τὴν ἀδιάδοχη βασιλεία καὶ κληρονομία (τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν) καὶ σὲ ἔκαναν, ἀπὸ ἀνάξιο ποὺ ἤσουνα, ἄξιο τῶν αἰώνιων ἀγαθῶν, καὶ ἀπὸ ἐπίγειο (σὲ ἀντικατέστησαν) οὐράνιο, καὶ ἀπὸ πρόσκαιρο, αἰώνιο καὶ υἱὸ μαθητείας (παρὰ τοὺς πόδας) ὄχι ἀνθρώπου πιά, ἀλλὰ τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ποὺ σοῦ χάρισε τὸ πνέυμα τῆς υἱοθεσίας. Αὐτὸς μάλιστα εἶπε: «Μὴν ὀνομάσετε κανένα ἄνθρωπο πατέρα ἢ καθηγητή, γιατὶ ἕνας εἶναι ὁ πατέρας καὶ καθηγητής σας, ὁ Χριστός.

Γι᾿ αὐτὸ ὀφείλεις κάθε τιμὴ καὶ ἀγάπη στοὺς πνευματικοὺς πατέρες, ἔχοντας τὴν συναίσθηση πὼς ἡ τιμὴ ποὺ δίνεις σὲ αὐτοὺς πηγαίνει στὸν Χριστὸ καὶ στὸ Πανάγιο Πνεῦμα, μέσα στὸ Ὁποῖο ἔλαβε τὴν υἱοθεσία, καὶ στὸν ἐπουράνιο Πατέρα, ἀπὸ τὸν Ὁποῖο πηγάζει κάθε πατριὰ στὸν οὐρανὸ καὶ στὴν γῆ.

Πρέπει δὲ νὰ φροντίσεις σὲ ὅλο τὸν βίο νὰ ἔχεις ἕνα πνευματικὸ πατέρα, καὶ νὰ τοῦ ἐξομολογῆσαι κάθε σου ἁμάρτημα καὶ κάθε λογισμὸ ἢ νὰ παίρνεις ἀπ᾿ αὐτὸν τὴν θεραπεία καὶ τὴν συγχώρεση. Γιατὶ σ᾿ αὐτὸν (δηλ. τὸν πνευματικὸ πατέρα) δόθηκε (ἀπὸ τὸν Κύριο ἡ ἐξουσία) νὰ συγχωρεῖ ἢ νὰ μὴν συγχωρεῖ ἁμαρτίες (δηλ. νὰ ἐλευθερώνει ἢ ὄχι ψυχές). Ὅλα ὅσα δὲν συγχωρήσουν στὴ γῆ, θὰ μείνουν ἀσυγχώρητα (καὶ) στὸν οὐρανό. Καὶ ὅλα ὅσα συγχωρήσουν στὴ γῆ, θὰ συγχωρεθοῦν (καί) στὸν οὐρανό.


Αὐτὴ δὲ τὴ χάρη καὶ τὴν δύναμη τὴν ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Χριστό. Γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ ὑπακοῦς σὲ αὐτοὺς καὶ νὰ μὴν ἔχεις ἀντίθετη μὲ αὐτοὺς γνώμη, γιὰ νὰ μὴν φέρεις τὴν καταστροφὴ στὴν ψυχή σου. Γιατὶ ἂν ἐκεῖνος ποὺ ἀντιμιλάει στοὺς σαρκικούς του γονεῖς, σὲ πράγματα ποὺ δὲν ἀπαγορεύονται ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, τιμωρεῖται - σύμφωνα μὲ τὸν νόμο (τοῦ Μωϋσέως)- μὲ θάνατον, πὼς εἶναι δυνατὸν ἐκεῖνος ποὺ ἀντιμιλάει στοὺς πνευματικοὺς πατέρες νὰ μὴν δίωχνει μακριὰ τοῦ τὸ πνέυμα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μὴν χάνει τὴν ψυχή του; Γι᾿ αὐτὸ νὰ συμβουλεύεσαι καὶ νὰ ὑπακοῦς μέχρι τέλους στοὺς πνευματικοὺς πατέρες, γιὰ νὰ σωθεῖ ἡ ψυχή σου καὶ νὰ γίνεις κληρονόμος τῶν αἰωνίων καὶ ἀκηράτων ἀγαθῶν.



6. Οὐ μοιχεύσεις.


Νὰ μὴν πορνεύσεις, γιὰ νὰ μὴν καταντήσεις νὰ γίνεις ἀπὸ μέλος Χριστοῦ μέλος πόρνης, καὶ (ἔτσι) ἀποκοπεῖς ἀπὸ τὸ θεῖο σῶμα (σὰν σάπιο μέλος) καὶ χάσεις τὴν Θεία κληρονομιὰ καὶ ριχθεῖς στὴν γέενα (τοῦ πυρός). Γιατὶ (ὅπως λέει ὁ νόμος) ἐὰν ἡ θυγατέρα ἱερέως ποῦ συλληφθεῖ νὰ πορνεύεται, ὑπομένει τὴν τιμωρία τὸν θάνατο διὰ πυρᾶς, ἐπειδὴ (μὲ τὴν πράξη της) τὸν πατέρα (της) ἐντρόπιασε, πόσο μεγαλύτερη τιμωρία ἀξίζει ὅποιος τέτοια βρωμιὰ κάνει στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ;

Σὺ μὲν λοιπόν, ἂν μπορεῖς, ἐφάρμοσε (στὴν ζωή σου) τὴν παρθενία, γιὰ νὰ μπορέσεις νὰ ἀφιερωθεῖς ἐξ᾿ ὁλοκλήρου στὸν Θεὸ καὶ μὲ τέλεια ἀγάπη σὲ Αὐτὸν νὰ προσκολληθεῖς, μένοντας κοντά Του σὲ ὅλη σου τὴν ζωὴ καὶ φροντίζοντας ἀποκλειστικὰ πάντοτε (νὰ κάνεις) ὅτι ἀρέσει στὸν Κύριο, καὶ (ἔτσι) ἀπὸ τώρα ἐξασφαλίζοντας τὴν μέλλουσα ζωὴ καὶ ζωντας κάτω στὴν γῆ σὰν Ἄγγελος Θεοῦ. Γιατὶ αὐτῶν (δηλαδὴ τῶν Ἀγγέλων) γνώρισμα εἶναι ἡ παρθενία, καὶ γίνεται ὅμοιος μὲ αὐτούς, -ἂν καὶ ἔχει σῶμα- ὅσο τοῦτο εἶναι δυνατόν, ὅποιος ἀκολουθεῖ τὴν παρθενία...

Ἂν πάλι προτιμήσεις νὰ ἀκολουθήσεις τὴν (κατὰ Χριστόν) παρθενικὴ ζωὴ καὶ δὲν ἔχεις δώσει τέτοια ὑπόσχεση στὸν Θεό, τότε σου ἐπιτρέπεται νὰ πάρεις μία γυναίκα σύμφωνα μὲ τὸν νόμο τοῦ Κυρίου, καὶ μόνο μὲ αὐτὴν νὰ κατοικεῖς καὶ νὰ μὴν τὴν θεωρεῖς σὰν δικό σου σκεῦος πρὸς σκοπὸ ἁγιασμοῦ, ἀπέχοντας μὲ ὅλη σου τὴν δύναμη ἀπὸ ξένες γυναῖκες.

Θὰ μπορέσεις δὲ τελείως νὰ ἀποφεύγεις αὐτές, ἂν προσέξεις τὶς ἄκαιρες (καὶ ψυχικὰ ἐπικίνδυνες) συναντήσεις καὶ συζητήσεις μαζί τους, καὶ (φρόντιζε) νὰ μὴν σοῦ ἀρέσουν τὰ πορνικὰ λόγια καὶ ἀκούσματα, καὶ νὰ διώχνεις τὰ μάτια τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς σου ἀπὸ πάνω τοὺς ὅσο σου εἶναι τοῦτο δυνατό, καὶ συνήθιζε νὰ μὴν ρίχνεις βλέμματα ἐμπαθῆ καὶ περίεργα πάνω στὴν ὀμορφιὰ τῶν προσώπων. Γιατὶ ἐκεῖνος ποὺ κυττάζει μιὰ γυναίκα μὲ κακὴ πρόθεση καὶ ἐπιθυμία, ἤδη (ὅπως λέει ὁ Κύριος) εἶναι σὰν νὰ ἔκανε μαζί της τὴν κακὴ πράξι (τῆς μοιχείας ἢ πορνείας), καὶ ἔτσι ἔχει γίνει ἀκάθαρτος μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Χριστοῦ ποὺ βλέπει (τὰ κρυπτά) στὶς καρδιές.

Ἀπὸ τὸ σημεῖο δὲ αὐτὸ (τῆς ψυχικῆς ἁμαρτίας, ὁ ἄνθρωπος) ὁ ταλαίπωρος, καταντάει καὶ στὸ νὰ διαπράξει καὶ τὴ σωματικὴ ἁμαρτία. Ἀλλὰ τί μιλάω (μόνο) γιὰ τὶς βρωμιὲς τῆς πορνείας καὶ τῆς μοιχείας καὶ ὅλες τὶς ἄλλες τέτοιες ποῦ ἐνεργοῦνται κατὰ φύση; Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος ὅταν μὲ περιέργεια κοιτάει τὰ ὄμορφα πρόσωπα, σέρνεται ἀκόλαστα καὶ στὶς παρὰ φύση (σαρκικὲς ἁμαρτίες καί) ἀσέλγειες.

Σὺ λοιπόν, ἅμα κόψεις ἀπὸ πάνω σου τὶς πικρὲς ρίζες (τῆς ἁμαρτίας), δὲν θὰ δοκιμάσεις τοὺς καρπούς (της) ἀλλὰ θὰ φέρεις ἀντιθέτως τὸν καρπὸ τῆς ἁγνότητας καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ ποὺ ἔρχεται μαζί της, χωρὶς τὸν ὁποῖο κανεὶς δὲν πρόκειται νὰ ἰδεῖ τὸν Κύριο.



7. Οὐ κλέψεις.


Νὰ μὴν κλέψεις, γιὰ νὰ μὴν σοῦ δώσει πολὺ μεγαλύτερη τιμωρία ὁ γνωρίζων τὰ κρύφια (Θεός), ἐπειδὴ Τὸν περιφρόνησες. Μᾶλλον πρέπει ἀπ᾿ ὅτι ἔχεις, κρυφὰ νὰ δίνεις σὲ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη, γιὰ νὰ πάρεις ἑκατονταπλασίονα καὶ νὰ κληρονομήσεις ζωὴ αἰώνια στὸν μέλλοντα αἰῶνα ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ βλέπει τὰ κρυφά.



8. Οὐ φονεύσεις.


Νὰ μὴν φονεύσεις, γιὰ νὰ μὴν ἐκπέσεις ἀπὸ (τὴν χάρη) τῆς υἱοθεσίας ποὺ σοῦ ἔδωσε Ἐκεῖνος ποὺ ἀνασταίνει τοὺς νεκρούς, καὶ νὰ γίνεις μὲ τὰ ἔργα σου παιδὶ ἐκείνου ποὺ ἐξ᾿ ἀρχῆς εἶναι δολοφόνος τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπειδὴ δὲ ὁ φόνος ἔχει ὡς ἀφορμὴ τὸ κτύπημα, τοῦτο δὲ τὸ μάλωμα, καὶ τοῦτο τὸ θυμό, ὁ δὲ θυμὸς ἔρχεται ἐξ᾿ ἀφορμῆς τῆς ζημίας ἢ τοῦ κτυπήματος ἢ τῆς βρισιᾶς ποὺ ἄλλοι μας κάνουν, γι᾿ αὐτὸ εἶπε ὁ Χριστὸς ἐκεῖνον ποὺ σοῦ παίρνει τὸ πανωφόρι, μὴν ἐμποδίσεις νὰ σοῦ πάρει καὶ τὸ χιτώνα σου καὶ μὴν ἀποκριθεῖς μὲ βρισιὲς σὲ ἐκεῖνον ποὺ σὲ βρίζει. Γιατὶ μὲ τὸν τρόπο τοῦτο, καὶ τὸν ἑαυτό σου καὶ ἐκεῖνον ποὺ σοῦ κάνει κακὸ θὰ γλιτώσεις ἀπὸ τὸ φοβερὸ κακὸ τοῦ φόνου.

Σὺ λοιπόν, (κάνοντας ἔτσι), θὰ πετύχεις τὴ συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν σου ποὺ ἔχεις ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ εἶπε: «δίδετε συγχώρεση (σὲ ὅσους σας φταίουν) καὶ θὰ συγχωρεθοῦν καὶ οἱ δικές σας ἁμαρτίες». Ἐκεῖνος δὲ ποὺ κακολογεῖ καὶ κακοποιεῖ τοὺς ἄλλους, (αὐτός) θὰ δώσει λόγο καὶ θὰ τιμωρηθεῖ μὲ αἰώνια τιμωρία. Γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶπε: «αὐτὸς ποὺ θὰ πεῖ τὸν ἀδερφὸ τοῦ «μωρέ», εἶναι ἄξιος νὰ ριχτεῖ στὴ γέενα τοῦ πυρός».

Ἂν λοιπὸν κατορθώσεις νὰ ξεριζώσεις τὸ κακὸ (ἀπὸ μέσα σου) καὶ νὰ χαρίσεις στὴν ψυχή σου τὴ μακαριώτητα τῆς πραότητος, δόξασε τὸν Χριστὸ ποὺ εἶναι ὁ διδάσκαλος καὶ ὁ συνεργὸς τῶν ἀρετῶν, χωρὶς τὸν Ὁποῖον, ὅπως ἔμαθες, δὲν μποροῦμε τίποτα καλὸ νὰ κάνουμε.

Ἂν πάλι δὲν μπορέσεις νὰ μείνεις πράος (καὶ μακριὰ ἀπὸ τὸν θυμό), νὰ κατηγορεῖς τὸν ἑαυτό σου ποὺ θυμώνει, καὶ νὰ μετανοιώνεις μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ μπροστὰ στὸν ἄνθρωπο ποὺ εἴτε τοῦ μίλησες ἄσχημα, εἴτε τοῦ ἔκανες κακό. Γιατὶ ἐκεῖνος ποὺ μετανιώνει ὅταν ἡ ἁμαρτία τοῦ βρίσκεται στὰ πρῶτα βήματα, αὐτὸς δὲν φτάνει στὸ τελευταῖο σκαλοπάτι, (ἀντιθέτως δέ) ὅποιος μὲ ἀδιαφορία (καὶ ἀναισθησία) ἀντιμετωπίζει τὶς μικρὲς πτώσεις, αὐτὸς γι᾿ αὐτὲς θὰ πέσει καὶ στὶς μεγαλύτερες.



9. Οὐ ψευδομαρτυρήσεις κατὰ τοῦ πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδῆ.


Νὰ μὴν συκοφαντήσεις, γιὰ νὰ μὴν ἐξομοιωθεῖς μ᾿ ἐκεῖνον ποὺ παλιὰ (στὴν ἀρχὴ τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς) ἐσυκοφάντησε στὴν Εὔα τὸν Θεό, καὶ γίνεις καταραμένος ὅπως ἐκεῖνος. Ἀλλὰ μᾶλλον πρέπει, ἂν τοῦτο δὲν θὰ κάνει κακὸ στοὺς πολλούς, νὰ σκεπάζεις τὰ κακὰ τοῦ διπλανοῦ σου (ποὺ μοιάζουν μὲ πτῶμα), γιὰ νὰ μοιάσεις ὄχι τοῦ Χάμ, ἀλλὰ τοῦ Σὴμ καὶ τοῦ Ἰάφεθ, καὶ νὰ κερδίσεις τὴν εὐλογία.



10. Οὐκ ἐπιθυμήσεις πάντα ὅσα τῷ πλησίον σου ἐστι.


Νὰ μὴν (ἐπιθυμήσεις νὰ ἁρπάξεις) τίποτα ξένο, ποὺ ἀνήκει στὸν διπλανό σου. Οὔτε κτῆμα, οὔτε χρῆμα, οὔτε δόξα, οὔτε τίποτε ἀπὸ ὅσα ἀνήκουν στὸν πλησίον σου. Γιατὶ ἡ ἐπιθυμία (τῶν ξένων πραγμάτων) ἀφοῦ γεννηθεῖ στὴν ψυχή, γεννάει ἁμαρτία. Ἡ δὲ ἁμαρτία ἁμα γίνει, φέρνει τὸν θάνατο. Σὺ δέ, ὅταν θὰ μένεις ξένος πρὸς τὴν ἐπιθυμία τῶν πραγμάτων τοῦ ἄλλου, θὰ κατορθώσεις νὰ μείνεις μακρυὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἁρπαγή, ποὺ ἔχει σὰν αἴτιο τὴν πλεονεξία.

Σὺ μάλιστα πρέπει (ὄχι μόνο νὰ μὴν βάζεις στὸ μάτι τοῦ διπλανοῦ σου τὰ καλά, ἀλλά) καὶ ἀπὸ τὰ δικά σου νὰ δίνεις σὲ αὐτὸν ποὺ ζητᾶ, καὶ νὰ ἐλεεῖς, ὅσο μπορεῖς, αὐτὸν ποὺ ἔχει τὴν ἀνάγκη σου, καὶ νὰ μὴν διώξεις αὐτὸν ποὺ σοῦ ζητάει δανεικά Καὶ ἂν βρεῖς κάτι ποὺ χάθηκε, νὰ τὸ δώσεις στὸν κύριό του, ἔστω κι ἂν αὐτὸς εἶναι ἀπὸ τοὺς πιὸ μεγάλους σου ἐχθρούς. Γιατὶ μὲ τὸν τρόπο τοῦτο καὶ θὰ ἀγαπήσετε, καὶ θὰ νικήσεις ἐσὺ τὸ κακὸ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ καλοῦ, ὅπως ὁ Χριστὸς σὲ διατάζει.
agiazoni.

Η Καλομοίρα: Ένα Κυπριακό Παραμύθι

Kalomira: A Fairytale from Cyprus

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα φτωχό αντρόγυνο. Δουλεύοντας από εκεί, δουλεύοντας από εδώ, τα βόλευαν με το ψωμί, με τις ελιές και με τις προσευχές. Εκάμαν κι ένα κορίτσι που το ονόμασαν Καλομοίρα ίσως κι αλλάξει και η μοίρα τους. Μα όσο Καλομοίρα την εφώναζαν, κακομοίρα εγινόταν. Χαΐρι δεν έβλεπε και προκοπή δεν θωρούσε. Χρυσό έπιανε στα χέρια της, χώμα γινόταν.Τεμπέλα ήταν κι ακουμαντάρισσα. Ολοένα με τα λουλούδια μιλούσε και με τα πουλιά ετραγουδούσε. Άλλο τίποτα, μήτε δουλειά, μήτε μιλιά.
Μια μέρα ένα πουλάκι την επερίπαιζε με αυτό το τραγούδι:
-Καλομοίρα, Καλομοίρα
τα καλά σου, σου τα πήραν,
Καλομοίρα, Καλομοίρα
δούλεψε να βρεις τη μοίρα.
Η κοπέλα άκουσε παραξενεμένη το τραγούδι και της άρεσε, μα δεν καταλάβαινε τι ήθελε να πει το πουλάκι. Μια μέρα η νονά της, τής εχάρησε μια γαριφαλιά, μιας κι αγαπούσε τόσο τα λουλούδια. Την εφύτεψε σε μια όμορφη γλάστρα και την είχε μεγάλη αγάπη αυτή τη γαριφαλιά. Την επότιζε και της μιλούσε, την εντάντευε και της ετραγουδούσε, και κάθε μέρα την ερωτούσε:
-Γαριφαλιά μου πράσινη, πότε θα κοκκινίσεις;
Από τα πολλά γλυκόλογα κι από τις πολλές αγάπες, μια μέρα έσκασε ένα μπουμπουκάκι κόκκινο-κόκκινο σαν τη φωτιά. Την άλλη μέρα τινάχτηκε άλλο και την παράλλη άλλο κι άλλο. Κι έγινε η γαριφαλιά μας ολόπλουμη, λουλουδιασμένη, χαρά σου να τη θωρείς!
Η καλομοίρα όλο χαρές και όλο τραγούδια καθόταν στο παραθύρι της κι εκαμάρωνε τη γαριφαλιά. Ένα πρωινό στο παραθύρι της κάθησε κι εκείνο το πουλάκι και την επερίπαιζε πάλι:
-Καλομοίρα, Καλομοίρα
τα καλά σου, σου τα πήραν,
Καλομοίρα, Καλομοίρα
δούλεψε να βρεις τη μοίρα.
Της άρεσε το τραγούδι και το πουλάκι της το έλεγε ξανά και ξανά. Από τα πολλά που το άκουσε σκέφτηκε:
Δίκιο έχει το πουλί, να κάμω και καμιά δουλειά.Μα τι να κάμω, τι να κάμω...Της ήρθε μια ιδέα.
-Να κόψω ένα γαρίφαλο, να κάμω φρουκαλίτσα.
'Εκοψε λοιπόν ένα μεγάλο γαρίφαλο κι έφτιαξε μια φρουκαλίτσα, μια όμορφη μικρή σκούπα.Την εκοίταζε με καμάρι και σκεφτόταν. Τι να φρουκαλώ... Τι να φρουκαλώ...
-Να φρουκαλώ τη θάλασσα να ρέσσουν τα καΐκια.
Ενθουσιασμένη τότε με την ιδέα της, έτρεξε στο γιαλό και έπιασε δουλειά. Μ΄εκείνη την όμορφη φρουκαλίτσα, εφρουκάλιζε τη θάλασσα.
Φρουκάλιζε, φρουκάλιζε, με κέφι με σπουδή. Με αγάπη για τη φρουκαλίτσα και για τη θάλασσα, και για τα καΐκια. Κι ημέρευε η θάλασσα με εκείνη τη σκουπίτσα, με εκείνη την αγάπη της κοπέλας κι ερέσσαν τα καΐκια μια χαρά.Θάλασσα είναι όμως κι αναπαμό δεν έχει. Όσο την εφρουκάλιζε καλά, άμα σταματούσε, πολλή ταραχή, τρικυμία και τραμουντάνα.Κουράστηκε η Καλομοίρα κι απόκαμε με αυτή τη δουλειά. Έκατσε να ξεκουραστεί κάτω από ένα δέντρο με τη φρουκαλίτσα της αγκαλιά. Άκουσε πάλι το πουλάκι να κελαηδάει και να την περιπαίζει:
-Καλομοίρα, Καλομοίρα
τα καλά σου, σου τα πήραν,
Καλομοίρα, Καλομοίρα
γύρεψε να βρεις τη μοίρα.
Έλαχε τότε να αράξει ένα καράβι στο γιαλό. Σηκώθηκε η Καλομοίρα κι ερωτά τον Καπετάνιο:
-Που πάτε Καπετάνιο;
-Πάμε στους Αγίους Τόπους να προσκυνήσουμε το Σταυρό.
-Με παίρνετε κι εμένα;
-Άμα ξέρεις καμιά δουλειά να κάνεις σε παίρνουμε.
-Έχω μια φρουκαλίτσα κι άμα θέλετε θα σας φρουκαλώ το καΐκι σας.
Έλα τότε κι εσύ με τη φρουκαλίτσα σου.
Έτσι, έφυγε η Καλομοίρα με εκείνο το καΐκι. Έμπα μέρα-έβγα μέρα, μόνο ουρανός και θάλασσα φαινόταν, μέχρι που ήρθε μία μέρα που άραξε το καράβι σε ένα λιμάνι.
-Που ήρθαμε; Ρωτά η κοπέλα.
-Στου βασιλιά την πόρτα της λέγουν. Κι άρχισαν ένας-ένας να κατεβαίνουν από το καράβι και να μπαίνουν από μία ωραία πύλη σε ένα κάστρο, ένα παλάτι.
Η κοπέλα κάθισε κι εχάζευε το ανάκτορο. Δεν είχε δει ποτέ ως τώρα τέτοιο κάλλος, τέτοια πολυτέλεια.
Οι τοίχοι και τα κεραμίδια του, οι πόρτες και τα παράθυρα του, οι πύργοι και τα μπαλκόνια του, οι γλάστρες με τα λουλούδια τους... Ένα θαύμα! Ένας μύθος!
Θαύμασε και να αποθαυμάσεις η κοπέλα, ενέβησαν μέσα οι προσκυνητές κι έκλεισε η μεγάλη εκείνη θύρα του κάστρου. Τι να κάμει και τι να γίνει τώρα. Από τη χαζομάρα και την παλαβομάρα της έμεινε έξω από το καράβι. Εκάθησε κι έκλαιγε, έκλαιγε απαρηγόρητη. Σε κάποια στιγμή άκουσε το γνωστό πουλάκι. Καθόταν στο περιβάζι ενός παράθυρου κι ετραγουδούσε:
-Καλομοίρα, Καλομοίρα
τα καλά σου, σου τα πήραν,
Καλομοίρα, Καλομοίρα
σήκω για να βρεις τη μοίρα.
Σηκώθηκε τότε και τι να δει;
Ο βασιλιάς δεν ήτανε, μονάχα τρεις κοπέλες. Έκαθουνταν κι εκουβέντιαζαν αναμεταξύ τους μπροστά στα σπίτια του βασιλιά, ανάμεσα σε γλάστρες από λουλούδια.
-Που πάεις κορούδα μου, την ερωτούσαν, έτσι μοναχή σου;
-Έμεινα μόνη μου κι έρημη μέσα στις στράτες.
-Έλα, άμα θέλεις μαζί μας.
-Έρχομαι.Και την πήραν στο σπίτι τους.
-Εμείς της είπαν δουλεύουμε, θα δουλεύεις κι εσύ;
-Θα δουλεύω, έχω μία φρουκαλίτσα και θα φρουκαλώ τα σπίτια σας. Έτσι κι έγινε, μπήκε στην υπηρεσία των τριών αδελφών.
Η μεγάλη αδελφή κεντούσε σε ένα πανί τον ουρανό και τα άστρα. 'Οταν το είδε η Καλομοίρα αποθαυμάστηκε.
-Θέλω κι εγώ να κεντήσω τον ουρανό.
-Θέλεις, αλλά πρέπει να μαθητεύσεις κοντά μου για ένα χρόνο και μπορεί να μάθεις.
-Θα μαθητεύσω.
Κι έγινε μαθήτρια. Βοηθούσε και παρακολουθούσε την κεντήστρα κι ότι της έλεγε άκουγε. Της έλεγε ιστορίες κι όλου του κόσμου τις θεωρίες.

Τες νύκτες την έπαιρνε από το χέρι κι περιδιάβαιναν τον ουρανό. Έβλεπαν από κει πάνω τον περασμένο κόσμο και τον μελλούμενο. Έβλεπαν τον αγγελικό κόσμο, τον ουρανό.Ολάκερος κόσμος ήταν εκεί και καλύτερος από τον κάτω. Της έλεγε η κεντήστρα πως τούτος ο κόσμος είναι ο αληθινός, ο κάτω είναι ψεύτης κι απατηλός.
Ο χρόνος πέρασε κι η Καλομοίρα πήγε στη δεύτερη αδελφή. Αυτή κεντούσε το φεγγάρι. Ένα όμορφο φεγγάρι! Πανσέληνο, με τα μάτια του και τα φρύδια του. Να σου μιλήσει ήθελε.Εθαύμασε η Καλομοίρα και της λέγει:
-Θα ήθελα και εγώ να κεντήσω το φεγγάρι.
-Ε, να μαθητεύσεις κοντά μου για ένα χρόνο και βλέπουμε. Μπορεί να μάθεις.Έτσι έγινε και σε αυτή μαθήτρια. Όλη την ημέρα κεντούσαν και για να περνά η ώρα ευχάριστα, της έλεγε η κεντήτρια μύθους και παραμύθια και παραβολές. Τη νύκτα, όταν έβγαινε το φεγγάρι, παρατούσαν το κέντημα κι έβγαιναν στον περίπατο. Πότε στο δάσος, και πότε στην ακροθαλασσιά. Στην ησυχία της νύκτας εθωρούσαν το φεγγάρι που καθρεφτιζόταν στις λίμνες κι ελουζόταν στες θάλασσες και που εκρυβόταν μέσα στα αγγαλιασμένα σύννεφα και μέσα στα σκοτεινά πηγάδια.
Πέρασε έτσι και αυτός ο χρόνος και πήγε στην τρίτη αδελφή, την μικρότερη. Αυτή κεντούσε ένα μαξιλάρι με πολύχρωμες κλωστές και ποικίλα σχέδια και πλουμίδια.
-Τι ωραίο μαξιλάρι! Θα με μάθεις κι εμένα να κεντάω μαξιλάρια;
-Θα σε μάθω, κάθισε κοντά μου κανένα χρόνο και μπορεί να μάθεις.
Εκάθησε λοιπόν η Καλομοίρα με τη μικρή αδελφή κι εκεντούσαν το μαξιλάρι. Καθώς κεντούσαν η κοπέλα έλεγε ποιήματα, ετραγουδούσε τραγούδια κι έψελνε προσευχές. Κάθε τόσο άφηναν το κέντημα κι έβγαιναν στον κήπο να σκαλίσουν τα λάχανα και τα μαρούλια, να μαζέψουν μπάμιες ή φασολάκι για να μαγειρέψουν, ή μάζευαν φρούτα για να έχουν στη φρουτιέρα για τους ξένους. Ακόμη πήγαιναν να φέρουν νερό της πηγής με τη στάμνα για να έχουν για τους περαστικούς. Να μη τα πολυλογούμε, τελείωσε και ο τρίτος χρόνος κι η Καλομοίρα μας έμαθε και των τριών αδελφών τις δουλειές και τα εργόχειρα, και τους τρόπους και τα μυστικά. Έμαθε ακόμη τες ιστορίες της πρώτης, τα παραμύθια της δεύτερης, και τα τραγούδια της τρίτης.Μια μέρα έλαχε να βρίσκεται στο σπίτι μόνη της και να κεντά το δικό της μαξιλάρι. Κτύπησε η πόρτα και σηκώθηκε να ανοίξει. Έξω στεκόταν ένας όμορφος νέος ντυμένος με ωραία ρούχα. Εφαινόταν πολύ κουρασμένος και ζαλισμένος από την οδοιπορία ίσως.
-Έλα μέσα, του λέγει η κοπέλα, έλα μέσα να ξεκουραστείς.
-Είμαι πολύ κουρασμένος. Αν έχεις λίγο τόπο να μείνω να ξαποστάσω.
-Έχω, έχω, έλα μέσα.
Εχάρηκε πολύ με τον αναπάντεχο εκλεκτό ξένο, δεν ήξερε τι να του πρωτοπροσφέρει.
-Θα ήθελες να ακούσεις μια αληθινή ιστορία; Του λέει.
-Ευχαρίστως, είπε ο ξένος.
Κι άρχισε να του διηγείται ιστορίες κι απάνω στη διήγηση τον επήρε από το χέρι κι ανέβηκαν στες φτερούγες του ανέμου και βρέθηκαν στον ουρανό. Είδε και εθαύμασε ο ξένος. Η Καλομοίρα χαρούμενη τον ερωτά:
-Τώρα ξεκουράστηκες καλέ μου ξένε;
-Όχι της λέει ο ξένος, δεν ξεκουράστηκα.
-Κάθησε τότε να σου πω ένα παραμύθι. Κι άρχισε να του διηγείται ένα παραμύθι.Τον πήρε από το χέρι και περπάτησαν το βράδυ στα δάση και στις ακροθαλασσιές, στο φως του φεγγαριού. Είδε και μαγεύτηκε ο εκλεκτός ξένος.
Η κοπέλα χάρηκε και τον ερώτησε πάλι αν ξεκουράστηκε. Αυτός απάντησε πάλι:
-Όχι, αν και όλα αυτά είναι σπουδαία και ωραία, θαυμάσια και υπέροχα.
-Έλα τότε καλέ μου ξένε, να σου στρώσω τραπέζι κάτι να φας.
Έφαγε ο ξένος κι ύστερα έγειρε σε ένα ντιβάνι να ξεκουραστεί. Του έβαλε μάλιστα για προσκέφαλο εκείνο το μαξιλάρι που κεντούσε η ίδια.Κι είχε σε αυτό κεντήσει σχέδια ξώπρωπα, με λογής-λογής λουλούδια και πουλιά, τον ουρανό με τα άστρα του, τον ήλιο και το φεγγάρι, τα όρη με τα δέντρα τους, τη θάλασσα με τα ψάρια της και με τα κύματα της. Του έδωσε λοιπόν αυτό το μαξιλάρι κι εξάπλωσε ο ωραίος νέος. Τον ερώτησε τότε χαρούμενη:
-Τώρα ξεκουράστηκες καλέ μου ξένε;
Μα δεν επήρε απάντηση, γιατί μόλις έγειρε ο βασιλιάς το κεφάλι του στο ωραίο μαξιλάρι, αποκοιμήθηκε γλυκά. Η Καλομοίρα εχάρηκε κι έλεγε αυτό το τραγούδι:

-Γαριφαλιά μου πράσινη πότε θα κοκκινίσεις,
να κόψω ένα γαρίφαλο να κάμω φρουκαλίτσα
να φρουκαλώ τη θάλασσα να ρέσσουν τα καΐκια.
Ένα καΐκι πέρασε στου βασιλιά την πόρτα
κι βασιλιάς δεν ήτανε μονάχα τρεις κοπέλες.
Η μια κεντούσε ουρανό κι άλλη το φεγγάρι
κι η τρίτη η μικρότερη κεντούσε μαξιλάρι,
να πέφτει πάνω ο βασιλιάς, να του περνά η ζάλη.

Κυπριακό Παραμύθι
Μεταφέρθηκε σε γραπτό λόγο από τον Χαράλαμπο Επαμεινώνδα

Once upon a time there was a poor couple.From working here and there, they managed to live on some bread, some olives and by doing many prayers. They brought to this world a girl whom they named Kalomira-which means good fortune, in the hope that perhaps her birth would bring a change in the fate of their lives. However, the more they called her Kalomira the more unfortunate the girl became. She saw no fortune and no advancement in her life. She was so unfortunate that even if she could touch gold, it would have turned into soil. She was lazy and unable to do anything. All she did was to talk with flowers, and sing with the birds. Nothing else, neither to work nor even talk about such a thing.
One day a bird came and made fun of her with this song:
-Kalomira, Kalomira
I took everything which is good for you,
Kalomira, Kalomira
start working so that you can find your destiny.
The girl found this song strange but liked it, even though she could not understand what the bird wanted to say to her. One day her Godmother gave her a carnation plant as a present, since the girl loved glowers. She planted it in a beautiful pot and had a great love for this carnation plant. She watered it and spoke to it, she looked after it and sung to it and every day she would ask it:
-My green carnation plant, when will you become red?
Because of her many sweet words and from all that love the plant received, one day the girl saw a red bud from the plant-red like fire. The next day another appeared, and more the day after, and more and more. And the carnation plant became full of colour, full of flowers, it was a joy to look at it! Kalomira full of happiness sat by the window and sung feeling so proud of her carnation plant. One morning, the bird sat by her window and made fun of her again:
-Kalomira, Kalomira
I took everything which is good for you,
Kalomira, Kalomira
start working so that you can to find your destiny.
She liked the song and the bird would say it to her over and over again. After listening to it many times, she thought to herself:
The bird is right, I must find some work to do. But what kind of work, what kind of work... She had an idea.
I will cut a carnation and turn it into a little broom.
So she cut a big carnation and made it into a little broom, a beautiful little broom. She looked at it with pride and thought to herself:
-What should I sweep ... What should I sweep...
I will sweep the sea
so that the boats can pass by.
Excited by the idea, she ran down to the seashore and started working. With that beautiful little broom she swept the sea. She swept, and swept with whim and joy.Full love for both the little broom and the sea and the boats. And the sea became calm with that little broom, with all that love from the girl, and the boats passed by without any problems. However the sea is always the sea and it finds no rest. As long as the girl swept, the sea was calm, but as soon as she stopped sweeping, the sea would become restless, make sea storms and hurricanes. Kalomira became tired of sweeping the sea and fed up with this work. She sat to rest under a tree holding her little broom in her arms. She heard the bird making fun of her again:
-Kalomira, Kalomira
I took everything which is good for you,
-Kalomira, Kalomira
look so you can find your destiny.
It happened that a boat arrived at the port during that time.
Kalomira got up and asked the Captain.
-Where are you going Captain?
-We are going to the Holy Land to pay our respects to the Cross.
-Will you take me also?
-If you know any kind of work, I will take you.
-I have a little broom and when you want I will sweep your boat.
Come on then you and your little broom.
Thus, Kalomira left with that boat. Days came by-days went by, and she could only see the sky and sea, until one day the boat arrived at a port.
-Where are we? Ask the girl.
-At the door of the king, the others told her. And one by one, they started getting off the boat, and going into a fine gateway of a castle, a palace. The girl sat down and looked at the palace feeling mesmerized. Never before until now had she seen such beauty, such speldour. The walls and tiles, the doors and windows, the towers and the balconies, the pots with the flowers ... A miracle! A myth!
The girl admired them over and over again, and the pilgrims got back into the boat to continue their journey and the doors of that great castle closed. What would she do now? From her stupidity and because of her cracked-brain she was left out of the boat. She sat down and started crying, crying without finding any comfort. At some point she heard the familiar bird.It was sitting by a window and it was singing:
-Kalomira, Kalomira
I took everything which is good for you,
Kalomira, Kalomira
get up to find your destiny.
Then she stood up and what did she see? It was not the king, but only three girls. They were sitting and talking to each other in front of the king's palace, surrounded by pots of flowers.
-Hey girl, they asked her, what are you doing all alone there?
-I have been left alone and deserted in the streets.
-Come on, if you want, come with us.
-I am coming. And she went to their house.
-We work here, will you work also?
-I will work as well, I have a little broom and I will sweep your house.
Thus, in this way she entered into the service of the three sisters. The oldest sister was embroidering the sky and the stars on a cloth. When Kalomira saw it, she became mesmerized.
-I also want to embroider the sky.
-You want, but you must closely study with me for a year and you might learn.
-I will study.
Thus, she became an embroidery student.She helped the embroideress and listened to what she told her.She told her stories and theories from around the world.

During the nights the embroideress would take the girl by the hand and would go roaming the sky. From up there they could see the world that passed and the world that would come. They could see the world below and the world of the angels, the world of the sky. There was a whole other world up there and better from the one down on earth. The embroideress told her that this world was the real world, the one down on earth was fake and deceitful.
Time passed and Kalomira went to the second oldest sister. This sister was embroidering the moon. A beautiful moon! A full moon, with its eyes and its eyebrows. It looked as if it was ready to talk to you. Kalomira was mesmerized by it and told her:
-I too would like to embroider the moon.
- Oh, study with me for one year and we will see. Maybe you can learn.
Thus, from that day she became her student. They did embroidery and in oder to pass the time pleasantly, the embroideress told her myths and fables and parables.During the night when the moon come out, they would put the embroidery aside and go out for a walk. Sometimes in the woods, and sometimes to the seashore. In the silence of the night they would look that the moon reflected in lakes and showering the sea with its light, or hiding in the clouds and into the dark wells. So in this way time went by and she spent a year with the second oldest sister and went to third sister, the youngest one. This sister was embroidering a pillow with colorful threads and various shapes and designs.
-What a nice pillow! Will you teach me how to embroider cushions?
I will teach you, stay with me for about a year and maybe you can learn.
So Kalomira stayed with the youngest sister and were embroidering cushions together. As they were doing their embroidering, the youngest sister told the girl poems and songs and they sung and also chanted prayers. Every now and then, they would stop doing embroidery and would both leave and go out into the garden to look after the cabbage and lettuce garden, to pick okra or green beans to cook, or pick fruit and put it in the fruit bowl for the guests. They also went to fetch water from the water spring with a pitcher in order to have water for passers by.
To make long things short, the year finished like this with the third sister, and Kalomira learned the skills and the handiwork of all the three sisters, and their ways of doing things and even their secrets. She learned stories from the first, fairy tales from the second, and songs from the third. One day while Kalomira was at home alone and was embroidering her own cushion, there was a knock on the door and she stood up to open it. Outside stood a handsome young man dressed in fine clothes. He seemed very tired and dazed, maybe from the journey.
-Come on in, the girl said, come inside to rest.
-I am very tired. Do you have some place to stay and rest?
- I have, come inside. She was very happy to see the very fine unexpected guest, and did not know what to offer him first.
-Would you like to hear a true story?
-With great pleasure, said the guest. And Kalomira started to tell him stories and upon her narration, she took him by the hand and got on the wings of the wind and found themselves in the Sky. The guest was mesmerized by what he saw. Kalomira feeling very happy, asked him: -Now do you feel rested my fine guest?
-No, said the guest, no I don't feel rested.
-Sit then, I will tell you a fairytale. And she began to tell him a fairytale. She took him by the hand and they walked the night at the forest and seashore, in the light of the moon. The guest was amazed by what he saw. The girl was delighted and asked again if he felt rested. He replied again:
-No, although all these are all great and good, excellent and wonderful.
-Come on then my fine guest, let me make the table ready and cook you something to eat. The guest ate and leyed on the couch to relax. She put the pillow which she was making under his head. She had embroidered on it all sorts and kinds of flowers, birds, the sky with the stars, the sun and the moon, the mountains with trees, the sea with its fish and with its waves. So she gave him this cushion and the handsome young man leyed to rest. Feeling happy she asked him again:-Do you feel rested my fine guest?
But there was no answer, because as soon as the king put his head on this nice cushion, he sweetly feel asleep. Kalomira was feeling happy and sung this song:

My green carnation plant, when will you turn red
to cut a clove and make it into a little broom,
so I can sweep the sea for the boats to pass.
A boat went to the king's the door
But the King was not there,
there were only three girls.
One was embroidering the sky
the other the moon,
and the third the youngest was embroidering a pillow
so that the King can lay on it and let his dizziness go away.

Cypriot Folktale
Put in written form By Charalambos Epaminontas
Traslated from Greek by Noctoc


noctoc

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

Από τον σαρδανάπαλο στα greeklish: Ο γλωσσικός αφελληνισμός


Κωνσταντῖνος Χολέβας, Πολιτικός Ἐπιστήμων
Διαβάζοντας τούς Άρχαίους Ἕλληνες καί τούς Βυζαντινο-Ρωμηούς συγγραφεῖς θαυμάζουμε τήν ἐπιμονή τους νά ἐξελληνίζουν τά ξένα όνόματα. Μάλιστα αὐτή ἡ ἐπιμονή συνδυάζεται μέ ἐντυπωσιακή εὑρηματικότητα καί δέν ἐξαντελεῖται μόνο στόν ἐξελληνισμό τῶν καταλήξεων. Θυμίζω τόν ἡγεμόνα τῶν Ἀσσυροβαβυλωνίων Ἀσσουρμπανιμπάλ, τόν ὁποῖο οἰ Ἀρχαῖοι καταγράφουν ὡς Σαρδανάπαλο (κατέστη ἔκτοτε σύμβολο ἄτακτης καί τρυφηλῆς ζωῆς). Ὁ Πέρσης Νταριαξάρτα ἔγινε Δαρεῖος καί ὁ Ξαριαξάρτα ἔγινε Ξέρξης. Στήν ἐποχή τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου τό ὄνομα τοῦ Ἀσιάτη ἡγεμόνος Τσαντρακούπτα ἐξελληνιζόμενο γίνεται: Σανδράκοπτος. Οἱ Βυζαντινοί ἱστορικοί καί χρονογράφοι συνεχίζουν μέ πάθος καί μέ ἀντίστοιχη εὑρηματικότητα, θά ἔλεγα καί μέ εὐτράπελη διάθεση, τόν πλήρη ἐξελληνισμό τῶν ὀνομάτων ξένων πολιτικῶν ἤ στρατιωτικῶν... Χαρακτηριστική εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ ἱστορικοῦ Κεδρηνοῦ (12ος αἰών), ὁ ὁποῖος ὀνομάζει «Τραγολιπάκη» τόν Τοῦρκο Τογρούλ Μπέη! Ἡ ἐμμονή αὐτή δείχνει τόν μεγάλο σεβασμό τῶν Ἑλλήνων συγγραφέων στή γλῶσσα μας καθ’ ὅλη τή μακρόχρονη πορεία καί διαχρονική συνέχεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καταδεικνύει δέ ὅτι ἐπί αἰῶνες οἱ Ἕλληνες δέν εἶχαν κανένα σύμπλεγμα κατωτερότητος ἀπέναντι στίς ξένες γλῶσσες καί τούς πολιτισμούς τῶν ἄλλων λαῶν.

Ἡ τάση τοῦ ἐξελληνισμοῦ συνεχίσθηκε μέχρι καί τά μέσα τοῦ 20 οῦ αἰῶνος, ἄν καί ἀρχισε νά ὑποχωρεῖ αἰσθητά. Θυμᾶμαι ἐφημερίδεςκαί ραδιοφωνικά δελτία εἰδήσεων τῆς δεκαετίας τοῦ 1960 νά ἀναφέρονται σέ εἰδήσεις «ἐξ Οὐασιγκτῶνος» τῶν ΗΠΑ, ἐνῶ πολλοί δρόμοι τῶν Ἀθηνῶν μιλοῦν εὐγλωττα γιά τή διάθεση ἐξελληνισμοῦ τῶν ὀνομάτων κατά τόν 19ο αἰῶνα. Ἡ πλατεῖα Κάνιγγος τιμᾶ τόν Ἄγγλο Πρωθυπουργό Κάνιγκ, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα σήμερα θά ἔμενε ἄκλιτο. Μέ τόν ἴδιο τρόπο ὁ Γάλλος Φαβιέ ἔγινε Φαβιέρος, ἡ ὁδός Κοδριγκτῶνος τιμᾶ καί ἐξελληνίζει τόν Ἄγγλο ναύαρχο Κόδριγκτον (Ναυαρῖνο 1827) καί ἡ ὁδός Μυλλέρου τόν Γερμανό Φιλέλληνα Μύλλερ. Βεβαίως ἔγιναν καί ὑπερβολές, οἱ ὁποῖες δέν ἐπεβίωσαν ἐπί πολύ. Ὁ Γκαῖτε κάποτε μετεφράσθη ὡς Γύθειος καί ὁ Σαίξπηρ ὡς Σακεσπῆρος. Μπορεῖ σήμερα νά γελοῦμε μέ μερικές ἀπό τίς προσπάθειες ἐξελληνισμοῦ, προσωπικά πάντως τίς προτιμῶ ἀπό τήν ἀντίστροφη πορεία, στήν ὁποία εἰσήλθαμε κατά τά τελευταῖα χρόνια.

Στήν ἐποχή μας πλέον ὑπάρχει τάση ἀφελληνισμοῦ , ὑποχωρήσεως τῶν ἑλληνικῶν, ἐπιβολῆς μιᾶς παγκοσμιοποιημένης ἀγγλικῆς ἐνῷ καλλιεργεῖται ἕνα σύμπλεγμα μειονεξίας γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα. Στό εὐρύτερο παίισιο καταργήσεως τῆς ἐθνικῆς μας ταυτότητος, τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς Ἱστορίας μας, ἀκοῦμε συνθήματα ὅπως: «Τί νά τά κάνουν τά παιδιά μας τά ἑλληνικά πού τά μιλοῦν μόνο 15 ἑκατομμύραι ἄνθρωποι στόν πλανήτη;». Ἤ ἀκόμη χειρότερα ακούσαμε ἀπό τά χείλη ὑψηλόβαθμης κυρίας μέ πολιτικές θέσεις ὅτι ἡ Ἀγγλική πρέπει νά γίνει ἡ δεύτερη ἐπίσημη γλῶσσα μας παράλληλα μέ ἤ καί πάνω ἀπό τά Ἑλληνικά. Θλίβεται ὅποιος στοιχειωδῶς γνωρίζει τήν ἀξία τῆς ἑνιαίας καί διαχρονικῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καί ἀναγκάζεται νά ἀναρωτηθεῖ φωναχτά: «Καλά δέν αἰσθάνεσθε τήν παραμικρή εὐθὐνη ἀπέναντι σέ μία γλωσσική κληρονομιά, ἡ ὁποία μᾶς χάρισε τόν Ὅμηρο, τούς μεγάλους τραγικούς καί φιλοσόφους καί ἡ ὁποία δώρισε τό ἀπαραίτητο γλωσσικό ἐργαλεῖο στούς Εὑαγγελιστές τῆς Χριστιανικῆς Ἀποκαλύψεως καί στούς Πατέρες τῆς Ἐκλησίας; Δέν αἰσθάνεσθε τήν ἀνάγκη νά μάθουν καλά τά πάιδιά μας τή ρίζα πού ἀρδεύει καί ζωογονεῖ ακόμη καί σήμερα πολλές γλῶσσες τοῦ εὐρωπαϊκοῦ χώρου, δυτικοῦ καί ἀνατολικοῦ; Καί σέ τελευταία ἀνάλυση πῶς δέχεσθε τά παιδάκια ἀπό τήν ἡλικά τῶν 7-8 ἐτῶν νά στέλνουν τηλεφωνικά καί ἠλεκτρονικά μηνύματα στά GREEKLISH, δηλαδή σέ ἑλληνική γλῶσσα μέ ἀγγλική γραφή;

Εἶναι πρῶτα ἀπ’ ὅλα θέμα ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας ἡ σωστή γνώση τῆς γλώσσας τοῦ τόπου μας, τῆς Ἐκκλησίας μας καί τοῦ πολιτισμοῦ μας. Ὅποιο παιδί μάθει ἀπό μικρό νά ὑποτιμᾶ τή γλῶσσα του καί νά τήν θεωρεῖ ὑποδεέστερη, αὐτό τό παιδί μεγαλώνοντας θά ἀποκτήσει νοοτροπία ραγιᾶ, δουλπάροικου καί πρόθυμου νά ὑποκύψει σέ κάθε ξένη πίεση. Ἀλλά καί ἀπό παιδαγωγικῆς πλευρᾶς ἡ ἀνοχή μας στά GREEKLISH εἶναι ἀπαράδεκτη. Τό παιδί πρῶτα κατανοεῖ καί διδάσκεται εἰς βάθος τή μητρική του γλῶσσα καί μετά ἀπό μερικά χρόνια θά εἶναι εἰς θέσιν νά κατανοήσει τή γραμματική καί τό συντακτικό ἄλλων γλωσσῶν. Τό νά ἀνεχόμαστε τή χρήση μιξοβάρβαρων, ἀνελλήνιστων καί ξενομανῶν ἐκφράσεων ἤ γραμμάτων ἀπό τούς νέους μας ὁδηγεῖ σέ μία ἐγκεφαλική σύγχυση, ὥστε τελικά οὐτε καλά Ἑλληνικά θά μάθουν ούτε καμμία ξένη γλῶσσα θά ἐμπεδώσουν σωστά. Γι’αυτό ἐπικροτῶ τόν κώδωνα κινδύνου κατά τῶν GREEKLISH (GREEK- ENGLISH) χαρακτήρων πού κρούει ὁ πρώην Πρύτανις καί κορυφαῖος Γλωσσολόγος Γεώργιος Μπαμπινιώτης. Ἐξ ἴσου ἐπαινῶ καί καλῶ νά χειροκροτήσουμε τήν τηλεοπτική προσπάθεια κατά τῶν ἀγγλοελληνικῶν αὐτῶν μηνυμάτων πού ξεκίνησαν οἱ Θεσσαλονικεῖς παραγωγοί καί παρουσιαστές τῆς νεανικῆς ἐκπομπῆς ΡΑΔΙΟ ΑΡΒΥΛΑ ἀπό τήν τηλεόραση τοῦ ΑΝΤΕΝΝΑ. Δέν συμφωνῶ πάντα μέ τίς ἀπόψεις τους, ἀλλά τό σωστό νά λέγεται. Στό ζήτημα τῆς γλώσσας βοηθοῦν οὐσιαστικά τήν ἀποτροπή τοῦ ἀφελληνισμοῦ.

Προσωπικά πιστεύω ὅτι τό μεγαλύτερο σχολεῖο διασώσεως καί διαδόσεως τῶν σωστῶν Ἑλληνικῶν ἦταν, εἶναι καί θά εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὁ πρώτιστός ρόλος της εἶναι βεβαίως σωτηριολογικός καί οἰκουμενικός. Ὅμως μέχρι σήμερα στήριξε τή διαχρονική γλωσσική ταυτότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί μέ τή βοήθεια τῆς ἑλληνικῆς ἐξέφρασε τά ὀρθά δόγματα καί συνέθεσε ἀπαραμίλλου κάλλους ποίηση καί ὑμνογραφία. Εἶναι, λοιπόν, πολλαπλῆ ἀνάγκη νά σταματήσουν οἱ πειραματισμοί γιά τή νεοελληνική ἀπόδοση τῆς Θείας Λειτουργίας ἐντός τῶν Ναῶν καί νά ἀρκεσθοῦμε στή χρήση βιβλίων πού θά κρατοῦν στά χέρια τους οἱ πιστοί καί στά ὁποῖα θά ὑπάρχει τό κείμενο σέ πρωτότυπο καί σέ νεοελληνική ἀπόδοση. Ἀποφεύγω τή λέξη μετάφραση διότι ἀπό τά παλαιότερα Ἑλληνικά στά νεώτερα δέν ἀλλάζει ἡ γλῶσσα. Παραμένει ἡ ἑνιαία διαχρονική Ἑλληνική. Ἁπλῶς ἀλλάζουν ὁρισμένες καταλήξεις καί μερικοί γραμματικοί καί συντακτικοί τύποι.

Γιά νά διαφυλάξουμε τή γλωσσική μας συνέχεια πολλά πρέπει καί μποροῦμε νά κάνουμε ξεκινῶντας ἀπό τόν ρόλο τῶν γονέων, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νά ἀπομακρύνουν τά παιδιά τους ἀπό κάθε ξενομανία καί ἀφελληνιστική τάση। Ὅμως ὀφείλουμε νά ἀποφύγουμε καί τίς ὑπερβολές καθώς καί τή μετάδοση γραφικοτήτων καί ἀστηρίκτων ἐπιχειρημάτων, Θυμίζω ἕνα ἀνυπόγραφο κείμενο πού κυκλοφορήθηκε στό Διαδίκτυο σχετικό μέ δῆθεν ἐντυπωσιακές ἰδιότητες τῆς Ἑλληνικῆς, τήν ὁποία διδάσκονται τά στελέχη ἀμερικανικῶν ἑταιριῶν πληροφορικῆς. Πολλοί ἀρχικά στήν παγίδα, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ ὑπογράφων, ἀκόμη καί Ὑπουργοί. Τελικά ἀπεδείχθη οτι τό κείμενο περιεῖχε ἀνακρίβειες, ἀνύπαρκτα ὀνόματα καί ἀναπόδεικτα ἐπιχειρήματα ὑπέρ τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς. Ἐχουμε τόσα πολλά ὑπαρκτά ἱστορικά, γλωσσολογικά, παιδαγωγικά καί θεολογικά ἐπιχειρήματα ὑπέρ τῆς γλωσσικῆς μας κληρονομιᾶς. Ἄς μήν καταφεύγουμε σέ μυθοπλασίες, οἱ ὁποῖες σέ τελική ἀνάλυση δίνουν λαβή στούς ὀπαδούς τοῦ ἀφελληνισμοῦ γιά νά μᾶς χλευάζουν. Γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν καί αὕτη ἐλευθερώσει ὑμᾶς!


thriskeftika.Σύνδεσμος

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

Οι Πόντιοι ζητούν να πολεμήσουν, μα ο Βενιζέλος τους αγνοεί...


«Έχουμε στρατό 20.000 ανδρών για να χτυπήσουμε τον Κεμάλ», γράφουν σε υπόμνημα τον Ιανουάριο του 1920, με τις πρώτες μάχες στη Μικρά Ασία

Του ΤΑΣΟΥ ΚΟΝΤΟΠΑΝΝΙΔΗ (Real News, 4/9/2011)

ΤΕΤΟΙΕΣ ΜΕΡΕΣ του ‘22 ολοκληρωνόταν η καταστροφή του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Ο στρατός επέστρεφε στη βάση του, οι Τούρκοι κυνηγούσαν και σκότωναν τους Ελληνες και οι φωτιές έζωναν τα σπίτια τους στη Σμύρνη (κάποιοι ιστορικοί αναθεωρητές τους θέλουν να «συνωστίζονται» στα πλοία για να έρθουν στπν Ελλάδα... Προφανώς για διακοπές...).

Σήμερα, σχεδόν 90 χρόνια μετά, θα αποκαλύψουμε ένα ξεχασμένο υπόμνημα, που έστειλε στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο τον Ιανουάριο του 1920 η Επιτροπεία των Ποντίων. Ζητούσε την άδειά του να επιτεθεί στον Κεμάλ, δημιουργώντας δεύτερο μέτωπο, για να δέχεται μικρότερη αντίσταση ο ελληνικός στρατός στην κεντρική Μικρά Ασία.

Το υπόμνημα είναι αποκαλυπτικό. Παραδόθηκε τον Γενάρη του 1920 στον ίδιο τον Βενιζέλο όταν βρισκόταν στο Παρίσι και έθετε στη διάθεση του μαχόμενου ελληνικού στρατού ισχυρή δύναμη 20.000 στρατιωτών, περίπου δύο μεραρχιών, για να χτυπήσουν τον Κεμάλ στη Σεβάστεια. Αλλά ας δούμε σημεία του ιστορικού αυτού υπομνήματος:

Το υπόμνημα

«Προς τον Εξοχώτατον Πρόεδρον της Ελληνικής Κυβερνήσεως κ. Ελευθέριον Βενιζέλον, εις Παρισίους.

Εξοχώτατε, εθεωρήσαμεν σκόπιμον να υποβάλωμεν Υμίν συνημμένως υπόμνημα, όπερ η Επιτροπεία των εν Ελλάδι Ποντίων απέστειλεν εις το Γενικόν Επιτελείον.

Προέλασις δυνάμεως είκοσι χιλιάδων ανδρών ως εκείνης την οποίαν, κατά μετρίους υπολογισμούς είναι εις θέσιν καλώς εφοδιαζόμενος και εξοπλιζόμενος να παρατάξη εις πρώτην στιγμήν ο Πόντος δύναται να απασχολήση σοβαρώς τον εις Σεβάστειαν συγκεντρούμενον στρατόν του Κεμάλ

Είναι γνωστόν ότι η Σεβάστεια αποτελεί σπουδαίαν δράσιν του κεμαλισμού. Η από Αμισόν εις Σεβάστειαν αμαξιτή οδός είναι εις την διάθεσιν ημών, δεδομένου ότι ο Κεμάλ απέσυρε τελευταίως πάσας τας δυνάμεις αυτού εκ της περιφερίας ταύτης. Επιτυχής προέλασις προς την διεύθυνσιν ταύτην αποκόπτει τπν υποχώρησιν του πρός δυσμάς δρώντος στρατού. Πάντα ταύτα θα επέφερον ευθύς αμέσως σοβαρόν αντιπερισπασμόν εις τας δυνάμεις του Κεμάλ εξ ού προφανές ότι θα επωφεληθή ο ημέτερος στρατός...

Το υπόμνημα τούτο αποστέλλομεν Υμίν διά του κ. Ι Θιάκη, εντεταλμένου να υποβάλη Υμίν και προφορικώς τας επί τούτω ιδέας ημών.

Αθήναι24/1/1920

Ο Πρόεδρος Χ. Καλαντίδης

Ο Γραμματεύς Κ. Κανσήζ»

Και προς τον Στρατό

Υπήρχε και άλλο υπόμνημα προς το Γενικό Επιτελείο Στρατού, που έδινε λεπτομερή στοιχεία για τη συγκρότηση και τις διαθέσιμες δυνάμεις του ποντιακού στρατού όπως:

«Εις την περιφέρειαν Αμασείας 4.000 άνδρες έχουν τα όπλα των και είναι οργανωμένοι εις τα ελληνικά χωρία» και «ο στρατηγός Ανανίας του ρωσικού στρατού, Πόντιος την καταγωγήν, ως ο ίδιος εδήλωσεν εις την καθ’ ημάς Επιτροπείαν, δύναται να ανασυντάξη εντός βραχυτάτου χρονικού διαστήματος την μεραρχίαν ταύτην με δύναμιν 10.000 ανδρών».

Αδιαφόρησε

Δυστυχώς ο Βενιζέλος ή αδιαφόρησε ή αγνόησε σκοπίμως την πρότασή τους. Αν γινόταν αποδεκτή, ίσως η έκβαση της μικρασιατικής εκστρατείας να ήταν διαφορετική και ο Ελληνισμός να μην υφίστατο την ήττα, την ταπείνωση και τον ξεριζωμό..

Σύμμαχοι όλοι οι μη μουσουλμάνοι

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΕΙΝΑΙ και το σημείο στο οποίο η Επιτροπεία των Ποντίων τονίζει τους δεκάδες μη μουσουλμάνους συμμάχους που θα στηρίξουν την εκστρατεία κατά του Κεμάλ:

«…Προ Ποντίων βαδιζόντων κατά του Κεμάλ δεν θα μείνουν απλοί θεαταί οι Αρμένιοι, αλλά κυρίως οι Κιρκάσιοι και οι Κιζηλμπάσηδες της Σεβαστείας, ούτε οι Χριστιανοί Λαζοί, ούτε οι Σταυριώται και διάφοροι άλλοι μουσουλμανικαί αλλά μη τουρκικοί φυλαί, οι οποίοι τα προς τους Έλληνας αισθήματά των πολλάκις και εμπράκτως εξεδήλωσαν...».


redskywarning

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος:«Ολόκληρη η Ορθοδοξία μοιάζει να κοιμάται»

«Οἱ ταγοὶ τοῦ λαοῦ –Πατριάρχαι καὶ Ἀρχιεπίσκοποι– προδίδουν τὴν Ἐκκλησία χωρὶς δισταγμὸ ἀνοίγουν τὴν πόρτα στὸν Οἰκουμενισμό»

(Ὁμιλία εἰς τὸν προφ. Ἡσαΐα, ἀριθ. 85, 1997, Ἱ. Μ. Παντοκράτορος)

«...Καὶ μία ὁλόκληρη τοπικὴ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ καθεύδει καὶ νὰ ἔχει ἀνάγκη αὐτῆς τῆς ἀφυπνίσεως. Θὰ λέγαμε ἀκόμη, ἂν ξεχωρίσουμε πρόσωπα μόνο, ὅτι καὶ σὲ ὁλόκληρη τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (ὅπως θὰ συμβεῖ καὶ συμβαίνει ἤδη στὰ ἔσχατα, διότι εἴμεθα στὴν περιοχὴ τῶν ἐσχάτων, ἐν ὄψει τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ ἀντιχρίστου), ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία νὰ εἶναι σὲ μιὰ κατάσταση ναρκώσεως, ἔξω ἀπὸ πρόσωπα, ἔξω ἀπὸ πρόσωπα -τὸ λέγω δυὸ φορές-, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι σὲ κατάσταση ἐγρηγόρσεως.

Ὁ Χριστὸς πόσες φορὲς τὸ εἶπε: «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν». Αὐτὸ τὸ «γρηγορεῖτε» εἶναι ἀναγκαιότατον σύνθημα πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν· καὶ βέβαια δὲν γρηγοροῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι· μακάριοι ὅμως οἱ γρηγοροῦντες. Καὶ τοῦτο διότι ἔρχεται φοβερὴ ἐποχή. Ζοῦμε τὴν ἐποχὴ αὐτή, ἔχουμε εἰσέλθει στὴν περιοχὴ αὐτῆς τῆς φοβερῆς ἐποχῆς.
Ἔτσι, ὅταν θὰ ἀρχίσει νὰ ἁπλώνεται –καὶ ἁπλώνεται– ὁ Οἰκουμενισμὸς καὶ στὴν πατρίδα μας, καὶ στὰ Πατριαρχεῖα μας, –τὸ ἀκούσατε ἄραγε;– καὶ στὰ πατριαρχεῖα μας, καὶ στὶς Ἀρχιεπισκοπές μας, τότε δὲν εἶναι ἀπέξω ὁ ἐχθρός· καὶ ὅταν ἡ τελευταία, θὰ λέγαμε, πράξη εἶναι ὁ Οἰκουμενισμός, καὶ θὰ εἶναι ἐργαλεῖο στὰ χέρια τοῦ ἀντιχρίστου, συνεπῶς, δὲν πρέπει νὰ εἴμεθα ξύπνιοι; Ναί, πρέπει, ἀλλὰ οἱ πολλοὶ μπορεῖ νὰ μὴ εἶναι ξύπνιοι. Ἔτσι θὰ λέγαμε, ὅτι μοιάζει κάποτε ὁλόκληρη ἡ Ὀρθοδοξία νὰ κοιμᾶται, ὅταν Πατριάρχαι καὶ Ἀρχιεπίσκοποι μπορεῖ νὰ τὴν προδίδουν. Ναί. Τότε μοιάζει μ’ ἐκεῖνο τὸ πλοιάριο στὸ ὁποῖο ὁ Χριστὸς κάποτε ἐκοιμᾶτο. Ἐκεῖνο τὸ πλοιάριο μὲ τοὺς μαθητὰς εἶναι τύπος τῆς Ἐκλλησίας...
Καὶ βλέπουμε σ’ αὐτὴν τὴν εἰκόνα: ὁ Χριστὸς καθεύδει. Ποιός καθεύδει; Μοιάζει ὅτι καθεύδει ὁ Χριστός. Ἔτσι, σὲ μιὰ ἐποχὴ παρακμῆς καὶ καθιζήσεως πνευματικῆς, οἱ λίγοι σωστοὶ πιστοὶ κραυγάζουν τὸν ἴδιο λόγο: «ἐπιστάτα, ἀπολλύμεθα, βοήθησον ἡμῖν». Τότε τὸν εἶπαν ἐπιστάτη, προϊστάμενο. Σήμερα λέμε: «Κύριε χανόμαστε, βάλε τὸ χέρι Σου». Δὲν τὸ λέμε; Τὸ λέμε μὲ πόνο, μὲ ὀδύνη, μὲ δάκρυα...

Μήπως καὶ ἡ ἐποχή μας κάπου ἐκεῖ βρίσκεται; Ὅταν τὴν πόρτα τῆς Ὀρθοδοξίας κρούουν οἱ αἱρέσεις, ὁ Οἰκουμενισμός, ἡ νεοειδωλολατρία καί, χωρὶς δισταγμό, ἀνοίγουν τὴν πόρτα ἱκανοὶ ταγοὶ τοῦ λαοῦ, καὶ ὁ λαὸς νυσταγμένα καὶ χωρὶς κρίση δὲν καταλαβαίνει τί τοῦ γίνεται καὶ ἀκολουθεῖ; Ὅμως ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὴν Ἐκκλησίαν Του καὶ ἐντέλλεται σ’ αὐτὴν (γιὰ νὰ ξαναγυρίσω στὸν Ἡσαΐα): «ἔνδυσαι τὴν ἰσχύν σου, Σιών, καὶ ἔνδυσαι τὴν δόξαν σου»... Καὶ ποιά εἶναι αὐτὴ ἡ ἰσχὺς καὶ ἡ δόξα; Εἶναι ὁ Χριστός.

...Ὅταν οἱ Ἐπίσκοποι ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ράκη, τὰ κουρέλια καὶ τὰ σκουπίδια ἱδρύσεως οἰκονομικῶν τραπεζῶν (τὸ ἀκούσατε αὐτό;) καὶ δὲν ἀγαποῦν τὴν ἐν Χριστῷ πτωχεία, ὅταν οἱ κληρικοὶ βυθίζονται στὰ σαρκικὰ ἁμαρτήματα καὶ δὲν λάμπει ἡ καθαρότητα τοῦ βίου καὶ ἡ παρθενία, ὅταν τὸ ποιμαντικὸν ἔργον ἐπενευαγγελισμοῦ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐλλιπέστατον καὶ ὁ λαὸς ἔχει παραδοθεῖ στὴν πιὸ σκοτεινὴ ἀγνωσία τοῦ Θεοῦ... καὶ κανεὶς πιὰ δὲν ἐνδιαφέρεται, οὔτε ἀπὸ τοὺς ποιμένες, οὔτε ἀπὸ τοὺς ποιμαινομένους, ὅταν δὲν κηρύσσεται τὸ ὀρθόδοξον δόγμα καὶ τὸ ὀρθόδοξον ἦθος; Λέμε ὀρθοδοξία, τὴν ἔχουμε βάλλει, ὅμως, ἐντὸς εἰσαγωγικῶν, κάπως ἔτσι, ἀλλὰ δὲν ξέρω.... Ὅταν ἡ Ἐκκλησία δείχνει στοιχεῖα νεκρώσεως καὶ ὄχι ζωῆς καὶ δυνάμεως καὶ λάμψεως καὶ δόξης, ὅλα αὐτὰ δείχνουν τὰ ράκη μας, τὰ κουρέλια μας, τὴν πτώση μας, τὸν πνευματικό μας θάνατο. Γι’ αὐτὸ εἶναι κήρυγμα ἀφυπνίσεως, αὐτὸ τοῦ Ἡσαΐου, ὅταν ἐξαγγέλλεται· μόνο ποὺ χρειάζεται, καθ’ ὅλον τὸ μῆκος τῆς ἱστορίας, τοὺς ἐξαγγελεῖς ποὺ νὰ τὸ ἀνανεώνουν: «ἐξεγείρου, ἐξεγείρου Σιών, ἔνδυσαι τὴν ἰσχύν σου, καὶ τὴν δόξαν σου»....
Πότε, ἀγαπητοί μου θὰ ξυπνήσουμε, πότε θὰ ἐπιστρέψουμε;...

Συνεχίζουμε...Τὸ ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ἁγία, εἶναι δόγμα Πίστεως.

...Ἐν τούτοις δὲν εἶναι οὐτοπιστικὸ ἱστορικά, ὅταν ἡ Ἐκκλησία προσβάλλεται καὶ ἀπὸ τὸ μόλυσμα τῆς αἱρέσεως καὶ ἀπὸ τὸ μόλυσμα τῆς ἠθικῆς σήψεως. Λένε οἱ Πατέρες ὅτι, ὅταν ὑπάρχει μόλυσμα σήψεως ἠθικῆς, τότε θὰ γεννήσει αὐτὸ δόγματα ὄχι καλά, ὄχι σωστά. Καὶ ἀντίστροφα, τὰ δόγματα τὰ μὴ σωστά, θὰ γεννήσουν ἦθος ὄχι σωστό. Γι’ αὐτὸ ἔχουμε Ὀρθοπραξία καὶ Ὀρθοδοξία δεμένα ἀδιαχώριστα... Καὶ δὲν ἔχετε παρὰ νὰ δεῖτε στὴν σύγχρονη ἐποχή μας, τόσο τὴν ἠθικὴ σήψη, ὅσο καὶ τὴν μόλυνση τὴν δογματικὴ μὲ τὸν –ἐν παραδείγματι– Οἰκουμενισμόν..., ποὺ προσβάλλει καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο, τὴν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοὺς πιστούς.
Καὶ θὰ πεῖτε: τότε, διαψεύδεται ἡ Γραφὴ ποὺ λέγει ὅτι εἶναι ἄμωμος, Ἁγία ἡ Ἐκκλησία; Καθόλου ἀγαπητοί μου. Μάλιστα γράφει ὁ ἀπ. Παῦλος τὰ ἑξῆς: «Ὁ Χριστός ἐστι κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ αὐτός ἐστι σωτὴρ τοῦ σώματος» (Ἐφ. 5, 23). Γράφει ὅμως στὸ ἴδιο κεφάλαιο: «ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς, ἵνα αὐτὴν ἁγιάσῃ καθαρίσας τῷ λουτρῷ τοῦ ὕδατος ἐν ρήματι (εἶναι τὸ βάπτισμα), ἵνα παραστήσῃ αὐτὴν ἑαυτῷ (κοντά του) ἔνδοξον τὴν ἐκκλησίαν, μὴ ἔχουσαν σπίλον ἢ ρυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων, ἀλλ' ἵνα ᾖ ἁγία καὶ ἄμωμος» (ἀκατηγόρητη)... «ὅτι μέλη ἐσμὲν τοῦ σώματος αὐτοῦ, ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ». Εἴδατε, εἴμεθα μέλη τοῦ σώματός Του... καὶ μάλιστα, δὲν τὸν προσλαμβάνουμε, ὅταν κοινωνοῦμε, ἀλλὰ μᾶς προσλαμβάνει.
Ὲὰν λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ σῶμα Του, τότε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει ἀνεκτόν, τὸ σῶμα Του νὰ προσβάλλεται ἀπὸ τὴν αἵρεση ἢ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Εἶναι δυνατόν; Ἄτοπον πέρα γιὰ πέρα. Λέγει ὁ Παῦλος: «οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; Ἄρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; Μὴ γένοιτο». Οὐσιαστικά, ὅμως, αὐτὸς ποὺ ἁμαρτάνει τί κάνει; Ἐκκόπτεται, ἀποβάλλεται σὰν κάτι τὸ ξένο, καὶ εἰς πῦρ βάλλεται... Γι’ αὐτὸ οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀπαγορεύουν τὴν Θ. Κοινωνία σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἐπιμένει νὰ ἁμαρτάνει... Δηλ. ἀφορίζεται. Δηλ. δὲν εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, προσωρινὰ βέβαια αὐτό, ἀφοῦ ἀναμένεται ἡ ἐπιστροφὴ ἑνὸς τέτοιου ἀνθρώπου, ἡ μετάνοια...
Ἀπὸ τὸν ἱερὸν κλῆρον πολλοὶ εἶναι ἀνάξιοι, χάριν ὅμως τῶν πιστῶν δὲν τιμωρήθηκαν ἀκόμη. Δὲν ἔχουν ὅμως τὴν χάρη τοῦ Χριστοῦ... Εἶναι σὰν τὶς σωλῆνες τοῦ νεροῦ ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὸ ὑδραγωγεῖο, μᾶς φέρνουν τὸ νερὸ στὸ σπίτι, ἀλλὰ οἱ σωλῆνες δὲν πίνουν τίποτα. Εἶναι οἱ ἀγωγοὶ Θείας Χάριτος καὶ οἱ ἴδιοι δὲν ἔχουν τὴν Θείαν Χάριν. Εἶναι οὐσιαστικὰ ξεκομμένοι. Εἶναι φρικτὸ καὶ μόνο νὰ τὸ σκεφθεῖ κανείς.

Ἡ Ἐκκλησία (ὅμως) εἶναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ· καὶ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι Ἅγιον».

Ἀπομαγνητοφώνηση: «Φ. Ε. “Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος”»

Πηγή: ΑΚΤΙΝΕΣ

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )