.

.

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

Η αυτοπαγίδευση του Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα)



http://thriskeftika.blogspot.com/2009/10/blog-post_951.html
Σε σημερινή συνέντευξή του ο Σεβασμιότατος Ορθόδοξος Συμπρόεδρος της Κοινής Επιτροπής Ορθοδόξων και Παπικών, Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας) δήλωσε ότι η πρόταξη της συζήτησης για το “Πρωτείο” ήταν απόφαση των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Οχι απλά δική του εισήγηση.
ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΙΜΗΣ ΟΧΙ ΠΡΩΤΕΙΟ ΕΞΟΥΣΙΑΣ
Ωραία λοιπόν! Ας γίνει συζήτηση για το "Πρωτείο"! Αρκεί να γίνει σε ορθόδοξα πλαίσια

Ας ενταχθεί στο σύστημα της πενταρχίας των Πατριαρχών. Ο ορθόδοξος (επαναλαμβάνουμε ο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ) Πάπας της Ρώμης την πρώτη χιλιετία απολάμβανε “πρεσβεία τιμής”. ΟΧΙ “εξουσίας”. Αναγνωριζόταν “πρώτος μεταξύ ίσων”.
Οταν, λοιπόν, και εφ’ όσον οι Παπικοί αποκηρύξουν τις αιρέσεις που εισήγαγαν πριν και μετά το σχίσμα (Filioque, κτιστή χάρη, Αλάθητον, Μαριολογικά δόγματα, καθαρτήριο πυρ, κτλ.) δεν έχουμε ΚΑΝΕΝΑ πρόβλημα να αναγνωρίσουμε στον επίσκοπο της πρεσβυτέρας Ορθόδοξης (και όχι όπως τώρα αιρετικής) Ρώμης “πρωτείο τιμής”, όπως σήμερα αναγνωρίζουμε “πρωτείο τιμής” στον Πατριάρχη Κωνταντινουπόλεως.

ΑΝΤΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΣΤΟ ΔΙΑΛΟΓΟ
Αυτό γίνεται στο διαλόγο που προίσταται ο Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας) ή μήπως το ακριβώς αντίθετο; Οι Παπικοί προσπαθούν να βρουν ένα αμφίσημο όρο ("πρωτείο διακονίας" λ.χ.) για να μας οδηγήσουν να δεχτούμε το “πρωτείο εξουσίας”. Και ο Μητροπολίτης Περγάμου και οι υπόλοιποι οικουμενιστές που συντάσσουν τα απαράδεκτα κείμενα της κοινής επιτροπής (Ραβέννας, Ελούντας, κτλ.) σε αυτή ακριβώς την παπική λογική του διαλόγου εισέρχονται. Τι νομίζει, δηλαδή, ο Σεβασμιότατος; Οτι οι παραδοσιακοί πιστοί σηκώθηκαν μια μέρα το πρωί και είπαν: Δεν έχουμε δουλειά να κάνουμε. Ας αρχίσουμε να βαρούμε τον Μητροπολίτη Περγάμου για να σπάσουμε την ανία; Αν εκφράζουν τη αντίθεσή τους στο πρόσωπό του αυτό οφείλεται στην τακτική που ακολουθεί ο Σεβασμιότατος και όχι επειδή έχουν προσωπικά μαζί του.

ΤΟ ΔΟΧΕΙΟ ΜΕ ΤΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ
Με άλλα λόγια έχουμε ένα δοχείο με δηλητήριο. Η ορθόδοξη προσέγγιση είναι (ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι) να αδειάσουμε και να καθαρίσουμε από κάθε μικρόβιο το δοχείο. Η προσέγγιση των Παπικών και των Οικουμενιστών, όμως, είναι εντελώς διαφορετική. Θέλουν απλά να αλλάξουν την επιγραφή του δοχείου. Αντί να γράφει, όπως τώρα, “πρωτείο εξουσίας” επιδιώκουν να αλλάξουν την ετικέττα. Θα επιγράφεται “πρωτείο διακονίας” αλλά θα περιέχει το ίδιο δηλητηριώδες περιεχόμενο που περιέχει το “πρωτείο εξουσίας”. Κατανοεί, λοιπόν, ο Σεβασμιότατος Περγάμου γιατί έχουμε αντιρρήσεις για το διάλογο και γιατί δέχεται τα πυρά των ορθόδοξων πιστών;

“ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ”
Διερωτάται, επίσης, ο Μητροπολίτης Περγάμου γιατί δέχεται τα πυρά για τη συμμετοχή του στο διάλογο αφού δεν είναι προσωπική του υπόθεση αλλά εκπροσωπεί το Πατριαρχείο και την Ορθοδοξία. Μα καλά! Δεν δεν είναι ο εισηγητής της αιρετικής “βαπτισματικής θεολογίας” σε ορθόδοξο έδαφος; Δεν είναι αυτός που ισχυρίζεται ότι τα μυστήρια των αιρετικών είναι έγκυρα; Αγνοεί ότι η Εκκλησία “εν τοις μυστηρίοις σημαίνεται” (Αγιος Νικόλαος Καβάσιλας); Αφού, λοιπόν, δεν το αγνοεί γιατί αναγνωρίζει ως έγκυρα τα μυστήρια των αιρετικών; Αν οι αιρετικοί έχουν έγκυρα μυστήρια σημαίνει ότι είναι μέλη της Εκκλησίας. Και αν είναι μέλη της Εκκλησίας τότε γιατί διεξάγεται διάλογος για την ένωση των αιρετικών με την Ορθοδοξία;
Αφού, λοιπόν, ο Σεβασμιότατος Περγάμου μας παρουσιάζει την αίρεση ως ορθόδοξη θεολογία δεν δικαιούται να διαμαρτύρεται για την έλλειψη εμπιστοσύνης που δείχνουν απέναντί του οι πιστοί. Οποιος θέλει να τον τιμούν ως Ορθόδοξο δεν πρέπει να εισάγει αιρέσεις. Διαφορετικά άξια “ων έπραξε απολαμβάνει”.

ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΙΡΕΣΗ ΤΟ “ΠΡΩΤΕΙΟ”
Ο χαρακτηρισμός του "πρωτείου" από το Σεβασμιότατο Περγάμου ως εκκλησιολογικής αίρεσης είναι ορθός. Αυτοπαγιδεύεται, όμως, ο Σεβασμιότατος με το χαρακτηρισμό επειδή ο ίδιος στο διάλογο διαχειρίζεται το “πρωτείο” ως διοικητικό θέμα. Το ζητούμενο, όπως ορθά λέγει ο Σεβασμιότατος, είναι η συνοδικότητα. Ποια συνοδικότητα δέχονται, όμως, οι Παπικοί αφού πιστεύουν ότι ούτε Οικουμενική Σύνοδος δεν μπορεί να συγκληθεί χωρίς να τη συγκαλέσει ή να την επικυρώσει εκ των υστέρων ως Οικουμενική ο Πάπας;
Αφού, ο Σεβασμιότατος, λοιπόν, θεωρεί ορθά ως εκκλησιολογική αίρεση το “πρωτείο” ας το συζητήσει με τους παπικούς ως αίρεση! Οχι ως διοικητικό θέμα. Και τότε κανένας παραδοσιακός πιστός δεν θα του καταλογίζει ευθύνες. Ισα - ίσα που θα τον ευγνωμονούμε επειδη έδωσε ορθόδοξη ομολογία πίστεως. Ας αποκηρύξει παράλληλα την αιρετική “βαπτισματική θελογία” και ας σταματήσει τις συμπροσευχές με τους αιρετικούς και τους αλλόθρησκους και ας είναι βέβαιος ότι ΤΟΤΕ όλοι θα τον τιμούν ως ορθόδοξο ιεράρχη που ενεργεί κατά Θεόν. Κανένας δεν έχει, ούτε θα μπορούσε άλλωστε να έχει, προσωπικά μαζί του.




Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2009

Πειραιώς Σεραφείμ: "Ο Πατριάρχης ψεύδεται για την Ομολογία"


Μεταφέρουμε από το amen.gr ρεπορτάζ σχετικό με όσα έγιναν στη συζήτηση της Ιεραρχίας για το Διάλογο με τους Παπικούς και την "Ομολογία Πίστεως". Χαιρόμαστε για την αγωνιστική στάση του Σεβ.Πειραιώς και άλλων Ιεραρχών. Αναμένουμε επίσης τι τελικά θα γίνει με την εκπροσώπηση της Εκκλησίας της Ελλάδος στό Διάλογο που ξεκινάει αύριο στην Κύπρο μετά τις παραιτήσεις των Σεβ. Μεσσηνίας και Αχαϊας που τέθηκαν στη διάθεση της Συνόδου.
Διαβάστε αναλυτικά στο ρεπορτάζ του Νίκου Παπαχρήστου τις τελευταίες εξελίξεις
:
του Νίκου Παπαχρήστου
Προβληματισμό, ενόχληση, έκπληξη και πολλά ερωτήματα προκάλεσε σε πολλούς Ιεράρχες η δριμεία κριτική που άσκησε ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ κατά του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Αφορμή στάθηκε η επιστολή του Οικουμενικού Πατριάρχη στον Αρχιεπίσκοπο σχετικά με το κείμενο που περιφέρεται προς υπογραφή και τιτλοφορείται «Ομολογία Πίστεως κατά του Οικουμενισμού»..........

Και όλα αυτά κατά τη διάρκεια της ενημέρωσης της Ιεραρχίας για τον επικείμενο διάλογο Ορθοδόξων-Ρωμαιοκαθολικών. Οι θέσεις κάποιων Ιεραρχών οδήγησαν τον Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο, επικεφαλή της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στο διάλογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς, να θέσει στη διάθεση της Ιεραρχίας την παραίτηση του από την αντιπροσωπεία.

Η κριτική Πειραιώς
Κατά τη διάρκεια της απογευματινής συνεδρίασης της Πέμπτης αναγνωστικέ η επιστολή του Οικουμενικού Πατριάρχη προς τον Αρχιεπίσκοπο με την οποία ζητάει η Εκκλησία της Ελλάδος να λάβει θέση αναφορικά με το διακινούμενο κείμενο με τίτλο "Ομολογία Πίστεως κατά του Οικουμενισμού".
Εκείνη την στιγμή ο ο κ. Σεραφείμ φανερά ενοχλημένος παρενέβη και φέρεται να είπε πως ο Πατριάρχης ψεύδεται με όσα υποστηρίζει στην επιστολή του για την «Ομολογία». Πριν λίγες ημέρες σε επιστολή του προς τον μεταμελημένο μητροπολίτη Γόρτυνος Ιερεμία, ο οποίος απέσυρε την υπογραφή του από το εν λόγω κείμενο, ο μητροπολίτης Πειραίως είχε χαρακτηρίσει ιδιοτελείς όλους όσοι στρέφονται κατά της «Ομολογίας».
«Συνεπώς η παρουσίασις υπό αγρυπνούντων αδελφών, κειμένου ορθοδόξου αληθείας και ορθοδόξου προοπτικής, ως είναι η επιγραφομένη «Ομολογία Πίστεως κατά του Οικουμενισμού» (συγκρητιστικού) εις ουδέν κωλύει την εύρρυθμον λειτουργίαν του Εκκλησιαστικού βίου, αλλ’ αντιθέτως ενισχύει και ενδυναμώνει αυτόν και επομένως αι αιτιάσεις ενοχληθέντων αδελφών μελών του σώματος της Εκκλησίας, δυστυχώς αποβαίνουν ανεπέρειστοι και προσχηματικαί εκ σκοπιμότητος η ιδιοτελείας ορμώμεναι. Και τούτο καταθέτομεν μετά λόγου γνώσεως αναδιφώντες mota mo το ειρημένον κείμενον» έγραφε ο κ.Σεραφείμ, απευθυνόμενος στον κ.Ιερεμία, και πρόσθετε: «Ατυχώς οι ενοχλούμενοι, στρεβλώνουν τα εν αυτώ διαλαμβανόμενα και πειρώνται όπως εμφανίσουν αυτό ως δήθεν αντιτασσόμενον εις τα Πανορθοδόξως συμφωνηθέντα και αποφασισθέντα περί της διεξαγωγής διαλόγων μετά της ετεροδοξίας».
Μόλις ένα 24ωρο πριν την επιστολή Σεραφειμ, έφτανε στην Αρχιεπισκοπή η επιστολή του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου που έφερε στο φως της δημοσιότητας το Amen.gr.
«Η Εκκλησία της Ελλάδος μη καταδικάζουσα αλλά δεχόμενη σιωπηρώς την κυκλοφορίαν κειμένων «Ομολογίας Πίστεως», ως το περί ου ο λόγος, δια του οποίου τίθενται εκτός Εκκλησίας πάντες οι μετέχοντες εις τας μετά των ετεροδόξων σχέσεις, υπογεγραμμένον μάλιστα και υπό επισκόπων αυτής, δημιουργεί προβληματισμόν ουχί μόνον εις το ποίμνιον αυτής, αλλά και εις την μετά των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών κοινωνίαν αυτής» σημείωνε ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος και κατέληγε: «Παρακαλούμεν, όθεν, την Υμετέραν Μακαριότηταν και την περί Αυτήν τιμίαν Ιεραρχίαν όπως το ταχύτερον δυνατόν λάβη επισήμως θέσιν έναντι της φερομένης «Ομολογίας Πίστεως» και των υπογραψάντων αυτήν κληρικών αυτής, αναλογιζομένην τον κίνδυνον, τον οποίο εγκυμονεί δια την ενότητα της Εκκλησίας η επιδεικνυμένη ανοχή η, ως αποδείκνυται, και υπό τινων εκ των επισκόπων αυτής ενθάρρυνσις, τοιούτων διχαστικών ενεργειών».

Ένταση στην Ιεραρχία
Η «Ομολογία Πίστεως κατά του Οικουμενισμού», η πορεία του Διαλόγου Ορθοδόξων-Ρωμαιοκαθολικών αλλά και οι επιστολές του Οικουμενικού Πατριάρχη και του Μητροπολίτη Περγάμου, προς τον Αρχιεπίσκοπο και τους Μητροπολίτες αντίστοιχα, απασχόλησαν την Ιεραρχία η οποία ωστόσο έχει ταχθεί με απόφαση της υπέρ του Διαλόγου με της Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Η απογευματινή συνεδρία της Πέμπτης αφιερώθηκε για την ενημέρωση της Συνόδου με την ευκαιρία της επικείμενης συνάντησης της Μικτής Επιτροπής στην Κύπρο.
Το βάρος της ενημέρωσης των Ιεραρχών σήκωσαν στους ώμους τους οι Μητροπολίτες Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελέτιος και Μεσσηνίας Χρυσόστομος.
Εκτός από τον μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ τις αντιρρήσεις και τις επιφυλάξεις του για το διεξαγόμενο διάλογο φέρεται να διατύπωσε και ο Μητροπολίτης Περιστερίου Χρυσόστομος.
«Ή θα γυρίσουμε να συζητήσουμε το πρόβλημα της Ουνίας ή θα διακόψουμε το Διάλογο» είπε, σύμφωνα με πληροφορίες, ο κ.Χρυσόστομος και πρότεινε όπως η Ελλαδική αντιπροσωπεία «υπογράφει ξεχωριστό κείμενο με τις θέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος».
Σύμφωνα με πληροφορίες ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος φέρεται να ζήτησε να δοθούν συγκεκριμένες οδηγίες στους μητροπολίτες-μέλη της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Πρόταση που προκάλεσε την δυσαρέσκεια του Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομου.
«Δεν δεχόμαστε σκιές και αμφιβολίες για το αν υπερασπιζόμαστε την ορθοδοξία και την Εκκλησία της Ελλάδος με την συμμετοχή μας στο Διάλογο. Δεν δεχόμαστε με σκιές και αμφισβητήσεις να εκπροσωπήσουμε την Εκκλησία μας στο Διάλογο» φέρεται να είπε ο κ. Χρυσόστομος.
Ανάλογη ήταν και η στάση του τιτουλάριου Μητροπολίτη Αχαΐας Αθανασίου, ο οποίος διαμήνυσε στον πρόεδρο και τα μέλη της Ιεραρχίας πως συντάσσεται με τον Μητροπολίτη Μεσσηνίας και θέτει στη διάθεση της Συνόδου την παραίτηση του από την αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος.



Επιτέλους βρέθηκε ένας Δεσπότης να μιλήσει με τη γλώσσα της αλήθειας και όχι της διπλωματίας.
Δόξα Σοι ο Θεός !!!

Διευκρινίζουμε ότι διαφωνούμε με τους χαρακτηρισμούς του κ. Παπαχρήστου σχετικά με τη στάση του Μητροπολίτου Πειραιώς (ειδικά με την θέση του ότι δήθεν η στάση του Σεβ. Πειραιώς δημιούργησε "προβληματισμό, ενόχληση,εκπληξη" και ότι η κριτική του ήταν "δριμεία"). Εμείς πιστεύουμε ότι πολλοί Ιεράρχες ανέμεναν ο Σεβ. Πειραιώς να ορθότομήσει τον λόγον της Αληθείας, όπως και το έπραξε. Η αλήθεια επίσης ότι ο Πατριάρχης ψεύδεται δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως "δριμεία κριτική".

Παρόλα αυτά δημοσιεύσαμε το άρθρο του κ. Παπαχρήστου για να υπάρξει ενημέρωση των αναγνωστών μας για όσα έγιναν στην Ιεραρχία.






πηγή έμπνευσης

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

«Νεονιστάμενοι» και Ορθόδοξοι



Γράφει ο κ. Παναγιώτης Τελεβάντος Φιλόλογος - Θεολόγος

Η συκοφαντία του π. Τσέτση εναντίον των παραδοσιακών θεολόγων ότι είναι “Νεοενιστάμενοι” (δηλαδή νέο είδος σχισματικών Παλαιοημερολογιτών) απαντήθηκε ήδη από συνεγάτες του “Ορθοδόξου Τύπου”, (Π. Σημάτης, Α. Φιλίππου, κτλ.) που ένιωσαν πικρία επειδή η συζήτηση εξετράπη εκ μέρους των Οικουμενιστών σε συκοφαντίες.

Για ποιο λόγο επιχειρείται η σπίλωση των ορθοδόξων πιστών ότι δήθεν έχουν διάθεση να αποσχιστούν από την Εκκλησία; Προφανώς στην παντελή έλλειψη επιχειρημάτων για τις καταπελτώδεις θέσεις της “Ομολογίας” για τον Οικουμενισμό.Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣΝα υπενθυμίσουμε ότι στη σοφή γραφίδα του μακαριστού Γέροντα Επιφάνιου οφείλεται το ξεκαθάρισμα ότι ο αγώνας των Ορθοδόξων διεξάγεται, όχι μόνον εναντίον του Οικουμενισμού, αλλά και εναντίον του “ζηλωτισμού”: “Των δύο άκρων”, όπως προσφυέστατα τα χαρακτήρισε ο μακαριστός Γέροντας.

Ο π. Επιφάνιος έγραψε τη μνημειώδη “ανοιχτή επιστολή προς τον Πατριάρχη Αθηναγόρα” και πολλά άλλα αντιοικουμενιστικά άρθρα. Παράλληλα συνέταξε πληθώρα άρθρων για να συγκρατήσει τους ετοιμόρροπους “να κοινωνήσουν τοις έργοις των σχισματικών τοις πονηροίς”.Γι’ αυτό ακριβώς ο μακαριστός Γέροντας έγινε στόχος των σχισματικών επειδή, με τις καταπελτώδεις θέσεις του, έσπασε κυριολεκτικά τη ραχοκοκκαλιά του παλαιοημερολογιτισμού και ανέστρεψε την τάση ευσεβών, πλην όμως στερουμένων θεολογικής παιδείας αδελφών μας, που ήταν έτοιμοι να προσχωρήσουν στο σχίσμα. Να προσθέσουμε και το άλλο επίτευγμα του π. Επιφανίου, το οποίο λίγοι συνειδητοποιούν:Ήταν τόσο συντριπτική η επιχειρηματολογία του αναφορικά με το σχίσμα, ώστε εξανάγκασε τους “Φωστινικούς” να προσχωρήσουν στο στρατόπεδο των “Ματθαιικών” για να “προστατευθούν” από την ανομία τους. Έτσι τους αφαίρεσε το προσωπείο του σχισματικού και απεκάλυψε σ’ όλη της τη φριχτή δυσωδία το αιρετικό τους φρόνημα.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜΗ στάση του Γέροντα Επιφανίου και μετά από αυτόν των Αγιορειτών πατέρων και των παραδοσιακών θεολόγων δείχνει ότι όσοι κατηγορούν τους παραδοσιακούς πιστούς ότι έχουν διάθεση να αποσχιστούν από την Εκκλησία είναι αδίστακτοι συκοφάντες. Η στάση του Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ είναι εξόχως χαρακτηριστική. Παράλληλα με τους αγώνες που διεξάγει εναντίον του Οικουμενισμού (είναι άλλωστε ο πρώτος από τους επισκόπους μας που υπέγραψε την “Ομολογία” για τον Οικουμενισμό) άνοιξε ανοιχτό πόλεμο με τους σχισματικούς Παλαιοημερολογίτες, ο οποίος ακόμη μαίνεται, με αμείωτη ένταση, από τις στήλες του θρησκευτικού περιοδικού τύπου. Να σημειώσουμε, μάλιστα, ότι ο Σεβασμιότατος είχε την παρρησία να χαρακτηρίσει άκυρα τα μυστήρια των Παλαιοημερολογιτικών καστών συνεπής με τους αγώνες του εναντίον της “Βαπτισματικής” θεολογίας και της θεολογίας των “αδελφών Εκκλησιών”.

ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ
Οι παραδοσιακοί πιστοί που υπέγραψαν την “Ομολογία” πίστεως για τον Οικουμενισμό έχουν στο ενεργητικό τους αδιαμφισβήτητες περγαμηνές ειλικρινούς αγάπης προς το Πατριαρχείο. Ο “Ορθόδοξος Τύπος” και προσωπικά ο διευθυντής του κ. Ζερβός, ο π. Θεόδωρος Ζήσης και άλλοι πατέρες, που πρωτοστάτησαν στη σύνταξη της “Ομολογίας” για τον Οικουμενισμό, υπέστησαν απηνείς διωγμούς και προσωπικές επιθέσεις από το μακαριστό Χριστόδουλο για τη φιλοπατριαρχική τους στάση. Ο “Ορθόδοξος Τύπος”, μάλιστα, δημοσίευσε ιδιόχειρο σημείωμα ευχαριστίας του Οικουμενικού Πατριάρχη για την υποστήριξη του Πατραρχείου στη διαμάχη του με τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο για το καθεστώς των Νέων Χωρών.

“ΕΚΤΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΩΤΗΡΙΑ”

Δεν περιμένουν, λοιπόν, οι παραδοσιακοί πιστοί κανένα π. Τσέτση για να τους καθοδηγήσει ορθόδοξα, να τους εμπνεύσει αγάπη προς το Πατριαρχείο ή να τους εξηγήσει ότι εκτός Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία ή έγκυρα μυστήρια. Οσοι δέχονται έγκυρα τα μυστήρια των αιρετικών ή των σχισματικών Παλαιοημερολογιτών δέχονται ουσιαστικά ότι υπάρχει σωτηρία και έγκυρα μυστήρια εκτός Εκκλησίας.Ετσι επιγνώστως ή ανεπιγνώστως είναι οπαδοί της κακοδοξίας των “αδελφών” Εκκλησιών και της “Βαπτισματικής” θεολογίας: Δέχονται, δηλαδή, ότι οι Παλαιοημερολογιτικές κάστες ή άλλες αιρετικές ομολογίες είναι Ορθόδοξες Εκκλησίες!!! Με κανένα τρόπο οι παραδοσιακοί πιστοί δεν υιοθετούν αυτές τις κακοδοξίες.

ΑΔΙΣΤΑΚΤΗ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ

Οι παραδοσιακοί πιστοί δεν παίρνουν από κανένα μάθημα εκκλησιαστικού φρονήματος ή αγάπης προς το Πατριαρχείο. Οι ίδιοι οι Οικουμενιστές ο π. Τσέτσης και οι ομόφρονές του οδηγούν στην αποστασία του σχίσματος τους απλοικούς πιστούς.Αντίθετα οι παραδοσιακοί πιστοί, γίνονται το ανάχωμα όσων θέλουν να προσχωρήσουν στο σχίσμα όχι μόνο με τα θεολογικά τους επιχειρήματα αλλά και με τους συνεπείς αγώνες τους εναντίον του Οικουμενισμού. Προαγωγούς των σχισμάτων ας αναζητήσει ο π. Τσέτσης ΜΟΝΟΝ εκεί που υπάρχουν: Στις τάξεις των Οικουμενιστών

.Η συκοφαντία του εναντίον των παραδοσιακών πιστών ότι έχουν σχισματικό φρόνημα είναι ανήθικη και απόλυτα μετέωρη. Δεν υπάρχει έστω και ένα επιχείρημα που να τη στηρίζει. Συκοφάντης (διάβολος), όμως, είναι το όνομα του “αντικειμένου” επειδή διαβάλλει την αλήθεια. Ας μη ζηλώσει, λοιπόν, ο π. Τσέτσης τη δόξα του. Κατανοούμε ότι είναι έμμισθος του Οικουμενισμού. Αντιλαμβανόμαστε ότι γράφει κατόπιν εντολής άνωθεν! Ας μην ξεχνά, όμως, ότι υπάρχει Θεός που θα μας κρίνει όλους.Καλόν είναι να μην έχουμε στο τσουβάλι μας, μαζί με τις υπόλοιπες αμαρτίες, το βάρος της αδίστακτης συκοφαντίας και μάλιστα πατέρων και αδελφών μας οι οποίοι εις ουδέν αποσκοπούν παρά στη δόξα του Χριστού μας.


πηγή έμπνευσης


Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2009

Το όνομα Ρωμηός και η ιστορική του σημασία


Τού π. Γ. Δ. Μεταλληνού
Αδιάσειστα ντοκουμέντα εναντίον όσων αρνούνται να αποδεχθούν το όνομα "Ρωμιός" ως γνήσια Εθνικό μας όνομα, και συκοφαντούν τη Ρωμανία ως "Βυζάντιο", συνεχίζοντας να παίζουν το παιχνίδι τών εχθρών τού έθνους μας. Το όνομα "Ρωμηός" δεν είναι παρά μια παραλλαγή τού "Ρωμαίος", η οποία βρίσκεται σε χρήση τουλάχιστον από τον 17ο αιώνα, που εκφράζει την πολιτισμική και κρατική ενότητα τών Ορθόδοξων λαών τής Ρωμανίας. Χρησιμοποιούμε το "Ρωμηός" περισσότερο από το "Ρωμαίος", όχι επειδή υπάρχει κάποια ουσιαστική διαφορά, αλλά επειδή βρίσκεται χρονικά κοντύτερα σ' εμάς και ο λαός μας το έχει συνηθίσει.

Οι Νεοπαγανιστές πολεμούν με μανία το όνομα «Ρωμηός» (= Ρωμαίος Ρωμαίος Ρωμηός) και την ιστορική του χρήση από εμάς τους Ορθοδόξους. Το πολεμούν δε, ακριβώς, διότι συνδέεται με την ορθοδοξο-πατερική παράδοση μας και χαρακτηρίζει τους Ορθοδόξους Χριστιανούς. Έχω υπόψη μου, μεταξύ πολλών αντιρωμαίικων άρθρων, ένα σημείωμα του Δαυλού (αρ. 157, Ιανουάριος 1995, σ. 9308), υπογραφόμενο «Ο Μεταπολιτικός». Ο συντάκτης του άρθρου τονίζει με πάθος την κατ' αυτόν «αντίθεση» των όρων Έλλην και Ρωμιός. («Έλληνας σημαίνει ελεύθερος [… ] από κάθε είδους δογματισμό, θρησκευτικό ή πολιτικό» — «Ρωμιός είναι ο ελληνόφωνος Χριστιανός του Ρωμαϊκού κράτους», (που) «πιστεύει, ότι ο ένας Θεός εκφράζεται από μία μόνο έννοια στη ζωή, την εβραϊκή» (και που) «έκαιγε στον Ιππόδρομο της Νέας Ρώμης Κωνσταντινούπολης τους αντιφρονούντες, τους αιρετικούς»). (Βέβαια, αν αυτή είναι η ιστορική αλήθεια δεν ενδιαφέρει τον «Μεταπολιτικό», που τροφοδοτεί με «σκύβαλα» (Φιλιπ. 3,8) τους αναγνώστες του). Ενδιαφέρον, για την φαινομενικά ουδέτερη και στην ουσία αντιεκκλησιαστική οπτική του, είναι και το άρθρο (με παραπομπές, πάντα) του φιλολογούντος κ. Μάριου Πλωρίτη, «Περί Ελληνοχριστιανισμού», στην εφημ. Το Βήμα (Κυριακή, 11 Ιουνίου 2000), στο οποίο εδίδετο μια ιστορική αναφορά στην χρήση του όρου Έλλην στην Χριστιανική διαχρονία.

Ποια είναι, λοιπόν, η σημασία των ονομάτων Έλλην και Ρωμηός και ποια η ιστορική τους σχέση και χρήση; Για την γραφή του ονόματος Ρώμη(ι)ος, επεκράτησε μεν σήμερα η γραφή Ρωμιός, υποστηριζόμενη από γλωσσολόγους. Επιμένω όμως στη μορφή Ρωμηός, όπως και ο μακαριστός π. Ιωάννης Ρωμανίδης, διότι το Ρωμηός προέκυψε από πτώση του τόνου στην «Βυζαντινή» δημοτική ποίηση (Ρωμαίοι - Ρωμηοί) χάριν του μέτρου. Αυτή δε την μορφή γνωρίζει και ο ποιητής Γ. Σουρής (Ρωμηός, 29. 12. 1901). Γράφει π. x.:

«κι είπεν ο χρόνος ο παληός,

έλα, καινούριε χρόνε,

να παραλαβής τους Ρωμηούς,

που τους Ρωμηούς των τρώνε.

[… ]

αθάνατο Ρωμαίικο να ζήσης χίλια χρόνια…»

Ο Γ. Σουρής ακολουθεί την (ορθή) ιστορική ορθογραφία. Παραθέτουμε στη συνέχεια δύο σχετιζόμενα με το πρόβλημα κείμενά μας:



Τα ονόματα Έλλην - Γραικός - Ρωμαίος (Ρωμηός)

Για το όνομα Ρωμηός (= Ρωμαίος) υπάρχει μεγάλη σύγχυση, σ' εκείνους φυσικά που ερασιτεχνικά ασχολούνται με την ιστορία, ενώ όσοι έχουν τις επιστημονικές προϋποθέσεις μπορούν να κατανοήσουν την έννοια και ιστορική σημασία των εθνικών μας ονομάτων.

Το όνομα «Έλλην» είναι το κυριότερο όνομα του έθνους των Ελλήνων. Η έννοιά του όμως ποικίλλει κατά περιόδους και άλλοτε είναι φυλετική και άλλοτε εθνική ή πολιτιστική ή θρησκευτική, στους τελευταίους δε αιώνες καθαρά εθνική. Είναι όμως γεγονός, ότι (κατά τον Αριστοτέλη) αρχαιότερο είναι το όνομα Γραικός για το έθνος μας και με αυτό μας ονόμαζαν οι αρχαίοι Ρωμαίοι. Από τον 8ο όμως αιώνα (Καρλομάγνος και το περιβάλλον του) το ανατολικό μέρος της αυτοκρατορίας («Βυζάντιο») ονομαζόταν Γραικία και οι κάτοικοί της Γραικοί, αλλά με μειωτική έννοια (αιρετικοί και κίβδηλοι). Το υβριστικό αυτό υπόβαθρο διατήρησε το όνομα αυτό στα χείλη των δυτικών, ως τον αιώνα μας. Ενώ, λοιπόν, καυχώμεθα και για το όνομα μας αυτό (Γραικοί), όταν χρησιμοποιείται σε δυτικά κείμενα (παλαιότερα), πρέπει να γνωρίζουμε την αληθινή του σημασία.

Το όνομα Γραικός στη Δύση, από τον 8ο αιώνα, δηλώνει τον μη γνήσιο Ρωμαίο, διότι το όνομα Ρωμαίος διεκδικούσε ο φραγκολατινικός κόσμος. Το 962 ιδρύθηκε από τους απογόνους του Καρλομάγνου, του μεγαλύτερου εχθρού του Ελληνισμού, η «Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία του γερμανικού έθνους», υποκαθιστώντας (θεωρητικά) την Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης Κωνσταντινουπόλεως. Η Ενωμένη Ευρώπη, υπό την (πραγματική) ηγεσία της Γαλλίας (Φραγκιάς) και της Γερμανίας (Τευτονίας), δηλαδή των φραγκολατινικών εθνοτήτων (οι σημερινοί Άγγλοι είναι οι Νορμανδοφράγκοι και οι λαοί της Κεντρικής Ευρώπης οι Λομβαρδοφράγκοι), δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς τη διάλυση της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης - Ρωμανίας. Ρωμανία ονομαζόταν η αυτοκρατορία, που εκτεινόταν αρχικά σ’ Ανατολή και Δύση.

Είναι γεγονός, ότι το όνομα Ρωμαίος γενικεύθηκε στην (αρχαία) Ρωμαϊκή αυτοκρατορία το 212 (Constitutio Antoniniana του Καρακάλλα). Από το 330 όμως (εγκαίνια Νέας Ρώμης) η αυτοκρατορία γίνεται Χριστιανική και ελληνική (πλήρης εξελληνισμός από τον Ιουστινιανό ως τον Ηράκλειο, 6-7ος αι. ). Μη λησμονούμε, ότι και η Παλαιά Ρώμη (της Ιταλίας) έλαβε όνομα ελληνικό (Ρώμη), τον 4ο δε αιώνα π. Χ. Ονομαζόταν «πόλις ελληνίς» (Ηρακλείδης ο Ποντικός). Το 330 η νέα πρωτεύουσα της νέας Χριστιανικής αυτοκρατορίας (Μ. Κωνσταντίνος) ονομάσθηκε (όχι Κωνσταντινούπολη, αλλά) Νέα Ρώμη, διότι η Παλαιά Ρώμη μεταφέρθηκε ολόκληρη στην ελληνική Ανατολή (Translatio Urbis). Το όνομα Κωνσταντινούπολις θα της δοθεί ταυτόχρονα προς τιμήν του ιδρυτού της. Στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (380, κανόνας γ') και στην Δ΄ (451, καν. 28) λέγεται ρητά, ότι «εικότως» έλαβε η νέα πρωτεύουσα ίσα «πρεσβεία» με την Παλαιά Ρώμη, «δια το είναι αυτήν Νέαν Ρώμην». Γι' αυτό όλοι οι αυτοκράτορες, Έλληνες εκ καταγωγής στη συντριπτική τους πλειονότητα, ως τον ουσιαστικά Νεοέλληνα Κωνσταντίνο τον Παλαιολόγο (+ 1453), θα ονομάζονται και θα αυτοκαλούνται «αυτοκράτορες των Ρωμαίων». Γιατί;

Από το 330 το όνομα της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης είναι Ρωμανία. Το όνομα αυτό αναφέρεται ήδη τον 4ο αιώνα από το Μ. Αθανάσιο. Το όνομα Βυζάντιο για το κράτος θα εμφανισθεί για πρώτη φορά σε Φράγκους συγγραφείς — Ιερώνυμος Βολφ—το 1562. Πριν από το έτος αυτό ποτέ δεν ονομάσθηκε η αυτοκρατορία Βυζάντιο. Οι κάτοικοι του κράτους ονομάζονται Ρωμαίοι, μολονότι πολιτιστικά είναι όλοι Έλληνες και πνευματικά Ορθόδοξοι. Ελληνισμός ρωμαϊκός κρατικός φορέας και Ορθοδοξία είναι τα συστατικά μεγέθη της Νέας αυτοκρατορίας. Βέβαια, το κύριο στοιχείο της αυτοκρατορίας είναι οι εκ καταγωγής (φυλετικά, δηλαδή) Έλληνες.

Το όνομα Ρωμαίος ήταν λοιπόν κρατικό, σε μία αυτοκρατορία που ήταν πολιτιστικά (γλώσσα, παιδεία) απόλυτα ελληνική, και όχι φυλετικά. Επειδή δε η Κωνσταντινούπολη νέα Ρώμη δια των Αγίων της έγινε προπύργιο της Ορθοδοξίας, το όνομα Ρωμαίος σημαίνει, τελικά, Ορθόδοξος πολίτης της Νέας Ρώμης (Όχι της παλαιάς, που έγινε το κέντρο του Παπισμού από τον 11ο αιώνα -σχίσμα). Αυτό ομολογούν οι Ορθόδοξοι και Έλληνες Πατριάρχες της Ανατολής στον διάλογό τους με τους Αγγλικανούς Ανωμότους τον 18ο αιώνα (1716-1725). «… Πάλαι μεν Ελλήνων, νυν δε Γραικών και Νέων Ρωμαίων δια την Νέαν Ρώμην καλουμένων». Οι Έλληνες, δηλαδή, μαζί με όλους τους Ορθοδόξους της Εθναρχίας (που ήταν συνέχεια της «Βυζαντινής» Αυτοκρατορίας) ονομάζονται εδώ Γραικοί, διότι έτσι μας ονόμαζαν από τον 8ο αιώνα οι ευρωπαίοι (Grec, Grieche, Greco) και Νεορωμαίοι, ως πολίτες και πνευματικά τέκνα της Νέας Ρώμης. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ο Ν. Σπηλιάδης (στενός συνεργάτης του Καποδίστρια) στα Απομνημονεύματά του λέγει ότι ο Ι. Καποδίστριας ήθελε να δημιουργήσει «Νεορωμαϊκήν αυτοκρατορίαν» (ανακοίνωση καθηγ. Π. Χριστοπούλου), δηλαδή να αναστήσει την Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης Κωνσταντινουπόλεως, που φυσικά δεν το ενέκρινε η Ευρώπη των απογόνων του Καρλομάγνου.

Το όνομα Ρωμαίος, συνεπώς, αν μέχρι το 330 μπορεί να θεωρηθεί κατά κάποιο τρόπο όνομα δουλείας και υποταγής, από το έτος εκείνο είναι για τους Έλληνες όνομα τιμής και δόξας, αφού μόνο αυτό (και όχι το ανύπαρκτο ως κρατικό, μέχρι το 1562, Βυζάντιο) χαρακτηρίζει την αυτοκρατορία μας και τη θέση μας σ’ αυτήν. Ρωμηά ήταν η Αθηναία Βασίλισσα Ευδοκία (5ος αι. ), Ρωμηά και η (κυβερνώσα) αυτοκράτειρα Ειρήνη, πάλι Αθηναία, τον 8ο αι. Στην Αθήνα ήλθε και ο Ρωμαίος, αλλά Έλληνας Μακεδόνας, Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος, για να προσκυνήσει την Παναγία την Αθηνιώτισσα στον Παρθενώνα. Είναι τραγικό, αλήθεια, αυτό που λειτούργησε ιστορικά ως σύνθεση ευεργετική για το Έθνος - Γένος μας, εμείς οι δυτικοθρεμμένοι Νεοέλληνες να το εκλαμβάνουμε ως αντίθεση.

Το όνομα Ρωμαίος όμως φανερώνει την ταύτιση Ελληνισμού και Ορθοδοξίας. Ρωμαίος σημαίνει τελικά Ορθόδοξος Χριστιανός, ενώ το Έλλην, από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά, μπορεί να σημαίνει μόνο τον αρχαιολάτρη τύπου Γεμιστού Πλήθωνος ή και τον Τέκτονα εκδυτικισμένο και φραγκόφιλο. Όταν, συνεπώς, απορρίπτεται ή και πολεμείται το όνομα Ρωμαίος Ρωμηός, πρέπει να ερευνάται και η αιτία, η προέλευση δηλαδή της πολεμικής. Είναι απλώς ανιστόρητη αρχαιολατρία, δυτική επίδραση ή και πολεμική κατά της Ορθοδοξίας;

Ως Ρωμαίοι οι Έλληνες δηλώνουμε τον σύνδεσμο του έθνους μας με την Ορθόδοξη, αγιοπατερική παράδοση και την Ορθόδοξη ταυτότητα μας. Γι’ αυτό έχουμε τη συνείδηση, ότι εθνικά φυλετικά είμασθε Έλληνες ή και Γραικοί (όλα δικά μας είναι) πνευματικά, όμως, δηλαδή στην πίστη μας, είμασθε Ρωμαίοι Ρωμηοί, δηλαδή Ορθόδοξοι Χριστιανοί και όχι εξωμότες Γραικύλοι και «γενίτσαροι» προς την Οθωμανική Ανατολή (Τουρκιά) ή την αλλοτριωμένη Δύση (Φραγκιά). Όταν οι πατέρες μας στη διάρκεια της δουλείας έλεγαν για κάποιον Έλληνα: ετούρκευσε ή εφράγκευσε, σήμαινε: χάνοντας την Ορθόδοξη πίστη του, έπαυσε να είναι και Έλληνας. Αυτά βέβαια ως τον 19ο αιώνα. Στο σύγχρονο Ελληνικό Κράτος, όπως άλλωστε και στο «Βυζάντιο», νομικά, Έλληνας μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ανεξάρτητα από την καταγωγή του, ως πολίτης του κράτους, προστατευόμενος συνταγματικά — και πολύ ορθά — από τους νόμους.

Βασική Βιβλιογραφία Παν. Κ. Χρήστου, Οι περιπέτειες των Εθνικών Ονομάτων των Ελλήνων, Θεσσαλονίκη 1991. Π. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου, Ρωμηοσύνη Ρωμανία Ρούμελη, Αθήνα 19812. Π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, Ελληνισμός Μετέωρος, Αθήνα 1992. Του ίδιου, Πολιτική και Θεολογία, Κατερίνη 1990, σ. 51 κ. ε.



Αναχρονολόγηση του όρου «Ρωμηοσύνη»

1. Όσο κι αν κατά τον κριτικότατο αείμνηστο διδάσκαλο μου, καθηγητή Νικόλαο Τωμαδάκη, ο όρος «Ρωμηοσύνη» είναι «νεόπλασμα»[1], εν τούτοις εκφράζει κατά τον αυθεντικότερο και ιστορικά δικαιωμένο τρόπο, το φρόνημα των Ορθοδόξων Πολιτών της Νέας Ρώμης (Κωνσταντινουπόλεως), αλλά και όλους τους λαούς της γης ή μεμονωμένα άτομα, που έζησαν και ζουν ιστορικά με το φρόνημα αυτό[2]. Ο όρος έχει άμεση σχέση με τα ιστορικά ονόματά μας Ρωμανία και Ρωμαίος (Ρωμηός), που συνδέονται αδιαίρετα με το ιστορικό μέγεθος, που εγκαθιδρύθηκε στην Ιστορία στις 11 Μαΐου 330 μ. Χ., με τα εγκαίνια της νέας πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και όλης της Ευρώπης, της Κωνσταντινουπόλεως - Νέας Ρώμης. Όπως ο κοινότατος (και τόσο παρεξηγημένος) σήμερα όρος «Ελληνο-Χριστιανικός» είναι κατασκεύασμα γλωσσικό μόλις του 1852 (Σπυρ. Ζαμπέλιος)[3], αλλά εκφράζει μία μακρά ιστορική πραγματικότητα, έτσι και ο όρος Ρωμηοσύνη (αντίστοιχος όρος: Φραγκοσύνη) είναι μεν νεώτερο γλωσσικό εύρημα, αλλά, μέσα στις κοσμογονικές ανακατατάξεις και μεταπλάσεις του βαλκανικού χώρου στους τελευταίους αιώνες, είναι ο καταλληλότερος, για να εκφράσει το πνευματικό περιεχόμενο, βίωμα και ήθος της «ρωμαίικης» και «μεταρωμαίικης» («βυζαντινής» και «μεταβυζαντινής») περιόδου της ιστορίας του Ελληνισμού, στη στενότερη φυλετική και την ευρύτερη οικουμενική εκδοχή του. Ρωμηοσύνη είναι η Ελληνικότητα στην οικουμενική Ορθόδοξη ιστορική ενσάρκωσή της.

2. Πρόβλημα όμως μόνιμο στην έρευνα συνιστά η ιστορική εμφάνιση του όρου. Βιογραφώντας τον Ληξουριώτη ριζοσπάστη πολιτικό του 19ου αιώνα Γεώργιο Τυπάλδο Ιακωβάτο (1813-1882), ασχοληθήκαμε ειδικά με τον όρο Ρωμηοσύνη και τις πνευματικο-πολιτικές παραμέτρους του[4]. Επισημαίνοντας και μεις την πρώτη (γνωστή ως τότε) χρήση του όρου στο νεανικό του πολύτιμο έργο «Ιστορία της Ιόνιας Ακαδημίας», γραμμένο μεταξύ 1831-1837, που εξέδωσε κριτικά ο καθηγητής κ. Σπ. Ασδραχάς[5], προσπαθήσαμε να προσδιορίσουμε και το ιδεολογικό πλαίσιο εμφανίσεως του όρου. Έτσι, στράφηκε η προσοχή μας στην πνευματική επίδραση του πρεσβυτέρου αδελφού του Γεωργίου, Κωνσταντίνου (1795-1867), ιερομόναχου τότε και καθηγητού στην Ιόνιο Ακαδημία, και στον κύκλο του εθνικού μας ποιητού Διονυσίου Σολωμού (1797-1857), στον οποίο διαβάζονταν τα κείμενα των Δημ. Καταρτζή, Π. Χριστοπούλου και Ι. Βηλαρά, στα οποία είναι ευρύτατη η χρήση των συγγενών όρων Ρωμηός και Ρωμανία[6].

Όταν όμως γράφαμε τα παραπάνω (1988), δεν είχε προσελκύσει την προσοχή μας το γνωστό και χρήσιμο και ως ιστορικό κείμενο «Τραγούδι του Δασκαλογιάννη» του Μπάρμπα Παντζελιού, την τελευταία κριτική έκδοση του οποίον οφείλουμε στον αείμνηστο Βασίλ. Λαούρδα[7]. Την υπόδειξη για τη χρήση του όρου Ρωμηοσύνη στο κείμενο αυτό, δηλαδή ήδη το έτος 1786[8], οφείλουμε ευγνωμόνως στον αγαπητό και εκλεκτό συνερευνητή της ιστορίας του «Ρωμαίικου», Ιστορικό Κριτικό και Λογοτέχνη, κ. Κώστα Σαρδελή.

3. Το «Τραγούδι του Δασκαλογιάννη» χρησιμοποιεί τον όρο «Ρωμιός -ιοί», στην ιστορικά καθιερωμένη χρήση του. Π.χ.:

στ. 56: «ουλ' οι Ρωμιοί θα σηκωθούν και την Τουρκιά θα φάσι» (παράβαλλε στ. 76, 100, 740).

Επίσης τον όρο «Ρούμελη».

στ. 78: «πως εσηκώθηκ' η Βλαχιά, κι η Ρούμελη κι η Μάνη» (Ρούμελη = η Στερεά Ελλάδα), σ' αντίθεση με την «Τουρκιά» (στ. 121, 144 κ. ά.).

Σ' αυτό το πλαίσιο χρησιμοποιείται και ο όρος «Ρωμηοσύνη», και μάλιστα σε αναφορά προς το αναμενόμενο ελεύθερο Γένος, στα ακόλουθα σημεία:

στ. 10: Ο Δασκαλογιάννης «με την καρδιά τουν ήθελε την Κρήτη Ρωμιοσύνη… ».

Το νόημα του όρου προσδιορίζεται σαφώς από τους επόμενους στίχους:

11-16: «Κάθε Λαμπρή και Κυριακή ήβανε το καπέλλο

και του Πρωτόπαπά 'λεγε: Το Μόσκοβο θα φέρω

να τα συντράμει τα Σφακιά τσοι Τούρκους να ζυγώξου

και για την Κόκκινη Μηλιά δρόμο να τώνε δώσου

Μα κι οποίοι τωνεθέλουσι στην Κρήτη ν' απομείνου

Σταυρό να προσκυνήσουσι και χρισθιανοί να γίνου».

στ. 108: «τση Ρωμιοσύνης τον οχτρό ούλοι να πολεμούσι…»

στ. 980-81: «Μα δίχως να την κάμουσι την Κρήτη Ρωμιοσύνη

να τα ξεβγάλουν τα Σφακιά δεν ήτο δικιοσύνη… »

4. Το «Τραγούδι του Δασκαλογιάννη» μας επιτρέπει, συνεπώς, να διαπιστώσουμε χρήση του όρου, και μάλιστα με άνεση, που δείχνει εξοικείωση μαζί του και μακρά παρουσία του στο ευρύτερο λαϊκό λεξιλόγιο, πενήντα περίπου χρόνια πριν από τον Γ. Ιακωβάτο. Κυκλοφορούσε, μάλιστα, ο όρος στο στόμα του Λαού, που με απόλυτο σεβασμό, όπως δείχνει η δημοτική μας ποίηση, χρησιμοποιεί τους καθιερωμένους όρους, χωρίς τον βιασμό που συνήθως επιβάλλουν στη χρήση τους οι λόγιοι, υποκείμενοι στις οποιεσδήποτε δεσμεύσεις ή ιδεολογικές σκοπιμότητές τους. Η διάσωση λ. χ. του όρου Ρωμανία, που από τον δ΄ αιώνα δηλώνει το όνομα της εκχριστιανισμένης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας[9], γίνεται στο στόμα του λαού (ποίηση π.χ. Πόντου, Κύπρου κ.λπ.), ενώ η λογιοσύνη άκριτα και δουλικά δέχθηκε τους όρους «Βυζάντιο» (και «Βυζαντινή αυτοκρατορία»), που μόλις το 1562 για πρώτη φορά εφευρέθηκαν από δυτικούς συγγραφείς (Ιερεμίας Βολφ) για την εγκατάλειψη από τον Ελληνισμό του ονόματος της αυτοκρατορίας του και την ιδιοποίησή του από τη Δύση.

5. Είμαι γι’ αυτό ευγνώμων στον φίλτατο κ. Κ. Σαρδελή, διότι τώρα μπορούμε να καταλήξουμε σε κάποια ανανεωμένα συμπεράσματα:

α) Ο όρος «Ρωμηοσύνη » είναι πολύ παλαιότερος απ’ όσο φανταζόμεθα προηγουμένως. Από τη δεκαετία του 1830 κατεβαίνουμε στη δεκαετία του 1780 και, γιατί όχι, και προ του 1770, εποχή, την οποία εξιστορεί ο Μπάρμπα Πατζελιός, ο οποίος με κάθε άνεση παραδίδει τον όρο. Αν ο όρος πλάσθηκε στην Κρήτη, δεν μπορεί να υποστηριχθεί αυτή τη στιγμή.

β) Η κυκλοφορία του όρου στο στόμα του λαού, ανεξάρτητα από την πρώτη εμφάνιση του, φανερώνει βαθύ ρίζωμά του στην ευρεία λαϊκή Κρητική συνείδηση, που μένει πιστότερα εξαρτημένη από τη ρωμαίικη παράδοση του Γένους.

γ) Είμαστε υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουμε πια θέσεις, όπως εκείνες του σοφού κατά τα άλλα και πολυΐστορος Νικ. Τωμαδάκη. Ότι δηλαδή ο όρος «Ρωμιοσύνη» είναι «νεόπλασμα του παρελθόντος» (= 19ου αι. )[10], χρησιμοποιούμενον ακρίτως υπό τίνων λογοτεχνών (Εφταλιώτης, Κόντογλου)! Έτσι θα αποφευχθούν και ανοίκειες στην επιστήμη απολυτότητες, όπως η διακήρυξη του ιδίου Διδασκάλου, ότι δήθεν «ουδείς προ του 1850 είπεν ή έγραφε την λέξιν αυτήν, με την οποίαν θέλουν να αντικαταστήσουν τον Ελληνισμόν»[11]!

δ) Ουδείς όμως εχέφρων και ισορροπημένος ερευνητής θα ήθελε ποτέ να αντικαταστήσει τον κατά τον ίδιο διδάσκαλο «αναντικατάστατον Ελληνισμόν»[12] με το όνομα Ρωμηοσύνη, για τον απλούστατο λόγο, ότι οι όροι νοηματικά δεν συμπίπτουν σήμερα απόλυτα. Ο όρος «Ρωμηοσύνη» σημαίνει τον Ορθόδοξο Ελληνισμό, και μάλιστα στην οικουμενική εκδοχή του: Κάθε Ορθόδοξος πολίτης της Νέας Ρώμης, ανεξάρτητα από τη φυλετική καταγωγή του, είναι αυτοδίκαια «Ρωμαίος - Ρωμηός». Ενώ το όνομα «Έλλην», ταυτισμένο από τον 19ο αι. Με το «Ελληνικόν Κράτος», μπορεί με κάθε ευκολία[13] να αποδοθεί και στους μη Ορθοδόξους.

Όταν, συνεπώς, ο Ορθόδοξος Έλλην αυτοπροσδιορίζεται και με το (κρατικό πνευματικό και ποτέ φυλετικό) όνομα «Ρωμηός», δηλώνει την Ορθόδοξη ταυτότητα και συνείδησή του. Ουδεμία άρα σύγκρουση μπορεί να υπάρξει στη χρήση αυτών των ονομάτων. Τα ονόματα «Ρωμαίος» και «Έλλην» ταυτίσθηκαν στη μακραίωνη ιστορική τους χρήση και μόνο η λογιοσύνη έχασε κάποια ισορροπία στη χρήση τους. Όχι όμως ποτέ το ευρύ στρώμα του λαού και η πνευματική κιβωτός του, η πατερική Ορθοδοξία.

6) Για το όνομα Ρωμηός, τη σημασία του και την γραφή του, πολύ ενδιαφέρουσα είναι η θέση του ιστορικού καθηγ. Δημ. Ν. Κιτσίκη (Πρόλογος της γ' εκδόσεως του έργου του: Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Αθήνα 19973).

Χρησιμοποιώ συστηματικά στο παρόν βιβλίο την λέξη «Έλλην» αντί του «Ρωμηός» ή «Ρωμιός» ή και «Γραικός». Παντού στον κόσμο η Ιστορία γράφεται με βάση τα υπάρχοντα κράτη της παρούσης στιγμής. Παρά ταύτα, στον Βυζαντινοθωμανικό κόσμο οι λέξεις «Ρωμαίος» ή «Ρωμηός» ήσαν καθιερωμένες. Όσο για την λέξη «βυζαντινός», αυτή είναι καθαρώς δυτικής προελεύσεως. Ιδού, φέρ' ειπείν, τι γράφει επί του προκειμένου ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος στον Χιώτη λόγιο Γ. Ζολώτα (1845-1906), την 1η Ιουλίου 1886: «Φίλε Ζολώτα, όσο και αν ηρεύνησα κατά τους κατά τον μέσον αιώνα ημετέρους ιστορικούς και χρονογράφους, δεν ηδυνήθην να εύρω εν αυτοίς το όνομα των Βυζαντινών ή Βυζαντίνων, όπως θέλεις. Μετεχειρίζονται τα ονόματα Ρωμαίοι, Γραικοί και, περί τα τέλη, Έλληνες… Φοβούμαι, λοιπόν, ότι το όνομα επλάσθη υπό των Δυτικών, ημείς δε το εχάψαμεν».

Στον πρόλογο του Γ' τόμου της Ιστορίας του Ελληνικού έθνους (1872, έκδ. 1886, σελ. κα'), ο Παπαρρηγόπουλος παρατηρούσε πως «καλούμεθα σήμερον Έλληνες, τους δε εν ταις αυταίς χώραις κατά τον μέσον αιώνα πρωταγωνιστήσαντας ονομάζομεν Βυζαντινούς. Αυτοί όμως ούτοι δεν παρεδέχθησαν την προσηγορίαν ταύτην, αλλ’ εκάλουν εαυτούς Ρωμαίους, Γραικούς και, από της ΙΑ΄ εκατονταετηρίδος, Έλληνας. Το όνομα Βυζαντινοί δεν επεκράτησεν ειμή παρά τοις Έσπερίοις, συνδεθέν υπ' αυτών μετά ποικίλων περιφρονητικών εκδοχών».

Πράγματι, μόνον το 1562, δηλαδή 109 χρόνια μετά την Άλωση, ο Γερμανός φιλόλογος Ιερώνυμος Βολφ (Hieronymus Wolf) χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τους όρους Βυζάντιο και Βυζαντινός για ν' αναφερθεί στην Ιστορία της Αυτοκρατορίας, δανειζόμενος αυτές τις προσηγορίες στην ονομασία της Κωνσταντινουπόλεως κατά την αρχαιότητα και μέχρι το 330 μ. Χ., οπότε ο Κωνσταντίνος ο Μέγας της έδωσε το δικό του όνομα.

Αν και για λόγους πρακτικούς χρησιμοποιώ στο παρόν βιβλίο όχι μόνον τον όρο Βυζαντινή Αυτοκρατορία αλλά και τον όρο Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, στην ουσία ούτε και η δεύτερη τούτη ονομασία είναι σωστή, εφ’ όσον νομίμως ποτέ δεν υπήρξε άλλη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από αυτήν των Ελληνορθόδοξων. Η αξίωση του Καρλομάγνου, το 800 μ.Χ., να δημιουργήσει και πάλι μια Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, την οποίαν απεκάλεσαν οι Δυτικοί επί χίλια χρόνια «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία», θεωρήθηκε από τους Βυζαντινούς ως σφετερισμός τίτλου που επιχειρήθηκε από τους βαρβάρους Φράγκους. Οι δε βάρβαροι αυτοί αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν ως Ρωμαίους τους νόμιμους κατόχους του τίτλου και αποκαλούσαν χλευαστικά την Αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως «Ελληνική Αυτοκρατορία». Οι Καθολικές σταυροφορίες, που εγκαινιάσθηκαν στον 11ο αιώνα με στόχο την υποδούλωση των Ελληνορθοδόξων και όχι μόνον των Μουσουλμάνων, αύξησαν σημαντικά το μίσος των Φράγκων κατά των «δολίων Ελλήνων», όπως αρέσκοντο να τους υβρίζουν. Η δε ηθελημένη άγνοια εκ μέρους των δυτικόφιλων Ελλήνων για την ιστορία της χώρας τους οδηγεί στο σημείο όχι μόνον να χρησιμοποιούν το επίθετο Βυζαντινός με την υποτιμητική τον έννοια —π. χ. μιλούν και αυτοί για «βυζαντινές ίντριγκες»— αλλά και να θυσιάζουν στον βωμό της «Ενωμένης Ευρώπης» την ελληνική αξιοπρέπεια, αποδεχόμενοι ως ηγέτες του ελληνικού κράτους, στην πρώην πρωτεύουσα του σφετεριστή Καρλομάγνου, στο Άαχεν (Αίξ-Λά-Σαπέλ), βραβείο Καρλομάγνου, στην ίδια πόλη όπου το 802 (γρ. 809) αποφασίστηκε από τους καθολικούς η καθιέρωση του φιλιόκβε που τους χώρισε από τους Ορθοδόξους.

Αντιθέτως, κανένας λαός της Ενδιάμεσης Περιοχής, συμπεριλαμβανομένων και των Τούρκων, δεν αμφισβήτησε ποτέ και σε καμία περίπτωση την ιδιότητα του Ρωμαίου στους κατοίκους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο:

α) Η λέξη Ρωμηός (Ρουμ) εχρησιμοποιείτο για να κατονομάζονται οι άνθρωποι (φερ' ειπείν ο Μεβλάνα Τζελαλεντίν Ρούμι) και οι θεσμοί (όπως η Αυτοκρατορία των Σελτζούκων του Ρουμ ή η Οθωμανική Αυτοκρατορία που απεκαλείτο, ακριβώς όπως η Βυζαντινή, Ντιγιάρι Ρουμ, δηλαδή η χώρα των Ρωμηών, ή τέλος ο ίδιος ο Οθωμανός σουλτάνος που έφερε τον τίτλο του Σουλτάνι Ρουμ, σουλτάνου των Ρωμηών), ώστε να υπογραμμισθεί ο κοινός πολιτισμός του χώρου που εκτείνεται στις δύο πλευρές του Αιγαίου, του χώρου των Ρωμηών.

β) Οι παραδοσιακοί κύκλοι στην Ελλάδα και ιδιαίτερα οι κύκλοι της Ορθοδοξίας, ως και η λαϊκή συνείδηση, πάντοτε προτιμούσαν την λέξη Ρωμηός αντί του Έλλην, εφ’ όσον ο Ρωμηός είναι πρωταρχικά ο Ελληνορθόδοξος που ως μητρική γλώσσα μπορεί να έχει την αρβανίτικη, την βουλγαρική, την τουρκική ή την αραβική. Έτσι αποτρέπονται οι αποσχιστικές τάσεις που βασίζονται στο γλωσσικό ιδίωμα και μόνον. Θυμάμαι έναν Τούρκο συνάδελφο που επέμενε να ικανοποιηθεί το αίτημα να χρησιμοποιείται η λέξη Έλλην για τους σημερινούς ελληνοφώνους, διότι έτσι τους απομάκρυνε από την βυζαντινή κληρονομιά τους και από τους Ρωμηούς του χώρου της Ενδιάμεσης περιοχής.

Πριν από την δυτικοποίηση της Ενδιάμεσης περιοχής οι Τούρκοι είχαν απόλυτο δίκαιο να χρησιμοποιούν, όπως και οι Έλληνες, μονάχα την λέξη Ρουμ - Ρωμαίος, χωρίς ποτέ να δημιουργηθεί σύγχυση με την ιταλική χερσόνησο. Αλλά μετά την δυτικοποίηση άρχισαν να χρησιμοποιούν τον όρο «Ρωμέν» αντί του Ρουμ για τις ελληνικές αρχαιότητες της Μικρασίας, σαν να προήρχοντο από τους Ιταλούς της Ρώμης, ενώ και οι Έλληνες του κράτους των Αθηνών άρχισαν να μιλούν για ελληνικές αρχαιότητες στην Τουρκία ως διαφέρουσες από τις ρωμαϊκές ρωμαίικες. Για τον λόγο αυτό οι Έλληνες τουρίστες στην Τουρκία κατηγορούν τους Τούρκους ξεναγούς ότι επίτηδες χρησιμοποιούν τον όρο «ρωμαϊκές αρχαιότητες» αντί του όρου «ελληνικές αρχαιότητες», για να αρνηθούν την ελληνική προέλευση των αρχαιοτήτων. Είναι συνεπώς σαφές πως η δυτικοποίηση ευθύνεται για την αντιδίκια Ελλήνων και Τούρκων, οι οποίοι χρησιμοποιούν ο ένας κατά του άλλου όρους των Φράγκων εχθρών τους. Προτείνω συνεπώς, για να παύσει αυτός ο πόλεμος των λέξεων, να χρησιμοποιηθεί ο σημερινός όρος Ελλην - Γιουνανλί για να χαρακτηρισθεί η ιστορία των Ρωμαίων - Ρωμηών, με την διευκρίνηση όμως ότι εννοούμε ως «Έλληνες» στην Βυζαντινοθωμανική Αυτοκρατορία όχι αυτούς που ομιλούν Ελληνικά, αλλά όσους ανήκουν στην Ορθοδοξία, στο μιλλέτι των Ορθοδόξων, είτε αυτοί είναι Έλληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι, Ρουμάνοι, Αλβανοί, Άραβες είτε Τούρκοι. [...]


--------------------------------------------------------------------------------

Σημειώσεις

[1] Ν. Β. Τωμαδάκη, «Η αδόκιμος Ρωμιοσύνη και η υπόδουλος Ρωμηοσύνη», ΕΕΒΣ, τ. 44 (1979-80), σ. 330.

[2] Βλέπε Π. Γ. Δ. Μεταλληνού, «Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός και Ρωμηοσύνη (Έλεγχος θέσεων της Δυτικής Ιστοριογραφίας)», στον τόμο Ελληνισμός Μετέωρος, Αθήνα 1992, σσ. 74-86.

[3] Βλέπε Κ. Θ. Δημαρά, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα 1993, σ. 404.

[4] π. Γ. Δ. Μεταλληνού, Πολιτική και Θεολογία, Κατερίνη 1990, σ. 51 ε. ε.

[5] Γεώργιος Τυπάλδος Iακωβάτος, Ιστορία της Ιόνιας Ακαδημίας, έκδοση - εισαγωγή - σχόλια Σπύρος I. Ασδραχάς, Αθήνα 1982.

[6] π. Γ. Δ. Μεταλληνού, όπ. π. , σ. 78 ε. ε.

[7] Μπάρμπα Παντζελιού, Το τραγούδι τού Δασκαλογιάννη. Εισαγωγή-Σχόλια Βασ. Λαούρδα, Ηράκλειον Κρήτης 1947. Κατά τον εκδότη είναι «ένα από τα πιο αξιόλογα έργα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (σ. 7).

[8] Βλέπε Βασ. Λαούρδα, όπ. π. , σ. 13.

[9] Περί το 335 γράφει ο Μ. Αθανάσιος, Ιστορ. Αρειαν., Προς Μοναχούς Ε', 35: «μητρόπολις η Ρώμη της Ρωμανίας εστίν».

[10] Ο Ν. Τωμαδάκης μιλεί ακόμη για «ανύπαρκτον όρον Ρωμιοσύνη» (όπου π., σ. 330)!!!

[11] Στο ίδιο.

[12] Ν. Β. Τωμαδάκη, «Ο αναντικατάστατος Ελληνισμός», επετηρίς Ιδρύματος Νεοελληνικών Σπουδών, τ. Β΄ (1981-82), σσ. 83-91.

[13] Σ' αυτό συνετέλεσε η κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 ταύτιση του ονόματος Έλλην όχι με το «Ορθόδοξος», αλλά με το γενικότερο «Χριστιανός» από την πολιτική ηγεσία (π. χ. Θεόδ. Νέγρης), για την προσέλκυση των δυτικών Δυνάμεων.




Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009

ΕΙΝΑΙ ΜΟΛΙΣ 10 ΕΤΩΝ Ο μικρός Mozart



Ο 10χρονος Shane Thomas me μόλις 4 ώρες μαθήματος τη βδομάδα έχει καταφέρει να γίνει ένας εξαιρετικός πιανίστας του οποίου το ταλέντο ζηλεύουν πολλοί

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009

«Παναγιώτατε, ποια πανορθόδοξη απόφαση ;»



Δημοσιεύθηκε επιστολή του Οικουμενικού Πατριάρχου απευθυνομένη προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών με τη οποία ο Πατριάρχης διαμαρτύρεται εντόνως για την σύνταξη και κυκλοφορία της «Ομολογίας Πίστεως κατά του Οικουμενισμού», η οποία έχει υπογραφεί από πλήθος λαϊκών και κληρικών και από ορισμένους Αρχιερείς. Ο Παναγιώτατος δεν απαντά επί της ουσίας της Ομολογίας, αλλά μέμφεται τους συντάκτες και υπογράψαντες, επειδή :
στην Ομολογία αναγράφεται, κατά τον Οικουμενικό Πατριάρχη, ότι «πάντες οι επικοινωνούντες προς τους ετεροδόξους ...; θέτουν εαυτούς αυτομάτως εκτός Εκκλησίας».
όσοι αρνούνται το διαχριστιανικό διάλογο, αντιτίθενται εις «συνοδικάς αποφάσεις πασών ανεξαιρέτως των Ορθοδόξων Εκκλησιών, περιλαμβανομένης και της καθ' Υμάς Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος, ως είναι η ομόφωνος απόφασις της Γ΄ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1986)».
Α. Όμως :
Το κείμενο της ομολογίας πουθενά δε λέει ότι είναι αξιοκατάκριτοι «πάντες οι επικοινωνούντες προς τους ετεροδόξους», αλλά όσοι αποδέχονται και κηρύσσουν πράξει και λόγω την «παναίρεση» - κατά τον π. Ι. Πόποβιτς - του Οικουμενισμού ! Επίσης, η Ομολογία πουθενά δε λέει ότι και αυτοί ακόμα οι οικουμενιστές «θέτουν εαυτούς αυτομάτως εκτός Εκκλησίας», όπως αναφέρει ο Πατριάρχης στην επιστολή Του ! Άλλωστε οι συντάκτες της «Ομολογίας», ως εντρυφείς θεολόγοι γνωρίζουν πολύ καλά ότι δε νοείται έξοδος από την Εκκλησία «αυτομάτως» !


Η «Ομολογία» επί λέξει αναφέρει : «θέτοντας ουσιαστικώς εαυτούς εκτός Εκκλησίας» (παράγραφος . Παρέλκει η ανάλυση της τεράστιας διαφοράς μεταξύ του «αυτομάτως» και του «ουσιαστικώς» !
Αναφέρει ο Οικουμενικός Πατριάρχης ότι «τας μετά των ετεροδόξων επαφάς εγκρίνουν δια συνοδικών αποφάσεων πάσαι αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι» και κατά συνέπεια όσοι ασκούν κριτική στα συμβαίνοντα στο διάλογο αντιτίθενται σε Πανορθόδοξες αποφάσεις !
Α
ς μας επιτραπεί - με όλο το σεβασμό μας στον Πατριάρχη του Γένους - να ρωτήσουμε και δημοσίως, διότι σε κατ' ιδίαν επιστολές δε δίδονται απαντήσεις από τους αρμοδίους του Θρόνου :

Ποια «Πανορθόδοξη απόφαση» κατήργησε την εγκύκλιο της περί τον Πατριάρχη Αθηναγόρα Συνόδου του Οικουμ. Πατριαρχείου με την οποία καταδικάζονταν απερίφραστα οι συμπροσευχές ως «αντικείμεναι προς τους ιερούς κανόνας και αμβλύνουσαι την ομολογιακήν ευθιξίαν των Ορθοδόξων» ;

Είναι σύμφωνη με αυτή την εγκύκλιο της Ι. Συνόδου του Πατριαρχείου η σημερινή συμπεριφορά τινών στο θέμα των συμπροσευχών ;

Ποια «Πανορθόδοξη απόφαση» επέτρεψε στον Πάπα όχι απλώς να παρίσταται, αλλά ενδεδυμένος με τα άμφιά του να λαμβάνει σχεδόν ενεργό μέρος σε Πατριαρχική Θ. Λειτουργία;

Ποια «Πανορθόδοξη απόφαση» υποχρέωσε τον Οικουμενικό Πατριάρχη να δώσει και να λάβει λειτουργικό ασπασμό με τον Πάπα κατά τη Θ. Ευχαριστία της Θρονικής Εορτής το 2006 ;

Ποια «Πανορθόδοξη απόφαση» έδωσε άδεια στον Πάπα να προσευχηθεί εκ μέρους του Ορθοδόξου πληρώματος με το «Πάτερ ημών» στην επισημότερη (ας επιτραπεί) Θ. Λειτουργία στον Πατριαρχικό Ναό ;

Ποια «Πανορθόδοξη απόφαση» παραχώρησε στον Πάπα το βήμα του Πατριαρχικού Ναού για να κηρύξει «γυμνή τη κεφαλή» το παπικό πρωτείο ; Από το βήμα των Αγίων Αλεξάνδρου, Γρηγορίου, Χρυσοστόμου, Φωτίου, Φιλοθέου να διακηρύσσεται η πλάνη ! Δεν είναι βεβήλωση αυτό ;

Ποια «Πανορθόδοξη απόφαση» αποφάσισε να υμνηθεί ο εμμένων εν τη αιρέσει Πάπας ως «σεπτός Ποιμένας και Πρόεδρος» και μάλιστα εντός του Πατριαρχικού Ναού και παρουσία του Πατριάρχου ;

Ποια «Πανορθόδοξη απόφαση» επέτρεψε να υμνηθεί από την Πρωτόθρονη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως η αίρεση του Παπισμού ως «Εκκλησία σεπτή, Καθέδρα του Πέτρου» και μάλιστα εντός του Πατριαρχικού Ναού και παρουσία του Πατριάρχου ;

Ποια «Πανορθόδοξη απόφαση» κατήργησε τους 16 Ιερούς Κανόνες (Αγ. Πατέρων, Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων), απεφάνθη ότι επιτρέπονται στο εξής οι συμπροσευχές με αιρετικούς και δεν συνιστούν πλέον κανονικό παράπτωμα ;

Ποια «Πανορθόδοξη απόφαση» ενέκρινε τη σύνταξη κανονισμού για την «ομολογιακή» ή «διομολογιακή» κοινή προσευχή στις συναντήσεις του ΠΣΕ ;

Ποια «Πανορθόδοξη απόφαση» επικρότησε το προκλητικό κείμενο της Θ΄ ΓΣ του ΠΣΕ στο Porto Alegre (2006), σύμφωνα με το οποίο «κάθε εκκλησία (από τις 340 προτεσταντικές ομάδες του ΠΣΕ) είναι Εκκλησία καθολική, αλλά όχι στην ολότητά της. Κάθε εκκλησία εκπληρώνει την καθολικότητά της, όταν είναι σε κοινωνία με τις άλλες εκκλησίες» !

Επίσης στο ίδιο κείμενο αναγνωρίστηκε εκκλησιαστική υπόσταση σε όλες τις προτεσταντικές αιρετικές «εκκλησίες» του Π.Σ.Ε. και έγινε αποδεκτό ότι η πληθώρα των κακοδοξιών και των πλανών τους, είναι «διαφορετικοί τρόποι διατύπωσης της ίδιας Πίστης» και «ποικιλία Χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος»!

Είναι δυνατόν να υπάρχει Πανορθόδοξη έγκριση για τις βλασφημίες αυτές ; ...;
Ποια «Πανορθόδοξη απόφαση» εξουσιοδότησε τον Οικουμενικό Πατριάρχη να προσφέρει Άγιο Ποτήριο στον Ουνίτη Αρχιεπίσκοπο Αθηνών ; Δεν έχει καταδικαστεί η Ουνία απερίφραστα σε «συνοδικάς αποφάσεις πασών ανεξαιρέτως των Ορθοδόξων Εκκλησιών, ...; ως είναι η ομόφωνος απόφασις της Γ΄ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1986)» ;

Γιατί περιφρονούνται έτσι ωμά οι ομόφωνες Πανορθόδοξες Αποφάσεις που ρητά καταδικάζουν την Ουνία ; Γιατί αυτή η επιλεκτική χρήση των «Πανορθοδόξων αποφάσεων» ;

Επιπλέον :
Δε σκέφτηκε ο Πατριάρχης μας ότι αυτό το Άγ. Ποτήριο που προσέφερε ως δώρο στον Ουνίτη Αρχιεπίσκοπο είναι πικρό ποτήρι για την Εκκλησία της Ελλάδος, αλλά και για τις λοιπές Ορθόδοξες Εκκλησίες που ακόμα και σήμερα στενάζουν από τις μεθοδεύσεις των Ουνιτών ;

Πώς θα ακούσουν οι δεινοπαθήσαντες και δεινοπαθούντες από την Ουνία αδελφοί μας στην Αν. Ευρώπη αλλά και τη Μ. Ανατολή την ενέργεια αυτή του Πατριάρχου μας ; Δεν αποτελεί πρόκληση στην Πανορθόδοξη ενότητα ;
Πως θα αισθανόταν ο Πατριάρχης μας αν ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών προσέφερε Αγ. Ποτήριο στον παπα-Ευθύμ ;! (συγγνώμη για τη σκληρότητα του λόγου !)

Και τα ερωτήματα αυτά δεν έχουν τέλος ...; αλλά ούτε και απαντήσεις ...;
Αυτά τα λίγα για να πάψει η δικαιολογία περί των δήθεν «πανορθοδόξων αποφάσεων» !

Μακάρι οι πρωτοστατούντες σήμερα στο διάλογο να σέβονταν και να τηρούσαν όλες τις πανορθόδοξες αποφάσεις!
Όλες όμως, όχι κατ' επιλογήν !
Διότι ποτέ και καμία Πανορθόδοξη Σύνοδος δεν αλλοίωσε την Ορθόδοξη εκκλησιολογία, δεν κατήργησε Ι. Κανόνες επικυρωμένους από τρεις Οικουμενικές Συνόδους και δεν έδωσε σε κανένα το δικαίωμα αθετήσεως της εκκλησιαστικής παραδόσεως και τάξεως, όπως πολλάκις συμβαίνει σήμερα στον οικουμενικό χώρο. Αν ποτέ συνέβαινε αυτό, τότε, η οποιαδήποτε - ακόμα και «Πανορθόδοξη» - Σύνοδος θα αυτοαναιρείτο και θα μετατρεπόταν σε «συνέδριο ανόμων» και «συναγωγή πονηρευομένων». Άλλωστε η «οικουμενικότης» ή η «ληστρικότης» μιας συνόδου δεν προσδιορίζεται από τον αριθμό και την εκπροσώπηση των συμμετεχόντων, αλλά πρωτίστως από τις αποφάσεις της !

Β. Κατά συνέπεια, όσοι κατηγορούν τους ασκούντες κριτική στα των διαλόγων ότι τάχα είναι εναντίον του διαλόγου, αν δεν συκοφαντούν διαστρέφοντας συνειδητά την πραγματικότητα, κάνουν πολύ μεγάλο λάθος !

Διότι, ΟΧΙ ! ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ! Δε νοείται Ορθόδοξος που να αρνείται το διάλογο. Διότι πρώτος ο ίδιος ο Χριστός μας διαλέγεται με τους αμαρτωλούς. Αλλά, ας προσέξουμε, είναι ο ίδιος ο Χριστός μας που ταυτόχρονα αρνήθηκε το διάλογο. Αρνήθηκε να διαλεχθεί παρ' ότι προκλήθηκε. Αρνήθηκε να κάνει διάλογο με τον Πιλάτο, τους Αρχιερείς του Μ. Συνεδρίου και τον βασιλέα Ηρώδη !

Συμφωνούμε λοιπόν με το διάλογο, όπως ο Κύριός μας !

Αντιτιθέμεθα όμως στο διάλογο, όπως ο ίδιος ο Κύριός μας. Όταν δεν πληρούνται κάποιες σαφώς καθορισμένες από την εκκλησιαστική Παράδοση προϋποθέσεις. Αντιτιθέμεθα λοιπόν στο διάλογο, στο «ανούσιο παίγνιο», κατά την καταγγελία του επί 20ετία συμπροέδρου, Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού, όπως αυτός διεξάγεται σήμερα.

Αναφέρω τρία μόνο σημεία :
Συστηματική περιφρόνηση της εκκλησιαστικής παραδόσεως με τις ολοένα αυξανόμενες και εντεινόμενες συμπροσευχές !

Ξεπεράσαμε τις απλές συμπροσευχές και πηγαίνουμε ολοταχώς σε συλλείτουργα - για την ώρα ατελή ...;

Και το χειρότερο : προσπαθούμε να επιβάλουμε την ανομία μας ως νόμο του Θεού (βλ. γνωμοδότηση Φειδά για τις συμπροσευχές) !

Κάποιοι «επαγγελματίες» (σύμφωνα με τον καθηγητή Βέλτση) του διαλόγου αποφασίζουν ερήμην του λαού του Θεού (λαϊκών και κληρικών), ακόμα ερήμην και αυτών των Συνόδων των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών.

Παράδειγμα : έξι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες (Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, Εκκλησία Σερβίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, Ελλάδος, Τσεχίας και Σλοβακίας, δηλ περίπου η μισή Ορθοδοξία !) δεν συμμετείχαν και εν Συνόδω καταδίκασαν το κείμενο της συμφωνίας του Balamand (Ζ΄ συνάντηση Μικτής Επιτροπής-1993) ως απαράδεκτο εξ απόψεως Ορθοδόξου, ξένο προς την Ορθόδοξη Παράδοση και αντίθετο με τις αποφάσεις των Πανορθοδόξων Διασκέψεων (βλ την από 8.12.1994 επιστολή της Ι. Συνόδου Εκκλησίας της Ελλάδος προς τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο) ! Και όμως, δεν συγκινήθηκε ουδείς των «επαγγελματιών» και ο διάλογος συνεχίζεται, με τους Ορθοδόξους αντιπροσώπους να θεωρούν το κείμενο αυτό έγκυρο και ως βάση συζητήσεως στην πορεία του διαλόγου ! Δείχνει αυτή η συμπεριφορά σεβασμό στις Συνόδους των έξι Αυτοκεφάλων Εκκλησιών; Μήπως δείχνει αυτή η συμπεριφορά σεβασμό στην Πανορθόδοξη ενότητα ;

Σε Πανορθόδοξες αποφάσεις καταδικάζεται επανειλημμένως η Ουνία.
Και όμως στο διάλογο συμμετέχουν και ...; Ουνίτες !
Πού υπάρχει λοιπόν σεβασμός στις Πανορθόδοξες αποφάσεις στο διάλογο, όπως διεξάγεται σήμερα ;
Ποιος, επομένως, περιφρονεί τις Πανορθόδοξες αποφάσεις ; Οι ασκούντες κριτική με θεολογικό λόγο, ή οι συμπράττοντες σε «ανούσιο παίγνιο» ;

Γ. Κάποιοι διαμαρτυρήθηκαν διότι, όπως είπαν, η Ομολογία Πίστεως τους ...; «εξωεκκλησιάζει» !

Όμως ας προσέξουμε όλοι καλά :
1. Κανένας ας μην ανησυχεί, ας μη θορυβείται, διότι ουδείς «εξωεκκλησιάζεται» με υπογραφές ! Όσες υπογραφές και αν μαζέψουμε και λαϊκών και κληρικών και Αρχιερέων !

2. Κανένας όμως ας μην εφησυχάζει ότι τάχα με τις υπογραφές του μπορεί να «εξωεκκλησιάσει» κάποιους και έτσι να ξεμπερδέψει με τις διαμαρτυρίες τους ! Η οποιαδήποτε φίμωση της άλλης άποψης δεν μπορεί να γίνει σήμερα αποδεκτή ούτε στην Εκκλησία ούτε στην κοινωνία μας !

3. Ο καθένας μας όμως ας γρηγορεί, διότι υπάρχει κίνδυνος να «εξωεκκλησιασθεί» μόνος του, όχι «αυτομάτως»(!) αλλά «ουσιαστικώς» εξ αιτίας των λόγων και της συμπεριφοράς του. Η επισημοποίησή του «εξωεκκλησιασμού» μπορεί να καθυστερήσει ή και να μην εκφραστεί σε αυτή τη ζωή ! Στην άλλη ζωή όμως τι γίνεται ;
Ας μη ξεχνάμε την περίπτωση του Αγ. Μαξίμου του Ομολογητού : απλός μοναχός πολέμησε για την πίστη και την παράδοση της Εκκλησίας μας με ολόκληρη σχεδόν την Πενταρχία (Πατριάρχες Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας και Αντιοχείας), την «επίσημη» «Εκκλησία», που είχε υποταχθεί στην αίρεση ! Κανένα δεν «εξωεκκλησίασε» . τον «εξωεκκλησίασαν», αντίθετα, οι ισχυροί κατά κόσμον Πατριάρχες κλπ και πέθανε εξόριστος ! Αλλά έρχεται μετά θάνατον η Στ΄ Οικουμενική Σύνοδος και στηρίζεται στη θεολογία του απλού μοναχού Μαξίμου και δικαιώνει τον απλό μοναχό Μάξιμο

και καθαιρεί, καταδικάζει και αναθεματίζει ως αιρετικούς ΕΠΤΑ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ και άλλους Επισκόπους !

Για την ιστορία καταδικάστηκαν :
ο Πάπας Ρώμης Ονώριος !
οι 4 Οικουμενικοί Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως : Σέργιος, Πύρρος, Παύλος Β΄ και Πέτρος !
ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Κύρος !
ο Πατριάρχης Αντιοχείας Μακάριος ! και
οι επίσκοποι Στέφανος, Πολυχρόνιος και Κωνσταντίνος !

Δ. Στο τέλος της επιστολής Του ο Οικουμενικός Πατριάρχης ζητά από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και την περί αυτόν «τιμίαν Ιεραρχίαν όπως το ταχύτερον δυνατόν λάβη επισήμως θέσιν έναντι της φερομένης «Ομολογίας Πίστεως» και των υπογραψάντων αυτήν κληρικών αυτής» !

Είναι άξιον απορίας γιατί ο Οικουμενικός Πατριάρχης και η περί Αυτόν Σύνοδος ζητούν από την Εκκλησία της Ελλάδος να πάρει θέση και δεν επελήφθησαν οι ίδιοι «των υπογραψάντων κληρικών», όπως είχε γίνει παλαιότερα με τον αείμνηστο Χριστόδουλο ; Θα αποφεύγονταν έτσι πιθανά προβλήματα ενότητος στην Ιεραρχία μας !

Αναμφίβολα είναι ιδιαίτερα λυπηρό να αντιμετωπίζει ο Πατέρας την αγωνία των παιδιών του ως εχθρική ενέργεια και να στέκεται «έναντι ...;των κληρικών», δηλ. των παιδιών του !
Ιδιαίτερα λυπηρό ο Πατέρας να πρωτοστατεί στο διάλογο εκτός του σπιτιού, με όλη τη γειτονιά, τους εγγύς και τους μακράν, και να αρνείται συστηματικά να συζητήσει με τα παιδιά του τις δικαιολογημένες ή και αδικαιολόγητες έστω επιφυλάξεις τους !
Ιδιαίτερα λυπηρό να διεξάγει «Θεολογικό Διάλογο» με τους ετεροδόξους και να αρνείται να διαλεχθεί με θεολογικό λόγο με τους ομοδόξους συν-διακόνους Του στο Σώμα του Χριστού !
Ιδιαίτερα λυπηρό να ζητά τη λήψη μέτρων «έναντι» των παιδιών του - άραγε, ποίων μέτρων ; μήπως προληπτικής λογοκρισίας και φίμωσης της άλλης άποψης ; πού βρισκόμαστε !
Όμως, αλίμονο στον πατέρα που περιφρονεί την κραυγή αγωνίας των παιδιών του. Ο ίδιος κλονίζει στη συνείδησή τους το πατρικό κύρος. Και μη μας διαφεύγει ότι η πατρική αυθεντία δεν επιβάλλεται με τη φίμωση της κριτικής, αλλά εμπνέεται ακόμα και στα "άτακτα" παιδιά. Αν αυτό ισχύει στη βιολογική πατρότητα, πολλώ μάλλον έχει εφαρμογή στην πνευματική !

Πάντως, ας γίνει σε όλους απολύτως σαφές, ότι οι Αρχιερείς, οι Αγιορείτες και λοιποί Καθηγούμενοι με τις Αδελφότητές τους και άλλοι κληρικοί και μοναχοί και λαϊκοί από πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες που ενώπιον του Θεού και της συνειδήσεώς μας υπογράφοντας την «Ομολογία Πίστεως κατά του Οικουμενισμού» εκφράζουμε τη θλίψη και διαφωνία μας στη συστηματική περιφρόνηση της εκκλησιαστικής μας παραδόσεως που συντελείται στον οικουμενικό χώρο, είμαστε και θα παραμείνουμε μέλη της Εκκλησίας μας ό,τι και αν συμβεί ! Ακόμα και αν οι Πατέρες μας μας πικράνουν και μας αρνηθούν την πατρότητα με τη συμπεριφορά τους, θα παραμείνουμε μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας !


Πάτρα 6.10.09 π. Α.Κ.Γ.



Πηγή έμπνευσης:






Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009

Και κάτι παρήγορο..Εύγε Μακαριώτατε!!!


Καιρό είχαμε να ακούσουμε από Πατριάρχη μια Ορθόδοξη θεώρηση των διαλόγων με τους ετεροδόξους.

ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ "ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΗΣ "“ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ”.

…”Πιστεύομεν ότι οφείλομεν να αναζητώμεν ενότητα πίστεως και ουχί διοικήσεως».”..

“…Οι εκπρόσωποι του θεολογικού διαλόγου μεταξύ των Εκκλησιών και οι ηγέται των Εκκλησιών θα πρέπη να είναι ευτυχείς, εάν συνυπάρχουν τα δύο επίπεδα διαλόγου, αγάπης και αληθείας, όχι μόνον αγάπης.

image1_zoom

Την Τετάρτην, 3/16-9-2009, επεσκέφθησαν την Α.Θ.Μ. τον Πατριάρχην Ιεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλον τον Γ’ οι Dr. Gerhard Ludwig Müller, Επίσκοπος του Regensburg, Dr. Heinrich Mussinghoff, Επίσκοπος του Aachen, Dr. Gerhard Feige, Επίσκοπος του Magdeburg της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας μετά μικράς ομάδος συνοδών εις το πλαίσιον της επισκέψεως αυτών ως αποστολής εις την Αγίαν Γην δια την γνωριμίαν με τας Εκκλησίας της Μέσης Ανατολής και την ενίσχυσιν της χριστιανικής παρουσίας εις την περιοχήν αυτήν.

Ο επίσκοπος του Regensburg Dr. Gerhard Ludwig Müller, προσφωνών τον Μακαριώτατον, ανεφέρθη εις την συμβολήν του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων εις την θεολογίαν της Εκκλησίας δια της στάσεως αυτού υπέρ του χριστολογικού δόγματος της 4ης Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνος, το 451 μ.Χ., της στάσεως του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Σωφρονίου υπέρ των δύο θελήσεων και ενεργειών του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, της στάσεως του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων εις την εικονομαχικήν έριδα και εις τον διεξαγόμενον σήμερον θεολογικόν διάλογον μετά της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Εν συνεχεία επέδωσε εις τον Μακαριώτατον το μετάλλιον του Ινστιτούτου του Regensburg δια την διδασκαλίαν της Γερμανικής γλώσσης εις μαθητάς προερχομένους εκ των Ανατολικών Εκκλησιών. Ο Αναπληρωτής Διευθυντής του Ινστιτούτου τούτου, κληρικός Dr. Nikolaus Wyrwoll ήτο μεταξύ των συνοδών των Ρωμαιοκαθολικών Αρχιερέων.

Αντιφωνών ο Μακαριώτατος, εκαλωσώρισεν εις Ιεροσόλυμα τον επίσκοπον του Regensburg Dr. Müller και την συνοδείαν αυτού και ηυχαρίστησεν αυτόν δια τους λόγους του σχετικώς με την στάσιν του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων εις περιόδους κρίσεως εν τη Εκκλησία ως και δια την συνεργασίαν υπέρ της ενότητος των Εκκλησιών.

«Η επίσκεψις υμών», είπεν ο Μακαριώτατος, «έχει σημασίαν δια την χριστιανικήν παρουσίαν εις την Αγίαν Γην, είναι επίσκεψις συμπαραστάσεως. Υμείς γνωρίζετε τα δόγματα της Εκκλησίας και την εκκλησιαστικήν ιστορίαν. Γνωρίζετε και την τρέχουσαν πολιτικήν κατάστασιν. Ημείς ζώμεν εντός αυτής. Υπάρχει ενταύθα μία γνωστή πολιτική και θρησκευτική κατάστασις με τας προεκτάσεις αυτής. Το Πατριαρχείον ημών δια μέσου των αιώνων εκαλλιέργησε πνεύμα ειρηνικής συμβιώσεως μετά του Ισλάμ και του Ιουδαϊσμού. Δεν ομιλούμεν δια διάλογον, δια σχέσιν, αλλά δια συμβίωσιν. Σεβόμεθα τα ιερά προσκυνήματα και των τριών θρησκειών. Η Ιερουσαλήμ καθ’ εαυτήν είναι Αγία Πόλις και δια τας τρεις θρησκείας. Η Ιερουσαλήμ έχει καθαγιασθή με το αίμα των προφητών και του Ιησού Χριστού. Υπάρχει χώρος δια τους οπαδούς και των τριών θρησκειών. Η πολιτική λύσις του προβλήματος των Ιεροσολύμων αφορά άλλους. Ημείς οφείλομεν να διατηρήσωμεν την πνευματικήν ιδιομορφίαν της Ιερουσαλήμ. Η μείωσις του χριστιανικού στοιχείου δεν μας φοβίζει: «μη φοβού το μικρόν ποίμνιον».(Λουκ. 12,32). Όλοι αναγνωρίζουν την προσφοράν και την βοήθειαν του χριστιανικού στοιχείου ενταύθα. Παραλλήλως όμως και οι χριστιανοί χρειάζονται βοήθειαν και υποστήριξιν. Ούτοι χαρακτηρίζονται ενίοτε υπό τινων ως «παροικία», πράγμα το οποίον δεν ευσταθεί, διότι οι χριστιανοί είναι αυτόχθονες ενταύθα. Όσον αφορά εις τον θεολογικόν διάλογον, είμεθα υπέρ. Δεν ατενίζομεν όμως τούτον αγωνιωδώς. Πιστεύομεν ότι οφείλομεν να αναζητώμεν ενότητα πίστεως και ουχί διοικήσεως».

Συνεχίζων ο Μακαριώτατος, είπεν ότι ο εκκλησιαστικός διάλογος πρέπει να συμπεριλάβη και μοναχούς, οι οποίοι δεν συγχέουν “speculatiοn and revelation” / «διαλογισμόν και αποκάλυψιν». Αυτοί γνωρίζουν ότι εις τον χριστιανισμόν δεν υπάρχει speculation. Γνωρίζουν την αλήθειαν ότι ο σκοπός του χριστιανού είναι η θέωσις. Οι εκπρόσωποι του θεολογικού διαλόγου μεταξύ των Εκκλησιών και οι ηγέται των Εκκλησιών θα πρέπη να είναι ευτυχείς, εάν συνυπάρχουν τα δύο επίπεδα διαλόγου, αγάπης και αληθείας, όχι μόνον αγάπης.

Ο Μακαριώτατος ετόνισεν ότι είναι καιρός να εξετάσουν πλέον αι δύο Εκκλησίαι, ποία είναι τα διαιρούντα αυτάς, και ουχί ποία τα ενούντα αυτάς σημεία. «Τα ενούντα αυτάς συνεζητήθησαν κατά κόρον εις το παρελθόν. Η αρχή της ενότητος της πίστεως ευρίσκεται εις την αναγνώρισιν των αδυναμιών ημών. Είναι καιρός πλέον δια την εγχείρησιν των τραυμάτων ημών».

Εκ της Αρχιγραμματείας.

http://www.jerusalem-patriarchate.info/gr/view.php?message_id=326

Η κατάθλιψη της Κυριακής



Ι. Κ. Κορναράκη, Ομότιμου Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών
Σ’ ένα μεγάλο βιομηχανικό συγκρότημα της Δυτικής Γερμανίας, εσκέφθηκαν οι ιδιοκτήτες του να πραγματοποιήσουν μια εντελώς πρωτότυπη έρευνα. Εσκέφθηκαν να ερευνήσουν, με τη βοήθεια ειδικών επιστημόνων ψυχολόγων και κοινωνιολόγων, πώς περνά το προσωπικό, οι υπάλληλοι και οι εργάτες, κατά το χρονικό διάστημα της αδείας του και μάλιστα κατά το διήμερο του Σαββατοκύριακου.


Το αποτέλεσμα της ερεύνης αυτής θα είχε Ιδιαίτερη σημασία για τήν επιχείρηση, γιατί θα ήτο πλέον σε θέση, επί τη βάσει επιστημονικών πορισμάτων, να αξιοποιήσει καλύτερα, δηλ. προς όφελος της, το διάστημα της αδείας του προσωπικού. Εφ’ όσον θα εκρίνετο αναγκαίο, θα προσέφερε η επιχείρηση στο προσωπικό της περισσότερες ανέσεις και ευκολίες για την ανάπαυση του που θα είχαν τις ανάλογες ευνοϊκές συνέπειες τους στην ποιότητα και την ποσότητα της εργασίας της επιχειρήσεως.


Αλλά το αποτέλεσμα ήτο εντελώς απροσδόκητο, ακόμη και για τους ψυχολόγους και κοινωνιολόγους ερευνητές. Γιατί η έρευνα απέδειξε ότι όχι μόνο το Σαββατοκύριακο αλλά και το χρονικό διάστημα της κανονικής αδείας του προσωπικού της επιχειρήσεως αποτελούσε σχεδόν για όλους ένα σοβαρό ψυχολογικό πρόβλημα. Πολλοί υπάλληλοι και εργάτες, κατά το διάστημα της αδείας τους, αντιμετώπιζαν προβλήματα υγείας. Η περίοδος της αναπαύσεως έφερε στην επιφάνεια κρυμμένες ασθένειες ή το συνηθέστερο, η περίοδος αυτή δημιουργούσε άγχος και πλήξη, ανησυχία και άλλες παρεμφερείς ψυχολογικές δυσκολίες που υπεχρέωναν τον υπάλληλο ή τον εργάτη να διαθέσει το διάστημα της αδείας του στην αντιμετώπιση των δυσκολιών αυτών. Ιδιαιτέρως το Σαββατοκύριακο δημιουργούσε, σ’ ένα μεγάλο ποσοστό του προσωπικού, πλήξη και ανία και οι περισσότεροι από τους υπαλλήλους θα ηύχοντο να μη υπήρχε Σαββατοκύριακο. Μερικοί δε από τους υπαλλήλους αυτούς το Σάββατο ή την Κυριακή επέστρεφαν για λίγο στο γραφείο τους για να ρίξουν μια ματιά σε μια «επείγουσα» ή «σοβαρή» υπηρεσία.


Η ψυχολογική αυτή εικόνα του προσωπικού της βιομηχανικής επιχειρήσεως της Δυτικής Γερμανίας οδήγησε τους ερευνητές στο συμπέρασμα, ότι το προσωπικό αυτό έπασχε από μια σύγχρονη νόσο την «κατάθλιψη της Κυριακής»! Η ψυχική αυτή δυσαρμονία είναι προϊόν του τρόπου ζωής του συγχρόνου άνθρωπου των μεγάλων αστικών και βιομηχανικών κέντρων. Ο άνθρωπος αυτός είναι εθισμένος πλέον σε μια ακατάπαυστη δραστηριότητα. Ο αγχώδης τρόπος της ζωής του δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια συνεχής και αδιάκοπη ψυχική κίνηση. Συνεχώς απασχολείται και υπέρ-απασχολείται, γι’ αυτό του γίνεται συχνό ανυπόφορη μια περίοδος αργίας και αναπαύσεως. Πραγματικά η λεγομένη βιομηχανική κοινωνία είναι ταυτισμένη με μια αδιάκοπη κίνηση και ένα ακατάπαυστο θόρυβο. Κι’ αυτό ακριβώς το πλαίσιο της εργασίας είναι μια βασική πλέον ψυχική ανάγκη για τον άνθρωπο της βιομηχανικής αυτής κοινωνίας. Η κίνηση και ο θόρυβος τον συντηρούν ψυχολογικά στη ζωή, γι’ αυτό η ζωή είναι αδιανόητη και νεκρή για πολλούς ανθρώπους, χωρίς κίνηση και θόρυβο..!
Αλλά όσοι πάσχουν από την κατάθλιψη της Κυριακής ίσως θα μπορούσαν να ξεκαθαρίσουν λίγο το πράγματα μέσα τους, αν θα έθεταν στον εαυτό τους το ερώτημα: Η ανία και η πλήξη της Κυριακής ή των διακοπών οφείλεται άραγε στον εθισμό της προσωπικότητος στην κίνηση και την απασχόληση ή έχει μια βαθύτερη αιτία;


Αναμφιβόλως το επιχείρημα του εθισμού είναι αρκετά σαθρό, γιατί στο κάτω – κάτω για ένα εντατικά εργαζόμενο άνθρωπο η ζωή δεν συνοψίζεται αναγκαίως στη λέξη εργασία. Η ζωή έχει κι’ άλλες χαρές, κι’ άλλα θέλγητρα. Αυτός που εργάζεται εντατικά όλη την εβδομάδα κι’ είναι εθισμένος σ’ ένα τέτοιο ρυθμό ζωής, μπορεί το Σαββατοκύριακο να αισθανθεί τη χαρά της οικογενειακής θαλπωρής, της ομορφιάς της φύσεως ή κάτι άλλο που θα δικαιολογεί φυσιολογικά την ανάπαυλα από την εργασία του. Αλλά αυτός που πάσχει από την κατάθλιψη της Κυριακής δεν ικανοποιείται με τίποτε από αυτά. Δεν αναπαύεται σε καμιά άλλη εμπειρία που είναι ξένη προς την καθημερινή του εργασία. Και αυτό ακριβώς δείχνει πως η αιτία είναι βαθύτερη.


Η κατάθλιψη δεν οφείλεται στον τρόπο της εργασίας του αλλά στο πρόβλημα που ασυνείδητα τον απασχολεί, δηλ. στο πρόβλημα της φυγής. Η δραστηριότης πολλών ανθρώπων σήμερα, η δίψα τους για απασχόληση, για δράση, για κίνηση και πολυπραγμοσύνη είναι μια αγχώδης προσπάθεια φυγής ή μάλλον αποφυγής, γιατί η φυγή τους αυτή είναι μια δραπέτευση από τον ίδιο τον εαυτό τους. Επιδιώκουν να φεύγουν μακρυά από τον εαυτό τους, γιατί δεν έχουν τη δύναμη να σταθούν μπροστά στον εαυτό τους!


Η ψυχολογική έρευνα και κατ’ εξοχήν η ψυχοθεραπευτική εμπειρία γνωρίζει πολύ καλά σήμερα το είδος της αντιδράσεως αυτής του άνθρωπου της εποχής μας. Ακόμη και ο απλός, μα καλόπιστος, παρατηρητής των αντιδράσεων του συγχρόνου ανθρώπου γνωρίζει καλά τί είδους θυσίες μπορεί να υποστεί ο άνθρωπος αυτός για να αποφύγει να συναντήσει τον εαυτό του. Χρονογράφος αθηναϊκής εφημερίδος, σχολιάζοντας πρόσφατα τήν αδυναμία του άνθρωπου αυτού να μείνει έστω για λίγο μόνος με τον εαυτό του, καταλήγει χαρακτηριστικά : «Ο εαυτός μας λοιπόν ακατάλληλος για τον εαυτό μας». Τον αποφεύγουμε με κάθε τρόπο. Κι’ αν αναγκαστούμε σε μια αναπόφευκτη συντροφιά με τον εαυτό μας (λόγω μιας νόσου ή άλλης αιτίας), κάνουμε το παν για να απασχοληθούμε με κάτι προκειμένου να αποφύγουμε τον εαυτό μας.


Σε παλαιότερες εποχές, τουλάχιστον στην πατρίδα μας, οι μεγάλες εορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα συγκέντρωναν την οικογένεια στη θαλπωρή της μοσχομυρισμένης εορταστικής ατμοσφαίρας, προσφέροντας ευχάριστες και αλησμόνητες συγκινήσεις και χαρές. Σήμερα κατά τις ήμερες αυτές των μεγάλων εορτών η έξοδος από το σπίτι και την πόλη έγινε μια μόδα και μια συνήθεια που το ψυχολογικό της υπόβαθρο είναι η τάση για φυγή, η τάση να γυρίζουμε την πλάτη μας στον εαυτό μας!

Αλλ’ η ανάπαυση, και μάλιστα της Κυριακής, έχει πάντοτε ένα ψυχολογικό και πνευματικά νόημα. Το ψυχολογικό νόημα της Κυριακής ευρίσκεται στην αποκατάσταση της ψυχικής ισορροπίας της προσωπικότητος. Με την εργασία και μάλιστα την εντατική και πολύωρη της εβδομάδος αναπτύσσονται υπερτροφικά οι εξωστρεφικές διαθέσεις και τάσεις της προσωπικότητας. Ο εργαζόμενος άνθρωπος συνηθίζει όχι μόνο στην απασχόληση και τη δραστηριότητα άλλα θα λέγαμε πιο άπλα στο «έξω».


Αλλά ακριβώς η αναπόφευκτη αυτή ενίσχυση της εξωστρέφειας με την εργασία και τη λοιπή δραστηριότητα της εβδομάδος εξισορροπείται ψυχολογικά με την ανάπαυση της Κυριακής που καθίστα δυνατή την επιστροφή της προσωπικότητος στον εαυτό της. Μια τέτοια εξισορρόπηση είναι ασφαλώς ένα ψυχικό φάρμακο, είναι μια θεραπεία ή έστω μια εμπειρία που δεν αφήνει περιθώρια στην ανία και την πλήξη, στην κατάθλιψη και τη μελαγχολία της Κυριακής.

Κυρίως όμως τη κατάθλιψη αυτή και την μελαγχολία την εξουδετερώνει αποτελεσματικά η βίωση του πνευματικού νοήματος της Κυριακής. Ο Χριστιανισμός καθιέρωσε την αργία της Κυριακής χάριν της σωματικής αλλά και πνευματικής αναπαύσεως του εργαζομένου και μοχθούντος ανθρώπου και χάριν επομένως της πνευματικής του ανανεώσεως. Αλήθεια! Όταν μελετά κανείς καλοπροαίρετα τη χριστιανική διδασκαλία βλέπει πράγματι, ότι όλα είναι καλοβαλμένα και καθορισμένα σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες και επιδιώξεις της ανθρώπινης προσωπικότητος.


Μέσα στην απασχόληση της καθημερινής εργασίας ξεχνά κανείς άθελα του και τον εαυτό του και τον Θεό. Απορροφημένος από την κίνηση και τη δράση, λησμονεί τις εσωτερικές ψυχικές του ανάγκες και ενισχύει τις εξωστρεφικές του επιθυμίες και διαθέσεις. Αλλά η ανάπαυση της Κυριακής με το πνευματικό της νόημα, που αποκορυφώνεται στη θεία Λατρεία, είναι μια πολύτιμη ευκαιρία να ξαναβρεί κανείς τον εαυτό του, να αναπαυθεί κυριολεκτικά και να ανανεωθεί σ’ ένα βάπτισμα αυτοθεωρήσεως, προκειμένου να συναντήσει τον Θεό και να συνομιλήσει με Αυτόν!

Ο ταλαίπωρος και διχασμένος ψυχικά τεχνολογικός άνθρωπος, είναι εκείνος που, ταυτισμένος με το άγχος μιας υλιστικής καταναλωτικής και βιομηχανικής κοινωνίας, υποφέρει έντονα από τη κατάθλιψη της Κυριακής, γι’ αυτό κάθε ευκαιρία αναπαύσεως και διακοπών τον διαταράσσει ψυχικά, θέλει την κίνηση, την ακατάπαυστη δραστηριότητα. θέλει τη φυγή από τον ίδιο τον εαυτό του.


Και όμως θα μπορούσε και ό τεχνολογικός άνθρωπος, υστέρα από μια προσπάθεια αυτογνωσίας και επιστροφής στον εαυτό του, να δοκιμάσει τη χαρά και την αγαλλίαση που δίνει το πνευματικό νόημα της Κυριακής. Και είναι αλήθεια ότι πολλές ευγενικές απασχολήσεις μπορούν να αγιάσουν την Κυριακή και να χαρίσουν στο σύγχρονο άνθρωπο ευχάριστες συγκινήσεις. Πάνω όμως απ’ όλες αυτές τις χαρές υπερέχει πάντοτε η πνευματική αγαλλίαση που προσφέρει η θεία Λατρεία, η Λειτουργία της Κυριακής. «Ευφράνθην επί τοις ειρηκόσι μοι εις οίκον Κυρίου πορευσόμεθα», λέγει ωραία ο ψαλμωδός. Την εμπειρία αυτή, την ευφροσύνη, μπορεί να δοκιμάσει κάθε σύγχρονος άνθρωπος που υποφέρει από την κατάθλιψη της Κυριακής.

Ο Κύριος Παντοκράτωρ αναμένει πάντοτε κάθε κουρασμένο, και ταλαιπωρημένο πολυπράγμονα άνθρωπο για να τον αναπαύσει και να τον ξεκουράσει, να μετατρέψει την κατάθλιψη της Κυριακής σ’ ένα ουράνιο σκίρτημα, σε μια θεία έξαρση χαράς και ευφροσύνης!

( Ι. Κ. Κορναράκη, Ψυχολογία και Πνευματική ζωή, Εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη» Θεσ/κη 1976, σ.87).

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009

Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός



Άγιος Ρωμανός, γνωστός και ως Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός είναι από τους γνωστότερους ελληνικούς υμνογράφους , αποκαλούμενος και ως “Πίνδαρος της Ρυθμικής Ποίησης». Άκμασε κατά τη διάρκεια του έκτου αιώνα, που θεωρείται ότι είναι η “Χρυσή Εποχή” της βυζαντινής υμνογραφίας. Ο Ρωμανός ο Μελωδός θεωρείται κορυφαίος ποιητής και υμνογράφος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Γεννήθηκε στην Έμεσα της Συρίας πιθανώς τον 6ο αιώνα και σύμφωνα με ανώνυμο ύμνο ήταν εβραϊκής καταγωγής. Στη Βηρυτό έκανε τις σπουδές του και στα χρόνια τής βασιλείας του Αναστασίου του Α’ ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και υπηρέτησε στο ναό της Αγίας Σοφίας. Μετά την παταγώδη αποτυχία του σαν ψάλτης στον εσπερινό των Χριστουγέννων αποσύρθηκε στη μονή τής Θεοτόκου των Κύρου. Εκεί, σύμφωνα με το Μηνολόγιο του Βασιλείου η Θεοτόκος του έδωσε το χάρισμα της σύνθεσης ύμνων. Τότε έγραψε το κοντάκιο των Χριστουγέννων με το γνωστό προοίμιο: «Ἡ Παρθένος σήμερον / τὸν ὑπερούσιον τίκτει / καὶ ἡ γῆ τὸ σπήλαιον / τῷ ἀπροσίτω προσάγει…».
Σύμφωνα με το συναξαριστή ο Ρωμανός έγραψε χίλιες περίπου συνθέσεις από τις όποιες διασώθηκε μόνο το ένα δέκατο. Πολυποίκιλα τα θέματά του. Ύμνησε όλους σχεδόν τους Αγίους και τις εορτές της Χριστιανικής Εκκλησίας. Ανεξάντλητος στις συλλήψεις και στον πλούτο ιδεών, γνωρίζοντας τον τρόπο να προσδίνει πρωτοτυπία ακόμη και στα πιο κοινά θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς θέματα. Το άχαρο αλλά και αχάριστο πολλές φορές υλικό του (γεγονότα και βίος Αγίων) μπορούσε να το μετατρέψει σε ζωντανό δραματικό πίνακα. Τα πρόσωπα των Αγίων αλλά και της Παναγίας και του Χριστού παρουσιάζονται απόλυτα ζωντανά χωρίς τίποτα το νεκρικό ή απόκοσμο.
Η ποίηση του Ρωμανού του Μελωδού εκφράζει την ίδια την εποχή του, τους πόθους και τις ελπίδες εκείνων των ανθρώπων. Γι΄ αυτό και το έργο του δεν εξετάζεται μόνο από Θρησκευτικής άποψης ή λογοτεχνικής αλλά και ιστορικής και λαογραφικής. Η γλώσσα του απλή, χωρίς στόμφους και όπου παρουσιάζεται ρητορική μακρολογία επειδή έτσι επιβαλλόταν από την ανάγκη των τότε λειτουργικών πλαισίων, αυτή γίνεται χωρίς να κουράζει. Γενικά οι φράσεις του περιέχουν μια πλαστικότητα, μεστή νοημάτων κατά μια άψογη τεχνική όπως παραδέχονται ειδικοί.
Ο Ρωμανός δε δίνει μέσα από το έργο του σαφείς πληροφορίες για τη ζωή του, για αυτό κατά καιρούς υποστηρίχτηκαν διάφορες απόψεις ότι ήταν πρεσβύτερος, εκκλησιέκδικος, κήρυκας. Το βεβαιότερο είναι ότι χειροτονήθηκε Διάκονος. Πέθανε γύρω στο 560 μ.Χ. Για τη μεγάλη του προσφορά στη χριστιανική υμνογραφία ονομάστηκε Πίνδαρος τής εκκλησιαστικής ποίησης. Ή Εκκλησία γιορτάζει τη μνήμη του την 1η Οκτωβρίου.
Ο Ρωμανός χρησιμοποίησε το ποιητικό εκείνο είδος πού λέγεται εκκλησιαστικός Ύμνος και του χάρισε την τελειότερη μορφή. Ο Ύμνος αποτελείται από το Κοντάκιον (προσόμοιον ή κουκούλιον), τους Οίκους και το Εφύμνιον και στηρίζεται πάνω στο νόμο της Ισοσυλλαβίας και ομοτονίας. Μαζί με το ποιητικό κείμενο συνέθετε ο ίδιος και τη μουσική ή έδενε το νέο ποίημα πάνω σε παλιότερη μουσική σύνθεση. Θεματικά τα έργα του αναφέρονται περισσότερο σε γεγονότα της ζωής του Χριστού και σε ιερά πρόσωπα της Γραφής, όπως και σε βίους άγιων.
Το είδος αυτό της ποίησης κυριαρχεί και σήμερα στην εκκλησιαστική ποίηση.

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2009

Για την αληθινή θεολογία-Λόγος του Γέροντος Σωφρονίου


http://vatopaidi.wordpress.com/2009/09/25

«Δια μέσου της μετανοίας και της υπακοής ανοίγουν μπροστά μας οι πόρτες της αληθινής θεολογίας»*

Περιεχόμενα του λόγου: Θείες εντολές και ανθρώπινα πάθη. Η εντολή της αγάπης είναι θεμελιώδης. Η υπηρεσία των άλλων είναι ανωτέρα από την ακαδημαϊκή θεολογία. Ο Χριστός είναι ο μεγαλύτερος υποτακτικός. Το κατά φύση θέλημα και η υπακοή. Υπακοή και καθαρά προσευχή.

Γέροντας Σωφρόνιος: Προς γνώσιν αυτών που είναι παρόντες εδώ για πρώτη φορά, θα ήθελα να πω ότι απευθύνομαι καταρχήν στους αδελφούς και αδελφές μου, δηλαδή στα μέλη της μονής μας. Επομένως η συζήτησή μας θα λάβει αποκλειστικά έναν μοναχικό χαρακτήρα, δηλαδή σε σχέση με την δική μας ζωή.

Ο Θεός αποκαλύπτει τα μυστήρια της σωτηρίας.
Η προηγούμενη φορά [τη 27 Αυγούστου 1990. βλ. «Λόγος» αριθ. 49], ο Θεός μου έδωσε να μιλήσω περί της δογματικής θεώρησης της πίστης μας. Είπα τότε ότι, παρ’ όλη την διάφορα και όλη την διάσταση που υπάρχουν μεταξύ του Θεού και μας, ο Κύριος βρήκε τρόπο να μας σώσει από την ελεεινή κατάστασή μας. Πώς μπορούμε να ετοιμαστούμε για να υπάρχουμε μαζί μ’ έναν τόσο επιβλητικό, τόσο απεριόριστο Θεό; Στην θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, μετά την Μεγάλη Είσοδο λέμε την εξής ευχή:
«Σὺ ὁ Ὤν,
Ὁ Θεὸς ὁ Πατὴρ καὶ Δεσπότης καὶ Κύριος ἡμῶν,
Ὁ κτίσας ἡμᾶς καὶ ἀγαγὼν εἰς τὴν ζωὴν ταύτην,
Ὁ ὑποδείξας ἡμῖν ὁδοὺς εἰς σωτηρίαν,
Ὁ χαρισάμενος ἡμῖν οὐρανίων μυστηρίων ἀποκάλυψιν…»
Γι’ αυτά τα μυστήρια θα μιλήσουμε τώρα. Εν τη πτώση του Αδάμ, έχουμε χάσει την γνήσια ιδέα της Βασιλείας της αγάπης του Πατρός. Μέσα στις εντολές του Χριστού, μέσα στην διδασκαλία των Πατέρων μας, των μεγάλων ασκητών, συναντούμε εκφράσεις που εναντιώνονται στις φυσικές μας κινήσεις – φυσικές όμως κατά την παρούσα μας εκπτωτική κατάσταση. Όλα αυτά που μας παραγγέλλονται αντιτάσσονται στα πάθη που είναι συνέπιες της πτώσης. Την προηγούμενη φορά είχαμε τελειώσει την συζήτησή μας τονίζοντας την σημασία της μοναχικής υπακοής, και μερικοί από σας μου είχαν πει ότι θα ήθελαν να ακούσουν περισσότερο γι’ αυτό το θέμα. Λοιπόν, γι’ αυτό το θέμα θα μιλήσω τώρα.

Πρέπει να μελετούμε τα έγγραφα του Γέροντος Σιλουανού και των άλλων Πατέρων.
Για να πούμε την αλήθεια, αυτό που λέω τώρα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εξήγηση απ’ αυτά που θα βρείτε μέσα στα βιβλία. Έχουμε μια εξαιρετική χάρη με το νόημα ότι είμαστε τα παιδιά ενός πνευματικού πατέρα που έχει τώρα αναγνωριστεί ως ένας εκ των Αγίων από την Εκκλησία, – του Αγίου Σιλουανού. Γι’ αυτούς που αρχίζουν την μοναχική ζωή – και τώρα έχουμε περίπου πέντε ή έξι τέτοιους μαζί μας – θα ήθελα να εξηγήσω την διαφορά που υπάρχει μεταξύ της συμπεριφοράς του πολίτη των Ουρανών και της επίγειας συμπεριφοράς. Ως υπεύθυνος για την πνευματική κατάσταση όλης της αδελφότητας, – όπως είναι και ο Ηγούμενός μας, ο Πατήρ Κύριλλος, – θα ήθελα πριν πεθάνω να συμπληρώσω το καθήκον μου δια του λόγου. Αλλά βλέπετε πως χάνω όλο και πιο πολύ τις δυνάμεις μου, γι’ αυτό θέλω να υπογραμμίσω ότι είναι απαραίτητο για σας να διαβάζετε όσο το δυνατό αυτά που έχει γράψει ο Σιλουανός ο παππούς μας. Όλα όσα χρειάζονται για να φτάσει κανείς στην σωτηρία παρουσιάζονται μέσα στα γραπτά του Γέροντος και ακόμα κάποτε μέσα στα δικά μου. Αυτοί που αρχίζουν την μοναχική ζωή, οι δόκιμοι μοναχοί, πρέπει ακόμα να μελετούν προσεκτικά την «Κλίμακα» του Ιωάννου του Σιναΐτου, και να δίνουν σταθερά προσοχή σε κάθε λόγο αυτού του μεγάλου ασκητή.

Η πνευματική πρόοδος : το να πιστεύει και να ενεργεί κανείς σύμφωνα με το Ευαγγέλιο.
Ο Χριστός είπε : «ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις.» (Ιωάνν. 13,35). Πρέπει να επισημαίνω σε σάς ότι είναι απολύτως ανάγκη να προσευχόμαστε για οποιαδήποτε πράξη την οποία μας διατάζει ο Σωτήρας μας. Μέσα σ’ αυτό τον κόσμο, το πρώτο καθήκον του καθενός είναι να δημιουργήσει για τον εαυτόν του μια κοσμική καριέρα. Μόλις όμως γινόμαστε Μοναχοί, πρέπει να απορρίψουμε εντελώς αυτή την ιδέα για κοσμική καριέρα. Πρέπει να ξέρουμε ότι το Μοναστήρι δεν είναι τόπος για να επιχειρήσουμε οποιαδήποτε καριέρα μέσα σ’ αυτό τον κόσμο. Η καριέρα η δική μας είναι το να αποκτήσουμε την αγάπη του Χριστού και τη ταπείνωση του Χριστού. Εάν θέλετε να προοδεύετε πραγματικά – και τούτο κατά τις ανθρώπινες μας δυνάμεις – αυτό συνίσταται στο να πιστεύετε και να ενεργείτε σύμφωνα με τον λόγο του Ευαγγελίου.
Ως προς τις διαφορετικές κοινωνικές και ιεραρχικές θέσεις.
Μεταξύ αυτών που έχουν μια θέση ή ένα λειτούργημα με περισσότερη επισημότητα και υπευθυνότητα, και αυτών που εκτελούν τις πιο ταπεινές εργασίες, δεν υπάρχει διαφορά. Ο πατέρας μας ο Σιλουανός γράφει γι’ αυτό το θέμα μ’ ένα αξιόλογο τρόπο και θα ζητήσω στον Πατέρα Νικόλαο να διαβάσει, ας πούμε, δύο ή τρείς περικοπές του «Γέροντα Σιλουανό» με το θέμα πως ένας είναι Βασιλιάς, ο άλλος Πατριάρχης, κλπ. [ο Πατήρ Νικόλαος διαβάζει στα ρωσικά και ύστερα στα αγγλικά]


[Ο Πατήρ Σωφρόνιος:] Δεδομένης της σημασίας αυτών των παραγράφων, που χαρακτηρίζονται ως θεμελιώδης διδασκαλία, θα ζητήσω και στον Πατέρα Σεραφείμ να διαβάσει τα ίδια κείμενα στα γαλλικά. [Στα ελληνικά, στο 6ο κεφάλαιο (Το θέλημα του Θεού και η Ελευθερία) σελ. 381= 2η παράγραφος, και στο 2ο κεφάλαιο (Λόγος περί Προσευχής) σελ. 333= 2η, 3η και 4η, παράγραφοι.]

« Ο Κύριος μας έδωσε την εντολή ν’ αγαπούμε αλλήλους. Σ’ αυτό έγκειται η ελευθερία: στην αγάπη για τον Θεό και για τον πλησίον. Εδώ βρίσκεται και η ελευθερία και η ισότητα. Στην κοσμική τάξη είναι αδύνατο να ύπαρξη ισότητα — αυτό όμως δεν έχει σημασία για την ψυχή. Δεν μπορεί να είναι ο καθένας Βασιλιάς ή άρχοντας, Πατριάρχης ή Ηγούμενος ή διοικητής. Μπορείς όμως σε κάθε τάξη ν’ αγαπάς τον Θεό και να είσαι ευάρεστος σ’ Αυτόν — κι αυτό είναι το σπουδαίο. Κι όσοι αγαπούν περισσότερο τον Θεό επί γης, θα έχουν μεγαλύτερη δόξα στη Βασιλεία και θα είναι πιο κοντά στον Κύριο. »

« Η αδιάλειπτη προσευχή προέρχεται από την αγάπη και χάνεται εξαιτίας της κατακρίσεως, της αργολογίας και της ακράτειας. Όποιος αγαπά τον Θεό, αυτός μπορεί να σκέφτεται Αυτόν μέρα και νύχτα, γιατί το να αγαπάς τον Θεό καμιά εργασία δεν το παρεμποδίζει. Οι Απόστολοι αγαπούσαν τον Κύριο και ο κόσμος δεν αποτελούσε εμπόδιο γι’ αυτήν την αγάπη, αν και θυμούνταν τον κόσμο και προσεύχονταν γι’ αυτόν και κήρυτταν. Στον Μέγα Αρσένιο ειπώθηκε: “Φεύγε τους ανθρώπους”. Κι όμως το Πνεύμα του Θεού διδάσκει να προσευχόμαστε και στην έρημο για τους ανθρώπους και για όλο τον κόσμο.


Στον κόσμο αυτόν ο καθένας έχει το λειτούργημά του: ο ένας Βασιλιάς, ο άλλος Πατριάρχης ή μάγειρας ή σιδηρουργός ή δάσκαλος. Ό Κύριος όμως τους αγαπά όλους και θα δώσει το μεγαλύτερο βραβείο σ’ εκείνον πού αγαπά περισσότερο τον Θεό. Ο Κύριος μας έδωσε την εντολή ν’ αγαπούμε τον Θεό με όλη την καρδιά και με όλο το νου και με όλη την ψυχή. Αλλά χωρίς προσευχή, πώς είναι δυνατό ν’ αγαπάς; Γι’ αυτό ο νους και η καρδιά του ανθρώπου πρέπει να είναι πάντα ελεύθερα για την προσευχή. »


Αδελφοί μου και αδελφές μου, και ιδιαιτέρως οι αρχάριοι : ας χαράξετε αυτά τα λόγια μέσα στην καρδιά σας και μέσα στον νου σας. Αυτό εξαρτάται από τις δικές σας διάθεση και πίστη και ισχύ. Εάν δεν το κάνετε, και δεν κατορθώνουμε να αγαπούμε ο ένας τον άλλο, η ζωή μας θα διαλυθεί, και δεν θα βγάζουμε κανένα κέρδος από τον μοναχισμό, δηλαδή από τον αληθινό μοναχισμό.

Η ζωή μας πρέπει να έχει ως έμπνευση την εντολή της διακονίας.

Θέλω να αγγίξω μια περίπτωση που γνωρίζετε όλοι σας. Ας θεωρήσετε τον παράδειγμα του Πατρός Προκοπίου, που ήρθε σε μένα και υπόφερε όλες τις συνέπιες της φτώχιας μας. Αποφάσισε να διακονήσει τους αδελφούς με μια πολύ ταπεινή υπηρεσία, και ποτέ δεν εκδήλωσε κάποια διάθεση για να αποκτήσει καμία εξουσία, καμία υπεροχή σχετικά με τους άλλους. Λόγω αυτού θα λάβει την αιωνία αμοιβή. Θα μπορέσω να αναφέρω ακόμα άλλα παραδείγματα ζώντων μέσα σ’ αυτό το μοναστήρι.

Αδελφοί και αδελφές μου, εσείς οι νέοι, ας αφομοιώσετε αυτά μ’ ένα βαθύ και στερεό τρόπο, και τότε το μοναστήρι μας θα είναι αληθινά ό,τι θα έπρεπε, δηλαδή ένας τόπος σωτηρίας και για μας και γι’ αυτούς που έρχονται σε μας.

Εάν δεν αφομοιώνομε αυτήν τη διάθεση του να εξυπηρετεί ο ένας τους άλλους, όλα θα είναι μάταια. Το μοναστήρι είναι ένα σχολείο, μέχρι το θάνατο. Για να ανακαινίσουμε την φύση μας, την ομοίωσή μας με τον Θεό, αυτή η αρχή της εξυπηρέτησης πρέπει να δεσπόζει στην ζωή μας. Η εξυπηρέτηση των άλλων έχει μια περισσότερη σωτήρια δύναμη απ’ οποιαδήποτε ακαδημαϊκή θεολογία. Μπορεί κανείς να είναι μεγάλος επιστήμονας, να έχει ακαδημαϊκά διπλώματα, και να παραμένει εντελώς αγράμματος για την οδό της σωτηρίας.


Διαστρεβλωμένες γνώμες περί της υπακοής.
Σας είπα την προηγούμενη φορά ότι αυτή η προσέγγιση προς τη θεία μεγαλειότητα φοράει ένα πολύ απλό και ταπεινό χαρακτήρα: [ο Πατήρ Σωφρόνιος το λέει στα ρωσικά] «ποσλουσχανίε», δηλαδή η υπακοή. Και πάλι σας το επαναλάβω: μόνο στο μοναστήρι μπορεί κανείς να ασκήσει αυτή την επιστήμη. Γιατί; Γιατί μόνο μέσα στα μοναστήρια ο Ηγούμενος ξέρει πραγματικά περί τίνος πρόκειται, αφού έχει περάσει ο ίδιος δια μέσου όλων αυτών των ασκήσεων.


Όσοι προσεγγίζουν την υπακοή εξωτερικά μπορούν να σχηματίσουν τρομερά διαστρεβλωμένες γνώμες περί αυτής, πράγματι αποκρουστικές, αηδιαστικές. Καλύτερα να μην αναφέρουμε τα ονόματα εκείνων των μεγάλων φιλοσόφων και θεολόγων, αλλά φτάνει να σας πω ότι αυτοί που μας παρατηρούν από έξω αντιλαμβάνονται συχνά την τέλεια υπακοή, δηλαδή την άρνηση του ιδίου θελήματος απέναντι του πνευματικού πατέρα και προ πάντων του Ηγουμένου, ως σαδισμός από το μέρος του πατέρα και ως μαζοχισμός από το μέρος των υποτακτικών. Και αυτοί που λένε τέτοιο πράγμα είναι παγκόσμια φημισμένοι επιστήμονες !


Αλλά, περί τίνος πρόκειται ;
Το δικό μας θέλημα είναι σαν χάλκινο τείχος αναμεταξύ μας και του Θεού.
Αφού μετά την πτώση η φύση μας έχει διαθέσεις αντίθετα με την αγάπη του Πατρός και του Χριστού, πρέπει να αρνηθούμε το φυσικό μας θέλημα στην δική του μεταπτωτική κατάσταση. Γι’ αυτό πρέπει αληθινά, δηλαδή με γνώση και συνείδηση, να προτιμούμε αυτά που λέει ο Ηγούμενος παρά τον καθένα από τους λογισμούς μας, παρά την καθεμία από τις ιδέες μας. Μ’ ένα γενικό και κανονικό τρόπο, έπρεπε να παρουσιαστούν όλα αυτά σαν σ’ ένα σχολείο, δηλαδή διαβαίνοντας βαθμηδόν από το πιο μικρό μέχρι το πιο μεγάλο. Το πιο μεγάλο είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο Θεός. Και στη δική μας περίπτωση – τί έχουμε; Ο Σιλουανός δοκίμασε την παρουσία του Χριστού στην αρχή της δικής του μοναχικής ζωής. Βλέπετε αυτή την επιβλητική απόσταση – κανένα μαθηματικό μυαλό δεν μπορεί να την εκφράσει. Και βλέπετε, όλη αυτή η απόσταση διασχίστηκε μέσα σε μιαν ώρα.

Ο Απόστολος Παύλος λέει ότι μέσα σ’ αυτό τον κόσμο, οι χριστιανοί είναι οι πιο δυστυχισμένοι άνθρωποι. Με πιο νόημα είμαστε δυστυχισμένοι και γιατί; Διότι δεν θέλουμε τίποτε παρά το να υπηρετούμε τους άλλους, το να αγαπούμε όλο τον κόσμο, ακόμα και τους εχθρούς. Υποφέρουμε εξ αιτίας αυτής της κήρυξης της αγάπης προς τους εχθρούς.


Θέλω να σας εξηγήσω ότι εάν έχουμε μια στερεά πίστη, μπορούμε να κάνουμε την ζωή μας μέσα σ’ αυτό το μοναστήρι αληθώς ωφέλιμη για την δική μας αιωνία σωτηρία. Και τούτο είναι ουράνιο μυστήριο. Εάν όμως αναζητούμε μέσα στο μοναστήρι ευτελή πράγματα: άνεση, δουλειές λιγότερα ταπεινές, βεβαία όλα θα είναι μάταια. Αλλά αν αρχίζετε με την οδό που θεωρούμε στο πρόσωπο του πατέρα μας Σιλουανού, ο Θεός μπορεί να είναι μαζί σας με όλη την Δόξα Του, από την αρχή. Αντίθετα, αν προσκολλούμαστε στο δικό μας θέλημα και τις εμπαθείς μας επιθυμίες, τότε, σύμφωνα με τα λόγια του μεγάλου Ποιμένα του Αιγυπτίου, το θέλημά μας θα είναι ως τείχος χαλκούν αναμεταξύ μας και του Θεού (βλ. Αποφθέγματα των Πατέρων της Ερήμου, αλφαβητική συλλογή, Αββά Ποιμένος).

Να μελετάτε τους Πατέρες.
Πόσο θα ήθελα να σας δώσει ο Θεός, αδελφοί και αδελφές μου, αυτή την αντίληψη των πραγμάτων που αφορούν τη σωτηρία μας. Τότε, να με πιστέψετε, θα δεχόμουνα το θάνατο με χαρά.

Και πάλιν επισημαίνω – και δεν θα πάψω να το κάνω – εκείνη την προσπάθεια, το να προτιμούμε το θέλημα του αδελφού, και, πρώτα, την αναζήτηση του θελήματος του Θεού από τον Ηγούμενο, αυτή η οδός θα είναι εύκολη για σας. Εύκολη με ποια έννοια; Ας διαβάσετε την “Κλίμακα” του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου και, να με συγχωρείτε αδελφοί και αδελφές μου, να μελετάτε και αυτά που έχω γράψει μ’ έναν τρόπο κάπως περιληπτικό, και θα καταλάβετε σύντομα τα πράγματα. Ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος έγραψε πως δια μέσου αυτής της οδού της μετάνοιας και υπακοής ανοίγουν οι πύλες της αληθινής θεολογίας, όχι μόνο για νοήματα τα οποία ο Θεός ήδη αποκάλυψε, αλλά, όπως γράφει, για νοήματα « καινά και παλαιά » (Ματθ. 13, 52). Μέσα στη διδασκαλία του Πατρός Σιλουανού, βρίσκουμε αυτά τα δυο στοιχεία. Εκείνος όλη τη ζωή του – σχεδόν μισό αιώνα – βαστούσε την όραση του Χριστού που του είχε δοθεί, με πλήρη αξιοπιστία προς τον Κύριο, ο οποίος καταδέχτηκε να εμφανιστεί σ’ αυτόν. Το να έχει κανείς την αγάπη του Χριστού μέσα σ’ αυτό τον κόσμο, αυτό είναι οδυνηρότατο.
Αγαπητοί μου αδελφοί και αδελφές, λίγο λίγο θα έχετε τη δυνατότητα να μάθετε με οδηγό τα πιο ουσιώδη πράγματα , και εάν, μέσα στη ταραχή της καθημερινής ζωής, ακόμα δεν τα καταλαβαίνετε όλα, θα μπορέσουμε να μιλήσουμε γι’ αυτά τα πράγματα. Να μελετάτε τους Πατέρες, και όταν τους διαβάζετε, προσεύχεστε στον Θεό να σας δώσει την χάρη της κατανοήσεως, προσεύχεστε στους Αγίους να σας δώσουν την δυνατότητα να αντιλαμβάνεστε την ουσία αυτού που έχουν γράψει.

Καρποί της υπακοής.
Και πάλιν, τί είναι η ωφελεία της υπακοής; Στο μοναστήρι, κόβοντας το εμπαθές θέλημά μας, ελευθερωνόμαστε, εξ αιτίας της εμπιστοσύνης και της πίστης μας, από όλες τις μέριμνες της καθημερινής ζωής. Η απουσία αυτών των εμπαθών μεριμνών είναι η οδός προς την καθαρά προσευχή, και τότε, ενώ ασχολούμαστε με οποιαδήποτε εργασία, ο νους μας μένει ελεύθερος για να σκέπτεται αδιαλείπτως τον Θεό, να ζει δια του Ονόματος του Θεού και της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Αφήστε στον Ηγούμενο τη φροντίδα να κουβαλήσει αυτά τα φορτία, και να ξέρετε ότι ένας πνευματικός πατέρας πάντοτε προσεύχεται για να πει στους άλλους μόνο λόγο ωφέλιμο για τη σωτηρία τους. Να αγαπάτε και εκτιμάτε τον Πατέρα Ηγούμενο και τον πνευματικό Πατέρα, και θα σωθείτε. Μιλώ, μιλώ, μιλώ… ναι, αλλά η προσευχή μου είναι να σας δώσει ο Θεός δια του Αγίου Του Πνεύματος την εξ ύψους έμπνευση για να βαδίζετε αυτή την οδό της σωτηρίας.
Είναι παράδοξο να το πούμε· από τη μια πλευρά, τα μυαλά … και ακόμα τα πιο μεγάλα, δεν μπορούν να ανακαλύπτουν το μυστήριο της σωτηρίας, και από την άλλη, το μυαλό μικρού παιδιού μπορεί να το κάνει.

Ζω μεταξύ ζωής και θανάτου.
Ορίστε, για σήμερα έκανα αυτή την προσπάθεια να σας μιλήσω, να σας επαναλάβω τα ίδια πράγματα για τα οποία μιλώ συνεχώς, έτσι δεν είναι; [γελάει...] Είναι πάντοτε το ίδιο πράγμα… Και εσείς, αδελφή Μαριάμ… ας προσευχηθείτε για μένα, γιατί χάνω όλο και πιο πολύ τις δυνάμεις μου. Δεν ξέρω πότε θα πεθάνω.

Απόψε … η του χρόνου; [γελάει...] Ορίστε. Ζω μεταξύ αυτών των δυο. Ναι. Και να με βοηθήσετε να πάω προς τον Θεό με χαρά, δια της δικής σας προθυμίας, της δικής σας πνευματικής έμπνευσης.

* Ομιλία του Γέροντος Σωφρονίου στα Γαλλικά μέσα στην εκκλησία του Οσίου Σιλουανού ( 3 Σεπτεμβρίου 1990), Parole No 62

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )