.

.

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Δέκα μικροί μύθοι για το 1821: μια απάντηση σε όσους ταλαιπωρούν την ελληνική ιστορία

Σκοπός του άρθρου αυτού, είναι ν’ απαντήσει σε ένα ατεκμηρίωτο αρθρίδιο που δημοσιεύτηκε από την εφημερίδα «Το Βήμα» το 2006 και περιέχει μια περίληψη όλων των επινοήσεων που προήλθαν από τους οπαδούς της λεγόμενης «αποδομητικής» ιστορικής σχολής.
Το κείμενο ξεκινά γεμάτο ειρωνεία για τους «φανατικούς» που πιστεύουν σε «εθνικούς μύθους» και από «εθνική τύφλωση» έχουν οδηγηθεί σε «απώλεια του κριτικού πνεύματος», ενώ κλείνει με έμμεση αναφορά στη γνωστή ρήση του Σολωμού περί «εθνικού» και «αληθούς»[1].

Διαβάζουμε τελικά το άρθρο, και διαπιστώνουμε ότι αποτελούσε είτε προϊόν καθολικής ιστορικής άγνοιας, είτε είχε γραφτεί για να πετύχει εξαπάτηση αφελών με σκοπό την προώθηση της ιδεοληψίας του συντάκτη.

Μια λοιπόν που ήρθε η κουβέντα σχετικά με ζητήματα εξαπάτησης και ιδεοληψίας, τυχαία μας ήρθε στο νου το blog «Ροΐδη εμμονές»…

Γι’ αυτό, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι οι συντάκτες του ήταν αυτοί που μετά από 7 χρόνια ξέθαψαν το αρθρίδιο αυτό και μας το παρουσίασαν κάνοντας και ένα πομπώδες σχόλιο όπου με το ρητό «ιδού λοιπόν η Ρόδος!» οι δύο ιδιοκτήτες του blog προκάλεσαν κάποιον αναγνώστη ν’ ανασκευάσει αν μπορεί «τυχόν ανακρίβειες του συγγραφέα», διότι «το να αναιρέσει μια υπόθεση μετά λόγου και να δημοσιεύσει μια επιστημονική αλήθεια είναι ίδιον μόνο του σοφού και του επιστήμονος»!

Αλήθεια, πολύ εντυπωσιακή η βεβαιότητά τους ότι αυτό το ατεκμηρίωτο κατασκεύασμα είναι αδύνατον να απαντηθεί πειστικά!

Τέλος πάντων, συντάκτης του κειμένου αυτού, είναι κάποιος Ανδρέας Παππάς, ο οποίος λέει πως ξέρει «δέκα μικρούς μύθους για το 1821». Ένα από τα αστεία της όλης υπόθεσης, είναι ότι οι συντάκτες του «Ροΐδη Εμμονές» μας προκαλούν να βρούμε «τυχόν ανακρίβειες του συγγραφέα» στο κείμενο που ανάρτησαν, και διαβάζοντας, βλέπουμε πως σχεδόν οι μισοί από τους «μύθους» που περιλαμβάνονται εκεί δεν αναφέρονται καν στην εποχή της επανάστασης... Από αυτό και μόνο, μπορεί κάποιος να λάβει ενδείξεις του πόσο «σοβαρής» επεξεργασίας έτυχε το κειμενάκι αυτό.

Παρακάτω βεβαίως θα δούμε πλήθος από άλλες ανακρίβειες και ακραίες τοποθετήσεις τις οποίες περιλαμβάνει. Στις τεκμηριωμένες βιβλιογραφικά απαντήσεις μας επιλέξαμε την τακτική της εικονογραφημένης παρουσίασης των τεκμηρίων για να γίνει περισσότερο κατανοητή η προχειρότητα του κειμένου του Ανδρέα Παππά και κατά συνέπεια και εκείνων που αναδημοσιεύουν αυτές τις φαιδρότητες.

 

Μύθος 1ος: «Δεν υπήρξαν βίαιοι εξισλαμισμοί»



Απάντηση Α΄: Βίαιοι εξισλαμισμοί λόγω της οθωμανικής τρομοκρατίας:


(Νικολάου Γιώργος, «Εξισλαμισμοί στην Πελοπόννησο. Από τα μέσα του 17ου αιώνα έως το 1821», εκδ. Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 73)

 

Απάντηση Β΄: Βίαιη αρπαγή και εξισλαμισμός παιδιών, λόγω οικονομικής εξόντωσης των Χριστιανών από τους κατακτητές:


(Νικολάου Γιώργος, «Εξισλαμισμοί στην Πελοπόννησο. Από τα μέσα του 17ου αιώνα έως το 1821», εκδ. Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 80)

 

Απάντηση Γ΄: Βίαιοι εξισλαμισμοί λόγω αδυναμίας επιβίωσης των Χριστιανών:


 (Νικολάου Γιώργος, «Εξισλαμισμοί στην Πελοπόννησο. Από τα μέσα του 17ου αιώνα έως το 1821», εκδ. Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 68)

 

Απάντηση Δ΄: Βίαιοι εξισλαμισμοί λόγω «αδιαλείπτων κακουχιών» από τους κατακτητές:


(Αραβαντινός Παναγιώτης, «Χρονογραφία της Ηπείρου», τόμ. Α΄, τυπ. Σ.Κ. Βλαστού, εν Αθήναις 1856, σελ. 245)

 


Όλοι οι εξισλαμισμοί στην περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν αποτέλεσμα βιαιότητας. Διαφορετικά, αν στους Χριστιανούς άρεσε τόσο πολύ το Ισλάμ, γιατί δεν έγιναν από μόνοι τους μουσουλμάνοι στη διάρκεια τόσων αιώνων «γνωριμίας», ήδη από την εποχή των αραβοβυζαντινών συγκρούσεων; Και βεβαίως, αν τους άρεσε τόσο πολύ το Ισλάμ, για ποιον λόγο οι Χριστιανοί που μεταστρέφονταν θεωρούνταν πλέον από τους θυσιαζόμενους ομοπίστους τους «προδότες της πίστης» αλλά και «προδότες της πατρίδας»[2];

Δυστυχώς, οι «προοδευτικοί» της οπισθοδρόμησης εκμεταλλεύονται τις καταστάσεις υποχρεωτικής ηρεμίας[3] ανάμεσα σε Χριστιανούς και Μουσουλμάνους, για να μας παρουσιάσουν ένα δήθεν «πολυπολιτισμικό» πλαίσιο ανοχής. Όμως, οι εξισλαμισμένοι, μετά τη μεταστροφή τους, εντάσσονταν σε ένα διαφορετικό πλαίσιο αξιών και «σε καταστάσεις εντάσεων» ταυτίζονταν πλέον με τον εχθρό[4]. Και για την διάλυση των ψευδαισθήσεων αρκεί να σκεφτεί κανείς: όταν ταρασσόταν αυτή η δήθεν «πολυπολιτισμική ανοχή», γιατί αυτό γινόταν πάντα εις βάρος των Χριστιανών από αυθαιρεσίες των μουσουλμάνων κατακτητών; Και αφού τάχα υπήρχε «πολυπολιτισμική ανοχή» εις όφελος των κατακτημένων, γιατί οι Χριστιανοί επαναστατούσαν και καταπνίγονταν τελικά στο αίμα;

Η εικόνα του κατακτημένου λαού που διαρκώς επαναστατεί και ακολούθως κατασφάζεται, δεν περιγράφει καμία ανοχή, αλλά μόνο καθεστώς ανελευθερίας, στέρησης δικαιωμάτων, καταπίεσης και καταστολής. Άρα, ακόμα κι αν δεχτούμε ότι υπήρξαν πράγματι εκούσιοι εξισλαμισμοί από… «θαυμασμό» στο Ισλάμ ή για να κάνουν «καριέρα» κάποιοι Χριστιανοί, μιλάμε για την εξαίρεση που απλώς επιβεβαιώνει τον Κανόνα. Εξαιρέσεις θα υπάρχουν πάντα και για όλα. Το να πιάνεται όμως κάποιος από την εξαίρεση για να χτίσει μια νέα ιστοριογραφία της Τουρκοκρατίας κόντρα στις πηγές, αποτελεί ωμή εξαπάτηση.

Εξισλαμισμός διά της βίας δεν είναι μόνο το να γίνεσαι μουσουλμάνος με την απειλή όπλου. Εξισλαμισμός διά της βίας είναι να γίνεσαι μουσουλμάνος για να μην αρπάξουν τα παιδιά σου και να τα βιάζουν στα χαρέμια, εξισλαμισμός διά της βίας είναι να γίνεσαι μουσουλμάνος για να μην πεθάνεις από την πείνα εσύ και η οικογένεια σου, είτε από τους δυσβάσταχτους φόρους, είτε από τις αρπαγές περιουσίας, είτε από αυθαίρετα χρέη, είτε από δικαστικές αποφάσεις που ευνοούν σχεδόν πάντα τους μουσουλμάνους στις αντιδικίες τους με χριστιανούς. Και βεβαίως, οι βίαιοι αυτοί εξισλαμισμοί γίνονταν μέχρι τις παραμονές της Επανάστασης.

Είδαμε λοιπόν τα τεκμήρια που γκρεμίζουν τον φανταστικό κόσμο του Ανδρέα Παππά, στον οποίο, τάχα, «δεν υπήρξαν βίαιοι εξισλαμισμοί στη μετέπειτα ελληνική επικράτεια»…

 

Μύθος 2ος: «Το παιδομάζωμα δεν γινόταν βιαίως»

Απάντηση Α΄: Οικογένειες και ολόκληρες κοινότητες προσπαθούν να γλυτώσουν το παιδομάζωμα:


 (Παπούλια Βασιλική, «Καταγωγή και Υφή του Παιδομαζώματος στο Οθωμανικό Κράτος», Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2010, σελ. 135-140)

 

Απάντηση Β΄: Η απελπισία οικογενειών και κοινοτήτων απέναντι στο παιδομάζωμα:


(Miklosich Franz-Muller Joseph, «Acta et diplomata graeca medii aevi sacra et profana», τόμ. 3, Vindobonae 1865, σελ. 291)

 


Είναι προφανές ότι ο μύθος πως δεν υπήρξαν παιδομαζώματα αλλά οι γονείς «απολάμβαναν» την απώλεια των παιδιών τους επειδή αυτά θα έκαναν… λαμπρή καριέρα, αποτελεί μια τερατώδη παραχάραξη της πραγματικότητας.

Τα τεκμήρια δείχνουν το προφανές. Προκειμένου να γλυτώσουν το παιδομάζωμα, ολόκληρες κοινότητες έκλαιγαν και παρακαλούσαν, απειλούσαν, δωροδοκούσαν, μετακινούνταν αλλάζοντας τόπο διαμονής, έπαιρναν και τα όπλα ακόμα. Γονείς, επειδή αρνούνταν το παιδομάζωμα, για παραδειγματισμό απαγχονίζονταν στην πόρτα του σπιτιού τους, αλλά και τα ίδια τα παιδιά πολλές φορές δραπέτευαν στα βουνά για να γλυτώσουν.

Φαίνεται πως όλοι αυτοί, δεν ήθελαν τα παιδιά τους να κάνουν «καριέρα»

Ενώ λοιπόν η ιστορία δείχνει ότι το τελευταίο που ήθελαν οι γονείς στην Τουρκοκρατία (όπως και σε όλους τους αιώνες) ήταν να αποχωριστούν οριστικά τα παιδιά τους και να μην τα ξαναδούν ποτέ, ο Ανδρέας Παππάς μας εξαπατά, και μετατρέπει σε κανόνα τις αυτονόητες εξαιρέσεις.

Μήπως όμως και αυτές οι εξαιρέσεις, δικαιολογούν τα τερατώδη συμπεράσματα του συντάκτη, ότι δήθεν, «από ένα χρονικό σημείο και έπειτα τουλάχιστον» η αρπαγή των παιδιών «δεν γινόταν βιαίως» αλλά με τη θέληση των γονιών;

Φυσικά και όχι.

Όπως είδαμε να σημειώνει η Βασιλική Παπούλια στο εξειδικευμένο έργο της, όχι μόνο οι περιπτώσεις γονιών που έδιναν πρόθυμα τα παιδιά τους αποτελούσαν εξαίρεση, επιπλέον όμως ακόμα και η εξαίρεση αυτή γινόταν σε συνθήκες εξαθλίωσης, καθώς ως μοναδική αιτία είχε την «ένδεια», δηλ. το γεγονός ότι οι γονείς αυτοί στερούνταν ακόμα και τα αναγκαία για την επιβίωση τους!

Και κάτι ακόμα:

Αυτή η ελπίδα αποκατάστασης των παιδιών σε ένα περιβάλλον όπου θα μπορούσαν να απολαύσουν μια καλύτερη ζωή, δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια ελπίδα και μόνο:

Οι Χριστιανοί ήταν υπόδουλοι. Η ζωή τους εξαρτιόταν από το πώς ξύπνησε ο Τούρκος το πρωί. Το γεγονός ότι κάποιοι γονείς αναγκάζονταν να πείσουν τον εαυτό τους ότι μπορούσαν να ελπίζουν σε μια καλύτερη μοίρα για τα παιδιά τους, τα οποία θα έχαναν για πάντα, παραδίδοντας τα στους αναξιόπιστους, παραδόπιστους κατακτητές με επιβεβαιωμένες από τις ιστορικές πηγές παιδεραστικές ορέξεις, δείχνει απλώς την εξαθλίωση και το απόλυτο αδιέξοδο της οικογένειας αυτής.

Εκτός αν μας πει ο Ανδρέας Παππάς ότι υπήρχε τρόπος να εγγυηθεί κάποιος απόλυτα για την τύχη αυτών των ανυπεράσπιστων παιδιών, ότι από χέρι σε χέρι δεν θα πωλούνταν σε κάποια καλή τιμή και δεν θα κατέληγαν βιασμένα, ή σεξουαλικοί σκλάβοι σε κάποιο χαρέμι, ή στην καλύτερη, ως δουλικά υποζύγια σε άθλιες συνθήκες.

Ενώ λοιπόν το παιδομάζωμα είναι καταγεγραμμένο στη λαϊκή μνήμη και τις πηγές ως κάτι φριχτό και απάνθρωπο, έχουμε ανθρώπους να τολμούν να ισχυρίζονται πως ο κανόνας στην Τουρκοκρατία ήταν, οι γονείς να χάνουν οριστικά τα παιδιά τους, παραδίδοντας τα «ευχαρίστως» στα «σίγουρα» και «αξιόπιστα» χέρια αιμοβόρων παιδεραστών για να κάνουν καριέρα…

Οι απόψεις αυτές δυστυχώς, δεν δείχνουν μόνο ιστορική άγνοια, αλλά εδραιώνουν και το διαζύγιο της αποδομητικής σχολής από την κοινή λογική.

 

Μύθος 3ος: «Ουδέποτε υπήρξε κρυφό σχολείο, όποιος ήθελε μάθαινε ελληνικά»

Απάντηση Α΄: Παράδειγμα αναγκαιότητας Κρυφού Σχολειού. Οι Τούρκοι αφανίζουν εκκλησίες και σχολεία από τη Λάρισα για 30 ολόκληρα χρόνια:


(Κούμας Κων., «Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων από των αρχαιοτάτων χρόνων έως των ημερών μας», τόμ. 12, εν Βιέννη 1832, σελ. 583-584)

 

Απάντηση Β΄: Μητροφάνης Κριτόπουλος, Παχριάρχης Αλεξανδρείας (1589-1639). Απαγόρευση της παιδείας, απαγόρευση της ελληνικής γλώσσας και καταστροφή ελληνικών βιβλίων από τους Τούρκους


(Κ.Ι. Δυοβουνιώτης, «Μητροφάνους Κριτοπούλου Ανέκδοτος Γραμματική της Απλής Ελληνικής Εκδιδομένη», ΕΕΘΣΠΑ, τόμ. 1, Αθήναι 1924, σελ. 106-107)

 


Ο τρίτος «μύθος» που δήθεν εντοπίζει ο Ανδρέας Παππάς είναι βεβαίως το «Κρυφό Σχολειό». Όμως, το κείμενο του Ανδρέα Παππά είναι από το 2006. Εδώ λοιπόν έχουν ευθύνη οι συντάκτες του «Ροΐδη Εμμονές» που ζώντας μέσα στη γυάλα της ιδεοληψίας τους, δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι το παραμύθι του Άλκη Αγγέλου για την δήθεν ανυπαρξία του Κρυφού Σχολειού διαλύθηκε οριστικά το 2011. Με μια πρωτοφανή ομοβροντία τεκμηρίων που έφερε στο προσκήνιο ο Γιώργος Κεκαυμένος (βλ. μερικά εδώ) και τα οποία εκδόθηκαν σε βιβλίο το 2012, καταρρίφθηκε οριστικά πλέον το αντιδραστικό παραμύθι ενάντια στο Κρυφό Σχολειό που δημοσίευσε και η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών (τόμ. Ι΄, σελ. 366-367).

Η συλλογική μνήμη, ασφαλώς δεν κρατάει πηγές και βιβλιογραφία, αλλά τείνει να απλουστεύει τα νοήματα. Επικράτησε λοιπόν η μνήμη του «Κρυφού Σχολειού» ως κάτι που ίσχυε σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Κάποια στιγμή όμως, μέσα στα «ζήτω» και «μπράβο» των εθνικών γιορτών, έρχεται η άλλη πλευρά και βρίσκει χώρο για το ιδεολογικό της παιχνίδι. Μεθυσμένοι όμως από τον αιφνιδιασμό που πέτυχαν οι χαρωποί «προοδευτικοί» της οπισθοδρόμησης, δεν προσέχουν και πέφτουν στην ίδια παγίδα: αντί να περιγράψουν το Κρυφό Σχολειό ως αναγκαίο και υπαρκτό κατά τόπους και κατά περιόδους φέρνοντας το γεγονός στις πραγματικές του διαστάσεις, εκείνοι οδηγούν τα πράγματα στο άλλο άκρο, στην πλήρη ανυπαρξία του! Σήμερα όμως, που η μεθοδολογία των ιδεολογικών αυτών τεχνασμάτων έχει γίνει γνωστή και πολλοί άνθρωποι ασχολούνται σοβαρά με την ιστορία μέσα από τις πηγές, η ήττα της σχολής αυτής ήταν πανηγυρική, αν και αναμενόμενη, καθώς από χρόνια, αρκετές προσπάθειες είχαν δείξει τα κενά της θεωρίας αυτής του Άλκη Αγγέλου.

Αυτή τη στιγμή βεβαίως, το να εξακολουθεί κάποιος να ισχυρίζεται ότι Κρυφό Σχολειό δεν υπήρξε, αυτομάτως γίνεται γραφικός, αυτό όμως δεν μας εκπλήσσει, αφού το blog Ροΐδη Εμμονές επαξίως διατηρεί αυτόν τον «τίτλο» εδώ και χρόνια…
 
Μύθος 4ος: «Ο ρόλος της Εκκλησίας στην επανάσταση ήταν αρνητικός, κατηγορείται ως ανθενωτική, κατά των Διαφωτιστών και των Φιλικών»

Απάντηση Α΄: Ο Επίσκοπος Ηλίας Μηνιάτης στις «Διδαχές» του (αγαπημένο λαϊκό ανάγνωσμα επί Τουρκοκρατίας, 1η έκδ. 1716), προσεύχεται στη Θεοτόκο για την ελευθερία του Ελληνικού Γένους και την ενδυνάμωση των ελλήνων και ξένων αγωνιστών, και επιβεβαιώνει ότι οι Τούρκοι ήταν «βάρβαροι» και «αιμοβόροι»


(Μηνιάτης Ηλίας, «Διδαχαί εις την Αγίαν και Μεγάλην Τεσσαρακοστήν», Εν ετίησιν 1800, σελ. 305α)

 



(Frazee A. Charles, «Ορθόδοξος Εκκλησία και Ελληνική Ανεξαρτησία 1821-1852», Δόμος, Αθήνα 1987, σελ. 27-28,38,65)

 

Απάντηση Γ΄: Ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης για τη στάση του Πατριαρχείου και της ιεραρχίας στην Τουρκοκρατία


(Κιτρομηλίδης Πασχάλης, «Το Όραμα της Ελευθερίας στην Ελληνική Κοινωνία», Πορεία, Αθήνα 1992, σελ. 37)

 

Απάντηση Δ΄: Ο διαφωτιστής Αδαμάντιος Κοραής ευγνωμονεί τους ανθενωτικούς


(Αδ. Κοραής, «Άτακτα», τόμ. Α΄, εν Παρισίοις 1828, σελ. κδ΄-κε΄)

 

Απάντηση Ε΄: Ο παγανιστής Πλήθων Γεμιστός πρωτοστατεί στους ανθενωτικούς


 (Μπαρτζελιώτης Κ. Λεωνίδας, «Ο ελληνοκεντρισμός και οι κοινωνικοπολιτικές ιδέες του Πλήθωνος», Αθήνα 1989, σελ. 37-38)

 


(Toynbee Arnold, «Οι Έλληνες και οι Κληρονομιές τους», Καρδαμίτσας, Αθήνα 1992, σελ. 405)

 

Απάντηση ΣΤ΄: Ο διαφωτιστής Αδαμάντιος Κοραής ενάντια στη Φιλική Εταιρεία


(«Η Φιλική Εταιρεία και το έργον της», στη «Νέα Εστία», έτος ΛΗ΄, τόμ. 76, τεύχ. 898 (1 ΔΕΚ 1964), σελ. 1695)



Απάντηση Ζ΄: Αμέριστη ήταν στήριξη του Πατριαρχείου στον διαφωτιστή Θεόφιλο Καΐρη, πριν μαθευτεί ότι το διδασκαλείο του (που έχτισε με δωρεά γης και χρηματική βοήθεια της Εκκλησίας) το μετέτρεψε σε κέντρο θεοκρατικής σέκτας, στρατολογώντας παιδιά εν αγνοία των γονιών τους, μεταμφιεσμένος σε Ορθόδοξο κληρικό


(Παπαδόπουλος Χρυσόστομος, «Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος», εν Αθήναις 1920, σελ. 241-243)

 


Όπως είχαμε σημειώσει και στο άρθρο μας «Το Κρυφό Σχολειό ως αναγκαιότητα», είναι γνωστό το παιχνίδι των αναθεωρητών της ιστορίας, οι οποίοι προβάλουν στους οπαδούς τους είτε κάποια επίσημα εκκλησιαστικά έγγραφα της Τουρκοκρατίας που υποχρεωτικά ακολουθούν το πρωτόκολλο της υποταγής στον κατακτητή, είτε ευκαιριακές ανακοινώσεις όπως η «Πατρική Διδασκαλία» που ουσιαστικά αποτελούσε πολεμική κατά της εισαγόμενης ευρωπαϊκής αθεΐας. Διότι όλοι θέλουν να «ξεχνούν» ότι το έτος έκδοσης της «Πατρικής Διδασκαλίας» ήταν το 1798, χρονιά που ολόκληρη η Ευρώπη αναγκάζεται να συμπράξει κατά της Γαλλίας του Ναπολέοντα, ο οποίος είχε ήδη πραγματοποιήσει μια σειρά από νικηφόρες εκστρατείες και εξαπλωνόταν διαρκώς. Ακόμα όμως και ο Κοραής στην επιστολογραφία του, ως κάτοικος του Παρισιού και αυτόπτης, περιέγραφε την πρώτη δεκαετία της Γαλλικής Επανάστασης (1789 - 1799) με τα πιο μελανά χρώματα: ασυδοσία, ανομία, αθεΐα και ανεξέλεγκτα σφαγεία, όπου αμόρφωτοι Γάλλοι αγροίκοι για το παραμικρό γέμιζαν αίμα και ακέφαλα πτώματα τους δρόμους[5]. Τότε ήταν που κυκλοφόρησε η «Πατρική Διδασκαλία» -γραμμένη πιθανόν από τον Αθανάσιο Πάριο- και γι’ αυτό πρώτο και κύριο θέμα της είχε την διάσωση της πίστης, φτάνοντας φυσικά σε εντελώς ακραίες θέσεις, όχι όμως και σε ταύτιση με τον κατακτητή. Διότι, ο Πάριος ζητούσε να τιμώνται τα σύμβολα αντίστασης στον μουσουλμανισμό, οι λεγόμενοι Νεομάρτυρες, όπως ακριβώς οι αρχαίοι μάρτυρες της Εκκλησίας, και μάλιστα να τιμώνται ως άγιοι και προ της εγκρίσεως της Μεγάλης Εκκλησίας ενώ προέτρεπε τον λαό στη μίμησή τους. Και είναι γνωστό ότι στην Τουρκοκρατία, διατήρηση της χριστιανικής ταυτότητας σήμαινε ταυτόχρονα και διατήρηση της εθνικής ταυτότητας.

Όμως και πάλι, δεν είναι δυνατόν να υποστηρίζουν κάποιοι ότι μόνο ο Κοραής αντέδρασε στην «Πατρική Διδασκαλία», όταν ο Διδάσκαλος του Γένους, Σέργιος Μακραίος, στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του καταδικάζει το κείμενο αυτό, ενώ μας δίδει την πληροφορία ότι το αποκήρυξε και μάλιστα Συνοδικά, και ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Άνθιμος, με του οποίου το όνομα κυκλοφόρησε ψευδεπίγραφα η «Πατρική Διδασκαλία»[6].

Επίσης, αν και οι Χιώτες είχαν από μόνοι τους προτείνει στον Πάριο ν’ αναλάβει την σχολαρχία της σχολής της Χίου, τελικά λόγω της διαρκούς κριτικής του, οι ίδιοι τον ανάγκασαν να παραιτηθεί στα 1811, ενώ και προ αυτών των γεγονότων, ο Πάριος δεν κατάφερε να μείνει ούτε στην υπό την αιγίδα του Πατριαρχείου Αθωνιάδα Σχολή, αφού οι εντάσεις που δημιουργήθηκαν μεταξύ μαθητών, διδασκάλων και του Παρίου, δεν του επέτρεψαν να διατηρήσει τη θέση του[7]. Είναι τελικά αστείο, να βλέπουμε ότι σε μια χώρα όπου όλοι ήταν ορθόδοξοι και οι μεγαλύτεροι διδάσκαλοι και φωτιστές του Γένους ήταν ορθόδοξοι κληρικοί, να έχουμε τον σημερινό διαδικτυακό αθεο-νεοπαγανισμό, να ταυτίζει τους πάντες με τις απόψεις του Αθανασίου του Παρίου που βλέπουμε στην «Πατρική Διδασκαλία»…

Γι’ αυτό, στο παράθεμα που επισυνάψαμε, ακόμα και ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης θεωρεί ότι τα περί «εθελοδουλείας» της Εκκλησίας αποτελούν «ευτελή πολεμική», και πώς να ήταν διαφορετικά, όταν ο Γρηγόριος ο Ε΄ «που αφόρισε την επανάσταση», είδαμε παραπάνω ότι δεν προσπαθεί καν να αποθαρρύνει την Φιλική Εταιρεία, ενώ πλήθος κληρικών καταγράφονται στους καταλόγους μελών της, ιεράρχες αναλαμβάνουν ηγετικές θέσεις στα επαναστατικά σχέδια, ενώ αποδιοργανώνεται ακόμα και η εκκλησιαστική ζωή από το θάνατο μεγάλου αριθμού κληρικών κατά την Επανάσταση.

Το πνεύμα όλων των παραπάνω, επαληθεύουν περίτρανα οι «Διδαχές», έργο του ληξουριώτη κληρικού Ηλία Μηνιάτη (1669-1714), ένα από τα ευρέως διαδεδομένα αναγνώσματα της Τουρκοκρατίας. Όπως γράφει ο Κ.Θ. Δημαράς, ο Ηλίας Μηνιάτης

… «φημίσθηκε όμως ιδίως για τις διδαχές και τους λόγους του […] μεγάλη υπόληψη […] είχε αποκτήσει ακόμη και στα λαϊκά στρώματα […] μα και στους λογίους δεν εστάθηκε λιγότερο τιμημένος […] Ο μεγάλος αριθμός των εκδόσεων των έργων του δείχνει ότι είχε ανταπόκριση μ’ ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό: μέσα στον ιη΄ αιώνα μας είναι γνωστές περισσότερες από […] δέκα [εκδόσεις] των Διδαχών (1716-1800)»[8].

Τα λαϊκά στρώματα λοιπόν, μέσα από τέτοια κείμενα ορθοδόξου διδαχής αφομοίωναν και την θεολογία της απελευθέρωσης από την πλευρά της Εκκλησίας, πνεύμα εντελώς αντίθετο από αυτό της «Πατρικής Διδασκαλίας».

Από εκεί και πέρα, είδαμε πως και η κατηγόρια περί «αντιδραστικής Εκκλησίας», εξαιτίας του ανθενωτικού κινήματος, είναι αβάσιμη. Ανθενωτικός ήταν και ο «ήρωας» των αναθεωρητών, ο Πλήθων Γεμιστός, αλλά επίσης, τους ανθενωτικούς της εκκλησίας υμνεί ως σωτήρες του ελληνισμού και ο ίδιος ο Αδαμάντιος Κοραής! Άρα, η επιπολαιότητα και η μονομέρεια του κειμένου του Ανδρέα Παππά είναι σαφής. Επιπλέον, ο Κοραής όπως και άλλοι λόγιοι της εποχής αντιτίθενται στην Φιλική Εταιρεία την οποία κατηγορούν ως «επιβλαβή»!

Όσο για το γεγονός ότι η Εκκλησία κανένα πρόβλημα δεν είχε με τη μόρφωση του λαού ή τους «διαφωτιστές», τρανή απόδειξη αποτελεί η στήριξη της στον Θεόφιλο Καΐρη, στον οποίο έδωσε χρήματα, έδωσε γη για να φτιάξει το διδασκαλείο του, και του έστελνε μαθητές για να διδαχθούν κάθε επιστήμη. Πρόβλημα απέκτησε ο Καΐρης μόνο όταν αποκαλύφθηκε ότι αντί να σέβεται την ελευθερία των μαθητών του, εκείνος - ουσιαστικά μεταμφιεσμένος σε ορθόδοξο ιερέα- παραπλανούσε τα παιδιά και τα στρατολογούσε στη θεοκρατική σέκτα που είχε δημιουργήσει με το όνομα «Θεοσέβεια». Μάλιστα, η αισχρή αυτή τακτική του Καΐρη, αν διαβάσουμε τον Καντ, τον οδηγεί ακόμα και εκτός των ορίων του «Διαφωτισμού»:

«Διαφωτισμός είναι η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητά […] να μεταχειρίζεσαι το νου σου χωρίς την καθοδήγηση ενός άλλου»[9].

Ο Καΐρης όμως δεν σεβάστηκε ούτε καν αυτή τη θεμελιώδη αρχή των ηγετών της ιδεολογίας του.

Όπως προκύπτει λοιπόν, το μοναδικό πρόβλημα της Εκκλησίας σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, ήταν μονάχα ο αθέμιτος προσηλυτισμός στην αθεΐα.

Προδότες, υπήρχαν παντού και θα υπάρχουν πάντα. Αποτελούν όμως σενάριο κωμωδίας τα ξεπερασμένα δίπολα που ονειρεύεται η απαρχαιωμένη, μαρξιστική θεώρηση της ιστορίας και ο ηγέτης της Κορδάτος, που έχει δεχτεί πλήθος κριτικών για το γεγονός ότι αποδείχτηκε ανελέητος παραχαράκτης της ελληνικής ιστορίας. Υπήρχαν κληρικοί και επίσκοποι μαχητικοί, υπήρχαν και φοβισμένοι ή προδότες. Υπήρχαν κοτζαμπάσηδες συμφεροντολόγοι ή συνεργάτες των κατακτητών, αλλά και πολλοί που έδωσαν τα πάντα στον Αγώνα. Υπήρχαν άνθρωποι λαϊκής καταγωγής και αγρότες που αποδείχθηκαν φλογεροί επαναστάτες, όμως υπήρχαν και φοβισμένοι ή υποταγμένοι, γι’ αυτό ο Κολοκοτρώνης θύμιζε το «τσεκούρι και φωτιά στους προσκυνημένους»[10], σε «όποιο χωριό δεν ήθελε να ακολουθήση την φωνήν της Πατρίδος»[11], φροντίζοντας να κρεμά σε κοινή θέα τους βεβαιωμένους προδότες που οι Τούρκοι έστελναν εναντίον του.

Δεν έχουν λοιπόν καταλάβει ότι ο τρόμος ή τα συμφέροντα δεν έχουν «τάξεις». Η αφέλεια του Κορδάτου και των υποστηρικτών του, δεν μπορεί να κατανοήσει πως χωρίς το χρήμα, την οργάνωση και τους ιδιωτικούς στρατούς των προεστών (κοτζαμπάσηδων), και χωρίς τη συνεργασία του λεγόμενου «ανώτερου κλήρου», θα ήταν αδύνατον οι φτωχοί αγρότες μόνοι τους ν’ αποκτήσουν τα όπλα, τα εφόδια, τα βόλια, τα άλογα, τις άμαξες, τα πλοία, την οργάνωση, την ελευθερία κίνησης και τους διαύλους επικοινωνίας με τις ξένες δυνάμεις που απαιτούσε η Επανάσταση. Και τουλάχιστον, όλοι αυτοί οι ιεράρχες, οι κοτζαμπάσηδες, οι οπλαρχηγοί, οι κλέφτες και οι αγρότες, ζούσαν και πέθαιναν εδώ, και δεν κάθονταν βολεμένοι στην Ιταλία ή στο Παρίσι, όπως ο Ανώνυμος της Ελληνικής Νομαρχίας και ο Κοραής
 
Μύθος 5ος και 6ος: Η Ελλάδα και ο ρόλος των συμμάχων

Απάντηση Α΄: Η Ελλάδα δεν είχε μόνο κέρδη, αλλά και προσέφερε χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες στρατιώτες στο πλευρό των συμμάχων


(Sotan D.K., «Η Ελληνική Συμβολή εις τον Συμμαχικόν Αγώνα (Μακεδονίαν, Ρωσσίαν, Νικομήδειαν, Δυτικόν Μέτωπον)», Αθήναι 1922, σελ. 13-14)

 


(Sotan D.K., «Η Ελληνική Συμβολή εις τον Συμμαχικόν Αγώνα (Μακεδονίαν, Ρωσσίαν, Νικομήδειαν, Δυτικόν Μέτωπον)», Αθήναι 1922, σελ. 22)

 


(Sotan D.K., «Η Ελληνική Συμβολή εις τον Συμμαχικόν Αγώνα (Μακεδονίαν, Ρωσσίαν, Νικομήδειαν, Δυτικόν Μέτωπον)», Αθήναι 1922, σελ. 23)

 


(Sotan D.K., «Η Ελληνική Συμβολή εις τον Συμμαχικόν Αγώνα (Μακεδονίαν, Ρωσσίαν, Νικομήδειαν, Δυτικόν Μέτωπον)», Αθήναι 1922, σελ. 46)

 


Ως προς τον μύθο που βλέπει ο Ανδρέας Παππάς σχετικά με τους συμμάχους μας, να πούμε τα εξής: όταν βλέπουμε κράτη να ασχολούνται με χώρες, αυτό οφείλουμε να ξέρουμε ότι γίνεται μόνο από συμφέρον. Φιλελληνικά κράτη δεν υπάρχουν, μόνο πρόσωπα φιλέλληνες μπορούν να υπάρξουν. Είναι αλήθεια ότι οφείλουμε ν’ αναγνωρίσουμε τον ρόλο των ξένων δυνάμεων στην απελευθέρωση του μικρού τμήματος της πατρίδας μας, και κυρίως, να θυμόμαστε με σεβασμό το αίμα των απλών ξένων στρατιωτών που πέθαναν στα γεγονότα εκείνα.

Όμως, ο Ανδρέας Παππάς… παραβιάζει ορθάνοιχτες πόρτες. Όφειλε να θυμάται ότι ουδέποτε οι Έλληνες θεωρούσαν δυνατόν να ελευθερωθούν μόνοι τους! Πάντα έλπιζαν ότι θα ενδιαφερθεί κάποια από τις μεγάλες δυνάμεις για την τύχη τους. Άρα, δεν αποτελεί κάποια νέα είδηση ότι επενέβησαν καταλυτικά οι ευρωπαίοι, αφού εμείς οι ίδιοι το επιθυμούσαμε αυτό.

Άλλωστε, παρόμοια γεγονότα υπάρχουν σε ολόκληρη την παγκόσμια ιστορία: Οι αυστριακοί στα 1683 θα έπρεπε να καθίσουν να τους σφάξουν οι Τούρκοι και να αρνηθούν την απελευθέρωση τους από τους Πολωνούς του Σομπιέσκι; Ο Μπολιβάρ είναι λιγότερο ήρωας ή η Λατινική Αμερική θα έπρεπε να αρνηθεί την ελευθερία της επειδή βοηθήθηκε από τους Άγγλους που είχαν συμφέροντα κατά των Ισπανών; Στις αρχές του 16ου αιώνα, οι Βενετοί θα έπρεπε να αρνηθούν την βοήθεια των Ελβετών που για δικά τους συμφέροντα βοήθησαν στην εκδίωξη των Γάλλων; Κι αν δεν υπήρχαν συμμαχίες Άγγλων και Αυστριακών, τότε ποια θα ήταν η έκβαση και του Βατερλό ακόμα;

Πάντα λοιπόν και παντού, για διάφορους λόγους και συμφέροντα, δυνάμεις μάχονται μαζί, συμμαχούν, διεκδικούν. Έτσι έγινε και στην Ελλάδα.

Βεβαίως, αν κάποιος λέει ότι ελευθερωθήκαμε αποκλειστικά μόνοι μας, αυτός είναι προφανώς ανιστόρητος κι αν ο Ανδρέας Παππάς έχει υπόψη του ανθρώπους που ισχυρίζονται κάτι τέτοιο, καλώς στηλιτεύει τις απόψεις τους.

Όμως, οφείλουμε να θυμόμαστε ότι όσα έγιναν για την Ελλάδα, τα προκάλεσαν οι Έλληνες με το δικό τους αίμα, οι οποίοι πολέμησαν, πέθαναν, βασανίστηκαν και σφαγιάστηκαν μέχρι να ξυπνήσει το ενδιαφέρον του κόσμου. Οι Έλληνες βεβαίως μάτωναν και αιώνες πριν το 1821, όμως, η προσπάθεια τους, που θύμιζε την αναμέτρηση του «Δαβίδ» με τον «Γολιάθ», φορτίστηκε ιδιαίτερα μέσα στα πλαίσια του ιδεολογικού ρεύματος του Ρομαντισμού το οποίο διαπερνά τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Ακόμα περισσότερο που στη θέση του Γολιάθ ήταν οι βάρβαροι και απολίτιστοι Τούρκοι, και στη θέση του Δαβίδ ήταν ο πολιτισμός που θεμελίωσε σε μεγάλο βαθμό τη φιλοσοφία και τις επιστήμες.

Εμείς λοιπόν ματώσαμε, οι Ευρωπαίοι πολίτες μας συμπάθησαν, και οι πολιτικές ηγεσίες τους ασχολήθηκαν μαζί μας, μια που το θέμα της Ελλάδας ήταν εξαιρετικό για εσωτερική πολιτική κατανάλωση, έφερνε ψήφους, και ταυτόχρονα ήταν μια ευκαιρία για νέες σφαίρες επιρροής και γεωπολιτικές στρατηγικές.

Ο Ανδρέας Παππάς μας λέει ότι η Ναυμαχία του Ναβαρίνου (20 Οκτωβρίου 1827) ήταν αποτέλεσμα της απόφασης των ξένων να γίνει ελληνικό κράτος. Αν εννοεί με αυτό ότι ήταν κάτι σκόπιμο, δεν είναι αλήθεια. Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου ήταν ένα τυχαίο γεγονός που καμία από τις μεγάλες δυνάμεις δεν ήθελε να γίνει, και ίσως να χρωστάμε την αίσια πορεία των γεγονότων σε κάποιον ή κάποιους θερμοκέφαλους… Αιγύπτιους!

Από αιγυπτιακό πλοίο προήλθαν δύο σφαίρες κατά αγγλικής λέμβου που έφερε λευκή σημαία και είχαν ως αποτέλεσμα δύο άγγλους νεκρούς, γεγονός που οδήγησε σε προειδοποιητική βολή από αγγλικό πλοίο για προστασία της λέμβου. Σε μια ατμόσφαιρα όμως που εξαρχής «μύριζε μπαρούτι», ο ήχος του κανονιοβολισμού ήταν αρκετός ώστε να ξεκινήσει μία τρομακτικής βιαιότητας ναυμαχία διάρκειας πέντε ωρών, που κατέληξε στην εξαφάνιση σχεδόν του τουρκοαιγυπτιακού στόλου με έξι χιλιάδες νεκρούς και με τα συμμαχικά πλοία παρά τις ζημιές, να μένουν στο τέλος της μάχης όλα αβύθιστα.

Φυσικά παρά το γεγονός ότι οι ηγέτες των Μεγάλων Δυνάμεων σε καμία περίπτωση δεν επιθυμούσαν κάτι τέτοιο, εμείς οφείλουμε να τιμούμε τους περίπου 600 νεκρούς συμμάχους, που το αίμα τους πότισε τα ελληνικά νερά, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι και τους αγαπημένους τους ανθρώπους, σε μια ναυμαχία που έβαλε σε σταθερή τροχιά το ζήτημα της ελευθερίας μας.

Από εκεί και πέρα, η ιστορία της επέκτασης των συνόρων της Ελλάδας είναι ταυτισμένη με την δράση μας στο πλευρό των συμμάχων. Πολύ χρήμα σε αποπληρωμή δανείων έδωσε η Ελλάδα στους ξένους, και πολύ αίμα από τις απώλειες που είχε ο στρατός στα πεδία των μαχών για χάρη της συμμαχίας. Δεν χρειάζεται λοιπόν να διακατέχεται ο Ανδρέας Παππάς από το σύνδρομο του μίζερου υποτακτικού που μονίμως χρωστάει ευγνωμοσύνη. Δεν μας έκαναν «χάρη» οι ξένοι, αλλά για όσα μας βοήθησαν να πάρουμε, πληρώσαμε το ανάλογο αντίτιμο (και πολύ μεγαλύτερο μερικές φορές, αν αναλογιστούμε τις θυσίες που κατέληξαν στη Μικρασιατική Καταστροφή).

Ξέρουμε καλά ότι και σήμερα, αν είχαμε αφήσει 2-3 χιλιάδες νεκρά παιδάκια μας στο Ιράκ ή στο Αφγανιστάν, η αντιμετώπιση της κρίσης τουλάχιστον σε επίπεδο επικοινωνιακό και ίσως οικονομικό, θα ήταν διαφορετική… Και βεβαίως, αν είχαμε κάνει κάτι τέτοιο, θα είχαμε και μερικές εκατοντάδες αθώους νεκρούς στο μετρό ή τον ηλεκτρικό από την ισλαμική τρομοκρατία αλλά και το ανάλογο εσωτερικό πλήγμα στην οικονομία μας. Ό,τι διαλέγεις, αυτό παίρνεις, και ειδικά σε επίπεδο διπλωματικών σχέσεων κανείς δεν χαρίζει τίποτα…

 

Μύθος 7ος: Οι «Έλληνες» ελευθερώθηκαν από «Σουλιώτες», «Αρβανίτες», «Σλάβους» και «Βλάχους»

Απάντηση Α΄: Ο Κοραής γνωρίζει ότι οι Σουλιώτες είναι Έλληνες - Η ελληνική εθνική συνείδηση των Σουλιωτών


(Αραβαντινός Παναγιώτης, «Χρονογραφία της Ηπείρου», τόμ. Β΄, τυπ. Σ.Κ. Βλαστού, εν Αθήναις 1857, σελ. 155)

 


(Καραμπελιάς Γιώργος, «Συνωστισμένες στο Ζάλογγο. Οι Σουλιώτες, ο Αλή πασάς, και η αποδόμηση της ιστορίας», Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2011, σελ. 162)



Απάντηση Β΄: Η ελληνική εθνική συνείδηση των Αρβανιτών


 (Μπίρης Η. Κώστας, «Αρβανίτες, οι Δωριείς του Νεώτερου Ελληνισμού», Μέλισσα, 5η έκδ., Αθήνα 2005, σελ. 187-189)

 

Απάντηση Γ΄: Η ελληνική εθνική συνείδηση των Βλάχων που πολέμησαν στην Επανάσταση


(Λιάκος Σωκράτης, «Η καταγωγή των Βλάχων ή αρμάνιων», Θεσσαλονίκη 1965, σελ. ΙΙ-IV)

 

Απάντηση Δ΄: Η ελληνική εθνική συνείδηση Βλάχων και σλαβόφωνων που πολέμησαν στην Επανάσταση


 («Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμ. ΙΓ', «Νεώτερος ελληνισμός από 1833 ως 1881», Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1977, σελ. 380-381)

 


Όπως γνωρίζουμε, οι αποδομητές της ιστορίας θεωρούν πως «παίζουν στην έδρα τους» όταν αναφέρονται στους πληθυσμούς της Τουρκοκρατίας και νομίζουν ότι μιλώντας για «φυλετικές καταγωγές» θα μας προβληματίσουν στην ανεύρεση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας…

Καταρχάς, ακόμα κι αν η επιθυμία κάποιου ν’ ανακαλύψει το ποσοστό φυλετικής καθαρότητας των Ελλήνων, οφείλεται σε απλή περιέργεια και όχι σε ρατσιστικά στερεότυπα, θα ήταν μάταιο να κοπιάσει για κάτι τέτοιο. Ακόμα κι αν θέλαμε να ελέγξουμε την καθαρότητα των Ελλήνων που ζουν γύρω μας, που θα βρίσκαμε DNA από τα… αρχέγονα ελληνικά φύλλα που έφτασαν στον τόπο αυτό κατά την 3η χιλιετία π.Χ.;

Τα πράγματα λοιπόν είναι απλά.

Χωρίς καν να ασχοληθούμε με το ζήτημα της αρχαίας φυλετικής τους καταγωγής, μπορούμε να πούμε ότι οι Βλάχοι, οι Αρβανίτες και όσοι άλλοι εντάχθηκαν στην ελληνική εθνική ταυτότητα, έστω και αν ήταν δίγλωσσοι, ήταν όμως Ορθόδοξοι και οικείοι με τον ελληνισμό: άκουγαν και διάβαζαν λειτουργικά κείμενα στα ελληνικά και έχτιζαν ελληνικά σχολεία όπου διδάσκονταν αποσπάσματα από ελληνικά κείμενα χριστιανών συγγραφέων, αλλά και αρχαίων Ελλήνων ποιητών, ρητόρων, ιστορικών και δραματουργών.

Μέσα από τη στοιχειώδη αυτή ελληνική και χριστιανική παιδεία, μεγάλωναν με τα ηρωικά πρότυπα και τις προσωπικότητες της αρχαιότητας και του Βυζαντίου, ενώ τα εδάφη της Αρχαίας Ελλάδας όχι μόνο τα γνώριζαν μέσα από την αρχαία ιστορία, αλλά τα έβλεπαν και με συναισθηματική φόρτιση επειδή τα ίδια αυτά εδάφη με κέντρο την Κων/πολη, αποτέλεσαν το τελευταίο κομμάτι της Ρωμανίας/Βυζαντίου που έπεσε στα χέρια των Τούρκων.

Ταυτόχρονα, με αναφορές στον Λεωνίδα, τον Μεγαλέξανδρο και τον Βασίλειο Διγενή Ακρίτα πολεμούσαν κοινούς αγώνες με τους παλαιότερους ελληνικούς πληθυσμούς, και μάχονταν τον Οθωμανό ως μια αντίπαλη ταυτότητα που τους καταπίεζε και τους στερούσε ελευθερίες και δικαιώματα. Αυτά τα χαρακτηριστικά, κατά την περίοδο εκείνη ήταν υπεραρκετά για να περιγράψουν ανθρώπους που εντάσσονταν στην ελληνική εθνική ταυτότητα, όπως βλέπουμε στα παραπάνω βιβλιογραφικά τεκμήρια.

Και επαναλαμβάνουμε ότι δεν είναι απαραίτητο να υιοθέτησαν τις παραμέτρους αυτές όλοι οι πληθυσμοί. Όσοι όμως δέχτηκαν για τον εαυτό τους τα χαρακτηριστικά αυτά, δικαίως εντάσσονται στην ελληνική εθνική συνείδηση του Γένους, και μάλιστα με τη δική τους θέληση και τις δικές τους θυσίες.

Κάνουν λοιπόν λάθος οι αναθεωρητές αν νομίζουν ότι απευθύνονται σε ανθρώπους που πείθονται από το σενάριο της «φυλετικής καθαρότητας» και ότι σε ένα τέτοιο πολύβουο σταυροδρόμι πολιτισμών, θα ήταν δυνατόν να βρεθούν οικογένειες στις οποίες δεν έτυχε κανένα μέλος τους ποτέ, να γεννήθηκε από άνθρωπο διαφορετικής φυλετικής προέλευσης σε βάθος τόσων χιλιάδων χρόνων!

Εμείς αντίθετα, είμαστε απλώς οπαδοί της κοινής λογικής, των ιστορικών πηγών και της έγκυρης βιβλιογραφίας την οποία και παραθέσαμε.

 

Μύθος 8ος: Μας «δώρισαν» τη Θεσσαλονίκη αν και δεν είχε μόνο Έλληνες κατοίκους

Απάντηση Α΄: Σύμφωνα με τις μεσαιωνικές πηγές, ο Μουράτ Β΄ στα 1430 κατέκτησε την Θεσσαλονίκη που ήταν «πόλη Ελληνίς»


(Laonici Chalcocondylae Atheniensis Historiarum libri decem, CSHB, Bonnae 1843, σελ. 235-236)

 

Απάντηση Β΄: Η Θεσσαλονίκη είχε πολλούς μη Έλληνες κατοίκους διότι αλλοιώθηκε διά της βίας η πληθυσμιακή της σύνθεση από τους κατακτητές


(Γλύκατζη-Αρβελέρ, Ανδρόνικος, Βακαλόπουλος κ.ά., «Μακεδονία-4000 Χρόνια Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού», Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1982, σελ. 442)

 


Σίγουρα ο μύθος περί «πολυπολιτισμικής» Θεσσαλονίκης που έγινε ιδιαίτερα της μόδας από το σχετικό βιβλίο του Μαρκ Μαζάουερ, θα μπερδέψει πολλούς αν δεν διαβάσουν και έναν αντίλογο στα επιχειρήματα του.

Το βέβαιο είναι πως τα τεκμήρια που παραθέσαμε, μαρτυρούν την Θεσσαλονίκη ως μια ελληνικότατη μεσαιωνική πόλη η οποία αλώθηκε από τους Τούρκους, και από τις αλλεπάλληλες σφαγές, τους εξανδραποδισμούς και τις μετακινήσεις πληθυσμών, βρέθηκε με ένα μείγμα πληθυσμού που περιελάμβανε λιγότερους Έλληνες κατοίκους ως αποτέλεσμα των βίαιων ενεργειών του κατακτητή.

Οι Έλληνες ορθά διεκδίκησαν και πάλι την Θεσσαλονίκη. Δεν πήγαν άλλωστε να διεκδικήσουν την… Ινδία, με την δικαιολογία ότι πέρασε από εκεί ο Μέγας Αλέξανδρος! Η Θεσσαλονίκη ήταν ελληνική, συνδεδεμένη με αιώνες ελληνικής ιστορίας, και παρέμεινε στις συνειδήσεις των ανθρώπων ως μια πόλη σκλαβωμένη επί 500 χρόνια.  Ήταν αυτονόητο για τους Έλληνες πως μετά την φυγή των παράνομων κατακτητών η πόλη θα ξαναγινόταν ελληνική.

Επίσης, το είπαμε και πριν, σε επίπεδο διπλωματικών σχέσεων κρατών, κανείς δεν χαρίζει τίποτα σε κανέναν.

 

Μύθος 9ος: Μας «δώρισαν» το Ρέθυμνο, τα Γιαννιτσά και το Κιλκίς, αν και είχαν πολλούς μουσουλμάνους και λίγους Έλληνες κατοίκους

Απάντηση Α΄: Το Κιλκίς και τα Γιαννιτσά είχαν πολλούς μουσουλμάνους επειδή οι κατακτητές εγκατέστησαν εκεί εποίκους


(«Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμ. ΙΓ', 'Νεώτερος ελληνισμός από 1833 ως 1881', Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1977, σελ. 379)

 

Απάντηση Β΄: Το Ρέθυμνο εμφανίζεται με πολλούς μουσουλμάνους επειδή όσοι Έλληνες δεν σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν, λόγω της πρωτοφανούς τρομοκρατίας, δεν τολμούσαν να δηλώσουν Χριστιανοί εκτός ελαχίστων


(Κόκκινος Διονύσιος, «Η Ελληνική Επανάστασις», τόμ. Α΄, 6η έκδ., Μέλισσα, Αθήνα 1974, σελ. 614)

 


Όπως και στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης που προαναφέραμε, η αλλοίωση του μείγματος των πληθυσμών με διάφορους τρόπους ήταν μια τακτική της εποχής που είχε σκοπό την καλύτερη διοίκηση από την πλευρά του κατακτητή. Αυτό συνέβη στα Γιαννιτσά και το Κιλκίς όπου εγκαταστάθηκαν μουσουλμάνοι έποικοι, ενώ στο Ρέθυμνο είχαμε την αλλοίωση του χριστιανικού στοιχείου με τη μέθοδο της τρομοκρατίας.

Σε κάποιες περιπτώσεις, οι διά της βίας εξισλαμισμοί, οδηγούσαν στην εμφάνιση του φαινομένου των κρυπτοχριστιανών ή δημιουργούσαν νέους μουσουλμάνους που λόγω της απότομης αλλαγής, διατηρούσαν κάποια σύνδεση με τις συνήθειες του χριστιανικού τους παρελθόντος. Για παράδειγμα, υπήρξαν φορές που οι λεγόμενοι Τουρκοκρητικοί προστάτευαν τους χριστιανούς συμπολίτες τους, ενώ στο δεύτερο μισό τού 19ου αιώνα πολλοί επανήλθαν στον χριστιανισμό.

Βεβαίως, οι συνολικές λύσεις που επιβάλλονται σε επίπεδο κρατών δημιουργούν θλιβερές καταστάσεις, και πολλοί Τουρκοκρητικοί μετά την Μικρασιατική Καταστροφή υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν το νησί και να εγκατασταθούν στην Σμύρνη και αλλού, παρά την επιθυμία τους να παραμείνουν στην Κρήτη.
 
Μύθος 10ος: «Η Μικρά Ασία δεν ήταν κοιτίδα ελληνισμού, και οι Έλληνες της Μικράς Ασίας στα 1922 ήταν μετανάστες από την Ελλάδα»

Απάντηση Α΄: Ο ελληνικός πληθυσμός της Μικράς Ασίας αλλοιώθηκε διά της βίας


(Βακαλόπουλος Ε. Απόστολος, «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού», τόμ. Β΄. 'Οι ιστορικές βάσεις της νεοελληνικής κοινωνίας και οικονομίας', έκδ. 2η, Θεσσαλονίκη 1976, σελ. 89)

 

Απάντηση Β΄: Ο κύριος όγκος των Ελλήνων που πήγαν στην Μικρά Ασία τον 19ο αιώνα δεν ήταν «μετανάστες», αλλά ήταν εκείνοι που είχαν εκδιωχθεί διά της βίας από τους Οθωμανούς κατά την Επανάσταση του ’21 και τώρα επέστρεφαν


(Λήμμα «Μικρά Ασία», εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα», τόμ. 42, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2004-2005 [CD-ROM])

 


Φαίνεται πως ο Ανδρέας Παππάς δεν γνωρίζει τον στίχο: «ο θαυμαστός Καππάδοκας Βασίλειος Ακρίτης», από το έπος του Διγενή, έργο του μεσαιωνικού ελληνισμού των αρχών του 12ου αιώνα. Γι’ αυτό και ειρωνεύεται την ύπαρξη ελληνισμού στην Μικρά Ασία η οποία θεωρεί πως περιορίζεται σε μερικούς… μετανάστες που πήγαν εκεί από την Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα!

Πραγματικά, αν και όλοι οι «μύθοι» από το κείμενο του Ανδρέα Παππά μας δίνουν αφορμές να σκεφτούμε ότι ο άνθρωπος αυτός απλά παπαγαλίζει απόψεις άλλων χωρίς να έχει διαβάσει τίποτα σχετικά, ιδιαίτερα όμως για το θέμα του ελληνισμού της Μικράς Ασίας, διαφαίνεται η μνημειώδης άγνοιά του.

Είδαμε λοιπόν στα παραπάνω τεκμήρια ότι και στην Μικρά Ασία, η αλλοίωση του ελληνικού στοιχείου έγινε διά της βίας από τους κατακτητές, ενώ οι άνθρωποι που μετανάστευσαν εκεί από την Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα, απλώς προστέθηκαν στο μεγάλο ρεύμα επιστροφής, όσων Ελλήνων είχαν διωχθεί από την Μικρά Ασία κατά την Επανάσταση του 1821.

Μα ακόμα κι αν δεν γνωρίζει κάποιος όλα αυτά, είναι δυνατόν, να νομίζει ο Ανδρέας Παππάς πως η απέραντη βιβλιογραφία που μιλά για τον «Ελληνισμό της Μικράς Ασίας», αναφέρεται απλώς σε κάποιους Έλληνες μετανάστες που πήγαν εκεί για πρώτη φορά τον… 19ου αιώνα;!

 


Με το άρθρο μας λοιπόν, απαντήσαμε και στο blog Ροΐδη Εμμονές, που μας προκαλούσε να βρούμε «τυχόν ανακρίβειες του συγγραφέα» Ανδρέα Παππά, και μάλιστα με βάση την «επιστημονική αλήθεια» η χρήση της οποίας όπως είπαν, «είναι ίδιον μόνο του σοφού και του επιστήμονος» (θυμίζουμε για την ιστορία, ότι το κείμενο του Ανδρέα Παππά δεν παρείχε ούτε ένα επιστημονικό τεκμήριο, παρά ταύτα το ανάρτησαν αυτοί οι τόσο ανυποχώρητοι φιλεπιστήμονες)…

Μπορούμε λοιπόν να κλείσουμε το άρθρο μας εδώ, αφού είχαμε και την τύχη να εισπράξουμε, έστω και με έμμεσο τρόπο, τον θαυμασμό ενός blog που έχει τόσο συμβάλλει στο κωμικό ρεπερτόριο της σύγχρονης διαδικτυακής επιθεώρησης…


Σημειώσεις

[1] Μερικά αποφθέγματα όπως αυτό του Διονυσίου Σολωμού, επειδή τα διαβάζουμε συχνά έχουμε και την εντύπωση ότι είμαστε σίγουροι για την πηγή τους. Η αλήθεια όμως είναι ότι στο διαδίκτυο και την βιβλιογραφία συναντάμε τη φράση αυτή σε αμέτρητες παραλλαγές, χωρίς όμως αυτοί που την χρησιμοποιούν να μας δείχνουν την πηγή προέλευσής της. Μετά από έρευνα, βρήκαμε την παραπομπή σε άρθρο που έγραψε στα 1957 ο καθ. Γεώργιος Ζώρας για τον Σολωμό· τελικά, η είδηση για την φράση αυτή μας παραδόθηκε από τον Ιάκωβο Πολυλά στα προλεγόμενα της έκδοσης, «Διονύσιου Σολωμού - Τα Ευρισκόμενα», τυπ. Ερμής Αντωνίου Τερζάκη, εν Κερκύρα 1859, ο οποίος γράφει στη σελίδα μθ΄:
«Σύγχρονα ετέλειωσε και τον Πόρφυρα, και έμελλε να το δημοσιέψη. Προς εναν φίλον του, ο οποίος του επαρατήρησε ότι το έθνος ήθελε δεχθή καλήτερα ένα ποίημα εθνικό, απάντησε ευθύς· Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρή εθνικόν ό,τι είναι Αληθές. Όμως εις την άλλην παρατήρησι, ότι ήθελ’ ήναι καλό να ευχαριστηθή και η φιλοτιμία του έθνους, έστερξε, και είπε ότι ήθελε τυπώση συγχρόνως και ένα μέρος των Ελευθέρων Πολιορκημένων».
Αφού βρήκαμε την ακριβή διατύπωση, την αναζητήσαμε στην Google, και ενώ για τις παραλλαγές της φράσης η μηχανή αναζήτησης μάς έδωσε δεκάδες χιλιάδες ευρήματα, για την ακριβή φράση μας επέστρεψε μόλις 75. Προφανώς λοιπόν, ελάχιστοι από αυτούς που την χρησιμοποιούν την γνωρίζουν ακριβώς.
[2] Νικολάου Γιώργος, «Εξισλαμισμοί στην Πελοπόννησο. Από τα μέσα του 17ου αιώνα έως το 1821», εκδ. Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 70.
[3] Αν οι περίοδοι ηρεμίας ερμήνευαν με γνήσιο τρόπο την κατάσταση της ζωής στην Τουρκοκρατία, δεν θα υπήρχαν όλα αυτά τα επαναστατικά κινήματα που κατέληξαν σε σφαγές Χριστιανών, ούτε φυσικά θα είχε λόγο να συμβεί η Επανάσταση του 1821.
[4] Νικολάου Γιώργος, «Εξισλαμισμοί στην Πελοπόννησο …», ό.π., σελ. 71.
[5] Βλ. Καραγεώργος Στ. Βασίλειος, «Ο Αδαμάντιος Κοραής και η Ευρώπη», Αθήνα 1984, σελ. 84 και εξής.
[6] Βλ. Σέργιος Μακραίος, «Εκκλησιαστική Ιστορία», στο Σάθας N. Κωνσταντίνος, «Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη», τόμ. 3, εν Βενετία 1872, σελ. 394.
[7] Βλ. κεφ. «Αθανάσιος ο Πάριος», στο Τζώγας Χαρίλαος, «Η περί μνημοσύνων έρις εν τω Αγίω Όρει κατά τον ΙΗ΄ αιώνα», (ΕΕΘΣΘ, παράρτ. #3), Θεσσαλονίκη 1969, σελ. 29-42.
[8] Δημαράς Θ.Κ., «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», 9η έκδ., Γνώση, Αθήνα 2000, σελ. 141.
[9] «Απόκριση στο ερώτημα: Τι είναι Διαφωτισμός», στο Kant Immanuel, «Δοκίμια» (μτφρ. Παπανούτσος Ευάγγελος), Δωδώνη, Αθήνα 1971, σελ. 42.
[10] Τερτσέτης Γεώργιος, «Ο Γέρων Κολοκοτρώνης», τόμ. 2, εν Αθήναις 1889, σελ. 19.
[11] Τερτσέτης Γεώργιος, «Ο Γέρων Κολοκοτρώνης», τόμ. 1, εν Αθήναις 1889, σελ. 54.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )