.

.

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014

Η νέα μορφή τοῦ ἑωσφορικοῦ πρωτείου

 
Η ΝΕΑ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΙΚΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΙΡΕΣΙΑΡΧΟΥ «ΠΑΠΑ» «ΩΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΚΕΦΑΛΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ» ΠΡΟΦΗΤΕΥΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΟΙΔΙΜΟ ΑΡΧΙΜ. ΚΥΡΟ ΓΕΩΡΓΙΟ ΚΑΨΑΝΗ

πρωτοπρεσβ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος,
ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Ν. Καλλιπόλεως Πειραιῶς
«…Ἐπιθυμῶ νά ἀνανεώσω τήν εὐχή, πού ἐξέφρασαν οἱ προκάτοχοί μου, δηλαδή νά διατηρηθεῖ ὁ διάλογος μέ ὅλους τούς ἐν Χριστῶ ἀδελφούς, γιά νά βροῦμε μιά μορφή ἄσκησης τῆς διακονίας τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης, πού, σέ συνδυασμό μέ τήν ἀποστολή του, νά ἀνοιχτεῖ σέ μιά νέα κατάσταση καί νά μπορεῖ νά εἶναι, στήν παροῦσα κατάσταση, μιά διακονία ἀγάπης καί κοινωνίας ἀναγνωρισμένης ἀπό ὅλους (βλ. πάπας Ἰωάννη-Παῦλος Β΄, Ut unum sint, 95-96)».


Τά παραπάνω λόγια ἐξεφώνησε ὁ αἱρεσιάρχης «πάπας» Φραγκίσκος στήν ὁμιλία του πρό τοῦ Παναγίου Τάφου στίς 25-5-2014[1], κατά τήν συνάντησή του στά Ἱεροσόλυμα μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο, μέ ἀφορμή τήν συμπλήρωση 50 χρόνων ἀπό τήν συνάντηση τοῦ αἱρεσιάρχου «πάπα» Παύλου ΣΤ΄ καί τοῦ μεγάλου οἰκουμενιστοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρου, ἐνώπιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, τοῦ Μακαριωτάτου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων κ. Θεοφίλου, τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς κ. Δημητρίου, τοῦ Σεβ. Μητρ. Γαλλίας κ. Ἐμμανουήλ καί τοῦ Σεβ. Μητρ. Περγάμου κ. Ἰωάννου Ζηζιούλα.
Βεβαίως, ἡ ὁμιλία τοῦ ἐκλαμπροτάτου κ. Φραγκίσκου εἶναι κατάφορτη ἀπό οἰκουμενιστικές θέσεις, τίς ὁποῖες ἁπλῶς θά ἀναφέρουμε ἐπιγραμματικά, διότι θέλουμε νά ἐπικεντρώσουμε τήν προσοχή μας στή νέα ὕπουλη καί ἰησουϊτική τακτική ἀναγνωρίσεως τοῦ πρωτείου τοῦ αἱρεσιάρχου «πάπα» ὡς δήθεν «πρωτείου» μέ ἀποστολή διακονίας.
Ὁ «πάπας» Φραγκίσκος στήν ὁμιλία του  :
Α) Χρησιμοποιεῖ τήν οἰκουμενιστική θεωρία τῶν «ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν». Ἀποκαλεῖ τούς ἐκεῖ παρισταμένους Ὀρθοδόξους ἐπισκόπους «ἀδελφούς ἐπισκόπους», τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο «ἀγαπητό ἐν Χριστῶ ἀδελφό μου πατριάρχη Βαρθολομαῖο», τούς λαϊκούς «ἀγαπητούς ἀδελφούς καί ἀδελφές», καί τούς καλεῖ γιά προώθηση νέων ἀδελφικῶν σχέσεων. Τέλος, προτρέπει : «Ἅς μάθουμε ἀπ' αὐτόν τόν τόπο νά ζοῦμε τή ζωή μας, τίς δυσκολίες τῶν Ἐκκλησιῶν μας καί ὅλου τοῦ κόσμου μέσα στό φῶς τοῦ πρωινοῦ τοῦ Πάσχα».
Β)  Ἀποκαλύπτει ὅτι  ἔγινε συμπροσευχή. «Ἀποτελεῖ ἰδιαίτερη χάρη νά βρισκόμαστε ἐδῶ συναγμένοι στήν προσευχή». «Ἐνῶ βρισκόμαστε ἐδῶ ὡς προσκυνητές σ' αὐτούς τούς ἁγίους τόπους, ἡ προσευχητική μας ἀνάμνηση πάει σέ ὅλη τήν περιοχή τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, πού δυστυχῶς τόσο συχνά σημαδεύεται ἀπό βία καί συγκρούσεις». «Σ' αὐτή τήν πορεία αἰσθανόμαστε νά μᾶς ὑποστηρίζει ἡ προσευχή…».
Γ) Προσπαθεῖ νά πείσει ὅτι ἡ Ἀνάσταση «εἶναι τό θεμέλιο τῆς πίστης, πού μᾶς ἑνώνει (Ὀρθοδόξους καί Παπικούς)», ἐνῶ γνωρίζουμε ὅτι ὑπάρχουν μεγάλες διαφορές στόν τρόπο ἀντιλήψεως τοῦ δόγματος περί Ἀναστάσεως μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν.
Δ) Χρησιμοποιεῖ στήν ὁμιλία του ὄχι τό καθιερωμένο καί ἐπικυρωμένο ἀπό δύο Ἅγιες καί Οἰκουμενικές Συνόδους, τήν Α΄ καί τήν Β΄, Σύμβολο τῆς Πίστεως, ἀλλά τό «Σύμβολο τῶν Ἀποστόλων», γεγονός τό ὁποῖο εἶναι δεῖγμα τοῦ πόσο σεβασμό τρέφει πρός αὐτό (τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, το ὁποῖο ἀτιμάζει μέ τήν προσθήκη τῆς φρικτῆς αἱρέσεως τοῦ Filioque), καί τίς Ἅγιες Οἰκουμενικές Συνόδους. Λέει συγκεκριμένα ὅτι ἡ Ἀνάσταση «εἶναι τό θεμέλιο τῆς πίστης, πού μᾶς ἑνώνει, χάρη στήν ὁποία ὀμολογοῦμε μαζί ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, μονογενής Υἱός τοῦ Πατέρα καί μοναδικός μας Κύριος, «ἔπαθε ἐπί Ποντίου Πιλάτου, σταυρώθηκε, πέθανε καί ἐτάφη. Κατῆλθε στόν Ἅδη καί τήν τρίτη ἡμέρα ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς» (Σύμβολο των Ἀποστόλων)».
Ε) Κάνει λόγο γιά τήν ἐγκυρότητα τοῦ λατινικοῦ βαπτίσματος, χρησιμοποιώντας τήν οἰκουμενιστική θεωρία τῆς «βαπτισματικῆς θεολογίας», ἐνῶ γνωρίζουμε ὅτι οἱ Λατίνοι δέν ἔχουν βάπτισμα, ἀλλά ράντισμα ἤ βάπτισμα δι' ἐπιχύσεως καί ὅτι τό βάπτισμά τους εἶναι μόλυσμα, ἄκυρο καί ἄδεκτο, διότι στούς αἱρετικούς δέν ὑπάρχει βάπτισμα καί διότι δέν τελοῦν τίς τρεῖς καταδύσεις καί ἀναδύσεις. Λέει ὁ «πάπας» : «Ὁ καθένας μας, καθένας πού βαπτίζεται στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι πνευματικά ἀναστημένος ἀπ' αὐτόν ἐδῶ τόν τάφο, ἀφοῦ ὅλοι μας, μέ τό Βάπτισμα, ἐνσωματωθήκαμε πραγματικά στόν Πρωτότοκο ὅλης τῆς πλάσης, θαφτήκαμε μαζί Του, γιά νά ἀναστηθοῦμε μαζί του καί νά πορευτοῦμε σέ μιά νέα ζωή (βλ. Ρωμ 6,4)».
ΣΤ) Καλεῖ πρός ἑνότητα ἄνευ,  ὅμως, τῆς κοινῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. «Ἅς μήν εἴμαστε κουφοί στό ἰσχυρό κάλεσμα στήν ἑνότητα, πού ἀντήχησε ἀκριβῶς σ' αὐτόν ἐδῶ τόν τόπο, στά λόγια Ἐκείνου πού, Ἀναστημένος, μᾶς ὀνομάζει ὅλους «ἀδέλφια μου» (βλ. Μτ 28,10. Ἰω 20,17)». «Κάθε φορά πού σκεπτόμαστε τό μέλλον τῆς Ἐκκλησίας ὅτι εἶναι ἡ κλήση στήν ἑνότητα, λάμπει τό φῶς τοῦ πρωινοῦ τοῦ Πάσχα»! «Καί ὅμως, πενήντα χρόνια ἀπό τόν ἀσπασμό ἐκείνων τῶν δύο σεβάσμιων Πατέρων, ἀναγνωρίζουμε μέ εὐγνωμοσύνη καί ἀνανεωμένη ἔκπληξη πώς στάθηκε δυνατόν, μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νά πραγματοποιήσουμε βήματα πραγματικά σημαντικά πρός τήν ἑνότητα».
Ζ) Ἀναφέρεται στίς διαιρέσεις μέ τήν τακτική τῆς ὑπεραπλούστευσης. «Σίγουρα, δέ μποροῦμε νά ἀρνηθοῦμε τίς διαιρέσεις, πού ὑπάρχουν ἀκόμα μεταξύ μας, τῶν μαθητῶν τοῦ Ἰησοῦ : αὐτός ὁ ἱερός τόπος μᾶς κάνει νά ἀντιλαμβανόμαστε μέ μεγαλύτερο πόνο αὐτό τό δράμα». «Ἀλλά, οἱ διαφορές δέν πρέπει νά μᾶς τρομάζουν καί νά παραλύουν τήν πορεία μας. Ὀφείλουμε νά πιστεύουμε ὅτι, ὅπως ἀνατράπηκε ἡ πέτρα του τάφου, μέ τον ἴδιο τρόπο μποροῦν νά ἀνατραποῦν ὅλα ἐκεῖνα τά ἐμπόδια, πού ἐμποδίζουν τήν πλήρη κοινωνία ἀνάμεσά μας. Θά εἶναι μιά χάρη ἀνάστασης, τήν ὁποία ἤδη σήμερα προγευόμαστε».
Η) Ἐπισημαίνει τόν τελικό σκοπό τῆς ἑνότητος, πού εἶναι τό κοινό ποτήριο, τό κοινό συλλείτουργο, ἡ μυστηριακή διακοινωνία (intercommunion), ἡ ὁποία ἀπό Ὀρθόδοξης ἐπόψεως εἶναι ἀδύνατη, διότι προϋποθέτει τήν προϋπάρχουσα κοινή Ὀρθόδοξη πίστη. «Ἔχουμε συνείδηση ὅτι ἀπομένει καί ἄλλος δρόμος νά διατρέξουμε, γιά νά φτάσουμε στήν πληρότητα τῆς κοινωνίας, πού θά ἐκφραστεῖ στή συμμετοχή στήν ἴδια Εὐχαριστιακή Τράπεζα, πού διακαῶς ἐπιθυμοῦμε». «Παναγιότατε ἀγαπητέ Ἀδελφέ, ὅλοι οἱ ἀγαπητοί ἀδελφοί, ἅς βάλουμε κατά μέρος τίς ἐπιφυλάξεις, πού κληρονομήσαμε ἀπό τό παρελθόν καί ἅς ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στή δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ Πνεύματος τῆς Ἀγάπης (βλ. Ρωμ 5,5), γιά νά πορευτοῦμε μαζί καί γρήγορα πρός τήν εὐλογημένη ἡμέρα πού θά βροῦμε τήν πλήρη μας κοινωνία».
Θ)  Καλεῖ τούς Ὀρθοδόξους νά ζητήσουμε συγγνώμη ἀπό τούς Λατίνους γιά τίς ἁμαρτίες πού δῆθεν διεπράξαμε ἀπέναντί τους!!! Μᾶς θυμίζει τό ἐπαίσχυντο κείμενο τῆς 10ης Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ προτεσταντικοῦ λεγομένου «Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν» στό Πουσάν τῆς Ν. Κορέας (Νοέμβριος 2013), μέ τό ὁποῖο οἱ ὀρθόδοξοι ἐκπρόσωποι οὔτε λίγο οὔτε πολύ μετενόησαν καί ζήτησαν συγγνώμη γιά τίς διαιρέσεις, πού προκάλεσαν οἱ Ὀρθόδοξοι στήν Ἐκκλησία, ἀφοῦ δέν ἀντέδρασαν στό κείμενο. «Κάθε φορά πού ζητοῦμε συγγνώμη οἱ μέν ἀπό τούς δέ γιά τίς ἁμαρτίες, πού διαπράξαμε ἀπέναντι στούς ἄλλους χριστιανούς, καί κάθε φορά πού χορηγοῦμε καί δεχόμαστε αὐτή τή συγγνώμη, κάνουμε ἐμπειρία τῆς ἀνάστασης!
Ι) Κάνει λόγο γιά οἰκουμενισμό πόνου καί αἵματος. «Ὅταν βρίσκονται χριστιανοί διαφορετικῶν ὁμολογιῶν νά ὑποφέρουν μαζί, οἱ μέν κοντά στούς δέ, καί νά προσφέρουν μέ ἀδελφική ἀγάπη οἱ μέν στούς δέ ἀδελφική βοήθεια, πραγματοποιεῖται ἕνας οἰκουμενισμός πόνου, ἕνας οἰκουμενισμός αἵματος, πού κατέχει μιά ἰδιαίτερη ἀποτελεσματικότητα ὄχι μόνο στούς τόπους ὅπου συμβαίνει, ἀλλά μέσω τῆς κοινωνίας τῶν ἁγίων, σέ ὅλη τήν Ἐκκλησία. Αὐτοί πού ἀπό μίσος πρός τήν πίστη σκοτώνουν, καταδιώκουν τούς χριστιανούς, δέν τούς ρωτοῦν ἄν εἶναι ὀρθόδοξοι ἤ καθολικοί. Τούς ἀρκεῖ πού εἶναι χριστιανοί. Τό αἷμα τῶν χριστιανῶν εἶναι τό ἴδιο».
ΙΑ) Διαστρέφει τήν ὀρθόδοξη καί ἀληθή ἑρμηνεία τοῦ χωρίου ἀπό τό κατά Ἰωάννην ἅγιον Εὐαγγέλιον «ἵνα ὦσιν ἕν». «Σ' αὐτή τήν πορεία αἰσθανόμαστε νά μᾶς ὑποστηρίζει ἡ προσευχή, πού σ' αὐτή τήν πόλη, τήν παραμονή τοῦ πάθους, τοῦ θανάτου καί τῆς ἀνάστασής του, ὕψωσε γιά τούς μαθητές του πρός τόν Πατέρα, καί πού δέν θά πρέπει νά κουραζόμαστε νά κάνουμε δική μας μέ ταπεινότητα : «Νά εἶναι ἕνα… γιά νά πιστέψει ὁ κόσμος» (Ἰω 17,21)», καί
 ΙΒ) Ἀναφέρεται στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τήν στιγμή πού οἱ Λατίνοι ἔχουν διαστρεβλώσει τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ προσώπου τῆς Κυρίας Θεοτόκου μέ τήν μαριολογία, ἡ ὁποία περιλαμβάνει τίς νέες αἱρετικές θεωρίες περί τῆς «ἀσπίλου συλλήψεως» καί τῆς «ἐνσωμάτου ἀναλήψεως» τῆς Θεοτόκου, μέ τίς ὁποῖες ἡ Παναγία πιστεύεται ὡς Θεά. «Κι ὅταν ἡ ἔλλειψη ἑνότητας μᾶς γεμίζει ἀπογοήτευση, ἅς πᾶμε ὅλοι κάτω ἀπό τήν προστασία τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ὅταν στή χριστιανική ψυχή ὑπάρχουν πνευματικές καταιγίδες, μόνο κάτω ἀπό τήν προστασία τῆς Θεοτόκου βρίσκουμε εἰρήνη. Εἴθε Ἐκείνη νά μᾶς βοηθᾶ σ' αὐτή τήν πορεία».
Ἐπανερχόμενοι στό θέμα τοῦ πρωτείου μέ τή μάσκα καί τό προσωπεῖο τῆς διακονίας, θέλουμε νά τονίσουμε ὅτι ὁ ἔμφορτος οἰκουμενιστικῶν φρονημάτων (βλ. Κείμενο Ραβέννας, εὐχαριστιακή ἐκκλησιολογία κ.ἄ) Σεβ. Μητρ. Περγάμου κ. Ἰωάννης Ζηζιούλας, δεξιός βραχίων τοῦ Παναγιωτάτου κ. Βαρθολομαίου, συμμετέχοντας καί φέτος ὡς ἐπικεφαλής τῆς πατριαρχικῆς ἀντιπροσωπείας, στήν παπικῆς προελεύσεως καί ἐφευρέσεως θρονική ἑορτή τῆς ἐκπεσούσης καί αἱρετικῆς Ρώμης στίς 29-6-2014 καί συμπροσευχόμενος μετά τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα, καταπατώντας ἔτι μίαν φοράν τούς Θείους καί Ἱερούς Κανόνας, πού ἀπαγορεύουν τήν συμπροσευχή μετά τῶν κατεγνωσμένων καί πασιδήλων αἱρετικῶν Παπικῶν, ἀπευθυνόμενος πρός τόν αἱρεσιάρχην ποντίφηκα μεταξύ ἄλλων τόνισε καί τά ἑξῆς, πού ἔχουν σχέση μέ τό πρωτείο : «Ἁγιώτατε… γιά τό λόγο αὐτό συνεχίζουμε μέ πλήρη δέσμευση τῶν προσπαθειῶν μας γιά τήν προώθηση τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν μας, ὁ ὁποῖος συνεχίζεται μέ πνεῦμα ἀγάπης, ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης καί σεβασμοῦ. Ἡ Μικτή Διεθνής Ἐπιτροπή τοῦ διαλόγου ἔχει προγραμματιστεῖ νά συνεδριάσει σέ ὁλομέλεια τόν ἑπόμενο Σεπτέμβριο νά συνεχίσει τή συζήτηση τοῦ θέματος τοῦ πρωτείου στήν Ἐκκλησία. Εἶναι ἕνα δύσκολο θέμα, ἀλλά, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐλπίζουμε νά κάνουμε πρόοδο. Ὁ τρόπος, πού ἡ Ἁγιότητά σας κατανοεῖ καί ἐφαρμόζει τό θέμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑπεροχῆς, προσφέρει ἔμπνευση καί ἐλπίδα στίς προσπάθειές μας γιά την ἐπίτευξη συμφωνίας σχετικά μέ αὐτό τό ἀκανθῶδες ζήτημα»[2].
Ἡ παραπάνω περί πρωτείου δήλωση τοῦ αἱρεσιάρχου «πάπα», ἀλλά καί ἡ ἐκπλήρωση αὐτῆς τῆς ἐπιθυμίας, μαζί μέ τήν de facto ἐφαρμογή ἐντός τῶν κόλπων τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας τῆς αἱρετικῆς βατικάνειας ἐκκλησιολογίας ἐκ μέρους τῶν οἰκουμενιστῶν, ἀποτελεῖ πανηγυρική καί πλήρη ἐπιβεβαίωση καί ἐπικύρωση τῶν διορατικῶν λόγων τοῦ προσφάτως κοιμηθέντος ἁγίου Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, Ἀρχιμανδρίτου κυροῦ Γεωργίου Καψάνη, ὁ ὁποῖος, σχολιάζοντας τό ‘Κείμενο τῆς Ραβέννας’, προφητικῶς ἐξέφραζε τόν προβληματισμό του γιά τήν πορεία τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν, γιά τήν ὁποία προέβλεπε ὅτι, μέ τόν ἀνορθόδοξο τρόπο, πού διεξάγεται, θά ὁδηγοῦσε στήν ἀναγνώριση τοῦ αἱρεσιάρχου «πάπα» ὡς καθολικῆς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας μέ ἀποστολή διακονίας.
Κατωτέρω παραθέτουμε ἀπόσπασμα ἀπό κείμενο τοῦ ἀοιδίμου Γέροντος μέ θέμα «Τό κείμενο τῆς Ραβέννας καί τό Πρωτεῖο τοῦ Πάπα»[3], στό ὁποῖο ἐπισήμανε τά ἑξῆς :
«Στό «Κείμενο τῆς Ραβέννας» ἀναπτύσσονται δύο σημαντικές πτυχές τοῦ θεσμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ συνοδικότης καί ἡ αὐθεντία. Συμφωνήθηκε (παράγρ. 40-41) ὅτι τό ἐκκλησιολογικό περιεχόμενο τῆς συνοδικότητος καί τῆς αὐθεντίας βιώθηκαν ἀπό κοινοῦ ὀρθοδόξως κατά τήν πρώτη χιλιετία τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας σέ Ἀνατολή καί Δύσι. Ὅμως, ὅσο καί ἄν θέλουμε νά θεωρήσουμε θετική τήν συμφωνία αὐτή, δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά ἐφησυχάσουμε ἡ διευκρίνησις τῆς ἰδίας παραγράφου : «Διαφωνοῦσι, παρά ταῦτα [Ὀρθόδοξοι καί Ρωμαιοκαθολικοί], ἐπί τῆς ἑρμηνείας τῶν ἱστορικῶν στοιχείων ἐκ τῆς περιόδου ταύτης, θεωροῦσαι τάς προνομίας τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης ὡς πρώτου ζήτημα ἤδη διαφοροτρόπως κατανοηθέν κατά τήν πρώτην χιλιετίαν» (παράγρ. 41). Μέ τήν διευκρίνησι αὐτή ἔχουν τεθῆ τά θεμέλια γιά μία ἀποδεκτή ἀπό τούς Ὀρθοδόξους ἐπανερμηνεία τοῦ παπικοῦ Πρωτείου.
Ἀναμφιβόλως κατά τήν πρώτη χιλιετία ἡ συνοδικότης λειτουργοῦσε καί γι’ αὐτό δέν εἶχε ἀναπτυχθῆ αὐθεντία μέ τήν μορφή παγκοσμίου πρωτείου ἤ δικαιοδοσίας. Ἡ ἐκτροπή, ὅμως, στό παπικό Πρωτεῖο δέν ἔγινε σέ μία στιγμή χρόνου. Λόγῳ τοῦ παπικοῦ ἡγεμονισμοῦ ἐπί τῆς καθόλου Ἐκκλησίας, στήν ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἐπί αἰῶνες ἐκυοφορεῖτο μία διαδικασία ὑποβαθμίσεως τῆς συνοδικότητος καί ἀναδύσεως τοῦ παπικοῦ Πρωτείου. Στήν διαδικασία αὐτή παραπέμπει εὐθέως καί σαφῶς ἡ ἀνωτέρω «διαφωνία» τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς στήν Ραβέννα. Ἐνόσῳ, ὅμως, οἱ Ρωμαιοκαθολικοί δέν παραιτοῦνται ἀπό τήν παποκεντρική ἑρμηνεία τῶν θεσμῶν τῆς συνοδικότητος καί τῆς αὐθεντίας κατά τήν πρώτη χιλιετία τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ‘‘συμφωνία’’ τοῦ «Κειμένου τῆς Ραβέννας» κλίνει ὑπέρ τῆς ἀναγνωρίσεως ἑνός παγκοσμίου πρωτείου στόν Πάπα. Μόνο ἐάν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί δεχθοῦν νά ἑρμηνεύσουν τά ἱστορικά στοιχεῖα τῆς πρώτης χιλιετίας ὅπως καί οἱ Ὀρθόδοξοι, θά εἶναι βέβαιο ὅτι παραιτοῦνται τῶν παπικῶν νεωτερισμῶν τῆς δευτέρας χιλιετίας. Μόνο ὑπό τήν προϋπόθεσι αὐτή ἡ ἀνακοινωθεῖσα συζήτησις, κατά τίς ἑπόμενες συνελεύσεις τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, περί τῆς ἑρμηνείας τῆς συνοδικότητος καί τῆς αὐθεντίας κατά τήν δεύτερη χιλιετία, καί μάλιστα ἀπό τίς Α’ καί Β’ συνόδους τοῦ Βατικανοῦ, θά ἀποδώσῃ Ὀρθόδοξα συμπεράσματα, δηλαδή θά κλίνῃ πρός κατάργησι τοῦ παπικοῦ Πρωτείου. Ἄλλως, ἡ ἀναγνώρισις ἑνός παπικοῦ Πρωτείου δικαιοδοσίας (ἔστω καί ὑπό τήν μορφή ἑνός λειτουργήματος διακονίας) ἐφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ βεβαία κατάληξις.
Γνωρίζοντες τήν στρατηγική τοῦ Βατικανοῦ θεωροῦμε ὅτι οἱ Ρωμαιοκαθολικοί δέν ἠμποροῦν νά ἀποβάλουν τόν παποκεντρισμό τους, τόν ἀρχαῖο καί τόν νεώτερο, διότι τόν ἔχουν ἐπισφραγίσει μέ τίς ἀποφάσεις δεκατριῶν «οἰκουμενικῶν» τους συνόδων. Θυμίζουμε τίς τελευταῖες διακηρύξεις τοῦ Πάπα Ἰωάννη Παύλου ΙΙ μέ τήν Ἐγκύκλιο Ut Unum Sint (1995)[4] : «Ἡ Καθολική Ἐκκλησία ἔχει τήν πεποίθηση ὅτι διατήρησε τή διακονία τοῦ διαδόχου τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης, πού ὁ Θεός ἵδρυσε ‘‘ὡς παντοτεινή καί ὁρατή ἀρχή καί θεμέλιο τῆς ἑνότητας’’» (παράγρ. 88). Καί, «Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἔχω στό σημεῖο αὐτό μιά ἰδιαίτερη εὐθύνη ... νά βρίσκω μιά μορφή ἄσκησης τοῦ πρωτείου, τό ὁποῖο, χωρίς ν’ ἀποποιηθῶ μέ κανένα τρόπο τήν οὐσία τῆς ἀποστολῆς του, ν’ ἀνοίγεται σέ μιά νέα κατάσταση» (παράγρ. 95). Γνωστή ἄλλωστε εἶναι καί ἡ διακήρυξις τοῦ παπικοῦ Πρωτείου ἀπό τόν Πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ’ στό Φανάρι τό 2006.
Ἐπιπλέον, καί ἄν ἀκόμη συμβῇ σέ ἕνα εἰλικρινῆ διάλογο νά μή ἀκολουθηθῇ ἡ γραμμή τοῦ Βατικανοῦ, ἡ τακτική εἶναι νά ἀνατρέπωνται οἱ συμφωνίες τῶν θεολόγων, ὁσάκις δέν εἶναι σύμφωνες μέ τήν γραμμή τῆς κουρίας. Νά θυμίσουμε τήν ὑποχώρησι τῶν Ὀρθοδόξων στό θέμα τῆς παρουσίας οὐνιτῶν στόν διάλογο, ἅμα τῇ ἐνάρξει του, παρά τίς πανορθόδοξες συνοδικές διαβεβαιώσεις γιά ἀνυποχώρητη στάσι στό θέμα αὐτό. Νά θυμίσουμε ἀκόμη τήν ἀνατροπή τῆς πορείας τοῦ διαλόγου περί τῆς οὐνίας καί τήν ἄτακτη ὑποχώρησί μας μέχρι τῆς ταπεινωτικῆς γραμμῆς τοῦ κειμένου τοῦ Balamand. Νά θυμίσουμε τέλος τήν σκαιά παπική παρέμβασι κατά τήν Θ’ Συνέλευσι τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς στήν Βαλτιμόρη καί τό ναυάγιο τῶν κατά τῆς οὐνίας Ὀρθοδόξων προσδοκιῶν. Καί ἄς μή λησμονοῦμε τήν παπική Ὁδηγία τοῦ Ἰουλίου 2006. Φοβούμεθα, ὅσον ἀφορᾶ τήν συζήτησι περί Πρωτείου στίς ἑπόμενες συνελεύσεις τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ γραμμή τοῦ Βατικανοῦ θά ἐπιβληθῇ μέ τήν ἀναγνώρισι στόν Πάπα τῆς Ρώμης ἑνός εἴδους παγκοσμίου πρωτείου, ἴσως ὑπό τήν δελεαστική μορφή (ἐν «ὑποχριστιανίζοντι κωδίῳ», κατά Μελέτιον Πηγᾶν), τῆς διακονίας τῆς καθόλου Ἐκκλησίας, ἀλλά πάντως ἀγνώστου καί ἀπαραδέκτου στήν ἀρχαία Ἐκκλησία. Τό φοβούμεθα, διότι ἤδη κάτι ἀρχίζει ἀμυδρά νά διαφαίνεται μέ τήν παράγρ. 41 τοῦ «Κειμένου τῆς Ραβέννας».
Εὐχή καί ἐλπίδα μας πάντως εἶναι νά ἀποβάλουν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί τήν παποκεντρική τους ἑρμηνεία ἐπί τῶν ἱστορικῶν στοιχείων τῆς πρώτης χιλιετίας, καθώς καί τό συνεπακόλουθο πρωτεῖο παγκοσμίου δικαιοδοσίας. Ἴσως ἔτσι, αἱρομένου τοῦ αἰτίου, πού εἶναι ἡ παπική ἡγεμονική διάθεσις, διορθωθοῦν καί οἱ δογματικές συνέπειες. Ὁ ὅσιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς συνδέει ὡς αἴτιο μέ αἰτιατό τό παπικό πρωτεῖο μέ τίς παπικές κακοδοξίες : «Τό ὀρθόδοξον δόγμα, μᾶλλον δέ τό παν-δόγμα περί τῆς Ἐκκλησίας, ἀπερρίφθη καί ἀντικατεστάθη διά τοῦ λατινικοῦ αἱρετικοῦ παν-δόγματος περί τοῦ πρωτείου καί τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα, δηλαδή τοῦ ἀνθρώπου. Ἐξ αὐτῆς δέ τῆς παναιρέσεως ἐγεννήθησαν καί γεννῶνται συνεχῶς ἄλλαι αἱρέσεις : τό Filioque, ἡ ἀποβολή τῆς Ἐπικλήσεως, τά ἄζυμα, ἡ εἰσαγωγή τῆς κτιστῆς χάριτος, τό καθαρτήριον πῦρ, τό θησαυροφυλάκιον τῶν περισσῶν ἔργων...»[5].
Μέ τήν εὐχή καί τήν προοπτική νά ἀποβάλουν οἱ Λατῖνοι τοῦ 15ου αἰῶνος τούς δογματικούς νεωτερισμούς τους ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Ἐφέσου πῆγε στήν Σύνοδο τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας, ἀλλά προσέκρουσε στήν παπική ὑπεροψία τοῦ Εὐγενίου Δ’. Μέ τήν ἴδια εὐχή καί προοπτική, νά ἀποβάλουν δηλαδή οἱ Πάπαι καί οἱ θεολόγοι τους τόν παποκεντρισμό τους, ὁ ἱερός Δοσίθεος Ἱεροσολύμων εἶχε συγγράψει τήν Δωδεκάβιβλο ἤ Ἱστορία περί τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις πατριαρχευσάντων[6], ὅπως σημειώνει ὁ διάδοχός του στόν θρόνο τῶν Ἱεροσολύμων καί ἐκδότης της, ὁ ἀοίδιμος Χρύσανθος : «Κἄν διά τῆς παρούσης βίβλου ὡς διά τῶν θεοκηρύκων Ἀποστόλων καί τῶν θεοφόρων Ἀνατολικῶν καί Δυτικῶν Πατέρων ἐλθόντες εἰς αἴσθησιν, καί παρακινούμενοι καί οἴκοθεν οἱ τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας Ἄρχοντες, τοῦτο αὐτό κατορθώσωσι, καί ἑνώσωσι τάς Ἐκκλησίας, θείῳ ζήλῳ κινούμενοι, καί παύσωσι τά σχίσματα καί τά σκάνδαλα τοῦ διαβόλου τά ὄργανα»[7]. Μάλιστα ὁ Χρύσανθος παρατηρεῖ μετ’ ἐλπίδος : «Εἰ δέ καί δέξεται διόρθωσιν ἡ δυτική Ἐκκλησία, καί ρίψει τούς νεωτερισμούς, καί ὅσα οὐκ εἶχεν ὅτε ἦν σύμφωνος τῇ Ἀνατολικῇ Ἐκκλησίᾳ, τότε καί ὁ Ρώμης βέβαια ἄδεται ὡς εἰκός εἰς πᾶσαν τήν ὑφ’ Ἥλιον ὡς πρῶτος τῇ τάξει τῶν Πατριαρχῶν, καί φημίζεται παρρησίᾳ παρά τῶν μεγίστων Ἐκκλησιῶν καί τῶν τῆς Οἰκουμένης Ἀρχιερέων πρῶτος ἐν ταῖς ἐκφωνήσεσι, καί ἐν τοῖς διπτύχοις ταχθήσεται ὡς ἦν καί ἀνέκαθεν πρό τοῦ σχίσματος, ἀλλά δή καί τά προνόμια καί πρεσβεῖα αὐτοῦ τά δίκαια καί τήν τιμήν ἡ τῶν Ἐκκλησιῶν ἕνωσις ἀνακαινίζει καί ἀποδίδωσιν αὐτῷ μετά μεγάλης χαρᾶς καί εὐχαριστήσεως»[8] . Ἀλλά, ὡς γνωστόν ἡ Α’ καί ἡ Β’ Σύνοδοι τοῦ Βατικανοῦ ἐδογμάτισαν ἕνα αὐστηρότερο παπικό θεσμό.
Ὁ θεολογικός διάλογος, ὅταν γίνεται μέ Ὀρθόδοξες ἐκ μέρους μας προϋποθέσεις, δέν εἶναι κακός. Θά μποροῦσε νά θεωρηθῇ ἡ ἰδική μας ἀνθρωπίνη συνεργία στό ἔργο τοῦ Θεοῦ νά ἐπανακάμψουν, ἄν εἶναι δυνατόν, οἱ ἑτερόδοξοι στήν πίστι καί τήν κοινωνία τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Μεταξύ αὐτῶν τῶν προϋποθέσεων, σημαντική ἐν προκειμένῳ εἶναι ἡ ἀταλάντευτη ἐμμονή μας στήν συνοδικῶς κατοχυρωμένη στάσι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τοῦ παπισμοῦ, τόσον ὡς φορέως σωρείας ἑτεροδιδασκαλιῶν, ὅσο καί ὡς φορέως τοῦ παποκεντρικοῦ ἡγεμονισμοῦ ἐπί τῆς καθόλου Ἐκκλησίας. Δυστυχῶς στό «Κείμενο τῆς Ραβέννας» δέν παρατηρεῖται ἡ σαφής καί ἀδιαμφισβήτητα πατερική καί συνοδική Ὀρθόδοξος στάσις. Λείπει τό πνεῦμα, μέ τό ὁποῖο διαπραγματεύθηκε τήν ἕνωσι τῶν Ἐκκλησιῶν ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός στήν Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, ὅταν προέβαλε εὐθύς ἐξ ἀρχῆς ὡς βάσιν συζητήσεως τό ἀκαινοτόμητον τοῦ Συμβόλου καί τήν Ὀρθόδοξο ἑρμηνεία του. Λείπει τό ἐκκλησιολογικό φρόνημα τῶν συνοδικῶν ἀποφάσεων τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς ἐπί τουρκοκρατίας. Λείπει τό πνεῦμα τῆς εὐθύτητος, μέ τό ὁποῖο ὁμιλεῖ ὁ ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως στό ἔργο του «Περί τῶν αἰτίων τοῦ σχίσματος». Κυριαρχεῖ ἀντίθετα μία ἀμφίλογη «ἐκκλησιολογία τῆς κοινωνίας», στήν ὁποία ἡ κοινωνία δέν νοεῖται μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων κατά τήν πίστι τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλά μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῆς ἑτεροδόξου «Ἐκκλησίας» τῆς Ρώμης. Σημειωτέον, μάλιστα, ὅτι δέν γίνεται λόγος γιά «ἐκκλησιαστική κοινωνία», ἀλλά γιά «ἐκκλησιακή κοινωνία» (ecclesial communion). Στήν ὡς ἄνω «ἐκκλησιολογία τῆς κοινωνίας» ὑποβαθμίζεται ἡ σημασία, πού ἔχουν πρῶτον τό ἀκαινοτόμητον τῆς ἀποστολικῆς Πίστεως, τό ὁποῖο στό «Κείμενο τῆς Ραβέννας» μένει ἁπλῆ ἀναφορά, χωρίς τήν βαρύνουσα σημασία, πού ἔχει γιά τήν διάκρισι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπό τήν ἑτεροδοξοῦσα Ρώμη, καί δεύτερον ἡ ἐντολή τῶν ἱερῶν Κανόνων περί ἀκοινωνησίας μέ τούς αἱρετικούς στά Μυστήρια καί μάλιστα στήν Εὐχαριστία, ἐντολή ἡ ὁποία ἐντελῶς ἀποσιωπᾶται. Πάντως καί τά δύο αὐτά στοιχεῖα εἶναι θεμελιώδη στήν Ὀρθόδοξο διδασκαλία περί τῆς Ἐκκλησίας ὡς κοινωνίας.
Στό «Κείμενο τῆς Ραβέννας» διαφαίνεται ἡ τάσις νά ἀντιμετωπισθῇ τό ζήτημα τοῦ παπικοῦ Πρωτείου ὡς «διακανονισμός» τῶν παπικῶν προνομίων καί ὄχι ὡς βαθύ θεολογικό πρόβλημα πού ἀφορᾶ αὐτό τοῦτο τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ παραδοχή πρωτείου δικαιοδοσίας ἐπί τῆς καθόλου Ἐκκλησίας, δηλαδή τό νά εἶναι ἕνας ἐπίσκοπος κεφαλή καί ἀρχή ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, ἔστω ἐπιφορτισμένος μέ ἕνα ρόλο διακονίας, εἶναι βλασφημία κατά τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ ὡς μοναδικῆς Κεφαλῆς τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Τό πρωτεῖο δικαιοδοσίας συνιστᾶ ἀνατροπή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὑπεράνω πάντων τῶν ἐπισκόπων εἶναι ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος. Σέ αὐτήν προεκάθητο μέν ἐν ἀγάπῃ ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης ὡς ἴσος τῶν συνεπισκόπων του, ἐν τῷ μέσῳ ὅμως τῶν ἐπισκόπων ἐτοποθετεῖτο τό ἱερό Εὐαγγέλιο ὡς σύμβολο τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς μοναδικῆς Κεφαλῆς τῆς καθόλου Ἐκκλησίας. Τό μοναδικό προνόμιο τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης (ὅταν σημειωτέον ἦταν Ὀρθόδοξος), πού εἶναι ἀποδεκτό ἀπό Ὀρθοδόξου ἀπόψεως, εἶναι ἡ ἐν συνόδοις πρωτοκαθεδρία (πρεσβεῖα τιμῆς) μεταξύ τῶν πέντε Ὀρθοδόξων πατριαρχῶν καί ἡ συνεπείᾳ αὐτῆς μνημόνευσίς του πρώτου μεταξύ τῶν λοιπῶν πατριαρχῶν στά Δίπτυχα. Αὐτό βεβαιώνεται ἀπό τό γράμμα καί τό πνεῦμα τοῦ 28ου κανόνος τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Τά λοιπά προνόμια τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης καί ὁ ρόλος τους δέν εἶναι ἀποδεκτά ἀπό τήν Ἐκκλησία. Χρειάζεται ἑπομένως πολλή προσοχή στήν νοηματοδότησι τῆς φράσεως, πού δεσπόζει στό «Κείμενο τῆς Ραβέννας» καί διατυμπανίσθηκε στήν Ἑσπερία ὡς δῆθεν ἀναγνώρισις γιά πρώτη φορά ὑπό τῶν Ὀρθοδόξων τοῦ Πρωτείου τοῦ Πάπα[9]. Ἡ περίφημη φράσις λέγει : «οἱ πρῶτοι δέον ὅπως ἀναγνωρίζωσι τίς ἐστιν ὁ πρῶτος μεταξύ αὐτῶν» (παράγρ. 10). Ἡ ἀμφιλογία τῆς ἐκφράσεως εἶναι προφανής. Ἡ Ἐκκλησία πάντοτε ἀνεγνώριζε πρωτοκαθεδρία στόν ἐπίσκοπο Ρώμης, ἐνόσῳ βεβαίως αὐτός ὀρθοδοξοῦσε, οὐδέποτε ὅμως μέχρι σήμερα ἀποδέχθηκε κάποιο πρωτεῖο ἤ αὐθεντία του ἐφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, πολλῷ μᾶλλον ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἐπιμένει στά αἱρετικά της δόγματα.
Κατά τίς ἑπόμενες συνελεύσεις τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς ἀναμένεται νά συζητηθῇ ὁ ρόλος τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης καί τό εἶδος τοῦ πρωτείου του στήν «κοινωνία τῶν ἐκκλησιῶν»! Οἱ Ὀρθόδοξοι, ὅμως, δέν εἶναι δυνατόν νά ἀποδεχθοῦμε μία παποκεντρική ἐπανερμηνεία τοῦ πρωτείου τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης. Ἐξ αἰτίας τῆς παποκεντρικῆς ἑρμηνείας τοῦ πρωτείου, ὁ Πάπας περιεβλήθη ἐντελῶς ἀπαράδεκτα προνόμια, χωρίς τήν συγκατάθεσι τῶν λοιπῶν Ἐκκλησιῶν τῆς ἀρχαίας πενταρχίας καί μᾶλλον εἰς ἀνατροπήν τῆς κανονικῆς (συνοδικῶς βεβαιωμένης) τάξεως τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Ὡρισμένα ἀπό αὐτά, τά ὁποῖα διεξοδικῶς, μέ πολλή δύναμι λόγου καί μέ ἱκανή θεολογική κατοχύρωσι ἔχουν ἐλεγχθῆ ἀπό Ὀρθοδόξου πλευρᾶς (ἐμεῖς παραπέμπουμε ἐνδεικτικῶς στους ἀοιδίμους πατριάρχας Δοσίθεο Ἱεροσολύμων καί Μελέτιο Ἀλεξανδρείας τόν Πηγᾶ), εἶναι τά ἀκόλουθα :
1. Τό πρωτεῖον ἐξουσίας, ἐπειδή δῆθεν ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἦταν ἡ κεφαλή τοῦ κολλεγίου τῶν Ἀποστόλων καί εἶχε ἐπ’ αὐτῶν πρωτεῖον ἐξουσίας[10].
2. Τό Ἀλάθητον τοῦ Πάπα[11].
3. Τό νά εἶναι ὁ Πάπας ὑπεράνω τῶν συνόδων[12].
4. Τό νά ὑπερέχῃ ὁ Ρώμης τῶν λοιπῶν Πατριαρχῶν[13].
5. Τό νά εἶναι ὁ θρόνος τῆς Ρώμης κριτής πάντων καί νά μή ὑπόκειται εἰς τήν κρίσιν οὐδενός[14].
6. Τό νά ἔχῃ ὁ θρόνος τῆς Ρώμης τό ἔκκλητον ἐπί τῆς καθόλου Ἐκκλησίας[15].
7. Τό νά θεωρῆται ὁ Πάπας ἐπίσκοπος τῆς Καθολικῆς (δηλ. τῆς ἀνά τήν οἰκουμένην) Ἐκκλησίας[16]. Ὑπενθυμίζουμε ὅτι ὁ Πάπας μέχρι σήμερα ὑπογράφει (αὐτός μόνος!) : Ἐπίσκοπος τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας.
8. Τό νά εἶναι ὁ Πάπας ἡ καθολική κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας μέ ἀποστολή διακονίας. Αὐτό εἶναι ἕνα σημεῖο, στό ὁποῖο ἐπενδύει ἡ ρωμαιοκαθολική πλευρά καί σήμερα, ἄν θυμηθοῦμε τήν περίφημη ἔκφρασι ὅτι ὁ Πάπας εἶναι «δοῦλος τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ»! Τό «Κείμενο τῆς Ραβέννας» ὁμιλεῖ γιά πρωτεῖο διακονίας τοῦ Πάπα τῆς Ρώμης καί γι’ αὐτό χρειάζεται ἰδιαίτερη προσοχή. Ὁ προσφάτως καταταγείς στό Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἱερώτατος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Μελέτιος ὁ Πηγᾶς, γράφει μεταξύ ἄλλων ἐπ’ αὐτοῦ : «Ἀλλά, λέγουν, πρέπει κάποιος ἀπό τούς ἐπισκόπους καί μεταξύ τῶν ἐπισκόπων νά ὑπερέχῃ. Μάλιστα αὐτόν τόν ὀνομάζουν διακονική κεφαλή ... Ἀλλά ὅλων αὐτῶν τῶν ἐπισκόπων μόνον ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἀρχή καί ἡ κεφαλή ... Αὐτοί [σ.σ. οἱ Λατῖνοι] παραχωροῦν στήν διακονική αὐτή κεφαλή ἀπεριόριστη ἐξουσία καί ἐπί τῆς πίστεως καί ἐπί τῆς Ἐκκλησίας ... Ἐνῶ δείχνουν ἕνα προσωπεῖο διακονικῆς κεφαλῆς, συμπεριφέρονται μέ μία τυραννία πιό αὐταρχική ἀπό κάθε αὐταρχική ἐξουσία»[17].
Ἀπό τά ἀνωτέρω γίνεται κατανοητό ὅτι ἡ συμφωνία τῆς Ραβέννας περί συνοδικότητος καί αὐθεντίας δέν πληροῖ τά Ὀρθόδοξα ἐκκλησιολογικά κριτήρια, ὥστε νά ἀποτελέσῃ ἀσφαλῆ βάσιν περαιτέρω συζητήσεως περί τοῦ παπικοῦ πρωτείου. Ἐν τούτοις, ἄν ἀκολουθήσῃ συζήτησις περί τοῦ πῶς ἑρμηνεύθηκε τό παπικό Πρωτεῖο κατά τήν δευτέρα χιλιετία καί ἀπό τίς Α’ καί Β’ Βατικάνειες Συνόδους, αὐτή ὀφείλει νά γίνῃ ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδόξων ἀντιπροσώπων μέ γνώμονα τήν Ὀρθοδοξία τῶν Ἁγίων Πατέρων καί ὄχι τήν συμβιβαστική νοοτροπία τῶν καιρῶν ἤ τήν ἡγεμονική διάθεσι τοῦ Βατικανοῦ. Ἡ ἀναγνώρισις κάποιου ἀπό τά ἀνωτέρω ‘‘προνόμια’’ τοῦ Πάπα ἤ ἡ συμφωνία σέ κάποιο παρόμοιο, πού ἀντίκειται στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησιολογία, ἀναμφίβολα σημαίνει οὐνιτική ἕνωσι, μέ τήν ὁποία δέν θά συμφωνήσουμε. Καί τοῦτο ἐπειδή ὀφείλουμε νά διαφυλάξουμε τόν ἑαυτό μας καί τόν Ὀρθόδοξο λαό ἀπό ἕνα σύγχρονης μορφῆς ἐξουνιτισμό, πού πέραν τῶν ἄλλων συνεπειῶν εἶναι διακινδύνευσις τῆς αἰωνίου σωτηρίας μας. Καί ἐπειδή ὀφείλουμε παραλλήλως νά βοηθήσουμε, ἄν εἶναι δυνατόν, καί τούς «ἄρχοντας τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας, νά ἔλθωσιν εἰς αἴσθησιν», ὅπως ἔλεγε ὁ ἀοίδιμος πατριάρχης Ἱεροσολύμων Χρύσανθος, καί νά ἀποβάλουν τόν παπισμό τους ἐπί σωτηρίᾳ τῶν ἰδίων καί τοῦ λαοῦ των, ὁ ὁποῖος ἀγνοεῖ τήν Ὀρθοδοξία».


[2] http://www.agioritikovima.gr/batikano/item/36394-περγάμου-προς-πάπα-ο-τρόπος-που-η-αγιότητά-σας-εφαρμόζει-την-εκκλησιαστική-υπεροχή-προσφέρει-ελπίδα-για-την-επίτευξη-συμφωνίας
[3] ΑΡΧΙΜ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΨΑΝΗΣ, Τό κείμενο τῆς Ραβέννας καί τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα, Ἅγιον Ὄρος, 30 Δεκεμβρίου 2007,  Ἐν Συνειδήσει. Οἰκουμενισμός. Ἱστορική καί κριτική προσέγγιση, ἔκδ. Ἱ. Μ. Μ. Μετεώρου, Ἅγια Μετέωρα, Ἰούνιος 2009, σσ. 90-99, http://aktines.blogspot.gr/2013/08/blog-post_663.html.
[4] ΠΑΠΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΥΛΟΣ ΙΙ, Ἐγκύκλιος Ἐπιστολή ΙΝΑ ΠΑΝΤΕΣ ΕΝ ΩΣΙΝ (UT UNUM SINT) γιά τό οἰκουμενικό καθῆκον, ἔκδ. Βατικανοῦ, σσ. 106, 114.
[5] ΟΣΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί Οἰκουμενισμός, ἔκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη 1974, σ. 224.
[6] ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Δωδεκάβιβλος, ἔκδ. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 1982.
[7] Ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 14.
[8] Ἔνθ’ ἀνωτ., σσ. 13, 14.
[9] Βλ. π.χ. τήν ἀμφίλογη διατύπωσι : «Ἡ σημαντική ἐξέλιξις [στήν Ραβέννα] εἶναι ὅτι γιά πρώτη φορά οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες εἶπαν : ναί, αὐτό τό παγκόσμιο ἐπίπεδο τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχει, καί ἐπίσης ὅτι στό παγκόσμιο ἐπίπεδο ὑπάρχει συνοδικότης καί αὐθεντία. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὑπάρχει ἐπίσης ἕνα Πρωτεῖο. Σύμφωνα μέ τήν πρακτική τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, ὁ πρῶτος ἐπίσκοπος εἶναι ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης» (Βάλτερ Κάσπερ, VIS 15/11/2007). Βλ. ἐπίσης The Times, 16/11/2007.
[10] ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Δωδεκάβιβλος, ἔνθ’ ἀνωτ., σσ. 65-66, 72.
[11] Ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 519.
[12] Ἔνθ’ ἀνωτ., σσ. 279, 343 , 132-133.
[13] Ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 301.
[14] Ἔνθ’ ἀνωτ., σσ. 188-190, 191, 346.
[15] Ἔνθ’ ἀνωτ., σσ. 338, 343.
[16] Ἔνθ’ ἀνωτ., σσ. 149-150.
[17] ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΠΗΓΑΣ, «Κατά τῆς ἀρχῆς τοῦ Πάπα», ἐν ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Τόμος Χαρᾶς, ἔκδ. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 1985, σσ. 493-497 (ἡ μετάφρασις ἰδική μας).

Μητροπολίτης Παύλος: “Πουλάνε” συνειδητά τη Θράκη!

siatistis-pavlos
Του Σεβ. Μητροπολίτου Σισανίου και Σιατίστης κ. Παύλου
Διάβασα μέ πολλή προσοχή τό κείμενο τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ἀλεξανδρουπόλεως κ. Ἀνθίμου σχετικά μέ τά ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν στήν Θράκη.
Τούς προβληματισμούς του καί τά ἀμείλικτα ἐρωτήματά του. Παρετήρησα καί ὅσα διαδραματίσθηκαν τήν περίοδο ἐκείνη.
Παρακολουθῶ ἀπό χρόνια τό ἔγκλημα τό ὁποῖον συντελεῖται εἰς βάρος τῆς Θράκης ὄχι ἀπό
κάποιους ξένους, ἀλλά ἀπό τήν Ἑλληνική Πολιτεία καί πιό συγκεκριμένα ἀπό τούς ἕλληνες βουλευτές τῆς περιοχῆς οἱ ὁποῖοι ἀνταλλάσουν τήν ἐκλογή τους μέ τήν ἐκχώρηση δικαιωμάτων καί τήν παράδοση ὅλου τοῦ Μουσουλμανικοῦ πληθυσμοῦ εἰς τήν ἐξουσία τοῦ Τουρκικοῦ Προξενείου.
Τό ἔγκλημα ὁλοκληρώθηκε μέ τήν ἀπόφαση τοῦ ΣΥΡΙΖΑ νά ἀνακαλέσει τήν ὑπ’αὐτοῦ προταθεῖσα Ρομά Σαμπιχά ὡς ὑποψήφια εὐρωβουλευτή. Τολμῶ μετά τήν ἀπόφαση αὐτή νά πῶ ὅτι ὅλοι εἶναι ἴδιοι.
Προτάσσουν τό κομματικό τους συμφέρον μπροστά ἀπό τά συμφέροντα τῆς πατρίδος. Ἡ πράξη αὐτή ἀπέδειξε ὅτι ὁ πραγματικός ἄρχων τῆς Θράκης εἶναι ὁ Τοῦρκος Πρόξενος.
Κατανοῶ λοιπόν ἀπόλυτα τήν φράση πού Ἐπίσκοπος τῆς περιοχῆς εἶπε παλαιότερα στόν τότε Ὑπουργό Ἐξωτερικῶν.
Τοῦ εἶπε μέ παρρησία: «Μᾶς πουλήσατε κ. Ὑπουργέ!». Καί ἐκεῖνος ἀρκέσθηκε νά πεῖ: «σκληρός ὁ λόγος σας, Σεβασμιώτατε!» καί σταμάτησε ἐκεῖ. Ἄν ἤθελε νά συνεχίσει θά ἔπρεπε νά προσθέσει: «ἀλλά δυστυχῶς ἀληθινός».
Ἐδῶ καί χρόνια συντελεῖται μιά δυστυχῶς συνειδητή προδοσία. Ρομά καί Πομάκοι εἶναι μέν μουσουλμάνοι τό θρήσκευμα ἀλλά ὄχι Τοῦρκοι τό γένος.
Αὐτό τό γνωρίζουν καλά καί ἀντιδροῦν συνειδητά οἱ περισσότεροι στήν προσπάθεια τοῦ Τουρκικοῦ Προξενείου νά τούς ἐκτουρκίσει.
Νέος ἄνθρωπος, ἕνα ξανθό παλληκάρι εἰσέρχεται στό γραφεῖο ἑνός Μητροπολίτη τῆς Θράκης καί τόν ἐρωτᾶ: «Σᾶς μοιάζω γιά Τοῦρκος, Σεβασμιώτατε; Ἔκπληκτος τόν κοιτάζει ὁ Ἐπίσκοπος. Καί ἐκεῖνος συνεχίζει: «σᾶς μοιάζω γιά Τοῦρκος, Σεβασμιώτατε; Πομᾶκος εἶμαι! Γιατί μᾶς σπρώχνετε στήν ἀγκαλιά τῆς Τουρκίας;».
Αὐτή εἶναι ἡ συνείδηση, ἀλλά καί ἡ ἀληθινή ταυτότητα τῶν περισσοτέρων Πομάκων.
Τόν ἴδιο ἀγῶνα κάνουν καί πολλοί Ρομά ὅπως ἡ προαναφερθεῖσα Σαμπιχά. Ποιό εἶναι τό βασικό ἁμάρτημα της;
Ὅτι ἐπιθυμεῖ «τά παιδιά τους νά μαθαίνουν ἑλληνικά καί νά πηγαίνουν στά δημόσια Σχολεῖα».
Καί ἕνας ἀπό αὐτούς πού πολέμησαν τήν ὑποψηφιότητα της δήλωσε περήφανα «ὅτι ἡ μειονότητα εἶναι συμπαγής».
Οὐδέν ἀναληθέστερον τούτου. Οὐδέν ἀνθελληνικότερον τούτου. Ἀκόμη καί ἡ διαφορά τῶν ὀνομάτων τό δηλώνει.
Ὅλες οἱ μειονότητες πρέπει νά ζοῦν ἐλεύθερες καί ὄχι ἡ μία νά καταπιέζει τίς ἄλλες καί δή μέ τίς εὐλογίες τοῦ κράτους.
Ποιός λοιπόν τούς σπρώχνει στήν ἀγκαλιά τῆς Τουρκίας; Ἡ ἑλληνική Πολιτεία, οἱ βουλευτές τῆς περιοχῆς διαχρονικά. Οἱ τοπικοί ἄρχοντες.
Τούς σπρώχνουν μέ τήν περιφρόνηση καί τήν ἀδιαφορία πού ἡ ἑλληνική Πολιτεία δείχνει πρός αὐτούς.
Τό τουρκικό προξενεῖο παίζει τό παιχνίδι του. Ἡ Τουρκία εἶναι γιά Σᾶς ἡ καλή μάνα ὄχι ἡ κακιά Ἑλλάδα.
Τά εἶπαν πρόσφατα καί πάλι στίς ἐκλογές πού γεννήθηκε ἕνα μόρφωμα, ἕνα τέρας τό μουσουλμανικό κόμμα.
Ἄς καμαρώνουν οἱ «νονοί» του πού δέν εἶναι ἄλλοι ἀπό τά πολιτικά κόμματα τῆς Ἑλλάδος.
Οι Ρομά καί οἱ Πομάκοι ἄν τείνουν εὐήκοον οὗς στήν πραπαγάνδα τοῦ τουρκικοῦ προξενείου εἶναι γιατί ἡ ἑλληνική πολιτεία τούς πούλησε πάλιν καί πολλάκις.
Ἀδιαφόρησε γι’αὐτούς. Ἄν οἱ πληθυσμοί αὐτοί εἶχαν τήν βεβαιότητα ὅτι ἡ Ἑλλάδα εἶναι μάνα, τά πράγματα θά ἦταν πολύ διαφορετικά.
Ἡ πραγματικότητα εἶναι ὅτι ὁ μουσουλμανικός πληθυσμός τῆς Θράκης καί ἰδιαίτερα τῆς Κομοτηνῆς, ὅπου καί ἡ ἕδρα τοῦ Τουρκικοῦ Προξενείου, ζεῖ ὑπό καθεστώς φόβου ἐξ αἰτίας τῆς παρουσίας καί τῆς δραστηριότητος τοῦ Τούρκου Προξένου καί τῶν συνεργατῶν του.
Οἱ ὑποσχέσεις καί οἱ ἀπειλές διαδέχονται οἱ μέν τίς δέ σέ ἕνα ἀγῶνα ὑποταγῆς τοῦ μουσουλμανικοῦ πληθυσμοῦ.
Οἱ μεγαλύτεροι ἐχθροί τοῦ Τουρκικοῦ Προξενείου εἶναι αὐτοί πού προσπαθοῦν νά ἐνημερώσουν τούς Πομάκους καί τούς Ρομά γιά τήν ἀληθινή ταυτότητα τους, εἴτε πρόκειται γιά Ρομά, εἴτε γιά Πομάκους, εἴτε γιά Ἕλληνες.
Αὐτό φάνηκε ἰδιαίτερα στήν ἐπιμονή καί τήν πίεση γιά τήν ἀπόσυρση τῆς Ρομά Σαμπιχά ὡς ὑποψηφίας Εὐρωβουλευτοῦ. Καί δυστυχῶς ὁ ΣΥΡΙΖΑ, θά τό πῶ καί πάλι ἔσκυψε τό κεφάλι.
Κάθε δικαιολογία γι’αὐτή τήν ἐνέργεια προσβάλλει τήν νοημοσύνη μας καί τήν ἀλήθεια.
Στόν διωγμό αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων οἱ καλύτεροι συνεργάτες τοῦ Προξενείου εἶναι οἱ Ἕλληνες πολιτικοί ὅλων τῶν βαθμίδων.
Ὁ διωγμός τῆς γνωστῆς δασκάλας Χρυσῆς Νικοπούλου εἶναι χαρακτηριστικό παράδειγμα, ἀλλά ὄχι τό μοναδικό.
Ἕνας πόλεμος λάσπης γι’αὐτήν, γιά πανεπιστημιακούς καθηγητές πού δουλεύουν μέ ἐξαιρετικό τρόπο νά στηρίξουν τήν ἑλληνικότητα τῶν μουσουλμάνων Πομάκων καί Ρομά.
Ἀντίθετα τό Προξενεῖο ἦταν πολύ εὐχαριστημένο ἀπό κάποιες κυρίες πού τόλμησαν νά ἀπειλήσουν τούς ψυχωμένους λειτουργούς τῆς Παιδείας ὅτι θά τούς ἐξαφανίσουν ἀπό τήν Θράκη.
Κάποιος ἔγραψε, ὅτι μετά ἀπό τίς τελευταῖες ἐκλογές ἀνεξάρτητα μέ τὀ ποιός νομίζει ὅτι κέρδισε, αὐτή πού ἔχασε εἶναι ἡ Ἑλλάδα καί ἔχασε μιά περιοχή της, τήν Θράκη.
Κάποιοι θά τόν χαρακτηρίσουν ὑπερβολικό καί αὐτοί θά εἶναι οἱ πολιτικοί ὅλων τῶν βαθμίδων πού τά συμφέροντα τους συμπίπτουν μέ αὐτά τοῦ Τουρκικοῦ Προξενείου.
Ἄν ἡ Θράκη θά σωθεῖ, θά σωθεῖ ἀπό ἄλλους καί ὄχι ἀπό τούς πολιτικούς της καί πρό παντός θά σωθεῖ ἀπό τόν λαό της.
Εἶναι πολύ μεγάλη ἡ ὑπόθεση ἡ Θράκη γιά νά τήν χαρίσουμε σέ μερικούς ἐπαγγελματίες.
Ὅταν πρίν σαράντα περίπου χρόνια πῆγα στήν Θράκη προσκεκλημένος ἀπό τούς φοιτητές γιά νά μιλήσω στό ἀμφιθέτρο τοῦ Πολυτεχνείου, ἐπισκέφθηκα καθηκόντως τόν τότε Μητροπολίτη Ξάνθης Ἀντώνιο.
Σέ κάποια στιγμή τῆς συζήτησης μοῦ εἶπε: «ἐμεῖς παιδί μου, εἴμαστε μόνιμοι ἐδῶ, οἱ πολιτικοί ἔρχονται καί παρέρχονται. Ἐμᾶς οἱ ἄνθρωποι ἐμπιστεύονται καί μᾶς ἐνημερώνουν τί συμβαίνει».
Τότε μοῦ φάνηκε περίεργος ὁ λόγος του, σήμερα τόν κατανοῶ ἀπόλυτα.
Εἶναι εὐλογία Θεοῦ ὅτι σήμερα ἡ Θράκη διαθέτει καί νέους καί ἐξαιρετικούς Ἐπισκόπους πού ξέρουν καλά τά πραγματικά προβλήματα καί ἔχουν τό θάρρος νά μήν τά κρύβουν. Γιά σήμερα ἄς μείνω ἐδῶ.

Τα προσφάτως διαδραματισθέντα στην Αγία Πόλη και τo εκκλησιολογικό τους υπόβαθρο

Τα προσφάτως διαδραματισθέντα στην Αγία Πόλη και τo εκκλησιολογικό τους υπόβαθρο
Ορθοδόξου ιερέως
Εἰσαγωγή
Τά πρόσφατα λυπηρά, ὡς ἀντικανονικά, γεγονότα τῆς συναντήσεως καί τῶν συμπροσευχῶν στήν Ἁγία Πόλη Ἱερουσαλήμ τῶν Πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως καί Ἱεροσολύμων μέ τήν κεφαλή τοῦ Παπισμοῦ, τόν Πάπα Φραγκῖσκο, ἤδη εὑρίσκονται ἐδῶ καί πολλές ἡμέρες ὑπό τό μικροσκόπιο τῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ εὐσεβοῦς πληρώματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ ἀντιμετώπισή τους, ὅμως, ἑστιάζει ἕως τώρα κυρίως σέ ὅσα διαδραματίστηκαν, δηλαδή ἐν τῇ πράξει, καί στά μηνύματα πού ἀπορρέουν ἀπό ἐκεῖ, ἐμφανῆ ἤ ἀφανῆ.

Τό παρακάτω σημαντικό κείμενο «Τα προσφάτως διαδραματισθέντα στην Αγία Πόλη και το εκκλησιολογικό τους υπόβαθρο»,  συντεθέν ἀνωνύμως ἀπό Ὀρθόδοξο Ἱερέακαί πρωτοτύπως δημοσιευμένο στήν ἀγγλική, κυκλοφορήθηκε σέ ξενόγλωσσες ἱστοσελίδες, καί στήν δική μας, πρό ὀλίγων ἡμερῶν. Ἡ ἰδιαιτερότητα καί σημασία του συνίσταται στό ὅτι ἐξετάζει ἐκκλησιολογικῶς, μέ γλῶσσα ἁπλῆ, ἀλλά βαθεῖα ἀνάλυση,  τήν  ὁμιλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, τήν ἐκφωνηθεῖσα στίς 23 Μαΐου τρ.ἔ. στόν Πανίερο Ναό τοῦ Παναγίου Τάφου, ἐνώπιον ἀμφοτέρων τῶν ἀντιπροσωπειῶν, ὀρθοδόξου καί παπικῆς.  
Ὁ συντάκτης τοῦ κείμενου, πρῶτα ἐπισημαίνει τόν ἀβάσιμο καί ἀνούσιο ἐνθουσιασμό καί τήν ἁπλῶς φραστική «καταλλαγή» κατά τήν ἐφετινή πεντηκονταετηρίδα τῆς συναντήσεως Πατριάρχου Ἀθηναγόρου – καί Πάπα Παύλου τό 1964· ἐν συνεχείᾳ δέ, ἐντοπίζει τήν ἐναρμόνιση τῆς ὁμιλίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου μέ ἐπίσημα παπικά ἐκκλησιολογικά κείμενα (Lumen Gentium  καί Unitatis Redintegratio τοῦ 1964) καί τήν ταυτόχρονη ἀπομάκρυνσή της ἀπό ὀρθόδοξα κείμενα τῆς ἐκκλησιολογικῆς ὁμοφωνίας καί διαχρονίας τῶν τεσσάρων Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν, ὅπως αὐτές ἐκφράζονταν σταθερῶς καί ἀπαρεγκλίτως σέ ἐπίσημα κείμενα μέχρι τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰῶνος. 
Ὁ Ἱερεύς - ἀρθρογράφος τῆς κριτικῆς αὐτῆς, ὀρθῶς ὀνομάζει «ἐκκλησιολογικό Νεστοριανισμό», τήν ἐκ μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου πρωτοφανῆ γιά τούς Ὀρθοδόξους διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας σέ «ἀδιαίρετη ἐκτός τοῦ χρόνου, ὑπεριστορικῶς» καί σέ «διεσπασμένη ἐν χρόνῳ, ἱστορικῶς, ἡττημένη ἀπό τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία». Μέ σαφεῖς ἀναφορές στήν αὐθεντία τοῦ εὐαγγελικοῦ καί ἀποστολικοῦ λόγου, δηλαδή στά κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἐπισημαίνεται τό ἀσυμβίβαστο τῶν πατριαρχικῶν ἀπόψεων μέ τήν ἐκκλησιολογία τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἡ ὁποία ἔχει σαφῆ χριστολογική ἀναφορά.  
Ὁ Ὀρθόδοξος Ἱερεύς καί συντάκτης, διαπνεόμενος ἀπό ἐπαινετό ζῆλο καί κάτοχος ὤν  -ὅπως ἀποδεικνύεται- τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας, ἐκφράζει τόν φόβο του μήπως ἤδη ὑφίσταται παράτυπη καί ἄθεσμη ἕνωση Ὀρθοδοξίας καί αἱρέσεως, ὑπό τήν ἔννοια τῆς ὀρθοδόξου ἀναγνωρίσεως μιᾶς αἱρετικῆς «ἐκκλησιακότητος» (“ecclesiality”)· ὑπενθυμίζει ἐπίσης τήν αἰώνια εὐθύνη τῶν ἁρμοδίων, ἔναντι ὅσων Ὀρθοδόξων ἤ ἑτεροδόξων ἀπομακρυνθοῦν ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐξ αἰτίας τοῦ συγχρωτισμοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τήν αἴρεση τοῦ Παπισμοῦ. Ἐξ ἐπόψεως σωτηριολογίας «καθ΄ὅσον ἡ νέα αὐτή ἐκκλησιολογία, μιᾶς «διαιρεμένης ἐκκλησίας» ἀκυρώνει τελικά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, εὔλογα θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ ὡς αἵρεση». 
Ἁπό τήν πλευρά μας, γιά νά καταδειχθεῖ πόσο ἔχει ἀπομακρυνθεῖ ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπό τήν ἐκκλησιαστική συνείδηση, ἀπό αὐτό πού πιστεύεται στήν Ἐκκλησία «πάντοτε, πανταχοῦ καί ὑπό πάντων», παραθέτουμε ἀμέσως παρακάτω ἀποσπάσματα τῶν ἀναφερομένων στό ξένο ἄρθρο Πατριαρχικῶν Ἐγκυκλίων τῶν ἐτῶν 1848 καί 1895, ὅπου εἶναι ἐμφανές τί φρονεῖ ἡ Ὀρθόδοξος Καθολική Ἐκκλησία περί τοῦ Παπισμοῦ ὡς αἱρέσεως· εἶναι λυπηρόν, ὅτι πονηρῶς ἤ ἀμαθῶς οἱ Οἰκουμενιστές, σέ μιά διατεταγμένη πορεία ἀλλοτριώσεως, μονίμως ὑπονομεύουν καί ἀποκρύπτουν ἀπό τούς Πιστούς αὐτά καί παρόμοια ἄλλα κείμενα (οἱ ἐμφάσεις δικές μας): 
Ἀπάντησις τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρός τόν Πάπαν Πίον Θ΄ (1848), παράγραφος §4. 
«Τούτων τῶν πλατυνθεισῶν, κρίμασιν οἷς οἶδεν ὁ Κύριος, ἐπὶ μέγα μέρος τῆς οἰκουμένης αἱρέσεων, ἦν ποτε ὁ Ἀρειανισμός, ἔστι δὲ τὴν σήμερον καὶ ὁ Παπισμός· ἀλλὰ καὶ οὗτος (ὥσπερ κἀκεῖνος ὁ ἤδη παντάπασιν ἐκλελοιπώς), καίτοι ἀκμαῖος τό γε νῦν, οὐκ ἰσχύσει εἰς τέλος, ἀλλὰ διελεύσεται καὶ καταβληθήσεται, καὶ ἡ οὐράνιος μεγάλη φωνὴ ἠχήσει “ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ”». [Ἀποκ. 12, 10] 
Οἱ Πατριάρχαι Ἄνθιμος Κωνσταντινουπόλεως, Ἱερόθεος Ἀλεξανδρείας, Μεθόδιος Ἀντιοχείας, Κύριλλος Ἱεροσολύμων καί αἱ Ἱεραί Σύνοδοι ΚΠόλεως, Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων.
ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ,  Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Β΄,  Ἀθῆναι 1953, σελ. 906.
 Ἀπάντησις τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου τοῦ 1895 πρός τόν Πάπαν Λέοντα ΙΓ΄, παράγραφοι §1, §4, §21. 
«Ὁ μισόκαλος καὶ ἀπ’ ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνος φθόνῳ τῆς ἀνθρωπίνης σωτηρίας ὠθούμενος οὐ διαλείπει ἑκάστοτε ποικίλα ἐνσπείρων ζιζάνια εἰς τὸν ἀγρὸν τοῦ Κυρίου, τοῦ συνιᾶσαι τὸν σῖτον. Ἔνθεν τοι καὶ ἀνέκαθεν ἀνεφύησαν αἱρετικὰ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ ζιζάνια, ἅπερ πολλαχῶς ἐλυμήναντο καὶ λυμαίνονται τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καὶ  ἅπερ ὡς σπέρματα πονηρὰ καὶ μέλη σεσηπότα δικαίως ἀποκόπτονται ἀπὸ τοῦ ὑγιοῦς σώματος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Ἐν ἐσχάτοις δὲ χρόνοις ὁ πονηρὸς διέσπασεν ἀπὸ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔθνη ὁλόκληρα τῆς Δύσεως, ἐμφυσήσας τοῖς ἐπισκόποις τῆς Ῥώμης φρονήματα ὑπερφιάλου ἀλαζονείας,ποικίλας γεννησάσης καινοτομίας ἀθέσμους καὶ ἀντευαγγελικάς». [.........] «Πόθος ἱερός καὶ ἐνδόμυχος τῆς ἁγίας καθολικῆς καὶ ὀρθοδόξου ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ὑπάρχει, ὡς προείρηται, ἡ τῶν ἀπεσχισμένων  Ἐκκλησιῶν ἕνωσις μετ’ αὐτῆς ἐν τῷ ἑνὶ κανόνι τῆς πίστεως· ἀλλ’ ἄνευ τοιαύτης ἐν τῇ πίστει ἑνότητος ἀδύνατος ἀποβαίνει ἡ ποθητὴ τῶν Ἐκκλησιῶν ἕνωσις» [...] «Ἀφάτου δὲ λύπης πληροῦται πᾶσα εὐσεβὴς καὶ ὀρθόδοξος καρδία, βλέπουσα τὴν Παπικὴν Ἐκκλησίαν ἐμμένουσαν ὑπεροπτικῶς ἐν αὐταῖς καὶ ἥκιστα συντελοῦσαν εἰς τὸν ἱερὸν τῆς ἑνώσεως σκοπὸν δι΄ ἀποπτύσεως τῶν αἱρετικῶν τούτων καινοτομιῶν καὶ ἐπανόδου εἰς τὸ ἀρχαῖον καθεστὼς τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς τοῦ  Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἧς μέρος τότε καὶ αὐτὴ ἀπετέλει». 
Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἄνθιμος καί ἡ περί ἐκεῖνον Ἱερά Σύνοδος ἐξ ἄλλων δώδεκα Ἀρχιερέων
ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ,  Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Β΄,  Ἀθῆναι 1953, σελ. 933.934.942.
 Εἰσαγωγή : impantokratoros.gr
Τα προσφάτως διαδραματισθέντα στην Αγία Πόλη και τo εκκλησιολογικό τους υπόβαθρο
Ορθοδόξου ιερέως
Τι συμπεράσματα πρέπει να εξαγάγουμε από τα πρόσφατα εκκλησιαστικά γεγονότα στην Αγία Πόλη, κατά τους εορτασμούς για την 50η επέτειο από τη συνάντηση του Πατριάρχη Αθηναγόρα με τον πάπα Παύλο VI, κατά τη διάρκεια των οποίων ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο της Ελληνικής Ορθοδόξου Αρχιεπισκοπής και άλλους ιεράρχες του Πατριαρχείου, συναντήθηκαν με τον Πάπα της Ρώμης για να τελέσουν κοινές ακολουθίες συμπροσευχής και να εκδώσουν κοινά ανακοινωθέντα;  
Τι προβλήματα δημιουργούν, αν δημιουργούν, τέτοιες συναντήσεις και δηλώσεις για εμάς τους Ορθοδόξους Χριστιανούς και την Ορθόδοξη Πίστη μας; Και, σε τελική ανάλυση, ποιο είναι εδώ το ουσιαστικό θεολογικό διακύβευμα;  
Αυτά είναι ορισμένα από τα ερωτήματα που τίθενται από πολλούς πιστούς και, πράγματι, αξίζουν μια διεξοδική απάντηση. Με το σύντομο αυτό άρθρο, επιχειρείται να δοθεί μια σειρά από απαντήσεις, ή τουλάχιστον να αποτελέσει αφετηρία τέτοιων απαντήσεων. 
Όσοι θα έβλεπαν στις οικουμενιστικές αυτές συγκεντρώσεις μια συντριπτικά θετική εξέλιξη, τις ονομάζουν «ανταλλαγές γενναιοδωρίας, καλής θέλησης και ελπίδος» και «αμοιβαίες εκδηλώσεις, στο Πνεύμα της χριστιανικής αγάπης», «αληθινές εκφράσεις της πίστεως των Αποστόλων, των Πατέρων και των Ορθοδόξων». Οι υπέρμαχοι αυτών των συναντήσεων δεν παραλείπουν να παραδεχθούν ότι «παρότι υπάρχουν σοβαρές διαφορές» μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Καθολικισμού, που «δεν πρέπει να τις παραβλέψουμε, εντούτοις η πίστη μας απαιτεί να ενωθούμε και να δώσουμε τή μαρτυρία των κοινών χριστιανικών μας δεσμεύσεων. Με τα λόγια αυτά σχολίασε τα πρόσφατα γεγονότα των Ιεροσολύμων ένας πολύ γνωστός αμερικανός Ορθόδοξος θεολόγος και πιστεύω ότι απηχούν ακριβώς την κοινή αντίληψη των υποστηρικτών της εκδήλωσης. 
Αν εντούτοις θέλουμε να κατανοήσουμε το νόημα αυτών των γεγονότων κατά τρόπο πνευματικό και θεολογικό, πρέπει να υπερβούμε τα κορεσμένα κλισέ και τους τετριμμένους πλατειασμούς και να εξετάσουμε το υπόβαθρο της εκκλησιολογίας, η οποία είτε υπονοήθηκε είτε ρητώς εκφράστηκε από τον Πατριάρχη και τους υποστηρικτές του στη διάρκεια αυτών των συναντήσεων. Είναι αρκετά εύκολο, και δυστυχώς μάλλον συνηθισμένο ακόμη και μεταξύ των Ορθοδόξων Χριστιανών, να αρκούμαστε στην μελίρρυτη γλώσσα της αγαπολογίας και της φραστικής συμφιλίωσης και να μην προσέχουμε τη βαθύτερη σημασία της θεολογίας που εκφράζεται εν λόγω και έργω. Αν θέλουμε να αποφύγουμε να πέσουμε σ’ έναν τέτοιον λάκκο, συμπαρασύροντας και άλλους να μας ακολουθήσουν, πρέπει να αποκτήσουμε Ορθόδοξο φρόνημα και να κρίνουμε τα σημαντικά αυτά ζητήματα στο Ορθόδοξο πλαίσιο και με τα κριτήρια αυτού.
Το υποκείμενο εδώ πρόβλημα, που λίγοι συζητούν, είναι οι εκκλησιολογικές επιπτώσεις της νέας θεώρησης της Εκκλησίας εκ μέρους του Πατριαρχείου και των υποστηρικτών του. Αν η συνάντηση των Ιεροσολύμων και οι συνακόλουθες συναντήσεις (όπως εκείνες στο Παρίσι, τη Βοστόνη και την Ατλάντα) κρίνονται ως καταστροφικές για την ενότητα της Εκκλησίας και ως υποσκάπτουσες την αποστολή της Εκκλησίας, αυτό ασφαλώς δεν είναι εξαιτίας της μελίρρυτης αγαπολογίας και φρασεολογίας περί κατανόησης που διαρκώς εκπέμπουν όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές, αλλά εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν εδράζονται στην Ορθόδοξη Πίστη, στην Ορθόδοξη εκκλησιολογία. Αν ωστόσο, οι εκπρόσωποί μας στις εν λόγω συναντήσεις δεν εκφράζουν τα Ορθόδοξα διδάγματα περί της Εκκλησίας, τότε τι εκφράζουν;  
Δυστυχώς, δεν υπάρχει έλλειμμα προηγούμενων δηλώσεων από ιεράρχες του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως που θα μπορούσε να παρατεθεί εν είδει απαντήσεως αυτού του ερωτήματος. Όμως τυχόν παρουσίασή τους εδώ, είναι εκτός του πλαισίου του παρόντος άρθρου και όχι απαραίτητη, καθότι σε παρατηρήσεις του ιδίου του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως στην πρώτη ομιλία του που δόθηκε στην Ιερουσαλήμ στις 23 Μαΐου στον Πανίερο Ναό του Παναγίου Τάφου, εκφράστηκε σαφώς η ουσία της νέας εκκλησιολογίας:  
Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπό τοῦ ἐν «ἀρχῇ Λόγου»,  τοῦ «ὄντος πρός τόν Θεόν», καί «Θεοῦ ὄντος» Λόγου, κατά τόν εὐαγγελιστήν τῆς ἀγάπης, δυστυχῶς κατά τήν ἐπί γῆς στρατείαν αὐτῆς, λόγῳ τῆς ὑπερισχύσεως τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καί τοῦ πεπερασμένου θελήματος τοῦ ἀνθρωπίνου νοός,διεσπάσθη ἐν χρόνῳ. Οὕτω διεμορφώθησαν καταστάσεις καί ὁμάδες ποικίλαι, ἐκ τῶν ὁποίων ἑκάστη διεκδικεῖ «αὐθεντίαν» καί  «ἀλήθειαν». Ἡ Ἀλήθεια ὅμως εἶναι Μία,  ὁ Χριστός, καί ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπ᾿ Αὐτοῦ Μία Ἐκκλησία. 
Ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία κατέβαλε πρό τοῦ μεγάλου Σχίσματος τοῦ 1054 μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἀλλά καί μετ᾿ αὐτό, προσπαθείας πρός ὑπέρβασιν τῶν  διαφορῶν, προερχομένων ἐν ἀρχῇ καί ἐν πολλοῖς ἐξ ἀλλοτρίων τοῦ περιβόλου τῆς Ἐκκλησίας παραγόντων. Ἀτυχῶς, ὑπερίσχυσεν ὁ ἀνθρώπινος παράγων, καί διά τῆς συσσωρεύσεως προσθηκῶν «θεολογικῶν», «πρακτικῶν» καί «κοινωνικῶν» αἱ κατά τόπους Ἐκκλησίαι ὡδήγηθησαν εἰς διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς πίστεως, εἰς ἀπομόνωσιν, ἐξελιχθεῖσαν ἐνίοτε εἰς ἐχθρικήν  πολεμικήν. (παράγραφοι 4, 5, δική μου έμφαση)
Παρατηρείστε τί δηλώνει ο Πατριάρχης: 
1. Ότι η Μία  Εκκλησία είναι «διασπασμένη εν χρόνω». 
2. Ότι η διάσπαση αυτή ήταν το αποτέλεσμα της υπερισχύσεως της ανθρώπινης αδυναμίας. Παρότι δεν εκφράστηκε σαφώς ωστόσο συνάγεται ότι η ανθρώπινη αυτή αδυναμία ήταν ισχυρότερη από το θέλημα του Θεού για την Εκκλησία που Εκείνος ίδρυσε. 
3. Ότι οι ποικίλες ομάδες, κομμάτια της Μίας Εκκλησίας, που προέκυψαν απ’ αυτή τη διάσπαση «διεκδικεί», η καθεμία εξ’ αυτών, ότι αποτελεί την αυθεντική και αληθή Εκκλησία. Η επίπτωση εδώ είναι ότι, ουδεμία εξ’ αυτών, συμπεριλαμβανομένης της Ορθοδόξου Εκκλησίας, δεν μπορεί δικαίως να διεκδικήσει αποκλειστικά τον τίτλο της Μιάς Εκκλησίας. 
4. Μολαταύτα, παρότι οι συναγωνιζόμενες αυτές ομάδες διεκδικούν όλες κατ’ αποκλειστικότητα για τον εαυτό τους την αυθεντία και την αλήθεια, η Εκκλησία είναι Μία. Για άλλη μία φορά προκύπτει το συμπέρασμα απ’ όλα όσα ειπώθηκαν, ότι αυτή η ενότητα (oneness) υφίσταται μόνον εκτός του χρόνου, δεδομένου ότι η Εκκλησία, όπως είπε, «διεσπάσθη εν χρόνω».   
Για να λάβουμε μια συνολική εικόνα της νέας εκκλησιολογίας που παρουσιάζεται, πρέπει να προσθέσουμε στις θέσεις αυτές περί της Εκκλησίας, την τοποθέτηση του Πατριαρχ(εί)ου έναντι του Καθολικισμού,  που ήταν έκδηλη τόσο εν λόγω όσο και εν έργω καθ’ όλη τη διάρκεια της εκδηλώσεως στα Ιεροσόλυμα.  
Σε όλο το διαφημιστικό της εκδηλώσεως υλικό και στις πατριαρχικές προσφωνήσεις, ο Καθολικισμός— τον οποίον επί αιώνες τώρα οι Σύνοδοι και οι άγιοι της Εκκλησίας έχουν χαρακτηρίσει ως αιρετική παρασυναγωγή — θεωρείται ως Τοπική Εκκλησία, η εν Ρώμῃ Εκκλησία. Αντίστοιχα, ο τωρινός πάπας θεωρείται ως «σύγχρονος διάδοχος του πρώιμου αποστόλου [Πέτρου] και τρέχων ηγέτης της αρχαίας εκκλησίας [της Ρώμης]». Ο Πατριάρχης επίσης έχει αναφερθεί στον τωρινό Πάπα ως αδελφό του επίσκοπο, συνυπεύθυνο για την καλή διαποίμανση της Μίας Εκκλησίας. Θεωρεί τα μυστήρια, τα οποία επιτελούνται από τον Πάπα και τους κληρικούς του ως κατ΄ ακρίβειαν μυστήρια της Μίας Εκκλησίας. Δεν μας εκπλήσσει ως εκ τούτου το ότι βλέπει την Εκκλησία διασπασμένη στην ιστορία και - εν τούτοις - τρόπον τινα ακόμη Μία, αλλά εκτός της ιστορίας.   
Τι συμπεράσματα μπορούμε τώρα να εξαγάγουμε γι’ αυτήν την εικόνα της Εκκλησίας την οποία σκιαγραφεί ο Πατριάρχης; Μπορούμε να πούμε τα εξής: 
1. Είναι πλήρως εναρμονισμένη με τη νέα εκκλησιολογία της Β’ Βατικανής Συνόδου όπως αυτή παρουσιάστηκε στα συνοδικά κείμενα  Lumen Gentium και Unitatis Redintegratio. 
2. Είναι σε πλήρη διάσταση με την θεώρηση της Εκκλησίας όπως παρουσιάστηκε σε σχετικά συνοδικά κείμενα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως είναι οι Αποφάσεις της Συνόδου του 1484, οι Πατριαρχικές Εγκύκλιοι του 1848 και 1895, αλλά και σε κείμενα των Αγίων Πατέρων, οι οποίοι εξέφρασαν τον «νου» της Εκκλησίας επί του θέματος, συγκεκριμένα: οι Άγιοι Γρηγόριος Παλαμάς, Νεκτάριος Πενταπόλεως, Μάρκος Εφέσου, Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ και πολλοί άλλοι. 
Ο Πατριάρχης και οι υποστηρικτές του ευθυγραμμίζονται και επιχειρούν συνάμα να ευθυγραμμίσουν ολόκληρη την Ορθοδοξία με την εκκλησιολογική γραμμή που χαράχθηκε κατά την Β’ Βατικανή Σύνοδο. Η νέα αυτή εκκλησιολογία προβλέπει μία διάσπαση της Εκκλησίας «εν χρόνω», τέτοια ώστε η Ορθόδοξη Εκκλησία και ο Καθολικισμός να θεωρούνται «οι δύο πνεύμονες» της Μίας Εκκλησίας — μολονότι παρά ταύτα διαιρεμένοι. Σ’ αυτή την εκκλησιολογία, η οικουμενική Εκκλησία συμπεριλαμβάνει αμφότερα τον Καθολικισμό και όλες τις άλλες χριστιανικές ομολογίες. Υποτίθεται ότι η Εκκλησία είναι μια κοινωνία επιμέρους Σωμάτων που είναι λίγο πολύ εκκλησίες· μία κοινωνία που πραγματοποιείται σε ποικίλες διαβαθμίσεις πληρότητας, ώστε το ένα μέρος της Εκκλησίας, εκείνο υπό τον Πάπα, να θεωρείται «πλήρως» η Εκκλησία, και ένα άλλο μέρος της Εκκλησίας, όπως μία Προτεσταντική ομολογία, να θεωρείται «ατελώς» ή μόνον «εν μέρει» ως  η Εκκλησία. Έτσι λοιπόν, αυτή η εκκλησιολογία αφήνει περιθώρια για συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας έξω από τα κανονικά όριά της, έξω από την μία Ευχαριστιακή σύναξη, το οποίο αντιτίθεται με μία καλώς και ορθώς εννοούμενη «Ευχαριστιακή εκκλησιολογία».
Επομένως, η εκκλησιολογία που εξέφρασε εν λόγω και πράξει ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και η εκκλησιολογία της Β΄ Βατικανής συγκλίνουν στην αποδοχή μίας διαιρεμένης Εκκλησίας ή μίας Εκκλησίας που κομματιάστηκε από την βαρεία χείρα της ιστορίας. Θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως εκκλησιολογικός Νεστοριανισμός, μια εκκλησιολογία δηλαδή, κατά την οποία η Εκκλησία διαιρείται σε δύο διαφορετικές οντότητες: από τη μια πλευρά η Εκκλησία στον ουρανό, εκτός χρόνου, η μόνη αληθινή και καθολική· από την άλλη, η Εκκλησία, ή μάλλον «οι εκκλησίες», επί της γης, εν τω χρόνω, ελλειματικές και σχετικές, χαμένες στις σκιές της ιστορίας, που αναζητούν να πλησιάσουν η μία την άλλη και σε εκείνη την υπερβατική τελειότητα, όσο είναι δυνατό στην «αδυναμία του πεπερασμένου ανθρωπίνου θελήματος».
Σ’αυτήν την εκκλησιολογία, οι ταραχώδεις και επιζήμιες διαιρέσεις της ανθρώπινης ιστορίας έχουν υπερισχύσει της «εν χρόνω» Εκκλησίας. Η ανθρώπινη φύση της Εκκλησίας, διαιρεμένη και διασκορπισμένη, έχει χωρισθεί από την Κεφαλή της, τον Θεάνθρωπο. Αυτή είναι μία Εκκλησία επίγεια, αποστερημένη της οντολογικής φύσεώς της, δεν είναι «Μία και Αγία», ούτε κατέχει όλη την αλήθεια μέσω της υποστατικής ενώσεώς της με τη θεία φύση του Λόγου.
Αναμφίβολα αυτή η εκκλησιολογία διαψεύδει την πίστη και την ομολογία των Ορθοδόξων σε Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Η Εκκλησία του Χριστού, όπως ο Απόστολος Παύλος εξαιρετικά όρισε, ἥτις ἐστὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ, τὸ πλήρωμα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου (Εφ. 1,23). Το πλήρωμα του Χριστού ταυτίζεται με το Σώμα του Χριστού, που είναι, όπως ο Χριστός όταν περπάτησε στη γη εν χρόνω ως Θεάνθρωπος, ορατό και αδιαίρετο, σηματοδοτούμενο από θεανθρώπινα χαρακτηριστικά. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Βλαδιμήρ Λόσκυ «ό,τι μπορεί να διακηρυχθεί ή να αποκηρυχθεί περί του Χριστού, μπορεί εξίσου να εφαρμοσθεί στην Εκκλησία, καθόσον είναι ένας θεανθρώπινος οργανισμός». Αυτό σημαίνει, λοιπόν, ότι όπως ακριβώς δεν θα μπορούσαμε ποτέ να ισχυρισθούμε ότι ο Χριστός διαιρείται, έτσι ούτε θα μπορούσαμε να επιδοκιμάσουμε και ότι μπορεί ποτέ η Εκκλησία να διαιρεθεί (βλ. Α΄ Κορ. 1, 13).
Αυτή η Εκκλησία, αναντίρρητα, ιδρύθηκε, καθιερώθηκε, εξαπλώθηκε και υπάρχει μέχρι σήμερα εντός του χρόνου (και θα υπάρχει μέχρι τη Δευτέρα παρουσία και εκείθεν). Αυτό συμβαίνει διότι η Εκκλησία είναι το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού, ο οποίος εισήλθε εντός του χρόνου, περπάτησε και πέθανε και αναστήθηκε και ανελήφθη και πρόκειται να επανέλθει εντός του χρόνου. Η Εκκλησία είναι η συνέχεια της εντός του χρόνου ενσαρκώσεως. Και όπως ο Κύριος μας εθεάθη, ψηλαφήθηκε και προσκυνήθηκε εν Σαρκί, εν χρόνω, έτσι επίσης συνεχίζει να συμβαίνει και με το Σώμα του, την Εκκλησία, - ενωμένη και αγία - εν χρόνω. Αν θα δεχόμασταν την διαίρεση της Εκκλησίας, θα δεχόμασταν λοιπόν την εκμηδένιση της Ενσαρκώσεως και της σωτηρίας του κόσμου. Καθόσον η νέα αυτή εκκλησιολογία, μιας «διαιρεμένης εκκλησίας» ακυρώνει τελικά τη σωτηρία του ανθρώπου, εύλογα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αίρεση.
Η πίστη μας στην ενότητα και τη συνέχεια του Σώματος του Χριστού, η ομολογία της Πίστεώς μας, το Δόγμα αυτό της Εκκλησίας, δεν βασίζεται σε τίποτε άλλο παρά στις θείες επαγγελίες του Κυρίου και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, όταν είπε λόγους όπως αυτοί:
«Ὅταν δὲ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ιω. 16, 13).
«Κἀγὼ δέ σοι λέγω, ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν· καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16, 18).
«Καὶ ἰδού, ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28, 20).
«Ἐν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ιω. 16, 33).
Παρομοίως από το «στόμα του Χριστού», τον θείο Απόστολο Παύλο, δεχόμαστε περαιτέρω υποσχέσεις για το «αδιαίρετον» και «αήττητον» της Εκκλησίας.

«Καὶ πάντα ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ, καὶ αὐτὸν ἔδωκε κεφαλὴν ὑπὲρ πάντα τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἥτις ἐστὶτὸ σῶμα αὐτοῦ, τὸ πλήρωμα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσιν πληρουμένου» (Εφ. 1, 22.23).
«Ἥτις ἐστὶν ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (Α΄ Τιμ. 3,15).
«Ἓν σῶμα καὶ ἓν πνεῦμα, καθὼς καὶ ἐκλήθητε ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ὑμῶν· εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα» (Eφ. 4, 4.5).
«Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Εβρ. 13,8).
Και στον Απόστολο της Αγάπης, Ιωάννη τον Θεολόγο, διαβάζουμε ότι είναι η πίστη μας στον Θεάνθρωπο και το θεανδρικό Του Σώμα, εκείνη η οποία είναι αήττητη και νικηφόρα έναντι του πεπτωκότος πνεύματος αυτού του κόσμου, που είναι πρωτίστως πνεύμα διαιρέσεως:
«Ὅτι πᾶν τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Θεοῦ νικᾷ τὸν κόσμον· καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ νίκη, ἡ νικήσασα τὸν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν» (Α΄ Ιω. 5,4).
Έτσι λοιπόν, το Πνεύμα της Αληθείας δεν έχει οδηγήσει την Εκκλησία Του σε «όλη την αλήθεια»; Ή προωθούμε, εμείς ως Ορθόδοξοι, μόνον μία «διεκδίκηση» αυθεντικότητας και αλήθειας;
Εκείνος δεν έχει φρουρήσει την Εκκλησία Του, ώστε οι πύλες της κολάσεως ποτέ να μην κατισχύσουν αυτής; Ή μήπως η «ανθρώπινη αδυναμία» έχει υπερνικήσει το Σώμα του Χριστού;
Εκείνος δεν έχει παραμείνει μαζί μας, καθοδηγώντας μας μέχρι σήμερα και περαιτέρω, μέχρι το τέλος του χρόνου; Ή μήπως Εκείνος δεν υπάρχει πλέον ως Εις «εντός του χρόνου»;
Η πίστη μας στον Θεάνθρωπο δεν έχει υπερνικήσει τον κόσμο και το πνεύμα διαίρεσης; Ή μήπως συμβαίνει, όπως υποθέτει ο Πατριάρχης, το «ανθρώπινο στοιχείο» και η «ανθρώπινη αδυναμία» να έχουν νικήσει την πίστη μας και την ενότητα του Σώματος του Χριστού;
Για να κατανοήσουμε καλύτερα το γεγονός, ότι είναι αδύνατον αμφότερα, και η Ορθόδοξη Εκκλησία και ο Καθολικισμός να διατηρούν την ταυτότητα της Μίας Εκκλησίας, ενώ είναι χωρισμένα σε ζητήματα πίστεως, ας δούμε συνοπτικά την περίπτωση της ένωσης του γάμου.  Στον γάμο, ένας άνδρας και μία γυναίκα ενώνονται εν Χριστώ. Υπάρχει μια τριπλή ενότητα, ή μία ενότητα δύο προσώπων σε ένα τρίτο Πρόσωπο. Δεν είναι απλή ανθρώπινη συμφωνία. Αυτή είναι μια θεανθρώπινη ενότητα, μία φανέρωση του μυστηρίου της Ενσαρκώσεως και, ως εκ τούτου, της Εκκλησίας, σύμφωνα με τα θεϊκά λόγια του Αποστόλου Παύλου: «τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν· ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστόν, καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν» (Eφ. 5, 32).
Όλη η ενότητα στην Εκκλησία είναι Θεανθρώπινη. Πράγματι, οι αληθινά ενωμένες ανθρώπινες υπάρξεις βρίσκονται μόνο στην Εκκλησία, διότι μόνο στην Εκκλησία ο άνθρωπος ενδύεται την Θεανθρωπότητα (Γαλ. 3, 27), την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Καθώς η πεπτωκυία, αλύτρωτη ανθρώπινη φύση έχει διαρραγεί αθεράπευτα και είναι διαιρεμένη εν εαυτή, διαχωρισμένη από την αρχή της ενότητας αυτής, τον Θεό, ο άνθρωπος μπορεί μόνο να ενωθεί αν «ενδυθεί» μία νέα ανθρώπινη φύση, την ανθρωπότητα του Θεανθρώπου, που λαμβάνει χώρα στα μυστήρια, με πρώτο το Βάπτισμα. Ως εκ τούτου, μπορούμε να αποκαταστήσουμε την ενότητα μέσα μας, μεταξύ μας και με τον Θεό, μόνον δια της ενότητας με τον Θεάνθρωπο στην ανθρώπινη φύση Του, στο Σώμα Του, την Εκκλησία. 
Υπήρξε άραγε χωρισμός; Ο «γάμος» διαλύθηκε; Ας γνωρίζουμε πως, πρώτα το ένα από τα δύο πρόσωπα έπαψε να υπάρχει «εν Χριστώ», απομακρύνθηκε από τον Χριστό και τότε μόνον απομακρύνθηκε από το άλλο πρόσωπο. Πριν απ’ αυτόν τον ανθρώπινο χωρισμό έχει κατ’ ανάγκην προηγηθεί μια ρήξη στην κοινωνία με το Θείο Πρόσωπο, εν τω Οποίω [τω Χριστώ] ενώθηκαν τα δύο πρόσωπα. Κάτι ανάλογο μπορεί να υποστηριχθεί και στο εκκλησιαστικό επίπεδο.
Ο Πατριάρχης ισχυρίζεται ότι, παρόλο που «οι Τοπικές Εκκλησίες οδηγήθηκαν σε κατακερματισμό της ενότητας της Πίστεως» και «η Μία Εκκλησία διασπάστηκε εν χρόνω», μολαταύτα τόσο η Ορθόδοξη Εκκλησία όσον και ο Καθολικισμός είναι ενωμένα με τον Χριστό και εκδηλώνουν αυτήν την ενότητα μετ’ Αυτού σε κοινά μυστήρια. Αυτό όμως είναι αδύνατον, διότι αν και τα δύο ήταν ενωμένα με τον Χριστό, θα ήταν κατ’ ανάγκην ενωμένα και μεταξύ τους, εφόσον βρίσκουν την ένωσή τους εν Χριστώ. Κοντολογίς: αν είμαστε και οι δύο εν Χριστώ, είμαστε ενωμένοι. Αν είμαστε χωρισμένοι, δεν μπορούμε και οι δύο να είμαστε εν Χριστώ. Με όρους εκκλησιολογικούς, τούτο σημαίνει ότι δεν μπορούμε αμφότεροι να είμαστε «Η Εκκλησία».
Από τη στιγμή που κάποιος υποστηρίζει ότι η Εκκλησία είναι διαιρεμένη, δεν μπορεί πλέον να ισχυρίζεται ότι τα μέλη της Εκκλησίας είναι ενωμένα με το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού. Η οραματιζόμενη αυτή Εκκλησία είναι κατ’ ανάγκην απλώς ένας ανθρώπινος οργανισμός, στον οποίον βασιλεύει και επιφέρει την διαίρεση η «επικράτηση της ανθρώπινης αδυναμίας και του πεπερασμένου θελήματος της ανθρώπινης διανοίας». 
Μπορούμε επίσης να δούμε αυτή την αλήθεια να αποδεικνύεται στα λόγια του «Αποστόλου της Αγάπης», του αγαπημένου μαθητού του Κυρίου, αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.  Ο άγιος Ευαγγελιστής λέει πως «ἐάν τις εἴπῃ, ὅτι ἀγαπῶ τὸν Θεὸν, καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ μισῇ, ψεύστης ἐστίν» (Α΄ Ιω. 4,20). Αντιστοίχως, εφόσον η αγάπη μάς ενώνει με τον Θεό, αν πούμε ότι είμαστε ενωμένοι με τον Θεό αλλά χωρισμένοι από τον αδελφό μας, δεν λέμε την αλήθεια. Επιπλέον, σε εκκλησιαστικό επίπεδο, αν πούμε ότι αμφότερες οι «εκκλησίες» είναι ενωμένες με τον Θεό, αλλά χωρισμένες μεταξύ τους, δεν λέμε την αλήθεια. Διότι αν αμφότερες είναι ενωμένες με τον Χριστό, θα ήταν ενωμένες και μεταξύ τους, δεδομένου ότι η ενότητα στην Εκκλησία είναι εν Χριστώ και δια του Χριστού.
Μερικοί, στηριζόμενοι στη νέα διδασκαλία του Πατριαρχ(εί)ου, υποστηρίζουν ότι έχει ήδη σφυρηλατηθεί μία «ψευδής ένωση». Οι περισσότεροι απορρίπτουν αμέσως έναν τέτοιο ισχυρισμό. Είναι αλήθεια ότι, τουλάχιστον επισήμως και δημοσίως, δεν προχώρησαν στο «κοινό ποτήριο» στην Ιερουσαλήμ. Ωστόσο, μία μορφή «ψευδούς ενώσεως» καθιερώθηκε αναμφισβήτητα στο επίπεδο της εκκλησιολογίας. Διότι, όταν αναγνωρίζονται per se τα μυστήρια μιας ετερόδοξης ομολογίας, ως αυτά καθεαυτά τα μυστήρια της Εκκλησίας, και παρομοίως όταν οι επίσκοποί τους γίνονται αποδεκτοί με αδελφικούς ασπασμούς ως επίσκοποι της Μίας Εκκλησίας, τότε δεν έχουμε εδραιώσει μία ένωση μαζί τους; Δεν έχουμε τότε μία ένωση, τόσο υπό την έννοια ότι αναγνωρίζουμε την «εκκλησιακότητά» τους (ήτοι, τη Μία εν Ρώμῃ Εκκλησία), όσο και με την υιοθέτηση μίας κοινής ομολογίας πίστεως όσον αφορά την Εκκλησία; 
Εάν αναγνωρίζουμε το βάπτισμά τους ως το «Έν βάπτισμα», είναι ανακόλουθο να μην αναγνωρίζουμε και την Ευχαριστιακή Σύναξη, στην οποία το βάπτισμά τους τελέσθηκε. Και αν αναγνωρίζουμε την Ευχαριστία τους ως το Έν Σώμα, είναι εξίσου υποκριτικό και αμαρτωλό να μην πραγματοποιούμε μία ευχαριστιακή κοινωνία με αυτούς άμεσα.
Στο σημείο αυτό φαίνεται το ατεκμηρίωτο της Πατριαρχικής στάσης. Το γεγονός ότι η Εκκλησία ποτέ δεν έχει δεχθεί διακοινωνία με τον Καθολικισμό μαρτυρεί όχι απλώς μία απόφαση τακτικής ή μία συντηρητική στάση, αλλά τον αυτο-προσδιορισμό της, ως της μίας Εκκλησίας αφενός και την εκ μέρους Της θεώρηση του Καθολικισμού ως αιρέσεως. Εάν δεν ίσχυε αυτό, θα σήμαινε ότι παίζουμε με τα μυστήρια και την αλήθεια του Ευαγγελίου. Όπως το εξέφρασε ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός σε πασίγνωστη φράση, «η αποκοπή των Λατίνων», έγινε ακριβώς γιατί η Εκκλησία πλέον έπαψε να θεωρεί την «εκκλησία» τους, την ευχαριστιακή τους σύναξη, ως εν εσόπτρω, δηλαδή ως έκφραση της Καθολικής Εκκλησίας στην Ρώμη. Η ταυτότητά τους δεν ήταν πλέον αυτή της Εκκλησίας, αλλά της αιρέσεως.
Από όλα όσα έχουν γραφεί εδώ, πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι θα υπάρξουν αιώνιες συνέπειες από κάθε νέα παρέκκλιση ἐκ τῆς «ἅπαξ τοῖς ἁγίοις παραδοθείσης πίστεως» και η νέα εκκλησιολογία δεν αποτελεί εξαίρεση. Παραβλέποντας τις σύγχρονες φωνές της Εκκλησίας – από τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς, μέχρι τον αείμνηστο (μακαριστό) Φιλόθεο Ζερβάκο, μέχρι τον όσιο γέροντα Παϊσιο τον Αγιορείτη – αυτοί που μετέβησαν στην Ιερουσαλήμ, ενστερνιζόμενοι την νέα εκκλησιολογία, οδηγούν τους ανυποψίαστους οπαδούς τους εκτός Εκκλησίας και εκείνους τους ήδη ευρισκομένους εκτός Εκκλησίας τους εξωθούν ακόμα μακρύτερα, πόρρωθεν της εισόδου τους στην Εκκλησία.
Αυτή η νέα εκκλησιολογία συνιστά την πνευματική και θεολογική πρόκληση των ημερών μας, έναντι της οποίας κάθε Ορθόδοξος Χριστιανός παραμένει αδιάφορος, με διακινδύνευση του εαυτού του, διότι εγκυμονεί σωτηριολογικές συνέπειες. Ενόψει μίας τρομακτικά διχαστικής και παραπλανητικής αίρεσης, καλούμεθα όλοι να συνομολογήσουμε σήμερα τον Χριστό, όπως έπραξαν οι πρόγονοί μας την εποχή του Αρειανισμού. Η ομολογία της πίστεώς μας, ωστόσο, δεν είναι απλώς στο πρόσωπό Του στην Ενσάρκωση, αλλά στο πρόσωπό Του στη συνέχεια της Ενσαρκώσεως, στην Εκκλησία. Το να ομολογεί κανείς την πίστη σήμερα σημαίνει να ομολογεί και να διακηρύττει την ενότητα της θείας και ανθρώπινης φύσης Του στο Σώμα Του, τη Μία και Μόνη Ορθόδοξη Εκκλησία - «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως» (από τον Όρο της Δ΄Οικουμενικής Συνόδου).

Από impantokratoros.gr

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )