.

.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

Ἡ συνείδηση Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov



 
Πηγή: Αμέθυστος
 
ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου, αἴσθηση λεπτὴ καὶ φωτεινή, ποὺ ξεχωρίζει τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό.

Ἡ αἴσθηση αὐτὴ ξεχωρίζει τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακὸ πιὸ καθαρὰ ἀπ’ ὅσο ὁ νοῦς. Πιὸ δύσκολο εἶναι νὰ παραπλανήσει κανεὶς τὴ συνείδηση παρὰ τὸν νοῦ. Καὶ τὸν πλανεμένο νοῦ, ποὺ τὸν ὑποστηρίζει τὸ φιλάμαρτο θέλημα, γιὰ πολὺν καιρὸ τὸν ἀντιμάχεται ἡ συνείδηση.

Ἡ συνείδηση εἶναι ὁ φυσικὸς νόμος(1). Ἡ συνείδηση χειραγωγοῦσε τὸν ἄνθρωπο πρὶν τοῦ δοθεῖ ὁ γραπτὸς νόμος. Ἡ μεταπτωτικὴ ἀνθρωπότητα βαθμιαῖα οἰκειώθηκε ἕναν λαθεμένο τρόπο σκέψεως γιὰ τὸν Θεό, τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό. Ἡ λαθεμένη σκέψη ἐπηρέασε, φυσικά, καὶ τὴ συνείδηση. Ἔτσι, ὁ γραπτὸς νόμος ἀποτέλεσε ἀναγκαιότητα γιὰ τὴ χειραγώγηση τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀληθινὴ θεογνωσία καὶ τὴ θεοφιλή διαγωγή.

Ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ἐπισφραγισμένη μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, θεραπεύει τὴ συνείδηση ἀπὸ τὴν κακὴ προδιάθεση (2) μὲ τὴν ὁποία τὴ δηλητηρίασε ἡ ἁμαρτία. Ἡ ὀρθὴ λειτουργία τῆς συνειδήσεως ἀποκαθίσταται, ἐνισχύεται καὶ σταθεροποιεῖται μὲ τὴν τήρηση τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας καὶ ἡ ὀρθὴ λειτουργία τῆς συνειδήσεως εἶναι δυνατὲς μόνο στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μέσω τοῦ θείου νόμου της, πού κατευθύνει ὀρθὰ τὸν νοῦ. Γιατί κάθε λαθεμένη σκέψη ἐπιδρᾶ ἀρνητικὰ στὴ συνείδηση καὶ τὴ λειτουργία της.

Οἱ θεληματικὲς ἁμαρτίες σκοτίζουν, ἐξασθενίζουν, καταπνίγουν, ἀποκοιμίζουν τὴ συνείδηση.

Κάθε ἁμαρτία ποὺ δὲν ἐξαλείφεται μὲ τὴ μετάνοια, ἀφήνει τὴ βλαπτικὴ σφραγίδα της στὴ συνείδηση.

Ἡ ἑκούσια καὶ συνεχὴς ἁμαρτωλὴ ζωὴ σχεδὸν νεκρώνει τὴ συνείδηση. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὡστόσο, αὐτὴ νὰ νεκρωθεῖ ἐντελῶς. Θὰ συνοδεύει τὸν ἄνθρωπο μέχρι τὸ φοβερὸ Κριτήριο τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ θὰ τὸν ἐνοχοποιήσει, ἂν τὴν καταπατοῦσε.

Σύμφωνα μὲ τοὺς ἁγίους πατέρες, ὁ ἀντίδικος τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἀναφέρεται στὸ Εὐαγγέλιο (3), εἶναι ἡ συνείδηση. Καὶ πράγματι εἶναι ἀντίδικος, γιατί ἐναντιώνεται σὲ κάθε ἄνομο ἐγχείρημά μας.

Βαδίζοντας πρὸς τὸν οὐρανό, στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς σου, νὰ ἔχεις εἰρηνικὲς σχέσεις μ’ αὐτὸν τὸν ἀντίδικο, γιὰ νὰ μὴ γίνει κατήγορός σου τότε ποὺ θ’ ἀποφασίζεται ἡ κατάστασή σου στὴν αἰωνιότητα.

Λέει ἡ Γραφή: «Θὰ ἀπαλλάξει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ δεινὰ ἕνας ἀξιόπιστος μάρτυρας»(4). Ἀξιόπιστος μάρτυρας εἶναι ἡ ἄμεμπτη συνείδηση. Ἡ ἄμεμπτη αὐτὴ συνείδηση τὴν ψυχὴ ποὺ ἀκούει τὶς συμβουλές της θὰ τὴ λυτρώσει ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες της μέχρι τὸν θάνατο καὶ ἀπὸ τὰ αἰώνια βάσανα μετὰ τὸν θάνατο.

Ὅπως ἡ κόψη τοῦ μαχαιριοῦ ἀκονίζεται μὲ τὴν πέτρα, ἔτσι καὶ ἡ συνείδηση ἀκονίζεται ἀπὸ τὴ νοητὴ πέτρα (5), τὸν Χριστό, μὲ τὴ μελέτη τοῦ λόγου Του, ποὺ τὴ φωτίζει, καὶ μὲ τὴν τήρηση τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν.

Φωτισμένη καὶ ἀκονισμένη ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ ἡ συνείδηση, λεπτομερειακὰ καὶ ὁλοκάθαρα φανερώνει στὸν ἄνθρωπο τὶς ἁμαρτίες του, ἀκόμα καὶ τὶς πιὸ μικρές.

Μὴν ἀσκεῖς βία στὸν ἀντίδικό σου -μὴν παραβιάζεις τὴ συνείδησή σου! Διαφορετικά, θὰ στερηθεῖς τὴν πνευματική σου ἐλευθερία. Ἡ ἁμαρτία θὰ σὲ αἰχμαλωτίσει καὶ θὰ σὲ δέσει. Θλίβεται ὁ προφήτης μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ γι’ αὐτοὺς ποὺ ἐπιβουλεύονται τὸν ἴδιο τους τὸν ἑαυτό, παραβιάζοντας τὴ συνείδησή τους: «Ὁ Ἐφραΐμ καταπίεσε τὸν ἀντίδικό του, καταπάτησε τὸ δίκιο του, γιατί ἄρχισε νὰ ἀκολουθεῖ τὴ ματαιότητα»(6).

Ἡ «κόψη» τῆς συνειδήσεως εἶναι πολὺ λεπτή, πολὺ εὐαίσθητη, γι’ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ τὴ φυλάει προσεκτικά. Καὶ τὴ φυλάει, ὅταν ἐκτελεῖ ὅλες τὶς ὑποδείξεις τῆς συνειδήσεως καὶ ὅταν, σὲ περίπτωση ἀθετήσεως κάποιας ἀπ’ αὐτὲς λόγω ἀδυναμίας ἤ πλάνης, μετανοεῖ μὲ δάκρυα.

Καμιὰν ἁμαρτία μὴ θεωρεῖς ἀσήμαντη. Κάθε ἁμαρτία ἀποτελεῖ παράβαση τοῦ θείου νόμου, ἐναντίωση στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καταπάτηση τῆς συνειδήσεως. Ἄλλωστε, ἀπὸ τὰ μικρά, ἀπὸ τὰ μηδαμινά, ὅπως νομίζουμε, ἁμαρτήματα ὁδηγούμαστε σιγὰ-σιγὰ στὰ μεγάλα. "Πόσο σοβαρὸ εἶναι αὐτό; Εἶναι βαριὰ ἁμαρτία; Μήπως δὲν εἶναι κάν ἁμαρτία; Ναί, δὲν εἶναι ἁμαρτία!". Ἔτσι σκέφτεται ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴ σωτηρία του, ὅταν ἀποφασίζει νὰ γευθεῖ τὴν ἁμαρτωλὴ τροφή, τὴν τροφὴ ποὺ ἀπαγορεύει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Μὲ ἀβάσιμους συλλογισμοὺς καταπατᾶ διαρκῶς τὴ συνείδησή του. Ἔτσι, μὲ τὸν καιρό, ἡ «κόψη» της στομώνει καὶ ἡ φωτεινότητα της μειώνεται. Στὴν ψυχὴ ἁπλώνονται τὸ σκοτάδι καὶ ἡ παγωνιὰ —ἡ ἀμέλεια καὶ ἡ ἀναισθησία.

Τελικὰ ἡ ἀναισθησία γίνεται πάγια κατάσταση τῆς ψυχῆς. Συχνὰ μάλιστα, συμβαίνει νὰ εἶναι ἱκανοποιημένη ἡ ψυχὴ μὲ τὴν ἀναισθησία της, θεωρώντας τὴν κατάσταση εὐάρεστη στὸν Θεό, κι ἔτσι νὰ ἔχει τὴ συνείδηση της ἀναπαυμένη. Στὴν πραγματικότητα, βέβαια, ἀφοῦ ἔχασε τὴ μακάρια συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς της, ποὺ εἶναι ἡ βάση τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τύφλωσε καὶ ἀποκοίμισε τὴ συνείδηση (7).

Ἀθέατες τότε, μέσα στὸ βαθὺ σκοτάδι τῆς ἀναισθησίας, διάφορες ἁμαρτίες ὁρμοῦν σὰν ληστὲς μέσα στὴν ψυχὴ καὶ τὴν κάνουν κρησφύγετό τους. Οἱ ἁμαρτίες αὐτές, μένοντας ἐκεῖ γιὰ πολύ, γίνονται συνήθειες. Μὲ τὸν καιρὸ ἑδραιώνονται καὶ ἰσχυροποιοῦνται ὅσο καὶ οἱ φυσικὲς ἰδιότητες τῆς ψυχῆς, καμιὰ φορά μάλιστα ξεπερνοῦν σὲ δύναμη ἀκόμα κι αὐτὲς τὶς φυσικὲς ἰδιότητες. Οἱ ἁμαρτωλὲς συνήθειες ὀνομάζονται πάθη. Χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἁλυσοδένεται σιγὰ-σιγὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ γίνεται αἰχμάλωτός της, δοῦλος της.

Ὅποιος ἀδιαφορεῖ συστηματικὰ γιὰ τὶς ὑπομνήσεις τῆς συνειδήσεως, ἀφήνει τὸν ἑαυτό του νὰ αἰχμαλωτιστεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος μόνο μὲ ἔντονο προσωπικὸ ἀγώνα καὶ μὲ τὴ δυναμικὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ θὰ μπορέσει νὰ σπάσει τὶς ἁλυσίδες του καὶ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη. Γιατί τὰ πάθη ταυτίστηκαν μὲ τὴ φύση του,  ἔγιναν, θαρρεῖς, ἰδιότητές της.

Ἀγαπητέ μου ἀδελφέ! Μ’ ὅλη τὴν προσοχὴ καὶ τὴν ἐπιμέλεια φύλαξε τὴ συνείδησή σου.

Φύλαξε τὴ συνείδησή σου, πρῶτον, ὡς πρὸς τὴ σχέση σου μὲ τὸν Θεό. Νὰ τηρεῖς ὅλες τὶς ἐντολές Του, τόσο ὅταν σὲ βλέπουν οἱ ἄνθρωποι ὅσο καὶ ὅταν δὲ σὲ βλέπουν. Γιατί καὶ ὅταν δὲν σὲ βλέπουν οἱ ἄνθρωποι, ὅ,τι κάνεις, ἀκόμα καὶ ὅ,τι σκέφτεσαι, γίνεται γνωστὸ στὸν Θεὸ καὶ στὴ συνείδησή σου.

Φύλαξε τὴ συνείδησή σου, δεύτερον, ὡς πρὸς τὴ σχέση σου μὲ τὸν πλησίον. Μὴν ἀρκεῖσαι σὲ μίαν εὐπρεπῆ ἐξωτερικὴ συμπεριφορὰ πρὸς τοὺς συνανθρώπους σου. Πρέπει ἀπὸ τὴ συμπεριφορά σου νὰ ἱκανοποιεῖται ἡ συνείδησή σου. Καὶ ἡ συνείδηση ἱκανοποιεῖται, ὅταν ὄχι μόνο οἱ πράξεις σου ἀλλὰ καὶ τὰ αἰσθήματά σου γιὰ τὸν πλησίον ἀνταποκρίνονται στὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου.

Φύλαξε τὴ συνείδησή σου, τρίτον, ὡς πρὸς τὰ πράγματα, ἀποφεύγοντας τὰ περιττὰ καὶ τὰ πολυτελή. Νὰ θυμᾶσαι πὼς ὅλα τὰ ἀντικείμενα ποὺ χρησιμοποιεῖς στὴν καθημερινή σου ζωὴ εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ.

Φύλαξε τὴ συνείδησή σου, τέταρτον, ὡς πρὸς τὸν ἴδιο σου τὸν ἑαυτό. Μὴν ξεχνᾶς πὼς εἶσαι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ πρέπει νὰ Τοῦ μοιάσεις (8), νὰ Τοῦ παρουσιάσεις κάποτε αὐτὴ τὴν εἰκόνα καθαρὴ καὶ ἄμεμπτη.

Ἀλίμονο, ἀλίμονο στὴν ψυχή, στὴν ὁποία ὁ Κύριος, τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, δὲν θ’ ἀναγνωρίσει τὴν εἰκόνα Του! Ἀλίμονο στὴν ψυχή, στὴν ὁποία δὲν θὰ βρεῖ καμιὰν ὁμοιότητα μὲ τὸν ἑαυτό Του! Αὐτὴ ἡ ψυχὴ θ’ ἀκούσει τὴν τρομερὴ καταδίκη: «Δὲν σὲ ξέρω!»(9). Ἡ ἄχρηστη εἰκόνα θὰ ριχθεῖ στὴν ἄσβεστη φλόγα τῆς γέεννας.

Ἀνέκφραστη καὶ ἀτελεύτητη, ἀπεναντίας, θὰ εἶναι ἡ χαρὰ τῆς ψυχῆς, στὴν ὁποία ὁ Κύριος θ’ ἀναγνωρίσει τὴν εἰκόνα Του, στὴν ὁποία θὰ δεῖ τὴν προπτωτικὴ θεία ὀμορφιά, δῶρο τῆς ἄπειρης ἀγαθότητάς Του στὸ πλάσμα Του. Αὐτὴ ἡ ὀμορφιὰ τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς μετὰ τὴν προπατορικὴ πτώση χάθηκε, ἀλλὰ ἀποκαταστάθηκε καὶ αὐξήθηκε μὲ τὴ λυτρωτικὴ οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὁ Χριστὸς μᾶς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ διατηροῦμε τὴ θεία ὀμορφιὰ τῆς ψυχῆς μας ἀκέραιη καὶ ἄσπιλη, ἀποφεύγοντας ὅλες τὶς ἁμαρτίες καὶ τηρώντας ὅλες τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές.

Τῆς ἀποφυγῆς τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν ἄγρυπνος ἐπιτηρητὴς καὶ ἀσίγητος παρακινητής εἶναι ἡ συνείδηση. Ἀμήν.

1. Ἀββᾶ Δωροθέου, ὄ.π., Γ', 40.
2. Βλ. Ἑβρ. 10:22.
3. Βλ Ματθ. 5:25. Λουκ. 12:58.
4. Παροιμ. 14:25.
5. Βλ Α' Κόρ. 10:4.
6. Ὠσηὲ 5:11.
7. Βλ. Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, ὄ.π.. ΙΖ.
8. Βλ. Γεν. 1:26-27.
9. Πρβλ. Ματθ. 25:12. Λουκ. 13:25, 27.

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

Εσχατολογία και Φιλοσοφία της Ιστορίας (6)

Συνέχεια από Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013
 
Εσχατολογία και Φιλοσοφία της Ιστορίας

Και ο καλός Bultmann, μας ανοίγει τις κουρτίνες του μηδενός: «Το πρόβλημα με την εσχατολογία ανέκυψε απο το γεγονός ότι το αναμενόμενο τέλος του κόσμου δέν επήλθε, ο Υιός του ανθρώπου δέν εμφανίστηκε επί των νεφελών του Ουρανού και η Ιστορία συνεχίστηκε». Ας δούμε λίγο, ας γευτούμε, την διαφορά που προκύπτει απο την οργάνωση ονομάτων, που είναι η σκέψη και απο την εμπειρία, η οποία εκφράζεται σαν λόγος! ΕΙΝΑΙ ΛΟΓΟΣ.
Διότι ο καλός Bultmann, όχι μόνον αγνοεί την Ορθόδοξη Αγιότητα, αλλά αγνοεί και τί σημαίνει κατ’εικόνα. Και βεβαίως αγνοεί παντελώς τον καρπό της θεολογίας. Και γι’αυτό με απόλυτο θράσος, ίσως μεγαλύτερο και του Ζηζιούλα, μιλά για την εσχατολογία, για το διδακτορικό, χωρίς να’χει παρακολουθήσει ούτε Δημοτικό!
Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος : (Θεολογικός 1ος-10,4), ο λόγος ότι έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο, χουν λαβών απο της γής, και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνεύμα ζωής και εγένετο αυτώ εις ψυχήν ζώσαν, δείχνει ότι συνυπήρχε με την ψυχή ο νούς ημών και ο λόγος. Δέν προϋπήρξε το ένα απο αυτά, ούτε προϋπέστη του ενός το άλλο (μηδέ προϋποστάντος). Σαν να ήταν τα τρία ένα συγχρόνως (ως εν όντων άμα των τριών) και σαν να δόθηκαν σ’έμάς σ’ένα πνεύμα ζωής. Διότι και ο ποιητής της εικόνος Θεός, δέν είχε ποτέ προϋπάρχον (προϋποστάν) το ένα απο τα τρία.
Ας δούμε όμως και τις προϋποθέσεις της Ορθοδόξου Θεολογίας, όπου θα δούμε καθαρά ότι η Δευτέρα παρουσία του Κυρίου άρχισε πολύ νωρίς, αμέσως, με τον Απόστολο Παύλο και συνεχίστηκε με τους περισσότερους Αγίους, ιδίως δέ με όσους ονομάζουμε στην Εκκλησία Θεολόγους. Και η ιστορία της Σωτηρίας συνεχίζεται μέχρι σήμερα, και η αποκάλυψις Ιησού Χριστού στους Αγίους του, που είναι η Εκκλησιαστική εσχατολογία, όπως διδάσκει και το βιβλίο της Αποκαλύψεως. Και όπως μιλούμε για την πρώτη Ανάσταση των Αγίων, παρομοίως ομιλούμε και για την πρώτη εσχατολογία, το πρώτο έσχατο που βιώνουν οι Άγιοι.
Μείνε στην Κόλαση και μήν απελπίζεσαι. Θα σε αναστήσω, είπε στον Άγιο Σιλουανό! Ποιός ακούει όμως;
Θεολογικός πρώτος 15, στην συλλογή Μερετάκη Τόμος 19Β. «Αλλά πές μου, πάς τις ο περί Θεού και Θείων μή διδάσκεσθαι, αλλά διδάσκειν επιχειρών, αν πρώτα ανέβηκες απο τον Άδη και έφτασες στην γή. Και πώς σου συνέβη αυτό, με ποιά επιστηρίγματα και ποιά σκαλοπάτια, με ποιούς συνεργούς και βοηθούς στην ανάβαση; Και αφού ανήλθες, γεμάτος βρώμα και φθορά ή καλύτερα κρατούμενος απο τον Θάνατο και νεκρός όντας ακόμη, πώς έζησες κι έγινες ισχυρότερος του θανάτου; Και κατόρθωσες να ξεφύγεις απο τα χέρια του; Πές μας λοιπόν αυτά και τότε μόνο θα μας πείς πώς μετά την άνοδο απο τον Άδη και τον ερχομό στη γή απαλλάχθηκες απο την φθορά και ελευθερώθηκες απο την κατάρα!! (και της κατάρας ηλευθερώθης;). Έπειτα θα μας διδάξεις πώς πάλιν ηνήχθης απο της γής (ανέβηκες απο τη γή), ποιές βαθμίδες (σκαλοπάτια;) χρησιμοποιώντας και με ποιά φτερά πετώντας ανυψώθηκες στους ουρανούς; Επάνω σε ποιό άρμα ανέβηκες,όντας στό σώμα χωρίς σώμα(εν σώματι ών χωρίς σώματος),πώς τούς υπερέβηκες; (τους ουρανούς) ΠΟΙΑ ΝΕΦΕΛΗ ΣΕ ΑΡΠΑΞΕ; (Ποιά νεφέλη σε υπέβαλε;). Δείξε μας αυτά τα πράγματα και δίδαξέ μας γι’αυτά και τότε θα δεχθούμε να ομιλείς περί του Θεού, με κάποια μετριοφροσύνη και με φόβο και τρόμο. Διότι αυτά τα επιτεύγματα επιτελούνται πάντοτε κατά τρόπο μυστικό σ’εκείνους που έφθασαν στην κατάσταση ωρίμου ανδρός, κατά το μέτρο του αναστήματος του Χριστού.»
«Αλλιώς και νεκρούς ακόμη αν ανασταίνει κάποιος, και μύρια άλλα θαύματα αν επιδεικνύει, νά τον αποστρεφόμαστε και να τον μισούμε σαν δαίμονα»!
Θα συνεχίσουμε με τον Bultmann και τους νεωτεριστές του Βόλου, αλλά πρίν απο αυτά ας τονίσουμε γι’άλλη μια φορά πώς ο Άγιος Συμεών, και η Σύνοδος που επικύρωσε την διδασκαλία του, στους Τρείς Θεολογικούς του Λόγους καταρρίπτει την αίρεση ακριβώς του Ζηζιούλα. Κατά γράμμα. Η οποία είχε ριζώσει και στην εποχή του, στο Πατριαρχείο. Ας δούμε λίγα τινα.
Θεολογικός πρώτος: Ο αιρετικός : «Λέγω ότι ο Πατήρ είναι ανώτερος του Υιού αντί να ειπώ ότι είναι πρώτος, διότι προέρχεται απο τον Πατέρα. Έτσι οι αιρετικοί (όπως ο Ζηζιούλας), ασχολούνται με τα παλαιότερα λεχθέντα απο τους θεσπέσιους Θεολόγους πρός τους αιρετικούς, όχι για να καρπωθούν κάποια πνευματική ωφέλεια, αλλά για να θαυμάζονται απο τους ακροατές σε γεύματα και συνέδρια και να αποκαλούνται θεολόγοι(επιφημίζονται).
Και ο Άγιος προειδοποιεί τους συγχρόνους Θεολόγους του σατανά: «Αίτιον γάρ του γεννωμένου Υιού τον πατέρα είναι, επί της σωματικής γεννήσεως λέγομεν (στην περίπτωση της σωματικής γεννήσεως). Για την Θεία όμως και ανύπαρκτη ύπαρξη, την αγέννητη γέννηση, την ανυπόστατη υπόσταση και την Υπερούσιο ουσίωση, δέν μπορούμε να το εφαρμόσουμε. Διότι στην Παναγία Τριάδα, είναι επικίνδυνο να μετρά κανείς τα αμέτρητα και να λέγει τα ανέκφραστα και να φθέγγεται τα άφθεγκτα.
Ο Ιωάννης Θεολογών είπε "εν αρχή ήν ο Λόγος" και ούχ ο Πατήρ. Διότι ούτε Υιός αναγνωρίζεται ο Λόγος απο κανέναν πρίν κατέβει και σαρκωθεί ο Θεός Λόγος. Ούτε πατήρ ο Θεός. Και ο ίδιος ο Κύριος είπε: Εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν! Γιατί προέταξε τον εαυτό του τού Πατρός;»
 
Συνεχίζεται
 
Αμέθυστος.

Εσχατολογία και Φιλοσοφία της Ιστορίας (5)

Συνέχεια από Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Εσχατολογία και Φιλοσοφία της Ιστορίας

Ένας Γερμανός θεολόγος, ο Rudolf Bultmann, βρίσκεται στο κέντρο της συγχρόνου και μοντέρνας νοοτροπίας. Συνθέτει στο έργο του και την ιστορία και την εσχατολογία και την απομυθοποίηση. Θεμελιώνοντας την Βιβλική επιστήμη. Μία θεολογία ή οποία απελευθερωμένη απο την Εκκλησία επικεντρώνεται στην σκέψη, δηλαδή στο διάβασμα και στην μόδα της εποχής, στο πνεύμα της εποχής. Ένα σημαντικό του κείμενο έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά απο τις εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ, «Ιστορία και εσχατολογία» και χρησιμοποιείται επιτηδείως στα κατηχητικά του Οικουμενισμού, που έχουν γεμίσει την Ελλάδα. 
Ο μεγάλος κήρυκας του προτεσταντισμού, ο Καλαϊτζίδης, γράφει στην εισαγωγή τού βιβλίου: Η άρνηση τού κυριολεκτικού χαρακτήρα της ανάστασης εκ μέρους του Μπούλτμαν είναι ένα πολύ σοβαρό θεολογικό πρόβλημα αλλά εξίσου προβληματική είναι και η στάση τής καθ’ημάς θεολογίας, η οποία επικαλούμενη το πνεύμα των Πατέρων, αρνείται την σύγχρονη θεολογική συζήτηση!
 Παρότι χωρίς την ανάσταση η πίστη μας μάταιη, ο οικουμενισμός νομίζει ότι διεκπεραιώνει θεολογικό, χριστιανικό διάλογο. Και θα διαλύσει ότι υπάρχει και δέν υπάρχει για να αλλάξει την θεολογική μας γλώσσα. Να την ανανεώσει. Μοιράζοντας εγχειρίδια εκμάθησης της νέας γλώσσας του Οικουμενισμού, άνευ διδασκάλου. Διότι οι οικουμενιστές πιστεύουν πώς ο λόγος των Ευαγγελίων είναι απλά ονόματα, μύθοι που δέν παραπέμπουν σε καμία πραγματικότητα. Πώς η μόνη πραγματικότης είναι η ιστορία. Και το μόνο πνευματικό κέντρο ταυτότητος το ΕΓΩ. 
«Η ζωή του ατόμου είναι συνυφασμένη με την ροή των Ιστορικών γεγονότων. Η κατάσταση στην οποία το άτομο βρίσκει τον εαυτό του είναι το αποτέλεσμα όσων υπήρξαν, έπραξαν και σκέφθηκαν, το ίδιο το άτομο και άλλοι πρίν απο αυτό. Είναι αποτέλεσμα Ιστορικών αποφάσεων οι οποίες δέν μπορούν να ανακληθούν. Μόνον λαμβάνοντας υπ’όψιν αυτό το παρελθόν ο άνθρωπος μπορεί να σκέπτεται, να πράττει και να υπάρχει. Σ’αυτό συνίσταται η Ιστορικότητα της ύπαρξής του. Ο άνθρωπος δέν μπορεί να διαλέξει το σημείο από το οποίο ξεκινάει. Μπορεί όμως να θέσει στον εαυτό του έναν ορισμένο σκοπό στον οποίο επιθυμεί να φτάσει και να επιλέξει το δρόμο όπου επιθυμεί να βαδίσει; (Το γνωστό Γνωμικό Θέλημα). Μόνον σε περιορισμένο βαθμό. Διότι οι άνθρωποι εξαρτώνται απο τις περιστάσεις, και η υλοποίηση ενός σχεδίου ζωής συνεπάγεται έναν αγώνα με αντικείμενες δυνάμεις, οι οποίες πολύ συχνά είναι ισχυρότερες απο την ισχύ του ίδιου του ανθρώπου».
Εδώ εισέρχεται η Χριστιανική ή καλύτερα η Θεολογική εσχατολογία. Στο τέλος, στον σκοπό, ο οποίος είναι η Δευτέρα παρουσία και όπου η ιστορία βαδίζει αμετάκλητα και αλάθητα. Με την εσχατολογία ο άνθρωπος δίνει ενότητα και νόημα στις Ιστορικές του πράξεις, οι οποίες διαφορετικά δέν διαθέτουν. Και βρισκόμαστε πάλι στην αγκαλιά του Γερμανικού Ιδεαλισμού, και ακόμη καλύτερα, στον Ρομαντισμό της πράξης: όπως ακριβώς τά εντοπίζει ο Γκαίτε: 
«Αχ! Οι ίδιες μας οι πράξεις όμοια με τα πάθη μας φράζουν της ζωής μας την πορεία». 
Πρός;   Πρός την δόξα!
Και γι’αυτό ο άνθρωπος, όπως το είδαν καθαρά οι Στωϊκοί, χρειάζεται χαρακτήρα, σήμερα λέμε πρόσωπο, για να υπερπηδήσει τα εμπόδια των παθών και των πράξεων που απορρέουν απο τα ατομικά και συλλογικά και ιστορικά πάθη που μας συνθλίβουν. Και με βοηθό τον γλυκύ Ιησού, ο οποίος όλα τα αγαπά και τα φροντίζει, μπορούμε να υπερπηδήσουμε τα εμπόδια, και να εξελίξουμε, βάζοντας ένα λιθαράκι στήν Ιστορία, που είναι μία γέφυρα πρός την Δευτέρα Παρουσία.
Και όλα αυτά γίνονται Εφικτά, αρκεί να ελευθερωθούμε απο την παντοδυναμία του Θεού και να αρπαχτούμε στην αγάπη του, η οποία θα μας επιτρέψει να υπάρχουμε σαν υποκείμενα και όχι σαν σκλάβοι στο θέλημα του.
Έτσι λοιπόν ο άνθρωπος εγκαταλείπει την ιδέα του βιβλικού Θεού ώς απεριόριστης και αυθαίρετης θέλησης για δύναμη, που αποδομεί το ανθρώπινο υποκείμενο, το οποίο εξ’αιτίας της ελλείψεως αυτοδυναμίας και αυτοσυστασίας (Εφόσον δέν υφίσταται πλέον, αφού εγκατελείφθη ο νούς, για να μπεί στην θέση του το Εγώ) και της διχαστικής συγκρότησής του (Εγώ και οι άλλοι, άλλα θέλω και άλλα κάνω) καταλήγει να έχει σαν ουσία του το μηδέν.
Τα χαρακτηριστικά ακριβώς αυτά της σύνθλιψης, της συμμόρφωσης και της υποταγής/υπακοής του ανθρώπινου υποκειμένου ενώπιον ενός παντοδύναμου Θεού που εκμηδενίζει την ελευθερία και αυτονομία του ανθρώπου, προσδιόρισαν και τον υπαρξισμό του Χάϊντεγκερ. Τον οποίο πρέπει να εξελίξουμε με τον Ιστορικισμό ακριβώς. Διά της εσχατολογίας. Η οποία παίρνει την θέση του παλιού καλού Αγίου Πνεύματος το οποίο εχορηγείτο διά του Υιού. Διά του Ιστορικού Ιησού. Διότι, όπως λέει και ο Φλωρόφσκι, ο σύγχρονος άνθρωπος δέν ενδιαφέρεται για τα έσχατα (σήμερα πλέον δέν είναι αλήθεια, διότι όλοι, κουτσοί, στραβοί, εντρυφούν στην αποκάλυψη) λόγω του Υπαρξισμού.
Η εσχατολογία εσωτερικοποιείται ριζικά στην υπαρξιακή της επανερμηνεία. Εξαφανίζεται μέσα στην αμεσότητα των προσωπικών αποφάσεων. Τα γεγονότα της Ιστορίας επισκιάζονται απο τα γεγονότα της εσωτερικής ζωής. Γι’αυτό και εξελίσσουμε τον άνθρωπο των αποφάσεων, και του νοήματος, στον άνθρωπο της πράξης και του σκοπού. Στον επαναστάτη που αφιερώνεται μέχρι αυτοθυσίας σε έναν σκοπό. Σαν τους παλιούς καλούς Αριστερούς της κομμουνιστικής Ιδεολογίας. Αγάπα λοιπόν άνθρωπέ μου και κάνε ό,τι θές. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.
Ίσως δέν γίνεται εύκολα κατανοητό το γεγονός πώς όλη αυτή η ιστορία ξεκινά και επιστρέφει πάντοτε στον Καρτέσιο. Είναι ο άνθρωπος, ο οποίος θεμελίωσε την Δύση, ενάντια στην παντοδυναμία του Θεού, γεννώντας το υποκείμενο, εννοώντας όμως στήν πραγματικότητα το παντοδύναμο θεολογικό Φιλοσοφικό σύστημα του Ακινάτη, το οποίο εξαφάνισε κυριολεκτικά τον άνθρωπο. Ο ΓΙΓΑΝΤΑΣ.
Ο Καρτέσιος είναι ο πρώτος στοχαστής ο οποίος κατασκεύασε ένα μεταφυσικό υπόβαθρο για την Φυσική. Διότι η φύση δέν θα μπορούσε να κυριαρχηθεί χωρίς να ερευνηθεί ό,τι υπερβαίνει την Φύση. Τον ενδιαφέρει μόνον η ασφάλεια και η ευημερία. Γι’αυτό και ο μεγαλύτερος εχθρός του είναι η αμφιβολία.
«Κάθε γνώση είναι ασφαλής και προφανής γνώση. Όποιος έχει αμφιβολίες γύρω απο πολλά πράγματα δέν είναι σοφότερος απο όποιον δέν τα συλλογίστηκε ποτέ». Και η ισχυρότερη πηγή αμφιβολίας είναι η ιδέα ενός παντοδύναμου Θεού. Διότι ενδεχομένως ένας παντοδύναμος Θεός να δημιούργησε τον κόσμο με τέτοιο τρόπο ώστε κατ’ανάγκη να παρανοείται απο τον άνθρωπο. Είτε δημιούργησε τον άνθρωπο έτσι ώστε κατ’ανάγκη να παρανοεί τον κόσμο.
Πρέπει λοιπόν να βρεθούν τρόποι να διασωθεί η γνώση απο την θεϊκή εξαπάτηση. Αυτός ο μοχθηρός Θεός δέν μπορεί να είναι πανάγαθος και η πηγή της αλήθειας αλλά μάλλον κάποια κακόβουλη μεγαλοφυΐα ή ένας μοχθηρός δαίμων (genius malignus), ο οποίος χρησιμοποιεί όλες τις δυνάμεις του για να μας εξαπατήσει. Πρέπει επομένως να αντιμετωπίζονται όλα τα εξωτερικά πράγματα ώς παγίδες που τοποθετεί αυτή η κακόβουλη μεγαλοφυΐα για να δελεάσει την ευπιστία μας. Εάν δέν μπορούμε λοιπόν να φθάσουμε στην αλήθεια, μπορούμε τουλάχιστον να αποφύγουμε την πλάνη με το να μήν πιστεύουμε τίποτα. Πρέπει να γίνουμε Ικανοί να αποφεύγουμε την ψευδαίσθηση σαν πραγματικότητα. Ο πρώτος Στοχασμός λοιπόν αναγνωρίζει την αμφιβολία σαν την ανθρώπινη Ικανότητα να αποφεύγουμε σφάλματα στις κρίσεις, έστω και αν αυτά τα σφάλματα προέρχονται απο έναν παντοδύναμο Θεό. Μόνον που δέν μπορούμε να αποκτήσουμε βεβαιότητα και να γίνουμε κύριοι και κάτοχοι της Φύσης. Αυτή η ικανότητα, το αρχιμήδειο σημείο για να ανατρέψουμε την εξαπάτηση αυτής της κακόβουλης μεγαλοφυΐας είναι το υποκείμενο. «Αφήστε τον να με εξαπατά όσο μπορεί, ποτέ δέν θα καταφέρει να είμαι τίποτα, ενόσω σκέπτομαι ότι είμαι κάτι, αυτή δέ η απόφανση είμαι, υπάρχω, είναι κατ’ανάγκην αληθής οποτεδήποτε τίθεται απο εμένα ή συλλαμβάνεται στον νού μου.
Έτσι λοιπόν ο μοντέρνος κόσμος παρουσιάζεται σαν μία νέα αρχή, σαν διαφωτισμός, αλλά πίσω απο αυτή τη λαμπρή αυγή του Ορθολογισμού υπάρχουν το σκοτάδι και η μυστηριώδης μορφή του παντοδύναμου Θεού! ».
Ο απόλυτος θρίαμβος του Γνωστικισμού. Και η απόλυτη απόδειξη της υπάρξεως τού Εωσφόρου. Διότι ο γνωστικισμός είχε κηρύξει τον κακό δημιουργό με απόλυτη επιτυχία και αντιμετωπίστηκε με απόλυτη επιτυχία απο την Ορθόδοξη Θεολογία, αρχής γενομένης με τον Ειρηναίο της Λυών και απο την Φιλοσοφία του Πλωτίνου. Ο Θεός της Δύσεως είναι ο Εωσφόρος και ο άνθρωπός της είναι ο επαναστατημένος γιός του Πατέρα του πολιτισμού αυτού, του Σατανά. Αυτό είναι το υποκείμενο. Ένα οχυρό που μας προστατεύει απο τον Θεό. Αυτός ο επαναστατημένος Υιός θα αποθεωθεί στον Αντίχριστο. Αυτή η θρησκεία του Σατανά εισάγεται μαζικώς στην κοιμισμένη Ορθοδοξία απο τον Οικουμενισμό.
Για την Ιστορία ας υπενθυμίσουμε στους ημιμαθείς του Οικουμενισμού, πώς η πρώτη απομυθοποίηση επραγματοποιήθη απο τον Σπινόζα, με την θεολογικο-πολιτική πραγματεία του, με την οποία θέλησε να θέσει τέρμα στην ευπιστία που θεωρείται πίστη και αφήνει συνεπώς τους ανθρώπους έκθετους στην αυθαιρεσία. Κάτι που τον ώθησε στον έλεγχο των Γραφών. Η ορθολογική του μέθοδος βάζει τους προφήτες στην θέση τους σαν απλοϊκούς ηθικολόγους, χρήσιμους μόνον για την πρακτική ζωή και απορρίπτει τα θαύματα. Περιέχει όμως και την περιγραφή της ουσίας των συγχρόνων θεολόγων: Η Αγία Γραφή αφήνει πάσα ελευθερία στην λογική! Αυτή την ελευθερία της λογικής εκμεταλλεύονται μέχρι σήμερα όλοι οι Θεολόγοι που κατέστρεψαν την πίστη μας και ιδιαιτέρως οι Οικουμενιστές των παλαιών και νέων οπαδών του Ζηζιούλα.
Ο Ζηζιούλας, σαν μέγας Συνθετικός, έφτιαξε ένα Ορθόδοξο Εκκλησιαστικό σύστημα στο οποίο συμπεριλαμβάνει την παντοδυναμία του Θεού, σαν παντοκράτορος, για να σώσει την Δύση απο την ατομικότητα. Αυτές οι ανοησίες, αυτά τα σάπια αλογίσια κρέατα, τρώνε οι μεταμοντέρνοι Έλληνες για να σωθούν.
Και πώς ξέφυγε ο Χριστός απο την Εκκλησία, για να δραπετεύσει και να χαθεί στην Ιστορία;. Διά τού κατά Λουκάν Ευαγγελίου. Παίρνοντας μαζί του, σαν νέος προμηθέας πλέον, όχι σαν νέος Αδάμ, την φλόγα της Ιστορικής ζωής, την εσχατολογία. Θα τα δούμε στην συνέχεια.
Αμέθυστος.

Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ και ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ

 μητροπολίτου  Πειραιώς π. ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Ἔλεγε ὁ μακαριστός ἅγιος Γέρων Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης : «Ὁ διάβολος ἅπλωσε τρία πλοκάμια νά πιάσει ὅλο τόν κόσμο. Τούς πλουσίους νά τούς πιάσει μέ τή Μασονία, τούς πτωχούς μέ τόν κομμουνισμό καί τους θρησκευόμενους μέ τόν οἰκουμενισμό». Ὁ ἴδιος ἄλλοτε σέ συνάξεις μοναζουσῶν ἐπεσήμανε : «Οἰκουμενισμός καί Κοινή Ἀγορά, ἕνα κράτος μεγάλο, μία θρησκεία στά μέτρα τους. Αὐτά εἶναι σχέδια διαβόλων»[1].
Τί εἶναι, ὅμως, ὁ Οἰκουμενισμός ;          
Ὁ σύγχρονος ἅγιος γέρων τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας καί καθηγητής τῆς Δογματικῆς ὅσιος Ἰουστίνος Πόποβιτς σημειώνει : «Ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι κοινόν ὄνομα διά τούς ψευδοχριστιανισμούς, διά τάς ψευδοεκκλησίας τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Μέσα του εὑρίσκεται ἡ καρδία ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν οὐμανισμῶν μέ ἐπικεφαλῆς τόν Παπισμό. Ὅλοι δέ αὐτοί οἱ ψευδοχριστιανισμοί, ὅλαι αἱ ψευδοεκκλησίαι δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μία αἵρεσις παραπλεύρως εἰς τήν ἄλλην αἵρεσιν. Τό κοινόν εὐαγγελικόν ὄνομά τους εἶναι ἡ παναίρεσις»[2]. Στό ἴδιο μῆκος κύματος ὁ μακαριστός γέρων ἀρχιμανδρίτης π. Χαράλαμπος Βασιλοπουλος μᾶς δίνει τήν πραγματική εἰκόνα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ : «Ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι ἕνα Κίνημα παγκόσμιον του Διεθνοῦς Σιωνισμοῦ καί ἔχει ὡς μοναδικόν σκοπόν τήν πολιτικήν καί θρησκευτικήν κατάκτησιν τῆς Οἰκουμένης! Ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι μιά φοβερά λαίλαψ, πού προετοιμάζεται νά ξεθεμελιώση, ὅπως φαντάζεται, τήν ‘Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν’ τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἄγριος τυφών τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους, πού συγκεντρώνει τήν καταστροφικήν του μανία ἐναντίον κυρίως τῆς Ὀρθοδοξίας, μέ τόν σκοτεινό πόθο νά τήν ἐκμηδενίσῃ καί νά τήν ἀφανίσῃ»[3]. 


Ἐπίσης, ὁ μακαριστός γέρων ἀρχιμανδρίτης π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος ὀνομάζει τόν Οἰκουμενισμό τελευταῖο πρόδρομο τοῦ Ἀντιχρίστου[4]. Ὁ ὁμότιμος καθηγητής τῆς πατρολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. αἰδεσιμολογιώτατος πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης, μεγάλος ἀγωνιστής καί πολέμιος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, παρατηρεῖ σχετικά μέ τήν αἵρεση αὐτή ὅτι «ὁ κίνδυνος αὐτός (ἐκ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ) ἀποβαίνει μεγαλύτερος, ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ ἀπειλή δέν εἶναι μόνον ἐξωτερική. Δέν προέρχεται δηλαδή μόνον ἀπό τόν Παπισμό καί τόν Προτεσταντισμό, οἱ ὁποῖοι ἀντιμετωπιζόμενοι παλαιότερα ὡς αἱρέσεις, εἶχαν ἐλάχιστες, σχεδόν μηδαμινές δυνατότητες νά ἀσκήσουν ἐπιρροή στούς Ὀρθοδόξους πιστούς.
Ὁ κίνδυνος τώρα εἶναι πολλαπλασίως μεγαλύτερος, διότι δρᾶ ἐκ τῶν ἔσω. Πολλοί ποιμένες, τῶν ὁποίων βασική ἀποστολή εἶναι νά διώκουν τούς λύκους τῶν αἱρέσεων καί τῶν πλανῶν, δέν βλέπουν νά ὑπάρχουν λύκοι, γιά νά τούς ἐκδιώξουν, ἀφοῦ θεωροῦν, ὅτι ὁ Παπισμός καί ὁ Προτεσταντισμός δέν εἶναι αἱρέσεις, ἀλλά ‘σεβάσμιες ἐκκλησίες’, ‘ἀδελφές ἐκκλησίες’, συνδιαχειρίστριες τοῦ ἁγιασμοῦ καί τῆς σωτηρίας τῶν πιστῶν». Σύμφωνα, τέλος, μέ τόν ἀείμνηστο Καθηγητή τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου κ. Κων/νο Μουρατίδη «ὁ Οἰκουμενισμός-συγκρητισμός δέν εἶναι ἁπλῶς μία αἵρεσις, ἀλλά παναίρεσις, διότι κατ΄οὐσίαν ὁδηγεῖ εἰς τήν ἄρνησιν τοῦ Χριστιανισμοῦ ὡς μοναδικῆς καί ἀποκλειστικῆς ἀπολύτου ἀληθείας ἐξ ἀποκαλύψεως καί εἰς τόν ὑποβιβαμόν αὐτοῦ εἰς μίαν μεταξύ τῶν πολλῶν θρησκειῶν ἤ τήν πνευματικωτέραν καί σπουδαιοτέραν, ἀλλά ὄχι τήν μοναδικήν. Ὁ Οἰκουμενισμός, ἆρα συγκρητισμός εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἀπειλή κατά τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, διότι δι΄αὐτῆς δέν πλήττεται ἁπλῶς ἕν δόγμα ἤ μία θεμελιώδης ἀλήθεια, ἀλλά σύμπασα συλλήβδην ἡ δογματική καί κανονική τάξις τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας»[5].
 
 Ὅπως ἡ παγκοσμιοποίηση σέ πολιτικό ἐπίπεδο θέλει νά ἑνώσει τόν κόσμο καί νά κάνει ἕνα παγκόσμιο κράτος, μία παγκόσμια ἠλεκτρονική διακυβέρνηση, ἕνα παγκόσμιο νόμισμα, μία παγκόσμια οἰκονομία, ἔτσι καί ὁ Οἰκουμενισμός σέ θρησκευτικό ἐπίπεδο θέλει νά ἑνώσει ὅλες τίς θρησκεῖες (διαθρησκειακός οἰκουμενισμός) καί ὅλες τίς αἱρέσεις (διαχριστιανικός οἰκουμενισμός) σέ μία παγκόσμια θρησκεία, ἀψηφώντας καί περιθωριοποιώντας τίς τεράστιες, γιγαντιαῖες καί χαώδεις δογματικές διαφορές καί ξεθεμελιώνοντας ἐκ βάθρων τά δόγματα καί τήν πίστη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐκκλησιολογική αἵρεση ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἐπειδή ἐξισώνει ὅλες τίς θρησκεῖες καί τίς πίστεις.
Ἰδιαιτέρως πρέπει νά τονισθεῖ ὅτι πηγή καί μήτρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ τυγχάνει ἡ Μασωνία, πού προωθεῖ δι’ αὐτοῦ τήν παγκόσμια θρησκεία τοῦ Ἐωσφορισμοῦ, ὅπως καί τῆς Μασωνίας πηγή καί μήτρα εἶναι ὁ φρικώδης διεθνής Σιωνισμός.
Ὑπάρχει ἕνα προκαθορισμένο σχέδιο ἑνώσεως, πού ὁδηγεῖ στήν διαμυστηριακή κοινωνία (intercommunio) πασῶν τῶν αἱρέσεων καί τῶν θρησκειῶν, στήν ἐπιβολή τῆς πανθρησκείας καί τό ὁποῖο ἀποτελεῖται ἀπό τρεῖς φάσεις. Ἡ πρώτη φάση τοῦ σχεδίου ἑνώσεως εἶναι ἡ ἕνωση ὅλων τῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, δηλ. ὁ διαχριστιανικός οἰκουμενισμός. Ἡ δεύτερη φάση εἶναι ἡ ἕνωση ὅλων τῶν θρησκειῶν, δηλ. ὁ διαθρησκειακός οἰκουμενισμός καί ἡ τρίτη φάση εἶναι ἡ ἕνωση ὅλων τῶν ὁμολογιῶν καί τῶν θρησκειῶν, δηλ. ἡ ἐπιβολή τῆς πανθρησκείας, μέ ἀρχηγό τόν αἱρεσιάρχη Πάπα τῆς Ρώμης, ὁ ὁποῖος θά παραδώσει τήν παγκόσμια ἐξουσία στόν Ἀντίχριστο.
Οἱ ρίζες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πρέπει νά ἀναζητηθοῦν στόν προτεσταντικό χῶρο, στά μέσα τοῦ 19ου αἰ. Τότε κάποιες «χριστιανικές ὁμολογίες», βλέποντας τόν κόσμο νά φεύγει ἀπό κοντά τους λόγω τῆς αὐξανομένης θρησκευτικῆς ἀδιαφορίας καί τῶν ὀργανωμένων ἀντιθρησκευτικῶν κινημάτων, ἀναγκάσθηκαν σέ μιά συσπείρωση καί συνεργασία. Αὐτή ἡ ἑνωτική δραστηριότητά τους ἔλαβε ὀργανωμένη πλέον μορφή, ὡς Οἰκουμενική Κίνηση, τόν 20ό αἰ. καί κυρίως τό 1948, μέ τήν ἵδρυση στό Ἄμστερνταμ τῆς Ὀλλανδίας τοῦ λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν (Π.Σ.Ε.), πού ἑδρεύει στή Γενεύη[6].
Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος πάντοτε ἀντιστέκεται σταθερά, ἀταλάντευτα καί ἀκλόνητα στόν Οικουμενισμό καί ἀποτεῖ ἰσχυρό ἀντιοικουμενιστικό προπύργιο.
Ἕνα ἀπό τά μέσα, ποῦ χρησιμοποιεῖ ὁ Οἰκουμενισμός, γιά νά ἐπιτύχει τούς σκοπούς του, εἶναι ὁ συγκρητισμός, αὐτός ὁ θανάσιμος ἐχθρός τῆς χριστιανικῆς πίστεως, τόν ὁποῖο προωθεῖ τό λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν». «Ὁ συγκρητισμός εἶναι ἡ σχετικοποίηση τῶν θρησκειῶν καί τῶν θρησκευτικῶν ἰδεῶν. Εἶναι μιά πανοικουμενική θρησκευτική σύνθεση καί σύζευξη τῶν πιό ἀντιθετικῶν καί ἀνομοίων στοιχείων»[7].
Ὁ Οἰκουμενισμός κινεῖται σέ δύο ἐπίπεδα˙ τό πρῶτο σέ διαχριστιανικό καί τό δεύτερο σέ διαθρησκειακό. Ἔτσι, ἔχουμε τόν διαχριστιανικό οἰκουμενισμό καί τόν διαθρησκειακό οἰκουμενισμό, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν δύο ἀπό τίς βασικές κατευθύνσεις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ὁ μέν διαχριστιανικός οἰκουμενισμός προωθεῖ τήν ἕνωση τῶν διαφόρων χριστιανικῶν «ὁμολογιῶν» (Παπικῶν, Προτεσταντῶν, Ἀγγλικανῶν, Πεντηκοστιανῶν, Μονοφυσιτῶν) μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ τό κριτήριο τοῦ δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ. Σύμφωνα μέ τήν οἰκουμενιστική ἀρχή τοῦ «διαχριστιανικοῦ δογματικοῦ συγκρητισμοῦ» οἱ δογματικές διαφορές μεταξύ ἑτεροδόξων εἶναι ἁπλῶς τυπικές παραδόσεις κάθε «ἐκκλησίας» καί πρέπει νά παρακάμπτονται γιά τό καλό της ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία μπορεῖ νά ἐκφράζεται μέ τήν ποικιλία διαφόρων μορφῶν καί ἐκφράσεων. Ὁ δέ διαθρησκειακός οἰκουμενισμός, θεωρώντας ὅτι σέ ὅλες τίς θρησκεῖες ὑπάρχουν θετικά στοιχεῖα, προωθεῖ τήν ἕνωση μεταξύ αὐτῶν καί κυρίως μεταξύ τῶν δῆθεν τριῶν μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν τοῦ κόσμου, τοῦ Χριστιανισμοῦ, τοῦ Μουσουλμανισμοῦ καί τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ. Μέ λίγα λόγια προωθεῖ τήν λεγομένη «πανθρησκεία». Σύμφωνα μέ τήν οἰκουμενιστική ἀρχή τοῦ «διαθρησκειακοῦ συγκρητισμοῦ» πρέπει νά βλέπουμε τά «κοινά θεολογικά σημεῖα», ποῦ ὑπάρχουν σέ ὅλες τίς «μονοθεϊστικές θρησκεῖες», ὥστε νά οἰκοδομήσουμε τήν θρησκευτική ἑνότητα τῆς οἰκουμένης.
Ὁ Οἰκουμενισμός, γιά νά ὑλοποιήσει τούς στόχους του, ἀναγκάζεται νά παραθεωρήσει ἤ καί νά ἀναθεωρήσει βασικές ἀρχές τῆς Ὀρθοδοξίας.
Προβάλλει τήν ἀντίληψη τῆς ‘Διευρημένης Ἐκκλησίας’, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καί περιλαμβάνει τούς χριστιανούς κάθε «ὁμολογίας», ἀπό τή στιγμή πού δέχθηκαν τό βάπτισμα. Ἔτσι, ὅλες οἱ «χριστιανικές ὁμολογίες» εἶναι μεταξύ τους ‘Ἀδελφές Ἐκκλησίες’. Πρόκειται γιά τήν θεωρία τῆς βαπτισματικῆς θεολογίας.
Μέσα στό ἴδιο πνεῦμα κινεῖται καί ἡ ἰδέα τῆς ‘Παγκοσμίου ὁρατῆς Ἐκκλησίας’. Ἡ Ἐκκλησία, πού ὑφίσταται τάχα ‘ἀόρατα’ καί ἀπαρτίζεται ἀπό ὅλους τους χριστιανούς, θά φανερωθεῖ καί στήν ὁρατή της διάσταση μέ τίς κοινές ἑνωτικές προσπάθειες.
Τίς ἀντιλήψεις αὐτές ἐπηρέασε καί ἡ προτεσταντική θεωρία τῶν κλάδων, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνα ‘δένδρο’ μέ ‘κλαδιά’ ὅλες τίς «χριστιανικές ὁμολογίες», καθεμιά ἀπό τίς ὁποῖες κατέχει ἕνα μόνο μέρος τῆς ἀληθείας.
Ἄς προστεθεῖ καί ἡ θεωρία τῶν ‘δύο πνευμόνων’, πού ἀναπτύχθηκε μεταξύ ὀρθοδόξων οἰκουμενιστῶν καί παπικῶν. Σύμφωνα μ΄ αὐτήν, Ὀρθοδοξία καί παπισμός εἶναι οἱ δύο πνεύμονες, μέ τούς ὁποίους ἀναπνέει ἡ Ἐκκλησία. Γιά νά ἀρχίσει τάχα νά ἀναπνέει ὀρθά καί πάλι, θά πρέπει οἱ δύο πνεύμονες νά συγχρονίσουν τήν ἀναπνοή τους.
Βασική θέση τοῦ Οἰκουμενισμού εἶναι ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ συμπροσευχή μεταξύ Ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν ἤ ἀλλοθρήσκων καί ὅτι ἀπαγορεύεται μόνο ἡ συλλειτουργία μεταξύ τους.
Σκοπός τοῦ Οἰκουμενισμοῦ δέν εἶναι νά ἀδειάσει τούς ἱερούς Ναούς ἀπό πιστούς˙ ἀντίθετα τούς θέλει ἀσφυκτικά γεμάτους, μόνο πού αὐτοί οἱ «πιστοί» θά ἔχουν ἀλλοιωμένη καί οἰκουμενιστική πίστη καί διδασκαλία.
Στίς μεθόδους, πού χρησιμοποεῖ ὁ Οἰκουμενισμός γιά τήν προσέγγιση τῶν χριστιανῶν, περιλαμβάνεται ὁ δογματικός μινιμαλισμός καί ὁ δογματικός μαξιμαλισμός. Ὅσον ἀφορᾶ στόν δογματικό μινιμαλισμό, πρόκειται γιά μία προσπάθεια νά συρρικνωθοῦν τά δόγματα στά πιό ἀναγκαῖα, σέ ἕνα ‘μίνιμουμ’ (=ἐλάχιστο), προκειμένου νά ὑπερπηδηθοῦν οἱ δογματικές διαφορές μεταξύ τῶν «ὁμολογιῶν» καί νά ἐπέλθει ἡ «ἕνωση τῶν χριστιανῶν». Τό ἀποτέλεσμα, ὅμως, εἶναι ἡ παραθεώρηση τοῦ δόγματος, ὁ ὑποβιβασμός καί ἡ ἐλαχιστοποίηση τῆς σημασίας του. Ὅσον ἀφορᾶ στόν δογματικό μαξιμαλισμό, ἐννοεῖται ἡ προσπάθεια μερικῶν νά προσθέτουν νέες λέξεις καί ὅρους στό δόγμα, γιά νά ἑρμηνεύεται δῆθεν καλύτερα ἡ πίστη ἤ νά ἐπιδιώκεται μιά νέα εὐρύτερη ἑρμηνεία[8].
Γνήσιο τέκνο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι καί ἡ ἐσχάτως ἀναφυεῖσα μεταπατερική ἤ νεοπατερική ἤ συναφειακή αἵρεση.
μεταπατερική ἤ νεοπατερική αἵρεση κάνει λόγο γιά τήν ὑπέρβαση, τό ξεπέρασμα, τήν περιθωριοποίηση τοῦ συνόλου τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τήν ἀντικατάστασή τους ἀπό τούς σημερινούς, συγχρόνους δῆθεν «νέους πατέρες», τούς μεταπατερικούς οἰκουμενιστές. Στόχος αὐτῆς τῆς πατρομαχίας εἶναι ἡ προλείανση τῆς ὁδοῦ πρός τήν ψευδοένωση μέ τούς αἱρετικούς καί τούς ἑτεροδόξους, ἐφόσον πλέον μεταίρονται τά ὅρια, «ἅ οἱ Πατέρες ἡμῶν ἔθεντο» μεταξύ ἀληθείας καί πλάνης, Ὀρθοδοξίας καί αἱρέσεως, ὅπως ἐπιτυχῶς ἀποδείχθηκε στό μεγάλο ἐπιστημονικό καί θεολογικό συνέδριο, πού διοργάνωσε πέρισυ τόν Φεβρουάριο τοῦ 2012 ἡ Ἱερά Μητρόπολή μας μέ θέμα : «Μεταπατερική αἵρεση καί πατερική θεολογία».
συναφειακή αἵρεση ἀφορᾶ στήν Ἱεραποστολή καί στόν Εὐαγγελισμό καί νοεῖται ὡς ἡ ἀποφυγή τῶν διαφόρων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν νά ἐμφανισθοῦν, ἐνώπιον τῶν μή χριστιανῶν, ὡς διχασμένες λόγω τῶν δογματικῶν διαφορῶν τους. Γι’αὐτό καί καλοῦνται νά δείξουν ἑνότητα, θέτοντας σέ προτεραιότητα θέματα κοινωνικῆς δικαιοσύνης καί καταπιέσεως τῶν κοινωνικῶν τάξεων. Αὐτό, ὅμως, ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα ἡ ἱεραποστολή καί τό κήρυγμα νά στραφοῦν στή διατύπωση τρόπων ἀποκαταστάσεως τῶν κοινωνικῶν ἀδικιῶν καί ὄχι στή μετάδοση τῶν ἀληθειῶν τοῦ Εὐαγγελίου[9].
Κανείς δέν ἀγνοεῖ ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπό τή φύση της εἶναι ἀνοιχτή στό διάλογο. Ὁ Θεός πάντοτε διαλέγεται μέ τόν ἄνθρωπο καί οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας δέν ἀρνήθηκαν ποτέ τή διαλεκτική ἐπικοινωνία τους μέ τόν κόσμο. Οἱ Ἅγιοι, ἔχοντας αὐτοσυνειδησία τῆς κοινωνίας τους μέ τό Θεό, προσπαθοῦσαν μέ τό διάλογο νά μεταδώσουν τήν ἐμπειρία τῆς ἀληθείας, πού βίωναν. Γι΄ αὐτούς ἡ ἀλήθεια δέν ἦταν ἀντικείμενο ἔρευνας. Δέν τήν ἀναζητοῦσαν, δέν τήν διαπραγματεύονταν, ἁπλά τήν πρόσφεραν. Ἄν ὁ διάλογος δέν ὁδηγοῦσε τούς ἑτερόδοξους στήν ἀπόρριψη τῆς πλάνης τους καί στήν ἀποδοχή τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, δέν τόν συνέχιζαν.
Οἱ σύγχρονοι οἰκουμενιστικοί διάλογοι, πού γίνονται μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Παπισμοῦ, Προτεσταντισμοῦ, Μονοφυσιτισμοῦ, Ἰσλαμισμοῦ καί Ἰουδαϊσμοῦ, διαφέρουν ριζικά ἀπό τούς διαλόγους τῶν Ἁγίων, γιατί διεξάγονται μέ βάση τίς ἀρχές τῆς διευρυμένης Ἐκκλησίας καί τοῦ δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ. Γι΄ αὐτό εἶναι ἄκαρποι. Ἀπόδειξη ὅτι στά ἑκατό σχεδόν χρόνια της διεξαγωγῆς τους δέν ἔχουν προσφέρει τίποτε τό ἀξιόλογο στήν ἑνότητα τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Ἀντίθετα μάλιστα, κατάφεραν νά διχάσουν τούς Ὀρθοδόξους! «Δέν ὑφίσταται μεγαλυτέρα ἐπιτυχία τοῦ δολίου δράκοντος καί αἰσχίστου ἐχθροῦ τῆς ἀληθείας καί τῆς σωτηρίας καί ἀρχαίου πτερνιστοῦ δαίμονος ἀπό τίς ἀνωτέρω τραγικές ἐκδηλώσεις τοῦ συγκρητιστικοῦ οἰκουμενισμοῦ πού μέ τό πρόσχημα τῆς δῆθεν εἰρήνης ἀπομειώνει καί εὐτελίζει πλήρως τήν ἀλήθεια τῆς διά Χριστοῦ τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Σωτῆρος τοῦ κόσμου ἀποκαλύψεως. Μεγαλειωδῶς, ὁ θεῖος Παῦλος «προφητεύει» καί στηλιτεύει τό ὄνειδος καί τό κανονικό ἔγκλημα τοῦ συγκρητιστικοῦ οἰκουμενισμοῦ, πού ἀποτελεῖ τήν ἐσχάτη πλάνη καί τόν αἴσχιστο πρόδρομο τοῦ Ἀντιχρίστου. Δικαιώνονται ἑπομένως πλήρως, ὅσοι διαμαρτύρονται, ἀντιτίθενται καί ὑπέγραψαν καί ὑπογράφουν τήν κατά τοῦ θεηλάτου καί εἰδεχθοῦς καί ἐγκληματικοῦ οἰκουμενισμοῦ, τῆς δαιμονικῆς αὐτῆς παναιρέσεως, ὁμολογίαν»[10]. 
Τά κυριότερα σημεῖα τῆς παθολογίας τῶν σημερινῶν διαλόγων εἶναι τά ἑξῆς :
Α. Ἡ ἔλλειψη ὀρθοδόξου ὁμολογίας.
Β. Ἡ ἔλλειψη εἰλικρίνειας τῶν ἑτεροδόξων.
Γ. Ὁ ὑπερτονισμός τῆς ἀγάπης καί ὑποτονισμός τῆς ἀληθείας.
 Δ. Ἡ πρακτική τοῦ νά μή συζητοῦνται αὐτά, πού χωρίζουν, ἀλλά αὐτά, πού ἑνώνουν.
Ε. Ἡ ἄμβλυνση τῶν ὀρθοδόξων κριτηρίων.
ΣΤ. Ἡ ἀμοιβαία ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικότητας.
Ζ. Ὁ διάλογος ἐπί ἴσοις ὄροις.
Η. Ἡ ὑπογραφή κοινῶν ἀντορθοδόξων κειμένων.
Θ. Οἱ συμπροσευχές. Οἱ ὀρθόδοξοι οἰκουμενιστές, μέ τήν ἄμβλυνση τῶν θεολογικῶν τους κριτηρίων, εἶναι πολύ φυσικό νά συμμετέχουν χωρίς ἀναστολές σέ κοινές μέ τούς ἑτερόδοξους λατρευτικές ἐκδηλώσεις καί συμπροσευχές, πού πραγματοποιοῦνται συχνά στά πλαίσια τῶν διαχριστιανικῶν συναντήσεων. Γνωρίζουν ὅτι μέ τόν οἰκουμενιστικό αὐτό συμπνευματισμό δημιουργεῖται τό κατάλληλο ψυχολογικό κλίμα, πού ἀπαιτεῖται γιά τήν προώθηση τῆς ἑνωτικῆς προσπάθειας. Οἱ ἱεροί Κανόνες, ὅμως, τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπαγορεύουν αὐστηρά τίς συμπροσευχές μέ τούς ἑτερόδοξους. Γιατί οἱ ἑτερόδοξοι δέν ἔχουν τήν ἴδια πίστη μ' ἐμᾶς. Πιστεύουν σ' ἕναν διαφορετικό, διαστρεβλωμένο Χριστό. Ὑπενθυμίζεται ὅτι ὁ 45ος κανών τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ὁρίζει ὅτι : «Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος ἤ Διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον ἀφοριζέσθω, εἰ δε ἐπέτρεψεν αὐτοῖς ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαι τι, καθαιρείσθω». Τί μᾶς λέει ὁ κανών αὐτός; «Ὅτι ὅποιος Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος ἤ Διάκονος συμπροσευχηθεῖ μόνο, ἀλλά ὄχι καί συλλειτουργήσει μέ αἱρετικούς, ἄς ἀφορίζεται. Ἐάν, ὅμως, ἐπέτρεψε νά ἐνεργήσουν ὁ,τιδήποτε ὡς κληρικοί, νά καθαιρεῖται». Ἡ συμπροσευχή, λοιπόν, ἀπαγορεύεται, ἐπειδή δηλώνει συμμετοχή στήν πίστη τοῦ συμπροσευχομένου καί δίνει σ' αὐτόν τήν ψευδαίσθηση ὅτι δέν βρίσκεται στήν πλάνη, ὀπότε δέν χρειάζεται νά ἐπιστρέψει στήν ἀλήθεια. «Ἡ ἀπροκάλυπτος πασίδηλος καί αὐταπόδεικτος καταπάτησις τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ διά τούς ἀνωτέρω οἰκουμενιστάς ὄνειδος καί πτῶσιν, πού μόνον τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου δύναται νά ἀποπλύνη διότι μετ’ ἐπιγνώσεως ἀπεμπολοῦν καί περιφρονοῦν τόν λόγον τοῦ Δομήτορος τῆς Ἐκκλησίας καί Σωτῆρος τοῦ κόσμου «ὁ μή τιμῶν τόν Υἱόν, οὐ τιμᾶ τόν Πατέρα τόν πέμψαντα αὐτόν»[11] »[12].
Ι. Ἡ Μυστηριακή Διακοινωνία.  Ἄν οἱ ἱεροί Κανόνες ἀπαγορεύουν τίς συμπροσευχές μέ τούς αἱρετικούς, πολύ περισσότερο ἀποκλείουν τή συμμετοχή μας στά λεγόμενα ἀνυπόστατα "Μυστήριά" τους. Ἡ άντίληψη τῆς μυστηριακῆς διακοινωνίας γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους εἶναι παράλογη καί ἀπαράδεκτη. Ἡ Ἐκκλησία μας ποτέ δέν θεώρησε τή Θεία Εὐχαριστία ὡς μέσο γιά τήν ἐπίτευξη τῆς ἑνότητας, ἀλλά πάντοτε ὡς σφραγίδα καί ἐπιστέγασμά της. Ἄλλωστε, τό κοινό Ποτήριο προϋποθέτει κοινή πίστη.
Ἄλλο μέσο γιά τήν ἐπίτευξη τῶν σκοπῶν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀποτελεῖ ἡ διαχριστιανική συνεργασία σέ πρακτικούς τομεῖς ἤ ἀλλιῶς ὁ λαϊκός Οἰκουμενισμός. Οἱ οἰκουμενιστές διατείνονται ὅτι τά ποικίλα σύγχρονα προβλήματα (κοινωνικά, ἠθικά, περιβαλλοντικά, βιοηθικά κ. ἄ.) ὀφείλουν νά μᾶς ἑνώνουν.
Ἡ Ἐκκλησία, ἀσφαλῶς, ἔδειχνε καί δείχνει πάντα μεγάλη εὐαισθησία σ΄ ὅλα τά ἀνθρώπινα προβλήματα, ὡστόσο ἡ ἀπό κοινοῦ μέ τούς αἱρετικούς ἀντιμετώπισή τους παρουσιάζει πολλά μειονεκτήματα.
Τά τελευταία χρόνια ἡ οἰκουμενιστική πολιτική ἀσκεῖται καί μέ τίς ἀνταλλαγές ἐπισήμων ἐπισκέψεων μεταξύ τῶν Ὁμολογιῶν, οἱ ὁποῖες πραγματοποιοῦνται ἀπό ὑψηλόβαθμους, κυρίως, κληρικούς[13].
Σήμερα δυστυχῶς δέν ἐφαρμόζονται οἱ Ἱεροί Κανόνες. Ἡ στάση αὐτή δεν συνάδει μέ τήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι θεσμός Θεοΐδρυτος καί δημοκρατικός. Ἡ στάση αὐτή ἀποδεικνύει ὅτι δέν σεβόμεθα τούς Ἱ. Κανόνες καί τις παρακαταθήκες τῶν Ἁγίων καί θεοφόρων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι πολέμησαν τίς αἱρέσεις τραγικώτατο δέ παράδειγμα πρός ἀποφυγήν ἀπορρίψεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῶν Ἁγίων ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων εἶναι ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός πού κατήντησε παγκόσμιο ἐξαίσιο πτῶμα μέ τίς ἐγκληματικές συμπεριφορές τῶν «λειτουργῶν» του.
Ἡ παραπάνω στάση τῶν οἰκουμενιστῶν καί τά ἀνοίγματά τους στίς οἰκουμενιστικές δραστηριότητες εἶναι ἀπό πάσης πλευρᾶς καταδικαστέα, διότι α) ἀμφισβητοῦν ἔμπρακτα τήν ὀρθοδοξοπατερική μας παράδοση καί Πίστη, β) σπέρνουν τήν ἀμφιβολία στίς καρδιές τοῦ ποιμνίου καί κλονίζουν πολλούς, ὁδηγώντας σέ διαίρεση καί σχίσμα καί γ) παρασύρουν ἕνα μέρος τοῦ ποιμνίου στήν πλάνη καί μέ αὐτήν στόν πνευματικό ὄλεθρο. Οἱ κινούμενοι σ' αὐτήν τήν οἰκουμενιστική ἀνευθυνότητα, ὅποια θέση καί ἄν κατέχουν στόν Ἐκκλησιαστικό Ὀργανισμό, ἀντιτάσσονται στήν παράδοση τῶν Ἅγίων μας καί συνεπῶς βρίσκονται σέ ἀντίθεση μαζί τους.
Γι' αὐτό ἡ στάση τους πρέπει νά καταδικάζεται καί νά ἀπορρίπτεται ἀπό τό σύνολο τῶν Ἱεραρχῶν καί τόν πιστό Λαό[14], ὁ ὁποῖος εἶναι αὐτός πού κρατᾶ, πού σώζει τήν πίστη, σύμφωνα μέ τήν διακήρυξη τῶν τεσσάρων Πατριαρχῶν τό 1848: «Παρ΄ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησάν ποτέ εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστής τῆς θρησκείας ἐστίν αὐτό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτός ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τό θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καί ὁμοειδές τῶ τῶν Πατέρων αὐτοῦ»[15].

……..…………………………………………………
[1] ΓΕΡΩΝ ΠΑÏΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Λόγοι, τ. Β΄, ἔκδ. Ἱερόν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1999, σ. 176.
[2] ΑΡΧΙΜ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί Οἰκουμενισμός, Θεσσαλονίκη 1974, σ. 224.
[3] ΑΡΧΙΜ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ὁ Οἰκουμενισμός χωρίς μάσκα, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Τύπος, Ἀθήνα 1988, σσ. 23, 25.
[4] ΑΡΧΙΜ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ, 5η ὁμιλία στόν προφήτη Δανιήλ τῆς 15-11-1981. Σχ. βλ. Χριστιανική Σπίθα (Μάιος 2011) 1.
[5] Ὀρθόδοξος Τύπος 20-5-1970.
[6] Ὁ Οἰκουμενισμός, ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς 2004, σσ. 5-6.
[7] ΜΙΧΑΗΛ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, «Ὁ Συγκρητισμός», Ὀρθόδοξος Τύπος (23-7-2004) 1-2.
[8]Ὁ Οἰκουμενισμός, ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς 2004, σ. 8.
[9] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΓΛΥΦΑΔΑΣ ΠΑΥΛΟΣ, « «Συναφειακές», «Μεταπατερικές» καί ἄλλες θεολογικές ἀναζητήσεις σέ συνέδριο τῆς θεολογικῆς Ἀκαδημίας τοῦ Βόλου», Θεοδρομία ΙΒ4 (Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 2010) 496.
[10] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Ἀνακοίνωση γιά διαθρησκειακές στό Μόναχο 28-9-2011, http://www.impantokratoros.gr/peiraios-seraphim-oikoumenismos-monacho.el.aspx.
[11] Ἰω. 5, 23.
[12] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Ἀνακοίνωση γιά διαθρησκειακές στό Μόναχο 28-9-2011, http://www.impantokratoros.gr/peiraios-seraphim-oikoumenismos-monacho.el.aspx.
[13] Ὁ Οἰκουμενισμός, ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς 2004, σσ. 11-18.
[14] ΣΥΝΑΞΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ, Ὁμολογία Πίστεως κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, Ἰούλιος 2009, σσ. 25-26.
[15] ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. ΙΙ, Graz-Austria 1968, σ. 920 [1000].

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ

            Με την κατάργηση της διακρίσεως κτιστού και ακτίστου, της Σχολαστικής Θεολογίας, και την γέννηση του υποκειμένου «Σκέπτομαι άρα υπάρχω», ο σύγχρονος μορφωμένος κατοικεί στον νοητό κόσμο. Έχει αντικαταστήσει ήδη τις ιδέες με έννοιες και δημιουργεί κόσμους και νοήματα.
            Στην αρχαία φιλοσοφία, ο άνθρωπος έπρεπε να αφήσει πίσω του τον αισθητό κόσμο και διά της κλίμακος των αρετών να προσεγγίσει τον νοητό κόσμο. Διά του δευτέρου πλού. Ο αρχαίος άνθρωπος γεννιόταν στον αισθητό κόσμο.
            Ο σύγχρονος, μεγάλη η χάρη του, γεννιέται και κατοικεί στον νοητό. Ό,τι σκέπτεται υπάρχει. Ο μεγάλος του αγώνας είναι να κατέβει στον αισθητό κόσμο. Να ενσαρκωθεί. Μεγάλη η χάρη του. Για ποιόν λόγο όμως, να αφήσει τις κορυφές της Δημιουργικότητος και να κατέβει στην Βαβέλ; Για την αγάπη. Για να πραγματοποιήσει τον «τρίτο πλού» που επινόησε ο Αυγουστίνος. Την σύγχρονη αγαπολογία. Εάν θέλει να συνεχίσει να πιστεύει πώς είναι σαν Θεός, πρέπει να αγαπήσει. Διότι ο Θεός αγάπη εστί. Πάμε κοινωνία λοιπόν. ΟΙ ΑΧΡΗΣΤΟΙ!
            Η σύγχρονη επιστήμη υπηρετεί σήμερα πλέον την κάθοδο. Την ενσάρκωση και την σωτηρία του τομέα της. Η οικονομία σώζει την κοινωνία, η πολιτική σώζει τον πόλεμο, η Φυσική ενσαρκώνεται στην τεχνολογία και σώζει τον χρόνο. Η Θεολογία σώζει την Εκκλησία.
            Σωτήρες όλου του κόσμου ενωθείτε. Ο παντοκράτωρ περιμένει! ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΩΣΟΥΝ ΤΙΣ ΕΝΝΟΙΕΣ. ΜΕ ΤΙΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ.

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )