.

.

Τρίτη 27 Μαΐου 2014

Ο ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΟΣ ΑΡΕΙΑΝΙΣΜΟΣ ΑΛΩΣΕ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ!



π.Βασιλειου Βολουδακη


Ὁ μήνας Μάϊος μᾶς καλεῖ καί φέτος σ’ ἕνα θρηνητικό ἑορτασμό μέ ἀφορμή τήν ἐπέτειο τῆς Ἁλώσεως τῆς Πόλεως πού ὑπῆρξε ἡ Ζωή καί τό Φῶς τῆς Οἰκουμένης!



Αὐτός ὁ θρῆνος, ἄν ἦταν θρῆνος ἐπιγνώσεως  καί μετανοίας, ὅ­πως ὁ Ἀδαμιαῖος, θά μεταστοιχειωνόταν σέ ἀλλαγή σκέψεως καί ἀλ­λαγή πλεύσεως. Θά δρομολογοῦσε καθοριστικές ἐξελίξεις γιά τήν πο­­ρεία τοῦ Ἔθνους μας καί, κυρίως καί πρωταρχικά, θά ἀνέτρεπε ἐκ βάθρων τήν Βαυαρική Προτεσταντική παράδοση, πού ἔχει γί­νει φι­λο­σοφία, θεολογία καί ζωή τῶν Νεοελλήνων ἀπό τότε πού θε­με­­λιώθηκε μέ τή βία ἀπό τόν Βαυαρό ἀντιβασιλέα Maürer καί τόν θλιβερό κληρικό συμπαίκτη του Θεόκλητον Φαρμακίδη, τό 1833.



Ἡ Βαυαροπροτεσταντική σκέψη καί κοσµοθεωρία

ἔγινε καί συνείδηση τοῦ λαοῦ µας!





Ἡ Βαυαροπροτεσταντική σκέψη καί κοσμοθεωρία ἔγινε σταδιακά καί συνείδηση τοῦ λαοῦ μας, ἀφοῦ οἱ Πατέρες μας ἐκδίωξαν μέν τήν Βαυαρική κατοχή, ἡ ὁποία μέ πρόσχημα τήν ἡλικιακή ἀνεπάρκεια τοῦ Ὄθωνα ἐπέβαλε στήν Ὀρθόδοξη Πατρίδα μας τήν Θρησκευτική Πολιτική τοῦ Λουθήρου, δέν ἐφρόντισαν, ὅμως, νά ξεριζώσουν αὐτήν καθ’ ἑαυτήν τήν Προτεσταντική Πολιτική πρακτική, μέ ἀποτέλεσμα νά παραπαίη τό Ἔθνος μας ἐπί δύο αἰῶνες, προσπαθῶντας νά ἐπα­νεύρη τήν αὐτοσυνειδησία του καί «οὐκ ἔχει τόν βοηθοῦντα»!



Σήμερα, φαίνεται πιά καθαρά ὅτι ὁ Ἐκκλησιαστικός Καταστατικός Χάρτης τοῦ 1833 σημάδεψε ἀποφασιστικά τήν πορεία τοῦ Γένους μας, ἀφοῦ πρόκειται γιά κείμενο μέ αὐθεντική Προτεσταντική σφρα­γί­δα, πού θά μποροῦσε νά συνταχθῆ μόνο “πάνω ἀπ’ τό πτῶμα” τοῦ μαρτυρικοῦ Καποδίστρια, αὐτοῦ τοῦ ἀνεπανάληπτου φορέως τῆς ἁγιοπατερικῆς Παραδόσεώς μας. Ἕνα ἐπαίσχυντο κείμενο, τό ὁποῖο ὅριζε ὅτι «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἀνατολική Ἐκκλησία τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος κεφαλήν γνωρίζουσα τόν Ἰησοῦν Χριστόν, κατά τό διοι­κη­τι­κόν αὐτῆς µέρος ἔχει ἀρχηγόν τόν Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος»!1

Ἔτσι θεμελιώθηκε ἡ ἄκρατη πολιτειοκρατία καί ἐπεβλήθη ἡ κυ­ρι­αρχία τῆς Πολιτείας ἐπί τῆς Ἐκκλησίας μας, σέ τέτοιον μάλιστα βαθμό, ὥστε στίς μέρες μας νά καταργεῖται σταδιακά τό Ἅγιο Εὐαγ­γέλιο καί νά ἀπειλοῦνται οἱ κληρικοί ἀκόμη καί μέ φυλάκιση ὅταν διδάσκουν ὅτι συμπεριφορές σάν τήν ὁμοφυλοφιλία, εἶναι διαστροφή τῆς κατά Θεόν λειτουργίας τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως!



Ὁµίχλη πού δυσκολεύει τήν διαυγῆ θέαση τῆς ἱστορίας µας





Ὁμίχλη πού δυσκολεύει τήν διαυγῆ θέαση τῆς ἱστορίας μας ἀπο­τελεῖ τό γεγονός ὅτι τά σημερινά κείμενα πού ὁρίζουν τή σχέση Κράτους καί Ἐκκλησίας εἶναι πολύ ἤπια καί, φαινομενικά, παρουσιά­ζον­ται ὡς σεβαστικά καί ρυθμιστικά μιᾶς σχέσεως συναλληλίας. Μά­λι­στα δέ, ἀκούγοντας συχνά λεκτικούς ἐξορκισμούς κατά τῶν Βαυαρῶν καί ἀναθεματισμούς γιά τό κακό πού μας ἔκαναν, κοι­μώ­μαστε  μακάρια, χωρίς νά ὑποψιαζόμαστε τά ἐπείσακτα προτεσταντικά βιώματα καί πιστεύματά μας, πού εἶναι γεννήματα τῶν αὐγῶν τοῦ Προτεσταντικοῦ φιδιοῦ, πού μᾶς ἄφησε γιά κληρονομιά!

Στήν πράξη, λοιπόν, τά πράγματα εἶναι τραγικά, ἀφοῦ ἡ μο­λυ­σμένη ἀπό τόν Προτεσταντισμό δημόσια ζωή ἔχει ἀλλοιώσει τό οὐσιῶδες ψυχικό χαρακτηριστικό τοῦ Ἕλληνα, τήν Ὀρθόδοξη θρη­σκευ­τικότητα, τήν ὁποία διαχειρίζεται –μέ σατανική μαεστρία– σχε­δόν ἐξ ὁλοκλήρου ἡ Πολιτεία, κατευθύνοντάς την πρός τό ἑκά­­στοτε «πολιτικά ὀρθό», ἐνῶ ἡ Ποιμένουσα Ἐκκλησία σύρεται οὐραγός, εὑ­ρι­σκομένη «ἐν ἀπορίᾳ καί σάλῳ»!

Τό Κράτος κυριαρχεῖ παντοῦ καί ἔχει κατορθώσει νά ἐκτοπίση τό Ὀρθόδοξο Χριστιανικό Κριτήριο ἀπό ὅλες τίς πτυχές τῆς δημό­σιας καί ἰδιωτικῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν, περιορίζοντάς το μόνο στίς Ἱερές Ἀκολουθίες!

Αὐτόν τόν ἐκτοπισμό τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ζωή τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τόν ὑπενθυμίζουν κατά καιρούς θριαμβευτικά μέ μιά πο­λύ προσφιλῆ τους φράση σκληροπυρηνικά πολιτικά πρόσωπα τοῦ τόπου μας, πειθήνια στούς Εὐρω­παί­ους κατακτητές μας: «Ἡ Πολιτεία θά ἀκούση τίς ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καί τῶν λοιπῶν φο­ρέων καί Ὀργανώσεων»! Δηλαδή, κατά τά γραπτά, συναλληλία, ἐνῶ στήν πράξη, ἀπόλυτη κυριαρχία τοῦ Κράτους καί στήν ψυχή καί στό σῶ­μα τοῦ λαοῦ, μέ συρρικνωμένα τά δικαιώματα τοῦ Θεοῦ στήν ζωή τῶν πολιτῶν ὅσο καί ἑνός Συλλόγου!




Νά ἀποκηρύξουµε τήν Προτεσταντική δόµηση τῆς σκέψεώς µας



Ἀπό αὐτά τά ἀναγκαῖα εἰσαγωγικά πού προτάξαμε φαίνεται πλέον καθαρά ὅτι γιά νά ἀξιολογήσουμε σωστά τήν Ἅλωση τῆς Πόλεως καί νά ὠφεληθοῦμε ἀπό αὐτήν τήν ἀξιολόγηση πρέπει νά ἀποκηρύξουμε πλήρως τήν Προτεσταντική δόμηση τῆς σκέψεώς μας ὡς λαοῦ καί νά ἀποτινάξουμε τόν ἐγκόσμιο ἐγκλωβισμό τῆς ψυχοσωματικῆς μας ὑπάρξεως, στόν ὁποῖο μᾶς κατεδίκασε ἡ Ἀμε­ρικανοευρωπαϊκή ἀνθρω­ποκεντρική ἀπανθρωπία, μέ τήν ἔνοχη σιω­πή καί ἀπραξία τοῦ Κλήρου καί τήν σύμπραξη τῶν ἀμοραλιστῶν πο­λι­τικῶν τῆς προοπτικῆς καί τοῦ προσανατολισμοῦ «ἀνήκομεν εἰς τήν Δύσιν»!

Αὐτοί, οἱ πολιτικοί–βιασταί τῆς βαθύτερης θελήσεως τοῦ Ὀρθο­­δό­ξου λαοῦ μας, πού σύρονται ἀμαχητί νά συμπράξουν στό κτί­σι­μο τῆς νέας Εὐρωπαϊκῆς Βαβέλ καί νά συμμετάσχουν στόν Πο­λι­τισμό της, εἶναι παντελῶς ἀνίκανοι νά συνειδητοποιήσουν τό μέγεθος καί τό βάθος τῆς καταστροφῆς πού ἔχουν προκαλέσει ἀλλά καί πού ἐξακολουθοῦν νά προ­κα­λοῦν στόν τόπο μας. Καί αὐτό, γιατί ἐκτόπισαν τά θεολογικά κριτήρια, τά μόνα πού ἐξασφαλίζουν καθαρή ὁρατότητα τῆς ζωῆς καί τῆς πραγματικότητος. «Τῆς Νῦν καί τῆς Μελλούσης»!

Νά γιατί πλέον τό χρέος τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τήν προστασία τοῦ Ἔθνους μας εἶναι καί σήμερα βαρύτατο.

Ἡ Ἐκκλησία ἔχει χρέος νά ἐξηγήση στόν λαό μας ὅτι τό πρόβλημα τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι περίπλοκο καί, πρωτίστως Θεολογικό, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι θεοειδής. Τό πρόβλημα τῆς ἀνθρωπότητος δέν εἶναι αὐτό πού φαίνεται νά ἀπασχολῆ σήμερα τόν περισσότερο κόσμο. Ἔχει χρέος ἡ Ἐκκλησία νά ἐξηγήση ὅτι ἡ σημερινή δομή, ἡ σκέψη, ἡ θεολογία, ἡ ἐπιστήμη, ἡ πολιτική, ἀλλά καί τό πῶς σχετίζονται ὅλα αὐτά μεταξύ τους, εἶναι ἀποκυήματα τοῦ Προτεσταντισμοῦ, ὁ ὁποῖος –σύμφωνα μέ τόν προσφυῆ χαρακτηρισμό ἑνός μεγάλου συγχρόνου ἁγίου, τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς– «ἔχει ἐν πολλοῖς ὑπερβεῖ εἰς Ἀρειανισµόν καί αὐτόν τόν Ἄρειον»!

Ὁ Ἄρειος ἐκδίωξε τόν Θεόν ἀπό τόν Χριστόν καί τόν ἐμείωσε σέ ἁπλόν ἄνθρωπον. Ὁ Προτεσταντισμός, μετά ἀπό αἰῶνες, ἐκτόπισε τόν Θεόν ἀπό ὁλόκληρη τή ζωή τοῦ Κράτους(!), ἐπαναφέροντας τήν εἰδωλολατρική πρακτική τῆς ἐπιβολῆς τοῦ Πολιτικοῦ ἄρχοντος, ὄχι μόνο στήν διοίκηση τοῦ Κράτους, ἀλλά ἀκόμη καί στόν προσδιορισμό τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του!

Τό Εὐρωπαϊκό Κράτος πλέον καθορίζει τί εἶναι σωστό καί τί λάθος, τί εἶναι ἀλήθεια καί τί ψέμα καί ἀποφαίνεται ὅτι εἶναι λάθος καί ψέμα ὅλα ἐκεῖνα πού ἔχει ἀποκαλύψει ὁ Θεός –ἡ Ἀλήθεια– διά τῆς Ἐκκλησίας Του! Ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος εἶναι προφητικά ἀποκα­λυ­πτικός: «Ὁ Ἀρειανισµός δέν ἔχει ἀκόµη ταφῆ^ σήµερον εἶναι τῆς µόδας παρά ποτέ ἄλλοτε καί ἔχει διαδοθῆ περισσότερον ἀπό ἄλλοτε. Ἔχει διαχυθῆ ὡς ψυχή εἰς τό σῶµα τῆς συγχρόνου Εὐρώπης. Ἐάν κοιτάξετε εἰς τήν κουλτούραν τῆς Εὐρώπης, εἰς τό βάθος της θά ἰδῆτε κεκρυµµένον τόν Ἀρειανισµόν: Ἐδῶ ὅλα περιορίζονται εἰς τόν ἄνθρωπον καί µόνον, καί αὐτόν τόν Θεάνθρωπον Χριστόν ἔ­χουν σµικρύνει εἰς τά πλαίσια τοῦ ἀνθρώπου. Μέ τήν ζύµην τοῦ Ἀρει­ανι­σµοῦ ἔχει ζυµωθῆ καί ἡ φιλοσοφία τῆς Εὐρώπης, καί ἡ ἐπι­στή­µη της, καί ὁ πολιτισµός της, καί ἐν µέρει καί ἡ θρησκεία της. Παντοῦ συστηµατικῶς καταβιβάζεται εἰς ἁπλοῦν ἄνθρωπον... ἐπιτελεῖται διαρκῶς τό ἔργον τοῦ Ἀρείου... Ἡ Εὐρωπαϊκή ἐπιστήµη δέν ὑπο­λεί­πεται τῆς φιλοσοφίας εἰς τήν Ἀρειανικήν σχέσιν της πρός τόν Χρι­στόν. Ὁ Προτεσταντισµός διά πολλῶν ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων του ἔχει ἐν πολλοῖς ὑπερβεῖ εἰς Ἀρειανισµόν καί αὐτόν τόν Ἄρειον»!2



Ὁ Μέγας ἅγιος Κωνσταντῖνος γκρεµίζει τόν Ἀρειανισµό

γιά νά οἰκοδοµήση τήν Βασιλεύουσα!



Νά, λοιπόν, γιατί ὁ Μέγας ἅγιος Κωνσταντῖνος καταπολέμησε τόν Ἄρειο καί τήν θνησιγενῆ ἀνθρωποκεντρική πολιτική προκειμένου νά θεμελιώση τήν Ὀρθόδοξη Αὐτοκρατορία μας καί νά χαράξη τήν ἱστορική της πορεία μέ τό «διά τοῦ Σταυροῦ Πολίτευµα», μεταγγίζον­τας στήν Βασιλεύουσα τῶν Πόλεων δυνατότητες αἰωνιότητος!

Ὁ Ἅγιος κατενόησε ὅτι ἄν ἀφεθῆ ὁ Ἄρειος ἀνεμπόδιστος νά ἀ­–θε­ώ­ση τόν Θεάνθρωπον, τότε ὡς φυσικό ἐπακόλουθο θά ἦταν νά ἐκ­διωχθῆ ὁ Θεός ἀπό τή ζωή τῆς Βασιλεύουσας, ὁπότε αὐτή θά εἶχε τήν μοιραία πορεία τῶν θνησιγενῶν βασιλείων τοῦ κόσμου, τά ὁποῖα ἔλαμψαν γιά λίγο ὡς διάττοντες ἀστέρες καί σύντομα χάθηκαν ἀπό τό ἱστορικό στερέωμα. Ἡ Βασιλεύουσα εἶναι τό μοναδικό ἱστορικό Γεγονός, πού διήρκεσε χίλια καί πλέον χρόνια, τό μοναδικό Βασίλειο μέ τό μοναδικό χρυσό νόμισμα, πού ξεπέρασε σέ ὅριο ζωῆς τήν χιλι­ετία!

Ἡ καταπολέμηση τοῦ Ἀρειανισμοῦ δέν ἔπαυσε εὐθύς μετά τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο ἀλλά διήρκεσε καί ἀρκετούς αἰῶνες μετά. Κατό­πιν, φάνηκε ὅτι ἡττᾶται, ἀλλά κρυφά καί ἄδηλα μεταμορφωνόταν, ἕως ὅτου ἔδειξε καί πάλι καθαρά τό πρόσωπό του λίγο πρίν τήν ὁριστική Ἅλωση τῆς Πόλεως τῶν Πόλεων.



Ὁ Παπισµός, θύρα ἐπανόδου τοῦ Ἀρειανισµοῦ

στήν Ἱστορία τοῦ κόσµου!



Ὁ Ἀρειανισμός ἔδειξε ξανά τό πρόσωπό του, ὅταν ὁ λαός καί οἱ ἄρχοντές του εἶχαν ἀρχίσει καί πάλι νά ἀ–θεώνουν τόν Χριστό, θεωρώντάς τον περισσότερο ἄνθρωπο, σάν κι’ αὐτούς, καί λιγότερο ἤ καί καθόλου Θεόν!

Ὁ ἐναγκαλισμός τοῦ Μανουήλ Κομνηνοῦ μέ τόν Παπισμό, σάν σωσίβιο σωτηρίας ἦταν ἡ ἀρχή τοῦ τέλους τῆς ἀθανάτου (χάριν τοῦ «διά τοῦ Σταυροῦ Πολιτεύματός της») Κωνσταντινουπόλεως, γιατί ὁ Παπισμός –διά τοῦ Ἀλαθήτου ἀνθρώπου-Πάπα– γίνεται ἡ θύρα τῆς ἐπανόδου τοῦ Ἀρειανισμοῦ στήν ἱστορία τοῦ κόσμου, ἀφοῦ «ἡ πτῶ­σις τοῦ Πάπα ἔγκειται εἰς τό νά θέλη νά ἀντικαταστήση τόν Θε­άν­θρω­­πον µέ τόν ἄνθρωπον».3 «Ὁ πυρήν τοῦ δόγµατος περί τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα=τοῦ ἀνθρώπου» εἶναι «ἡ ἀποθεανθρωποποίησις τοῦ ἀνθρώπου».4

Ὁ ἐναγκαλισμός μέ τόν πεπτωκότα ἀπό τήν Ἐκκλησία Πάπα καί τό μετά ἀπό λίγους αἰῶνες ἀποκορύφωμα αὐτοῦ τοῦ ἐναγκαλισμοῦ μέ τό βδελυρό συλλείτουργο Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν, πού ἐ­πέβαλε ἰταμῶς ὁ Αὐτο­κράτορας Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος ἐ­πά­νω –μάλιστα– στήν Ἁγία Τράπεζα τῆς Ἁγίας Σοφίας(!), ἐπέφερε τήν ὁριστική Πτώση τῆς ἀπτώ­του –μέχρι τότε– Μοναδικῆς Πόλεως, τῆς Βασιλευούσης, ἀφοῦ ἐδιώχθη ὁ Θεός τῶν Πατέρων μας ἀπό τήν δια­κυβέρνησή της!

Ἡ πτώση τῆς Βασιλευούσης μαρτυρεῖ ἀνά τούς αἰῶνες τήν θνη­τότητα ὅλων τῶν οὑμανισμῶν καί τήν ὁριστική τους χρεωκοπία, διότι σύμφωνα καί μέ τήν διατυπωμένη Παναλήθεια «τό δόγµα περί τοῦ ἀλαθήτου τοῦ Πάπα εἶναι τό κορύφωµα τοῦ µηδενισµοῦ».5

«Διά τοῦ δόγµατος αὐτοῦ ὁ ἄνθρωπος τῆς Εὐρώπης κατά δογµατικῶς ἀποφασιστικόν τρόπον, ἐκήρυξε τό δόγµα τῆς αὐταρκείας τοῦ εὐρωπαίου ἀνθρώπου καί οὕτω τελικῶς ἐφανέρωσεν ὅτι δέν τοῦ χρειάζεται ὁ Θεάνθρωπος καί εἰς τήν γῆν δέν ὑπάρχει θέσις διά τόν Θεάνθρωπον. Ὁ τοποτηρητής τοῦ Χριστοῦ —Vicarius Christi— τόν ἀντικαθιστᾷ πλήρως. Εἰς τήν πραγµατικότητα ἀπό αὐτό τό δόγµα ζῇ, τό ἀκολουθεῖ καί ἐπιµόνως τό ὁµολογεῖ, ὁ κάθε εὐρωπαϊκός οὑµανισµός.

Ὅλοι οἱ οὑµανισµοί τοῦ εὐρωπαίου ἀνθρώπου κατ’ οὐσίαν δέν εἶναι ἄλλο τι ἤ ἀδιάκοπος ἐπανάστασις κατά τοῦ Θεανθρώπου Χρι­στοῦ. Καθ’ ὅλους τούς δυνατούς τρόπους συντελεῖται Umwertung aller Werte (ἡ ἀνατροπή ὅλων τῶν ἀξιῶν) ὁ Θεάνθρωπος παντοῦ ἀντι­καθίσταται ὑπό τοῦ ἀνθρώπου εἰς ὅλους τούς εὐρωπαϊκούς θρό­νους ἐνθρονίζεται ὁ ἄνθρωπος τοῦ εὐρωπαϊκοῦ οὑµανισµοῦ. Ἐντεῦ­θεν καί δέν ὑπάρχει ἕνας vicarius Christi, ἀλλά ἀναρίθµητοι, µό­νον µέ διαφορετικάς στολάς. Διότι, ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, διά τοῦ δόγµατος περί τοῦ ἀλάθητου τοῦ πάπα, ἀνεκηρύχθη ἀλάθητος ὁ ἄνθρωπος γενικῶς. Ἐξ οὗ καί οἱ ἀναρίθµητοι πάπαι καθ’ ὅλην τήν Εὐρώπην, καί τοῦ Βατικανοῦ καί τοῦ προτεσταντισµοῦ. Μεταξύ αὐ­τῶν δέν ὑπάρχει οὐσιώδης διαφορά, διότι ὁ παπισµός εἶναι ὁ πρῶτος προτεσταντισµός, κατά τούς λόγους τοῦ ὁραµατιστοῦ τῆς ἀληθείας Χοµιάκωφ».6

Ἐμπρός σέ ὅλα αὐτά, πού –ἐπί τροχάδην– ἐκθέσαμε, ἐάν μένη κάποιος ἀκόμη ἀσυγκίνητος καί ἀδιάφορος, σημαίνει ὅτι ὄντως ἔχει ἀποθεανθρωποποιήσει τό εἶναι του, πολύ δέ περισσότερο ἐκεῖνοι, πού συνάπτουν σχέσεις καί ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ αὐτοῦ τοῦ εἴ­δους τούς αἱρετικούς, πού ἀποδεικνύει ὅτι δέν “ἔχουν πάρει εἴδηση” γιά τό τί ἔχει συμβεῖ στήν ἱστορία τοῦ κόσμου! Ὅλοι αὐτοί, μαζί καί ἡ δική μας ἀμετανοησία, συντηροῦν τήν Πτώση τῆς Πόλεώς μας, σκε­πά­ζοντάς την συνεχῶς μέ τήν λήθη καί τά ἀνθρώπινα “ἀλάθητα”(!) κριτήρια τῶν θνητῶν, «ἐπισφαλῶν καί δειλῶν» ἐπινοιῶν μας.

Ἄς γίνη ἡ φετεινή ἐπέτειος, ἐπέτειος πνευματικῆς ἀφυπνίσεώς μας καί ριζικοῦ ἀνακαινισμοῦ μας!


                                                  πρωτ. Βασίλειος Ε. Βολουδάκης

      «ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Τεῦχος 141

        Μάϊος 2014


Ὑποσημειώσεις:

1. Γερασίµου Κονιδάρη Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1970, σελ. 235.

2. Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος Ἀθῆναι 1969 σελ. 140 κ.ἑ.

3. Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος, Ἀθῆναι 1969 σελ. 153

4. ὅ.ἀ. σελ. 157

5. ὅ. ἀν., σελ. 158

6. ὅ. ἀν., σελ. 158

Κυριακή 25 Μαΐου 2014

Οι θείοι και ιεροί Κανόνες και η νεοφανής μετακανονική αίρεση


ΟΙ ΘΕΙΟΙ ΚΑΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΙ Η ΝΕΟΦΑNΗΣ ΜΕΤΑΚΑΝΟΝΙΚΗ ΑΙΡΕΣΗ
Γράφει ο Πρωτοπρεσβ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος,
εφημ. Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Ν. Καλλιπόλεως Πειραιώς
Η μεταπατερική και οικουμενιστική ‘Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών’ του Βόλου, που αποτελεί εργαστήρι και προωθημένο όργανο του παμπροτεσταντικού λεγομένου Π.Σ.Ε.,
στοχεύοντας στην αναθεώρηση και ‘εκσυγχρονισμό’ διαφόρων θεμάτων σύμφωνα με την οικουμενιστική νοοτροπία, διοργάνωσε διεθνές συνεδρίου από τις 8 έως τις 11 Μαΐου ε.έ. με θέμα : «Κανόνες της Εκκλησίας και σύγχρονες προκλήσεις»[1], με σκοπό την στρέβλωση των Θείων και Ιερών Κανόνων, ιδίως των σχετιζομένων με τις σχέσεις ανάμεσα στους Ορθοδόξους, τους αιρετικούς και τους ετεροθρήσκους.
Κατά την ταπεινή μας γνώμη, το συνέδριο αυτό είναι συνέχεια του προηγουμένου μεταπατερικού συνεδρίου.
Κατ’αρχήν θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι εἶναι ἀδιανόητο οι οικουμενιστές, που καταπατούν και καταφρονούν συνεχώς και ασυστόλως τους Θείους και Ιερούς Κανόνες, να διοργανώνουν συνέδρια για τους Ιερούς Κανόνες, ἐπιδιώκωντας τὴν ψευδοενότητα μὲ τοὺς αἱρετικοὺς και ετεροδόξους καὶ νὰ μην διαλέγονται με τοὺς ἀδελφούς Ὀρθοδόξους, που τηρούν τους Ιερούς Κανόνες, και με τον τρόπο αυτό να προκαλούν διαιρέσεις στο Ορθόδοξο ποίμνιο· ἐκείνους νὰ τοὺς ἀγκαλιάζουν, καὶ αὐτοὺς νὰ τοὺς κακοχαρακτηρίζουν, να τους απειλούν, να τους ἀφορίζουν καὶ νὰ τοὺς τιμωρούν. Εμείς πάντως παραμένουμε ἑνωμένοι μὲ τὴν ἀνὰ τοὺς αἰώνες Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων, μὲ τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ὡς τρόφιμοι καὶ τέκνα της. Ἀποδεχόμαστε ὅλα τὰ δόγματά της, ὅλους τοὺς ἱεροὺς κανόνες της, ὅλες καί τὶς ἑννέα Ἅγιες καί Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ ὅλες τίς τοπικὲς συνόδους καὶ ἀποκρούουμε καὶ ἀποκηρύσσουμε ὅλες τὶς αἱρέσεις, παλαιὲς καὶ νεώτερες, καὶ μεταξὺ αὐτῶν τὶς πάμπολλες τοῦ Παπισμοῦ, τοῦ Προτεσταντισμοῦ και του Οικουμενισμού.
Ὅσοι τὶς δικαιολογοῦν ὡς θεολογούμενα, ὅσοι ἀναγνωρίζουν τὰ μυστήρια καὶ τὴν Χάριν τῶν δῆθεν ‘ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν’, ὅσοι ἐσμίκρυναν τὴν Ἐκκλησία, συναριθμώντας αὐτὴν μεταξὺ τῶν αἱρέσεων, τῶν δῆθεν ἐκκλησιῶν, αὐτοὶ σχίζουν καὶ διαιροῦν τοὺς Ὀρθοδόξους πιστοὺς καὶ ὑπόκεινται στὰ σχετικὰ ἐπιτίμια τῶν ἱερῶν κανόνων, ποὺ δὲν ἔχουν παλιώσει, οὔτε ἔχουν ἀκυρωθεῖ, ἀλλὰ ἴσχυαν, ἰσχύουν καὶ θὰ ἰσχύουν πάντοτε. Ἡ νέα ἐποχή, ἡ καινὴ κτίση, ἄρχισε διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως, διὰ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ συνεχίζεται διὰ τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων.
Ὅσοι τολμοῦν καί χρησιμοποιοῦν κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ κατὰ τὸ συμφέρον τους Ιερούς Κανόνες ἐναντίον τῶν ἀγωνιστῶν καὶ ὁμολογητῶν τῆς Ὀρθοδοξίας, ἂς σκεφθοῦν ἐν πρώτοις ὅτι εἶναι ἐμφανῶς καὶ καταφανῶς μὲ ὅσα δημοσίως λέγουν καὶ πράττουν ἔνοχοι οἱ ἴδιοι πλήθους κανονικῶν παραβάσεων, καὶ ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὅτι «ἔνοχος ἔνοχον οὐ ποιεῖ», ἐνεδρεύει σὲ περίπτωση ἀδίκων ἀποφάσεων ὁ κίνδυνος τῆς ταυτοπαθείας εἴτε ἐν ζωῇ, εἴτε μετὰ θάνατον.
Μνημονεύουμε ἐνδεικτικὰ μερικοὺς μόνον κανόνες, ποὺ παραθεωρούνται με τις συμπροσευχές με αιρετικούς και κακοδόξους : «Ἐπίσκοπος ἢ πρεσβύτερος ἢ διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω, εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαι τι, καθαιρείσθω»[2]. «Ἐπίσκοπον ἢ πρεσβύτερον αἱρετικῶν δεξαμένους Βάπτισμα ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν· τίς γὰρ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαλ; Ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου»[3]. «Περὶ τοῦ μὴ συγχωρεῖν τοῖς αἱρετικοῖς εἰσιέναι εἰς οἶκον Θεοῦ, ἐπιμένοντας τῇ αἱρέσει»[4]. «Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικῶν εὐλογίας λαμβάνειν, αἵτινες εἰσιν, ἀλογίαι μᾶλλον, ἢ εὐλογίαι»[5]. «Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἢ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι»[6]. «Ἀσπασίως τοὺς θείους κανόνας ἐνστερνιζόμεθα καὶ ὁλόκληρον τὴν αὐτῶν διαταγὴν καὶ ἀσάλευτον κρατύνομεν, τῶν ἐκτεθέντων ὑπὸ τῶν σαλπίγγων τοῦ Πνεύματος πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν τε εξ ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν τοπικῶν συναθροισθεισῶν ἐπὶ ἐκδόσει τοιούτων διαταγμάτων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν ἐξ ἑνὸς γὰρ ἅπαντες καὶ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες, ὥρισαν τὰ συμφέροντα· καὶ οὓς μὲν τῷ ἀναθέματι παραπέμπουσι ἀναθεματίζομεν, οὓς δὲ τῇ καθαιρέσει, καὶ ἡμεῖς καθαιροῦμεν, οὓς δὲ τῷ ἀφορισμῷ, καὶ ἡμεῖς ἀφορίζομεν, οὓς δὲ ἐπιτιμίῳ παραδιδόασι καὶ ἡμεῖς ὡσαύτως ὑποβάλλομεν»[7], πού δέν ἔχουν παλιώσει, οὔτε ἔχουν ἀκυρωθεῖ, ἀλλά ἴσχυαν, ἰσχύουν καί θά ἰσχύουν πάντοτε[8].
Η αιρετική θεωρία της «συναφειακής θεολογίας»
Ο κ. Παντελής Καλαϊτζίδης, Δρ. Θ. Διευθυντής της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου και Διδάσκων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, στον Χαιρετισμός Υποδοχής[9], έθεσε το κεντρικό ζήτημα «εάν υπάρχει η δυνατότητα η Ορθόδοξη θεολογία, όσον αφορά ειδικά στην κανονική της παράδοση, να κατανοηθεί και να λειτουργήσει όχι μόνο ως «παραδοσιακή», μένοντας αμετακίνητα πιστή στο γράμμα μιας υποτιθέμενης «παράδοσης», αλλά και ως συναφειακή, υπερβαίνοντας τις συντεταγμένες ενός προ-νεωτερικού κοσμοειδώλου, το οποίο αποτελεί τελεσίδικα παρελθόν για τον χρόνο της Εκκλησίας».
Δεν θα πρέπει, όμως, να ξεχνάμε ότι η λεγομένη «θεολογία της συνάφειας» ή «συναφειακή θεολογία» είναι μιά αιρετική θεωρία, η οποία εισήχθη στόν ελληνικό θεολογικό χώρο από τήν «Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών» με το μεταπατερικό συνέδριο του Ιουνίου του 2010. Σύμφωνα μέ τόν Σεβ. Μητροπολίτη Γλυφάδας κ. Παύλο, ο όρος «συναφειακή θεολογία» είναι γνωστός γιά τουλάχιστον σαράντα χρόνια στή διαχριστιανική βιβλιογραφία καί διατυπώνεται στήν αγγλική ως «Contextual Theology» ή ως «Cohesive Theology». Ο όρος έγινε ευρύτερα γνωστός από τά κείμενα του «Παγκοσμίου Συνεδρίου γιά τήν Ιεραποστολή καί τόν Ευαγγελισμό», πού διοργανώθηκε τό 1972 στήν Μπαγκόγκ. Η κυρίαρχος τάση στό εν λόγω συνέδριο ήταν νά αποφύγουν οι διάφορες χριστιανικές ομολογίες νά εμφανισθούν, ενώπιον των μή χριστιανών, ως διχασμένες λόγω των δογματικών διαφορών τους, αλλά νά δείξουν ενότητα, θέτοντας σέ προτεραιότητα θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης καί καταπιέσεως των κοινωνικών τάξεων. Αυτό θά είχε ως αποτέλεσμα η ιεραποστολή καί τό κήρυγμα νά στραφούν στή διατύπωση τρόπων αποκαταστάσεως των κοινωνικών αδικιών καί όχι στή μετάδοση των αληθειών του Ευαγγελίου.
Ο Σεβασμιώτατος αντικρούοντας στή συνέχεια τήν έννοια καί τό περιεχόμενο της «συναφειακής θεολογίας» γιά τήν Ορθοδόξη Ιεραποστολή, τονίζει ότι κανείς δέν δύναται νά αρνηθεί τήν απαίτηση γιά κοινωνική δικαιοσύνη, ως καρπού όμως βιώσεως των αληθειών του Λόγου του Θεού, όπως διατυπώθηκαν μέσα από τά δόγματα των Οικουμενικών Συνόδων των Θεοφόρων Πατέρων της Εκκλησίας. Η ρίζα καί η προοπτική της «θεολογίας της συνάφειας» ήταν «η μετατροπή της ιεραποστολής σέ κοινότητα εκκλησιών σέ ιεραποστολή». Στήν Ορθόδοξη όμως θεολογία δέν έχουμε «κοινότητα εκκλησιών», αλλά τήν Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν καί Αποστολικήν Εκκλησίαν. Η προβολή της ιεραποστολής από μία «κοινότητα εκκλησιών» υποβαθμίζει τήν Μίαν Εκκλησίαν σέ σύλλογο, πού δέν αποκαλύπτει τή μοναδική Αλήθεια καί υποβαθμίζει τήν ίδια τήν ιεραποστολή, πού καταλήγει νά έχει μόνο κοινωνιολογικές καί όχι σωτηριολογικές προοπτικές[10].
Το αίτημα της προσαρμογής των Ιερών Κανόνων στο σύγχρονο συγκρητιστικό οικουμενιστικό περιβάλλον
Ο κ. Παντελής Καλαϊτζίδης θέτει και ένα άλλο κρίσιμο, κατ’αυτόν ερώτημα : «Κατά πόσο, μέσα στο αναμφισβήτητο κύρος που τους περιβάλλει, οι κανόνες αυτοί διατηρούν την υπαρκτική δυναμική τους, για να ανταποκρίνονται στα αιτήματα του ολοένα και περισσότερο μεταβαλλόμενου κόσμου».
Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και ο Σεβ. Μητρ. Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος, ο οποίος στον Χαιρετισμό[11] του τόνισε ότι «τίθενται συχνά ορισμένα κρίσιμα και δύσκολα ερωτήματα που αφορούν, μεταξύ άλλων, στην αυθεντικότητα επιμέρους Κανόνων, στην διαχρονικότητα και επικαιρότητά τους ακόμη και για το συγκαιρινό κοσμοείδωλο, στην καθολική τους ισχύ σε κάθε επιμέρους περίπτωση της ατομικής ή συλλογικής εκκλησιαστικής ζωής, κ.ά.», ότι η εποχή μας «φέρνει στο προσκήνιο αμείλικτα ερωτήματα σχετικά με το status και τη σωτηριολογική σκοπιμότητα και αξία των ιερών Κανόνων» και ότι θα πρέπει «να αναστοχαστούμε με προσοχή πάνω στο καθοριστικό αυτό ζήτημα της θέσης και αξίας των ιερών Κανόνων στο πλαίσιο του νεωτερικού κοσμοειδώλου».
Είναι εμφανής από τις ανωτέρω τοποθετήσεις η προσπάθεια εκκοσμικεύσεως των Ιερών Κανόνων. Οι ανωτέρω έχουν αναγάγει σε ύψιστη αξία τον κόσμο και την εποχή. Εμάς, όμως, θα πρέπει να μας ενδιαφέρει η εκκλησιαστικοποίηση του κόσμου και της εποχής, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, το οποίο εκφράζεται, εκτός των άλλων, και μέσω των Θείων και Ιερών Κανόνων. Και πάνω απ’όλα μας ενδιαφέρει η μαρτυρία των ιδίων Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων περί των Ιερών Κανόνων 
Η μαρτυρία των ιδίων Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων περί των Ιερών Κανόνων,
Νευραλγικό ρόλο στήν κατανόηση του πνεύματος των Ιερών Κανόνων παίζει καί η μαρτυρία των ιδίων Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων περί των Ιερών Κανόνων, δηλαδή τό πώς αυτοί κατανοούν καί υπό ποίο πρίσμα βλέπουν αυτούς. Καί αυτό γιατί οι Πατέρες εκφράζουν τήν εμπειρία της Καθολικης (Ορθοδόξου) Εκκλησίας καί γιατί οι Οικουμενικές Σύνοδοι, στίς οποίες συμμετείχαν, αποτελούν τά στόματα της Καθολικής (Ορθοδόξου) Εκκλησίας.
Χαρακτηριστικός είναι ο β΄ Κανών των Πατέρων της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου[12], ο οποίος επικυρώνει τούς Αποστολικούς κανόνες καί τούς κανόνες των προγενεστέρων Συνόδων καί Πατέρων καί αποβάλλει τίς «διά Κλήμεντος διατάξεις των Αγίων «Αποστόλων», γιατί περιέχουν αιρέσεις. Ο προρηθείς κανών χαρακτηρίζει τούς κανόνες των αγίων καί μακαρίων Πατέρων ως αναγκαίους «πρός ψυχών θεραπείαν καί ιατρείαν παθών». Γι’αυτό καί δέν επιτρέπεται σέ κανένα «τούς προδηλωθέντας παραχαράττειν Κανόνας ή αθετείν ή ετέρους παρά τούς προκειμένους παραδέχεσθαι Κανόνας ψευδεπιγράφως υπό τινων συντεθέντας των τήν αλήθειαν καπηλεύειν επιχειρησάντων».
Από τό περιεχόμενο αυτού του Κανόνος καταδεικνύεται η βίωση της συνέχειας της Παραδόσεως από τούς Πατέρες, η φροντίδα τους γιά τήν διατήρηση καί παράδοση ανόθευτης της αληθείας καί η ποιμαντική θεώρηση των Κανόνων. Ο σκοπός της τηρήσεως των Κανόνων είναι σωτηριολογικός. Δηλαδή, μέσω της θεραπείας των ψυχών καί της ιατρείας των παθών, οι Κανόνες καλούν τά μέλη της Εκκλησίας νά επιτύχουν τήν θέωση, τόν ύψιστο στόχο της ζωής τους. Οι Πατέρες γνωρίζουν πολύ καλά αυτόν τόν σκοπό καί τήν σημασία των Κανόνων, γι’αυτό καί εκφράζονται μέ αυστηρότητα : «Ει δέ τις αλώ Κανόνα τινά των ειρημένων καινοτομών, ή ανατρέπειν επιχειρών, υπεύθυνος έσται κατά τόν τοιούτον Κανόνα, ως αυτός διαγορεύει τήν επιτιμίαν δεχόμενος, καί δι’αυτού εν ώπερ πταίει θεραπευόμενος». Η καινοτομία καί ανατροπή αυτή ασφαλώς αναφέρεται στήν αλλοίωση του πνεύματος των Κανόνων μέ τήν μεταβολή καί μετατροπή αυτών καί ακόμη τήν θέσπιση κανόνων, πού δέν θά εκφράζουν τήν αιωνίως αμετάβλητη ουσία της Εκκλησίας. Τό αποτέλεσμα αυτής της καινοτομίας καί ανατροπής θά είναι τό νά θέσουν τόν άνθρωπο εκτός Εκκλησίας, εκτός αληθείας καί τέλος εκτός σωτηρίας. Ο κίνδυνος της παρερμηνείας καί νοθείας της αληθείας, πού εκφράζεται μέσω των Κανόνων, είναι πάντοτε πρό οφθαλμών. Όμως, μόνο όταν εκφράζεται αυτή η αλήθεια, επιτυγχάνεται ο σωτηριολογικός σκοπός των Κανόνων.
Σημαντικότατη μαρτυρία περί της κατανοήσεως των Κανόνων υπό των  Πατέρων μάς παρέχει καί ο α΄ Κανών της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου[13]. Εκφράζοντας τό καθολικό φρόνημα της Εκκλησίας, μιλούν οι Πατέρες γιά τούς Ιερούς Κανόνες μέ μοναδικό τρόπο καί λένε : «Τοις τήν ιερατικήν λαχούσιν αξίαν, μαρτύριά τε καί κατορθώματα, αι των κανονικών διατάξεών εισι αποτυπώσεις, ας ασμένως δεχόμενοι, μετά του θεοφάντορος Δαβίδ άδομεν πρός τόν δεσπότην Θεόν, λέγοντες, «εν τη οδώ των μαρτυρίων σου ετέρφθην, ως επί παντί πλούτω, καί ενετείλω δικαιοσύνην τά μαρτύριά σου εις τόν αιώνα˙ συνέτισόν με καί ζήσομαι». Καί ει εις τόν αιώνα η προφητική  φωνή εντέλλεται ημίν φυλάττειν τά μαρτύρια του Θεού, καί ζην εν αυτοίς, δήλον ότι ακράδαντα καί ασάλευτα διαμένουσιν. Ότι καί ο θεόπτης Μωϋσής ούτω φησίν. «Εν αυτοίς ουκ έστι προσθείναι, καί απ’αυτών ουκ έστιν αφελείν». Καί ο θείος Απόστολος Πέτρος εν αυτοίς εγκαυχώμενος βοά˙ «εις α επιθυμούσιν Άγγελοι παρακύψαι». Καί ο Παύλος φησίν, «καν ημείς, ή εξ ουρανού άγγελος ευαγγελίζεται υμίν παρ’ο παρελάβετε, ανάθεμα έστω».
Οι Κανόνες είναι γιά τούς Πατέρες ό,τι καί τά μαρτύρια του Θεού, δηλαδή οι εντολές του Θεού. Αποτελούν τούς δείκτες γιά τήν Βασιλεία του Θεού. Οι Πατέρες βιώνουν τούς Κανόνες ως «μαρτύρια» Θεού καί αισθάνονται χαρά γι’αυτούς, όπως τήν ίδια χαρά ενιωθαν οι πιστοί της Παλαιάς Διαθήκης καί οι Άγιοι Απόστολοι γιά τίς εντολές του Θεού. Στή συνείδησή τους οι Κανόνες είναι η συνέχεια των εντολών. Ό,τι ισχύει γιά τίς εντολές στήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, ισχύει καί γιά τούς Κανόνες. Η ύπαρξή τους κινεί τούς Πατέρες πρός δοξολογία καί αίνο Θεού. Είναι πλούτος αδαπάνητος καί κανείς δέν έχει τό δικαίωμα νά προσθέσει ή νά αφαιρέσει κάτι απ’αυτούς. Η αυστηρή καί απόλυτη αυτή στάση των Πατέρων, η οποία συχνά είναι ακατανόητη από τόν σύγχρονο εκκοσμικευμένο χριστιανό, κατανοείται μόνο μέσα από τήν πίστη των Πατέρων γιά τήν διαχρονική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσα στήν Εκκλησία. Οι Πατέρες «εξ ενός γάρ άπαντες καί του αυτού Πνεύματος αυγασθέντες, ώρισαν τά συμφέροντα». Η αγιοπνευματική προέλευση των Κανόνων οδηγεί τούς Πατέρες στήν ολόθυμη αποδοχή καί επικύρωσή τους : «Τούτων ουν ούτως όντων καί διαμαρτυρομένων ημίν, αγαλλώμενοι επ’αυτοίς, ως ει τις εύροι σκύλα πολλά, ασπασίως τούς θείους Κανόνας ενστερνιζόμεθα, καί ολόκληρον τήν αυτών διαταγήν καί ασάλευτον κρατύνομεν».
Στό σημείο αυτό πρέπει νά τονισθεί ότι οι Κανόνες έχουν θεολογικό υπόβαθρο. Ο θεολογικός χαρακτήρας των Κανόνων στηρίζεται πάνω στή ζώσα καί συνεχή παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα στήν Εκκλησία καί τίς Συνόδους της. Έτσι δικαιολογείται καί τό γεγονός ότι όλες οι Σύνοδοι επικαλούνται τήν θεία Χάριν. Αυτό τό βλέπουμε τόσο στήν Αποστολική Σύνοδο, όπου λέγεται ότι «έδοξε τω Αγίω Πνεύματι καί ημίν»[14], όσο καί στόν α΄ Κανόνα της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου, όπου αναφέρεται μεταξύ των άλλων ˙ «...καί νυν αρχήν των ιερών ποιούμενοι λόγων, χάριτι θεία ορίζομεν ακαινοτόμητόν τε καί απαράτρωτον υπάρχειν τήν παραδοθείσαν πίστιν ημίν, υπό τε των αυτοπτών καί υπηρετών του Λόγου...»[15]. Στό ίδιο πνεύμα κινείται καί ο α΄ Κανών της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου˙ «εξ ενός γάρ άπαντες καί του αυτού Πνεύματος αυγασθέντες, ώρισαν τά συμφέροντα».
Είναι εμφανής η συνεργασία θείου καί ανθρωπίνου παράγοντος, αλλά καί η θεοπνευστία των Κανόνων. Περί της θεοπνευστίας κάνει λόγο ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, λέγοντας χαρακτηριστικώς τά εξής : «Αύτη η βίβλος (τό Πηδάλιον δηλαδή) είναι η μετά τάς αγίας Γραφάς αγία Γραφή, η μετά τήν Παλαιάν καί Καινήν διαθήκην, Διαθήκη. Τά μετά τά πρώτα καί θεόπνευστα λόγια, δεύτερα καί θεόπνευστα λόγια. Αύτη εστί τά αιώνια όρια, α έθεντο οι πατέρες ημών, καί νόμοι οι υπάρχοντες εις τόν αιώνα... τούς οποίους σύνοδοι οικουμενικαί τε καί τοπικαί διά Πνεύματος αγίου εθέσπισαν... Αύτη ως αληθώς εστι, καθώς αυτήν επωνομάσαμεν, τό Πηδάλιον της Καθολικής (Ορθοδόξου) Εκκλησίας, διά μέσου του οποίου αυτή κυβερνωμένη ασφαλώς, τους εν αυτή ναύτας καί επιβάτας, ιερωμένους τε λέγω καί λαϊκούς, πρός τόν ακύμαντον παραπέμπει της άνω βασιλείας λιμένα. Αύτη εστίν ο καρπός καί τό αποτέλεσμα καί ο σκοπός, διά τόν οποίον τόσοι... Πατριάρχαι ίδρωσαν, τόσοι αρχιερείς θεοφόροι καί πνευματοφόροι από τά πέρατα της οικουμένης ωδοιπόρησαν (καί γηραλέοι καί ασθενείς πολλάκις υπάρχοντες) καί συνόδους οικουμενικάς τε καί τοπικάς συνεκρότησαν, καί τόσους χρόνους εμόχθησαν»[16].            
Επιστρέφοντας στήν αναφορά μας στόν α΄ Κανόνα της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου παρατηρούμε ότι οι Πατέρες της Συνόδου αυτής τηρούν τήν ίδια στάση μέ τούς Πατέρες της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου, καταδικάζοντας γιά σωτηριολογικούς λόγους, όσους παραβαίνουν τούς Κανόνες : «Καί ους μέν τω αναθέματι παραπέμπουσι, καί ημείς αναθεματίζομεν, ους δέ τη καθαιρέσει, καί ημείς καθαιρούμεν, ους δέ τω αφορισμώ, καί ημείς αφορίζομεν, ους δέ επιτιμίω παραδιδόασι, καί ημείς ωσαύτως υποβάλλομεν». Καί καταλήγει ο παρών Κανών : «Αφιλάργυρος γάρ ο τρόπος˙ αρκούμενοι τοις παρούσιν˙ ο βεβηκώς εις τρίτον ουρανόν καί ακούσας άρρητα ρήματα Παύλος ο θείος Απόστολος διαρρήδην βοά».
Οι Ιεροί Κανόνες συντάχθηκαν, γιά νά ρυθμίσουν συγκεκριμένες ανάγκες της Εκκλησίας καί νά καθοδηγήσουν τήν πνευματική ζωή των μελών της. Βοηθούν τόν άνθρωπο νά μείνει σέ ενότητα καί αρμονική σχέση μέ τόν πλησίον του. Δέν τού στερούν τήν ελευθερία του, αλλά τόν βοηθούν νά τήν βιώσει. Υποδεικνύουν στόν πιστό τά όρια της Εκκλησίας, χωρίς τά οποία κυριαρχεί τό χάος. Ρυθμίζουν τίς σχέσεις μεταξύ των διαφόρων χαρισματούχων λειτουργών καί τάξεων, ώστε όλοι νά εργάζονται αρμονικά γιά τήν αύξηση του Σώματος του Χριστού. Επιβάλλουν τήν ορθή θεραπευτική μέθοδο γι’αυτούς, πού διασπούν αυτήν τήν ενότητα καί πίπτουν από τήν χριστιανική πίστη καί ζωή. Οι Ιεροί Κανόνες δέν σώζουν από μόνοι τους τόν πιστό. Τόν βοηθούν, όμως, νά μείνει στήν εκκλησιαστική ενότητα μέ τά άλλα μέλη, ώστε νά έχει δυνατότητα σωτηρίας. Οι Κανόνες ως όρια, δέν εξαντλούν τό μέγα μυστήριο της Εκκλησίας, αλλά καί χωρίς αυτούς η Εκκλησία δέν εκφράζεται ως κοινωνία αγάπης, ως θεόσδοτη τάξη καί ενότητα, ως αρμονικό Σώμα Χριστού.
Αναφερόμενος ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στήν κανονική τάξη, πού εξασφαλίζει τήν συνοχή της Εκκλησίας διά της ενεργείας της Αγίας Τριάδος καί τήν καθιστά αντίτυπο της ουρανίου ιεραρχίας, λέει τά εξής : «Καί ίνα επί παραδείγματος δηλώσω τό παν˙ καθώς η παντουργική αγία Τριάς τόν πρώτον καί υλικόν τούτον κόσμον δημιουργήσασα μέ διαφόρους φυσικούς Κανόνας των στοιχείων αυτόν συνηρμόσατο, εξ ων η τάξις, καί εκ της τάξεως η συνοχή του παντός διασώζεται, καί γίνεται, καθώς είπεν ο Ορφεύς, όλη η κτίσις μία μουσική συμφωνία, εκ διαφόρων Κανόνων, ώσπερ εκ τινων πολυειδών καί πολυμμιγών φθόγγων ανακρουομένη. Τοιουτοτρόπως η αυτή Τριάς, καί τόν δεύτερον τούτον καί νοητόν κόσμον της Καθολικής (Ορθοδόξου) Εκκλησίας κατασκευάσασα, μέ τούς ιερούς καί θείους Κανόνας συνέδησεν αυτόν καί συνέπηξεν. Εξ ων η των Πατριαρχών αποτίκτεται ευταξία, η των Αρχιερέων αρμονία, η των Ιερέων κοσμιότης, των διακόνων η σεμνοπρέπεια, των Κληρικών η σεβασμιότης, των Μοναχών η ευρυθμία, των Πνευματικών πατέρων η πρός διόρθωσιν απαιτουμένη γνώσις, των βασιλέων η παρά πάντων οφειλομένη τιμή, καί πάντων απλώς των χριστιανών, η πρέπουσα χριστιανοίς διαγωγή καί κατάστασις, καί καθολικώς ειπείν, εκ των ιερών τούτων Κανόνων, η κάτω εκκλησιαστική ιεραρχία γίνεται μίμημα καί εκσφράγισμα της ουρανίου ιεραρχίας. Καί αι δύο ομού ιεραρχίαι αποκαθιστώνται μία, εν μέλος, ανακρουομένη εναρμόνιόν τε καί πάγχορδον. Έκβαλε τούς κανόνας των στοιχείων από τήν υλικήν κτίσιν, καί παρευθύς λύεται η τάξις, καί λυομένης της τάξεως, όλον τό παν αφανίζεται. Έκβαλε καί τούς ιερούς τούτους κανόνας από τήν Εκκλησίαν, καί παρευθύς επεισέρχεται η αταξία, καί εκ της αταξίας άπασα η ιερά αυτής διακόσμησις αφανίζεται»[17].
Σύμφωνα μέ τήν θεολογική κρίση του Οσίου Νικοδήμου η τάξη, πού επικρατεί στόν φυσικό κόσμο, στήν στρατευομένη Εκκλησία, καθώς καί η αρμονία της θριαμβευούσης Εκκλησίας έχουν ως κέντρο καί πηγή τόν Πανάγιο Τριαδικό Θεό. Ο Αγιορείτης μοναχός μπορεί καί βλέπει τόν κόσμο σέ ενότητα. Τελικός σκοπός της εκκλησιαστικής ευταξίας καί της ουρανίου ιεραρχίας είναι η δόξα του Αγίου Τριαδικού Θεού. Έτσι, τά πάντα επιστρέφουν στήν πηγή καί αφετηρία τους: «Ίνα η ο Θεός τά πάντα εν πάσιν»[18].
Έπειτα από τίς παραπάνω διευκρινήσεις ωφείλουμε νά κάνουμε καί κάποιες παρατηρήσεις μέ πνεύμα διάκρισης.
Α) Οι Ιεροί Κανόνες δέν αποτελούν έκφραση κάποιου νομικού πνεύματος, τό οποίο τείνει νά εκνομικεύσει τά πάντα καί νά περιορίσει τήν ζωή του πνεύματος σέ νομικούς τύπους, πράγμα το οποίο συναντά κανείς στην αίρεση του Παπισμού, αλλά ούτε και έκφραση κάποιου αντινομιστικού πνεύματος, τό οποίο θεωρεί τόν νόμο, τίς εντολές καί τούς Κανόνες ως ένα βάρος, πού στερείται και αντιτίθεται στήν θεία Χάριν, από τήν καταδυνάστευση των οποίων μόνο τό Ευαγγέλιο ελευθερώνει τόν άνθρωπο, όπως υποστηρίζει η αίρεση του Λουθηρανικού Προτεσταντισμού. Αντιθέτως, αυτοί αποτελούν τήν έκφραση της ποιμαντικής μέριμνας της Εκκλησίας γιά τήν σωτηρία των ενεργών μελών της. Τήν αλήθεια αυτή μαρτυρούν τά εξής στοιχεία :
1) Ο μικρός σχετικώς αριθμός ιερών Κανόνων, τούς οποίους εξέδωσαν συνοδικώς οι Οικουμενικές Σύνοδοι. Η Εκκλησία δηλαδή δέν μεταβλήθηκε σέ εργαστήριο παραγωγής νομικών κανονισμών, αλλά μόνο περιστασιακώς διετύπωνε Κανόνες γιά τήν ρύθμιση των εκκλησιαστικών πραγμάτων, όταν υπήρχε ο κίνδυνος νοθείας της εκκλησιαστικής ζωής.
2) Η έλλειψη κωδικοποιήσεως των Κανόνων στήν Ορθόδοξη Εκκλησία, σέ αντίθεση μέ τό Corpus Juris Canonici της αιρέσεως του Παπισμού. Η αίρεση του Παπισμού, όπως είναι γνωστό, ανάμεσα στις αιρετικές θεωρίες, που έχει διατυπώσει, έχει καί τήν αιρετική διδασκαλία περί της «πάσχουσας Εκκλησίας». Η «πάσχουσα Εκκλησία» σχετίζεται μέ όσους πάνε στό «καθαρτήριο πυρ». Επειδή η αίρεση του Παπισμού διακατέχεται από τήν νομική αντίληψη περί σωτηρίας καί περί σχέσεων μέ τόν Θεό, τό οποίο μπορεί κανείς νά διαπιστώσει πολύ εύκολα, αν διαβάσει τόν Άνσελμο Καντερβουρίας και την αιρετική θεωρία «περί ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης»[19], αντιλαμβάνεται ότι η  Εκκλησία, πού έλαβε τήν εξουσία «του δεσμείν καί λύειν», η οποία εξαντλείται τελικά στόν αιρεσιαρχη Πάπα, έχει τό δικαίωμα, αλλά καί τήν δέσμευση καί υποχρέωση στόν Θεό, εφ’όσον έχει θέσει κάποιο επιτίμιο γιά κάποια αμαρτία καί δέν τό έχει εκπληρώσει ο πιστός, θά πρέπει, αφού ορίζει ο νόμος, νά εκτίσει τήν ποινή του, γιατί όντως περί ποινής πρόκειται. Είναι, λοιπόν, πασιφανής, η έλλειψη χαρισματικής εμπειρίας, επειδή δέν μπορεί νά σκεφθεί διαφορετικά από τά νομικά. Έτσι, αν υποθέσουμε ότι κάποιος πήρε ένα κανόνα ακοινωνησίας δύο ετών από τήν Θεία Κοινωνία καί στό ενδιάμεσο πέθανε, στόν ένα χρόνο ή στόν οποιονδήποτε άλλο μέσα σ’αυτά τά δύο χρόνια, αυτός, σύμφωνα πάντα μέ τούς Παπικούς, ας έχει μετανοήσει, θά μείνει στό καθαρτήριο πυρ μέχρι νά εκτίσει τήν ποινή του καί μετά νά μεταπηδήσει στόν παράδεισο. Αυτή είναι η «πάσχουσα Εκκλησία». Βεβαίως κι εκεί χωράει τό μέσον, τό οποίο είναι ο Πάπας. Δίνοντάς του χρήματα, θά εξασφαλίσει ο Πάπας τόν πιστό μέ ένα συγχωροχάρτι, γιατί κι εκεί έχει τήν εξουσιοδότηση!!! 
Στήν Ορθόδοξη Εκκλησία, όμως, οι συλλογές Κανόνων, πού υπάρχουν, δέν αποτελούν κωδικοποίηση αυτών, όπως νομίζουν μερικοί[20].
3) Η περιστατική διατύπωση γνώμης των Πατέρων σέ σχέσει μέ τά επίκαιρα προβλήματα, η οποία εκ των υστέρων περιεβλήθη μέ τό κύρος του Κανόνος. Οι Πατέρες δέν είχαν σκοπό οι απαντήσεις τους νά γίνουν κανόνες. Απαντούσαν από αγάπη, γιά νά λυθούν διάφορες προβληματικές καταστάσεις. Γράφουν μέ πολλή ταπείνωση, χωρίς νά έχουν τήν πρόθεση νά νομοθετούν γιά όλη τήν Εκκλησία. Εξαιτίας, όμως, του κύρους, πού είχαν αυτοί στή συνείδηση της Εκκλησίας, οι απαντήσεις τους αναγνωρίζονταν εκ των υστέρων ως Κανόνες. Δέν πρόκειται δηλαδή γιά μιά μηχανική καί νομοτεχνική διαδικασία εκδόσεως εκκλησιαστικών νόμων, αλλά γιά μιά φυσική καί αβίαστη λειτουργία του σώματος της Εκκλησίας.
4) Τό κύρος καί η διακεκριμένη θέση, πού κατέχουν οι κανονολόγοι Πατέρες στή συνείδηση της Εκκλησίας ως θεολόγοι, ποιμένες καί διδάσκαλοι της εν Χριστώ ζωής.
5) Η εμπιστοσύνη, μέ τήν οποία τό Σώμα της Εκκλησίας περιέβαλε τούς Ιερούς Κανόνες, χωρίς, βέβαια, νά τούς θεωρεί ως βάρος καί φορτίο, αλλά ως πυξίδες καί σήματα γιά τήν πορεία της Εκκλησίας πρός τήν Ουράνια Βασιλεία. Οι κατηγορίες κατά των Ιερών Κανόνων αποτελούν σύγχρονο φαινόμενο, τό οποίο ωφείλεται είτε στήν παρερμηνεία τους είτε στήν υιοθέτηση ξένων (δυτικών) κριτηρίων.
Β) Στήν Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχει τό δόγμα της συνέργειας του θείου καί ανθρωπίνου παράγοντος, τό οποίο αποκαλύπτει τήν Εκκλησία ως θεανθρώπινη κοινωνία. Αυτό, βέβαια, απορρέει από τήν ένωση των δύο φύσεων στό ένα πρόσωπο του Θεού Λόγου, πού έγινε «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως καί αχωρίστως». Άρα τό δίκαιο της Εκκλησίας είναι θεανθρώπινο, αφού εκφράζεται από ανθρώπους μέ τήν επιστασία, όμως, του Αγίου Πνεύματος. Επομένως, δέν μπορούμε νά μιλάμε γιά διαχωρισμό του δικαίου σέ θείο καί ανθρώπινο ή σέ κανόνες θείου δικαίου (jus divinum) καί κανόνες ανθρωπίνου δικαίου (jus humanum). Αυτή η διάκριση υπάρχει μόνο στή Δύση λόγω των γνωστών εκκλησιολογικών παρεκκλίσεών της καί λόγω της διακρίσεως μεταξύ «ορατής καί αοράτου Εκκλησίας»[21].
Η Εκκλησία γιά τήν θεραπεία των βαριά ή ελαφρώς αρρώστων μελών της χρησιμοποιεί τά επιτίμια, δηλαδή πνευματικά μέτρα. Τέτοια επιτίμια είναι τό ανάθεμα, ο αφορισμός, η καθαίρεση καί η ακοινωνησία.
Κάποιοι ισχυρίζονται ότι τά επιτίμια, πού υπάρχουν, πρέπει νά καταργηθούν, λέγοντας ότι «δέν είναι καλό πράγμα αυτό˙ είναι νομικά πράγματα». Αυτοί, όμως, δέν έχουν καταλάβει τί είναι Ορθοδοξία καί τί είναι οι κανόνες της Εκκλησίας, γι’αυτό και λένε : «πέρα οι κανόνες, μή μου λές γιά κανόνες, μή μου λές γιά τέτοια πράγματα, αυτά τά έκαναν οι κομπλεξικοί της Ορθοδοξίας, οι άγιοι, οι τέτοιοι, οι αλλιώτικοι κτλ». Αντιλαμβάνεσθε τήν μεγάλη σύγχυση.
Οι κανόνες, όμως, βάζουν όρια στήν αυθαιρεσία και καλλιεργούν τήν δογματική συνείδηση του ανθρώπου στήν κατεύθυνση της ευσεβείας.
Η Εκκλησία, εκτός από την αρχή της ακριβείας, χρησιμοποιεί και τήν αρχή της οικονομίας, που είναι τα δύο κουπιά του ενός πλοίου, πού μεταφράζεται αρχή της φιλανθρωπίας. Έτσι, λοιπόν, ένας πού έχει αμαρτήσει, μπορεί εξ απόψεως ορθοδόξου ο διακριτικός πατέρας, πού βλέπει, τήν μετάνοιά του ή τόν βαθμό ή τήν κλίμακα, στήν οποία βρίσκεται αυτή η διαδικασία της μετανοίας, νά φθάσει καί μέχρι της πλήρους καταργήσεως. Μπορεί νά έχει κάνει ο εξομολογούμενονς τήν τάδε αμαρτία, αλλά, επειδή ο πνευματικός πατήρ βλέπει ότι υπάρχει μετάνοια, μπορεί νά μήν βάλει καθόλου επιτίμια. Έτσι, λοιπόν, τά επιτίμια έχουν καθαρά παιδαγωγικό χαρακτήρα μέσα στά πλαίσια της Ορθοδοξίας.




[1] http://www.acadimia.gr/content/view/528/1/lang,el/
[2] Κανών ΜΕ΄ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων
[3] Κανών ΜΣΤ΄ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων
[4] Κανών ΣΤ΄ τῆς ἐν Λαοδικεία συνόδου
[5] Κανών ΛΒ΄ τῆς ἐν Λαοδικεία συνόδου
[6] Κανών ΛΓ΄ τῆς ἐν Λαοδικεία συνόδου
[7] Κανών Α΄ τῆς ἐν Νικαία Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
[8] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Συνάντηση Βαρθολομαίου καί Βενεδίκτου. Μακράν τῆς ὁδοῦ τῶν Ἁγίων Πατέρων», Θεοδρομία Η4 (Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 2006) 552-557.
[9] http://www.acadimia.gr/images/stories/2014/kanon/kalaitzidis_inaugural_address_gr.pdf
[10] ΜΗΤΡ. ΓΛΥΦΑΔΑΣ ΠΑΥΛΟΣ, « «Συναφειακές», «Μεταπατερικές» καί άλλες θεολογικές αναζητήσεις σέ συνέδριο της θεολογικής Ακαδημίας του Βόλου», Θεοδρομία ΙΒ4  (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2010) 496.
[11] http://www.acadimia.gr/images/stories/2014/kanon/xairetismos_sev_.pdf
[12] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, εκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σσ. 220-221.
[13] Ό.π., σσ. 322-323.
[14] Πράξ. 15, 28.
[15] Ό.π., σ. 217.
[16] Ό.π., σ. λς΄.  
[17] Ό.π., σ. λς΄. 
[18] Α΄ Κορ. 15, 28.
[19] Δ.ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ, Η ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης κατά τόν Άνσελμο  Καντερβουρίας, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσ/κη 1995 και  ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Η αίρεσις της ικανοποιήσεως της Θείας Δικαιοσύνης διά της Σταυρικής Θυσίας του Κυρίου, Πειραιεύς 2012.                                                                                    
[20] Αναφερόμασθε στίς γνωστές αιρετικές απόψεις του θεωρητικού των Νεορθοδόξων κ. Χ. Γιανναρά περί του Οσίου Νικοδήμου. Σχ.βλ. ΙΕΡΑ ΚΟΙΝΟΤΗΣ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ,  Αναίρεσις των πεπλανημένων θέσεων του κ. Χρήστου Γιανναρά περί του εν Αγίοις Πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου, 13/26 Μαρτίου 1993.                                       
[21] ΑΡΧΙΜ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΨΑΝΗΣ,  Η ποιμαντική διακονία κατά τους  Ιερούς Κανόνας,
thriskeftika
 

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΑΥΡΙΑΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΑΠΑ-ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ




Ο Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης ...προχώρησε σε συγκρίσεις με τη σημερινή εκκλησιαστική κατάσταση. Μίλησε για τον Αρχιεπίσκοπο Αλέξανδρο και τη στάση του απέναντι στον Άρειο, τονίζοντας μεταξύ άλλων:
«Όταν επίεσε ο Κωντσάντιος, ο Αρειανός αυτοκράτωρ τον Πατριάρχη Αλέξανδρο να δεχθεί σε συμπροσευχή τον Άρειο δηλ. να δεχθεί να πάει μέσα στο ναό την Κυριακή ο Άρειος και να λειτουργήσει μαζί με τον Πατριάρχη, ο αιρετικός μαζί με τον Ορθόδοξο, τι έκανε ο Πατριάρχης Αλέξανδρος; Αυτό που κάνουν σήμερα οι δικοί μας οι Πατριάρχες και συμπροσεύχονται και συνυπάρχουν μαζί με τους Παπικούς, μαζί με τους Προτεστάντες, μαζί με τους Μονοφυσίτας, ακόμη και μαζί με τους ετεροθρήσκους, μαζί με τους Βουδιστάς και τους Μουσουλμάνους, μαζί με το φύραμα όλων αυτών των πλανών των διαμονικών;...  
Αυτές τις ημέρες ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος συμπροσευχήθηκε στην Ασίζη όχι μόνο μαζί με τον Πάπα και τους Προτεστάντες και τον Αγγλικανό «Αρχιεπίσκοπο», αλλά μαζί και με Βουδιστάς, με Μουσουλμάνους, με ειδωλολάτρας. Προσεύχονται, συμπροσεύχονται και συλλειτουργούν. Ξεχάσαμε ότι υποδέχτηκαν τον Πάπα στην Κωνσταντινούπολη θυμιάζοντάς τον και λέγοντας «ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου»; Και τον τιμήσαμε. Και τον τίμησαν και φοιτητές της Θεολογικής Σχολής δίνοντάς του τιμητικό μετάλλιο.
Έπρεπε να κάνει και ο Πατριάρχης Αλέξανδρος το ίδιο; Να δεχθεί τον Άρειο μέσα στο ναό και να συμπροσευχηθεί και να συλλειτουργήσει; Όχι. Τι έκαμε; Δεν μπορώ, λέει. Το απαγορεύουν οι Κανόνες. «Επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος αιρετικοίς συνευξάμενος καθαιρείσθω». Όποιος επίσκοπος ή παπάς ή διάκος προσευχηθεί με αιρετικούς, πολύ περισσότερο με αλλοθρήσκους, να καθαιρείται. Γι΄ αυτό και ο Πατριάρχης Αλέξανδρος είπε, δεν μπορώ το απαγορεύουν οι Κανόνες. Αλλά οι πολιτικοί έχουν δύναμη, όπως και σήμερα. Και εξαναγκάζουν και Αρχιεπισκόπους να ακολουθούν το δικό τους το δρόμο, και σήμερα στην Ελλάδα. Πολλές φορές και οι δικοί μας κάνουν αυτά που θέλει η κυβέρνησις.
Προσευχήθηκε λοιπόν ο Πατριάρχης Αλέξανδρος την προηγουμένη ημέρα και παρακάλεσε στο Θεό να μην επιτρέψει να συμπροσευχηθεί μαζί με τον Άρειο. Και ο Θεός τον γλίτωσε με θαύμα. Την άλλη μέρα πηγαίνοντας ο Άρειος στο ναό, κατά οικτρό τρόπο, μέσα σε δημόσιο αποχωρητήριο πέθανε. Και γλίτωσε ο Πατριάρχης Αλέξανδρος αυτή την παράβαση των Κανόνων, τη συμπροσευχή με τον αιρετικό Άρειο.
Φαντασθείτε σήμερα τους σημερινούς Πατριάρχας και Αρχιεπισκόπους. Όχι απλώς δεν σκέφτονται να μην συμπροσευχηθούν ή πώς να αποφύγουν τους αιρετικούς αλλά με χαρά πηγαίνουν μαζί τους και κάνουν συμπόσια και φιέστες».

Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

ΠΩΣ ΣΤΗΘΗΚΑΝ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ. ΟΙ ΙΠΠΟΤΕΣ, ΤΑ ΠΛΟΥΤΗ ΤΩΝ ΡΩΜΑΝΩΝ ΚΑΙ Η ΚΛΟΠΗ

Η ΚΑΤΑΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ


 ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΕΝΑΣ ΡΩΣΣΟΣ ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ ΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ 1204 ΕΚΛΕΒΑΝ ΤΟΝ ΠΛΟΥΤΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΤΩΝ ΡΩΜΑΝΩΝ [ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ] ΟΙ ΙΠΠΟΤΕΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΜΕΤΑ ΤΟ 1400 ΣΤΗΘΗΚΑΝ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΤΗΣ … ΕΥΡΩΠΗΣ !!

ΕΙΝΑΙ ΦΟΒΕΡΟ ΚΑΙ ΔΙΝΕΙ ΤΡΟΜΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ !


ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΟΥΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ….. ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΒΓΕΙ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΤΑΠΙΣΤΕΥΜΑΤΑ ΘΑ ΚΑΤΑΛΑΒΟΥΝ ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΑ ΣΕ ΒΑΘΟΣ …. ΠΡΟΣΕΧΤΕ ΤΙ ΛΕΕΙ ΣΤΟ 6.25 ΛΕΠΤΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑ…

ΤΩΡΑ ΜΕ ΟΣΑ ΕΧΟΥΜΕ ΑΚΟΥΣΕΙ ΚΑΙ ΔΕΙ ΜΕ ΤΑ ΚΑΤΑΠΙΣΤΕΥΜΑΤΑ ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΑΥΤΑ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ ΠΟΥ ΔΙΝΕΙ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΑΡΧΙΖΟΥΜΕ ΝΑ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΟΜΑΣΤΕ ΤΟ ΜΕΓΕΘΟΣ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΛΗΣΤΕΙΑΣ !!!!!!! ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΥΤΑ ΕΧΟΥΝ ΔΟΘΕΙ ΑΠΟ ΠΟΛΥ … ΑΞΙΟΠΙΣΤΕΣ …. ΠΗΓΕΣ !!
 
amethystosbooks.

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Στα χνάρια των αγίων Πατέρων, ή στα χνάρια του κ. Αθηναγόρα;

Εν Πειραιεί τη 21η Μαΐου 2014
Στα χνάρια των αγίων Πατέρων, ή στα χνάρια του κ. Αθηναγόρα;
Σχόλιο με αφορμή την προσεχή συνάντηση του Πάπα Φραγκίσκου του Α΄ και του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου του Α΄ στα Ιεροσόλυμα.
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Πρ. Ιερού Ναού Ιερού Ναού Τιμίου Σταυρού Πειραιώς
Συμπληρώνονται φέτος 50 χρόνια από την συνάντηση στα Ιεροσόλυμα (1964-2014) του πρώην Οικουμενικού Πατριάρχου κυρού Αθηναγόρου με τον τότε Πάπα Παύλο τον Στ΄. Ήταν μια συνάντηση, η οποία σηματοδότησε μια καινούργια πορεία στις σχέσεις μεταξύ Βατικανού και Φαναρίου.
Η συνάντηση αυτή θεωρήθηκε από πολλούς αρχιερείς, κληρικούς και θεολόγους ως ιστορικός σταθμός, διότι αποτέλεσε την αφετηρία των  μετέπειτα ραγδαίων και ριζικών εξελίξεων στις διαχριστιανικές σχέσεις της Ορθοδοξίας με τον Παπισμό. Εις ανάμνησιν δε αυτού του γεγονότος, όπως είναι γνωστό, διοργάνωσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο από κοινού με το Βατικανό νέα συνάντηση, (24-26 Μαΐου), στον ίδιο τόπο, τα Ιεροσόλυμα, του νύν Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου και του Πάπα Φραγκίσκου του Α΄. Με την συνάντησή τους αυτή, η οποία θα προβληθεί βεβαίως διεθνώς και θα τύχει ευρείας δημοσιότητος από την εκκλησιαστική και πολιτική επικαιρότητα, οι δύο εκκλησιαστικοί ηγέτες δεν στοχεύουν απλώς να τιμήσουν τους προκατόχους των, αλλά προφανώς να διαδηλώσουν επί πλέον και την  σταθερή και αταλάντευτη πρόθεσή τους να βαδίσουν πάνω στα χνάρια τους και να συνεχίσουν με πιστότητα και συνέπεια την οικουμενιστική γραμμή που εκείνοι εχάραξαν. Και τις οίδε, (μόνον ο Θεός γνωρίζει), αν οι δύο αυτοί  ηγέτες στο προσεχές μέλλον προχωρήσουν σε ακόμη τολμηρότερα βήματα, στην…αγιοκατάταξή των! Δεν έχουμε την πρόθεση με τον σύντομο αυτό σχολιασμό μας να ασχοληθούμε με τον εκλιπλόντα Πάπα Παύλο τον ΣΤ΄, διότι όπως λέγει και μέγας Παύλος «τι γαρ μοι και τους έξω κρίνειν;» (Α΄Κορ.5,12). Ποιά αρμοδιότητα έχουμε να κρίνουμε τους «έξω» της Εκκλησίας; Καμία. Αφού όπως λέγει παρά κάτω «τους δε έξω ο Θεός κρίνει» (Α΄Κορ.5,13). Τους εκτός της Εκκλησίας, τους κατακεκριμένους ως αιρετικούς, τους έχει κρίνει ήδη ο Θεός. Με τον «έσω» όμως της Εκκλησίας κυρό Αθηναγόρα και μη εισέτι κατακριθέντα επισήμως και συνοδικώς για τις αντορθόδοξες θέσεις και διακηρύξεις του και για την οικουμενιστική γραμμή και πορεία, (μια πορεία ξένη προς την Ορθόδοξη Παράδοση και τους αγίους Πατέρες μας), την οποίαν ακολούθησε, έχουμε χρέος να ασχοληθούμε. Και τούτο διότι ο θησαυρός της πίστεως είναι κοινό κτήμα όλων, κλήρου και λαού. Και όλοι μας έχουμε χρέος να τον διαφυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού, ακέραιον και απαραχάρακτον από κάθε νοθεία και αίρεση.
Έχουν διατυπωθεί πολλά εγκωμιαστικά σχόλια σχετικά με τον πρώην Πατριάρχη από διάφορα πρόσωπα, κυρίως προερχόμενα από τον χώρο του Οικουμενισμού. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι ο εκδημήσας Πατριάρχης υπήρξε κατά κοινή ομολογία ως το πρόσωπο εκείνο, που κατ’ εξοχήν προώθησε την φοβερή αυτή αίρεση μέσα στα σπλάγχνα της Ορθοδοξίας. Ιδιαιτέρως προβλήθηκε από τους υμνητές του η υπ’ αυτού προβολή της Ορθοδοξίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε παγκόσμια κλίμακα, οι διπλωματικές του ικανότητες, η παγκόσμια πολιτική και κοινωνική του καταξίωση, η διεθνής ακτινοβολία και αναγνώρισή του και άλλα παρόμοια. Ήδη αμέσως μετά την κοίμησή του το επίσημο δελτίο της Εκκλησίας της Ελλάδος «Εκκλησία» έγραφε: «Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας, θα γραφή εις τας δέλτους της ιστορίας ως Μέγας…».[1] Ο τότε Πάπας Παύλος ο ΣΤ΄, επιστήθιος και αγαπητός φίλος του κοιμηθέντος Πατριάρχου, εχαρακτήρισε αυτόν ως «μέγαν άνδρα  μιάς εκκλησίας σεβασμίας, αλλ’ όχι ακόμη τελείως ηνωμένης μετά της Καθολικής Εκκλησίας ημών…».[2] Το παραλήρημα του λιβανωτού των εγκωμίων έφθασε στο αποκορύφωμά του, όταν κάποιοι οικουμενιστικοί κύκλοι της εποχής εκείνης επεχείρησαν, να συντάξουν προσευχή προς αυτόν, η οποία κατέληγε ως εξής: «Μη κατολιγωρήσης ημών, αλλ’ επίβλεψον λαμπρώ και ιλέω όμματι, ως εν ζωή ών έπραττες, και κράτυνον το της Ορθοδοξίας ποίμνιον, χειραγωγών αυτό προς το καλόν της αγίας του Χριστού Εκκλησίας, υποδεικνύων αυτώ την ευθείαν οδόν, την φέρουσαν απλανώς προς τον Θεόν…».[3]
 Ήταν όμως πράγματι μέγας; Εάν κανείς αξιολογήσει το πρόσωπό του με κοσμικά κριτήρια, δηλαδή την διεθνή του ακτινοβολία και αναγνώριση, την κοινωνική και πολιτική του καταξίωση, την διπλωματική του ευστροφία, την πρόσδοση κύρους και προβολής στο Φανάρι και άλλα ανάλογα, τότε μπορεί να τον χαρακτηρίσει κανείς ως μέγα. Αν όμως αξιολογηθή με πνευματικά κριτήρια, δηλαδή με γνώμονα την Ορθόδοξη πίστη και Παράδοση, την Αγία Γραφή, το ιερό Πηδάλιο και τους Αγίους Πατέρες, τότε όχι μόνον μέγας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, αλλ’ ως μία αξιοθρήνητη προσωπικότητα, ως τον πρωτοπόρο στον ολισθηρό κατήφορο του Οικουμενισμού, ως το πρόσωπο εκείνο που κατ’ εξοχήν προώθησε την φοβερή αυτή αίρεση, πράγμα το οποίο ισοδυναμεί με προδοσία της πίστεως. Την δε Πατριαρχείαν του ως κατ’ εξοχήν καταστρεπτική. Τον χαρακτηρισμό «μέγας» έδωσε η Εκκλησία στους αγίους και θεοφόρους Πατέρες, όχι απλώς μόνον διότι ανέβηκαν την κλίμακα των αρετών και έφθασαν στην θέωση, αλλά και διότι έκαμαν μεγάλους αγώνες και υπέφεραν πολλές θλίψεις για να καταπολεμήσουν τις αιρέσεις και να παραδώσουν τον θησαυρό της πίστεως ανόθευτο και απαραχάρακτο σε όλες τις επερχόμενες γενεές. Επομένως  είναι μεγάλο εκκλησιολογικό λάθος, να σπεύδουμε με πολλή προχειρότητα και επιπολαιότητα να αποδώσουμε έναν τέτοιο χαρακτηρισμό, τον οποίον μόνον η Εκκλησία μπορεί να αποδώσει αλάνθαστα, βασιζομένη στην άνωθεν μαρτυρία του αγίου Πνεύματος, στην μαρτυρία δηλαδή που δίδει ο ίδιος ο Θεός για το πρόσωπο αυτό, με θαύματα, που ενεργεί διά μέσου αυτού, είτε εν ζωή είτε μετά θάνατον (διά του αγίου λειψάνου του).
Η χριστιανική ενότης.
Κατά κόρον επίσης προβλήθηκε από τους υμνητές του ο διακαής πόθος του και η επιθυμία του για την  προώθηση της παγχριστιανικής ενότητος. Πράγματι ο κ. Αθηναγόρας από της ημέρας της αναδείξεώς του στον Πατριαρχικό θρόνο μέχρι της κοιμήσεώς του θα έχει πλέον το βλέμμα της ψυχής του διαρκώς εστραμμένο προς την Δύση, η δε τραγωδία της διασπάσεως της Χριστιανοσύνης θα αποτελέση το κέντρο του ενδιαφέροντος του, την συνισταμένη όλων των ενεργειών του, την κατευθυντήρια γραμμή της εκκλησιαστικής του πολιτικής, σε συνδυασμό πάντοτε βέβαια με την πρόσδοση κύρους και διεθνούς ακτινοβολίας στον θεσμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Μέσα στα πλαίσια αυτής της εκκλησιαστικής του πολιτικής εντάσσονται η μέριμνά του για την σύγκληση Πανορθοδόξων Διασκέψεων, οι συντονισμένες ενέργειές του για την άρση των αναθεμάτων, η καλλιέργεια σχέσεων αγάπης και φιλίας με το Βατικανό, η επιδίωξή του να συναντηθεί με τον Πάπα Παύλο τον ΣΤ΄ στα Ιεροσόλυμα και να έχει τις πρώτες μυστικές επαφές μαζί του και η καθιέρωση του λεγομένου «Διαλόγου της Αγάπης». 
Ωστόσο την χριστιανική ενότητα την κατανοούσε και την οραματιζόταν ο κοιμηθείς Πατριάρχης με ένα τελείως διαφορετικό τρόπο, σε σχέση με τον τρόπο που την κατανοούσε ανέκαθεν η Εκκλησία, με ένα τρόπο δηλαδή τελείως ξένο προς την διαχρονική παράδοση της Εκκλησίας. Στη διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας, ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τους αιρετικούς δεν είναι δυνατόν να υπάρξη, παρά μόνον με την  μετάνοια και την επάνοδο των αιρετικών στην αλήθεια της Ορθοδοξίας, στην πίστη και στα δόγματα της Εκκλησίας. Επομένως και στην προκειμένη περίπτωση των αιρέσεων του Παπισμού και του Προτεσταντισμού δεν είναι δυνατόν να δεχθεί η Εκκλησία άλλη μορφή ενότητος. Η προσπάθεια του εκλιπόντος πατριάρχου ήταν να επιτύχει μια ενότητα συγκρητιστικού τύπου, μια ενότητα παρά τις υπάρχουσες δογματικές διαφορές με τους παπικούς και τους προτεστάντες, χωρίς δηλαδή αυτοί να έχουν αποβάλει τις πεπλανημένες αιρετικές διδασκαλίες τους, μιά ενότητα που θα μπορούσε να επιτευχθεί με αμοιβαίες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς. Σε θέματα όμως πίστεως δεν χωράει καμία συγκατάβασις και οικονομία. Την αλήθεια αυτή επιβεβαιώνουν οι μεγάλοι αγώνες των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας κατά των αιρέσεων, η συγκρότησις υπ’ αυτών Οικουμενικών Συνόδων κ.λ.π. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει σε κάποια ομιλία του σχετικά με το θέμα αυτό   «Ει που την ευσέβειαν παραβλαπτομένην ίδοις, μη προτίμα την ομόνοιαν της αληθείας, αλλ’ ίστασο γενναίως έως θανάτου…την αλήθειαν μηδαμού προδιδούς».[4]
Άρσις των αναθεμάτων.
Μετά την συνάντηση των δύο εκκλησιαστικών ηγετών στα Ιεροσόλυμα, που αποτέλεσε μια πρώτη προσέγγιση μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού, δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για να επακολουθήσει το δεύτερο μεγάλο βήμα προσεγγίσεως, δηλαδή η λεγόμενη άρση των αναθεμάτων, που πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 1965. Όπως είναι γνωστό από του σχίσματος του 1054 και εντεύθεν έπαυσε να υπάρχει πλέον εκκλησιαστική κοινωνία μεταξύ του Παπισμού και της Ορθοδόξου Εκκλησίας λόγω των ποικίλων αιρετικών διδασκαλιών, που εν τω μεταξύ ανεπτύχθησαν μέσα στους κόλπους του Παπισμού. Αυτή η διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας επισφραγίσθηκε με τα «αναθέματα», τα οποία επεβλήθηκαν εκατέρωθεν από την Ρώμη και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο παπικὸς απεσταλμένος Καρδινάλιος Ουμβέρτος, στις 16 Ιουλίου του 1054, αναθεμάτισε με έγγραφο αναθεματισμό, τον οποίο άφησε πάνω στην αγία τράπεζα του Ιερού Ναού της αγίας Σοφίας κατά την διάρκεια εσπερινής ακολουθίας, τον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη Μιχαὴλ τον Κηρουλάριο και όλους όσους  δεν αποδέχονταν το Filioque και τις άλλες παπικές καινοτομίες. Στη συνέχεια ο Οικουμενικός Πατριάρχης Μιχαὴλ συγκάλεσε  στην Κωνσταντινούπολη στις 24 Ιουλίου του 1054 ενδημούσα Σύνοδο και υπέβαλε σε «ανάθεμα» το έγγραφο, τους συντάκτες του, αυτούς που το επέδωσαν και όσους συνήργησαν σ’ αυτό. Στη συνοδική απόφαση αναιρούντο επί τη βάσει της Ιεράς Παραδόσεως οι κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας διατυπωθείσες κατηγορίες, ιδίως αυτές που αφορούσαν την αιρετική διδασκαλία του Filioque, ενώ παράλληλα διεγράφη το όνομα του Πάπα από τα δίπτυχα του Οικουμενικού θρόνου. Οι συνοδικές αποφάσεις κοινοποιήθηκαν με συνοδικές επιστολές στα άλλα Πατριαρχεία της Ανατολής. 
Επομένως οι εκατέρωθεν αναθεματισμο του 1054 δεν προήλθαν από προσωπικούς ανταγωνισμούς, αλλ᾿ από την σύγκρουση της Ορθοδόξου πίστεως προς τις αιρετικές διδασκαλίες του Παπισμού. Δεν ευσταθεί λοιπόν το επίσημο ανακοινωθὲν του Οικουμενικου Πατριαρχείου, κατὰ το οποίο «τα αναθέματα εκατέρωθεν περιωρίσθησαν εις τα πρωταγωνιστήσαντα πρόσωπα και δεν ανεφέροντο εις τας δύο Εκκλησίας Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως, αι οποίαι και μετ ταύτα δεν διέκοψαν την εκκλησιαστικν κοινωνίαν, ουδ υπήρξαν τα γεγονότα ταύτα η οριστικ επισφράγισις του μεταξ Ανατολής και Δύσεως Σχίσματος». Επί πλέον η πράξις αυτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι αντικανονική και παράνομη, διότι επεχειρίθη χωρίς να προηγηθεί Πανορθόδοξη Σύνοδος, η οποία είναι και η μόνη αρμοδία, για να αποφασίσει ένα τέτοιο μεγάλο εκκλησιαστικό γεγονός. Επίσης απὸ Ορθοδόξου θεολογικής πλευράς, είναι αδύνατο να εννοήσωμε άρση του κατ της Ρώμης «αναθέματος» χωρίς την ταυτόχρονο άρση όλων των αιρετικών διδασκαλιών του Παπισμού. Όπως ήταν επόμενο η αντικανονική αυτή ενέργεια του Οικουμενικού Θρόνου προκάλεσε θύελλα διαμαρτυριών από τον τότε αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο Β΄ και την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία σε δήλωσή της «με πολλήν δυσμένειαν επληροφορήθη την πρωτοβουλίαν του Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρα. Ουδείς έχει το δικαίωμα να προβαίνη εις παρομοίας πράξεις. Το δικαίωμα έχει μόνον ολόκληρος η Ορθοδοξία».[5] Σε άλλη δήλωσή του, που έχει καταχωρηθή στα «Πεπραγμένα» του (τομ. Β΄, Αθήναι 1967, σελ. 197), αναφερόμενος στον κ. Αθηναγόρα λέγει: «Ο Αθηναγόρας  Α΄ ουδέν πρεσβεύει, εις ουδέν πιστεύει, ει μη μόνον εαυτώ δουλεύει και την απαθανάτισιν του ονόματός του επιδιώκει, έστω κατά Ηρόστρατον, διά της καταστροφής της Εκκλησίας»[6]. Καθολική σχεδόν υπήρξε επίσης η αποδοκιμασία των αγιορειτών Πατέρων απέναντι στον εκδημήσαντα Πατριάρχη. Μετά την δημιουργία υπ’ αυτού διπλωματικών σχέσεων με το Βατικανό και ιδίως μετά την άρση των αναθεμάτων, σάλος μέγας δημιουργήθηκε μέσα στο Άγιον Όρος. Όλοι σχεδόν οι αγιορείτες μοναχοί, τόσο από τις Ιερές Μονές, όσο και από τις Σκήτες και τα Κελιά, εξέφρασαν την πικρία, την λύπη και την απογοήτευσή τους, όταν πληροφορήθηκαν τις παρά πάνω ενέργειές του. Ορισμένες μάλιστα εκ των Ιερών Μονών, οκτώ τον αριθμόν, όχι απλώς αποδοκίμασαν τον κ. Αθηναγόρα, αλλά απεφάσισαν να διακόψουν την μνημόνευση του ονόματός του, η οποία συνεχίστηκε και επί Πατριαρχείας του διαδόχου του κ. Δημητρίου, κατά την τριετία από το 1970 έως το 1973. Μία από αυτές τις Μονές, η Ιερά Μονή Καρακάλλου, σε επιστολή της προς την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους έγραφε σχετικά με το θέμα αυτό μεταξύ άλλων τα εξής: «Επιθυμούμεν να επαναλάβωμεν την εν πεποιθήσει και αμετάθετον απόφασιν ημών περί συνεχίσεως της διακοπής του πατριαρχικού μνημοσύνου εις ένδειξιν διαμαρτυρίας, εφ’ όσον ο νέος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Δημήτριος ο Α΄ θα συνεχίση την τηρουμένην υπό της Ιεράς Συνόδου γραμμήν, την οποίαν είχε χαράξει ο Αθηναγόρας…Θα πειθώμεθα εις τον νέον Πατριάρχην, όταν διαπιστώσωμεν, ότι ούτος θα αναθεωρήσει τας αιρετικάς ομολογίας του προκατόχου του και δεν θα συνεχίση την φιλοπαπικήν γραμμήν».[7] Ας σημειωθεί επίσης ότι μεταξύ αυτών που διέκοψαν το μνημόσυνο του Πατριάρχου ήταν και ο Γέροντας Παΐσιος.
«Διάλογος της Αγάπης».
Το επόμενο μεγάλο βήμα προσεγγίσεως μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού πρέπει να θεωρηθεί η καθιέρωση του λεγομένου «Διαλόγου της Αγάπης», του οποίου ο μεγαλύτερος προπαγανδιστής και ένθερμος θιασώτης υπήρξε ο εκδημήσας Πατριάρχης. Πρόκειται για μιά μακρά περίοδο από το 1965 έως το 1980, εγκαρδίων σχέσεων φιλίας και αγάπης μεταξύ Βατικανού και Φαναρίου, που θεωρήθηκε σαν ένα απαραίτητο προκαταρκτικό στάδιο πρίν από τον επακολουθήσαντα Θεολογικό διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Παπικών, ο οποίος αποσκοπούσε στην κατάλληλη ψυχολογική προετοιμασία εκατέρωθεν. Μέσα στα πλαίσια  της προετοιμασίας αυτής καθιερώνονται οι αμοιβαίες επισκέψεις εκπροσώπων του Πάπα και του Πατριάρχου στο Φανάρι και στη Ρώμη αντίστοιχα, η υιοθέτηση του όρου «αδελφές Εκκλησίες» προτού ακόμη αρθούν οι δογματικές διαφορές, οι ανταλλαγές δώρων, οι φιλοφρονήσεις, οι εναγκαλισμοί, οι κοινές δηλώσεις, οι συμπροσευχές και οι επιστροφές αγίων  λειψάνων από τους παπικούς προς τους Ορθοδόξους. Μέσα στην ατμόσφαιρα των καλών σχέσεων κατά κόρον προβλήθηκε η αγάπη με πλήρη ή μερική παραθεώρηση της αλήθειας. Πρώτη φορά στην εποχή εκείνη ακούστηκαν από κορυφαίους εκπροσώπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας οι λόγοι: «η θεολογία διαιρεί ενώ η αγάπη ενώνει», ή ότι «τα δόγματα πρέπει να τεθούν στο θησαυροφυλάκιο της Εκκλησίας». Τα αίτια του σχίσματος αποδόθηκαν σε πολιτικούς λόγους και σε έλλειψη αγάπης. Σύμφωνα με δήλωση του Πατριάρχη Αθηναγόρα: «Μέχρι το 1054 είχαμε πολλές διαφορές…αλλά ηγαπώμεθα. Και όταν αγαπώνται οι άνθρωποι, διαφοραί δεν υπάρχουν. Αλλά το 1054, που επαύσαμεν να αγαπώμεθα, ήλθαν όλες οι διαφορές».[8] Η αγάπη προς τους αιρετικούς ανάγεται σε πανδόγμα, σε νέα κυρίαρχη θεολογική αντίληψη, ενώ καταβάλλεται προσπάθεια  με δηλώσεις και διακηρύξεις των εκκλησιαστικών μας ηγετών να αμβλυνθούν, ακόμη και να εκμηδενιστούν οι δογματικές μας διαφορές προς τους Παπικούς, οι  οποίες αποδίδονται σε προκαταλήψεις και κατάλοιπα του παρελθόντος, που έχουν τώρα πλέον ξεπεραστεί και εκλείψει. Η Ορθόδοξη Θεολογία και οι Ιεροί Κανόνες της Εκκλησίας παύουν να αποτελούν κριτήριο λόγων και πράξεων και παραχωρούν τη θέση τους  στη διπλωματία και την πολιτική. Όσοι δεν ακολουθούν αυτή τη γραμμή θεωρούνται ακραίοι, φανατικοί, φονταμενταλιστές και παραμερίζονται στο περιθώριο της εκκλησιαστικής ζωής.
Ωστόσο η αληθινή εν Χριστώ αγάπη ποτέ δεν χωρίζεται από την αλήθεια, ούτε είναι δυνατόν ποτέ να στραφεί εναντίον της. Όταν ο διάλογος της αγάπης δεν συνυπάρχει με τον διάλογο της αλήθειας, είναι επικίνδυνη παγίδα, που οδηγεί σε συγκρητιστική αδιαφορία και απομακρύνει από τη σωτηρία. Δεν υπάρχει χειρότερο κακό από την στέρηση της σωτηρίας και μόνο ως έργο αγάπης δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Εάν, όπως ισχυρίζεται ο κ. Αθηναγόρας, οι δογματικές διαφορές οφείλονται σε έλλειψη αγάπης, τότε έπεσαν έξω και πλανήθηκαν οι άγιοι Πατέρες, όπως ο Μέγας Φώτιος, άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς κ.α., που επεσήμαναν τις πλάνες του Παπισμού, διότι αγωνίστηκαν για ανύπαρκτες διαφορές. Έπεσε έξω ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, όταν μετά τη Σύνοδο Φεράρας–Φλωρεντίας εδήλωσε ότι «ημείς δι’ ουδέν άλλο απεσχίσθημεν των Λατίνων αλλ’ ή, ότι εισίν ου μόνον σχισματικοί αλλά και αιρετικοί. Δι’ ό  ουδέ πρέπει όλως ενωθήναι αυτοίς».[9] Και όχι μόνον έπεσαν έξω οι άγιοι Πατέρες, αλλά και εστερούντο αγάπης, ως ακραίοι και φανατικοί. Είναι φανερό, ότι οι παρά πάνω λόγοι του Πατριάρχου δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική και φανερώνουν άγνοια, ή διαστρέβλωση της ιστορίας.
Μαρτυρίες αγιασμένων και καταξιωμένων ανδρών της Ορθοδόξου Εκκλησίας περί του κοιμηθέντος Πατριάρχου.
Ο εσχάτως ανακηρυχθείς ως άγιος από την Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία, άγιος Ιουστίνος ο Πόποβιτς σε υπόμνημά του προς την Ιερά Σύνοδο της Σερβικής Εκκλησίας αναφέρει τα εξής συγκλονιστικά και συγχρόνως αποκαλυπτικά σχετικά με τον κ. Αθηναγόρα: «Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως; Αυτός με την νεοπαπιστικήν συμπεριφοράν του εις τους λόγους και εις τας πράξεις σκανδαλίζει επί μίαν ήδη δεκαετίαν τας Ορθοδόξους συνειδήσεις, αρνούμενος την μοναδικήν και πανσωστικήν Αλήθειαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας και πίστεως, αναγνωρίζων τας Ρωμαϊκάς και άλλας αιρέσεις ως ισοτίμους με την αλήθειαν, αναγνωρίζων τον Ρωμαίον Άκρον Ποντίφηκα με όλην την δαιμονικήν αντιεκκλησιαστικήν υπερηφάνειάν του. Και προετοιμάζει με αυτοκτονική ταχύτητα και επιπολαιότητα, κατά το παράδειγμα του Βατικανού, αυτήν την ιδικήν του λεγομένην ‘Μεγάλην Πανορθόδοξον Σύνοδον’ όχι όμως με το βασικόν ευαγγελικόν και αγιοπαραδοσιακόν θέμα της σωτηρίας του ανθρώπου και του κόσμου, αλλά με καθαρώς σχολαστικο-προτεσταντικήν θεματολογίαν. Την προετοιμάζει μάλιστα εις τον πύργον της Βαβέλ του συγχρόνου αναρχικού και μηδενιστικού κόσμου  άνευ της συμμετοχής των πραγματικών Ορθοδόξων ομολογητών, φορέων της Ορθοδόξου πίστεως, Θεολογίας, Παραδόσεως και Εκκλησιαστικότητος. Τον τελευταίον καιρόν  αυτός έχει γίνει πηγή αναρχισμού και μηδενισμού εις τον Ορθόδοξον κόσμον. Οι Αγιορείται δικαίως τον ονομάζουν αιρετικόν και αποστάτην εις τας επιστολάς των, τας απευθυνομένας προς αυτόν ανοικτώς διά του τύπου…».[10]
Επίσης ο μεγάλος χαρισματούχος Γέροντας Παΐσιος, του οποίου η αγιότης μαρτυρείται από όλους πανορθοδόξως, σύγχρονος του κοιμηθέντος Πατριάρχου, παρακολουθούσε με πολύ πόνο τα επικίνδυνα οικουμενιστικά ανοίγματά του, την ακατάσχετη κοσμικού τύπου αγαπολογία του, ιδίως δε την παράτολμη και παράνομη από νομοκανονικής απόψεως ενέργειά του να επιχειρήση μονομερώς και χωρίς την σύμφωνη γνώμη των άλλων Πατριαρχείων και Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, άρση των αναθεμάτων, πράγμα που προκάλεσε μεγάλο σάλο και σκάνδαλο μέσα στην Εκκλησία. Σκέφθηκε λοιπόν να στείλει μιά επιστολή στις 23 Ιανουαρίου 1969, στον π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο, ιδρυτή της Π.Ο.Ε. και της μαχητικής εφημερίδος «Ορθόδοξος Τύπος», που αφορούσε τον κ. Αθηναγόρα. Σ’ αυτή μεταξύ άλλων γράφει τα εξής: «…Φαντάζομαι ότι θα με καταλάβουν όλοι, ότι τα γραφόμενά μου δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ένας βαθύς μου πόνος διά την γραμμήν και κοσμικήν αγάπην δυστυχώς του πατέρα μας κ. Αθηναγόρα. Όπως φαίνεται αγάπησε μίαν άλλην γυναίκα μοντέρνα, που λέγεται Παπική Εκκλησία, διότι η Ορθόδοξος μητέρα μας δεν του κάμνει καμίαν εντύπωση, επειδή είναι πολύ σεμνή…Το αποτέλεσμα ήταν, να αναπαύση μεν όλα τα κοσμικά παιδιά, που αγαπούν τον κόσμο, να κατασκανδαλίση όμως όλους εμάς, τα πιστά τέκνα της Ορθοδοξίας, μικρά και μεγάλα, που έχουν φόβο Θεού». [11]
Κατά παρόμοιο τρόπο αποδοκιμάζεται ο πρώην Πατριάρχης και από μιά άλλη μεγάλη εκκλησιαστική φυσιογνωμία των ημερών εκείνων, από τον αρχ. π. Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο. Σε επιστολή του προς αυτόν γράφει μεταξύ άλλων τα εξής: «Παναγιώτατε: Προυχωρήσατε ήδη πολύ. Οι πόδες Υμών ψαύουσι πλέον τα ρείθρα του Ρουβίκωνος. Η υπομονή χιλιάδων ευσεβών ψυχών, Κληρικών καί λαϊκών, συνεχώς εξαντλείται. Διά την αγάπην του Κυρίου, οπισθοχωρήσατε! Μη θέλετε να δημιουργήσητε εν τη Εκκλησία σχίσματα και διαιρέσεις. Πειράσθε να ενώσητε τα διεστώτα και το μόνον όπερ θα κατορθώσητε, θα είναι να διασπάσητε τα ηνωμένα και να δημιουργήσητε ρήγματα εις εδάφη έως σήμερον στερεά και συμπαγή. Σύνετε καί συνέλθετε!...».[12]
Κακόδοξες και βλάσφημες δηλώσεις του.
Θα κλείσουμε τον μικρό αυτό σχολιασμό μας με ορισμένες ακόμη κακόδοξες και βλάσφημες δηλώσεις του, τις οποίες διετύπωσε δημοσίως σε λόγους, ομιλίες, ή συνεντεύξεις  του κατά την διάρκεια της Πατριαρχείας του: «Απατώμεθα και αμαρτάνωμεν (έλεγε), εάν νομίζομεν, ότι η Ορθόδοξος πίστις κατήλθεν εξ’ ουρανού και ότι τα άλλα δόγματα είναι ανάξια. Τριακόσια εκατομμύρια ανθρώπων εξέλεξαν τον Μουσουλμανισμόν διά να φθάσουν εις τον Θεόν των και άλλαι εκατοντάδες εκατομμυρίων είναι Διαμαρτυρόμενοι, Καθολικοί, Βουδισταί. Σκοπός κάθε θρησκείας είναι να βελτιώσει τον άνθρωπον».[13] «Εις την κίνησιν προς την ένωσιν, δεν πρόκειται η μία Εκκλησία να βαδίσει προς την άλλην, αλλ’ όλαι ομού να επανιδρύσωμεν την Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν, εν συνυπάρξει εις την Ανατολήν και την Δύσιν, όπως εζώμεν μέχρι του 1054, παρά και τας τότε υφισταμένας θεολογικάς διαφοράς».[14] «Ο αιών του δόγματος παρήλθε».[15] «Καλούμεθα ν’ απαλλαγώμεν του πλέγματος της πολεμικής και της αντιρρήσεως εν τη Θεολογία και να εφοδιάσωμεν αυτήν διά του πνεύματος της ζητήσεως και της διατυπώσεως της αληθείας εν τη αγάπη και τη υπομονή. Ο Χριστιανισμός έχει ανάγκη σήμερον μιάς Θεολογίας της καταλλαγής».[16]
Τα παρά πάνω ελάχιστα στοιχεία, τα οποία παραθέσαμε είναι ικανά, πιστεύουμε, να μας δώσουν μια εικόνα περί του ποιός ήταν ο κ. Αθηναγόρας, τον οποίον θα σπεύσουν να εγκωμιάσουν και να εξυψώσουν μέχρι τρίτου ουρανού εντός των προσεχών ημερών οι ομόφρονές του οικουμενιστές. Στο δε ερώτημα που θέσαμε ως τίτλο του άρθρου μας, καλούμεθα όλοι μας (ο κλήρος και ο πιστός λαός του Θεού) να απαντήσωμε. Είμαστε αποφασισμένοι να βαδίσουμε στα χνάρια των αγίων Πατέρων μας, ή στα χνάρια του κ. Αθηναγόρα; Ο καθένας ας αναλάβει τις ευθύνες του.




[1] Περιοδ. «Εκκλησία», 15 Αυγούστου 1972, σελ. 451.
[2] Περιοδ. «Επίσκεψις», 12 Ιουλίου 1975, σελ. 3.
[3] Περιοδ. «Εκκλησία», 15 Αυγούστου 1972, σελ.408-409.
[4] PG. 60, 611
[5] Αρχ. Ιωάσαφ Μακρή, Ιεράς Μονής Μεγάλου Μετεώρου, Ιστορική αναδρομή της προσεγγίσεως Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών κατά τον 20 ο αιώνα, εν: «Εν Συνειδήσει», Οικουμενισμός Ιστορική και κριτική προσέγγιση, Εκδ. Ιεράς Μονής Μεγ. Μετεώρου, Ιούνιος 2009, σελ. 55. Βλ. και δήλωση του αρχ. Αθηνών Χρυσοστόμου στον «Ορθόδοξο Τύπο», Νοέμβριος 1965.
[6] Αρχ. Μάρκου Μανώλη, Αιρετικός ο Αθηναγόρας, Εφ. «Ορθόδοξος Τύπος», 30 Μαρτίου 2012, σελ. 1,7. Βλ. και άρθρο της εφ. «Εκκλησιαστικός αγών», αδελφότητος «Ο Σταυρός», Μάϊος 1970, φ. 48, σελ. 3,4, με τίτλο «Ομιλεί ο Αθηναγόρας. Αι κατά καιρούς δηλώσεις. Τα μηνύματα και αι ενέργειαι αυτού»
[7] Ευθυμίου Τρικαμηνά, Η διαχρονική συμφωνία των Αγίων Πατέρων για το υποχρεωτικό του του 15ου Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου περί διακοπής μνημονεύσεως Επισκόπου κηρύσσοντος επ’ Εκκλησίας αίρεσιν,  Εκδ. Degiorgio, Τρίκαλα 2012, σελ. 263.
[8] Πρωτ. Γεωρ. Μεταλληνού, Ομότιμου Καθ. Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, Οι διάλογοι χωρίς προσωπείο, Διαδικτυακός τόπος Ορθόδοξος Λόγος, www.orthodox.net.gr, σελ. 2-3.
[9] Mansi 31A, 885DE. Bλ. και «Πρακτικά της αγίας και Οικουμενικής εν Φλωρεντία Συνόδου», εκδ. Gill, Pontificum Institutum Orientalium, Studiorum, Roma 1953, Vol. V, fasc. II, σελ. 400 (25-53).
  Μ. Εφέσου, Επιστολή τοις απανταχού της γης(…) Χριστιανοίς, CFDS, Ser. A΄, Τομ.Χ, fasc II, σελ.144(29-33).
[10] Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς, «Περί την μελετωμένην ‘ΜεγάληνΣύνοδον’ της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Υπόμνημα προς την Σύνοδον της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας», Αθήναι 1977, σελ. 14-17.
[11] Απόσπασμα επιστολής, που στάλθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1969 στον αρχ. π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο και δημοσιεύθηκε στον «Ορθόδοξο Τύπο».
[12] Αρχ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου, Άρθρα-Μελέται, Επιστολαί, τ. Α΄, Αθήναι 1981, σσ. 152-153.
[13] Βλ. «Ορθόδοξος Τύπος», φ. 94, Δεκέμβριος 1968.
[14] Εκ του μηνύματός του επί της εορτή των Χριστουγέννων του 1967, ίδ. «Από την πορείαν της αγάπης», σελ. 87.
[15] Βλ. εφ. «Ακρόπολις», 29 Ιουνίου 1963.
[16] Εξ’ ομιλίας του εις την Θεολογική Σχολήν Βελιγραδίου την 12η  Ιουλίου 1967, Βλ. «Έθνος», 13 Οκτωβρίου 1967.

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )