Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013
ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Μυστήριο
παράξενο και παράδοξο αντικρύζω. Βοσκών φωνές φτάνουν στ' αυτιά μου. Δεν
παίζουν σήμερα με τις φλογέρες τους κάποιον τυχαίο σκοπό. Τα χείλη τους ψάλλουν
ύμνο ουράνιο.
Σήμερα
η Βηθλεέμ μιμήθηκε τον ουρανό: Αντί γι' αστέρια, δέχτηκε τους αγγέλους· αντί
για ήλιο, δέχτηκε τον Ήλιο της δικαιοσύνης. Και μη ζητάς να μάθεις το πώς.
Γιατί όπου θέλει ο Θεός, ανατρέπονται οι φυσικοί νόμοι.
Εκείνος
λοιπόν το θέλησε. Και το έκανε. Κατέβηκε στη γη κι έσωσε τον άνθρωπο. Όλα
συνεργάστηκαν μαζί Του γι'αυτόν το σκοπό.
Σήμερα
γεννιέται Αυτός που υπάρχει αιώνια, και γίνεται αυτό που ποτέ δεν υπήρξε. Είναι
Θεός και γίνεται άνθρωπος! Γίνεται άνθρωπος και πάλι Θεός μένει!
Όταν
γεννήθηκε, οι Ιουδαίοι δεν δέχονταν την παράδοξη γέννησή Του: Από τη μια οι
Φαρισαίοι παρερμήνευαν τα ιερά βιβλία· κι από την άλλη οι γραμματείς δίδασκαν
αλλά αντί άλλων. O Ηρώδης πάλι, ζητούσε να βρει το νεογέννητο Βρέφος όχι για να
το τιμήσει, μα για να το θανατώσει.
Ε
λοιπόν, όλοι αυτοί σήμερα τρίβουν τα μάτια τους, βλέποντας το Βασιλιά τ'
ουρανού να βρίσκεται στη γη μ' ανθρώπινη σάρκα, γεννημένος από παρθενική μήτρα.
Και
ήρθαν οι βασιλιάδες να προσκυνήσουν τον επουράνιο Βασιλιά της δόξας.
Ήρθαν
οι στρατιώτες να υπηρετήσουν τον Αρχιστράτηγο των ουράνιων Δυνάμεων.
Ήρθαν
οι γυναίκες να προσκυνήσουν Εκείνον που μετέβαλε τις λύπες της γυναίκας σε
χαρά.
Ήρθαν
οι παρθένες να προσκυνήσουν Εκείνον που δημιούργησε τους μαστούς και το γάλα,
και τώρα θηλάζει από Μητέρα Παρθένο.
Ήρθαν
τα νήπια να προσκυνήσουν Εκείνον που έγινε νήπιο, για να συνθέσει δοξολογικό
ύμνο «απ’ τα στόματα των νηπίων» (Ψαλμ. 8:3).
Ήρθαν
τα παιδιά να προσκυνήσουν Εκείνον που η μανία του Ηρώδη τα ανέδειξε σε
πρωτομάρτυρες.
Ήρθαν
οι ποιμένες να προσκυνήσουν τον καλό Ποιμένα, που θυσίασε τη ζωή Του για χάρη
των προβάτων.
Ήρθαν
οι ιερείς να προσκυνήσουν Εκείνον που έγινε αρχιερέας όπως ο Μελχισεδέκ (Εβρ.
5:10).
Ήρθαν
οι δούλοι να προσκυνήσουν Εκείνον που πήρε μορφή δούλου, για να μετατρέψει τη
δουλεία μας σ' ελευθερία.
Ήρθαν
οι ψαράδες να προσκυνήσουν Εκείνον που τους μετέβαλε σε «ψαράδες ανθρώπων»
(Ματθ. 4:19)
Ήρθαν
οι τελώνες να προσκυνήσουν Εκείνον που από τους τελώνες ανέδειξε ευαγγελιστή.
Ήρθαν
οι πόρνες να προσκυνήσουν Εκείνον που παρέδωσε τα πόδια του στα δάκρυα μιας
πόρνης.
Κοντολογίς,
ήρθαν όλοι οι αμαρτωλοί να δουν τον Αμνό του Θεού, που σηκώνει στους ώμους Του
την αμαρτία του κόσμου:
Οι
μάγοι για να Τον προσκυνήσουν·
οι
ποιμένες για να Τον δοξολογήσουν·
οι
τελώνες για να Τον κηρύξουν·
οι
πόρνες για να Του προσφέρουν μύρα·
η
Σαμαρείτισσα για να ξεδιψάσει·
η
Χαναναία για να ευεργετηθεί.
Αφού
λοιπόν όλοι σκιρτούν από χαρά, θέλω κι εγώ να σκιρτήσω, θέλω να χορέψω, θέλω να
πανηγυρίσω. Δίχως κιθάρα, δίχως αυλό, δίχως λαμπάδες αναμμένες στα χέρια μου.
Πανηγυρίζω κρατώντας, αντί γι' αυτά, τα σπάργανα του Χριστού. Αυτά είναι η
ελπίδα μου, αυτά η ζωή μου, αυτά η σωτηρία μου, αυτά ο αυλός μου, αυτά η κιθάρα
μου. Γι' αυτό τα 'χω μαζί μου: Για να πάρω από τη δύναμή τους δύναμη, για να
φωνάξω μαζί με τους αγγέλους, «δόξα στον ύψιστο Θεό», και με τους ποιμένες,
«και ειρήνη στη γη, ευλογία στους ανθρώπους» (Λουκ. 2:14).
Και
ξέρετε γιατί; Γιατί Εκείνος που προαιώνια γεννήθηκε από τον Πατέρα ανεξήγητα,
γεννιέται σήμερα από παρθένα υπερφυσικά. Το πως, το γνωρίζει η χάρη του Αγίου
Πνεύματος. Εμείς μόνο τούτο μπορούμε να πούμε: Πως αληθινή είναι και η ουράνια
γέννησή του, αδιάψευστη είναι και η επίγεια. Αλήθεια είναι ότι γεννήθηκε Θεός
από Θεό, αλήθεια είναι και ότι γεννήθηκε άνθρωπος από παρθένα. Στον ουρανό
είναι ο μόνος που γεννήθηκε από τον Πατέρα μόνο, γιος Του μονογενής. Και στη γη
είναι ο μόνος που γεννήθηκε από την Παρθένο μόνο, γιος της μονογενής. Όπως στην
περίπτωση της ουράνιας γεννήσεώς Του είναι ασέβεια να σκεφτούμε μητέρα, έτσι
και στην περίπτωση της επίγειας γεννήσεώς Του είναι βλασφημία να υποθέσουμε
πατέρα. Ο Θεός Τον γέννησε με τρόπο θεϊκό. Η Παρθένος Τον γέννησε με τρόπο
υπερφυσικό. Έτσι, ούτε η ουράνια γέννησή Του μπορεί να εξηγηθεί, ούτε η
ενανθρώπησή Του μπορεί να ερευνηθεί. Το ότι Τον γέννησε η Παρθένος σήμερα το
γνωρίζω. Το ότι Τον γέννησε ο Θεός προαιώνια το πιστεύω. Κι έχω μάθει να τιμώ
σιωπηλά τη γέννησή Του, χωρίς φιλοπερίεργες έρευνες κι ανώφελες συζητήσεις.
Γιατί, σ' ό,τι αφορά το Θεό, δεν πρέπει να στέκεται κανείς στη φυσική εξέλιξη
των πραγμάτων, αλλά να πιστεύει στη δύναμη Εκείνου που κατευθύνει τα πάντα.
Τί
φυσικότερο απ’ το να γεννήσει μια παντρεμένη γυναίκα; Αλλά και τί πιο παράδοξο
απ’ το να γεννήσει παιδί μια παρθένα, δίχως άνδρα, και να παραμείνει παρθένα;
Γι’
αυτό λοιπόν μπορούμε να ερευνούμε ό,τι γίνεται σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους.
Ό,τι όμως συμβαίνει με τρόπο υπερφυσικό, ας το σεβόμαστε σιωπηλά. Όχι γιατί
είναι επικίνδυνο, αλλά γιατί είναι ανερμήνευτο.
Φόβο
νιώθω μπροστά στο θείο μυστήριο.
Τί
να πω και τί να λαλήσω;
Βλέπω
εκείνη που γέννησε. Βλέπω κι Εκείνον που γεννήθηκε. Αλλά τον τρόπο της
γεννήσεως δεν μπορώ να τον καταλάβω. Όπου θέλει, βλέπετε, ο Θεός, νικώνται οι
φυσικοί νόμοι. Έτσι έγινε κι εδώ: Παραμερίστηκε η φυσική τάξη και ενέργησε η
θεία θέληση.
Πόσο
ανέκφραστη είναι η ευσπλαχνία του Θεού!
Ο
προαιώνιος Υιός του Θεού, ο άφθαρτος και αόρατος και ασώματος, κατοίκησε μέσα στο
φθαρτό και ορατό σώμα μας. Για ποιό λόγο; Να, όπως ξέρετε, εμείς οι άνθρωποι
πιστεύουμε περισσότερο σ' ό,τι βλέπουμε παρά σ' ό,τι ακούμε. Στα ορατά
πιστεύουμε. Στ' αόρατα όχι. Έτσι δεν πιστεύαμε στον αόρατο αληθινό Θεό, αλλά
λατρεύαμε ορατά είδωλα με μορφή ανθρώπων.
Δέχτηκε
λοιπόν ο Θεός να παρουσιαστεί μπροστά μας με ορατή μορφή ανθρώπου, για να
διαλύσει μ' αυτόν τον τρόπο κάθε αμφιβολία για την ύπαρξή Του. Κι ύστερα, αφού
μας διδάξει με την αισθητή και αναμφισβήτητη παρουσία Του, να μας οδηγήσει
εύκολα στην αληθινή πίστη, στ' αόρατα και υπερφυσικά.
Κατάπληξη
με γεμίζει το θαύμα!
Παιδί
βλέπω τον προαιώνιο Θεό!
Σε
φάτνη αναπαύεται, Αυτός που έχει θρόνο τον ουρανό!
Χέρια
ανθρώπινα αγγίζουν τον απρόσιτο κι ασώματο!
Με
σπάργανα είναι σφιχτοδεμένος, Αυτός που σπάει τα δεσμά της αμαρτίας!
Όμως...
τούτο είναι το θέλημά Του: Την ατιμία να μεταβάλει σε τιμή· με δόξα να ντύσει
την ευτέλεια· και την προσβολή σ' αρετή να μεταπλάσει.
Πήρε
το σώμα μου. Μου προσφέρει το Πνεύμα Του. Μου χαρίζει το θησαυρό της αιώνιας ζωής,
παίρνοντας αλλά και δίνοντάς μου: Παίρνει τη σάρκα μου για να με αγιάσει· μου
δίνει το Πνεύμα Του για να με σώσει.
«Να,
η παρθένος θα μείνει έγκυος» (Ησ. 7:14).
Τα
λόγια είναι της συναγωγής, μα το απόκτημα της Εκκλησίας.
Η
συναγωγή έβαψε το νήμα· η Εκκλησία φόρεσε τη βασιλική στολή.
Η
Ιουδαία Τον γέννησε· η οικουμένη Τον υποδέχτηκε.
Η
συναγωγή Τον θήλασε και Τον έθρεψε· η Εκκλησία Τον παρέλαβε και ωφελήθηκε.
Στη
συναγωγή βλάστησε το κλήμα· εμείς όμως απολαμβάνουμε τα σταφύλια της αλήθειας.
Η
συναγωγή τρύγησε τα σταφύλια· οι ειδωλολάτρες όμως πίνουν το μυστικό πιοτό.
Εκείνη
έσπειρε στην Ιουδαία το σπόρο· οι ειδωλολάτρες όμως θέρισαν το στάχυ με το
δρεπάνι της πίστεως. Αυτοί έκοψαν με σεβασμό το ρόδο, και στους Ιουδαίους
έμεινε το αγκάθι της απιστίας.
Το
πουλάκι πέταξε, κι αυτοί οι ανόητοι κάθονται και φυλάνε ακόμα τη φωλιά.
Οι
Ιουδαίοι πασχίζουν να ερμηνεύσουν το βιβλίο του γράμματος, και οι ειδωλολάτρες
τρυγούν τον καρπό του Πνεύματος.
«Να,
η παρθένος θα μείνει έγκυος».
Πες
μου, Ιουδαίε, πες μου λοιπόν, ποιόν γέννησε;
Δείξε,
σε παρακαλώ, θάρρος, έστω και σαν εκείνο που έδειξες μπροστά στον Ηρώδη. Αλλά
δεν έχεις θάρρος. Και ξέρω γιατί. Γιατί είσαι επίβουλος. Στον Ηρώδη μίλησες για
να Τον εξολοθρεύσει· και σ' εμένα δεν μιλάς για να μην Τον προσκυνήσω.
Ποιόν
λοιπόν γέννησε; Ποιόν;
Το
Δημιουργό της κτίσεως. Κι αν εσύ σωπαίνεις, η φύση το βροντοφωνάζει. Τον
γέννησε λοιπόν με τον τρόπο που ο ίδιος θέλησε να γεννηθεί. Στη φύση δεν υπήρχε
η δυνατότητα μιας τέτοιας γεννήσεως. Εκείνος όμως, ως κύριος της φύσεως, επινόησε
τρόπο γεννήσεως παράδοξο. Κι έδειξε έτσι ότι, και άνθρωπος που έγινε, δεν
γεννήθηκε σαν άνθρωπος, μα όπως μόνο σε Θεό ταιριάζει.
Εκείνος
που έπλασε τον Αδάμ από παρθένα γη, Εκείνος που από τον Αδάμ κατόπιν έκαμε
γυναίκα, γεννήθηκε σήμερα από παρθένα κόρη που νίκησε τη φύση, ξεπερνώντας το
νόμο του γάμου.
Ο
Αδάμ τότε, χωρίς να έχει γυναίκα, γυναίκα απόκτησε.
Η
Παρθένος τώρα, χωρίς να έχει άνδρα, άνδρα γέννησε.
Και
γιατί έγινε αυτό; Να γιατί:
Οι
γυναίκες είχαν ένα παλαιό χρέος προς τους άνδρες, αφού από τον Αδάμ είχε
βλαστήσει γυναίκα χωρίς τη μεσολάβηση άλλης γυναίκας. Για αυτό η Παρθένος
σήμερα, ξεπληρώνοντας στους άνδρες το χρέος της Εύας, γέννησε χωρίς άνδρα,
δείχνοντας έτσι την ισοτιμία της φύσεως.
Σώος
έμεινε ο Αδάμ μετά την αφαίρεση της πλευράς του.
Αδιάφθορη
έμεινε κι η Παρθένος μετά τη γέννηση του Βρέφου
Ετικέτες
ΛΟΓΟΣ ΠΑΤΕΡΙΚΟΣ
Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013
Τα «Δακρυσμένα Μάτια» στην κορυφή του κόσμου
Η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη στα Ιμαλάια
Το μουσικό σχήμα ΑΝΝΑ RF, παρουσιάζει με τον δικό του μοναδικό τρόπο, το τραγούδι «Δακρυσμένα Μάτια» ("Weeping Eyes") σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, από την οροσειρά των Ιμαλάιων.
Οι ΑΝΝΑ RF κατάγονται από το Ισραήλ και παρουσιάζουν ένα μίγμα μεταξύ Δυτικής και Ανατολίτικης μουσικής, συνδέοντας αρχαία και μοντέρνα μουσικά όργανα, συνδυάζοντάς τα με ηλεκτρονικό ήχο. Όπως οι ίδιοι αναφέρουν «το παρελθόν, συναντά το παρόν σε έναν ήχο του μέλλοντος». Η παραγωγή των τραγουδιών, αλλά και των βίντεο κλιπς, γίνεται από τα ίδια τα μέλη του σχήματος, είτε στο προσωπικό τους στούντιο στο Ισραήλ, είτε στο «κινητό» τους στούντιο, καθώς ταξιδεύουν συνεχώς σε όλον τον κόσμο. Το «ANNA RF» αποτελεί έκφραση της Αραβο-εβραϊκής γλώσσας, με διπλό νόημα, καθώς σημαίνει «ξέρω» και «δεν ξέρω», κάτι που, όπως το ίδιο το συγκρότημα αναφέρει, αποτελεί τη «φιλοσοφία» τους
Το μουσικό σχήμα ΑΝΝΑ RF, παρουσιάζει με τον δικό του μοναδικό τρόπο, το τραγούδι «Δακρυσμένα Μάτια» ("Weeping Eyes") σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, από την οροσειρά των Ιμαλάιων.
Οι ΑΝΝΑ RF κατάγονται από το Ισραήλ και παρουσιάζουν ένα μίγμα μεταξύ Δυτικής και Ανατολίτικης μουσικής, συνδέοντας αρχαία και μοντέρνα μουσικά όργανα, συνδυάζοντάς τα με ηλεκτρονικό ήχο. Όπως οι ίδιοι αναφέρουν «το παρελθόν, συναντά το παρόν σε έναν ήχο του μέλλοντος». Η παραγωγή των τραγουδιών, αλλά και των βίντεο κλιπς, γίνεται από τα ίδια τα μέλη του σχήματος, είτε στο προσωπικό τους στούντιο στο Ισραήλ, είτε στο «κινητό» τους στούντιο, καθώς ταξιδεύουν συνεχώς σε όλον τον κόσμο. Το «ANNA RF» αποτελεί έκφραση της Αραβο-εβραϊκής γλώσσας, με διπλό νόημα, καθώς σημαίνει «ξέρω» και «δεν ξέρω», κάτι που, όπως το ίδιο το συγκρότημα αναφέρει, αποτελεί τη «φιλοσοφία» τους
Ετικέτες
ΜΟΥΣΙΚΑ ΒΙΝΤΕΟ
“Ρώτα την καρδιά σου” – Μια ταινία για τους Κρυπτοχριστιανούς του Πόντου!
Για το θέμα των κρυπτοχριστιανών έχουν γραφτεί και έχουν ακουστεί πολλά. Πρώτη φορά αυτό το θέμα έγινε ταινία, από τον σκηνοθέτη Υusuf Kurcenli. Ο σκηνοθέτης γεννήθηκε το 1947 στη Μαύπαρη της Ριζούντας του Πόντου.
Υπόθεση ταινίας: Μία ιστορία αγάπης, ανάμεσα σε μία Μουσουλμάνα, την Esma και έναν κρυπτοχριστιανό, τον Mustafa. Πως αντιδρά η μητέρα του Μουσταφά, όταν μαθαίνει ότι ο γιος της θέλει να “κλέψει” την μουσουλμάνα Esma; Πως ο μικρός της οικογένειας, μαθαίνει ότι η οικογένειά του δεν είναι μουσουλμάνοι όπως νόμιζε, αλλά…
Πως ο παππούς ενώ πηγαίνουν να τον κηδέψουν ως μουσουλμάνο, τελικά καταλήγει σε χριστιανικό νεκροταφείο; Όσοι έχουν ρίζες από εκείνα τα μέρη και έχουν ακούσει από τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους ιστορίες, το λιγότερο θα συγκινηθούν..
Ετικέτες
Κρυπτοχριστιανοί του Πόντου
κριτική της εισηγήσεως του Μητροπ. Δημητριάδος Ιγνατίου στην Παπική Ημερίδα για την Β΄Βατικάνειο Σύνοδο (Μέρος Ε ΄)
Εν
Πειραιεί 19-12-2013
(ΜΕΡΟΣ Ε΄)
εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως
Πειραιώς
ΙΔ) Ἀγάπη καί ἀλήθεια
Στήν εἰσήγηση τοῦ Σεβ. κ. Ἰγνατίου εἶναι διάχυτες οἱ ἀναφορές του
στήν ἀγάπη, τόν οἰκουμενιστικό ἀγαπισμό, πού πρέπει νά ἔχουμε πρός τούς ἄλλους,
τούς αἱρετικούς καί τούς ἀπίστους, ἡ ὁποία, ὅμως, ἀγάπη χωρίζεται ἀπό τήν ἀλήθεια.
Λέει χαρακτηριστικά : «Τό πρῶτο,
λοιπόν, καί ἴσως τό πιό σημαντικό πράγμα, πού προσέφερε ἡ Β΄ Σύνοδος τοῦ
Βατικανοῦ, εἶναι ἡ ἐπαναφορά τῆς ἀγάπης μεταξύ τῶν χριστιανῶν. Ὅσο βαθιές καί ἄν
εἶναι οἱ διαφορές μεταξύ τῶν χριστιανῶν στά θέματα τῆς πίστεως, δέν δικαιολογεῖται
μέ κανέναν τρόπο ἡ ἐχθρότητα μεταξύ τους. Πρέπει, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, νά ‘ἀληθεύουν
ἐν ἀγάπη’, διότι χωρίς ἀγάπη ἡ πίστη εἶναι κενή περιεχομένου, ὅπως διακηρύττει ὁ
ἴδιος Ἀπόστολος στό 13ο κεφάλαιο τῆς Α΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολῆς
του».
Κατ’ἀρχήν,
σέ μία ἡμερίδα πού, κατά τή γνώμη μας, κυριάρχησε τό ψέμα καί ἡ ὑποκρισία,
κάνει τρομερή ἐντύπωση ἡ διαστρέβλωση τοῦ παύλειου αὐτοῦ λόγου ἀπό τό στόμα ἑνός
Ὀρθοδόξου Ἐπισκόπου. Ἐδῶ, στό σημεῖο αὐτό, διακρίνουμε καί τό φρόνημα τῶν ὅσων
διαλέγονται στό ὄνομα τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τούς ἑτεροδόξους. Εἶναι ξεκάθαρο πώς ὡς
ἀλήθεια γιά αὐτούς νοεῖται ἡ σχετικοποίηση τῆς ἀλήθειας, κι ὄχι αὐτή καθεαυτή ἡ
ἀλήθεια[1].
Ὁ Σεβ. κ. Ἰγνάτιος ποτέ δέν δέχθηκε νά κάνει ἐνδοορθόδοξο διάλογο μέ τούς ὁμοπίστους
του ἀντιφρονοῦντας. Δέχεται, ὅμως, μετά χαρᾶς καί ἀγαλλιάσεως νά διαλέγεται ἀτερμόνως
χωρίς ἀποτέλεσμα μέ τούς αἱρετικούς παπικούς. Ποῦ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Σεβ. κ. Ἰγνατίου,
τήν ὁποία ἐδῶ ἐπικαλεῖται, πρός τούς ὀρθοδόξους;
Ἡ
Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος, ὄχι μόνο σχετικοποιεῖ καί νοθεύει τήν ἀλήθεια, πού εἶναι
τό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ἀλλά τό ἐκριζώνει, θά λέγαμε, ἐκ βάθρων,
προβάλλοντας ἕνα ἀνθρωποκεντρισμό-οὐμανισμό, πού ἔχει τίς βάσεις του στόν
δογματικό μινιμαλισμό, κατά τόν Ἅγιο Ἰουστίνο Πόποβιτς. Μέ ἄλλα λόγια ἡ
«θεολογία τῆς ἀπελευθέρωσης», πάνω στό πνεῦμα τῆς ὁποίας κινήθηκε τό Βατικανό
καθ’ ὅλη τήν δεκαετία τοῦ ’60, γιά τούς Ὀρθοδόξους δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό
«θεολογία τῆς ὑποδούλωσης», μέσα ἀπό διατάγματα καί ὅρους τύπου “Gaudium et
Spes” (= «Ἡ Ἐκκλησία μέσα στό σύγχρονο κόσμο»), τά ὁποία ὅσο σαγηνευτικά κι ἄν ἀκούγονται,
δέν ἔχουν καμία ἀπολύτως θέση στήν ὀρθόδοξη θεολογία καί ζωή[2].
Ἡ ἀπάντηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί ἡ στάση τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι ὁμόφωνη.
Ἀσφαλῶς, ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, πού τή δείχνει πρός ὅλους, δικαίους καί ἁμαρτωλούς,
καί ἀσφαλῶς καί ἐμεῖς πρέπει νά χαρακτηριζόμαστε ἀπό αὐτήν τήν καθολική, τήν
συνολική ἀγάπη, γιατί αὐτή εἶναι τό κατ' ἐξοχήν γνώρισμα τῶν Χριστιανῶν. Ὁ Θεός
εἶναι ἀγάπη, ἀλλά ἡ ἀγάπη δέν εἶναι Θεός, δέν πρέπει νά θεοποιοῦμε τήν ἀγάπη. Ἡ
ἀγάπη, ἐπίσης, δέν πρέπει νά ἀναιρεῖ τήν ἀλήθεια καί τήν εὐσέβεια, πρέπει νά εἶναι
συνδεδεμένη μέ τήν ἀλήθεια, γιατί διαφορετικά εἶναι ψεύτικη καί ὑποκριτική. «Ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ καί ἀγαπῶντες ἐν ἀληθείᾳ»[3]. Πρέπει νά ἀγκαλιάζει τόν πλησίον, ὄχι
μόνο ὡς σωματική, βιολογική παρουσία, ἀλλά ὡς πνευματική ὕπαρξη, μέ αἰώνια
προοπτική, καί νά ἐνδιαφέρεται πρό παντός, ὄχι γιά τά κοσμικά καί τά πρόσκαιρα,
ἀλλά γιά τά αἰώνια, γιά τήν σωτηρία του. Ἡ σωτηρία τοῦ πλησίον δέν μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ,
ὅταν βρίσκεται στήν πλάνη καί στήν αἵρεση, στήν ὁποία μάλιστα ἐγωϊστικά ἐπιμένει.
Χάνεται καί ὁ ἴδιος καί παρασύρει καί ἄλλους στήν ἀπώλεια. Ἀπό ἀγάπη, λοιπόν,
καί ὄχι ἀπό μῖσος κινουμένη ἡ Ἐκκλησία καί ἀκολουθῶντας τό παράδειγμα τοῦ
Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων ἀπαγορεύει τήν μετά τῶν αἱρετικῶν καί ἀπίστων
κοινωνία καί συναναστροφή, ὥστε καί τούς ἰδίους παιδαγωγικῶς νά ὁδηγήσει σέ
συναίσθηση τῆς πλάνης, ἀλλά καί τούς ἄλλους νά προφυλάξει. Ἀπό ἀγάπη πρός τά
πρόσωπα τῶν αἱρετικῶν καί ἀπίστων, ἀποστρεφόμαστε τήν πλάνη καί τήν αἵρεση. Τήν
ἀποστροφή αὐτή τήν δείχνουμε μέ πόνο ψυχῆς πρός τούς ἰδίους, γιατί ἡ αἵρεση καί
ἡ πλάνη εἶναι ἀπρόσωπες. Μόνο μ’αὐτόν τόν τρόπο μποροῦμε νά μάθουμε πῶς νά
προσεγγίζουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον μέ ἀξιοπρέπεια καί σεβασμό.
ΙΣΤ) Ὁ προσυλητισμός τῶν παπικῶν
Ὑποστηρίζει ὁ Σεβ. κ. Ἰγνάτιος στήν
εἰσήγησή του ὅτι «θά ἔπρεπε νά δοθεῖ τέλος
σέ κάθε πράξη προσυλητισμοῦ μεταξύ τῶν χριστιανῶν καί νά πυκνώνουν οἱ ἐπαφές
μεταξύ τους μέ προσφορά βοήθειας τοῦ ἑνός πρός τόν ἄλλο στίς δύσκολες
περιστάσεις τῆς ζωῆς του. Αὐτό σέ μεγάλο βαθμό ἔχει γίνει πράξη καί μεταξύ
Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν, τήν ὁποία δέν μποροῦν νά ἐπισκιάσουν μεμονωμένα
παραδείγματα περί τοῦ ἀντιθέτου».
Διαφεύγει τοῦ Σεβ. κ. Ἰγνατίου ὅτι ἡ
Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ποτέ δέν χρησιμοποίησε τόν προσυλητισμό. Ὁ προσυλητισμός,
ἀπάνθρωπος καί βίαιος, μάλιστα μέχρι θανάτου, εἶναι προνόμιο μόνο τοῦ παπισμοῦ.
Πῶς μπορεῖ νά λησμονεῖ καί νά μνηστεύει ὁ Σεβ. κ. Ἰγνάτιος παραδείγματα
προσυλητισμοῦ τῶν παπικῶν ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων, ὅπως οἱ Σταυροφορίες καί τά
βάρβαρα ἐγκλήματα τῶν Οὐνιτῶν πάλαι ποτέ, ἀλλά καί σήμερα; Ὤφειλε νά πεῖ ὁ Σεβ.
κ. Ἰγνάτιος, ἄν εἶχε τό θάρρος, ὅτι «θά
ἔπρεπε νά δοθεῖ τέλος σέ κάθε πράξη προσυλητισμού ἐκ μέρους τῶν παπικῶν»
καί ὄχι «μεταξύ τῶν χριστιανῶν».
Τέλος, ἀπό ποῦ βγάζει τό συμπέρασμα ὁ Σεβ. κ. Ἰγνάτιος ὅτι ὁ τερματισμός τοῦ
προσυλητισμοῦ ἐκ μέρους τῶν παπικῶν ἔχει γίνει πράξη σέ μεγάλο βαθμό; Μήπως τό
Βατικανό σταμάτησε τήν Οὐνία; Μήπως ἡ Οὐνία δέν δρᾶ ἀνενόχλητη καί σήμερα στίς
Ὀρθόδοξες χῶρες;
ΙΣΤ) Ἡ Διάταξη περί Ἐκκλησίας καί τό
Διάταγμα περί Οἰκουμενισμοῦ
Ὁ Σεβ. κ. Ἰγνάτιος ἰσχυρίζεται ὅτι,
σύμφωνα μέ τό Διάταγμα Lumen Gentium «ἡ
Ἐκκλησία ὁρίζεται ἀπό ὁλόκληρο τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή ἀπό τούς
βαπτισμένους στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος πιστούς». Πιό κάτω σημειώνει ὅτι «τό Διάταγμα Lumen Gentium (Διάταξη περί
Ἐκκλησίας) ἀναγνωρίζει κάποια σχέση ἀτελοῦς ἐκκλησιαστικότητας μέ τούς ἐκτός τῆς
Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, καθώς καί τήν ὕπαρξη σ’αὐτούς δωρεῶν τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος μέ διάφορες μορφές». Καί τέλος : «Στό περί Οἰκουμενισμοῦ Διάταγμα ἡ Σύνοδος προβαίνει σέ μία διάκριση,
ἰδιαίτερα σημαντική γιά τούς Ὀρθοδόξους. Πρόκειται γιά τή διάκριση μεταξύ
‘ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων’ καί ‘ἐκκλησιῶν’. Στήν πρώτη κατηγορία ἀνήκουν οἱ
διάφορες Προτεσταντικές ὁμολογίες, ἐνῶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναγνωρίζεται ὡς
‘Ἐκκλησία’ μέ πλήρη ἐκκλησιολογική ἔννοια. Ἔτσι διατυπώνεται σαφῶς ἡ θέση ὅτι
στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία παρέχονται ὅλα τά μέσα σωτηρίας μέ τή Θεία Εὐχαριστία
καί τά λοιπά Μυστήρια, τά ὁποῖα θεωροῦνται ἔγκυρα καί σωστικά. Οἱ Ὀρθόδοξες
Ἐκκλησίες κατέχουν πλήρως τήν Ἀποστολική διαδοχή, ἡ ὁποία ἐκφράζεται στήν Ἱερωσύνη
καί τή Θεία Εὐχαριστία, καί γιά τόν λόγο αὐτό ἡ μυστηριακή κοινωνία μέ τούς
Ὀρθοδόξους, μέ τήν ἄδεια τῶν κατά τόπους ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν ὄχι μόνο εἶναι
δυνατή, ἀλλά καί ‘συνιστᾶται’. Εἶναι ἐνδιαφέρον ὅτι τό Διάταγμα αὐτό πουθενά
δέν ἀναφέρει τήν ἀνάγκη κοινωνίας τῶν Ὀρθοδόξων μέ τόν ἐπίσκοπο Ρώμης ὡς sine
qua non conditio τῆς ἐκκλησιαστικότητάς τους».
Κατ’ἀρχήν
εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτο ὁ Σεβ. κ. Ἰγνάτιος νά ἐπαινεῖ διθυραμβικά τό περίφημο
«διάταγμα περί οἰκουμενισμοῦ» (Unitatis Redintegratio), τό ὁποῖο δῆθεν ἀνοίγει
τίς πόρτες στή συνεργασία καί στό διάλογο μέ τίς ἄλλες χριστιανικές «ἐκκλησίες»,
κάτι πού ἀποτελεῖ δῆθεν ἐξέλιξη στήν παπική ἐκκλησιολογία, ἐφόσον αὐτή ἀναγνωρίζει
πώς ἡ Χάρις τοῦ Χριστοῦ ἐνεργεῖ καί στίς ἄλλες χριστιανικές «ἐκκλησίες». Ὁ Σεβ.
κ. Ἰγνάτιος δέν ἀπορρίπτει αὐτή τήν αἱρετική προσέγγιση, ἡ ὁποία οὐσιαστικῶς εἶναι
ταυτόσημη μέ τήν «θεωρία τῶν κλάδων», πού προωθεῖ τό «Π.Σ.Ε.», ἀντιθέτως τήν υἱοθετεῖ
πανηγυρικῶς, ἀφοῦ κατά τήν ἐκτίμησή του ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι θά πρέπει νά
χαιρόμαστε κι ἀπό πάνω, ἐπειδή «ἡ Ὀρθόδοξος
Ἐκκλησία ἀναγνωρίζεται ὡς ‘Ἐκκλησία’ μέ πλήρη ἐκκλησιολογική ἔννοια», ἀπό
τή Β΄ Βατικανή Σύνοδο! Αὐτό, βεβαίως, πού ἀποφεύγει ἐν προκειμένω νά θίξει ὁ Σεβ.
κ. Ἰγνάτιος εἶναι ὅτι γιά τό Βατικανό ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως διακηρύχθηκε
urbi et orbi τόν Ἰούνιο τοῦ 2009 ἀπό τόν πρώην ἐκλαμπρότατο Βενέδικτο ΙΣΤ΄, ναί
μέν χαρακτηρίζεται ὡς ἐκκλησία, πλήν ὅμως ὡς ἐλλειμματική, ἐνόσω χρόνο δέν ἀποδέχεται
τό «πέτρειο πρωτεῖο» τοῦ πάπα[4],
σύμφωνα μέ τήν ἀπό 29.6.2007 νότα τῆς Ἐπιτροπῆς γιά τή Διδασκαλία τῆς Πίστεως. Ἄν
ἡ «Ἐκκλησία» ταυτίζεται μέ τήν πληρότητα, τήν τελειότητα καί τήν καθολικότητα,
πώς μπορεῖ νά ὑπάρξει σ’ Αὐτήν «ἔλλειμμα» ἤ «ἐκκλησιολογική ἀνεπάρκεια» καί
μάλιστα μέ τή βασική θεολογική ἔννοια τοῦ ὄρου στό πλέον καίριο θέμα τοῦ ἐπισκόπου
Ρώμης, ποῦ εἶναι καθοριστικό; Ἄν ἡ «Ἐκκλησία» εἶναι τό «σῶμα τοῦ Χριστοῦ», πῶς ἐννοεῖ
ἡ Ρωμαϊκή Ἐπιτροπή Πίστεως τό ἄχραντο Σῶμα Του νά ἔχει «ἔλλειψη», καί μάλιστα
πολύ οὐσιαστική ; Ἡ φράση Ἐκκλησία μέ «ἔλλειμμα» ἐνέχει τήν ἀπόλυτη ἀντίφαση, ὥστε
αὐτοαναιρεῖται πλήρως : ἄν εἶναι «ἐλλειμματική», δέν εἶναι Ἐκκλησία, καί ἄν εἶναι
Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά εἶναι «ἐλλειμματική»[5].
Ὁ
Ἰωάννης Καρμίρης κρίνει ὡς ἀπαράδεκτο ἀπό ὀρθοδόξου πλευρᾶς τόν οἰκουμενισμό τῆς
Β΄ Βατικανῆς συνόδου : «Ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία…
κατεσκεύασεν ἴδιον, ρωμαιοκεντρικόν, οὕτως εἰπεῖν, Οἰκουμενισμόν, ὅστις,
τοποθετῶν ἐν τῷ κέντρω τήν ρωμαϊκήν Ἐκκλησίαν, ὡς τήν μόνη ἀληθῆ Ἐκκλησίαν τοῦ
Χριστοῦ ὑπό τόν πάπαν, ἀξιοῖ τήν εἰς αὐτήν «ἐπιστροφήν» πάντων τῶν ἄλλων μή
ρωμαιοκαθολικῶν χριστιανῶν, ὡς πεπλανημένων καί ἀπολωλότων «αἱρετικῶν» καί
«σχισματικῶν», ὅπως ἀπεκαλοῦντο ὑπό τῆς Ρώμης ἄλλοτε οὗτοι, μετά τῶν εἰς ἅς ἀνήκουσι
«κοινοτήτων» καί οὐχί Ἐκκλησιῶν… Δέν δύναται νά γίνη ἀποδεκτός ὁ Οἰκουμενισμός
αὐτοῦ του «σχήματος» ὑπό τῶν ἔξω της Λατινικῆς Ἐκκλησίας Χριστιανῶν καί μάλιστα
ὑπό τῶν Ὀρθοδόξων, οἵτινες εὐλόγως ἀπορρίπτουσιν ἀπολύτως πάσαν ἰδέαν «ἐπιστροφῆς»
πρός τήν Ἐκκλησίαν ἐκείνην, τήν ὁποίαν ἤδη ἀπό μιᾶς χιλιετηρίδος ἐθεώρουν ὡς ἐκπεσοῦσαν
τῆς ὀρθῆς πίστεως καί ἀποκοπεῖσαν διά τοῦ Σχίσματος ἀπό τοῦ κορμοῦ τῆς Μιᾶς, Ἁγίας,
Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας»[6].
Κατά
τόν ἀείμνηστο Μακ. Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κυρό Χρυσόστομο Β΄,
τόν παπικό οἰκουμενισμό δέχονται μόνο ὅσοι χωλαίνουν περί τήν πίστη[7].
Τό
ἐπίσημο ὄργανο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τό περιοδικό «Ἐκκλησία», ὀρθῶς ἐπισημαίνει
τόν σοβαρό κίνδυνο, πού προέρχεται ἀπό τό ἀντορθόδοξο περιεχόμενο τοῦ
Βατικανείου Διατάγματος : «Ἐφαρμόζουσα τό
«Διάταγμα περί Οἰκουμενισμοῦ»… ἡ ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία, θά ἀναπτύξη προσεχῶς
συστηματικήν καί ὠργανωμένην προπαγανδιστικήν καί προσυλητιστικήν δραστηριότητα
εἰς βάρος καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οἱ ποιμένες καί οἱ πιστοί της Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
ἔχουν χρέος νά ἀποκτήσουν συνείδησιν τοῦ διαγραφομένου κινδύνου καί νά ἀγωνισθοῦν
διά τήν ἀποτροπήν του… Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας θά δυνηθῆ νά ἀντιμετωπίση τόν
κίνδυνον αὐτόν μόνον ἡνωμένη καί ἱσταμένη ἀκλονήτως ἐπί τοῦ θεμελίου της
πίστεως, καλλιεργοῦσα τήν εὐσέβειαν καί διαφυλάττουσα ἀνόθευτον τήν μεγάλην
πνευματικήν κληρονομίαν της»[8].
Σύμφωνα
μέ τόν παν. ἀρχιμ. κυρό Σπυρίδωνα Μπιλάλη, «τό
«Διάταγμα περί Οἰκουμενισμοῦ» κατ’οὐσίαν ἀποτελεῖ περίτεχνο καί γι’αὐτό
περισσότερο ἐπικίνδυνο οὐνιτικό κήρυγμα. Η Β΄ Βατικανή σύνοδος, ἀντί νά
καταργήσει τήν οὐνία, μέ τόν παπικό οἰκουμενισμό, ἔθεσε τίς βάσεις μιᾶς νέας οἰκουμενικῆς
οὐνίας, πού ἔχει σκοπό τήν ἀποπλάνηση τῶν Ὀρθοδόξων μέ τήν προβολή τοῦ παπισμοῦ
ὡς τῆς δῆθεν μόνης ἀληθοῦς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Τό θλιβερό εἶναι ὅτι ὁ
παπικός οἰκουμενισμός, ἡ νέα αὐτή μορφή τῆς οὐνίας, μέ τήν παπική πολιτική τῶν
μειδιαμάτων καί φιλοφρονήσεων, ἔχει πείσει ἀκόμη καί ὀρθοδόξους κληρικούς καί
θεολόγους, (ὅπως ὁ Σεβ. κ. Ἰγνάτιος),
γιά τίς ἀνύπαρκτες εἰλικρινεῖς διαθέσεις τοῦ Βατικανοῦ. Εἶναι, ὅμως, πρόδηλο ὅτι
ὁ ὕποπτος παπικός οἰκουμενισμός, ὁ ὁποῖος ἔχει χαρακτηρισθεῖ ἀπό κάποιους ἀθεολογήτους
καί ἀφελεῖς, (ὅπως ὁ Σεβ. κ. Ἰγνάτιος),
ὡς μέγα βῆμα προσεγγίσεως Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἀποτελεῖ, κατά τήν ὁμολογία
πάντων τῶν ἐπαϊόντων, ἕνα ἐπί πλέον ἀνυπέρβλητο ἐμπόδιο ὡς πρός τήν ἐκπλήρωση
τοῦ ἱεροῦ αἰτήματος τῆς ἑνώσεως τῶν αἱρετικῶν παπικῶν μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐπί
τοῦ ἐδάφους τῆς πίστεως τῆς ἀρχαίας ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ»[9].
ΙΖ)
Ἡ νέα ἐκκλησιολογία τοῦ παπισμοῦ
Στό σημεῖο αὐτό εἶναι ἀναγκαῖο νά
ἀναφερθοῦμε στή νέα ἐκκλησιολογία τοῦ παπισμοῦ, γιά νά κατανοήσουμε τά ὅσα περί
βαπτίσματος καί ἀτελοῦς ἤ πλήρους ἐκκλησιαστικότητος λέει ὁ Σεβ. κ. Ἰγνάτιος.
Ἡ βάση τῆς νέας ἐκκλησιολογίας
τοῦ παπισμοῦ βρίσκεται στήν ἐγκύκλιο Ut Unum Sint (1995) τοῦ πάπα Ἰωάννου
Παύλου II, ὁ ὁποῖος ἐπαναδηλώνει τήν οὐσιαστική διδασκαλία, πού
πρωτοδιατυπώθηκε στό Διάταγμα Unitatis Redintegratio. «Ἡ ἀναγνώριση τῆς ἀδελφότητάς μας δέν εἶναι ἐπακόλουθο μίας
μεγαλόκαρδης φιλανθρωπίας ἤ ἑνός ἀόριστου οἰκογενειακοῦ πνεύματος. Ἔχει τῆς
ρίζες της στήν ἀναγνώριση τοῦ ἑνός Βαπτίσματος καί στό ἐπακόλουθο καθῆκον πρός
δοξολογίαν τοῦ Θεοῦ ἐν τοῖς ἔργοις Αὐτοῦ. Ἡ Διεύθυνση γιά τήν Ἐφαρμογή τῶν Ἀρχῶν
καί τῶν Τύπων περί Οἰκουμενισμοῦ ἐκφράζει τήν ἐλπίδα ὅτι τό βάπτισμα θά ἀναγνωρισθεῖ
ἀμοιβαία καί ἐπίσημα. Αὐτό εἶναι κάτι περισσότερο ἀπό μία οἰκουμενική πράξη τιμῆς
ἕνεκεν. Συνιστᾶ μία βασική ἐκκλησιολογική δήλωση»[10].
Σύμφωνα μέ τό Διάταγμα
περί Οἰκουμενισμοῦ καί σχετικά μέ τό βάπτισμα, «οἱ ἄνθρωποι, πού πιστεύουν στόν
Χριστό καί ἔχουν πράγματι βαπτισθεῖ» θεωροῦνται ὅτι βρίσκονται σέ κοινωνία μέ
τήν «Καθολική Ἐκκλησία» (τόν παπισμό) ἀκόμη καί ἄν «αὐτή ἡ κοινωνία εἶναι ἀτελής»
(3a). Ἐάν, λοιπόν, ἐκεῖνοι, πού βαπτίσθηκαν Χριστιανοί, πραγματικά ἀδελφοί ἐν
Χριστῷ, εἶναι σέ κοινωνία μέ τήν «Ἐκκλησία» (παπισμό), ἀκόμη καί ἄν εἶναι, κατά
κάποιο τρόπο, μόνο σέ «μερική» κοινωνία, ἕπεται ὅτι ὄχι μόνο μερικά, ἀλλά
«πολλά στοιχεῖα καί χαρίσματα», πού οἰκοδομοῦν καί δίνουν ζωή στήν «Ἐκκλησία»
(παπισμό) ὑπάρχουν ἐκτός τῶν ὁρατῶν ὁρίων. Ἐκεῖνα τά «στοιχεῖα» περιλαμβάνουν
«τόν γραπτό λόγο τοῦ Θεοῦ», «τή ζωή τῆς χάριτος», «τά ἐσωτερικά δῶρα τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος», καί ἀρκετά ἄλλα (3b).
Σύμφωνα μέ τήν λατινική
διδασκαλία, πρίν τήν Β΄ Βατικανή Σύνοδο οἱ παπικοί πίστευαν ὅτι τό βάπτισμα ὠφελεῖ
γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μόνο ἐντός της ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Χάρις βρίσκεται
σέ ἀναστολή, λόγω τῆς κατάστασης τοῦ σχίσματος ἤ τῆς αἵρεσης, καί εἶναι ἐνεργῆς
μόνο μέ τήν εἴσοδο στήν Ἐκκλησία. Οἱ σχισματικές ὁμάδες δέν κατέχουν τίποτε
περισσότερο ἀπό τήν αἵρεσή τους. Τά μυστήρια ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία. Μετά τήν Β΄
Βατικανή ἡ παραπάνω διδασκαλία ἄλλαξε καί ἀπό τότε μέχρι καί σήμερα οἱ παπικοί
θεωρούν ὅτι τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος παράγει ὅλους τούς καρπούς του καί εἶναι
πηγή χάριτος ἀκόμα καί ὅταν τελεῖται ἀπό ἐπισήμως χωρισμένους σχισματικούς ἤ αἱρετικούς.
Τήν «ζωή τῆς χάριτος» καί «προσβάσεως στήν κοινότητα τῆς σωτηρίας» ἀπολαμβάνουν
καί ὅσοι βρίσκονται σέ σχίσμα καί αἵρεση. Τά σχισματικά σώματα καθ’ αὐτά θεωροῦνται
ὡς «μέσα σωτηρίας».
Οἱ παπικοί πιστεύουν ὅτι
τo Ἅγιον Πνεῦμα ἐνεργεῖ καί ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, ἐρχόμενοι σέ πλήρη ἀντίθεση μέ
τήν Πατερική Ὁμοφωνία, σύμφωνα μέ τήν ὁποία δέν ὑπάρχει μυστηριακή χάρη
(καθαρτική, φωτιστική καί ἁγιαστική ἐνέργεια) ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Β΄Βατικανή
ἐπεξέτεινε τήν Ἐκκλησία, ὥστε νά συμπεριλαμβάνει καί τούς ἴδιους τούς
σχισματικούς καί αἱρετικούς. Κατ’αὐτόν τόν τρόπο δέν μπορεῖ νά λέγεται ὅτι τό Ἅγιον
Πνεῦμα ἐνεργεῖ μόνο μέσα στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας. Τό σχισματικό καί τό αἱρετικό
βάπτισμα θεωρεῖται τώρα ὡς καρποφόρο, διότι εἶναι τό ἕνα βάπτισμα τοῦ ἑνός
Σώματος, πού εἶναι ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτό, ὅμως, σημαίνει, ὅτι τά
κριτήρια, πού χρησιμοποιοῦνται γιά τήν ἀναγνώριση τῆς Ἐκκλησίας, τά ἔχουν ἀλλάξει.
Ἡ Ἐκκλησία, ὡς μυστηριακή ἑνότητα, δέν βρίσκεται πλέον γι’αυτούς στήν
ταυτότητα, πού στηρίζεται πάνω στήν ἑνότητα τῆς πίστεως, τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς,
τῆς ἱερωσύνης καί τῶν μυστηρίων. Ἡ Ἐκκλησία πλέον ἀναγνωρίζεται ἀπό τά στοιχεῖα,
τά ἐπιμέρους τοῦ συνόλου, ἐγκαθιδρύοντας μία κοινωνία ἀτελῶς, ἡμιαυτόνομα καί ἀόριστα.
Ἔτσι, οἱ παπικοί ἔχουν
τρεῖς νέες ριζοσπαστικές ἀναγνωρίσεις : α) τοῦ αἱρετικοῦ βαπτίσματος ὡς τοῦ ἑνός
βαπτίσματος (καί καρποφόρου), β) τῶν αἱρετικῶν συνάξεων ὡς ἐκκλησίων, καί γ) τῆς
καρποφόρας ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐντός αὐτῶν. Αὐτές οἱ τρεῖς ἀναγνωρίσεις
προετοίμασαν τό ἔδαφος γιά τήν τέταρτη καί τελική ἀναγνώριση, τῆς Una Sancta ὡς
ὑφισταμένη ἀπό τόν παπισμό καί τίς σχισματικές καί αἱρετικές συνάξεις.
Ὅμως, ἡ δημιουργία ἀπό
τους παπικούς μιᾶς ἄλλης, νέας «ἐκκλησίας», συνεπάγεται καί τήν δημιουργία ἑνός
ἄλλου, νέου Χριστοῦ. Κάθε ἀλλαγή ἤ μετασχηματισμός τῆς πίστεως ἤ τῆς παραδόσεως
τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἄλλος Ἰησοῦς, ἄλλη Ἐκκλησία. Ὁ Ἄπ. Παῦλος λέει : «Εἰ μέν γάρ ὁ ἐρχόμενος ἄλλον Ἰησοῦν
κηρύσσει, ὄν οὐκ ἐκηρύξαμεν, ἤ πνεῦμα ἕτερον λαμβάνετε, ὅ οὐκ ἐλάβετε, ἡ εὐαγγέλιον
ἕτερον ὅ οὐκ ἐδέξασθε…»[11]. Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος
ὑπογραμμίζει : «Ὅστις γάρ ὅλον τόν νόμον
τηρήση, πταίση δέ ἐν ἐνί, γέγονεν πάντων ἔνοχος»[12]. Τέλος, ὁ ἅγιος Ταράσιος πατριάρχης Κων/λεως ἐπισημαίνει : «Τό κακόν ἤδη κακόν ἐστι, καί μάλιστα ἐκκλησιαστικῶν
πραγμάτων. Τό γάρ ἐπί δόγμασιν εἴτε μικροῖς εἴτε μεγάλοις ἁμαρτάνειν ταυτόν ἐστιν.
Ἐξ’ ἀμφοτέρων γάρ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἀθετεῖται»[13].
Ὁ Francis A. Sullivan ὑποστηρίζει
ὅτι «μπορεῖ κάποιος νά σκεφθεῖ τήν
παγκόσμια Ἐκκλησία ὡς μία κοινωνία (communion), σέ ποικίλα ἐπίπεδα πληρότητας,
«σωμάτων» πού εἶναι περισσότερο ἤ λιγότερο πλήρεις ἐκκλησίες… εἶναι μία
πραγματική κοινωνία, πού πραγματοποιεῖται σέ ποικίλους βαθμούς πυκνότητας ἤ
πληρότητας, «σωμάτων» πού στό σύνολό τους ἔχουν πραγματικά ἐκκλησιαστικό
χαρακτήρα, παρότι κάποια πληρέστερα ἀπό ἄλλα»[14]. Δηλ. ἐδῶ ἔχουμε τόν Χριστό κατά βαθμούς.
Σύμφωνα, ὅμως, μέ τήν Ὀρθόδοξη
διδασκαλία, μία ἐκκλησία, πού πραγματώνεται σέ βαθμούς πληρότητας, δέν εἶναι ἡ Ἐκκλησία,
γιατί ὁ Χριστός εἶναι τά πάντα καί ἐν πάσιν Χριστός. Στόν παπισμό ἡ ἀληθινή πίστη
δέν εἶναι τό κριτήριο γιά τήν ἀναγνώριση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Οἱ κεντρικοί, λοιπόν,
στύλοι τῆς νέας λατινικῆς ἐκκλησιολογίας εἶναι οἱ ἑξῆς : α) Οἱ ὄροι «σχίσμα»
καί «αἵρεση» δέν ἐφαρμόζονται πλέον, β) τό Ἅγιον Πνεῦμα χορηγεῖται καί ἁγιάζει
τά σχισματικά/αἱρετικά σώματα, γ) σχισματικά/αἱρετικά σώματα ἀναγνωρίζονται ὡς ἐκκλησίες
καί ἐκκλησιαστικές κοινότητες, δ) ἡ Ἐκκλησία περιλαμβάνει ὅλους τους
«βαπτισμένους», πού συμμετέχουν κατά βαθμούς, ε) ἡ διάκριση μεταξύ πλήρους καί ἀτελοῦς
κοινωνίας, καί στ) δέν εἶναι ἀπαραίτητη πλέον ἡ ὁμολογία τῆς πίστεως, γιά νά ἀνήκει
κανείς στήν Ἐκκλησία.
Ο Joseph Ratzinger,
πρώην ἐκλαμπρότατος κ. Βενέδικτος ΙΣΤ΄, μέσα στά ἀνωτέρω πλαίσια, ὑποστήριξε ὅτι
«κάτι πού δικαίως κάποτε καταδικάστηκε ὡς
αἵρεση, δέν μπορεῖ ἀργότερα ἁπλῶς νά γίνει μία ἀλήθεια· μπορεῖ, ὅμως, σταδιακά
νά ἀναπτύξει τή δική του θετική ἐκκλησιολογική φύση, τήν ὁποία τό ἄτομο ἀντιμετωπίζει
ὡς τήν ἐκκλησία του καί στήν ὁποία ζεῖ ὡς ἕνας πιστός καί ὄχι ὡς αἱρετικός»[15]. Δηλ. ἔχουμε ἐδῶ τό πέρασμα ἀπό τήν αἵρεση στήν ἐκκλησιαστικότητα.
Ἡ Communio Ἐκκλησιολογία τῆς Β΄ Βατικανῆς ἔρχεται
σέ πλήρη ἀντίθεση μέ τήν Ὀρθόδοξη Εὐχαριστιακή Ἐκκλησιολογία.
Σύμφωνα μέ τήν Ὀρθόδοξη
Εὐχαριστιακή Ἐκκλησιολογία, τά ὅρια τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας χαράσσονται σαφῶς
μέ βάση τίς «γραμμές αἵματος», συμπεριλαμβάνοντας ὅλους ὅσοι μετέχουν στό Κοινό
Ποτήριο τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μυστηριακή βάση τῆς κοινωνίας δέν συνίσταται
σέ ἕνα ἤ ἄλλο μυστήριο, ἀλλά σέ ὅλα τά μυστήρια μαζί, ἑνωμένα σέ μία κοινή ζωή
καί σέ ἕνα κοινό Ποτήριο.
Σύμφωνα μέ τήν Communio Ἐκκλησιολογία
τῆς Β΄ Βατικανῆς, τά ὅρια τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας χαράσσονται πρῶτα μέ βάση
τό ὕδωρ τοῦ βαπτίσματος. Μεταξύ τῶν βαπτισμένων ὑπάρχει μία θεμελιώδης ἑνότητα ἤ
communio, ἔτσι πού ἡ διάκριση δέν εἶναι μεταξύ πλήρους ἑνότητας ἤ καθόλου
communio, ἀλλά μεταξύ πλήρους καί ἀτελοῦς communio (UR 3). Σύμφωνα μέ τόν
καρδινάλιο Βάλτερ Κάσπερ, ἡ μυστηριακή βάση τῆς communio εἶναι ἡ communio στό ἕνα
βάπτισμα, μέ συμμετοχή στήν Εὐχαριστία, «τό ἀποκορύφωμα» τῆς communion, πού ἐπιφυλάσσεται
γι’ αὐτούς, πού εἶναι σέ πλήρη κοινωνία.
Τί εἶναι, ὅμως, ἡ
«Communio» Ἐκκλησιολογία; Εἶναι μία σύνθετη πραγματικότητα μέ τή μορφή μιᾶς
κοινωνίας, ἡ ἑνότητα τῆς ὁποίας ἔχει ἐπέλθει ἀπό πολλούς καί ποικίλους
παράγοντες. Αὐτό σημαίνει ὅτι εἶναι ἀνοιχτή ἡ πιθανότητα τά συστατικά στοιχεῖα
τῆς Ἐκκλησίας νά εἶναι παρόντα ἀκόμη καί σέ χριστιανικές κοινότητες ἐκτός της
«Καθολικῆς ἐκκλησίας» (τοῦ παπισμοῦ) καί νά μποροῦν νά προσδίδουν σ’ αὐτές τίς
κοινότητες τόν χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας. Συνεπῶς, ἡ μία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ
ἐπίσης νά εἶναι παροῦσα ἐκτός της «Καθολικῆς Ἐκκλησίας» (τοῦ παπισμοῦ) καί εἶναι
πράγματι παροῦσα, καί, μάλιστα, ὁρατή, στό βαθμό, πού εἶναι παρόντες οἱ
παράγοντες καί τά στοιχεῖα ἐκεῖνα, πού δημιουργοῦν ἑνότητα, καί συνακόλουθα τήν
Ἐκκλησία[16].
Σύμφωνα μέ τήν παραπάνω
λατινική ἀντίληψη, ἔχουμε μία Ἐκκλησία δύο, ὅμως, βαθμίδων. Ἡ πρώτη βαθμίδα εἶναι
ἡ συγκεκριμένη ἔκφραση, δηλ. ὁ παπισμός, στόν ὁποῖο δῆθεν ὑφίσταται ἡ Ἐκκλησία
τοῦ Χριστοῦ καί στόν ὁποῖο ὑπάρχει ἡ πλήρης κοινωνία. Ἡ δεύτερη βαθμίδα εἶναι οἱ
«ἐλλειπεῖς Ἐκκλησίες», ὅπως ἡ Ὀρθοδοξία, ὁ Μονοφυσιτισμός καί ὁ
Προτεσταντισμός, οἱ ὁποῖες στεροῦνται τῆς κοινωνίας μέ τόν «πάπα» Ρώμης, ἀφοῦ
δέν ἀναγνωρίζουν τό πρωτεῖο ἐξουσίας καί τό ἀλάθητο καί γι’αὐτό βρίσκονται σέ ἀτελῆ
κοινωνία. Τήν παραπάνω λατινική ἀντίληψη περί Ἐκκλησίας ἐκφράζοντας ὁ πρώην ἐκλαμπρότατος
κ. Βενέδικτος ΙΣΤ΄, ἀποκάλεσε τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς ἐλλειματική.
Ποιά εἶναι, λοιπόν, ἡ νέα εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας
τῆς νέας λατινικῆς ἐκκλησιολογίας; Ἄς φανταστοῦμε ἕνα σύστημα ὁμόκεντρων κύκλων,
τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τήν Ἐκκλησία ὅλων τῶν βαπτισμένων καί τῶν ἀβαπτίστων. Στό
κέντρο τῶν κύκλων βρίσκεται ὁ παπισμός, πού εἶναι ἡ συγκεκριμένη ἔκφραση τῆς Ἐκκλησίας
τοῦ Χριστοῦ. Πιό κοντά στό κέντρο βρίσκεται ἡ Ὀρθοδοξία. Πιό μακρυά ὁ
Μονοφυσιτισμός. Πιό μακρυά ὁ Ἀγγλικανισμός. Πιό μακρυά ὁ Προτεσταντισμός καί
πιό μακρυά οἱ δίκαιοι, οἱ ὁποῖοι μπορεῖ νά ὑπάρχουν ὄχι μόνο μεταξύ τῶν
βαπτισμένων, ἀλλά καί μεταξύ τῶν ἀβαπτίστων.
Ὁ καρδινάλιος Charles Morerod
λέει ὅτι «οἱ «χωρισμένοι ἀδελφοί» δικαίως
θεωροῦνται «ἀκαταμάχητα ἀδαεῖς» (“invincibly ignorant”), ἐπειδή δέν εἶχαν τή
δυνατότητα νά γνωρίσουν τόν Ἰησοῦ Χριστό καί/ἤ τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία ὡς
τή Μία Ἐκκλησία, ἀναλόγως τῆς δικαιοσύνης τους καί τῆς συμμετοχῆς τους σέ ὁρισμένα
μυστήρια, μέ κυριότερο τό βάπτισμα. Ἐκεῖνοι, πού δέν ἀνήκουν στή Ρωμαιοκαθολική
Ἐκκλησία, ἀνήκουν ὡστόσο στή Μία Ἐκκλησία ποικιλοτρόπως, σύμφωνα μ’ ἕνα σύστημα
ὁμόκεντρων κύκλων : οἱ Ἕλληνες καί οἱ Ρῶσοι πρῶτα...»[17].
Τί σημαίνει, λοιπόν,
τώρα νά ἀνήκει κανείς στήν Ἐκκλησία; Σύμφωνα μέ τόν καρδινάλιο Charles Journet,
«ὅπου ὁ Θεός «ἀγγίζει» κάποιον, ὅπου τό Ἅγιον
Πνεῦμα καθοδηγεῖ ἕνα πρόσωπο πρός μία μελλοντική μεταστροφή του, ἡ Ἐκκλησία εἶναι
ἤδη παροῦσα… Τά μυστήρια, πού μεταδίδονται ἐκτός της Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας,…
«ἔχουν μία φυσική τάση νά παρέχουν κάποιες ἐμφανίσεις τοῦ σώματος (corporeal
appearances)». Αὐτό σημαίνει πώς κάθε ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος εἶναι μέρος τῆς
διαδικασίας συγκρότησης τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο ἔτσι εἶναι πάντοτε ὁρατό,
παρότι ἐμεῖς δέν τό ἀναγνωρίζουμε πάντοτε… Τό σύνορο τῆς Ἐκκλησίας διαπερνᾶ τίς
καρδιές μας : ὁ καθένας εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας, στόν βαθμό πού λαμβάνει θεία
χάρη»[18].
Σύμφωνα, ὅμως, μέ τήν Ὀρθόδοξη
διδασκαλία περί διακρίσεως τῶν Θείων Ἐνεργειῶν, ἡ φυσική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι
τελείως ἁπλή. Ὅμως, αὐτή ἡ ἁπλή ἐνέργεια «μερίζεται
ἀμερίστως ἐν μεριστοῖς». Αὐτό σημαίνει ὅτι μία εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἀλλά
μέ πολλά ἀποτελέσματα : τή δημιουργική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, τήν προνοητική ἐνέργεια,
τήν καθαρτική, τή φωτιστική καί τή θεωτική ἐνέργεια. «Μεταξύ αὐτῶν τῶν μορφῶν τῆς μίας καί μόνης ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ δέν ὑπάρχει
ταυτότης. Ἄν ὑπῆρχε ταυτότης, τότε ὅλα τά κτίσματα θά μετεῖχαν π.χ. στήν
θεωτική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ», σύμφωνα μέ τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη. Τό ὅτι ἡ
παραπάνω διδασκαλία λείπει ἀπό τόν παπισμό, δείχνει ὅτι τούς λείπει ἡ βιωματική
ἐμπειρία.
Σχετικά μέ τήν διάκριση
τῆς δράσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οἱ Morerod καί Journet ὑποστηρίζουν ὅτι κάθε ἐνέργεια
τοῦ Πνεύματος εἶναι μέρος τῆς διαδικασίας συγκρότησης τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας.
Ὅμως, ὁ ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς γράφει ὅτι «πρό
μέν τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ἔξωθεν ἡ χάρις πρός τά καλά προτρέπεται τήν ψυχήν, ὁ
δέ σατανᾶς ἐν τοῖς αὐτῆς ἐμφωλεύει βάθεσιν, ὄλας τάς τοῦ νοῦ ἀποφράττειν δεξιᾶς
πειρώμενος διεξόδους. Ἀπό δέ αὐτῆς τῆς ὥρας ἐν ἦπερ ἀναγεννώμεθα, ἔξωθεν μέν ὁ
δαίμων γίνεται, ἔσωθεν δέ ἡ χάρις»[19].
Τά κύρια χαρακτηριστικά
τῆς Βατικάνειας ἐκκλησιολογίας εἶναι α) ἡ Communio ἐκκλησιολογία, β) ἡ
βαπτισματική βάση, γ) ἡ ἄποψη ὅτι ἐκτός τῆς Εὐχαριστιακῆς Σύναξης ὑπάρχει Ἐκκλησία,
δ) ἡ πλήρης καί ἡ ἀτελής κοινωνία, ε) τά
μέρη τοῦ Συνόλου ἀποτελοῦν τήν παγκόσμια κοινωνία, στ) ἡ ἑνότητα, πού ἐκφράζεται
σέ βαθμίδες, ζ) τά στοιχεῖα, πού πραγματοποιοῦνται σέ χωρισμό, καί η) τό
βάπτισμα, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ μύηση καί ὄχι ἐπιστροφή.
Στήν ἀκριβῶς ἀντίπερα ὄχθη
βρίσκονται τά κύρια χαρακτηριστικά τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας, πού εἶναι α) ἡ
εὐχαριστιακή ἐκκλησιολογία, β) ἡ εὐχαριστιακή βάση, γ) ἡ πάγια διδασκαλία ὅτι ἐκτός
της Εὐχαριστιακῆς Σύναξης δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία, δ) ἡ πλήρης καί ὄχι ἡ ἀτελής
κοινωνία, ε) ἡ καθολική κοινωνία ταυτίζεται μέ τήν εὐχαριστιακή, τοπική
κοινωνία, στ) ἡ ἑνότητα, πού ἐκφράζεται ὡς ταυτότητα, ζ) τά μή ἐκκλησιαστικά
στοιχεῖα βρίσκονται σέ χωρισμό, καί η) τό βάπτισμα ἀποτελεῖ μετάνοια καί ἐπιστροφή[20].
[1]
http://katanixis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_9742.html
[2] http://katanixis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_9742.html
[3]
Β΄ Ἰω. 1, 3 καί Γ΄ Ἰω. 1
[4]
http://katanixis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_9742.html
[5] http://www.agioritikovima.gr/eipan/32660-imerida-gia-ta
[6] ΑΡΧΙΜ.
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΜΠΙΛΑΛΗΣ, Ὀρθοδοξία καί
Παπισμός. Κριτική τοῦ Παπισμοῦ, τ. Α΄,
ἔκδ. Ὀρθοδόξου Τύπου, Ἀθήναι 1969, σ. 355.
[7] ΑΡΧΙΕΠ.
ΑΘΗΝΩΝ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Β΄, Τά πεπραγμένα,
Ἀθήναι 1967, σσ. 317-318.
[8]
«Ἐκκλησία» 4 (15-2-1966) 95.
[9] ΑΡΧΙΜ.
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΜΠΙΛΑΛΗΣ, Ὀρθοδοξία καί
Παπισμός. Κριτική τοῦ Παπισμοῦ, τ. Α΄,
ἔκδ. Ὀρθοδόξου Τύπου, Ἀθήναι 1969, σσ. 357-358.
[10] Pope John Paul II, Ut Unum Sint 1995.05.25, http://www.vatican.va/
holy_father/john_paul_ii/encyclicals/documents/hf_jp-ii_enc_25051995_ut-unum-sint_en.html.
[11]
Β΄ Κορ. 11, 4.
[12] Ἰακ.
2, 10.
[13] Mansi 12:1030: Κανόνες τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς
Συνόδου, Κανών 1, σσ 1030-1034.
[14] FRANCIS A. SULLIVAN,
S.J., «The Significance of the Vatican II Declaration that the Church of Christ
“subsists in” the Roman Catholic Church», in Vatican II: Assessments and Perspectives,
p. 283.
[15] JOSERH RATZINGER, «The Open Circle : The Meaning of Christian Brotherhood», translated
by W. A. Glen-Doeple (New York : Sheed and
Ward, 1966), p. 125.
[16] FEINER, p. 68-69.
[17] Fr. CHARLES MOREROD, OP, «A Roman Catholic Point of View about the
Limits of the Church», Greek Orthodox Theological Review, Vol. 42, No 3-4,
1997.
[18] Ὅ.π.
[19] SAINT DIADOCHOS OF PHOTIKI, «On Spiritual
Knowledge and Discrimination: One Hundred Texts», 76, Philokalia
1 (Faber and Faber Press: London, 1979), page 279.
[20] ΠΡΕΣΒ.
ΠΕΤΡΟΣ HEERS,
Τό Βάπτισμα καί ἡ Ἐκκλησία στό Διάταγμα
περί Οἰκουμενισμοῦ τῆς Δευτέρας Βατικανῆς Συνόδου, διδακτορική διατριβή,
Θεολογική Σχολή ΑΠΘ, Τμῆμα Θεολογίας, Ἰούνιος 2011.
Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013
Σαράντα οκτώ παραδοσιακά κάλαντα και τραγούδια

Περιέχονται στα cd: Κάλαντα, ευχές και παινέματα Χριστουγέννων (2011), Κάλαντα, ευχές και παινέματα Πρωτοχρονιάς και Φώτων (2011) και το LP Ελληνικά Κάλαντα (1974).
Των Χριστουγέννων
Άναρχος Θεός. Βυζαντινά κάλαντα από τα Κοτύωρα του Πόντου.
Δεν ακούς περιστερούδα μου. Τραγούδι Χριστουγέννων Θράκης.
Η μέρα η σημερινή. Χριστουγεννιάτικη μαντινάδα Κρήτης.
Kι τι τραγούδι νά ’βρουμι. Ευχές και παινέματα. Θράκης.
Καλήν εσπέραν άρχοντες. Από την Ιερισσό Χαλκιδικής.
Καλήν ημέραν άρχοντες. Από το Πουρί Πηλίου.
Καλώς τα τα Χριστούγεννα. Από τους Φούρνους Ικαρίας.
Κόλιαντα μπάμπω, κόλιαντα. Από την Κοζάνη.
Κόλιντα τσέλιγκα. Από το Μέτσοβο.
Πιδιά μ’ ήρθαν τα κόλιαντα. Από τη Σιάτιστα.
'Πόψα Χριστός γεννήθηκε. Μακεδονίας.
Χριστός γεννάται σήμερο. Κρήτης.
Χριστός γιννιέται, χαρά στουν κόσμου. Θράκης.
Χριστούγεννα Πρωτούγεννα. Από τη Σκιάθο.
Χριστούγεννα Πρωτούγεννα. Από την Αστυπάλαια.
Χριστούγεννα Πρωτούγεννα. Από την Ήπειρο.
Χριστούγεννα Πρωτούγεννα. Από τον Μαρμαρά Προποντίδας.
Χριστούγεννα Πρωτούγεννα. Πελοποννήσου.
Της Πρωτοχρονιάς
Άγιος Βασίλης έρκεται. Από τους Φούρνους Ικαρίας.
Άγιος Βασίλης έρχεται. Από τη Γιάλοβα Προποντίδας.
Άνοιξε πόρτα μ’ άνοιξε. Από το Βιλοσσό Χίου.
Ανοίξετε την πόρτα σας. Κρήτης.
Aρχιμηνιά, κερά, κι αρχιχρονιά. Μικράς Ασίας.
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά. Από την Απείρανθο Νάξου.
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά. Από τον Άγιο Γεώργιο Κρήτης.
Αρχιμηνιά Πρωτοχρονιά. Ηπείρου.
Άρχιν, άρχιν τα κάλαντα. Από τα Φλογητά Καππαδοκίας.
Άστρον ανεφάνεις Βασίλειε. Από τα Φάρασα Καππαδοκίας.
Βασίλης βόσκει πρόβατα. Απο το Μελί Μικράς Ασίας.
Εις αυτό το νέον έτος. Μικράς Ασίας.
Π' αυγινικό κι αν βγήκαμι. Θράκης.
Πάλιν ακούσετ' άρχοντες. Από την Αστυπάλαια.
Σούρβα σούρβα. Θράκης.
Των Φώτων
Ας τονε καλαντρίσομε. Από το Καρλόβασι Σάμου.
Ας τονε καλαντρίσουμε. Κάλαντα των μπεκρήδων από το Καρλόβασι Σάμου.
Αύριο είναι τω Φωτώ. Κρήτης.
Αύριο ’ν’ τα Θεοφάνεια. Από το Πουρί Πηλίου.
Αύριον είναι τω Φωτώ. Από την Αστυπάλαια.
Ήρθανε τα Φώτα. Ηπείρου.
Ήρθανε τα Φώτα και τα Φωτερά. Από την Μάνη Πελοποννήσου.
Καλημέρα πάντες, ω αδελφοί . Από την Πάτμο.
Παρακαλώ σας δώστε μι. Από το Πουρί Πηλίου.
Σήκω κερά μου κι άλλαξι. Από την Λήμνο.
Σήμερα είναι των Φωτών. Από την Αστυπάλαια.
Σήμερα είναι των Φωτών. Από το Μελί Μικράς Ασίας.
Σήμερα είν’ τα Φώτα. Μικράς Ασίας.
Σήμερα τα Φώτα και οι φωτισμοί . Από τους Φούρνους Ικαρίας.
Σήμιρα τα Φώτα κι φουτισμός. Θράκης.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






