.

.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Η Γλώσσα στην Λατρεία της Εκκλησίας μας

Ο Μητροπολίτης Μόρφου π.Νεόφυτος συνομιλεί με το Θεολόγο Θεόδωρο Κυριακού για τη γλώσσα στη Λατρεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

Το έθνος των Ρωμηών





«Τὸ νὰ εἶναι κανεὶς Ἕλληνας, τὸ νὰ εἶναι κανεὶς Ρωμηός, δὲν εἶναι ὑπερηφάνεια ἀλλὰ εἶναι σταυρὸς καὶ μόνο σὰν σταυρὸ καὶ σὰν διακόνημα μποροῦμε νὰ τὸ κρατήσουμε»

Μητροπολίτης Λεμεσού π.Ἀθανάσιος

 Τό ἔθνος τῶν Ῥωμηῶν

Εἶναι γεγονὸς ὅτι καυχόμαστε γιὰ τὴν ἑλληνική μας καταγωγὴ καὶ τὴν σχέση μας μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, ὄχι ἀδίκως βέβαια, παρόλο ποὺ καμιὰ φορᾶ εἴμαστε λίγο ὑπερβολικοί, ὅμως ἡ ἱστορία δικαιώνει τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος.

Πάρα πολλοὶ λαοὶ ἄκουσαν τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, πάρα πολλοὶ λαοὶ δέχθηκαν τὶς ἐπισκέψεις τῶν Ἀποστόλων, πρὸς στιγμὴν ἔγιναν χριστιανοί, ἀλλὰ στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων εἴτε χάθηκαν γιατί ὑποδουλώθηκαν ἀπὸ ἄλλους λαούς, εἴτε ἄλλαξαν θρησκεία ἐξολοκλήρου, εἴτε προσχώρησαν σὲ αἱρέσεις καὶ ἄλλες κακοδοξίες οἱ ὁποῖες νόθευσαν τὴν Ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ ἑλληνικὴ φυλή, τὸ ἑλληνικὸ γένος, οἱ Ἕλληνες, παρὰ τὶς πολλὲς δυσκολίες ποὺ εἶχαν, κράτησαν τὸ Εὐαγγέλιο, κράτησαν τὴν πίστη στὴν Ἐκκλησία, στὴν Ὀρθοδοξία. Καὶ ὄχι μόνο δὲν τὴν ἔχασαν ἀλλὰ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας ἔδωσαν τὸ Εὐαγγέλιο καὶ σὲ ἄλλους λαοὺς (π.χ. Ρώσους, Βούλγαρους, Ρουμάνους, Σέρβους, Γεωργιανούς), σὲ ὅλη τὴν ἀνατολικὴ Εὐρώπη. Οἱ βυζαντινοὶ Ρωμιοὶ προγονοὶ μας ἐπέμεναν, παρόλο ποὺ ἡ Δύση ἀντιδροῦσε σὲ αὐτό, ὅτι οἱ νέοι ὀρθόδοξοι λαοὶ ἔπρεπε νὰ λατρεύουν τὸ Θεὸ στὴ γλώσσα τους. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ Ἅγιοι Κύριλλος καὶ Μεθόδιος ποὺ μετέφεραν στοὺς Σλάβους τὸ Εὐαγγέλιο ἔφτιαξαν ἀλφάβητο, ὥστε νὰ μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ ἔχουν δική τους γραπτὴ γλώσσα, νὰ μορφώνονται, νὰ ἐκπολιτίζονται καὶ νὰ ἔχουν τὴ δική τους συνείδηση καὶ νὰ λατρεύουν τὸ Θεὸ στὴ δική τους γλώσσα. Οὐδέποτε χρησιμοποιήθηκε τὸ Εὐαγγέλιο ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ὡς μέσο κατάκτησης τῶν ἄλλων λαῶν. Ἀντίθετα, ἦταν μία προσφορὰ σ’ αὐτοὺς τοῦ φωτὸς τοῦ Εὐαγγελίου, ἐπ’ ἐλευθερία, ποτὲ μὲ τὴ βία. Δὲν ἔχουμε φαινόμενα στὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐπιβολῆς τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ…. τὴ βία.

Τὸ ἐρώτημα εἶναι, ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι, πῶς μποροῦμε νὰ ταυτίσουμε τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα μας σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ὀρθόδοξη πίστη μας;

Ὡς Ἕλληνες καὶ ὡς ὀρθόδοξοι, καυχόμαστε ὅτι μέχρι σήμερα βαστάζουμε τὴν ὀρθόδοξη πίστη μας ἀπαρασάλευτη καὶ ἀπαραχάρακτη καὶ μαζὶ μὲ αὐτὴν ἔχουμε τὴν εὐλογία νὰ βαστάζουμε τὸ σταυρό, τὸν εὐλογημένο σταυρὸ τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς μέσα στὸν κόσμο, ποὺ κουβάλησε ὅλη αὐτὴ τὴν ἔνδοξή μας ἱστορία. Τὸ ἑλληνικὸ γένος, ἔχοντας πανάρχαιες ρίζες μέσα στὴν ἱστορία, ἔφτασε σὲ τόσο μεγάλα μέτρα γνώσεως τῆς ἀνθρώπινης σοφίας καὶ ἐλευθερίας, ἔφθασε σὲ τόσο ὑψηλὰ ἐπίπεδα φιλοσοφικῶν πτήσεων καὶ ἀποκαλύψεων ὥστε νὰ θεωρεῖται πρόδρομος τοῦ χριστιανισμοῦ.

Νομίζω ὅτι τὸ νὰ εἶναι κανεὶς Ἕλληνας, τὸ νὰ εἶναι κανεὶς Ρωμιός, δὲν εἶναι ὑπερηφάνεια ἀλλὰ εἶναι σταυρὸς καὶ μόνο σὰν σταυρὸ καὶ σὰν διακόνημα μποροῦμε νὰ τὸ κρατήσουμε σήμερα. Εἴμαστε Ἕλληνες, ἔχουμε μία ἱστορία, ὅπως ὁ κάθε λαὸς καὶ ἀναγνωρίζουμε σὲ κάθε ἄνθρωπο αὐτὸ τὸ δικαίωμα νὰ καυχᾶται γιὰ τὴν ἱστορία του, γιὰ τοὺς προγόνους του. Καυχόμαστε σὰν Ἕλληνες ὄχι γιατί λατρεύαμε τοὺς ψεύτικους θεοὺς τοῦ Ὀλύμπου, ἀλλὰ καυχόμαστε γιατί εἴμαστε ἕνας λαὸς μὲ φιλοσοφικὲς ἀναζητήσεις, καυχόμαστε γιατί εἴμαστε ἕνας λαὸς ποὺ γέννησε τὴ δημοκρατία, τὴ φιλοσοφία.

Οἱ ἐθνικὲς γιορτὲς εἶναι βέβαια γιορτὲς μυήσεως στὸ νόημα, ἀλλὰ εἶναι καὶ κρίση τῆς ἴδιας της ζωῆς μας. Καὶ πρέπει νὰ ὑφιστάμεθα αὐτὴ τὴν κρίση γιατί διαφορετικὰ θὰ μᾶς κρίνει ἡ ἱστορία ὡς ἀνθρώπους ποὺ δὲν διδαχτήκαμε ποτὲ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἱστορία καὶ τὴ πορεία μας.

Ἡ ἱστορία ὀφείλει νὰ μᾶς διδάξει καὶ ἐμεῖς ἂν εἴμαστε ἄξιοι τῶν προγόνων μας, πραγματικὰ παιδιά τους, τότε πρέπει νὰ μάθουμε νὰ διδασκόμαστε, γιατί ἔχουμε τὴ βαρύτατη αὐτὴ κληρονομιὰ νὰ εἴμαστε Ἕλληνες. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἔχουμε μία ἱστορία ἔνδοξη σὲ πολέμους καὶ σὲ ἀγῶνες. Οἱ Ἕλληνες κρατοῦσαν τὴ σημαία τους, γιὰ νὰ δείξουν ὅτι ἀγωνίζονται ὅπως ἔλεγαν «ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν», γιὰ νὰ δείξουν ὅτι ἀγωνίζονται γιὰ συγκεκριμένα ἰδανικά, ἤσαν ἰδεολόγοι, δὲν ἤσαν πολεμιστὲς μὲ τὴν πραγματικὴ σημασία τῆς λέξεως, ἀλλὰ γίνονταν πολεμιστὲς ὅταν ἡ ἀνάγκη τοὺς καλοῦσε καὶ ἦταν πράγματι αὐτὴ ἡ ἀνάγκη ἀδήριτη, γιὰ νὰ φυλάξουν τὴν πίστη τους καὶ τὴν πατρίδα τους.

Σήμερα, ἀδελφοί μου, καλούμαστε νὰ κρατήσουμε αὐτὴ τὴν πατρίδα μέσα στὰ περιθώρια ποὺ οἱ ἥρωές μᾶς τὴν παρέδωσαν καὶ ὅπως αὐτοὶ βάδισαν τὸ δρόμο τους μὲ σύνεση πολλή, μὲ σοφία πολλή, μὲ ὑπομονὴ πολλή.

Οἱ ἥρωές μας ἦταν παιδιά, ἦταν ἄνθρωποι τοῦ τόπου ποὺ βγῆκαν μέσα ἀπὸ τὸ καλύτερο λίκνο, τὸ λίκνο τῆς Ἐκκλησίας καὶ πραγματικὰ στέκει κανεὶς μπροστά τους μὲ μεγάλο θαυμασμὸ καὶ μὲ μεγάλη συγκίνηση, γιατί διαβάζει κανεὶς γιὰ τὴ ζωή τους, διαβάζει κανεὶς τὶς ἐπιστολές τους, διαβάζει αὐτὰ τὰ ὁποία ἔγραψαν καὶ ὄχι ἁπλῶς συγκινεῖται συναισθηματικὰ ἀλλὰ τὰ κείμενα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, αὐτὲς οἱ ἐπιστολὲς τῶν ἡρώων τοῦ ΄55-΄59 μᾶς θυμίζουν συναξάρια, μᾶς θυμίζουν λόγια νεομαρτύρων, μᾶς θυμίζουν τὶς ἐπιστολὲς τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως, τὶς ἐπιστολὲς καὶ τὰ γραπτὰ τῶν νεομαρτύρων τῆς τουρκικῆς κατοχῆς στὸν ἑλληνικὸ χῶρο. Δὲν διαφέρει καθόλου τὸ ἦθος τους ἀπὸ τὸ ἦθος τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως καὶ τῶν μαρτύρων τῆς πατρίδας. Διαβάζει κανεὶς τὶς ἐπιστολὲς ἐκεῖνες καὶ βλέπει ποὺ ἔστεκαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ βλέπει τί ἤθελαν σὲ αὐτὸ τὸν τόπο. Δὲν βλέπεις ἴχνος μισαλλοδοξίας, δὲν βλέπεις ἴχνος τρομοκρατίας, κι ἂς τοὺς κατηγοροῦσαν τότε ὅτι ἦταν τρομοκράτες. Διαβάζει κανεὶς τὶς ἐπιστολές τους καὶ βλέπει ἕνα ἱλαρὸ φῶς, τὸ φῶς τῆς πίστεως τὸ ὁποῖο τοὺς ὁδηγοῦσε στὴν ἀγάπη τῆς πατρίδας τους, τοὺς ὁδηγοῦσε στὴν ἀγάπη τῆς ἐλευθερίας ἀλλὰ δὲν τοὺς ὁδηγοῦσε ποτὲ στὸ μίσος ἀκόμα καὶ αὐτῶν ποὺ τοὺς εἶχαν κατακτήσει. Καὶ ἂν χρειάστηκε νὰ κάνουν πόλεμο καὶ νὰ κάνουν ἐπανάσταση, αὐτὸ ἦταν γιατί μὲ τὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς καὶ τῆς ὥρας ἐκείνης ἦταν μία ἀνάγκη καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ κάμουν διαφορετικά.

Μέσα στὶς ἐπιστολὲς τῶν μαρτύρων καὶ τῶν ἡρώων βλέπει κανεὶς τὸ Θεό, τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ νὰ βασιλεύει, ποῦ τοὺς ἔδωσε τὴ δυνατότητα νὰ νικήσουν τὸ θάνατο, νὰ ὑπερβοῦν τὸ θάνατο, ποῦ αἰσθάνονταν τὴ ψυχή τους νὰ φτερουγίζει γύρω ἀπὸ τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ, τί ἄλλο εἶναι παρὰ τὰ ἴδια βιώματα τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως; Δὲν εἶναι αὐτὰ οἱ ἐπισκέψεις τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ οἱ ὁποῖες παρηγοροῦσαν τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ποῦ βρισκόντουσαν μόνο λίγο πρὸ τοῦ θανάτου; Ταυτόχρονα, βλέπει κανεὶς τὴν πίστη τους καὶ τὴν ἀγάπη τους πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Τὴν Ἑλλάδα ὄχι ὡς γεωγραφικὸ χῶρο μόνο, ἀλλὰ τὴν Ἑλλάδα ὡς τὴν κοιτίδα τοῦ πολιτισμοῦ, τὴ μητέρα τῆς φιλοσοφίας, τὴ μητέρα τῆς Ρωμιοσύνης.

Ὀφείλουμε λοιπὸν νὰ μαθαίνουμε μέσα ἀπὸ τὴν ἱστορία μας, νὰ διδασκόμαστε. Ὀφείλουμε νὰ ὁδηγηθοῦμε μπροστὰ στὰ διάφορα γεγονότα τῆς ἱστορίας μας καὶ νὰ κρίνουμε τὸν ἑαυτό μας, σιωπώντας καὶ περιορίζοντας τὰ λόγιά μας καὶ τὴν ἐξωστρέφειά μας καὶ νὰ ἀφήσουμε νὰ μᾶς δείξουν ὅλοι αὐτοὶ οἱ μάρτυρες τῆς πατρίδας τὸ δικό τους φρόνημα καὶ νὰ μᾶς μιλήσουν γιὰ τὴν ἱστορία μας, νὰ μᾶς μιλήσουν γιὰ τὴν πατρίδα μας, νὰ μᾶς μιλήσουν γιὰ τὴν παράδοσή μας, νὰ μᾶς δείξουν ἀπὸ ποιὸ δέντρο καταγόμαστε κι ἀκόμα, νὰ ἔχουμε τὸ θάρρος νὰ δοῦμε ποὺ εἴμαστε ἐμεῖς σήμερα.

Πρέπει νὰ ἔχουμε τὸ θάρρος νὰ ἀνακαλύψουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ ποῦμε τὴ μεγάλη ἀλήθεια, ὅτι αὐτὸς ὁ τόπος, ἐὰν θέλει νὰ ζήσει πρέπει νὰ γίνει ἑλληνικὸς τόπος κατὰ κυριολεξία. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ τύχει παιδείας, παιδείας φιλοσοφικῆς, παιδείας πνευματικῆς, παιδείας ρωμαίικης, μὲ ρωμιοσύνη ποὺ σημαίνει ὅτι θὰ ἀπολαύσει ὅλη αὐτὴ τὴν ἱστορία τῆς παραδόσεώς μας. Οὔτε ἀρχαιολάτρες εἴμαστε ἀλλὰ οὔτε καὶ βυζαντινόπληκτοι εἴμαστε. Ξέρουμε ὅτι ὁ τόπος ζύμωσε τὴν ἀρχαία φιλοσοφία καὶ παράδοση μὲ τὴν ὀρθοδοξία. Καὶ ὀρθόδοξος σημαίνει ἐλεύθερος. Ὀρθόδοξος καὶ Ρωμιὸς σημαίνει ἄνθρωπος χωρὶς παρωπίδες, σημαίνει ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἀγαπᾶ τὸν ἄλλο καὶ δὲν φοβᾶται τὸν ἄλλο ἄνθρωπο, γιατί ἔχει ἀρχοντιά, γιατί δὲν εἶναι κομπλεξικός, γιατί δὲν αἰσθάνεται μειονεκτικὰ μπροστὰ σὲ κανένα, γιατί εἶναι περήφανος γι’ αὐτὸ ποὺ εἶναι καὶ αὐτὴ ἡ περηφάνια δὲν εἶναι ἀλαζονεία ἀλλὰ εἶναι τὸ «γνώθι σ’ αὐτὸν» τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων• εἶναι αὐτὴ ἡ γνώση τῆς βαρύτατης κληρονομιᾶς τὴν ὁποία κουβαλοῦμε πάνω μας. Αὐτὴ ἡ ρωμαίικη ὑπερηφάνεια μπορεῖ νὰ ὑπηρετήσει καὶ ὄχι νὰ ὑπηρετεῖται, μπορεῖ νὰ σταθεῖ καὶ νὰ ἀγκαλιάσει τὸν κόσμο ὅλο καὶ νὰ γίνει διάκονος τῆς ἀνθρωπότητας.

Ἐμεῖς σὰν Ρωμιοὶ πάντοτε εἴχαμε τὴ μεγάλη ὑπομονὴ ἡ ὁποία ἦταν γέννημα τῆς πίστεως, Καὶ ὁ πιστὸς ἄνθρωπος βλέπει πίσω ἀπὸ τὰ φαινόμενα, πέραν τῶν φαινομενικῶν πραγμάτων. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ἐμᾶς ἂν μᾶς μισοῦν ἢ ὄχι οἱ Τοῦρκοι. Ὁ Θεὸς τί θὰ πεῖ στὸ τέλος. Δὲν θὰ γίνει τίποτα περισσότερο καὶ τίποτα λιγότερο ἀπὸ ὅσα ὁ Θεὸς θὰ ἐπιτρέψει. Πρέπει νὰ μάθουμε νὰ ἔχουμε τελεία ἐμπιστοσύνη στὸ Θεό. Ἐὰν ἐλπίζεις στὸ Θεὸ καὶ πιστεύεις ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας σου, τότε λοιπὸν γιατί φοβᾶσαι;

Ἂς ἀνοίξουμε τὸ δρόμο στὴν ἀληθινὴ παιδεία• νὰ φτιάξουμε πρῶτα ἀνθρώπους ἐλεύθερους καὶ ἂν φτιάξεις ἀνθρώπους ἐλεύθερους, τότε θὰ ἀποκτήσεις καὶ πατρίδα ἐλεύθερη. Ἂν ἔχεις ἀνθρώπους δούλους, τότε καὶ ἡ ἐλεύθερη πατρίδα θὰ γίνει δούλη. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐλευθερώνεται πρῶτα καὶ ὕστερα ἐλευθερώνει καὶ γεωγραφικὰ τὸ τόπο του. Ἂν ἐνδιατρίψουμε στὴν ἱστορία μας, ἂν γνωρίσουμε τὴν παράδοσή μας, ἂν ἀσκήσουμε καλόβουλη καὶ θετικὴ κριτικὴ στὶς παρελθοῦσες πράξεις καὶ ἐνέργειές μας, ἂν εἴμαστε ἔντιμοι, ἀνυστερόβουλοι καὶ εἰλικρινεῖς, τότε θὰ ἀνακαλύψουμε ὅτι ὁ τόπος γεννᾶ ἥρωες, ὁ τόπος γεννᾶ μάρτυρες, ὁ τόπος γεννᾶ ἡγέτες, ὅπως τοὺς ἡγέτες οἱ ὁποῖοι σήκωσαν τὸν τόπο αὐτὸ καὶ ἔδωσαν τὴν ἀνάσταση στὴ πατρίδα μας καὶ στὴ φυλή μας. Αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα τῆς Ρωμιοσύνης, τοῦ πόνου καὶ τῆς ἀγάπης γιὰ τὴ πατρίδα μας.




«Ἑλληνορθόξη Πορεία», Ἀνθολόγιο κειμένων, Αθήνα 2008

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Ο π.Πορφύριος ήθελε το ''ίνα ώσιν εν'' με το πνεύμα του Θεού, που είναι αγνό και ανιδιοτελές, όχι με το μπερδεμένο πνεύμα του κόσμου –και βέβαια αφού έχουμε πρώτα καθαρισθεί από τα βασικά πάθη.
Κάποτε για παράδειγμα του είπαν: «Γέροντα δυο μοναχοί ζουν στο τάδε μέρος πολύ καλά, αρμονικά». Χαμογέλασε λέγοντας: «Ταίριαξαν τα πάθη τους».
Στην ιστορία του μοναχισμού όποτε υπήρχε ένα άτομο με ιδιαιτερότητες και δεν προσαρμοζόταν στο πρόγραμμα της μονής ή το απομόνωναν ή το έδιωχναν σαν ξένο σώμα. Αντιθέτως ο π.Πορφύριος επιδίωκε να έχει τέτοια άτομα στο περιβάλλον του, διότι προσωπικά ο ίδιος είχε μεγάλο όφελος αλλά και η συνοδεία του. Τα άτομα με τις αντιθέσεις τους καλλιεργούν σε μεγάλο βαθμό την αγία ταπείνωση. Τα αντίθετα πράγματα είναι το μεγάλο μυστικό για να αποκτήσουμε την αγία ταπείνωση.

Το πνεύμα του π.Πορφυρίου ήταν ακριβώς το αντίθετο από αυτό της εποχής μας το οργανωσιακό και της παγκοσμιοποίησης. Η εποχή μας συνθλίβει την ελευθερία και την προσωπικότητα του ατόμου, που είναι η βασική αρχή της δημιουργίας των όντων, δηλαδή του αγγελικού κόσμου και του ανθρώπου.
Όταν ο Γέροντας έβλεπε ότι πάμε να ενωθούμε μέσα από τα πάθη μας, το αντιλαμβανόταν με το βυθοσκόπιό του και αμέσως ξεκινούσε τη δουλειά, με έναν πρωτάκουστο τρόπο για μας, αλλά πολύ γνωστό τρόπο για τον Θεό και τους αγίους Του, που ήταν πραγματικοί ιατροί των ψυχών. Προκαλούσε ο ίδιος τη σύγχυση, ώστε να διαλύσει αμέσως τη φιλία που δεν ήταν κατά Θεόν αλλά κατά κόσμον. «Η φιλία του κόσμου έχθρα του Θεού εστί» (Ιακ.δ’4).
Στον πύργο της Βαβέλ συνέβη το ίδιο. Οι άνθρωποι είχαν ενωθεί όχι για να αγαπήσουν τον Θεό, αλλά για να αποφύγουν με τη δική τους δύναμη τη δύναμη του Θεού. Σε αυτό το σημείο του οδήγησε η σύγχυση. Διαίρεσε τους ανθρώπους, γι’ αυτό και ο τόπος εκεί ονομάστηκε Βαβέλ, δηλαδή τόπος σύγχυσης.Μήπως σήμερα δεν ζούμε τη σύγχυση της Βαβέλ, ενώ υπάρχει ο άμεσος κίνδυνος να εμφανιστεί ο διάβολος σαν ειρηνοποιός (παγκοσμιοποίηση, αντίχριστός);

Και στον Παράδεισο ο διάβολος ένωσε τον Αδάμ με την Εύα με πονηρία. Αντιθέτως ο Θεός τους ένωσε με την αγαθότητά Του και την ελευθερία Του. Στην Κλίμακα του Αγίου Ιωάννη αναφέρεται σε κάποιο κεφάλαιο ότι ένας πολύ διακριτικός γέροντας έβαζε «φιτιλιές» μεταξύ δύο αδελφών για να συγκρούονται, να τσακώνονται, να βγαίνουν τα πάθη, να τα γνωρίζουν, να ταπεινώνονται και μετά να αγωνίζονται για το πρόβλημά τους φιλότιμα. Έτσι έπειτα από πολλή δουλειά, κόπο και χρόνο σιγά-σιγά θα αγαπιούνταν και θα έχτιζαν την ψυχή τους πάνω στο βράχο που είναι ο Χριστός, κι όχι πάνω στην άμμο που είναι ο διάβολος.

Το «διαίρει και βασίλευε» είναι μια τακτική που έχει περάσει στον κόσμο αρνητικά, αλλά δεν γνωρίζει κανείς ότι μπορεί να λειτουργήσει και με τρόπο θετικό, για να βασιλεύει πραγματικά ο Θεός και οι άγιοί Του.Για παράδειγμα η Ελλάδα είναι ένας τόπος που φθονείται πολύ, εξαιτίας των μεγάλων χαρισμάτων που έχει ο λαός της, του δυνατού μας μυαλού και της αγαπητικής μας καρδιάς, ως μεσογειακός λαός που είμαστε. Η ιστορία απέδειξε ότι η Ελλάδα δεν έπρεπε να υπάρχει σαν Έθνος.

Από αρχαιοτάτων χρόνων έζησε μέσα στους πολέμους, εξαιτίας πάλι της γεωγραφικής της θέσης, της ομορφιάς της, των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών. Όλα αυτά προκάλεσαν μέσα στην ιστορία το φθόνο των γύρω λαών κι ενώ πάντοτε ήθελαν να την κατασπαράξουν, αυτή συνέχισε να ζει και να πορεύεται μέσα σους αιώνες, ως «αστήρ εμφαίνων τον ήλιον».

Ο ίδιος ο Χριστός είπε για τους Έλληνες. «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου». (Ιωαν ιβ’23). Για ποιο λόγο;Αυτός ο λαός έχει τα χαρακτηριστικά και τις προϋποθέσεις να μοιάσει του Χριστού. Την ευφυΐα, τη δυναμική, το όραμα, την εφευρετικότητα, το ανικανοποίητο ως πόθο για το ανώτερο, και φυσικά το φιλότιμο, λέξη που δεν συναντάς σε άλλη γλώσσα. Αυτός ο λαός πριν γνωρίσει το Χριστό είχε φτάσει πολύ κοντά Του. Όταν τον αντάμωσε εκπληρώθηκαν οι πόθοι και οι προσδοκίες του. Ήταν το σύγχρονο και διαχρονικό μοντέλο του Έλληνα όλων των εποχών.

Ο διάβολος όλα αυτά τα χρόνια, όσο κι αν προσπαθούσε να αφανίσει τον λαό αυτόν με εξωτερικούς κινδύνους, δεν το πέτυχε. Όποτε εμφανίστηκαν προδότες και κυριαρχούσε η διχόνοια ανάμεσα στους Έλληνες, ο λαός μας τραυματιζόταν και κινδύνευε με αφανισμό. Αλλά ο Θεός ποτέ δεν μας εγκατέλειψε. Πότε όμως ο Θεός «χρησιμοποίησε» στη σύγχρονη ιστορία το διχασμό για να μην κινδυνέψει η βασιλεία Του μέσα στην Ελλάδα; Όταν η Ελλάδα ελευθερώθηκε από του Τούρκους, υπήρξαν, -κι έκτοτε πάντοτε υπάρχουν- κάποιοι που ήθελαν να εμποτίσουν τον λαό με ένα πνεύμα εντελώς ξένο από εμάς: το πνεύμα της Δύσης, το οποίο μοιάζει με τη Λερναία Ύδρα που έχει πολλά κεφάλια –της κόβεις το ένα και βγαίνουν κι άλλα. Κύριο χαρακτηριστικό του δυτικού πνεύματος είναι ότι έχει ως κέντρο τον άνθρωπο και λατρεύει την κτίση και όχι τον Κτίσαντα.

Ο Έλληνας δεν πρέπει να αποκτήσει αυτό πνεύμα και για να μας προφυλάξει ο Θεός σπέρνει τη θεϊκή «διχόνοιά» Του. Ο Θεός είναι ζηλότυπος και θέλει να λατρεύεται μονάχα Αυτός. Θα μου πείτε, που οδεύει ο κόσμος της Δύσης;Το πρόβλημα ξεκίνησε από την εποχή του Χρυσοστόμου, ο οποίος πρώτος το αντιλήφθηκε και το ομολόγησε κάνοντας λόγο για την «επηρμένη οφρύ της Δύσης». Διέβλεπε από τότε πως θα αποκοπεί η Δύση από την Ανατολή.

Πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε. Το χάσμα συνεχώς υπέβοσκε. Εκδηλώθηκε με το σχίσμα φανερά, για λόγους καθαρά πολιτικούς και όχι εκκλησιαστικούς.Ο πολιτισμός της Δύσης έβαλε στόχο να ενώσει τους ανθρώπους όχι όμως εν Χριστώ, αλλά φορτωμένους με τα πάθη τους. Το αναγεννησιακό πνεύμα πέρασε και στην Ελλάδα μέσω των οργανώσεων και οι άνθρωποι ενώθηκαν φαινομενικά, καταπιεσμένοι όμως από τα πάθη τους. Καλλιεργούσαν μόνο το φλοιό τους, είχαν μια ηθική που κατάντησε να γίνει σκοπός και αγνοήθηκε η ενότητα με τον Θεό. Η Δυτική Εκκλησίας υποτάχθηκε στον άνθρωπο και όχι στον Θεό, ενώ η Ανατολή παρέμεινε όρθια γιατί είχε στο κέντρο της τον Θεό. Το φανερό ατόπημα της Δύσης ήταν ότι πρόβαλλε και δεχόταν τον αρχηγό της Εκκλησίας ως αλάνθαστο. Αυτός ήταν και ο σύγχρονος πεσών Εωσφόρος. Από τότε άνοιξε ο δρόμος του Αντιχρίστου.

Μετά τη σύγκρουση του Βαρλαάμ με τον Γρηγόριο Παλαμά ήρθε η Αναγέννηση, που καθιέρωσε το σύγχρονο μοντέλο του δυτικού ανθρώπου: μια ηθική χριστιανική που μοιάζει με το χρυσό πανωφόρι πάνω σε βρόμικο σώμα, καλύπτοντας της δυσωδία του με αρώματα. Ο δρόμος άνοιξε για να γκρεμίσει και να αποκόψει περισσότερο τον άνθρωπο από τον Θεό. Ο άνθρωπος ήταν πλέον εύκολη λεία για τον πολέμιό του, τον διάβολο. Αυτή η ηθική ήταν πολύ μικρή για να τον κρατήσει κοντά στον Θεό.

Ακολούθως ήρθε ο Διαφωτισμός. Φανερά και απροκάλυπτα ο άνθρωπος σκότωσε τον Θεό μέσα του και ήθελε να περάσει στη συνείδηση όλων ότι ο Θεός δεν υπάρχει. «Είπεν άφρων εν καρδία αυτού, ουκ εστί Θεός» (Ψλ.ιγ’ 1). Από τότε ο άνθρωπος έχασε πραγματικά το μυαλό του. Όχι μόνο δεν λάτρευε τον Θεό όπως έπρεπε, αλλά αρνήθηκε και την ύπαρξή Του.

Στη συνέχεια ο καπιταλισμός και ο κομμουνισμός μοίρασαν και δίχασαν τον κόσμο για να υπηρετήσει τον εγωιστή άνθρωπο, δηλαδή τα πάθη του, τον διάβολο. Ο καπιταλισμός αγκάλιασε τη Δύση, ο δε κομμουνισμός την Ανατολή. Η Δύση είναι αυτή που κολακεύει τα πάθη του ανθρώπου και η Ανατολή είναι αυτή που, θέλοντας να προστατεύσει τον άνθρωπο από τα πάθη, τον ισοπέδωσε.
Νομίζουμε πως αυτά δεν ισχύουν για μας τους χριστιανούς; Αυτά τα δύο πνεύματα πολεμούν το σύγχρονο χριστιανό. Δηλαδή, το πνεύμα της κολακείας και της υποκρισίας, που προέρχεται από τη Δύση, και το πνεύμα του εκμηδενισμού και της ισοπέδωσης του εγώ, που προέρχεται από την Ανατολή. Και στις δύο περιπτώσει ο άνθρωπος στερείται την ελευθερία. Ο διάβολος πάντα πιάνει τα άκρα. Οι άγιοι, αντιθέτως, διαλέγουν πάντα τη μεσαία οδό, τη βασιλική. Αυτός ο δρόμος είναι πολύ δύσκολος διότι πρέπει διαρκώς να βρίσκεσαι σε εγρήγορση, προσπαθώντας να κρατάς τις ισορροπίες μεταξύ άκρατης ελευθερίας και απόλυτης προστασίας.

Η μεσαία οδός διχάζει ακριβώς αυτά τα δύο πνεύματα και μοιάζει με ένα τεντωμένο σκοινί. Όμως μόνο με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος επιτυγχάνεται η ισορροπία, πάνω σε αυτό. «Ορθοδοξείν εστί το αεί σχοινοβατείν».Ορθόδοξος δηλαδή είναι ο ακροβάτης. Έτσι η Δύση έχει την απόλυτη ελευθερία και η Ανατολή την αυστηρή πειθαρχία που είναι υπακοή στον διάβολο.

Η χάρη του Θεού λειτουργεί σαν το λέιζερ, το οποίο χρησιμοποιείται στις σύγχρονες εγχειρήσεις υψηλής ακρίβειας.

Έτσι και ο Θεός μόνο με τον δικό του λέιζερ μπορεί να παρέμβει στην ανθρώπινη ψυχή και να κάνει δύσκολες επεμβάσεις, να κόψει στη μέση τη συνύπαρξη των δύο πνευμάτων, της ελευθερίας και της πειθαρχίας.

Ο π.Πορφύριος είπε σε ένα πνευματικό του τέκνο λίγο προτού πεθάνει: «Φεύγω, γιατί δεν με ακούει κανείς. Φεύγω γιατί κανείς δεν ακούει κανέναν. Φεύγω γιατί με σαμποτάρουν όλοι. Ο καθένας σήκωσε δική του παντιέρα. Θα σωθούμε μόνο αν μπούμε στην άκτιστη Εκκλησία του Χριστού κι ενωθούμε στο όνομα της Αγίας Τριάδος.
Με παίρνουν τηλέφωνο «προτεστάντες» και μασόνοι και θέλουν να μου πάρουν συνεντεύξεις με κασετόφωνα (εννοούσε οργανωσιακούς κι ορθοδόξους κατά τ’ άλλα ανθρώπους). Φεύγω γιατί με εκμεταλλεύονται (ανέφερε συγκεκριμένα ονόματα).

Απόσπασμα από το βιβλίο του αρχιμ. Αρσενίου Κωτσόπουλου
ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΟΣ ΣΤΟ ΦΩΣ. Στα ίχνη ενός σπουδαίου ανθρώπου του Θεού


amethystosbooks

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

«Τα σχολεία δεν είναι απλώς τόποι προσκτήσεως γνώσεων, αλλά κυρίως φροντιστήρια ηθικής, χριστιανικής και εθνικής αγωγής»


«Κάλλιο γνώση παρά γρόσι». Από τα χρόνια της δουλείας μας έρχεται η σοφή παροιμία του λαού μας, που εξεικονίζει τον ζήλο των προγόνων μας για τα γράμματα. Αλλά για ποια γράμματα; Εκείνο το φαινομενικώς απλοϊκό τραγουδάκι του «Κρυφού Σχολειού», το «φεγγαράκι μου λαμπρό», μας λέει ότι τα σκλαβόπουλα, «μέσα στη θολόκτιστη εκκλησιά», άκουγαν από το στόμα τού παπά για γράμματα και σπουδάματα, αλλά, κυρίως, θέριευαν την αποσταμένη ελπίδα με «του Θεού τα πράματα».
Όπως γράφει ο ακαδημαϊκός Σίμος Μενάρδος, στα χρόνια της φρικτής Οθωμανοκρατίας «…η ψυχή του Έθνους αγρυπνούσε. Φτωχοί παπάδες και δάσκαλοι, που ετρέφοντο με λίγο ψωμί, είχαν το σθένος εις το βάθος της ψυχής των, σθένος ποιητών. Καταλάβαιναν την ευθύνην που τους εβάρυνε να συνεχίσουν την ελληνικήν παράδοσιν, διηγούντο εις τα Ελληνόπουλα ποια ήταν άλλοτε η πατρίδα τους και τους εδίδασκαν δύο ονόματα: Ελλάς και ελευθερία». (αρχ. Ιω. Αλεξίου, «Η Παιδεία στην Τουρκοκρατία», εκδ. «Ζωής», σελ. 181). Από εκείνα τα σχολεία και με τέτοιους δασκάλους «αποφοίτησαν» τα λιοντάρια του ’21. Μα και ο άγιος των σκλάβων, ο Πατροκοσμάς, τα ίδια δεν κανοναρχούσε στο Γένος; «Το σχολείον ποτίζει την ψυχή και ανοίγει τες εκκλησιές» κήρυττε, γιατί γνώριζε ο άγιος ότι τα προσανάμματα της εθνικής ελευθερίας τα προσφέρει του Χριστού η πίστη η αγία. 
Ο πρώτος και τελευταίος ίσως Ρωμηός Κυβερνήτης της Ελλάδας, ο Ιωάννης Καποδίστριας, είχε συλλάβει εναργέστατα ότι για να «σταθεί» το αρτιγενές κράτος στην χορεία των «πεπολιτισμένων» εθνών της Εσπερίας πρέπει η Παιδεία του να αρδεύεται από τις αείχλωρες πηγές της ρωμαίικης παράδοσης, ειδάλλως καταντά «παλιόψαθα των εθνών». Γράφει σε επιστολή του προς τον Μουστοξύδη μεταξύ άλλων. «Τα σχολεία δεν είναι απλώς τόποι προσκτήσεως γνώσεων, αλλά κυρίως φροντιστήρια ηθικής, χριστιανικής και εθνικής αγωγής». (Ι. Καποδίστρια, «Κείμενα», εκδ. ΟΕΔΒ, σελ. 75).
Αυτά τα τρία είναι τα ψηλώματα, οι κορυφές με τις οποίες φτερούγιζε ο λαός για τόσους αιώνες: η πίστη (η χριστιανική αγωγή), η πατρίδα (η εθνική αγωγή) και η οικογένεια (η ηθική αγωγή), που τα πρώτα ανεξίτηλα μαθήματά της τα λαμβάνει ο άνθρωπος από την κατ’ οίκον Εκκλησία. Και αν επί επταετίας διαπομπεύτηκε το τρίπτυχο των ελληνοσώτειρων αρετών, λόγω της μετατροπής τους σε ιδεολόγημα, δίδοντας ταυτόχρονα και μια ουρανόπεμπτη πρόφαση στους ψευτοπροοδευτικούς να επιπέσουν αργότερα και να μαγαρίσουν και την πατρίδα και την «θρησκεία» και την οικογένεια, εν τούτοις πάντοτε στην ιστορία μας πολεμούμε γι’ αυτά τα τρία πολυτίμητα. Δεν ήταν εφεύρημα των Απριλιανών,. Η ημιμάθειά τους τα αμαύρωσε. Θυμίζω. Τον παιάνα που διασώζει ο Αισχύλος στο έργο του «Πέρσαι» (Στιχ. 402-5).
«Ω παίδες Ελλήνων, ίτε
ελευθερούτε πατρίδ’ (η πατρίδα),
ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας (η οικογένεια), θεών τε πατρώων έδη (η θρησκεία), θήκας προγόνων νυν υπέρ πάντων αγών».
Την Δευτέρα 28 Μαϊου του 1453 ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος μιλά στον λαό ως «ο ποιμήν ο καλός», που «την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων». «Όσοι συνάχθηκαν και τον άκουσαν, ήταν σαν να κάθισαν γύρω από το τραπέζι του Μυστικού Δείπνου», γράφει ο Παν. Κανελλόπουλος. Διέσωσε ο πιστός του συμβουλάτορας Σφραντζής τα λόγια του ήρωα βασιλέα: «Καλώς ουν οίδατε αδελφοί, ότι… οφειλέται κοινώς εσμέν ίνα προτιμήσωμεν αποθανείν… υπέρ της πίστεως ημών… (η θρησκεία) υπέρ της πατρίδος… υπέρ του βασιλέως ως Χριστού του Κυρίου… υπέρ συγγενών και φίλων…». (η οικογένεια). («Ελληνορθόδοξη Πορεία» επιμ. Κ. Χολέβας, σελ. 126).
Αυτά τα τρία τιμαλφή λαμπρύνουν το Συναξάρι του Γένους – οι ήρωες της πατρίδος – και κοσμούν το Εικονοστάσι της Εκκλησίας – οι άγιοι και οι μάρτυρες.
Όταν έλεγε ο Μακρυγιάννης «γι’ αυτά πολεμήσαμεν» αυτό εξυπονοούσε…
Αυτή η Παιδεία, η βαπτισμένη στην κολυμπήθρα της Ελληνορθοδοξίας, βαστούσε, παρ’ όλο που η λεγόμενη πνευματική ηγεσία του τόπου πάλευε για την νεκρανάσταση της αρχαίας Αθήνας (Κοραής), μήπως και μας αποδεχθεί η Ευρώπη. Ο Κολοκοτρώνης, ο αγράμματος αυτός άνθρωπος, ο μόλις γνωρίζων να συλλαβίζει, είχε σαφέστατη αντίληψη του σκοπού της μορφώσεως. Αποτεινόμενος τον Νοέμβριο του 1838 από τον λόφο της Πνύκας προς τους συγκεντρωμένους εκεί μαθητές των Αθηνών, τους είπε επιγραμματικότατα: «Η προκοπή σας και η μάθησή σας να μη γίνη σκεπάρνι μόνο για το άτομό σας, αλλά να κυττάξη το καλό της κοινότητος και μέσα εις το καλόν αυτό βρίσκεται και το δικό σας», λόγια που υπενθυμίζουν την ρήση του μεγάλου Περικλή στους Αθηναίους: «Καλώς μεν γαρ φερόμενος ανήρ το καθ’ εαυτόν διαφθειρόμενης της πατρίδος ουδέν ήσσον ξυναπόλληται, κακοτυχών δε εν ευτυχούση πολλώ μάλλον διασώζεται». (Θουκυδ. Β’ 60). Μεταφράζει ο Ελευθέριος Βενιζέλος «διότι ο άνθρωπος που ευδοκιμεί εις τας ιδιωτικάς του υποθέσεις, εάν η πατρίς του καταστραφή, χάνεται κι αυτός μαζί της, ενώ είναι πολύ μάλλον πιθανόν ότι θα σωθή, εάν κακοτυχή μεν ο ίδιος, η πατρίς του όμως ευτυχή».
Αυτό δεν είναι το «είμαστε στο εμείς» του Μακρυγιάννη. Παιδεία χωρίς το ευλογημένο «εμείς», είναι μια «Παιδεία», «μία βιομηχανία που παράγει τους ψευτομορφωμένους και τους νεόπλουτους της μάθησης, που έχουν την ίδια κίβδηλη ευγένεια με τους νεόπλουτους του χρήματος», γράφει ο Σεφέρης (Δοκιμές, τ. Α’, σελ. 236, εκδ. «Ίκαρος»). (Τι ωραία το διατύπωσε αυτό ο οσιακής μνήμης Γέροντας Παϊσιος ο Αγιορείτης, όταν έλεγε: «Κλείνουμε λάθος την αντωνυμία. Λέμε εγώ, εσύ, αυτός, αντί να λέμε αυτός, εσύ, εγώ»).
Ο τύπος αυτός του ελληνορθόδοξου σχολείου βαστούσε ως την εποχή που άρχισε να δρουν και να το επηρεάζουν οι πειραματισμοί, οι αλχημείες που ονομάστηκαν πομπωδώς εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις. Φαινόμενο που παρουσιάστηκε στην αυγή του 20ου αι. και εντάθηκε κατά την μεταπολίτευση.
Μέχρι τότε το σχολείο με τον κακοπληρωμένο, αλλά ψυχωμένο εκείνο δάσκαλο, στάθηκε θεματοφύλακας των τιμαλφών αξιών του Γένους, της ρωμαίικης παράδοσης, από τον Τρωικό πόλεμο και τον Όμηρο έως τον Παλαιολόγο και την Επανάσταση του ’21. Οι «παλιοί» οι δάσκαλοι δεν ήξεραν πολλά πράγματα από το τι γινότανε έξω από τα σύνορα του κράτους, δεν κατείχαν μεταπτυχιακά και «ντοκτορά», γνώριζαν όμως αρχαία Ελληνικά και την ιστορία μας και μετέδιδαν την φλόγα της ψυχής τους, πολλές φορές με πολλή ρητορική, αλλά πάντοτε με πνευματική εντιμότητα και ευθύνη. Και ξεσκόλιζαν εκείνα τα σχολεία «δασκαλούδια», οπλισμένα με τον γερό πολιτισμό του Γένους, που έβγαζαν ασπροπρόσωπες τις κοινωνίες που τα ανέθρεφαν.
Αυτό το σχολείο όμως το κλόνισε στην ψυχή του Έθνους η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Ό,τι δεν είχε πρόσφατη ημερομηνία λήξεως θεωρήθηκε αντιδραστικό, συντηρητικό και εξοβελίστηκε. Η γλώσσα, αμυντήριο αήττητο του λαού, κατακρεουργήθηκε, η παράδοση διαπομπεύτηκε, η πίστη περιθωριοποιήθηκε, η φιλοπατρία ποινικοποιήθηκε. Και έτσι από το σχολείο των «ιερών γραμμάτων», φτάσαμε στα «άθεα γράμματα».
«Τ’ άθεα γράμματα παραμέρισαν τους αγίους και τους αγωνιστές και βάλανε στο κεφάλι του έθνους, ξένους κι άπιστους γραμματισμένους, που πάνε να νοθέψουνε τη ζωή μας. Τα άθεα γράμματα κόψανε το δρόμο του έθνους και το αμποδάνε να χαρεί τη λευτεριά του» έλεγε ο «Παπουλάκος» του Κ. Μπαστιά.
Τέτοια «άθεα γράμματα που υφαίνουνε το σάβανο του Γένους» διδάσκονται σήμερα στα σχολεία μέσω των επικίνδυνων σχολικών βιβλίων.
Παράδειγμα: Έχω μπροστά μου, «τρεις γενιές» θα έλεγα, βιβλίων γλώσσας Στ’ Δημοτικού, που παλαιότερα τα ονομάζαμε «Αναγνωστικά», γιατί μέσω αυτών γινόταν και ανάγνωση του πολιτισμού μας. Του 1964, 1983 και 2006 αντίστοιχα. Το πρώτο ξεκινά με βυζαντινή εικόνα «Ο Χριστός ευλογών τα παιδιά», το δεύτερο, μ’ ένα απόσπασμα της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή, στο τρίτο, το νεοταξικό, θα βρεις άσκηση με την οποία οι μαθητές καλούνται να γράψουν μια ιστορία στην οποία πρωταγωνιστούν ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Καραγκιόζης και η… Κοκκινοσκουφίτσα. Στα παλιά βιβλία μοσχοβολούσαν τα κείμενα για ήρωες και αγίους, σμίλευε ο δάσκαλος ψυχές. Στα νέα, του Νέου Σχολείου, περισσεύουν τα μίζερα, τα καταθλιπτικά, τα σχιζοφρενικά κείμενα. Παιδεία χωρίς Χριστό, εκπαίδευση ξέψυχη, που ετοιμάζει τους αυριανούς Γενίτσαρους, εκπαίδευση που «γέμισε τα παιδιά με μιαν αρρωστιάρικη ανησυχία για το πώς θα βγάλουν το ψωμί τους μονάχα».
Και θα κλείσω με τη φωνή που μας έρχεται από το περιβόλι της Παναγίας μας. Το 1984 οι Αγιορείτες Πατέρες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Κυκλοφορήθηκε ένα συγκλονιστικό κείμενό τους με τίτλο «το Άγιον Όρος και η Παιδεία του Γένους μας».
Λόγος αδελφικός βγαλμένος από την πείρα ενός μεγάλου σχολείου ζωής, υπεύθυνος και αναγκαίος, παρήγορος και αυστηρός συνάμα.
Αποσπώ ένα κείμενο, γραμμένο από την κιβωτό του Γένους: <<Γιατί να υποσιτίζονται πνευματικά τα παιδιά; Γιατί να τρέφονται με ακαθαρσίες; Γιατί να βασανίζονται; …Ποιος μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά να μείνουν «αγράμματα», σαν τον Μακρυγιάννη, να μάθουν, να πάρουν τη χάρι του λαού του Θεού και τότε να γίνουν οι αγράμματοι οι καλύτεροι πεζογράφοι μας…
Ποιος μπορεί να μας κρατήση στο ύψος , στο ήθος, στην ελευθερία της «αγραμματοσύνης» του «καθυστερημένου» λαού, που βλάστησε από το χώμα του τα Δημοτικά τραγούδια, τις παροιμίες, τους σκοπούς, τα ήθη και τα έθιμα των Αρματολών και Κλεφτών>>. Την απάντηση την βρίσκουμε στο ίδιο το κείμενο: μόνο η Εκκλησία του Χριστού μπορεί… 

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Η πατρίδα μας καλεί σε πνευματικό αρματολίκι



Τι ήταν οι αρματολοί; Έλληνες, πολεμιστές ατρόμητοι, που δεν «έκατσαν φρόνιμα, να γίνουν νοικοκύρηδες», αλλά πολεμούσαν την Τουρκιά «ψηλά στα κορφοβούνια». Και επειδή οι «μωχαμετάνοι» δεν μπορούσαν να τους εξοντώσουν, τους ανέθεταν την τήρηση της ασφάλειας και της ειρήνης σε δυσυπότακτες περιοχές. Λάμβαναν «μιστούς» και δώρα από τους Τούρκους, συνεργαζόμενοι δήθεν μαζί τους, αλλά, συν τω χρόνω, μαζί με τους Κλέφτες, (δυσδιάκριτοι οι ρόλοι, γι’ αυτό Κλεφταρματολοί), χρησίμευσαν ως η βάση της εθνικής εναντίον των τυράννων Επανάστασης, στάθηκαν η «μαγιά» της λευτεριάς μας.
Αρματολοί υπήρξαν τα λιοντάρια του Εικοσιένα, όπως το επιμαρτυρεί και το δημοτικό τραγούδι: «Του Αντρούτσου η μάνα χαίρεται / του Διάκου καμαρώνει / γιατί έχουνε γιους αρματολούς και γιους καπεταναίους…». 

Σήμερα ζούμε μια νέα Τουρκοκρατία, ύπουλη και δολερή. Η «οικονομία» του Θεού και το καριοφίλι των Κλεφταρματολών, μας λευτέρωσε και νεκραναστήθηκε η ματοκυλισμένη Πατρίδα μας. Η οικονομία των τωρινών προσκυνημένων στις διεθνείς συμμορίες, ακυρώνει στην ουσία την Ευλογημένη Επανάσταση. Υποδουλωνόμαστε, όχι επειδή ηττηθήκαμε σε πόλεμο, αλλά διότι προδίδουν την Πατρίδα οι ανθρωποκάμπιες που υποδύονται τους κυβερνήτες. Παρένθεση: Όλα, μα όλα, οφείλονται στην έλλειψη φιλοπατρίας. «Όσω πλεονάζεις τω πλούτω, τοσούτο ελλείπεις τη αγάπη», έλεγε ο Μέγας Βασίλειος. Αυτό ισχύει και για την αγάπη και το σέβας προς την πατρίδα. Από την μια έχουμε τους μπουκωμένους από καταθέσεις «σωτήρες» του κυβερνητικού συνασπισμού και από την άλλη, τα αντιπολιτευτικά ναυάγια του εθνομηδενισμού και της κακολόγου εκκλησιομαχίας. Και στη μέση ο λαός να επαιτεί, να αυτοκτονεί και να αφήνει τα καλύτερα παιδιά του να λεηλατούνται από τα «ξένα»... Γράφει στα απομνημονεύματά του ο στρατηγός Μακρυγιάννης, σε στιγμή που ξεχείλιζε η καρδιά του από πόνο για την φτωχή μάνα μας, την Πατρίδα. «Σύρε, πες του, όποιος είναι αυτός οπού θα βάλη τα χρήματα, όχι αρχηγόν τον κάνω καμπούλι (=τον δέχομαι), διά την αγάπη της πατρίδος μου, αλλά όπου κατουράγει να μου δίνη να πίνω εγώ το κάτρο· το κάνω αυτό και του το δίνω ενγράφως». (σελ. 483, εκδ. «Ζαχαρόπουλος»). Διαβάζεις και δακρύζεις. Το «κάτρο» του λαού έπρεπε να πίνουν όλα αυτά τα καθάρματα, που πλούτισαν εις βάρος του...
Μιας και σήμερα, όπως προείπα, βιώνουμε την νέα Τουρκοκρατία, για να σωθεί ο τόπος, για να απομείνει μαγιά, η λύση είναι να μιμηθούμε τους ηρωικούς ραγιάδες: Το πνευματικό αρματολίκι. Και αναφέρομαι στους συναδέλφους και αδελφούς εν Χριστώ, δασκάλους. Τι εννοώ;  Έρχεται η λεγόμενη αξιολόγηση. Όλοι συμφωνούν ότι πρέπει και ο δάσκαλος, ο καθηγητής, να αξιολογείται, να κρίνεται, ώστε να αποπέμπονται από την τάξη οι ακατάλληλοι και ράθυμοι. Συμφωνώ. Παρεισέφρησε πολλή μετριότητα, άνθρωποι κυριολεκτικώς επικίνδυνοι για σχολική αίθουσα. (Επί ΠΑΣΟΚ, την δεκαετία του ’80, περίπου 20.000 δάσκαλοι μετεγγράφησαν από πανεπιστήμια της Γιουγκοσλαβίας, στις ημέτερες παιδαγωγικές ακαδημίες. Θυμάμαι στην Θεσσαλονίκη «περάσαμε» τριακόσιοι, και την ημέρα της ορκομωσίας ήμασταν πάνω από χίλιοι πεντακόσιοι. Ήταν η εποχή του Ανδρέα, όπου θυσιάζονταν τα πάντα και γίνονταν τα πάντα, αρκεί να εξασφαλιζόταν η παραμονή του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία για μια ακόμη τετραετία. Βεβαίως, αρκετοί εξ αυτών των επήλυδων, στην πορεία εξελίχθηκαν σε λαμπρούς δασκάλους. Δεν παύει όμως να αποτελεί αδικία, δηλωτική της βορβορώδους ευτέλειας και της αίσθησης πως όλα επιτρέπονταν άνω ορίων και χαλινού, με λίγα λόγια το κράτος ΠΑΣΟΚ).Η αξιολόγηση, λοιπόν και κατ’ αρχήν, είναι σωστή. Θα «κοσκινιστεί», θα ξεχωρίσει η ήρα από το σιτάρι, με στόχο «την βελτίωση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας της εκπαίδευσης», σύμφωνα με τις αφόρητες κοινοτοπίες του σχεδίου αξιολόγησης του υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού, Αθλητισμού, Νέας Γενιάς, δία βίου Μάθησης, Αναρρήσεως των Αιχμαλώτων, ευφορίας των καρπών της Γης και λοιπά συνοδευτικά....
Αλλού όμως είναι το πρόβλημα.
Πρώτον: Όλοι μας υποψιαζόμαστε, ότι η αξιολόγηση, στην νυν συγκυρία, είναι το κέλυφος, κάτω από το οποίο κρύβεται η απαίτηση της συμμορίας («τρόικας») για μαζικές απολύσεις εκπαιδευτικών.
Δεύτερον: σε συνάφεια με το προηγούμενο. Λιγότεροι δάσκαλοι σημαίνει λιγότερα σχολεία, ο ανομολόγητος στόχος τους. Θα κλείσουν και άλλες εκπαιδευτικές μονάδες, ιδίως σε απομακρυσμένες και ακριτικές περιοχές, οι οποίες θα μεταβληθούν σε γηροκομεία, εύκολη λεία ανεξέλεγκτων συμμοριών.
Τρίτον: Η αξιολόγηση αποτελείται από δύο σκέλη. Την διοικητική από τον διευθυντή, η οποία, λίγο έως πολύ, γίνεται. Και την εκπαιδευτική, από τον οικείο σχολικό σύμβουλο· με λίγα λόγια ο σχολικός σύμβουλος θα ελέγχει τι διδάσκεις στην τάξη. Είναι γνωστό, ότι οι σχολικοί σύμβουλοι -πλην ελαχίστων τιμητικών εξαιρέσεων- είναι «προοδευτικής» κοπής, φερέφωνα του υπουργείου, που «παίρνουν γραμμή και μπαίνουν στην γραμμή».
Άρα κραδαίνοντας τον πέλεκυ της κακής βαθμολογίας, ίσως και απόλυσης, θα εξαναγκάζουν τους δασκάλους να αυτολογοκρίνονται, να συμμορφώνονται με τις οδηγίες της εξουσίας και να σιωπούν. Αυτό ακυρώνει το θεμέλιο, το υπόβαθρο της Παιδείας, την ελευθερία του λόγου και της σκέψης.
Τέταρτον: Πολλοί εκπαιδευτικοί, τρομοκρατημένοι, θα αναπτύξουν γλοιώδη συμπεριφορά προς τους αξιολογητές, θα καταστούν ευάλωτοι και υποχωρητικοί  στους μαθητές, τα φαινόμενα απειθαρχίας θα πολλαπλασιαστούν, αφού κανείς δεν θα θέλει να δημιουργηθεί «επεισόδιο» ή να συγκρουστεί με ανώριμους γονείς «διά τον φόβον των Ιουδαίων».
Για παράδειγμα: Προσωπικώς (φέτος έχω στ’ Δημοτικού) δεν διδάσκω τα βιβλία γλώσσας-περιοδικά ποικίλης ύλης. Χρησιμοποιώ κείμενα από τους μεγάλους μάστορες του λόγου μας, Ευαγγελικές Περικοπές (για τα Θρησκευτικά), κείμενα των Πατέρων, Μακρυγιάννη, Κολοκοτρώνη (απομνημονεύματα, τον λόγο στην Πνύκα), δηλαδή τα παλιά δικά μας πλούτη, τα καλούδια, που μας περιμένουν στο πατρογονικό κελάρι. Προφανώς με την αξιολόγηση θα χαρακτηριστώ «ελλιπής» και ίσως απολυθώ. Το ίδιο ισχύει για πολλούς δασκάλους, που διδάσκουν «ψυχή και Χριστό». Βρισκόμαστε ενώπιον διωγμών, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και το πρόσφορο, για τέτοια πράγματα, έδαφος. (Η Τρόικα αλυχτεί και πάλι απαιτώντας κεφάλια...).
Τι κάνουμε; Πνευματικό αρματολίκι. (Η φράση ανήκει στον μακαριστό Δάσκαλό μας στην Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης Απόστολο Ιωαννίδη). Δεν φοβόμαστε γιατί «ου γαρ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως». (προς Τιμ. Β’, 1,7).
Όταν θα κλείνει πίσω μας η πόρτα της τάξης θα διδάσκουμε «τι είχαμε, τι χάσαμε και τι μας πρέπει». Να γνωρίσουν οι μαθητές την Πατρίδα τους, την αληθινή και όχι το άβουλο απολειφάδι που την κατάντησαν οι ελεεινοί. Στις τάξεις θα θεριεύουμε την αποσταμένη ελπίδα για την ανάσταση του Γένους, της αλυσόδετης Πατρίδας, ενώ το αιχμάλωτο κράτος, όπως οι αρματολοί με τους Τούρκους, θα νομίζει ότι είμαστε όργανά του. Έτσι διασώζεται η μαγιά, που θα φέρει το φεγγοβόλο αστέρι της αυγής, την λευτεριά μας. Και θέλει λίγο από την «τρέλλα» του Κολοκοτρώνη. «Ο κόσμος μας έλεγε τρελλούς. Εμείς, αν δεν ήμεθα τρελλοί, δεν εκάναμεν την Επανάστασιν». «Όλα τα είχα προβλέψει, τα είχα σκεφτεί, όλα εκτός από την τρέλλα των Ελλήνων», μονολογούσε ο Νικόλαος Ιβανώφ, ο αρχιστράτηγος των Βουλγάρων στην ένδοξη μάχη του Κιλκίς. Η «τρέλλα» των Κλεφταρματολών σώζει πατρίδες και όχι η ηττοπάθεια και η δειλία των «γνωστικών», που κυβερνούν γονατισμένοι.

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

«Τα αίτια της σύγχρονης ποικιλόμορφης κρίσης»


Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης π. Παύλος

Μακαριώτατε,


Σεβασμιώτατοι Άγιοι Αδελφοί

Με δέος ανέρχομαι τις βαθμίδες του ιερού τούτου βήματος δια να ομιλήσω ενώπιον του Ιερού Σώματος της Ιεραρχίας της καθ’ Ελλάδα Αγιωτάτης του Χριστού Εκκλησίας και να εκθέσω τους προβληματισμούς και τις ανησυχίες μου δια το θέμα το οποίον ανετέθη εις την ελαχιστότητά μου υπό της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου με τον τίτλον «Τα αίτια της σύγχρονης ποικιλόμορφης κρίσης».

Αισθάνομαι ειλικρινά πολύ μικρός, απευθυνόμενος εις πολιούς Αρχιερείς με έτη πολλά εις την αρχιερατική διακονία και ευθύνη, με ικανότητες και γνώσεις και εμπειρία, από τις οποίες πόρρω απέχω. Αισθάνομαι λοιπόν την ανάγκη να ευχαριστήσω τον Μακαριώτατο Πρόεδρο και τα μέλη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου δια την επιδειχθείσα προς εμέ εμπιστοσύνη και καλούμαι αυτή την ώρα να αναμετρηθώ με την ευθύνη μου.

Θέλω επίσης από τη θέση αυτή να ευχαριστήσω τους Σεβασμιωτάτους αδελφούς μετά των οποίων συνεργασθήκαμε δια τον καταρτισμό των βασικών συνιστωσών της παρούσης εισηγήσεως ήτοι τους Σεβασμιωτάτους αδελφούς Φθιώτιδος κ. Νικολάο, Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικολάο, καθώς και τους Σεβ. Ζακύνθου Χρυσόστομο, Ναυπάκτου κ. Ιερόθεο και Δημητριάδος κ. Ιγνάτιο.

Το θέμα είναι πολύ μεγάλο, ενώ οι καταστάσεις τις οποίες διερχόμεθα είναι όντως κρίσιμες. Ένα μεγάλο μέρος του λαού έχει την αίσθηση ότι έχουμε ήδη αργήσει να μιλήσουμε και με αγωνία αναμένει το λόγο της Εκκλησίας. Οι ευθύνες μας είναι πολύ μεγάλες.

Καλούμεθα επίσης να μιλήσουμε σε μια εποχή κατά την οποία υπάρχουν δυνάμεις στον τόπο μας, οι οποίες επιτίθενται μετά μανίας εναντίον της Εκκλησίας και προσπαθούν να την οδηγήσουν στο περιθώριο της ζωής του τόπου μας. Όπως ορθότατα σημειώνει άγιος αδελφός: «Αυτό που ζει ο κόσμος στην περίοδο αυτή δεν το έζησε ποτέ κατά το παρελθόν. Αυτό που συμβαίνει στην πατρίδα μας είναι πρωτόγνωρο και συνταρακτικό. Μαζί με την πνευματική, κοινωνική και οικονομική κρίση συμβαδίζει και η πάσης φύσεως ανατροπή»[1].

Πρόκειται για προσπάθεια εκρίζωσης και εκθεμελίωσης πολλών παραδεδομένων, τα οποία μέχρι τώρα θεωρούνταν αυτονόητα για τη ζωή του τόπου μας. Από κοινωνικής πλευράς επιχειρείται μία ανατροπή δεδομένων και δικαιωμάτων και μάλιστα με ένα πρωτοφανές επιχείρημα.

Τα απαιτούν τα μέτρα αυτά οι δανειστές μας. Δηλώνουμε δηλαδή ότι είμαστε μία χώρα υπό κατοχή και εκτελούμε εντολές των κυριάρχων-δανειστών μας. Το ερώτημα το οποίο γεννάται είναι εάν οι απαιτήσεις τους αφορούν μόνον οικονομικά και ασφαλιστικά θέματα η αφορούν και την πνευματική και πολιτιστική φυσιογνωμία της Πατρίδος μας.




Το ιστορικό της κρίσεως

Η οικονομική κρίση η οποία ταλαιπωρεί και δυναστεύει τη χώρα μας είναι η κορυφή του παγόβουνου. Είναι συνέπεια και καρπός μιας άλλης κρίσης την οποία θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε.

Η οικονομική κρίση είναι παγκόσμια, αλλά και τοπική. Θέλω λίγο να σταθώ στην παγκοσμιότητα αυτής της κρίσης. Στο κατά πόσον δηλαδή είναι κρίση που πηγάζει από συγκεκριμένες λαθεμένες οικονομικές επιλογές η είναι κατασκευασμένη, δηλαδή μια κρίση-εργαλείο, που αποβλέπει σε άλλους σκοπούς. Μια κρίση που αποβλέπει σε ένα παγκόσμιο έλεγχο.

Μια προσεκτική ματιά στην όλη δομή της «κρίσης» οδηγεί τη σκέψη προς το δεύτερο. Είναι μια κρίση-εργαλείο η οποία οδηγεί στον έλεγχο των πάντων. Ασφαλώς υπάρχουν και οι ανθρώπινες αδυναμίες και τα ανθρώπινα λάθη και οι εσφαλμένοι χειρισμοί. Όλα αυτά όμως αξιοποιούνται προκειμένου να επιτευχθεί το σχέδιο.

Μια ματιά στο τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκαν τα πράγματα στον τόπο μας δημιουργεί την βεβαιότητα, ότι εφαρμόστηκε ένα οργανωμένο σχέδιο με την συμμετοχή πολιτικών δυνάμεων του τόπου μας, το οποίο μας οδήγησε στη σημερινή αιχμαλωσία της πατρίδος μας σε αλλότριες δυνάμεις, οι οποίες επιβάλλουν τον δικό τους τρόπο διακυβέρνησης και με τα εδώ όργανά τους, επιχειρούν να αλλοιώσουν την πολιτισμική ταυτότητα του τόπου μας.

Ο κάθε λογικός άνθρωπος διερωτάται: Γιατί δεν πήραμε νωρίτερα όλα αυτά τα δύσκολα μέτρα, που σήμερα χαρακτηρίζονται αναγκαία. Όλες αυτές τις παθογένειες της κοινωνίας και της οικονομίας που σήμερα επιχειρούμε με βίαιο τρόπο να αλλάξουμε, γιατί δεν τις αλλάξαμε στην ώρα τους;

Γιατί έπρεπε να φθάσουμε μέχρις εδώ; Τα πρόσωπα στην πολιτική σκηνή του τόπου μας είναι, εδώ και δεκαετίες, τα ίδια. Πως τότε υπολόγιζαν το πολιτικό κόστος, γνωρίζοντας ότι οδηγούν τη χώρα στη καταστροφή και σήμερα αισθάνονται ασφαλείς, γιατί ενεργούν ως εντολοδόχοι; Σήμερα γίνονται ριζικές ανατροπές για τις οποίες άλλοτε θα αναστατωνόταν όλη η Ελλάδα και σήμερα επιβάλλονται χωρίς σχεδόν αντιδράσεις.




Ας δούμε λίγο και σε τοπικό επίπεδο την κρίση.

Η οικονομική μας κρίση με πολύ απλά λόγια οφείλεται στη διαφορά μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης. Στον αργό ρυθμό της παραγωγής που επιτυγχάνουμε απέναντι στο υψηλό βιοτικό επίπεδο που μάθαμε να ζούμε. Όταν όσα καταναλώνουμε είναι πολύ περισσότερα από όσα παράγουμε, τότε το οικονομικό ισοζύγιο γέρνει προς την πλευρά των εξόδων.

Η χώρα μας για να αντεπεξέλθει, αναγκάζεται να δανείζεται με την ελπίδα ότι το διαταραγμένο ισοζύγιο θα ανακάμψει. Όταν αυτό δεν γίνεται και οι δανειστές απαιτούν την επιστροφή των δανεισθέντων συν τόκω, τότε φθάνουμε στην κρίση και στην χρεωκοπία.

Είναι και άλλες χώρες που ευρίσκονται σε δεινή οικονομική θέση και λαμβάνουν σκληρά οικονομικά μέτρα, δεν ευρίσκονται όμως στην ίδια ανυποληψία στην οποία ευρίσκεται η χώρα μας.

Πρόκειται για ένα διεθνή διασυρμό και χλευασμό της πατρίδας μας και των κατοίκων της, που τραυματίζει την εθνική μας αξιοπρέπεια. Ακούσαμε από ομογενείς ότι έφθασαν στο σημείο να ντρέπονται να δηλώνουν ότι είναι Έλληνες, διότι αυτή η πληροφορία προκαλούσε τον χλευασμό των συνομιλητών τους.

Η αιτία του διασυρμού οφείλεται στα ψευδή στοιχεία, τα οποία έδιναν στην παγκόσμια κοινότητα και στα αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα οι υπεύθυνες -υποτίθεται- ελληνικές κυβερνήσεις. Μια συνειδητή προσπάθεια εξαπάτησης, την οποία εάν έκανε ένας απλός έλληνας πολίτης απέναντι στο ελληνικό δημόσιο, θα οδηγείτο σε δικαστική κρίση και καταδίκη. Μια τέτοια συμπεριφορά εξέθεσε διεθνώς τη χώρα μας, τραυμάτισε καίρια την αξιοπρέπειά της και μας ευτέλισε ως λαό στη διεθνή κοινότητα.

Είναι προφανές ότι τέτοιες συμπεριφορές προέρχονται από ανθρώπους διεφθαρμένους, οι οποίοι υποτάσσουν στο ατομικό συμφέρον και στην ιδιοτέλεια τους, την οικονομία αλλά και την αξιοπρέπεια ενός ολόκληρου λαού. Δομικά στοιχεία αυτής της οικονομικής κρίσης είναι η διαφθορά των θεσμών, η διαφθορά της κοινωνίας και των επί μέρους πολιτών, καθώς και τα φαινόμενα της διαπλοκής. Όλα αυτά τα νοσηρά φαινόμενα, δείχνουν εν τέλει την αληθινή ποιότητα της κρίσης, η οποία είναι πνευματική και έχει σαν καρπό της την οικονομική.

Ήδη η δυσαναλογία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης συνιστά όχι μόνον οικονομικό μέγεθος, αλλά πρωτίστως πνευματικό γεγονός. Σημείο πνευματικής κρίσης το οποίον αφορά τόσο την ηγεσία, όσο και το λαό. Μια ηγεσία που δεν μπόρεσε να σταθεί υπεύθυνα απέναντι στο λαό, που δεν μπόρεσε η δεν ήθελε να μιλήσει τη γλώσσα της αλήθειας, που πρόβαλε λαθεμένα πρότυπα, που καλλιέργησε τις πελατιακές σχέσεις, μόνο και μόνο γιατί είχε σαν στόχο την κατοχή και τη νομή της εξουσίας.

Μια ηγεσία που παγίδευσε το λαό δίδοντας οικονομικές παροχές χωρίς να υπάρχουν τα ανάλογα αποθέματα. Μια ηγεσία που γνώριζε την κατάσταση της οικονομίας της χώρας, αλλά που εγκληματικά σιωπούσε. Μια ηγεσία που ουσιαστικά υπονόμευσε τα πραγματικά συμφέροντα της χώρας και του λαού.

Κι’από την άλλη ένας λαός που λειτούργησε ανεύθυνα. Που γνώριζε και άκουγε ότι οι παροχές τις οποίες του πρόσφερε η ηγεσία δεν προήρχοντο από την εγχώρια παραγωγή, από αποθέματα, αλλά από δάνεια. Ένας λαός που δεν αγωνίσθηκε για την προκοπή της χώρας, που ουδέποπτε πρόσεξε σχετικές προειδοποιήσεις, αλλά παραδόθηκε στην ευμάρεια, στον εύκολο πλουτισμό και στην καλοπέραση, επιδόθηκε στην κομπίνα και στην εξαπάτηση, που δεν προβληματίσθηκε για την αλήθεια των πραγμάτων, που στερημένος από ουσιαστική παιδεία δεν στάθηκε με κριτικό πνεύμα απέναντι στην εξουσία. Η αυθαίρετη απαίτηση δικαιωμάτων από συντεχνίες και κοινωνικές ομάδες με πλήρη αδιαφορία για την κοινωνική συνοχή οδήγησαν κατά το μεγαλύτερο μέρος στην σημερινή κατάσταση.

Η ουσία της πνευματικής κρίσης είναι η απουσία νοήματος ζωής και ο εγκλωβισμός του ανθρώπου στο ευθύγραμμο παρόν, δηλαδή ο εγκλωβισμός του στο εγωκρατούμενο ένστικτο. Ένα παρόν χωρίς μέλλον, χωρίς όραμα. Ένα παρόν καταδικασμένο στο ανιαρό και μονότονο. Η μετατροπή της ζωής σ’ ένα χρονικό διάστημα ανάμεσα σε δύο ημερομηνίες, αυτές, της γέννησης και της ταφής, με άγνωστο το μεταξύ τους διάστημα. Σε μια τέτοια προοπτική το α-σκοπο συναγωνίζεται το παρά-λογο και τον αγώνα τον κερδίζει πάντα το τραγικό, όπως θαυμάσια επισημαίνει ο άγιος -πλέον- Ιουστίνος Πόποβιτς.

Όταν απευθύνεσαι σε νέους ανθρώπους και τους ερωτάς: «γιατί παιδί μου παίρνεις ναρκωτικά;» και σου απαντούν: «πέστε μου εσείς γιατί να μην πάρω; Δεν ελπίζω τίποτα, δεν περιμένω τίποτα, η μόνη μου χαρά είναι όταν τρυπάω την ένεση και ταξιδεύω» η όταν επισημαίνεις σε ένα νέο άνθρωπο ότι παίρνοντας ναρκωτικά θα πεθάνει και εκείνος σου απαντά με ένα τραγικό χαμόγελο: «εσείς δεν καταλαβαίνετε ότι εγώ παίρνω ναρκωτικά για να ζήσω» τότε αντιλαμβάνεσαι πόσο απίστευτα αληθινός και πόσο τραγικά επίκαιρος είναι ο Άγιος αυτός του Θεού άνθρωπος.

Επόμενο είναι μια ουσιαστική απουσία νοήματος της ζωής να την οδηγεί σε κατανάλωση, σε κυνήγι ευδαιμονίας, σε αναζήτηση εγωϊστικής απόλαυσης. Το άγχος της ανασφάλειας-μιας ανασφάλειας που είναι πλέον κατάσταση υπαρξιακή - κάνει τον άνθρωπο να ζει σε κλίμα πανικού.

Αυτή η απουσία νοήματος ζωής συνιστά την πιο ριζική, την προσωπική κρίση του ανθρώπου. Σηματοδοτεί την υπαρξιακή του αποτυχία με όλες τις περαιτέρω τραγικές συνέπειες, την ανικανότητά του να αντισταθεί σε ο,τι τον ευτελίζει.

Έγινε πολύς λόγος στους έσχατους καιρούς για τη διαφθορά της δημόσιας ζωής και τη λεηλασία του κράτους. Η πάταξή της έγινε σημαία για τη διεκδίκηση της εξουσίας.

Το αποτέλεσμα ήταν μια βαθύτερη και μεγαλύτερη διαφθορά και μια κοινωνία ζωσμένη στο μαγγανοπήγαδο μιας πολιτικής χωρίς οράματα, που αδυνατεί να καταλάβει ότι η διαφθορά είναι πράξη απόγνωσης, ένα κυνήγι ευτυχίας σ’ ένα κόσμο που θεοποίησε την κατανάλωση. Όταν δεν υπάρχει άλλο όραμα ζωής πέρα από την κατανάλωση, όταν η οικονομική δύναμη και η επίδειξή της γίνεται ο μόνος τρόπος κοινωνικής καταξίωσης, τότε η διαφθορά είναι ο μόνος δρόμος ζωής, διότι διαφορετικά, αν δεν είσαι διεφθαρμένος, είσαι ανόητος.

Το κυνήγι της κατανάλωσης, που πηγάζει από μια ζωή χωρίς νόημα, μετέτρεψε τον άνθρωπο από ελεύθερη προσωπικότητα σε γρανάζι μιας απρόσωπης μηχανής. Η οικονομία δεν υπηρετεί πλέον τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος γίνεται απρόσωπο γρανάζι της οικονομίας, ο άνθρωπος έχει πλέον υποταχθεί σ’αυτήν. Το ερώτημα-δίλημμα του Ντοστογιέφσκι το βλέπουμε και σήμερα μπροστά μας. Ελευθερία η ευτυχία;[1]

Σήμερα ο άνθρωπος δικαίως τρέμει μήπως μειωθεί το εισόδημά του, αλλά δεν ανησυχεί το ίδιο για το έλλειμα παιδείας που αφορά τα παιδιά του και δεν αγωνιά για τον ευτελισμό του ανθρώπινου προσώπου. Είμαστε μια χώρα που ίσως δεν είναι ελεύθερη πια, μια χώρα που ίσως στην ουσία διοικείται από άλλους, που φαίνεται να εκχώρησε την εθνική της κυριαρχία στα χέρια ξένων, αλλά αυτό δεν μας νοιάζει πλέον. Άραγε θα συνετισθεί ο λαός μας, θα καταλάβει πόσο επικίνδυνη είναι αυτή η ώρα, γιατί κάποιοι την χρησιμοποιούν για να αλλοιώσουν την πνευματική ταυτότητα του, να τον καταστήσουν οριστικά ξένο με τις ρίζες και την παράδοσή του; Η συζήτηση και μόνο για την αφαίρεση του Σταυρού και από την σημαία της χώρας μας είναι ενδεικτική.

Ο Μέγας Ιεροεξεταστής, στο σχετικό έργο του Ντοστογιέφσκι, σχολιάζοντας τον πρώτο πειρασμό του Χριστού στην έρημο του λέγει: «Θέλεις να πας στον κόσμο και πηγαίνεις με αδειανά χέρια, με κάποια αόριστη υπόσχεση μιας ελευθερίας την οποία οι άνθρωποι με την απλοϊκότητά τους και την φυσική τους αμβλύνοια δεν μπορούν να καταλάβουν και που την φοβούνται... Βλέπεις όμως τις πέτρες σ’αυτή τη γυμνή και φλογισμένη έρημο; Κάμε τες ψωμιά και η ανθρωπότης θα σε ακολουθήσει σαν κοπάδι ευγνώμον και υποτακτικό».[1]




Ένα ακόμη χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της πνευματικής κρίσης είναι η κατάσταση της Παιδείας στον τόπο μας. Εδώ το πιο τραγικό είναι ότι οι υπεύθυνοι της Πολιτείας αδυνατούν να συλλάβουν την ουσία της. Η Παιδεία στον τόπο μας έχει πλέον τελειώσει. Το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα διαστρέφει συστηματικά και συνειδητά το μαθητή, οι πνευματικοί άνθρωποι, αν υπάρχουν, σιωπούν, οι πνευματικές αξίες έχουν καταπέσει, τα πρότυπα έχουν χαθεί.

Για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές χρησιμοποιούμε συνήθως ένα ρήμα. Το ρήμα «φορτώνω». Φορτώνουμε τον υπολογιστή με δεδομένα. Η σημερινή εκπαίδευση «φορτώνει» τον εγκέφαλο των παιδιών μας με ύλη. Το σχολείο και οι εκπαιδευτικοί αγωνίζονται να τελειώσουν την ύλη. Αυτός είναι ο πρώτος και ο ύψιστος στόχος. Ο μαθητής, σαν πρόσωπο, είναι απών από αυτή την εκπαιδευτική διαδικασία. Τα παιδιά μας μέσα στο Γυμνάσιο και το Λύκειο περνούν τα κρισιμότερα χρόνια της ζωής τους και το σημερινό σχολείο είναι απολύτως αδιάφορο για τον μαθητή σαν πρόσωπο, για την ψυχή του. Το σημερινό σχολείο τεμαχίζει την προσωπικότητα του μαθητή, τον ακρωτηριάζει οντολογικά και τον διαστρέφει έχοντάς τον μεταποιήσει σε ηλεκτρονικό υπολογιστή στον οποίο το μόνο που έχει να προσφέρει είναι να τον «φορτώνει», έτσι του έχει αχρηστεύσει και την κριτική ικανότητα. Τα παιδιά μας μεγαλώνουν σήμερα μόνο «σοφία και ηλικία», αλλά όχι «και χάριτι»[1] και αυτό είναι το δράμα τους.

Με μια τέτοια στάση το σύνθημα του σημερινού Υπουργείου Παιδείας, «πρώτα ο μαθητής», μόνον σαν κακόγουστο αστείο μπορεί να ηχήσει η σαν πικρή ειρωνεία απέναντι στο πρόσωπο του μαθητή. Όταν το Υπουργείο αναζητεί να συνδέσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση με την παραγωγή, κάτι που λογικά το κάνει η ανώτατη εκπαίδευση, όταν δεν καταλαβαίνει ότι η μέση εκπαίδευση πρέπει να συνδεθεί με την αγωγή και τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του μαθητή, όταν αχρηστεύει την σύγχρονη εγκύκλιο παιδεία, τότε η Παιδεία στον τόπο μας είναι τελειωμένη και τότε συνειδητοποιεί κανείς και την διαρκώς ογκουμένη αντίδραση των μαθητών, αλλά και την επικαιρότηα της Γραφικής ρήσης: «ει το φως το εν σοι σκότος, το σκότος πόσον»;[1]

Εκκλησιαστικές ευθύνες

Έχουμε φθάσει σαν χώρα σε σημείο οριακό. Πολλοί αυτή την ώρα, σήμερα θα έλεγα, προσβλέπουν στην Εκκλησία αναμένοντες και το λόγο της και τις πράξεις της.

Ετούτη την κρίσιμη ώρα είναι σημαντικό εμείς οι Ποιμένες της Εκκλησίας να έχουμε το θάρρος να αναμετρηθούμε με τις ευθύνες μας και να αναζητήσουμε με τόλμη το μερίδιο της ενδεχομένης δικής μας υπαιτιότητας στην παρούσα κρίση. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η πάλη σήμερα δεν είναι «προς σάρκα και αίμα, αλλά προς τις αρχές, τις εξουσίες, τους κοσμοκράτορας του σκόπτους του αιώνος τούτου»[1].

Η Εκκλησία έχει το αντίδοτο της κατανάλωσης σαν τρόπο ζωής και αυτό είναι η άσκηση. Και εάν η κατανάλωση είναι το τέλος, γιατί η ζωή δεν έχει νόημα, η άσκηση είναι δρόμος, γιατί οδηγεί σε ζωή με νόημα. Η άσκηση δεν είναι στέρηση της απόλαυσης, αλλά εμπλουτισμός της ζωής με νόημα. Είναι η προπόνηση του αθλητή που οδηγεί στον αγώνα και στο μετάλλιο και αυτό το μετάλλιο είναι η ζωή που νικά το θάνατο, η ζωή που πλουτίζεται με την αγάπη. Η άσκηση είναι τότε οδός ελευθερίας, ενάντια στη δουλεία του περιττού.

Αυτή την άσκηση σαν οδό ελευθερίας και νοηματοδότησης της ζωής, δεν την κηρύξαμε όσο και όπως έπρεπε, αλλά προ παντός δεν την βιώσαμε. Κατηγορηθήκαμε, όχι πάντα άδικα, για εκκοσμίκευση, η οποία συνιστά νοθεία της αυθεντικότητας. Οι του Ιερού Κλήρου όλων των βαθμίδων δεν ζήσαμε τον ασκητικό τρόπο ζωής, καθώς διδάσκει το Ευαγγέλιο, δεν δώσαμε πάντα το καλό παράδειγμα, όχι ευσεβιστικά και υποκριτικά, αλλά σαν ελεύθερη και συνειδητή επιλογή ενός τρόπου ζωής. Δεν θελήσαμε να είμαστε «οι άλλοι», οι μη συσχηματιζόμενοι με τον παρόντα κόσμο. Προκαλέσαμε με την οικονομική μας άνεση, με την προσχώρησή μας στην εκκοσμίκευση, με την απουσία της λιτότητας στις εκδηλώσεις μας και ενίοτε και στην αμφίεση μας. Με την επιδίωξη της άνεσης ακόμη και στην μοναστική μας ζωή, με την δυσκολία που δημιουργήσαμε στους απλούς ανθρώπους να μας προσεγγίσουν, κάποτε και με την ποιότητα της φιλανθρωπίας μας. Μιλήσαμε πολλές φορές για τα κανονικά μας δικαιώματα, σπάνια όμως για τις κανονικές μας ευθύνες. Συνερχόμεθα σε Συνόδους, αλλά θεωρούμε ότι οι Συνοδικές αποφάσεις σταματούν στα όρια των Μητροπόλεών μας. Αλλά τότε γιατί συνερχόμεθα;




Αφήσαμε μια χαλαρότητα να μουδιάσει την πνευματική μας ζωή και θεωρήσαμε την ασκητικότητα σαν άκρο και όχι σαν το αυθεντικό εκκλησιαστικό ήθος. Ανεχθήκαμε συμπεριφορές Μονών, μοναχών και κληρικών, που ολίγον απέχουν από το να είναι αντιεκκλησιαστικές, γιατί όχι και αντίχριστες. Γίναμε κάποιες φορές πομπώδεις, αλλά πολύ λίγο ουσιαστικοί και αυθεντικοί. Ο κηρυκτικός μας λόγος έχασε το πνευματικό του νεύρο. Εγκατέλειψε εν πολλοίς την Θεολογία και την Κατήχηση, έχασε την επαφή με την πραγματικότητα και τον διάλογο με τις πνευματικές αναζητήσεις του σύγχρονου ανθρώπου

Συντελέσαμε στη σύγχυση του λαού μας, στον αποπροσανατολισμό του, αδιαφορώντας για τα ουσιώδη. Κινηθήκαμε στη βάση της κοσμικότητας και λειτουργήσαμε σαν μονάδες διοικητικές, οικονομικές, εξουσιαστικές και όχι σαν μέλη του Σώματος του Χριστού. Λησμονήσαμε την πρωτοχριστιανική Εκκλησία, την Εκκλησία των Πράξεων των Αποστόλων, όπου είχαν όλοι τα πάντα κοινά, όπου μετείχαν ο ένας στο πρόβλημα του άλλου. Κάναμε και κάνουμε Συνέδρια, αλλά γιατί; Πότε προβληματιστήκαμε για την πορεία των αποφάσεων τους, για το πέρασμα τους στην καθημερινότητα της Εκκλησίας μας; Προβάλλουμε τον κοινοβιακό τρόπο ζωής σαν παράδειγμα, αλλά δεν τον ζούμε. Λησμονήσαμε ότι η Θεία Λειτουργία συνεχίζεται και μετά τη Θεία Λειτουργία. Είναι άγνωστο ότι υπάρχουν Μητροπόλεις που οικονομικά πολύ δυσκολεύονται; Πόσο θυμόμαστε τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε σε ανάλογες περιπτώσεις ο Απόστολος Παύλος;

Το πλέον οδυνηρό εξ όλων είναι, ότι γίναμε στη συνείδηση του λαού, και όχι πάντοτε άδικα, μέρος του πολιτικού συστήματος που καταρρέει και κινδυνεύουμε να μας συμπαρασύρει. Ο ευσεβης λαός μας κατηγορεί γι’αυτό και μας καταλογίζει ευθύνη, μας θεωρεί συνενόχους για την κατάσταση στην οποία ευρίσκεται η χώρα. Η ευθύνη μας δεν είναι ότι δεν αναχαιτίσαμε εμείς την κρίση, αλλά ότι δεν αντιδράσαμε, δεν αντισταθήκαμε, δεν ομολογήσαμε.

Δεν σταθήκαμε δυστυχώς κριτικά, δηλαδή πνευματικά και όχι αντιπολιτευτικά απέναντι στην εξουσία. Προσπαθήσαμε να την πείσουμε ότι είμαστε δικοί της, στηριχθήκαμε στα δεκανίκια της και τώρα εισπράττουμε οργή. Οι αντιτιθέμενοι στην Εκκλησία ευρίσκουν ευκαιρία να επιτεθούν με δριμύτητα εναντίον της, να απαιτούν τον χωρισμό Εκκλησίας και Πολιτείας, να προσπαθούν να εμφανίσουν την Εκκλησία ως εμπλεκομένη με την πολιτική εξουσία και καταφέρνουν να πείθουν πολλούς. Ασφαλώς και δεν έχουν δίκαιο, αλλά και εμείς δεν προσέξαμε πάντα και όσο χρειαζόταν. Διεκδικούμε ως εξουσία, προσπαθούμε να πείσουμε την εξουσία ότι μας χρειάζεται και δίνουμε όπλα στα χέρια τους. Επιτρέψαμε τα πραγματικά η κατασκευασμένα σκάνδαλα να γίνουν εργαλείο στα χέρια των εμπόρων της κατεδάφισης και δεν αντιδράσαμε άμεσα και δραστικά προς όλες τις κατευθύνσεις. Δείξαμε περίεργη ανοχή σε ηθικά σκάνδαλα. Δείξαμε ανοχή σε σημείο που άγγιξε την ενοχή.

Ταλαιπωρήθηκε πολύ και επί πολύ χρόνο η Εκκλησία μας με θλιβερές υποθέσεις. Έχουμε τεράστια ευθύνη για τον πολυκαιρισμό τέτοιων θλιβερών και δυσωνύμων καταστάσεων. Κάναμε άτολμες κινήσεις, πήραμε περίεργες αποφάσεις, οχυρωθήκαμε πίσω από δικονομικούς όρους, δημιουργήσαμε περίεργα δικαστικά τετελεσμένα και εκτεθήκαμε, αρνηθήκαμε ένα γενναίο ξεκαθάρισμα, αφήσαμε επί μήνες οχετούς βρωμιάς δια της τηλοψίας να μολύνουν τις ακοές και τις συνειδήσεις του πληρώματος, προκαλέσαμε με αποφάσεις που γέμισαν οργή τον πιστό λαό μας και χλεύη τους εναντίους, για να φθάσουμε στα γνωστά αδιέξοδα. Δεν είχαμε καθαρό λόγο. Προκρίναμε, με αποφάσεις των οργάνων μας, το «φιλάδελφον» εις βάρος του φιλόθεου και του φιλάνθρωπου. Είναι σκληρά τα λόγια, αλλά αυτά μας καταμαρτυρούν οι δικοί μας άνθρωποι. Αφήσαμε απροστάτευτη την Εκκλησία του Χριστού να κατηγορείται από τους εναντίους.

Δεν προσέξαμε τις χειροτονίες των κληρικών μας. Κυκλοφορούν δυστυχώς θαρρετά και προκλητικά, όχι μόνο στους δρόμους αλλά και στον κυβερνοχώρο, κληρικοί που αδιάντροπα προσβάλλουν το τίμιο ράσο και τύπτουν την συνείδηση του λαού. Δείχνουμε ανοχή σε ποικίλες εκτροπές κληρικών μας και με τον τρόπο αυτό αποθαρρύνουμε σοβαρούς ανθρώπους που θέλουν να διακονήσουν την Εκκλησία.

Διδάσκουμε ότι η Εκκλησία είναι κλήρος και λαός. Το λαϊκό στοιχείο όμως δεν συμμετέχει πολύ ενεργά, δεν του αναθέσαμε ευθύνες και διακονίες οι οποίες του ανήκουν.

Δεν σταθήκαμε όσο έπρεπε κοντά στη νεολαία μας. Οι περισσότεροι από τους ενοριακούς μας ναούς δεν είναι φιλόξενοι χώροι για τα παιδιά και τους νέους μας. Δημιουργούμε χώρους για να προσφέρουμε καφέ στα μνημόσυνα, αλλά όχι χώρους για τα παιδιά μας. Μας ενοχλεί η παρουσία τους. Φοβόμαστε μήπως μας λερώσουν τον χώρο και δεν σκεπτόμαστε την ταλαιπωρία των ψυχών τους. Οι Κατηχητές μας πολλές φορές περνούν δύσκολα με τα στελέχη των ναών μας. Δεν είναι άραγε ενδεικτικό ότι στην Σύνοδο των Εφήβων συμμετείχαν παιδιά μόνο από 20 Μητροπόλεις της Εκκλησίας μας, τη στιγμή κατά την οποία η απόφαση για την συγκρότησή της ήταν απόφαση της Ιεράς Συνόδου; Από την άλλη πλευρά συμμετείχαν νέοι που πληροφορήθηκαν για την προσπάθεια αυτή της Εκκλησίας από το διαδίκτυο και δήλωσαν συμμετοχή και μας εξέπληξαν με τον ανεπιτήδευτο λόγο τους και τις ευχαριστίες τους, γιατί τους δώσαμε βήμα για να μιλήσουν. Δίνουμε την εντύπωση ότι έχουμε κουραστεί με τους νέους μας η ότι είμεθα κλεισμένοι στην αυτάρκεια μας. Τα λόγια με τα οποία προσφώνησε τον Μακαριώτατο και τα μέλη της Ιεράς Συνόδου ο εκπρόσωπος της Συνόδου των Εφήβων είναι πολύ σημαντικά. Είπε το νέο αυτό παιδί για την πρωτοβουλία αυτή της Εκκλησίας:

«Το κάλεσμα αυτό φέρνει ένα μήνυμα αισιοδοξίας σε εμάς τους νέους, ότι η Εκκλησία είναι κοντά μας και μας το αποδεικνύει έμπρακτα, δίνοντάς μας φωνή μέσα από τέτοια προγράμματα. Μπορεί να νομίζετε ότι οι νέοι δεν ενδιαφέρονται πια για θέματα της Εκκλησίας, όμως αυτό είναι μια μεγάλη παρεξήγηση. Η Νεολαία είναι εδώ και μπορεί να δώσει βροντερό παρόν, αρκεί να δοθούν και άλλες τέτοιες ευκαιρίες να το αποδείξει».[1]

Την πρωτοβουλία αυτή της Εκκλησίας την χαρακτήρισε μήνυμα αισιοδοξίας προς τους νέους, ένα νέο παιδί που δεν ήλθε απεσταλμένος από καμμία Μητρόπολη, αλλά που πληροφορήθηκε από το διαδίκτυο γι’αυτήν. Αυτή την αισιοδοξία τους θα την τονώσουμε η θα την αποθαρρύνουμε;

Ασφαλώς είναι πολλοί και οι Ιεράρχες και οι λοιποί κληρικοί που εργάζονται θυσιαστικά για το λαό του Θεού. Επιτρέψαμε όμως, ένα τόσο θαυμαστό έργο, να καλυφθεί από των θόρυβο μερικών θλιβερών καταστάσεων





Η Εκκλησία ως κρίση του κόσμου και η κρίση της Εκκλησίας

«Νυν κρίσις εστί του κόσμου»[1] και η κρίση συνίσταται εις το ότι το φως ήλθε στον κόσμο, αλλά οι άνθρωποι αγάπησαν πιο πολύ το σκοτάδι από το φως, γιατί ήταν πονηρά τα έργα τους. Αυτή η κρίση για την οποία ομιλεί ο Χριστός είναι η πραγματική και ουσιαστική κρίση του κόσμου. Το σημείο εις το οποίο σήμερα ευρισκόμεθα δηλώνει ότι όλη η πορεία του τόπου μας ήταν μια πορεία στο σκοτάδι που μας έφερε στο χείλος ενός γκρεμού και τούτο γιατί αρνηθήκαμε Εκείνον που είναι το φως το αληθινό που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο.

Μετά την ολοκλήρωση του σωτηριώδους έργου του Κυρίου μας η κρίσις αυτού ήρθη. Ο Κύριος υπήρξε απόλυτα σαφής. Αυτός που πιστεύει σε μένα, δεν κρίνεται, γιατί πίστεψε, ενώ αυτός που δεν πιστεύει σε μένα ήδη έχει κριθεί, γιατί δεν εμπιστεύθηκε το πρόσωπο του Ενανθρωπήσαντος Θεού. Η κρίση πλέον ανήκει στον άνθρωπο και στην στάση την οποία θα πάρει απέναντι στο πρόσωπο του Χριστού. Ο Χριστός λοιπόν είναι η κρίση του κόσμου και της ιστορίας γενικώτερα, αλλά και των επί μέρους καταστάσεων της ζωής και της κοινωνίας μας.

Η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού είναι η κρίση του κόσμου. Μη ούσα εκ του κόσμου, αλλά πορευομένη εν τω κόσμω, κρίνει τον κόσμο και την ιστορία. Κρίνει με την ύπαρξή της και την πορεία της. Η Εκκλησία είναι η χώρα των ζώντων, εις την οποία θάνατος ουκέτι κυριεύει. Είναι η άλλη φωνή, η άλλη πραγματικότητα που ζει στον κόσμο, για να προσλαμβάνει και να σώζει τον κόσμο.

Σήμερα όμως πολλοί μιλούν για την κρίση και αυτής της Εκκλησίας. Διέρχεται κρίση η Εκκλησία; Η Εκκλησία που κρίνει τον κόσμο, τώρα κρίνεται από τον κόσμο; Είναι προφανές ότι η Εκκλησία δεν διέρχεται κρίση, αλλά είναι και παραμένει η κρίση του κόσμου και της ιστορίας. Ο Ιησούς Χριστός, η Κεφαλή του Σώματος της Εκκλησίας, είναι «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας»[1]. Είναι και παραμένει «η οδός και η αλήθεια και η ζωή»[1], το αληθινό φως του κόσμου.

Κρίση διερχόμεθα όμως εμείς, οι άνθρωποι της Εκκλησίας, οι ποιμένες και οι ποιμαινόμενοι, στο μέτρο και το βαθμό που βιώνουμε η όχι την πραγματικότητα της Εκκλησίας. Στο μέτρο που ζούμε σ’αυτό τον κόσμο ως πάροικοι και παρεπίδημοι η ως συσχηματιζόμενοι με αυτόν. Στο μέτρο που, αντί να γινόμαστε ως Εκκλησία η κρίση του κόσμου, κρινόμαστε από τον κόσμο ως ανεπαρκείς.

Είναι σημαντικό να διερωτηθούμε, εάν όντως το πολίτευμά μας ως μελών της Εκκλησίας είναι στον ουρανό η γίναμε στελέχη εγκοσμίων πολιτευμάτων, οπότε έχουμε υποχωρήσει στην εκκοσμίκευση, έχουμε ταυτιστεί με τα πολιτικά κατεστημένα. Ο κόσμος μιλάει για διακριτούς ρόλους Εκκλησίας και Πολιτείας, εμείς όμως οφείλουμε να συνειδητοποιούμε ότι η Εκκλησία είναι μια ριζική διάκριση νοοτροπίας και στάσης ζωής. Είμαστε το άλας και δεν πρέπει να γίνουμε το άλας το οποίον εμωράνθη, διότι τότε θα σβήσουμε την ελπίδα από τις καρδιές των ανθρώπων. Αυτός που θέλει να τηρήσει το Ευαγγέλιο του Χριστού, πρέπει να ζει ασκητικά και όχι ευδαιμονιστικά, πρέπει να ζει εσχατολογικά και όχι εγκοσμιοκρατικά. Πολλές φορές, πολλοί αδελφοί, Επίσκοποι και ιερείς, προσκαλούνται εις τα τηλεοπτικά παράθυρα. Αλήθεια έχουμε προβληματισθεί, εάν μιλούμε πάντοτε ως εκπρόσωποι της Εκκλησίας η ως στελέχη αυτού του κόσμου, όσον αφορά και το περιεχόμενο, αλλά και τον τρόπο έκφρασης των απόψεών μας;

Προσπαθούμε πολλές φορές να αποδείξουμε πόσο χρήσιμοι είμαστε η πόσα πολλά προσφέρουμε και είναι αλήθεια ότι η Εκκλησία πολλά προσφέρει και πολύ πόνο και μεγάλη δυστυχία ανακουφίζει και ότι αν δεν υπήρχε αυτό το έργο Της θα είχαν σημειωθεί προ πολλού κοινωνικές εκρήξεις. Χωρίς όμως να το καταλαβαίνουμε, υποτάσσουμε το είναι της Εκκλησίας σε μια κοινωνική υπηρεσία της Πολιτείας. Μιας Πολιτείας η οποία μας επαινεί, γιατί καλύπτουμε τα κενά της, η οποία μας θέλει κοντά της, αλλά για να μας ελέγχει και η οποία με τις συμπεριφορές και τις αποφάσεις της, ακυρώνει την ευαγγελική αλήθεια. Ο Λαός μας ζητά μια Εκκλησία με ηρωϊσμό, με νεύρο, με λόγο προφητικό, με σύγχρονο νεανικό λόγο, όχι εκκοσμικευμένη, αλλά αγιαζομένη και αγιάζουσα, μια Εκκλησία ελευθέρα και ποιμαίνουσα μετά δυνάμεως. Μια Εκκλησία που δεν θα φοβάται να αμυνθεί στο πονηρό σύστημα αυτού του κόσμου, έστω κι’άν η αντίσταση σημαίνει διωγμό η και μαρτύριο. Η Εκκλησία από τη φύση Της είναι η αληθινή κρίση του κόσμου και δεν θα πρέπει να γίνει μέρος της κρίσης του κόσμου.




Εν Συμπεράσματι

Η Εκκλησία πιστεύω ότι είναι η μόνη που μπορεί να ερμηνεύσει τα γεγονότα και τη ζωή. Πιστεύω ότι πολύ πιο σημαντικό από την καταγραφή η την περιγραφή των γεγονότων είναι η ερμηνεία τους. Είναι αναμφίβολο ότι σήμερα ο κόσμος πάσχει και πάσχει ποικιλοτρόπως και όχι μόνο οικονομικά. Είναι σημαντικό όμως να κατανοήσει γιατί πάσχει. Καμμία ασφαλώς οικογένεια δεν θα ήθελε τα παιδιά της να «μπλέξουν» με τα ναρκωτικά. Ο τρόπος όμως που πολλές οικογένειες μεγαλώνουν τα παιδιά τους τα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε αυτά.

Είναι σημαντικό να μελετήσουμε με προσοχή αλλά και με ευθύνη τι ακριβώς συμβαίνει. Να ξεκινήσουμε από τους εαυτούς μας. Να δούμε πρώτα που πάσχουμε, διαφορετικά θα ανακυκλωνόμαστε, χωρίς αποτέλεσμα.

Να δούμε με προσοχή τι πρέπει να διορθώσουμε. Ξεκινώντας από εμάς, προχωρώντας στους κληρικούς μας και φθάνοντας στα λαϊκά μέλη της Εκκλησίας, να δούμε το εκκλησιαστικό μας ήθος, να δούμε την ενοριακή μας ζωή, να διακρίνουμε το πομπώδες και γι’αυτό ψεύτικο, από την αληθινή λειτουργική μας παράδοση. Να λειτουργήσουμε στις επί μέρους ποιμαντικές μονάδες, αλλά και στο σύνολο μας ως Εκκλησία, πιο εκκλησιαστικά, πιο κοινοβιακά, πιο ασκητικά, να ασχοληθούμε σοβαρά με την κατάρτιση των κληρικών μας.

«Η Εκκλησία κηρύττοντας, αλλά και βιώνοντας την αγάπη έχει την ικανότητα να συμφιλιώνει και να ενοποιεί τους πάντας και να μετατρέπει τη διασπασμένη και κατακερματισμένη ανθρωπότητα σε κοινωνία αγάπης και ευχαριστιακή ενότητα αδελφών. Αποτελεί όμως προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για τη διασφάλιση της ενότητας και της ειρήνης στην Εκκλησία, η εν ταπεινώσει ουσιαστική παραίτηση από την προβολή του εγώ και των ατομικών επιδιώξεων.

Με αυτή την προϋπόθεση η Εκκλησία γίνεται τρόπος συνύπαρξης και συγχώρησης για τα μέλη της, αλλά και αιτία σοβαρού προβληματισμού για τους εκτός. Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι αν η αγάπη των χριστιανών του σήμερα δεν μπορεί να νικήσει την πονηρία του κόσμου και του διαβόλου, δεν είναι αληθινή αγάπη και αν η Εκκλησία δεν μπορεί να μετατρέψει τα ολισθήματα και τις πτώσεις του σύγχρονου ανθρώπου σε αφετηρίες λυτρώσεως και ανακαινίσεως έχει αποτύχει στο ποιμαντικό και διακονικό της έργο», παρατηρεί σύγχρονος πανεπιστημιακός καθηγητής.[1]

Ο Ντοστογιέφσκι λέγει ότι υπάρχουν μόνο τρεις δυνάμεις στη γη που μπορεί κανείς μ’αυτές να κατανικήσει και να αιχμαλωτίσει για πάντα τη συνείδηση των ανθρώπων, για τη δική τους την ευτυχία: Το θαύμα, το μυστήριο και η εξουσία. Και ο Μέγας Ιεροεξεταστής λέγει στο Χριστό: Απόρριψες και την μία και την άλλη και την τρίτη. ...Διψούσες αγάπη και ελευθερία και όχι την δουλοπρεπή γοητεία ενός σκλάβου μπροστά σε μια δύναμη που τον υποδουλώνει μια για πάντα».

Είναι η περιπέτεια της ανθρώπινης ελευθερίας που ευρίσκεται στη βάση της κάθε κρίσης. Και η ελευθερία είναι μόνιμα ζευγμένη με την ευθύνη. Σεβ. Αδελφός ερμηνεύοντας αυτούς τους τρεις πειρασμούς του Χριστού στην σύγχρονη εποχή τονίζει: «Ο σύγχρονος άνθρωπος θέλει να μετατρέψει τους λίθους, τα αντικείμενα, το φυσικό περιβάλλον καθώς επίσης και όλα τα δομικά στοιχεία της ζωής του, ακόμη και τα κύτταρα και τα γονίδια, σε χρυσό, σε τροφή, σε αγαθά για την σωματική του απόλαυση.

Το ενδιαφέρον του είναι να ζει ευδαιμονιστικά και να παρατείνει όσο μπορεί περισσότερο την βιολογική του ζωή. Επίσης ο σύγχρονος άνθρωπος ενδιαφέρεται κυρίως για όσα φαίνονται και προκαλούν την προσοχή του, ενδιαφέρεται για το φαίνεσθαι, επιθυμεί την κοινωνική προβολή και την ανάδειξή του στην κοινωνία με οποιοδήποτε τρόπο. Ακόμη ο σύγχρονος άνθρωπος επιδιώκει την κατάκτηση της ποικιλόμορφης εξουσίας με οποιοδήποτε τρόπο, για να κυβερνά τον κόσμο και τις κοινωνικές ομάδες. Όλα αυτά διαπνέονται από την φιληδονία,την φιλοδοξία και την φιλοκτημοσύνη. Δεν βλέπει ο άνθρωπος την εσωτερική διάσταση των πραγμάτων, δεν τον απασχολούν τα υπαρξιακά προβλήματα, το νόημα της ζωής»

Είναι επίσης σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε τι γίνεται γύρω μας. Ζούμε σε ένα κράτος που αποδυναμώνεται η πολιτισμική του ταυτότητα. Ακούμε θεωρίες και κινήματα περί ενότητος, όπως ο οικουμενισμός, ο συγκρητισμός και η σχετικοποίηση των πάντων. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, η γλώσσα, η ιστορία, η Ορθόδοξη πίστη, αυτή η βασική συνεκτική δύναμη της κοινωνίας, πλήττονται συστηματικά και συνειδητά από οργανωμένες ορατές και αόρατες δυνάμεις. Η Παιδεία στον τόπο μας όχι μόνο έχει τελειώσει, αλλά γίνεται και επικίνδυνη για τους τροφίμους της. Τα παιδιά μας στο διαδίκτυο γράφουν με λατινικούς χαρακτήρες, γιατί δεν γνωρίζουν την γλώσσα μας.

Η Εθνική μας συνείδηση πλήττεται, αλλά και υπονομεύεται. Η Εκκλησία μας πολεμείται ανοικτά πολλές φορές, αλλά και δόλια τις περισσότερες, ενώ φθείρεται μέσα από την σχέση της με την εξουσία. Είναι πολύ σημαντικό να μην φοβηθούμε, αλλά να ετοιμαστούμε για το καινούριο που έρχεται και που ήδη είναι παρόν. Ο Θεός δεν μας έδωσε «πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού».[1] Ευθύνη της Εκκλησίας είναι να καταθέτει την εμπειρία της και την αλήθειά της.

Πανεπιστημιακός Καθηγητής[1] λέγει σε ένα κείμενο του ότι η λέξη κρίση στα κινέζικα αποτελείται από δύο χαρακτήρες. Ο πρώτος σημαίνει κίνδυνος, ενώ ο δεύτερος δυνατότητα, ευκαιρία.

Ο κίνδυνος είναι μπροστά μας, τον ζούμε. Ας τον κάνουμε ευκαιρία για έξοδο, για άλλη ποιότητα ζωής. Σε αυτή την πορεία η παρουσία της Εκκλησίας είναι κρίσιμη. Είναι η μόνη δυνατότητα και ο μόνος δρόμος για την έξοδο.

ahdoni.

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

H συνάντηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού


π.Βασιλείος Γοντικάκης, π. Καθηγουμένος της Ιεράς Μονής Ιβήρων


Μέσα στη θεία μυσταγωγία της Ορθοδόξου λατρείας βρίσκεις τον ουρανό στη γη όχι ως θεατρική αναπαράστασι, αλλά ως λειτουργική πραγματικότητα. Μέσα σ' αυτό το κλίμα βασιλεύει και διευθετεί τα πάντα η ασύγχυτη και αδιαίρετη ένωσις του θείου και ανθρωπίνου· δωρεά της παρουσίας του Θεανθρώπου Κυρίου, που είναι ο προσφέρων και προσφερόμενος 

Μα, δεν είναι μητέρα μας η Μεγάλη Εκκλησία; Δεν βρίσκεται εκεί η καρδιά μας, η δύναμις και το πώς ζήσαμε μέχρι τώρα; Και δεν βρίσκεται εκεί η εξασφάλισις της ελπίδος για το πώς μπορούμε να ζήσωμε στην εποχή της παγκοσμιοποιήσεως και διεθνοποιήσεως;

Βλέποντας τα πράγματα από το Αγιον Ορος θα ήθελα (μου ζήτησαν και κάποιοι αδελφοί) να έλεγα δυο λόγια.

Ως αγιορείτης, βρίσκεσαι σε τόπο και τρόπο ασφαλείας, εάν είσαι αληθινός μοναχός. Είσαι νεκρός και είσαι ελεύθερος.

Ρώτησε κάποιος μοναχός: «Γιατί, περπατώντας στην έρημο, φοβάμαι;» Ο γέροντας του απαντά: «Ακμήν ζης», ακόμα ζης. «Εάν ήσουν νεκρός, δεν θα φοβόσουν τίποτα. Θα ήσουν απόλυτα ελεύθερος και ευαίσθητος. Θα ήσουν μια αίσθησι».

Ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου είναι να φτάση σ' αυτή την αίσθησι, να γίνη μια αίσθησι. Εάν σου δοθή αυτή η χάρις, τότε κινείσαι ελεύθερα. Κυκλοφορείς κεκλεισμένων και ανεωγμένων των θυρών, με λυμένα και άλυτα τα προβλήματα.

Αν κάποια εμπειρία σε σφράγισε· εάν κάτι τέτοιο, έστω ελάχιστα, σου δόθηκε· εάν βρήκες την παρηγοριά έπειτα από την πολλή δοκιμασία· εάν είσαι «της Αναστάσεως την πείραν ειληφώς»· εάν πέρασες, έστω και μια φορά αλλά πραγματικά, διά του θανάτου (του αληθινού) στη ζωή· τότε μπορείς να ελπίζης. Μπορείς να προχωρής. Χρειάζεται όμως, εφόσον ακόμη βρίσκεσαι σε τούτο τον κόσμο, τον μεταβαλλόμενο και αλλοιούμενο, να προχωρής με πολύ δέος και προσοχή, στηριζόμενος στην αγάπη (που είναι θυσία των πάντων) και στην ταπείνωσι (που είναι αγάπη εξαφανίσεως), για να φανερώνεται ο Αλλος, που είναι παρηγοριά όλων.

* H ιστορία του Γένους μας

Επειτα απ' όλα αυτά μπορούμε να ρίξωμε μια ματιά στην ιστορία του Γένους μας. Νομίζω ότι ο Ελληνισμός έχει διαγράψει μια παρόμοια πορεία. Αναζήτησε. Πέρασε από δοκιμασίες πολλές. Εφτασε κάπου. Βρήκε κάτι που δεν είναι του παρόντος αιώνος και ταυτόχρονα τον βοηθά να προχωρήση ξεκάθαρα και σταθερά στον νυν αιώνα. Ολο αυτό βρίσκεται μέσα στην Ορθόδοξη λειτουργική θεολογία.

Ελληνες. Ενας μικρός λαός με μεγάλες απαιτήσεις. Αναζητούν την αλήθεια. Αγαπούν την καλλιέπεια και πάνε πέρα απ' αυτή.

Ψάχνουν, ζητούν σε όλους τους τομείς να βρουν την πρώτη αιτία· να βρουν απαντήσεις στα καίρια ερωτήματα για τον άνθρωπο, τον κόσμο, τον Θεό. Είναι έτοιμοι να ακούσουν καθετί νέο. Να ασπαστούν την αλήθεια που τους πείθει. Να απορρίψουν ό,τι δεν τους αναπαύει. Ταξιδεύουν, μελετούν, μαθαίνουν. Κάνουν τη μελέτη του θανάτου φιλοσοφία· τα προσωπικά τους προβλήματα και τις ιστορικές συμφορές τέχνη και τραγωδία.

Δεν αναπαύονται στην τέχνη (και την πιο υψηλή) ούτε στη φιλοσοφία («παίδων αθύρματα»). Θέλουν να προχωρήσουν προς κάτι τολμηρότερο και θεϊκότερο· προς κάτι που τους σπρώχνει και τους προετοίμασε η μέχρι τώρα πορεία, κατάκτησις και δίψα τους.

* Οι Ελληνες και οι Ρωμαίοι

«Πολιτισμός των Ελλήνων. Καμιά λατρεία της δύναμης. Το χρονικό ήταν μονάχα μια γέφυρα. Στις ψυχικές καταστάσεις, δεν ζητούσαν την έντασι, αλλά την καθαρότητα». (Simone Weil)

H συνάντησις του Ελληνισμού με τον Χριστιανισμό σφράγισε την ιστορία του, αλλά και της ανθρωπότητος. Οταν ζήτησαν να δουν τον Χριστό Ελληνες, ο Κύριος είπε: «Νυν εδοξάσθη ο υιός του ανθρώπου».

Οι Ελληνες (όχι οι Ρωμαίοι ούτε οι Εβραίοι) δέχονται το μήνυμα της Καινής Κτίσεως. Είναι προετοιμασμένοι από τους φιλοσόφους, ποιητές και τραγικούς.

Διά των Ελλήνων μεταδίδεται το μήνυμα της Καινής Κτίσεως στον κόσμο. Γι' αυτό ο π. Γεώργιος Φλωρόβσκι τολμά να διακηρύξη: «Το να είμαστε Χριστιανοί σημαίνει να είμαστε Ελληνες, μιας και η Καινή Διαθήκη, την ύψιστη αυθεντία της οποίας αποδεχόμαστε, είναι διά παντός ένα ελληνικό βιβλίο».

Στους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους, όταν η ρωμαϊκή αυτοκρατορία επεκτείνεται ως δύναμις, ο Ελληνισμός διεισδύει ως πνεύμα. Μετά τους διωγμούς και τη μεταφορά της πρωτευούσης της αυτοκρατορίας από την παλαιά στη νέα Ρώμη, το ρωμαϊκό δίκαιο υπάρχει ως πλαίσιο και βάσις διοικήσεως, η λατινική γλώσσα ως επίσημη του κράτους. Με τον καιρό φυσιολογικά σβήνει η λατινική. Τη θέσι της παίρνει η ελληνική, ομιλούμενη από τον λαό. Αυτή γίνεται γλώσσα του κράτους, της λατρείας, της θεολογίας, της λογοτεχνίας...

H αυτοκρατορία λέγεται ρωμαϊκή, από την αρχή μέχρι τέλους. Σε ελληνική εξελίσσεται. Τελικά είναι η χριστιανική αυτοκρατορία· η του χριστιανικού Ελληνισμού. Ξεπερνιέται ο παγανιστικός Ελληνισμός. Μένει η ψυχή του και η δουλειά του, μεταμορφωμένη. Φτάνουμε σ' αυτό που ζητούσαν οι Ελληνες.

Τους κλασικούς φιλοσόφους διαδέχονται οι Πατέρες της Εκκλησίας. Οι πρώτοι είναι υποδείγματα στη σκέψι και στη διανόησι. Οι δεύτεροι αναδεικνύονται οικουμενικοί διδάσκαλοι, γιατί δεν προσφέρουν το αποτέλεσμα της διανοητικής των δουλειάς και ανησυχίας, αλλά τη χάρι του Θεού, που δίδεται σε αυτούς που παραδίδονται εξ ολοκλήρου στο θέλημα του Θεού. Δεν είναι οι διανοούμενοι αλλά οι πάσχοντες τα θεία. Φανερώνονται ως μεγάλα φώτα που φωτίζουν με άκτιστο φως την οικουμένη. Είναι οι πυρπολούμενοι από το άστεκτο πυρ του θείου και εκστατικού έρωτος.

Ξεπερνούν την κτίσι και τη διανόησι. Φτάνουν στη θεία ανάπαυσι της αιωνίου παρακλήσεως που σώζει τον άνθρωπο, χαρίζοντάς του την ελευθερία του μέλλοντος αιώνος, ενώ ζη στον χώρο και στον χρόνο. Είναι νεκροί και αείζωοι. Καθ' ημέραν αποθνήσκουν και ανασταίνονται. «Οι της καθ' ημάς θεοσοφίας αρχηγικοί καθηγεμόνες υπέρ αληθείας αποθνήσκουσιν πάσαν ημέραν ως εικός, και λόγω παντί και έργω τη ενιαία των χριστιανών αληθογνωσία». (Αγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης)

Μια μεταμόρφωσις του παλαιού κόσμου ιερουργείται. Μια μετάβασις πραγματοποιείται. Από τα παλαιά περνούμε στα καινά. Από τα συγκεχυμένα και βέβηλα στα συλλειτουργούντα καθαρώς και οσίως. Από τις σκοτεινές υποθέσεις και αναζητήσεις του «ζητείν τον Θεόν ει άρα γε ψηλαφήσειαν αυτόν» (Πράξ. 17, 27) στο «νυν πάντα πεπλήρωται φωτός».

Προχωρούμε από τη φιλοσοφία στη θεολογία· από την τραγωδία στη θεία μυσταγωγία. Διαμορφώνεται ως θεία κεκαθαρμένη λατρεία η Θεία Λειτουργία, η Μεγάλη Εβδομάδα.

* Βυζαντινή λατρεία και θεολογία

Στο θαύμα της βυζαντινής λατρείας και λειτουργικής θεολογίας όλες οι ελληνικές προσπάθειες και κατακτήσεις στη φιλοσοφία, στη γλώσσα και στην τέχνη βρίσκονται παρούσες, αξιοποιημένες και μεταμορφωμένες. Ολα διακρίνονται, υπάρχουν μεμυημένα και συλλειτουργούντα μέσα σε μια γαληνιαία λάμψι ακτίστου φέγγους και κάλλους θεϊκού.

Μέσα στη θεία μυσταγωγία της Ορθοδόξου λατρείας βρίσκεις τον ουρανό στη γη όχι ως θεατρική αναπαράστασι, αλλά ως λειτουργική πραγματικότητα. Μέσα σ' αυτό το κλίμα βασιλεύει και διευθετεί τα πάντα η ασύγχυτη και αδιαίρετη ένωσις του θείου και ανθρωπίνου· δωρεά της παρουσίας του Θεανθρώπου Κυρίου, που είναι ο προσφέρων και προσφερόμενος. Εδώ ταυτίζεται η άκρα ταπείνωσις με την άφατη δόξα, η θεία αγάπη με το αμήχανον κάλλος, η ελευθερία με την ενότητα. Δεν υπάρχουν χωρισμοί. Δεν υπάρχει Ιουδαίος και Ελληνας. Ολοι είναι ένα εν Χριστώ Ιησού.

H Θεία Λειτουργία προσφέρεται υπέρ της οικουμένης. Είναι το προζύμι της Βασιλείας που ζυμοί όλο το φύραμα, η χώρα του Αχωρήτου που αγκαλιάζει την οικουμένη, το χωνευτήρι, η χοάνη που δέχεται και αφομοιώνει, χωνεύει και αξιοποιεί θείως τα θετικά στοιχεία κάθε πολιτισμού και νοοτροπίας.

Δεν αγνοεί τη Δύσι (προέρχεται από αυτήν η Νέα Ρώμη). Προσλαμβάνει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Ανατολής (το πάθος και το βάθος της). Ολα δοκιμάζονται, καθαίρονται· «οποίον το έργον εκάστου εστί το πυρ δοκιμάσει».

Ενας νέος κόσμος αναδύεται. Είναι η δημιουργία του νέου πολιτισμού, του σεμνού και μεγαλοπρεπούς, του ερασμίου και γαλήνιου. Ανέχεται όλους. «Πάντα στέγει, πάντα ελπίζει».

* Το ορθόδοξο Βυζάντιο

Αυτό εμποδίζει, αλλοιώνει και αγιάζει τον άνθρωπο ολόκληρο και τη δημιουργία του. Φαίνεται στο συνοδικό σύστημα διοικήσεως που επιβάλλεται, στο κατανυκτικό μέλος των ύμνων που ακούγεται· στην ιεροπρεπή έκφρασι των εικόνων, που φωτίζει την Εκκλησία, και στην άγια αρχιτεκτονική των ναών, που δέχεται τον άνθρωπο. Ολα, με τον λόγο και τη σιωπή, το έργο και το ήθος, φανερώνουν την ίδια θεανθρώπινη πραγματικότητα.

«Ιδού θυσία μυστική τετελειωμένη δορυφορείται».

Αυτή η τετελειωμένη λατρεία και θεολογία προσφέρεται δωρεάν σε όλο τον κόσμο.

H διάδοσις της Πίστεως πραγματοποιείται ως διάσωσις και μεταμόρφωσις, όχι ως κατάκτησις και υποδούλωσις, των εκχριστιανιζομένων λαών.

Αυτό που προσφέρει το ορθόδοξο Βυζάντιο στους πολίτες του, είναι μια χάρι που στον καιρό της αυτοκρατορίας τούς κρατά σεμνούς και στην περίοδο της δουλείας αγέρωχους.

Οταν πέφτη και χάνεται η αυτοκρατορία, μένει η Μεγάλη Εκκλησία ως εθναρχούσα δύναμις των Ορθοδόξων λαών. Με την άλωσι της Πόλεως χάνομε την αίγλη της αυτοκρατορίας και κερδίζομε την ευλογία της δοκιμασίας.

Μέσα στην Εκκλησία αποδεικνύεται ότι, όταν χάνης κάτι σημαντικό που σε πονά, σου προσφέρεται (αν φανής άξιος της δοκιμασίας) κάτι πιο πολύτιμο, πνευματικό και ακατάλυτο, που δεν θα το κέρδιζες χωρίς την προηγηθείσα απώλεια.

Μέσα στις συνθήκες της σκλαβιάς, που μας έφερε στο «εξαπορηθήναι και του ζην», υπάρχει, ως δύναμις ζωής, η πίστις. Μένει η Θεία Λειτουργία, η Μεγάλη Εβδομάδα, που παίρνει όλο τον υπόδουλο λαό, τον μυσταγωγεί και τον φέρνει διά του πάθους του στο γεγονός της Αναστάσεως, στην εσωτερική βεβαιότητα ότι κάτι υπάρχει που δεν χάνεται· μια παρηγοριά που σε συντροφεύει στη σκλαβιά και καταργεί τον θάνατο.

Αυτό φαίνεται και ψηλαφείται στο πώς ο πιστός λαός έζησε στη μακραίωνη περίοδο της Τουρκοκρατίας· πώς αντιστάθηκε πνευματικά και σωματικά· πώς έκλαψε, τραγούδησε τον πόνο του· έκτισε τα σπίτια και τους ναούς· διοργάνωσε την παιδεία· αγωνίστηκε, θυσιάστηκε, κυοφορώντας πάντοτε μέσα στην καρδιά του τον πόθο της ελευθερίας, τη Μεγάλη Ιδέα. «Πάλι με χρόνους με καιρούς...»

Έρχεται η επανάστασις. Ελευθερώνονται ελληνικές επαρχίες. Δημιουργείται το ελληνικό κράτος. Πλησιάζει η πραγμάτωσις της Μεγάλης Ιδέας. Φτάνομε σε απόστασι αναπνοής από την Αγια-Σοφιά.

Ακολουθεί η Μικρασιατική Καταστροφή (μεγαλύτερη, κατά πολλούς, συμφορά από την πτώσι της Πόλης). Δεν φαίνεται να υπάρχη πια η προσδοκία, ο αγώνας για την Αγια-Σοφιά.

Ουσιαστικά όμως δεν χάνεται, αλλά λαμπρύνεται, διαστέλλεται και ανυψώνεται η Μεγάλη Ιδέα. Αν χανόταν με μια ιστορική καταστροφή, αυτό θα σήμαινε ότι δεν ήταν και τόσο μεγάλη, αλλά μικρή και χαμένη, πριν ακόμα χαθή. Τελικός σκοπός μας δεν είναι η κατάληψις ενός γεωγραφικού τόπου, αλλά η ανάληψις σε έναν λειτουργικό κόσμο.

Χάνομε κάτι υλικό και ανοίγεται μπροστά μας κάτι διαρκώς πιο άγιο και πνευματικό. Συνεχίζεται η επώδυνη και σωτήρια πορεία. Μένει πάντοτε η Θεία Λειτουργία, δηλαδή η δύναμις που ανιστά τους νεκρούς και κτίζει την Αγια-Σοφιά.

Τελικά η Μεγάλη Ιδέα του Γένους μας ταυτίζεται με τη μεγάλη ιδέα του ανθρωπίνου γένους (και αυτήν πρέπει να υπηρετούμε), που είναι η σαρκωθείσα Αγάπη, η θυσία για τον άλλον. Η ζωή μας είναι ένας Γολγοθάς που φέρνει στην Ανάστασι. Οι ιστορικές δοκιμασίες μας ανάγουν σε μια μυσταγωγία, που φανερώνεται ατελεύτητη άνοδος από το σχετικό και ανθρώπινο στο άσχετο και θεανθρώπινο.

Το κεμαλικό καθεστώς που ακολουθεί τη Μικρασιατική Καταστροφή, στερούμενο και την όποια ευγένεια της οθωμανικής θεοκρατίας, προχωρεί στη φυλετική κάθαρση με τη γενοκτονία των μειονοτήτων.

Φτάνομε στη σημερινή πραγματικότητα, τώρα που η Μεγάλη Εκκλησία διαρκώς κενούται, ταπεινώνεται, αδυνατίζει, μένει κρεμάμενη στον σταυρό του χρέους. Και τα βγάζει πέρα θείως και ιερώς.

Φαίνεται κατά γράμμα η αλήθεια της άλλης λογικής, η τελική δόξα του πνεύματος που ταυτίζεται με την άκρα ταπείνωσι, η δύναμις που εν ασθενεία τελειούται. Ετσι, αντιλαμβάνεται τον πόνο των αδυνάτων και συναντιλαμβάνεται ταις ασθενείαις αυτών.

Είναι θεϊκά ιερό και πανάγιο ο πρώτος τη τάξει μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών να είναι ενδεδυμένος τη χλαμύδα της αδυναμίας.

Και συνεχίζεται η πορεία. Πορευόμαστε. Πορεύεται η Ιστορία.

Την Κωνσταντινούπολι, μόλις την παίρνουν οι Τούρκοι, την ονομάζουν Κωνσταντινιέ. Με τον χρόνο αλλοιώνεται, ξεθωριάζει. Νιώθουν ότι χάνεται αυτό που κατέκτησαν. Αλλά τη θέλουν όπως ήταν. Θέλουν τη ζωή που τους σώζει. Και παίρνει άλλο όνομα γι’ αυτούς η Πόλις, γίνεται Ισταμπούλ. Γίνεται μια νοσταλγική πορεία προς την Πόλι που χάνεται.

Και πορευόμαστε μαζί. Καταλαβαίνομε ότι όλοι, ως άνθρωποι, Ρωμηοί και Τούρκοι, ελεύθεροι και σκλάβοι, κάτι περισσότερο προσδοκούμε. «Ουκ έχομεν μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν». Και η ζωή μας γίνεται μια πορεία προς κάποια Πόλι.

Στην ιστορική μας πορεία μια στιγμή δεν αντιπαλεύομε, αλλά συμβαδίζομε με την Τουρκία. Μια χρονική στιγμή προηγούμαστε. Βρισκόμαστε στην Ευρωπαϊκή Ενωσι. Και οι Τούρκοι θέλουν να μπουν σ’ αυτήν. Θέλουν (είναι ιστορική ανάγκη) να απαλλαγούν από κάποια κληρονομημένη βαναυσότητα· να μπουν σε άλλον κόσμο· να ασπαστούν μια διαφορετική λογική· να αρχίσουν να σέβωνται λίγο τον άνθρωπο· να σταματήσουν να εξολοθρεύουν τόσο εύκολα και αβασάνιστα τους αδυνάτους.

Αυτό είναι παρήγορο για όλους. Και ο ελληνικός λαός, στο σύνολό του σχεδόν, αυτό θέλει, εύχεται και προωθεί.

Όμως κάπου ακούγεται μια διαμαρτυρία παράφωνη. Μια φωνή που λέει όχι. Και δεν καταλαβαίνεις από πού ξεκινά, πού στηρίζεται και τι επιδιώκει. Και την εντοπίζεις κάπου πιο συγκεκριμένα.

Στην Κρήτη γίνεται μια πανορθόδοξη συνάντησις. Η αντιπροσωπεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου ζητεί από τους συμμετέχοντες αντιπροσώπους να υποβληθή μια αίτησις προς την Ευρωπαϊκή Ενωσι, ώστε στο διαμορφούμενο ευρωπαϊκό Σύνταγμα να αναφερθή το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως θεσμός πανευρωπαϊκής εμβέλειας, τη στιγμή που, ως πρώτη τη τάξει Ορθόδοξος Εκκλησία, έχει την ευθύνη και το διακόνημα της διαιτησίας για την επίλυσι των Ορθοδόξων προβλημάτων.

Το αυτονόητο και πανορθόδοξα δεκτό αρνούνται οι αντιπροσωπείες δύο τοπικών Εκκλησιών, της Ρωσίας και της Ελλάδος. Κατά την πρόοδο των συζητήσεων η θέσις τους αυτή γίνεται απόλυτα σαφής. Οπότε, ο μεγάλος υποχωρεί. Ο αντιπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, φειδόμενος της ενότητος των Ορθοδόξων Εκκλησιών, αποσύρει την αίτησί του.

Και το ερώτημα είναι: Πώς και γιατί συνέβη αυτό; Και για τη μεν ρωσική άρνησι, τα πράγματα μπορεί να είναι κατανοητά, και ίσως όχι πρωτάκουστα. Για την ελληνική όμως άρνησι, τα πράγματα είναι ακατανόητα και ασφαλώς πρωτάκουστα.

Τι συμβαίνει;

Αυτό το Γένος που γεννά τους μεγάλους Πατέρες, που αναδεικνύονται οικουμενικοί διδάσκαλοι, ως φωστήρες παγκόσμιοι, το ίδιο μπορεί (αρνούμενο τη Χάρι) να γεννά την ίδια ώρα τη μεγαλύτερη προδοσία;

Σε μια τέτοια πτώσι και κατρακύλα όλοι βρισκόμαστε συνένοχοι. Κανείς δεν μπορεί να νίψη τας χείρας, ως άμοιρος ευθύνης. Ολοι οφείλομε να δούμε κατάματα τα χάλια μας να αρχίσωμε να σκεφτώμαστε σοβαρά και να μετανοούμε.

Με τέτοια αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά δεν δημιουργούμε προβλήματα μόνο στον εαυτό μας και στον τόπο μας, αλλά και σε ολόκληρη την Ορθόδοξη Εκκλησία και την οικουμένη. Και δεν έχομε κανένα δικαίωμα να ανοηταίνωμε. Είναι δεδομένο το χρέος μας και ο τρόπος εκπληρώσεώς του. Δεν ανήκομε στον εαυτό μας αλλά σε μια ιερά αποστολή. Και αυτή ορίζεται από το πώς έζησαν, πώς πολιτεύτηκαν και τι μας κληροδότησαν αυτοί που μας γέννησαν κατά σάρκα και κατά πνεύμα.

Τώρα που βρισκόμαστε στην εποχή της παγκοσμιοποιήσεως· τώρα που τρομάζουν οι ισχυροί από την αντίδρασι των καταδυναστευομένων. Τώρα που την τρομοκρατία θέλουν να καταστείλουν (δεν έχουν άλλον τρόπο) με την απειλή της υπεροπλίας και την επίδειξι της δυνάμεως, που μόνο μεγαλύτερες αντιδράσεις γεννά και τυφλές εκρήξεις πυροδοτεί. Τώρα που γίνεται λόγος για τον επανευαγγελισμό της Ευρώπης..

Μόνη δύναμις που μπορεί να βοηθήση, να αναζωογονήση όλους και να εκκλησιάση την οικουμένη, δεν είναι η ανθρώπινη δύναμις που κατακυριεύει και κατεξουσιάζει τους αδυνάτους, αλλά η θεϊκή δύναμις της θυσιαστηρίου Αγάπης. Είναι η λογική και η συμπεριφορά του Ενός που προσφέρεται θυσία για να σωθούν οι αδελφοί Του, δηλαδή οι πάντες, ακόμη και αυτοί (ή προ παντός αυτοί) που Τον μισούν, Τον φτύνουν και Τον σταυρώνουν. Αυτή είναι η μόνη λογική (η ανατροπή της παραλόγου λογικής μας). Είναι η θεϊκή καταλλαγή της αγάπης. Αυτήν όλοι την δέχονται, την κατανοούν, και αυτή νικά χάριν όλων. Και μεις, ως αδύνατοι, δεν έχομε τίποτε άλλο λειτουργικά να προσφέρωμε, έξω απ’ αυτή την ελάχιστη δύναμι, που νικά τον θάνατο δια του θανάτου.

- Η βυζαντινή αυτοκρατορία αποδεικνύει ότι «ο χριστιανικός Ελληνισμός, ο μεταμορφωθείς δια της επιφανείας του Λόγου και της ελεύσεως του Πνεύματος, είναι πλέον εξ ολοκλήρου γεγονός της Ιστορίας» (π. Γ. Φλωρόβσκι). Αυτός γέννησε τον ιερό πολιτισμό μας με την θεανθρώπινη χάρι.

- Η πτώσις της Πόλεως φανερώνει τη ζώσα και εθνάρχουσα δύναμι της Μεγάλης Εκκλησίας.

- Η Μικρασιατική Καταστροφή δείχνει ότι, και αν χάνεται η Μικρασία, όμως δεν χάνεται, αλλά θάλλουν και λάμπουν η χάρις και η δύναμις της Θείας Λειτουργίας· δηλαδή η μεγάλη ιδέα και προσδοκία της ανθρωπότητος: Πάλι με χρόνους, με καιρούς… να κερδίσωμε όλοι. Να νικήση η αγάπη και η αδελφοσύνη. Να έλθη επί γης ειρήνη.

Για όλα αυτά κάποιο μήνυμα έρχεται από το Αγιον Όρος και την Πόλι.

Έναν αιώνα πριν πέση η Πόλι, ο αγιορείτης άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ανακεφαλαιώνοντας τη θεολογία και την ευσέβεια της Ανατολικής Εκκλησίας, ξεκαθαρίζει τις σχέσεις μεταξύ κτιστού και ακτίστου, μεταξύ ορθοδοξίας και ετεροδοξίας. Σύμφωνα με την παράδοσι της Εκκκλησίας και την εμπειρία του Αγίου, πνευματική ζωή είναι η δια της Χάριτος αλλοίωσις, μεταμόρφωσις και θέωσις του ανθρώπου ψυχοσωματικά. Δεν είναι η απλή διανοητική ενασχόλησις με θεωρητικά και θεολογικά θέματα. Αυτή η θέσις είναι σήμερα κατανοητή και από πολλούς Δυτικούς, που, υφιστάμενοι την πνευματική αφυδάτωσι και καχεξία - συνεπεία του σχολαστικισμού -, ζητούν βοήθεια από την Ανατολή, ακόμη και από την Απω Ανατολή.

Ταυτόχρονα, η ευσέβεια της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι πιο κατανοητή από τη μουσουλμανική νοοτροπία που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στον χώρο της Ανατολής.

Το Αγιον Ορος, ως τέκνο και γέννημα της Μεγάλης Εκκλησίας, έχει τη συγγένεια πνεύματος και τη συνεχή σχέσι (καθορισμένη από την Παράδοσι) με την Μητέρα Εκκλησία, που του χαρίζει την αντοχή της επιβιώσεως και ανανεώσεως.

Όταν πέφτη η αυτοκρατορία, το Αγιον Ορος επιζή, ως ψυχή και εικόνα της αυτοκρατορίας - μεταίχμιο ιστορίας και αιωνιότητος - όπου οι μοναχοί των Ορθοδόξων λαών συνεχίζουν «παλαμικώς» τη ζωή και την άσκησί τους. Σήμερα, με τη χάρι του Θεού, αναβιώνει (ενώ πολλοί το είχαν διαγράψει) τρεφόμενο από το πανάρχαιο και αγέραστο πνεύμα της λειτουργικής ζωής και συνοδικότητος που κληρονόμησε από τη Μητέρα Εκκλησία.

Στη σημερινή Πόλι των πολλών εκατομμυρίων νιώθεις να δεσπόζη και να επιβάλλεται διαρκώς η παρουσία της Αγια-Σοφιάς, που, με μια ουράνια ευρυχωρία κατανοήσεως - ξένη από την ταραχή μικρών επιδιώξεων -, ιερουργεί το μυστήριο της σωτηρίας πάντων.

Και όλα τα τζαμιά, προσπαθώντας είτε να την ξεπεράσουν σε μέγεθος είτε να τη μιμηθούν σε χάρι, δείχνουν ότι σε καμιά περίπτωσι δεν μένουν αδιάφορα μπροστά σ’ αυτή την ανερμήνευτη μεγαλοπρέπεια του θεϊκού Κάλλους της ταπεινώσεως.

Και η Αγια-Σοφιά μένει σιωπηλή. Δεν ενοχλείται. Δεν ενοχλεί. Μόνο φωτίζει, παρηγορεί, ανέχεται και περιμένει.

Ισως δεν θα ήταν άσχημο εάν οι σημερινοί Νεοέλληνες μπορούσαμε - για το καλό όλων - να ακούγαμε τη φωνή της Αγια-Σοφιάς.

πηγή: Το Βήμα, 18 και 20 Ιανουαρίου 2004 

agioritikesmnimes

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )