.

.

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Φορητή εικόνα του 14ου αιώνα από την Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, όπου φυλάσσεται και η αγία κάρα του.

Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα


Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος καταγόταν από την Ναζιανζό της Μικράς Ασίας. Η μητέρα του Νόννα ήταν ευσεβής Χριστιανή, ενώ ο πατέρας του ήταν αρχικά οπαδός του συστήματος των Υψισταρίων, ενός κράματος από ιουδαϊκά και εθνικά θρησκευτικά στοιχεία, και στο οποίο η λατρεία του υψίστου Θεού συνδυαζόταν με την λατρεία του πυρός. Η σύζυγός του με την προσευχή και την καθημερινή παρακίνησή της κατόρθωσε την επιστροφή του στην Χριστιανική πίστη. Βαπτίσθηκε από Επισκόπους της περιοχής και έλαβε το όνομα Γρηγόριος. Λίγο αργότερα χειροτονήθηκε Επίσκοπος Ναζιανζού. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος παρομοιάζει τους γονείς του με τον Αβραάμ και την Σάρραν, επειδή απέκτησαν τρία παιδιά σε προχωρημένη ηλικία, ήτοι την Γοργονία, τον Γρηγόριο και τον Καισάριο.

Ο άγιος Γρηγόριος χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος από τον πατέρα του και Επίσκοπος από τον φίλο του Βασίλειο. Υπήρξε μεγάλος Θεολόγος. Στην υμνογραφία εξυμνείται κυρίως ως “τών θεολόγων ο νούς ο ακρότατος”. Η Εκκλησία τον ετίμησε απονέμοντάς του τον τίτλο του Θεολόγου, τον οποίο επεφύλαξε σε τρεις μόνον αγίους. Οι άλλοι δύο είναι ο Ευαγγελιστής Ιωάννης και ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος.

Ο άγιος Γρηγόριος κλήθηκε να αναλάβη την ηγεσία της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως σε μια εποχή δύσκολη, κατά την οποία είχαν επικρατήσει οι αιρετικοί Αρειανοί για σαράντα χρόνια και η αυτοκρατορική αυλή ευνοούσε την αίρεση. Εκεί, παρά τις μεγάλες δυσκολίες, έλαμψε το θεολογικό του χάρισμα, αλλά και το μεγαλείο της ψυχής του. Εξεφώνησε τις περίφημες περί θεολογίας ομιλίες του και ο μικρός Ναός στον οποίο ομιλούσε και λειτουργούσε ονομάσθηκε Αναστασία, επειδή ανέστησε τον θείο λόγο. Τελικά, ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος του παρέδωσε τον καθεδρικό Ναό και η Β’ Οικουμενική Σύνοδος τον ανέδειξε Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως. Οι εχθροί του όμως έθεσαν θέμα αντικανονικότητος της εγκαταστάσεώς του στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, επειδή τάχα κατείχε άλλην έδρα. Η καταγγελία όμως αυτή δεν ευσταθούσε, διότι στην πόλη Σάσιμα δεν εγκαταστάθηκε ποτέ. Όμως για να μη δημιουργηθή σχίσμα στην Εκκλησία, ανεχώρησε από την Κωνσταντινούπολη, αφού πρώτα εξεφώνησε από την προεδρικήν έδρα της Συνόδου έναν συγκινητικό λόγο, με τον οποίο απεκάλυπτε όλο το μεγαλείο της πνευματικής του δυνάμεως. Είπε ότι εάν ήταν αυτός αίτιος της διαιρέσεως, ας ερρίπτετο στην θάλασσα όπως ο Ιωνάς, για να παύση η τρικυμία. Και απεχώρησε για να πάη να βρη “τήν φίλη του ησυχία”.

Ο βίος και τα συγγράμματά του μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε πολλά και σημαντικά, αλλά η στενότης του χώρου μας επιτρέπει να αναφέρουμε, εντελώς τηλεγραφικά, τα ακόλουθα:

Πρώτον. Ο άγιος Γρηγόριος ήταν όνομα και πράγμα Θεολόγος, επειδή είχε προσωπική γνώση και εμπειρία του Θεού. Οι ομιλίες του, και κυρίως οι εορταστικοί του λόγοι στις μεγάλες Δεσποτικές Εορτές, έχουν θεολογικό περιεχόμενο, επειδή το Ορθόδοξο κήρυγμα είναι κατήχηση και ταυτόχρονα μύηση στο μυστήριο της θεολογίας. Η Ορθόδοξη θεολογία είναι τρόπος ζωής και βοηθά τον άνθρωπο να καθαρθή από τα πάθη, για να μπορέση να αποκτήση προσωπική κοινωνία με τον Θεό, ο οποίος δεν είναι απλώς ανώτερη δύναμη ή αφηρημένη ιδέα, αλλά Πρόσωπο. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, όπως όλοι οι άγιοι Πατέρες, έτρεφε και τρέφει τον λαό του Θεού με τα νάματα της Ορθοδόξου Θεολογίας, η οποία προσφέρει λύσεις στα μεγάλα υπαρξιακά του προβλήματα.

Το Ορθόδοξο κήρυγμα σήμερα, έχει επηρεασθή, δυστυχώς, από ξένα πρότυπα και από την εκκοσμίκευση. Βέβαια, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, αλλά ως επί το πλείστον ακούει κανείς κηρύγματα κοινωνικά, ηθικίστικα, άχρωμα, και άγευστα της Ορθοδόξου θεολογίας, που αφήνουν τον άνθρωπο ασυγκίνητο και αθεράπευτο. Οι άγιοι Πατέρες, ως ποιμένες, καταπιάνονταν ασφαλώς και με τα διάφορα κοινωνικά θέματα και προβλήματα, αλλά το έκαναν ως Θεολόγοι. Δηλαδή μελετούταν τα θέματα και πρότειναν λύσεις μέσα από την προοπτική της Ορθοδόξου θεολογίας.

Δεύτερον. Ευρισκόμαστε στον πρώτο μήνα του χρόνου και όπως είναι γνωστό, συνηθίζουμε να ευχόμαστε ο ένας στον άλλο “χρόνια πολλά”. Και αυτό το κάνουμε, επειδή αγαπούμε την ζωή και επιθυμούμε να ζήσουμε όσο γίνεται περισσότερο. Κανείς δεν επιθυμεί τον θάνατο, επειδή δεν έχει δημιουργηθή για να πεθάνη, αλλά για να ζη αιώνια. Ο θάνατος είναι κάτι το ξένο και παρείσακτο στην ζωή μας. Είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας, της κακής χρήσεως της ελευθερίας μας, της ανυπακοής μας στο θέλημα του Θεού. Η ανθρώπινη ζωή έχει ύψιστο σκοπό και ως εκ τούτου μεγάλη σπουδαιότητα και αξία. Αξίζει να μελετήσουμε την αξία και τον σκοπό της ζωής του ανθρώπου μέσα από την θεολογία του αγίου Γρηγορίου. Θα μας πη ο Άγιος ότι ο άνθρωπος “είναι ζώον ενταύθα οικονομούμενον και αλλαχού μεθιστάμενον και πέρας του μυστηρίου τη προς τον Θεόν νεύση θεούμενον”. Δηλαδή, ότι ο άνθρωπος δεν είναι πλασμένος για το ενταύθα, αλλά για την αιωνιότητα. Στην παρούσα ζωή οικονομείται, ήτοι ζή, αναπνέει, τρώει, πίνει, εργάζεται, γίνεται μοναχός, παντρεύται, αλλά ο σκοπός της ζωής του είναι άλλος. Είναι η θέωση, ήτοι η κοινωνία με τον άγιο Τριαδικό Θεό, που επιτυγχάνεται με την σωστή χρήση της ελευθερίας του και την υπακοή του στο θέλημα του Θεού. Η αληθινή μας πατρίδα δεν είναι ενταύθα, αλλά αλλαχού. Είναι η βασιλεία του αγίου Τριαδικού Θεού. Ζούμε ενταύθα, αλλά πρέπει να μεθιστάμεθα αλλαχού, ήτοι να πολιτευόμεθα στον ουρανό.

Αξίζει να εντρυφήσουμε στην Ορθόδοξη θεολογία, η οποία προσφέρει λύσεις στα καθημερινά μας προβλήματα, αλλά και βοηθά στην υπέρβαση του ενταύθα, δηλαδή του θανάτου και την απόλαυση της ζωής, όχι απλώς για πολλά χρόνια, αλλά αιώνια.

vatopaidi.

π. Ιωνάς " Ο ΘΕΟΣ ΑΓΑΠΗ ΕΣΤΙ "

Ομιλία του πατρινού Ορθοδόξου Ιεραποστόλου στην ΤΑΪΒΑΝ
στη Χριστιανική Στέγη Πατρών


.i-m-patron.

The Spirituality of the Celtic Church



by Richard Woods
From ΟΟDE & here

The Celtic church, which flourished for many centuries, was a vigorous expression of Christian faith and offers us lessons for dealing with today's critical issues.
Δες στα ελληνικά:

ONLY in relatively recent years have scholars been able to recover the history of the Celtic churches in what should be called Early Christian Britain and Ireland rather than simply the Dark Ages. For the centuries between the fall of the Roman empire and the so-called Middle Ages were hardly dark for the millions of Christians living at the periphery of northwestern Europe. In many respects, the Renaissance began there six hundred years before the reflowering of scholarship, art, and literature in Italy and France.
If the rich history of the Celtic churches is a fairly recent discovery, their spirituality may be an even more surprising resource for a life-affirming, holistic, and faithful way of life for Christians in this "postmodern" world and, more importantly, the world of the future. Celtic spirituality may in fact be "newer" and more valuable than many better known spiritual traditions of later ages.
The word keltoi was first used by historians of the sixth century before Christ to describe a welter of people sharing a family of languages rooted in a lost ancestral tongue remotely related to Greek. Perhaps significantly for understanding Celtic character, Professor John T. McNeill notes that "Plato mentions them in a list of nations addicted to drunkenness, and Aristotle notes their reckless indifference to danger, even of earthquake and raging seas." (1)
By the beginning of the Christian era, Celtic tribes had migrated west, occupying Gaul and part of Spain. There were British tribes, Irish tribes, and the outlandish Picts of the north. But with the partial exceptions of the short-lived alliances formed in the first century before Christ by Vercingetorix, and in the first, fifth, and eleventh centuries afterwards by Caradoc (Caracticus), Arthur, and Brian Boru, there never developed a pan-Celtic movement or even much national sentiment.
Celtic peoples have never been much taken with system and structure. The Christian churches they established reflected that irreducible independence of spirit as long as they endured. And by any standards that was a very long time, ending officially with the Synod of Kells in 1152 following the Norman invasion of Ireland. Even at the time of its absorption into full Anglo-Roman character in 664, the British church was older than any Protestant denomination today and claimed to be as venerable as any patriarchate of East or West. By the Middle Ages, it was commonly held that the faith had been established there by none other than Joseph of Arimathea.
Yet the Celtic churches did come to an end and in that respect can be considered the only fully extinct Christian tradition in the world. Such a distinction would be misleading, however, if it failed to recognize two perhaps startling facts. First, the missionaries and scholars from Ireland and Britain who revitalized the continental church after the barbarian invasions thereby inaugurated the chain of events that not only ended their own tradition but ushered in the great era of Christendom in the High Middle Ages. Second, the Celtic churches did not simply die out. They melded fairly smoothly, if not without resistance, into the mainstream church of Western Europe, once again whole and now embraced in a precariously fragile spiritual and political body called The Holy Roman Empire.

CELTIC CHRISTIANITY
In 410 the last legions were withdrawn from Britain to protect Italy from the Vandals and Huns, leaving that largely Christian Britain open to increasing attack from the pagan Irish, Saxon, and Picts. And to no avail: with the deposition of the Emperor Romulus Augustulus in 476, the Western empire came to its inglorious end. The Western church also began a long winter of organizational decline, largely because it had adopted the legal and governmental structures and even the territorial divisions of the empire. (2) The term diocese itself originally referred to an administrative unit of civil government.
But the ensuing ecclesiastical disintegration, political chaos, and disrupted communication indirectly brought about two events which were to transform the Celtic churches structurally and forever change the history of Western Europe. In 431, as an aspect of a counteroffensive against heresy in the British church, Pope Celestine sponsored a minor mission to Ireland. Shortly afterwards, monasticism was introduced into the Celtic churches.
Like other Western churches of the ancient world, the Celtic churches had their differences with Rome. Only one heresy gained much of a following, however, and then only in Britain. It took its name from an itinerant teacher, lay preacher, and pamphleteer living in Italy, a well-born Briton who had come to the study of theology from law.
Pelagius's teachings were propagated in his native church by influential friends and were finally extirpated only through the evangelical efforts of papal emissaries, Sts. Germanus and Lupus, in 429 and 447. The decision, or even the afterthought, of Pope Celestine to authorize a simultaneous but less ambitious mission to Ireland also produced success -- one far more spectacular than he could have expected.
There were Christians and possibly even bishops in Ireland before Palladius, the first Roman missionary bishop, arrived there around 431. But there was as yet no recognizable church. At that time Patrick was still a half-educated expatriate British monk living in Gaul. Having been a captive in Ireland for many years as a teenager, he had become obsessed with the desire to return as a missionary. When Palladius's mission faltered, Patrick was presented by sympathetic British clergy to St. Germanus, who had been commissioned to oversee the Celtic churches.
Even though Patrick still lacked much of even the rudimentary theological training of the clergy of his time, Germanus ordained him deacon, priest, and finally bishop. At first his mission, like that of Palladius, was hardly a triumph. But with the assistance of several companions, probably monks ordained and functioning as secular clergy, he eventually managed to organize a stable community.


Eventually Patrick set up diocesan structures, including a hierarchy of bishops, priests, and deacons.(3) He did not found monasteries. Nevertheless, within a century, the dominant form of Irish and British Christianity was not diocesan but monastic in form. As a consequence, its spirituality was more familial, personal, and democratic rather than curial, legal, and republican. This was not only because of the direct influence of the Gallican monks, but because their monastic spirituality was more richly compatible with the structure and values of Celtic culture than was the legalistic diocesan form.
Although monastic spirituality came to Britain and then Ireland from Gaul, particularly Lérins, Tours, and Auxerre, its original home and character were Egyptian. (4) The familial, democratic, and decentralized character of African Christianity surely endowed its monasticism with some of its particular appeal to the Celts. And for six hundred years, their churches would be typified by this distinctive monastic spirit.
ELEMENTS OF EARLY CELTIC SPIRITUALITY
At the height of their development in the eighth and ninth centuries, Celtic monasteries extended from Iceland to Italy. More like settlements or small villages, many monasteries admitted both men and women, married lay persons as well as celibates, and a variety of support personnel. Many abbots were married, and leadership was often handed down through families for generations. (5)
The life-style tended to be cenobitical, that is, the monks lived in separate cells or huts but participated in common prayer, meals, and other functions. However, there was also a tendency among the more austere ascetics to become hermits in the strict sense, separating from others to undergo what came to be called the "green martyrdom," living in remote, isolated places alone with God.
This quest for an intense, self-sacrificing form of testimony was further expressed by the "white martyrdom," voluntary exile and death in an alien land out of love for the homeless Christ. In its extreme form, the white martyrdom meant a life of perpetual pilgrimage. The renunciates who undertook such a discipline came to be known as peregrini. Sometimes these wanderers would set themselves adrift at sea in rudderless boats to go where the winds and fates would carry them. (6)
Because the roots of British and Irish monasticism were largely Eastern, it contained rich philosophical and theological elements as well as a profound mystical tendency. It is not surprising that in the ninth century an itinerant Irish scholar, John Scottus Eriugena, would introduce the mystical theology of Gregory of Nyssa, Maximus the Confessor, and Dionysius the Pseudo-Areopagite into the Latin west.
This mystical and scholarly tradition produced other outstanding figures in medieval theology, philosophy, and spirituality: Alcuin, Sedulius Scottus, Duns Scottus, and Richard of St. Victor among them. Their spirituality, like that of their predecessors, was nevertheless first and foremost a biblical spirituality.
All the early literature of the Celtic churches, particularly in Ireland, is filled with biblical citations. For instance, St. Patrick's confessional apologia is heavily punctuated with quotations and allusions. (7) Primarily, however, Scripture was used for liturgical celebration, private devotional purposes, and especially study.
The great Gospel Books, undisputed masterpieces of the world's greatest art, may have been used for liturgical celebrations, although missals were created for this purpose at a very early period. At any rate, the magnificently illuminated Gospels of Kells, Durrow, Lindisfarne, and elsewhere not only represent the artistic genius of the Celtic church at its pinnacle, but testify to the outstanding importance of the word of God in their calligraphy, portraiture, and abstract designs.
In addition to the role of Scripture as the liturgical and artistic focus of Celtic spirituality, there were several forms of private devotional use. One of the most interesting of these uses was the development of small Pocket Gospels which could be taken on journeys or pilgrimage. Finally, and importantly, Scripture was also subject to critical study, exegesis, and commentary by the monks, for whom love of study was next only to love of God. "it is beyond doubt," Fr. Martin MacNamara writes, "that the study of the Bible was intensely pursued in the early Irish monastic schools." (8) James Kenney states that Bible study was in fact their chief subject. (9)
Public and private prayer was hardly of less importance in Celtic spirituality than devotion to Scripture. The formal liturgy consisted of the Mass, the sacraments, and, at least in the monastic settlements, psalmody-the divine office.(10) In addition to official books, there is a vast literature illustrating the private, intensely personal devotion and informal liturgies of the monks and people at large. (11) Long litanies or loricae were composed, for instance, probably for processional usage. In the course of time, many acquired an almost magical reputation as charms to ward off evil. A superb and famous example is the lorica attributed to St. Patrick but, in fact, a later composition. It begins:

I arise today
through a mighty strength
the invocation of the Trinity
Through belief in threeness
through confession of the oneness
of the Creator of Creation
Devotion to the angels and saints, and in particular to Mary, seems always to have been of cardinal importance in Celtic spirituality, especially in Ireland, where Jesus was often referred to simply as "the Son of Mary." Its own great saints appeared in the beginning, during its flowering, and at the decline of the Celtic church, among them Patrick, Illtyd, David, Bridget, Ita, Brendan, Kevin, Columcille, Columban, Malachy, and hundreds more.


Much of our knowledge of the early period of the Celtic church comes from the many biographies of these saints written from the sixth to the tenth centuries. Place names in Wales, Ireland, and Scotland still testify to the enduring importance of areas associated with favorite saints. In fact, often little else is now known of these revered men and women but their names, thousands of which have been preserved in various lists and especially the Celtic martyrologies. (12)
In its most developed form, the vigorous asceticism that typified the spirituality of many of the early Celtic saints may strike us now as extreme. In those heroic and demanding times it would have appeared less so. While the majority of Celtic Christians did not, engage in severe austerities, some ascetical practice was a common feature. of everyday spirituality. Significantly for our times, such asceticism was more a willing acceptance of poverty and natural hardship than a pursuit of refined artificialities in the social and psychological orders.

THE CELTIC MONKS
While often attracted to the wilderness and "disearts" of solitary communion with God, the monks were hardly antisocial and even their fiercer forms of asceticism accomplished an evangelical function by the force of its example. The great missions to pagan areas of Pictland, England, and the Continent began as a form of solitary witness rather than attempts at direct evangelization.
As Christianity spread northwards and eastwards from Ireland and Wales, however, a true missionary impulse developed. By the ninth century, wandering scholars with a different kind of discipline had succeeded the missionaries, returning the light of learning as well as faith to much of postimperial Europe.
Monastic scribes and court scholars did not only copy, study, and comment upon Scripture, but also pursued grammar, rhetoric, and even the works of classical pagan poets, especially Virgil and Horace. While they copied and preserved the writings of the Latin Fathers -- Ambrose, Augustine, Jerome, Cassian and Gregory, among others -- the monks also recorded the pre-Christian myths and sagas of the Celts from the oral versions of the bardic schools. Thus they preserved for subsequent generations in the Book of Invasions the Ulster Cycle, the Fenian Cycle, and the Four Branches of the Mabinogi, the earliest of all nonclassical European mythologies. (13)
The monks' great scholarly achievements were matched by an equally great love of beauty, especially in nature, which was brilliantly expressed in a variety of artistic forms. There the mystical element of Celtic spirituality became manifest with its paradoxical tensions between the sense of the nearness and farness of God, the melancholy fleetingness of all life, and the vanity of the world, yet the grandeur and wonder of creation in all its ecstatic and myriad loveliness. Such opposition may reflect a fundamental ambivalence in the Celtic temperament as well as the character of the land itself: uncommonly beautiful yet frequently harsh, poor, rocky, and sea-washed, blessed with a mild but wet climate, and therefore also boggy.
The earliest Christian Celtic art is poetry, the bardic elegies and lyrics of the poets of the British courts in the sixth century. In Ireland, scarcely later, epigrammatical poems by often anonymous scribes begin to appear in the margins of Gospels and other books:

To go to Rome
is much of trouble, little of profit:
The King whom you seek there,
Unless you bring him with you,
you will not find. (14)
Even the more severe saints are known for their poems. Four are ascribed to Columban, and many more to the lyrical favorites such as Columcille. The scribes also sometimes broke through their scholarly tedium to etch the margins of their manuscripts:

A stream of wisdom of blessed God
Springs from my fair-brown shapely hand:
On the page it squirts its draught
Of ink of the green skinned holly. (15)
Artistic accomplishment soon extended far more brilliantly to graphic and plastic expression, such as the great stone crosses that punctuate Ireland like rubrics and are found to a lesser extent in all the Celtic lands. But surely the greatest of all artistic achievements of the Celts are the illuminated manuscripts of the seventh and eighth centuries and the metalcraft from the same period.
As mentioned earlier, the calligraphy, illuminations, and portraiture of the famous Gospel Books rank among the supreme art treasures of the human race. Perhaps even greater works were irretrievably lost to time, piracy, and the deliberate destruction of ancient materials by fanatical Puritans in the seventeenth century. Great masterpieces of metal art which have been preserved or recovered likewise testify eloquently to the genius of the craftworkers who expressed their native genius by concentration and miniaturization rather than by expansion to heroic proportion. Typically, neither architecture nor civic design were of interest or perhaps even possible to the Celtic artist in a land where necessary materials were scarce.
Music was also part of the spirituality of the Christian Celts, some little of which was recorded on paper or even in stone. (16) Later hymnals and antiphonaries exist, however, some describing examples of instruments developed by the Celts, the favored being the harp. St. Patrick's bell and several other handbells have been preserved as well.

THE ORTHODOX SAINTS OF THE ANCIENT CHURCH IN THE BRITISH ISLES AND IRELAND (from here)

SOCIAL ACTION
An outstanding feature of Celtic spirituality concerns its active political character, which is to say, its commitment to social justice. Because of the tribal nature of the monastic settlement and indeed of Celtic life in all aspects, involvement in social life was as inescapable for the monks as it had been for the druids before them. This social dimension of Celtic spirituality was largely expressed in its devotion to pastoral care and spiritual development.
Such active ministry included extensive preaching, sacramental administration, and spiritual direction. Fully thirteen sermons of St. Columban survive in manuscript.(17) According to legend, preachers often summoned congregations at bridges and crossroads by their enticing playing on the small harp.
The emergence in Irish monasticism of the anamchara, the "soul-friend," was an important step in the evolution of the practice of spiritual direction. Both confessor and advisor, the spiritual authority of the soul-friend approached that of the abbot or abbess. It was a role earned by dedication and could be exercised by both women and men.
The Irish monks' development of penitentials, more or less uniform codes of penances and ecclesiastical penalties, similarly advanced common spiritual welfare. For, rather than a legalistic mortmain, they represented a liberal effort to ensure some measure of equality in pastoral practice. But even the penitentials were characterized by the irreducible Celtic tendency toward independence of spirit.
Justice and charity were the main hinges of Celtic social action. Despite exceptions, distributive justice was especially prominent in the Celts' dealings with one another. Social justice was no less important. Thus, women occupied a position not only equal to that of men but, in some instances, such as those of Bridget and Ita, far surpassing it. Irish deaconesses and abbesses exercised ecclesial authority, sometimes unimpeachably so. Children, too, were not only highly valued, but fostering was widely practiced lest orphans or the poor lack access to material and spiritual benefits. Prisoners and hostages were normally treated with sacred respect, and warfare among the tribes was conducted with surprising equanimity.
Similarly, a strong emphasis on kindness and hospitality pervades early Christian literature. Fr. Diarmuid O. Laoghaire describes an ancient series of proverbs which begin with the word eochair, "key." There we learn that if the key to justice is distribution, the key to miracles is generosity. (18) He cites two short poems that treat typically of the importance of hospitality:
O King of Stars!
whether my house be dark or be bright
it will not be closed against anybody;
may Christ not close his house against me. (19)
Again, with regard to an unfit guest house:
Great the sorrow!
Christ's guest-house fallen into decay;
if it bears the name of Christ the renowned,
it means that Christ is without a home. (20)

LESSONS FOR OUR TIMES
The uniqueness of our own era is not so much challenged by comparison with earlier ages as it is demonstrated, even when we are able to find striking similarities. Even a brief survey of Celtic Spirituality suggests both theological and spiritual implications for our own time and time to come.
In an age dominated by war and militarism, increasing global poverty, social injustice, and environmental deterioration, we will learn, for example, that no nation which relies primarily on military strength for its security will endure long nor will it leave to coming civilizations a heritage much worth preserving. We will likewise learn that justice for some is ultimately injustice for all, and that to ignore the intimate implications of the social, biological, and physical systems that constitute our environment, and the delicate balance that prevails between them to make this a habitable planet, is to court disaster for life on earth.
And perhaps most significantly, we will learn that it is possible to live peaceably in the face of terror.
Beginning in 795, coping with terrorism became a recurrent, almost routine challenge for Celtic Christians as, for over two hundred years, Viking raiders plundered the coasts and navigable river areas. Sometimes the Irish, British, and Christian English were able to repel pirate attacks. The Scandinavian thrust westwards was even temporarily halted by military resistance led in Saxon England by Alfred the Great in 878 and again in 895, and in 1014 by Brian Boru in Ireland. However, Christian Celtic and Anglo-Saxon realms still remained prey to raids, whose major targets were usually the monasteries. Overall, tens of thousands of monks and nuns as well as countless lay persons were massacred by the Vikings, for whom terrorism operated as an informal but highly effective policy.
Terrorism has of course become a major, almost formal policy of revolutionary guerillas as well as established and often dictatorial governments throughout the world. Directly or indirectly, even the major powers, while themselves often the target of terrorist attacks, support political terrorism by supplying arms, ammunition, material, training, and money to terrorist groups of the right and the left. So widespread and entrenched has terrorism become in world politics that it has not only grown into a major industry but even, as Clare Sterling has argued, a professional international network.
What can a Celtic spirituality teach us about living with terrorism? Fundamentally, that the resort to terror ultimately defeats itself if met with patience, firmness, and nonviolence. The Vikings were not ultimately stopped by the armies of Brian Boru and Alfred, but by the force of civilization, enculturation, and conversion. Intermarriage and relative harmony among Scandinavian settlers and their unwilling hosts eventually came to prevail. Significantly, the last and most sophisticated period of Celtic art in Ireland incorporated the enriching influence of both Saxon and Scandinavian design.
In a word, the important lesson we can learn from our Christian brothers and sisters of that far distant time is one far older yet: not to render evil for evil. For it is only in patience that we shall possess our souls.


NOTES

1 John T. McNeill, The Celtic Churches (Chicago: The University of Chicago Press, 1974), p. 1.
2 "The organization of the Gallic Church of the fourth century was based on the orderly system of Roman civil administration: bishops had their sees in important provincial centres; ecclesiastical law and administration took as their models the imperial legal code and civil service procedure"(J. F. Webb, Lives of the Saints [New York: Penguin Books, 1965], p. 11).
3 For the existence of deaconesses in the Irish church, see Père Grossjean, Analecta Bollanda, LXXIII, 298, 322.
4 Cf. Webb, Lives, p. 11.
5 For a concise history of Celtic monasticism, see Jeremiah O'Sullivan, "Old Ireland and Her Monasticism," in Robert McNally, ed., Old Ireland (New York: Fordham University Press, 1965), pp. 90-119; and Kathleen Hughes and Ann Hamlin, Celtic Monasticism (New York: Seabury, 1982).
6 The Anglo-Saxon Chronicle for the year 891 recounts the story of three Irish peregrini who may be taken as a possibly typical example: "And three Scots came to King Alfred from Ireland in a boat without oars. They had left home bent on serving God in a state of pilgrimage, they cared not where. Their boat was made from two and a half hides and contained enough provisions to last them seven days, and within a week they landed in Cornwall and shortly afterwards came to King Alfred. They were called Dubslane, Macbeth and Maelinmum" (Webb, Lives, p. 19).
7 Patrick relied largely on the translation known as the Vetus Latina, which was eventually replaced by St. Jerome's superior version of 384, commonly called the Vulgate. Significantly, as Charles Thomas observes, "the oldest extant MS of the complete Vulgate is British, the early eighth century Codex Amiatinus, written around 700 at Jarrow-Monks-wearmouth, sent as a gift by Abbot Coelfrith to the pope. Its textual standing is such that it has formed the basis of post-medieval recensions of the Vulgate" (Christianity In Roman Britain to AD 500 [Berkeley: University of California Press, 19811, p. 82).
8 Martin MacNamara, "The Bible in Irish Spirituality," in Michael Maher, ed., Irish Spirituality (Dublin: Veritas Publications, 1979), p. 35.
9 Cited, ibid. So important was scriptural study, that the following epigrammatical protest usefully reminds us that, by the eighth century, most people could neither read nor write, particularly Latin, but were not on that account to be accorded second-class status among the saints: " 'Tis sad to see the sons of learning/ in everlasting Hellfire burning/ While he that never read a line/ Doth in eternal glory shine" (Robin Flowers translation, in David Greene, ed., An Anthology of Irish Literature (New York: Modern Libraru. 1954], p. 14).
10 For a variety of reasons, British liturgical documents are almost wholly lacking. On the other hand, early Christian Irish liturgical sources include the Stowe Missal, the Book of Armagh, the Book of Deer, the Book of Dimma, and the Book of Mulling. One of the treasures of the continental church is the famous Sacramentary, of Rheinau, ca. 800. Less a source for the Irish liturgy, it rather testifies to Celtic influence on the development of liturgy elsewhere, mainly through the work of missionaries such as St. Columban. See also J. H. Bernard and R. Atkinson, eds. and trans., The Irish Liber Hymnorum, 2 vols., (London: Harrison and Sons, 1898) and Hugh Jackson Lawlor, ed., The Rosslyn Missal (London: Harrison, 1899). For an overview of this subject, see John Hennig, "Old Ireland and Her Liturgy," in McNally, ed., Old Ireland pp. 60-89.
11 Some of the earliest sources, all from about the year 800, include the Book of Nunnaminster, the Book of Cerne, the Hadeian Prayer Book, the Royal Library Prayer Book, and the Durham Ritual.
12 Several of these fascinating books have been edited and translated since the turn of the century, including the Martyrology of Oengus (Félire Óengusso), ed. Whitley Stokes (London: Harrison, 1880, 1905); the Martyrology of Gorman (Félire Húi Gormáin), ed. Whitley Stokes (London: Harrison, 1895); the Psalter and Martyrology of Ricemarch, ed. H. J. Lawlor, 2 vols. (London: Harrison, 1914); the Martyrology of Tallaght, ed. R.I. Best and H.J. Lawlor (London: Harrison, 1931), and the Martyrology of St. Jerome, ed. Dom Henry Quentin, O.S.B. (London: Harrison, 1931). For lives of the saints, see W. W. Heist, Vitae Sanctorum Hiberniae, Subsidia Hagiographica 28 (Brussels, 1965); the now classic editions by Charles Plummer of the Latin and Irish versions, Vitae Sanctorum Hiberniae, 2 vols. (Oxford: Clarendon Press, 1910) and Bethada Náem nÉrenn, 2 vols. (Oxford: Clarendon Press, 1968; repr. 1922 ed.); Sabine Baring-Gould and John Fisher, The Lives of the British Saints; The Saints of Wales and Cornwall and Such Irish Saints as Have Dedications in Britain, 4 vols. (London: C. J. Clark, 1907-13); and J. F. Webb, Lives of the Saints (New York: Penguin Books, 1965).
13 Nora Chadwick, The Celts (New York: Penguin Books, 1971), p. 255. See among other versions, H. d'Arbois de Jubainville The Irish Mythological Cycle and Celtic Mythology trans. from the French with additional notes by Richard Irvine Best (New York: Lemma Publishing Corp., 1970; original: Dublin, 1903).
14 Meyer's translation modernized, in Green, ed., Anthology, p. 18.
15 Eleventh century. Meyer's translation, in Greene, ed., Anthology, p. 33.
16 See James Travis, Miscellanea Musica Celtica, Musicological Studies 14 (Brooklyn N.Y.: The institute of Mediaeval Music, Ltd., 1968), and Séan O'Boyle, Ogam: The Poet's Secret (Dublin: Gilbert Dalton, 1980).
17 See G.S.M. Walker, ed., Sancti Columbani Opera, Scriptores latini Hiberniae 2 (Dublin, 1957).
18 "Old Ireland and Her Spirituality," in McNally, ed., Old Ireland, p. 47.
19 Ibid.
20 Ibid., p. 48.
o-nekros.

«Η λεηλασία της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους δεν έχει το αντίστοιχό της στην Ιστορία»

Σερ Στήβεν Ράνσιμαν

Ενώ τονίζεται η 29η Μαϊου 1453 ως το τέλος της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας μας, το κυριότερο γεγονός που κλόνισε την ύπαρξή της ανεπανόρθωτα, και οδήγησε στον οριστικό τερματισμό της υλικής και οικονομικής υπεροχής του κράτους μας σε όλη την Ευρώπη, και τελικά στο 1453, δηλαδή η καταστροφή της Ρωμανίας από τη Δύση, με την Άλωση της Νέας Ρώμης/Κωνσταντινούπολης την 13η Απριλίου 1204 από τους Σταυροφόρους, αποσιωπάται ή δεν του δίνεται η πρέπουσα σημασία. Θα έλεγε κανείς, ότι επειδή ο προσανατολισμός του νεοελληνικού κράτους ήταν προς τη Δύση, οι ηγέτες του σκέφτηκαν ότι αυτός ο προσανατολισμός συνεπάγεται απαραίτητα και τη λήθη της ιστορίας, τη λήθη του γεγονότος ότι εξαιτίας της Άλωσης του 1204 Η Ρωμηοσύνη στάθηκε αδύναμη να αντιμετωπίσει τους Τούρκους. Με άλλα λόγια, η Άλωση του 1204 οδήγησε στα 400-600 χρόνια Τουρκοκρατίας, αλλά αυτό το συμπέρασμα απωθήθηκε, πιθανότατα λόγω του ιδεολογικού προσανατολισμού της ηγετικής τάξης του Ελληνικού κράτους. Είναι σήμερα γενικά παραδεκτό, πως αυτή ήταν η αιτία της επικράτησης των Τούρκων στη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια. Ένα Ρωμαίικο Κράτος που δεν θα είχε υποστεί την Άλωση του 1204, πιθανότατα θα ανέκαμπτε, όπως είχε κάνει πολλές φορές στο παρελθόν άλλωστε, και θα αντιμετώπιζε τους Τούρκους νικηφόρα, όπως και τους Άραβες. Αλλα αυτή η ευκαιρία δεν δόθηκε στην ρωμηοσύνη

Η ευκαιρία να χτυπηθεί η Ρωμηοσύνη, δεν άργησε να δοθεί στους Φραγκολατίνους. Ήδη από τον 12 αι πολλές δεκάδες χιλιάδες από αυτούς υπήρχαν στην Κωνσταντινούπολη. Απολάμβαναν προνόμια και ήταν προκλητικοί προς τους Ρωμηούς της Κωνσταντινούπολης. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός παραχώρησε το 1082 υπέρμετρα δικαιώματα που τους έκαναν μισητούς στους Ρωμαίους. Ο Ιωάννης ο Β’ έκανε κάποιες προσπάθειες ώστε θα θέσει τέλος στα προνόμια αυτά. Αλλά η ενέργεια του αυτή, είχε ως αποτέλεσμα εχθροπραξίες από μέρους τους τόσο στο Αιγαίο, όσο και στο Ιόνιο και την Αδριατική. Αναγκάστηκε, ο αυτοκράτορας να ξαναδώσει πίσω τα προνόμια, όταν ο στόλος των Βενετών κινήθηκε εχθρικά προς τα εδάφη της Ρωμανίας. Οι Λατίνοι. είχαν αλλοιώσει πολλές πλευρές της δημόσιας ζωής και οικονομικά διείσδυαν στον εμπορικό/επαγγελματικό ιστό συμβάλλοντας στην παρακμή της αυτοκρατορίας. Η Ρωμαϊκή οικονομία, πλέον ήταν υποχείριο της δύσης.

Ο λαός της Ρωμηοσύνης, αντιστάθηκε στις προκλήσεις τους, με μεγάλες εξεγέρσεις, οι οποίες βάφτηκαν με αίμα. Τον Μάιο του 1182, έγινε η πρώτη εξέγερση κατά των Λατίνων. Μια επανάσταση που χαρακτηρίστηκε από σφαγές και εξανδραποδισμούς. Κάτω από την πίεση της κατάστασης ο Ανδρόνικος ο Α’ αναγκάστηκε να υιοθετήσει την αντιλατινική πολιτική. Όπως είναι φυσικό, οι Λατίνοι αντέδρασαν κατά της Ρωμανίας. Η επεκτατική πολιτική τους εκφράστηκε με την επίθεση των Ούγγρων στη βαλκανική το 1183 καθώς και με την επίθεση των Νορμανδών κατά των Ρωμαϊκών εδαφών το 1185, με αποτέλεσμα την άλωση της Θεσσαλονίκης. Ακολούθησε νέα επανάσταση του δυσαρεστημένου από τα γεγονότα λαού στη την οποία σφαγιάστηκε ο Ανδρόνικος.

Αυτοκράτορας έγινε ο Iσαάκιος ο B΄ ο Άγγελος. Δυστυχώς, εκείνη την περίοδο, η Ρωμανία έπασχε από ελλιπή ηγεσία Οι Άγγελοι ήταν ίσως η χειρότερη δυναστεία! Ο Παπαρρηγόπουλος λέει (Δ΄ Β 237): “η ολεθρία των Αγγέλων γενεά”. ο Iσαάκιος προσπάθησε να έρθει σε συνεννόηση με τους Λατίνους και να τους παραχωρήσει ξανά, ευνοϊκή μεταχείριση. Το 1187 επαναφέρει τα προνόμια των Βενετών, οι οποίοι έχουν πλέον την υποχρέωση να μην συνάπτουν συμμαχίες ενάντια στην Αυτοκρατορία. Το 1195 ανατρέπεται ο Ισαακιος από τον Αδελφό του Αλέξιο Γ’ , πράγμα το οποίο κάνει τους Βενετούς σκεπτικούς, αν και τα προνόμια τους ανανεώνονται.

Ο Πάπας Ιννοκέντιος ο Γ’ ήταν ο πνευματικός πατέρας της 4ης Σταυροφορίας. Υπήρχε σε αυτήν ένα ανάμεικτο πνεύμα αρρωστημένης θρησκευτικότητας και «ιπποτικής» ιδεολογίας. Έστειλε τους Λατίνους ιεροκήρυκες να προωθήσουν την υπόθεση του ιερού πολέμου στην Δυτική Ευρώπη. την κήρυξη του ιερού πολέμου. Ο Θεοβάλδος ο Γ΄., κόμης της Καμπανίας, κήρυξε τελικά τον (ανίερο) πόλεμο. Οι Σταυροφόροι “Ήταν ένα περίεργο ανακάτωμα από ευσεβείς και θρήσκους άνδρες, αλλά και από αποβράσματα της κοινωνίας, από ανθρώπους, δηλαδή, που ήταν ικανοί για κάθε έγκλημα” [Παντίτ Νεχρού “Παγκόσμιος Ιστορία”, επιστολή 62α]. Μυριάδες λαού έσπευσαν στο κάλεσμα των κηρύκων της Σταυροφορίας. Η θρησκευτικότητα ήταν πρόσχημα και επικάλυψη της κατάκτησης. Οι ελευθερωτές των Αγίων Τόπων έγιναν κατακτητές της Ανατολής, κοσμικοί και πνευματικοί αφέντες και δυνάστες. Το φεουδαρχικό κλίμα της Φράγκικης Δύσης μεταφυτεύτηκε στην Ανατολή.

To συμβούλιο που αποτελείτο από τους Φεουδάρχες οι οποίοι λάμβαναν μέρος στην σταυροφορία αποφάσισε πως η συγκέντρωση θα γινόταν στην Βενετία και κατόπιν θα κατευθύνονταν είτε στην Συρία, είτε στην Αίγυπτο. Οι σταυροφόροι έπασχαν τόσο από πλευράς οργάνωσης και εξοπλισμού, όσο και στα οικονομικά. Γι’ αυτό συνάψανε συμφωνία με τους Βενετούς, με την οποία θα παρείχετο τροφή και υποστήριξη, έναντι 85.000 μάρκων. Επίσης προσέφεραν και τα μισά εδάφη που θα κατακτούσαν οι σταυροφόροι. Οι περισσότεροι έφτασαν το 1202, αργοπορημένα στην Βενετία. Η οργάνωση, ο εξοπλισμός και τα οικονομικά τους ήταν σε άθλια κατάσταση. Μια και δεν μπορούσαν να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους, οι σταυροφόροι αναγκάστηκαν να βοηθήσουν τους Βενετούς χτυπώντας εχθρικές πόλεις, ως «πληρωμή». Κατέστρεψαν και λεηλάτησαν την πόλη Ζάρα.

Ο Βολταίρος έλεγε ότι η “Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους” δεν ήταν ούτε αγία, ούτε ρωμαϊκή ούτε καν αυτοκρατορία! Η Βενετική “Serenissima Repubblica” (Γαληνότατη Δημοκρατία) κατ’ αναλογία , ούτε γαλήνια, ούτε και Δημοκρατία ήταν. Ήταν ένα κράτος βαθιά ιμπεριαλιστικό, πλουτοκρατικό, αποικιοκρατικό και ρατσιστικό / αριστοκρατικό. Το Βενετικό κράτος ήταν «εμπορικό». Βεβαίως, δεν γνωρίζουμε αν το να είσαι κλέπτης και κλεπταποδόχος είναι «εμπόριο». Ο Φράγκος σταυροφόρος εντυπωσίασε, κλέβοντας και διαλύοντας την Ρωμηοσύνη. Δεν είναι μόνο τα «ελγίνεια» μάρμαρα που ξέρουμε όλοι. Όποιος έχει επισκεφθεί την Ιταλία, θαυμάζει, τα τέσσερα χάλκινα άλογα που κοσμούν τον εξώστη του ναού, τα οποία κάποτε στόλιζαν τον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης! Ακόμα και η βαριά μεγαλοπρεπής χαλύβδινη πόρτα του ναού, κάποτε κοσμούσε την Αγία Σοφία! Η Βενετία, ξεκίνησε ως μία καθαρά Ρωμαίικη πόλη, αλλά τελικά κατάληξε να αλωθεί πολιτισμικά από τους Φράγκους και να γίνει και αυτή Φραγκική. Αυτό συνέβη, κυρίως, μετά την κατάληψη του Πατριαρχείου Ρώμης από τους Φράγκους. Για παράδειγμα, ως τον 10ο αιώνα τα δημόσια έγγραφα της Βενετίας άνοιγαν με το όνομα του Ρωμαίου αυτοκράτορα. Στα τέλη του 12ου αιώνα όλοι οι Δόγηδες έφεραν τίτλους Ρωμηών αυλικών αξιωματούχων. Το σύστημα χρονολόγησης των εγγράφων παρέμεινε Ρωμαϊκό και συνέχισε να χρησιμοποιεί το μεσαιωνικό Index, ενώ ως την ενθρόνιση του τελευταίου βενετού Δόγη το 1789 το τελετουργικό ακολουθούσε αυστηρά τη Ρωμαίικη παράδοση. [GHERARDO ORTALLI, «H Βενετία και τα ίχνη του Βυζαντίου», ΤΟ ΒΗΜΑ, 24-10-2004] Μόνο μετά το 1797, οπότε και εγκαθιδρύθηκε η «Γαληνότατη Δημοκρατία», η Βενετία απέταξε εντελώς τα σύμβολα της Ρωμαίικης αυτοκρατορίας.

Στην πόλη Ζάρα στην Αδριατική Ακτή, αρχές του 1203, οι σταυροφόροι δέχτηκαν τους αντιπροσώπους του Αλέξιου Δ΄ Αγγελου , υιού του εκθρονισμένου και τυφλωμένου Ισάκιου Β΄ Αγγελου,. Η αδελφή του Αλέξιου είχε παντρευτεί τον βασιλιά της Σουηβίας Φίλιππο. Ο Αλέξιος Δ΄ έχει χαρακτηριστεί ο «Εφιάλτης» της Ρωμανίας! Αυτός έφερε τους Λατίνους Σταυροφόρους στην Κωνσταντινούπολη. Ήθελε να αποκαταστήσει, στον θρόνο, τον πατέρα του Ισαάκιο. Συνεργάστηκε όμως, με τους εχθρούς της αυτοκρατορίας, για να πετύχει τον σκοπό του. Οι Σταυροφόροι δεν μπόρεσαν να αποφασίσουν, και απέπλευσαν προς Κέρκυρα, όπου ο Αλέξιος επανέλαβε τις προτάσεις του.

Σημαντικό ρόλο έπαιξε ο δόγης της Bενετίας Eρρίκος Δάνδολος, ο οποίος έτρεφε μίσος κατά των Ρωμηών. Ο Δάνδολος έγινε Δόγης όταν ήταν 85 ετών. Είχε τυφλωθεί στην Κωνσταντινούπολη, ενώ ήταν επικεφαλής μίας πρεσβείας των Βενετών στον Μανουήλ Α΄ Κομνηνό. Το 1171, ο αυτοκράτορας, έχοντας απηυδήσει από την “ανυπόφορη” συμπεριφορά των Βενετών εμπόρων, είχε συλλάβει μερικούς από αυτούς. Ο Δάνδολος θα έλθει, τότε, σε σύγκρουση με τον Μανουήλ Α΄ και σε μια συμπλοκή στην Πόλη, τραυματίστηκε και τυφλώθηκε, σύμφωνα με τον Στήβεν Ράνσιμαν. Έτσι, ο Δάνδολος μισούσε θανάσιμα τους Ρωμηούς και ανέμενε κάποια ευκαιρία, για ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Επόμενο ήταν να «αρπάξει την ευκαιρία» και να ασκήσει και αυτός επιρροή, ώστε η εκστρατεία να κατευθυνθεί προς την Νέα Ρώμη / Κωνσταντινούπολη.

Τον Μάιο του 1203 ο στόλος των σταυροφόρων έφυγε από την Κέρκυρα και έφθασε στην Βασιλεύουσα τον Ιούνιο. O ιππότης Γοδεφρείδος Bιλλεαρδουΐνος, που μετείχε ο ίδιος στη Σταυροφορία, έκπληκτος και αυτός, έγραψε χρονογραφία («Χρονικό της Κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης») που δίνει σαφή εικόνα των εντυπώσεων, σχετικά με το μέγεθος του ρωμαϊκού πολιτισμού, που αντίκρισαν οι στρατιώτες:

Παράγραφος 128.: «Τώρα μπορείτε να μάθετε πως κοίταζαν επίμονα την Κωνσταντινούπολη εκείνοι που δεν την είχαν δει ποτέ [σ.σ.: αναφέρεται στην στιγμή όπου τα δυτικά στρατεύματα πρωτοαντίκρισαν την Πόλη, 24 Ιουνίου 1203]. Γιατί δεν μπορούσαν καθόλου να σκεφτούν πως μπορεί να υπάρχει σε όλο τον κόσμο μια τόσο ΠΛΟΥΣΙΑ πόλη, όταν είδαν αυτά τα ψηλά της τείχη και τους ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ πύργους κι αυτά τα ΠΛΟΥΣΙΑ παλάτια με τις ψηλές εκκλησίες, που ήταν τόσες πολλές που κανείς δεν θα το πίστευε αν δε το έβλεπε με τα μάτια του, και ακόμα το μήκος της πόλης που κυβερνούσε τις υπόλοιπες. Και μάθετε πως δεν υπήρξε άνθρωπος, άνθρωπος τόσο ασυγκίνητος, που να μην ανατριχιάσει. Κι αυτό δεν ήταν καθόλου περίεργο, γιατί ποτέ δεν ανέλαβαν άνθρωποι μια τόσο μεγάλη επιχείρηση από τότε που χτίστηκε ο κόσμος.»

Τρομοκρατημένος ο σφετεριστής αυτοκράτορας Αλέξιος Γ΄ διέφυγε στην Θράκη παίρνοντας μαζί του το κρατικό θησαυροφυλάκιο. Με την βοήθεια των Φράγκων που παρέμειναν έξω από την πόλη, ο τυφλωμένος πρώην αυτοκράτορας Ισαάκιος Β΄ Άγγελος αποκαταστάθηκε στον θρόνο του. Συναυτοκράτορας έγινε ο υιός του Αλέξιος Δ΄ Άγγελος. Ο Iσαάκιος επικύρωσε με χρυσόβουλλο όλες τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει απέναντι στους Σταυροφόρους ο Aλέξιος ο Δ΄. Η βασιλεία τους, όμως, δεν κράτησε πολύ.

Ο λαός αντέδρασε στην υποδούλωση στους δυτικούς, που ήταν εμφανής και ξέσπασε επανάσταση. Την αγανάκτηση του πληθυσμού προκάλεσαν η επιβολή βαριάς φορολογίας και η ληστρική συμπεριφορά των σταυροφόρων. Η επανάσταση είχε ως αποτέλεσμα ο Αλέξιος Δ’ να χάσει τόσο το στέμμα, όσο και την ίδια τη ζωή του. Στο θρόνο ανέβηκε ο γαμπρός του Αλέξιου Γ’, Αλέξιος Ε’ Δούκας Μούρτζουφλος τον Ιανουάριο του 1204. Οι σταυροφόροι εκμεταλλεύθηκαν την ευκαιρία και αποφάσισαν να επέμβουν, αυτή τη φορά όμως για να τοποθετήσουν όχι μια Ρωμαίικη κυβέρνηση, αλλά μια δική τους. Με εισήγηση του δόγη της Βενετίας Δάνδολου υπέγραψαν μπροστά στα τείχη της Κωνσταντινούπολης συμφωνία διανομής των εδαφών της Ρωμανίας (Partitio Romaniae) και άρχισαν την πολιορκία της πόλης που έπεσε στα χέρια τους στις 13 Απριλίου 1204. Η ειρωνεία της τύχης είναι πως ο Δάνδολος πέθανε στην Κων/πολη και θάφτηκε στην Αγία Σοφία.

Η “βασιλίδα των πόλεων”, απόρθητη από την εποχή της ίδρυσής της υπέκυψε για πρώτη φορά στον εχθρό. Φοβερές λεηλασίες και σφαγές ακολούθησαν την άλωση της Πόλης. Kύριοι της Kωνσταντινούπολης οι σταυροφόροι και οι συνεργάτες τους Bενετοί επέβαλαν το δίκαιο του κατακτητή. Οι σφαγές και η λεηλασία των δημόσιων κτηρίων και των ιδιωτικών κατοικιών ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Άπληστοι και ακόρεστοι οι ιππότες της Δύσης επέπεσαν πάνω στα θαυμαστά πλούτη και τους θησαυρούς που είχαν συγκεντρώσει αιώνες πολιτισμού στη Bασιλεύουσα. [«H Δ’ Σταυροφορία και η πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης», Nίκος Γ.Mοσχονάς Iνστιτ. Bυζαντ. Eρευνών, ενθετο "Επτά Ημέρες" εφημ "Καθημερινή", 1-11-98].

Ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ’ (1198-1216), θα απειλήσει, δήθεν, τους Σταυροφόρους με αφορισμό, αλλά θα φροντίσει να λησμονήσει, εγκαίρως, την απειλή του. Μετά την καταστροφή της Βασιλεύουσας, θα γράψει προς τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Θεόδωρο Λάσκαρη ότι «οι Λατίνοι υπήρξαν όργανο της Θείας Προνοίας, που τιμώρησε τους ‘Ελληνες για την άρνησί τους να δεχθούν την ηγεσία της Ρωμαϊκής Εκκλησίας» [Αρχιεπισκόπου πρ. Θυατείρων και Μ. Βρεταννίας Μεθοδίου Γ. Φούγια, Μητροπολίτου Πισιδίας, “'Ελληνες και Λατίνοι”, Α.Δ.Ε.Ε., Αθήνα , σ. 278,] Σε ολόκληρη την Δύση θα ψάλλουν ύμνους για να πανηγυρίσουν την πτώση της «μεγάλης ανίερης (profana) πόλεως».

Στη θέση του αυτοκράτορα τοποθετήθηκε νέα λατινική κυβέρνηση. Οι κληρονόμοι του Ρωμαϊκού θρόνου, από τις επαρχίες της αυτοκρατορίας, επρόκειτο να συνεχίσουν τους αγώνες, μέχρι την ανάκτησή της το 1261 από το Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο.

ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ:

«Οι επιπτώσεις της Τέταρτης Σταυροφορίας επί του ευρωπαϊκού πολιτισμού υπήρξαν εξ ολοκλήρου καταστρεπτικές. Η λάμψη του ελληνικού πολιτισμού, την οποία το Βυζάντιο (σ.σ: διάβαζε Ρωμανία) συντηρούσε επί εν­νέα αιώνες μετά από την επιλογή της Κωνσταντινούπολης ως πρωτεύου­σας, έσβησε ξαφνικά… Το έγκλημα της Τέταρτης Σταυροφορίας παρέδω­σε την Κωνσταντινούπολη και τη Βαλκανική Χερσόνησο σε έξι αιώνες βαρβαρότητας… Προκειμένου να αντιληφθούμε την πλήρη σημασία της λατινικής κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης, πρέπει να προσπαθήσουμε να συνειδητοποιήσουμε ποιος θα ήταν σήμερα ο πολιτισμός της Δυτικής Ευρώπης, αν η προ έξι αιώνων Ρωμανία δεν είχε καταστραφεί. Μπορεί κανείς να φανταστεί όχι μόνο τη Μαύρη Θάλασσα, τον Βόσπορο και τον Μαρμαρά να περιβάλλονται από προοδευτικά και πολιτισμένα έθνη. αλλά ακόμα και τα ανατολικά και νότια παράλια της Μεσογείου να έχουν επι­στρέψει υπό μια καλή διακυβέρνηση και υπό μια θρησκεία η οποία δεν αποτελεί φραγμό στον πολιτισμό…» [σερ Έντουιν Πήαρς, «Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204»]

Η λεηλασία και απογύμνωση της Κωνσταντινουπόλεως από όλα της τα πλούτη, δεν είχε όμοιο της. Όσοι τολμούσαν να αντισταθούν σφάζονταν επί τόπου. Δεν έμεινε παλάτι, αρχοντικό εκκλησία μεγάλη ή μικρή, μοναστήρι, χαμοκέλα, που να μην υποστεί φρικώδη λεηλασία. Ιδίως τους προσέλκυσε ο μυθικός πλούτος της Αγίας Σοφίας. Μπήκαν μέσα στον Ιερό Ναό με άλογα και μουλάρια που λέρωναν με τις κοπριές τους το μαρμάρινο δάπεδο. Και άρχισαν με φρενιτιώδη ταχύτητα να ξηλώνουν και να παίρνουν τα πάντα: από άγια δισκοπότηρα, ευαγγέλια, ιερά άμφια, άγιες εικόνες, την Αγία Τράπεζα, και το ασημένιο εικονοστάσιο του Τέμπλου, αφού προηγουμένος το έκαναν κομμάτια, μανουάλια, πολυκάνδηλα, μέχρι και κουρτίνες. Μάλιστα κατά τη διάρκεια της λεηλασίας μια Γαλλίδα πόρνη ανεβασμένη στον πατριαρχικό θρόνο χόρευε ασεμνα μισόγυμνη και τραγουδούσε. Ούτε οι τάφοι των Αυτοκρατόρων γλύτωσαν: συλήθηκαν όλοι, ενώ τα λείψανα πετάχτηκαν εδώ κι εκεί. π.χ. το πτώμα του Βασίλειου Β’ Μακεδόνα πετάχτηκε έξω και στα χέρια του τοποθέτησαν οι Φράγκοι μια φλογέρα –ειρωνικά -. Με αφορμή αυτό το γεγονός ο Παλαμάς έγραψε το ποίημα «η φλογέρα του βασιλιά».

Κυρίως όμως καταστράφηκαν αναρίθμητα έργα τέχνης. Τόσο της κλασσικής αρχαιότητας (π.χ. αγάλματα του Δια, του Απόλλωνα, των Διοσκούρων, το χάλκινο άγαλμα του Ηρακλή από τον Λύσσιπο τον Σικυώνιο, της Άρτεμης, της Ηρας, της Ελένης του Μενελάου κ.ά. που κοσμούσαν δρόμους, πλατείες και παλάτια της Βασιλεύουσας) όσο και της Ρωμαϊκής περιόδου, τα οποία κομμάτιαζαν για να αφαιρέσουν το χρυσό, το ασήμι και τους πολύτιμους λίθους, ενώ τα κατασκευασμένα από χαλκό τα έλυωναν στα καμίνια για να κόψουν νομίσματα. Τα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα καίγονταν από τους σταυροφόρους, για να ψήσουν τα κρεατικά τους! Οι πιο φρικτοί από όλους ήταν οι Γάλλοι και οι Φλαμανδοί, ενώ αντιθέτως οι Βενετοί που ήταν εξοικειωμένοι με το Ρωμάϊκο πολιτισμό ήταν οι πλέον φιλεύσπλαχνοι έναντι των ηττημένων: Ήταν τέτοια η έκταση της καταστροφής που στο τέλος το άλλοτε περικαλλές άστυ, η Βασιλίδα των πόλεων της οικουμένης, που επί 9 αιώνες είχε συσσωρεύσει αμύθητα πλούτη, κατάντησε σκέτο κουφάρι!

Μεθυσμένοι από τη νίκη τους οι Φραγκοδυτικοί περιγελούσαν τους νικημένους, φορούσαν με γελοίο τρόπο τα ρούχα που τούς είχαν αρπάξει, τοποθετούσαν στα κεφάλια των αλόγων τους τις καλύπτρες και τα κοσμήματα των Ρωμηών. Άλλοι κρατούσαν αντί για σπαθί χαρτιά, μελανοδοχεία, και βιβλία, και περιφέρονταν στους δρόμους της Πόλης, παριστάνοντας τους λογίους. Το πιο τραγικό από όλα ήταν όμως ότι ολόκληρος ο γυναικείος πληθυσμός της Κωνσταντινουπόλεως, αδιακρίτως ηλικίας ή ιδιότητας (μοναχές) υποβλήθηκε στην τρομερή διαδικασία του βιασμού. Τότε ακριβώς εσφάγησαν οι περισσότεροι από τους άρρενες κατοίκους: διότι στην προσπάθειά τους οι πατεράδες και οι σύζυγοι να διαφυλάξουν την τιμή των θυγατέρων και των συζύγων έπεσαν θύματα των αποχαλινωμένων Δυτικών. Βόγκηξε η Κωνσταντινούπολη από τον ατελείωτο βιασμό. Δεν περιγράφονται τα μαρτύρια που υπέστησαν οι κάτοικοι επί τρεις συνεχείς ημέρες, διότι τους βασάνιζαν απάνθρωπα για να τους αποκαλύψουν τα μέρη όπου είχαν κρύψει χρυσά και αργυρά νομίσματα και κυρίως τιμαλφή. Μόνο όταν κορέστηκε η δίψα τους για αρπαγή, αίμα και γενετήσιες απολαύσεις, ησύχασαν, αφού πρώτα τους τρόμαξε μια έκλειψη σελήνης. Κατόπιν συγκέντρωσαν όλη τη λεία και την έθεσαν υπό την φύλαξη των ευγενών.

Γράφει κι ο Νικήτας Χωνιάτης για την Άλωση της Πόλης:

«Κι έτσι, καθένας είχε πόνο, στα στενά θρήνος και κλάματα, στα τρίστρατα οδυρμοί, στους ναούς ολοφυρμοί, φωνές των ανδρών, κραυγές των γυναικών, απαγωγές, υποδουλώσεις, τραυματισμοί και βιασμοί σωμάτων. (..)Το ίδιο και στις πλατείες, και δεν υπήρχε μέρος ανεξερεύνητο που να δώσει άσυλο σε αυτούς. Χριστέ μου, τι θλίψη και φόβος υπήρχαν τότε στους ανθρώπους (…) Τέτοιες παρανομίες έκαναν οι στρατοί από τη Δύση εναντίον της κληρονομιάς του Χριστού, χωρίς να δείξουν σε κανένα φιλανθρωπία, αλλά γυμνώνοντάς τους όλους από χρήματα και κτήματα, από σπίτια και ρούχα. (…) και το πιο σημαντικό, αυτοί που πήραν το σταυρό στους ώμους και πολλές φορές ορκίστηκαν σε αυτόν και στα θεία λόγια ότι θα περάσουν δίχως να πειράξουν τις χώρες των Χριστιανών, χωρίς να κοιτάξουν αριστερά ή να εκκλίνουν προς τα δεξιά, αλλά θα οπλιστούν κατά των Σαρακηνών και να βάψουν τα ξίφη τους με το αίμα τους.(…) Οι δε Σαρακηνοί δεν έκαναν έτσι, και φέρθηκαν πολύ φιλάνθρωπα και ευγενικά όταν κυρίευσαν την Ιερουσαλήμ. Γιατί ούτε πείραξαν τις γυναίκες των Λατίνων, ούτε τον κενό τάφο του Χριστού έκαναν ομαδικό τάφο,(…) και αφήνοντας όλους να φύγουν με ένα ορισμένο αριθμό χρυσών νομισμάτων και από τον καθένα έπαιρναν μερικά πράγματα αφήνοντας τα υπόλοιπα στους κατόχους τους, ακόμα κι αν αυτά ήταν σαν την άμμο. Κι έτσι φέρθηκε το γένος που μάχονταν το Χριστό [σ.σ: οι Άραβες] προς τους αλλόπιστους Λατίνους, ούτε με ξίφος ούτε με φωτιά ούτε με λιμό ούτε με διωγμούς ούτε με άλλα δεινά. Σε εμάς όμως τα προκάλεσαν αυτά τα παραπάνω οι φιλόχριστοι και ομόδοξοι [σ.σ: οι Δυτικοί της Δ΄ Σταυροφορίας], όπως είπαμε με συντομία, αν και δεν είχαμε κάνει κάποιο αδίκημα»

Και βεβαίως , είναι φυσικό που οι Ρωμηοί ένοιωθαν απορία με το μέγεθος της καταστροφής, αφού, με τον πόλεμο με τους άραβες , ουδέποτε είχαν γνωρίσει τέτοια κτηνωδία, τους φαινόταν ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ πως άνθρωποι με πίστη στον Χριστό, ήταν δυνατόν να φέρονται έτσι. Σε αντίθεση με την γενικότερη έλλειψη ανεκτικότητας της Δύσης, στη Ρωμανία οι «μισαλλόδοξοι Ρωμηοί» (όπως αρέσκονται κάποιοι να αποκαλούν) είχαν κτίσει ήδη από τις αρχές του 8ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη τζαμί, για να προσεύχονται οι μουσουλμάνοι που περνούσαν από εκεί (π.χ. εμποροι), κι αργότερα έχτισαν και άλλα δύο. Ας μάς πει κανείς, πότε πρωτοχτίστηκε ισλαμικό τέμενος σε κράτος της Δυτικής Ευρώπης; Από τον 8ο αιώνα, οι Ρωμηοί δεν είχαν πρόβλημα να υπάρχει τζαμί στην πρωτεύουσα ενός χριστιανικού κράτους, το οποίο αντιμαχόταν τους Μουσουλμάνους και ήταν σε πόλεμο με αυτούς. Αν αυτό δε σημαίνει ανεκτικότητα, τότε τι σημαίνει, σε μια εποχή όπου οι Δυτικοί έκαναν Σταυροφορίες;

Διαβάζουμε, από την περιγραφή του Γοδεφρείδου Βιλλαρδουίνου, που συμμετείχε στη πολιορκία, στο “Χρονικό της Κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης”:

247. “Εκείνη τη νύχτα [σ.σ: 12 προς 13 Απριλίου 1204], μπροστά στο στρατόπεδο του Βονιφάτιου του Μονφερατικού, δεν ξέρω ποιοι άνθρωποι, που φοβόντουσαν μην τους επιτεθούν οι Έλληνες, βάλανε φωτιά στο χώρο ανάμεσα σε αυτούς και στους Έλληνες. Και η πόλη άρχισε να αρπάζει φωτιά και να καίγεται πολύ άσχημα, και καιγόταν όλη εκείνη τη νύχτα και την άλλη μέρα μέχρι το απόγευμα. Και τούτη ήταν η τρίτη πυρκαγιά στην Κωνσταντινούπολη από τότε που ήρθανε οι Φράγκοι στην χώρα. Και υπήρχαν περισσότερα καμένα σπίτια από όσα υπήρχαν στις τρεις πιο μεγάλες πόλεις του βασιλείου της Γαλλίας.

248. Και τα λάφυρα ήταν τόσα πολλά που κανείς δεν ήξερε να πει πόσα, χρυσάφι, και ασήμι και σκεύη και πολύτιμα πετράδια και μετάξια και γούνινα φορέματα από γκρίζο σκίουρο και από ερμίνα, και όλα τα ακριβά πράγματα που βρέθηκαν ποτέ στη γη. Και δίνει βέβαιη μαρτυρία ο Γοδεφρίδος ο Μαρεσάλης της Καμπανίας, αληθινά και έχοντας σωστά τα λογικά του, πως από τότε που χτίστηκε ο κόσμος δεν πάρθηκαν τόσα λάφυρα από μια μόνο πόλη.

249. Ο μαρκήσιος Βονιφάτιος του Μονφερράτου προχώρησε κατά μήκος της ακτής προς το παλάτι του Βουκολέοντα. Και σαν έφτασε εκεί, του το παρέδωσαν, για να σώσουν τη ζωή τους, εκείνοι που ήταν μέσα. Εκει βρήκε τις περισσότερες από τις πιο σπουδαίες κυρίες όλου του κόσμου, που είχαν καταφύγει στο κάστρο. Εκεί βρισκόταν η αδελφή του βασιλιά της Γαλλίας, που ήταν κάποτε αυτοκράτειρα [Αγνή, κόρη του Λουδοβίκου Ζ΄], και η αδελφή του βασιλια της Ουγγαρίας που ήταν κι αυτή αυτοκρατειρα, και πολλές σπουδαίες κυρίες. Για το θησαυρό που βρισκόταν σε εκείνο το παλάτι, δε πρέπει καθόλου να μιλάμε. Γιατί υπήρχαν τόσα που δεν έχουν ούτε τέλος ούτε αριθμό.

251. Ο καθένας πήρε για να μείνει όποιο σπίτι ήθελε, και υπήρχαν πολλά. Και έπρεπε να δοξάσουν πολύ τον Κύριο Ημών, γιατί δεν είχαν πάνω από είκοσι χιλιάδες οπλισμένους ανθρώπους ανάμεσά τους και με τη βοήθεια του Θεού νίκησαν τετρακόσιες χιλιάδες ανθρώπους ή και περισσότερους, και μάλιστα μέσα στην πιο ισχυρή πόλη που υπήρξε σε όλον τον κόσμο, που ήταν μεγάλη πόλη, και η πιο καλά οχυρωμένη.

Όμως η λεηλασία και η άλωση, δεν σταμάτησε στο «1204». Η Φραγκικη αγνωμοσύνη και τάση προς την καταστροφή, συνεχίστηκαν και στους επόμενους αιώνες. Χαρακτηριστικό , είναι το εξής: Το 450 μ.Χ. ο Παρθενώνας μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία. Κατόπιν, το 1453, κάτω από την κυριαρχία των Τούρκων πλέον, εξελίχθηκε σε τζαμί. Το 1674, ο Γάλλος πρεσβευτής Μαρκήσιος του Nointel επισκεύτηκε την Αθήνα συνοδευόμενος από τον Jacques Carrey, ο οποίος έκανε κάποια σχέδια του Παρθενώνα. Στα σχέδια του Carrey φαίνεται ότι εκείνη την εποχή ο Παρθενώνας παρέμενε ακόμα άθικτος. Δεκατρία χρόνια αργότερα, το 1687, ο Βενετός στρατηγός Francesco Morosini πολιόρκησε την Ακρόπολη. Τη βομβάρδισε παρά το γεγονός ότι γνώριζε πως οι Τούρκοι τη χρησιμοποιούσαν ως πυριτιδαποθήκη. Από την έκρηξη που δημιουργήθηκε καταστράφηκε μεγάλο μέρος του Παρθενώνα.


vatopaidi.

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )