Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014
Ο εγκωμιαστής του «πρωτείου του πάπα» και του «κειμένου της Ραβέννας» Μητρ. Μεσσηνίας . Χρυσόστομος
Πρωτοπρεσβ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος,
εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως
Πειραιώς
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Δυστυχῶς
καί σήμερα δέν ἔλειψαν τά κοπέλλια τοῦ πάπα στήν Ὀρθόδοξη Ἑλλάδα. Τοιοῦτος, ἐκτός
τῶν ἄλλων, εἶναι καί ὁ Σεβ. Μητρ. Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος. Τό πρόσφατο κείμενό του μέ θέμα «Τό πρωτεῖο
καί τό κείμενο τῆς Ραβέννας», πού δημοσιεύθηκε στίς 28-12-2013 ἀπό τήν ἐκκλησιαστική
πύλη ειδήσεων Romfea.gr[1],
ἐπιβεβαιώνει τήν προσωνυμία! Οἱ προσωπικές του θέσεις καί τά λεχθέντα του ὄντως
μᾶς ὁδηγοῦν στό νά τοῦ ἐπαναλάβουμε τό τοῦ ἁγίου Μάρκου : «Ἐσύ εἶσαι κοπέλλι (τσιράκι) τοῦ Πάπα
(ὅχι Ὀρθόδοξος ἐπίσκοπος) καί ὡσάν κοπέλλι τοῦ Πάπα ὁμιλεῖς (ὅχι σάν Ὀρθόδοξος ἐπίσκοπος)»!
Δέν
εἶναι ἡ πρώτη φορά πού ὁ ποικιλοτρόπως σκανδαλίζων τόν πιστό λαό, γνωστός καί
μή ἐξαιρετέος, οἰκουμενιστής καί μεταπατερικός Σεβ. κ. Χρυσόστομος, προβαίνει
σέ μία ἀκόμη – ἀπό τίς ἀναρίθμητες – προκλητική καί προδοτική της Ὀρθοδόξου
πίστεως ἐνέργεια. Ἄς θυμηθοῦμε μερικές, τίς πιό κύριες, ἀπ’αὐτές.
Α) Ἔχει ἐκφραστεῖ δημόσια ὑπερ τῆς μεταφράσεως τῶν λειτουργικῶν μας
κειμένων στην νεοελληνική γλώσσα[2].
Β) Εἶναι ὑπερ τοῦ διαθρησκειακοῦ διαλόγου[3].
Γ) Ἡ συμμετοχή του στήν τιμητική
ἐκδήλωση, πού διοργάνωσε ἡ Ἀκαδημία
Θεολογικῶν Σπουδῶν τῆς Ἱ. Μ. Δημητριάδος ἀπό 28/30-11-2011, γιά τόν Σεβ. Μητρ. Περγάμου κ. Ἰωάννη Ζηζιούλα[4].
Δ) Ἡ υἱοθέτηση ἐκ μέρους του τῆς κακόδοξης οἰκουμενιστικής θεωρίας περί τῆς «μιᾶς καί συγχρόνως
διηρημένης Ἐκκλησίας», σύμφωνα μέ τήν ὁποία, ἡ Ἐκκλησία εἶναι Μία καί συγχρόνως
διηρημένη σέ ἐπί μέρους «ἐκκλησίες», ὄχι τοπικές, ἀλλά ὁμολογιακές καί
δογματικές, καί χρήζει ἑνώσεως[5]. Γνωστές εἶναι οἱ ἀπαράδεκτες
ἐκκλησιολογικῶς δηλώσεις
του : α) «Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι
Μία καί Ἀδιαίρετη, πρίν τό σχίσμα, σήμερα εἶναι διηρημένη, ἀφοῦ βρισκόμασθε σέ
σχίσμα, αὐτό ἐπιβεβαιώνει τό περιεχόμενο τῆς § 41 τοῦ Κειμένου τῆς Ραβέννας»[6].
β) «Τό σχίσμα τοῦ 1054 σημαίνει
διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας. Νομίζω ὅτι οὐδεμία ἀμφισβήτηση ὑφίσταται... ὅτι ἔχουμε
διηρημένη τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, τήν εὑρισκομένην ὑπό τήν Μίαν Κεφαλήν τοῦ
Σώματος, τόν Χριστόν»[7]. Ὁ ἴδιος ὁ Σεβ. Μητροπολίτης σέ συνέντευξή του σέ δύο ἐγκρίτους
δημοσιογράφους τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Πρακτορείου Εἰδήσεων «amen» ἐμμένει στίς αἱρετικές
θέσεις του περὶ «μίας καὶ διηρημένης Ἐκκλησίας» μετὰ τῶν Παπικῶν διακηρύσσοντας
ὅτι «δικαιώθηκε» ἀπὸ τούς ἁρμοδίους τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τίς θέσεις του[8].
Τήν ἴδια ἀπαράλλακτη θέση διατυπώνει καί στό κρινόμενο κείμενό του μέ θέμα : «Τό πρωτεῖο καί τό κείμενο τῆς Ραβέννας»,
ὅπου κάνει λόγο γιά «κοινή παράδοση τῆς
πρώτης Ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας, δηλ. τῆς
περιόδου πρίν τό σχίσμα μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσης (1054)», γιά «προσπάθεια ἀποτύπωσης τῆς κοινῆς Θεολογικῆς
παράδοσης τῆς Ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας» καί γιά «κοινή ἱστορικοκανονική καί λειτουργικά παράδοση τῆς Ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας,
τῆς πρώτης Χιλιετίας».
Ε) Ἡ ἀποδοχή τῆς κακόδοξης ἐκκλησιολογικῆς
θέσεως ὅτι ἡ παρασυναγωγή τοῦ παπισμοῦ δέν εἶναι αἵρεση, ἀλλά «ἐκκλησία» ἰσότιμη
καί ἰσάξια μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ὅτι ὁ πάπας Ρώμης δέν εἶναι αἱρεσιάρχης,
ἀλλά κανονικός ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας[9].
Μέ βάση τήν παραπάνω ἑσφαλμένη ἄποψή του : α) Παρεχώρησε Ὀρθόδοξο Ἱερό
Ναό σέ αἱρετικούς παπικούς τῆς Καλαμάτας. β) Δήλωσε ὅτι «ὄχι
μόνο τούς παπικούς, ἀλλά καί ὅλους τους αἱρετικούς, ἀκόμα καί τούς Μωαμεθανούς
εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά τούς ἐξυπηρετήσουμε (ὡς Ἐκκλησία!) στίς θρησκευτικές
τους ἀνάγκες. Ἐγώ δέν μπορῶ νά χτίσω τζαμί, μοῦ δίνει ὅμως τό δικαίωμα τό
κανονικό δίκαιο νά προσφέρω ἕνα ναό στούς Μουσουλμάνους»!!! γ) Συμπροσευχήθηκε ἀντικανονικῶς
μέ αἱρετικούς, κατά τήν διάρκεια συγκλήσεως τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς θεολογικοῦ
διαλόγου Ὀρθοδόξων καί παπικῶν στήν Κύπρο τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2009. δ) Λειτούργησε στήν
Παναγία τῆς Τήνου, ὅπου συμπροσευχήθηκαν μαζί του καί παπικοί κληρικοί καί
λαϊκοί (2008). ε)
Συμπροσευχήθηκε μέ τόν παπικό «ἀρχιεπίσκοπο» κ. Francesco Cacucci καί
παρευρέθηκε στόν ἁγιασμό τῆς θαλάσσης, ρίχνοντας ἁγίασμα μέ μύρο ἀπό τόν τάφο
τοῦ Ἁγίου Νικολάου (8-5-2007)[10], στ) Δήλωσε ὅτι «δὲν
ἔχομεν σχίσμα μετὰ τῶν Παπικῶν, ἀλλά ἁπλῶς μίαν διαίρεσιν», ζ) Ἰσχυρίστηκε πώς «τὰ αἴτια τοῦ Σχίσματος εὑρίσκονται εἰς τὸ
Πρωτεῖον τοῦ Πάπα καὶ ὄχι εἰς τὴν αἵρεσιν τοῦ Φιλιόκβε»[11].
Τήν ἴδια ἀπαράλλακτη θέση διατυπώνει καί στό κρινόμενο κείμενό του μέ θέμα : «Τό πρωτεῖο καί τό κείμενο τῆς Ραβέννας»,
ὅπου κάνει λόγο γιά δύο Ἐκκλησίες (Ὀρθόδοξη καί παπική) : «…μεταξύ
τῶν δύο διαλεγομένων Ἐκκλησιῶν».
Στό
ἐν λόγω κείμενο, ὅμως, ὁ Σεβ. κ. Χρυσόστομος προχωρᾶ ἔνα βῆμα παραπάνω καί ἀποδέχεται
μία «Καθολική ἤ Παγκόσμια ἤ ἀνά τον κόσμον Ἐκκλησία»! Ὁ ἰσχυρισμός τοῦ Σεβ. κ.
Χρυσοστόμου ὅτι «ὁ καθορισμός καί ἡ
διευκρίνιση ὅτι μέ τούς ὄρους «Ἐκκλησία», «ἡ ἀνά τόν κόσμον Ἐκκλησία», «ἡ ἀδιαίρετος
Ἐκκλησία» καί «τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ» δέν ὑπονομεύεται ἀπό τή Μικτή Θεολογική Ἐπιτροπή
ἡ πεποίθηση ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνήκει εἰς τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική
Ἐκκλησία, ὅπως αὐτή ἐκφράζεται στό Σύμβολο Νικαίας - Κωνσταντινουπόλεως. (ὑποσ.
1)», εἶναι ἐπιεικῶς ἀπαράδεκτος καί ἐμπαικτικός, γιά νά μήν ποῦμε
προδοτικός. Δηλ. γιά τόν Σεβ. κ. Χρυσόστομο, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν εἶναι αὐτή καί μόνη ἀποκλειστικά ἡ Μία, Ἁγία,
Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀλλά «ἀνήκει
εἰς τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία». Δηλ. ἄλλη εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος
Ἐκκλησία καί ἄλλη ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἡ ὁποία δέν
ταυτίζεται μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλά ἀποτελεῖ μέρος αὐτῆς, μαζί μέ ἄλλες «ἐκκλησίες»
(παπισμό, προτεσταντισμό, μονοφυσιτισμό). Αὐτό εἶναι τό ἐκκλησιολογικό πιστεύω
τοῦ Σεβ. κ.
Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος ἔφθασε στό σημεῖο νά ταυτιστεῖ μέ τή νέα ἐκκλησιολογία τοῦ
παπισμοῦ[12].
Τό παπικό αὐτό πιστεύω τοῦ Σεβ. κ. Χρυσοστόμου δέν ἀποτελεῖ φοβερή ἀλλοίωση,
διαστρέβλωση καί προδοσία τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας, ὅπως αὐτή ἐκφράζεται
στό Σύμβολο τῆς Πίστεως; Πώς μπορεί νά ἀπαγγέλλει τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὅταν
οὐσιαστικῶς δέν τό πιστεύει; Ποιός τώρα μπορεί νά πιστέψει τόν Σεβ. κ.
Χρυσόστομο, ὅταν ὑποστηρίζει ὅτι «μέ τή
συγκεκριμένη ἐκκλησιολογική προοπτική τοῦ Κειμένου (τῆς Ραβέννας) καταρρίπτεται
κάθε κινδυνολογία περί «ἀλλοιώσεως τοῦ ἐκκλησιολογικοῦ πιστεύω καί τοῦ
φρονήματος τῆς Ὀρθοδοξίας», ὅπως λέγουν κάποιες φωνές, οἱ ὁποῖες ἀσκοῦν ἄδικη
κριτική στούς Ὀρθόδοξους Ἀντιπροσώπους στό συγκεκριμένο Θεολογικό Διάλογο»;
Στό
ὑπό κρίσιν κείμενο τοῦ Σεβ. κ. Χρυσοστόμου διακρίνουμε καί υἱοθέτηση τῶν νεωτεριστικῶν καί ἀντιπατερικῶν, κακοδόξων καί οἰκουμενιστικῶν θεωριῶν
περί «εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας» καί «βαπτισματικῆς θεολογίας»,
οἱ ὁποῖες εἰσήχθησαν στόν Ὀρθόδοξο θεολογικό χώρο ἀπό τόν Σεβ. Μητρ. Περγάμου
κ. Ἰωάννη Ζηζιούλα[13].
Ὑποστηρίζει ὁ Σεβ. κ. Χρυσόστομος ὅτι «ἡ Ἐκκλησία
τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει, ὅπου ὑπάρχει κοινότης συνηγμένη ἐν τῆ Εὐχαριστία,
προεξάρχοντος, εἴτε ἀμέσως εἴτε μέσω τῶν πρεσβυτέρων, τοῦ ἐπισκόπου νομίμως
χειροτονηθέντος ἐν τῆ ἀποστολικῆ διαδοχῆ, διδάσκοντος τήν πίστιν τήν παραληφθεῖσαν
παρά τῶν Ἀποστόλων, ἐν κοινωνία μετά τῶν λοιπῶν ἐπισκόπων καί τῶν Ἐκκλησιῶν
των. Καρπός τῆς Εὐχαριστίας ταύτης καί τῆς διακονίας εἶναι ἡ σύναξις πάντων ὅσοι
ἔχουν λάβει Πνεῦμα Χριστοῦ ἐν τῷ Βαπτίσματι εἰς μίαν αὐθεντικήν κοινωνίαν
πίστεως, προσευχῆς, ἀποστολῆς, ἀδελφικῆς ἀγάπης καί ἀλληλοβοηθείας».
ΣΤ)
Ἡ ἐνεργός συμμετοχή τοῦ Σεβ. κ.
Χρυσοστόμου μέ ἀντικανονική συμπροσευχή στήν 10η Γενική Συνέλευση τοῦ
ΠΣΕ στό Πουσᾶν τῆς Κορέας[14] (30-10/8-11-2013), ὄπου, ἀποδεχόμενος,
χωρίς καμμία ἀντίδραση, τό κοινό κείμενο, ζήτησε συγγνώμη, πού εἶναι Ὀρθόδοξος.
Ὡς
συνέχεια τῶν ἀνωτέρω, ἔρχεται τό δημοσιευθέν ὑμνητικό κείμενο τοῦ Σεβ. κ.
Χρυσοστόμου σχετικά μέ τό κείμενο τῆς Ραβέννας καί τό πρωτεῖο τοῦ πάπα, μέ τό ὁποῖο
ἐπαναλαμβάνει οὐσιαστικῶς τίς θέσεις τοῦ Κειμένου τῆς Ραβέννας. Ἐπειδή μέ τό ζήτημα τοῦ κειμένου τῆς
Ραβέννας καί τοῦ πρωτεῖου τοῦ Πάπα ἔχουν ἀσχοληθεῖ διεξοδικά καί ἕχουν ἀσκήσει
αὐστηρή ὀρθόδοξη θεολογική κριτική μέ ἐξαίρετα, ἄριστα και ἄψογα κείμενά τους ἀπό
Ὀρθοδόξου Θεολογικῆς ἑπόψεως τόσο ὁ ἅγιος Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους,
πανοσιολογώτατος ἀρχιμανδρίτης π. Γεώργιος Καψάνης, ὅσο καί ὁ ἐλλογιμώτατος καθηγητής τοῦ τομέα
Δογματικῆς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης, γι’αὐτό κι ἐμεῖς κρίναμε ἀπαραίτητο νά
παραθέσουμε τά σχετικά κείμενά τους, μέ τά ὁποῖα δίδεται ἀπάντηση στά ὅσα ἰσχυρίζεται
ὁ Σεβ. κ. Χρυσόστομος στό κρινόμενο κείμενό του.
Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΤΗΣ
Ι. Μ. ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΠΑΝΟΣΙΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟΣ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ
ΚΑΨΑΝΗΣ
Ὁ ἅγιος Καθηγούμενος παν.
ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης, σέ κείμενό του μέ θέμα «Τό κείμενο τῆς Ραβέννας καί τό Πρωτεῖο τοῦ
Πάπα»[15], ἐπισημαῖνει : «Στήν Ι’ Συνέλευσί της στήν
Ραβέννα (Ὀκτώβριος 2007) ἡ Διεθνής Μικτή Θεολογική Ἐπιτροπή γιά τόν Διάλογο
Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν ὑποστηρίζει ὅτι ἔθεσε «σταθερόν ἔρεισμα διά μελλοντικήν συζήτησιν τοῦ ἐρωτήματος τοῦ πρωτείου
ἐπί τοῦ παγκοσμίου ἐπιπέδου ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ» (Κείμενο τῆς Ραβέννας, παράγρ.
46)[16].
Τό «σταθερόν ἔρεισμα», ὅπως προκύπτει
ἀπό τίς 46 παραγράφους τοῦ ἀνωτέρω κειμένου, εἶναι ἡ παραδοχή ὅτι, κατά τήν
πρώτη χιλιετία, πρίν ἀπό τό ὁριστικό σχίσμα τοῦ 1054, ὁ ἐπίσκοπος τῆς Ρώμης
ἀνεγνωρίζετο πρῶτος μεταξύ τῶν πέντε πατριαρχῶν στό πλαίσιο τῆς καλῶς
λειτουργούσης τότε συνοδικότητος. Προαγγέλλεται ἡ περαιτέρω συζήτησις περί τοῦ
Πρωτείου ὡς ἑξῆς : «Τό ἐρώτημα περί τοῦ
ρόλου τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης ἐν τῇ κοινωνίᾳ πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν παραμένει πρός
μελέτην εἰς μεγαλύτερον βάθος. Ποία εἶναι ἡ συγκεκριμένη λειτουργία τοῦ
ἐπισκόπου "τῆς πρώτης καθέδρας" ἐν μιᾷ ἐκκλησιολογίᾳ κοινωνίας καί
ὑπό τό πρίσμα ὅσων περί συνοδικότητος καί αὐθεντίας ἔχομεν ἀναφέρει ἐν τῷ
παρόντι ἐγγράφῳ; Πῶς θά ἦτο δέον νά νοῆται καί νά βιοῦται ἡ διδασκαλία τῆς
πρώτης καί τῆς δευτέρας βατικανῆς συνόδου ἐπί τοῦ παγκοσμίου πρωτείου ὑπό τό
φῶς τῆς ἐκκλησιακῆς πρακτικῆς κατά τήν πρώτην χιλιετίαν; Ταῦτα εἶναι κρίσιμα
ἐρωτήματα διά τόν ἡμέτερον διάλογον καί διά τάς ἡμετέρας ἐλπίδας περί ἀποκαταστάσε-ως
τῆς πλήρους μεταξύ ἡμῶν κοινωνίας» (παράγρ. 45).
Ἡ σοβαρότης τοῦ θέματος εἶναι
προφανής. Ποῦ προβλέπεται νά καταλήξῃ ὁ διάλογος; Ἡ ἐκτίμησις τοῦ διεθνοῦς
Τύπου (Le Figaro 15/11/2007, The Times 16/11/2007), κυρίως ὅμως τοῦ ἰταλικοῦ,
εἶναι ὅτι τά πράγματα ὁδηγοῦνται πρός ἕνωσι τῶν Ἐκκλησιῶν μέ ἀναγνώρισι τοῦ
παπικοῦ Πρωτείου ἐπί θυσίᾳ ἐνδεχομένως κάποιων προνομίων τοῦ Πάπα. Ἡ Δύσις μέ
συγκρατημένη αἰσιοδοξία περιμένει τήν ἕνωσι Ρωμαιοκαθολικῶν καί Ὀρθοδόξων ἐπί
τῇ βάσειτῆς ἀρξαμένης συμφωνίας. Στήν καθ’ ἡμᾶς Ὀρθόδοξο Ἀνατολή ὑπάρχει
ἐπιφυλακτικότης καί ἀγωνία. Διερωτᾶται ὁ πιστός λαός: Θά διαφυλαχθῇ ἄραγε
ἀνόθευτος ἡ Ὀρθόδοξος Πίστις;
Σέ πρόσφατο ἄρθρο μας εἴχαμε
ἐπισημάνει ὅτι ὁ Διάλογος Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν, ὅπως μέχρι τώρα
ἐξελίσσεται, δείχνει νά ὁδηγῇ σέ οὐνιτικοῦ
τύπου ἕνωσι καί μάλιστα βάσει
σχεδίου, πού ἔχει ἐκπονήσει τό Βατικανό.
Εἴχαμε ἐκφράσει τήν ἐλπίδα ὅτι «οἱ
Ὀρθόδοξοι δέν θά ὑποκύψουν στίς προαιώνιες παπικές ἀξιώσεις, δέν θά
ἀμνηστεύσουν τήν Οὐνία, δέν θά ἀναγνωρίσουν στόν Πάπα κάποια μορφή πρωτείου
ἐξουσίας καί παγκοσμίου δικαιοδοσίας, οὔτε θά δεχθοῦν νά συνεργασθοῦν στούς
Βατικάνειους σχεδιασμούς γιά ἕνωσι πού ἄμεσα ἤ ἔμμεσα θά παραθεωρῇ τήν
ἀκαινοτόμητο Ὀρθόδοξο Πίστι»[17].
Ποῦ, ὅμως, ὁδηγεῖ τό «Κείμενο τῆς
Ραβέννας»;
Ὑπάρχουν σοβαροί λόγοι νά
πιστεύουμε ὅτι τό «Κείμενο τῆς Ραβέννας» ἐπιβεβαιώνει τούς φόβους, ὅτι οἱ
Ὀρθόδοξοι ὑποχωροῦμε στίς παπικές ἀξιώσεις. Οἱ λόγοι εἶναι οἱ ἑξῆς :
α) Τό κείμενο ὁμιλεῖ γιά «ρωμαιοκαθολική
Ἐκκλησία». Δέν πρόκειται γιά τεχνικό ὅρο, τοῦ ὁποίου ἡ χρησιμοποίησις
θά διευκόλυνε τόν διάλογο. Ἀντιθέτως, τοῦ ἔχει δοθῆ πλῆρες θεολογικό
περιεχόμενο, ἔτσι ὥστε ὁ διάλογος νά γίνεται μέ τήν προϋπόθεσι ὅτι ἡ
ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία εἶναι ἀληθινή, ὀρθοδοξοῦσα, Ἐκκλησία.
Ἡ Ὀρθόδοξη ἀντιπροσωπεία στό
σημεῖο αὐτό ἔχει ὑποχωρήσει ἀνεπίτρεπτα. Μέ τό κείμενο τοῦ Balamand (1993) εἶχε ἀναγνωρίσει τήν ρωμαιοκαθολική
Ἐκκλησία ὡς Ἐκκλησία μέ τήν πλήρη σημασία τοῦ ὅρου : «Καί ἀπό τίς δύο πλευρές ἀναγνωρίζεται ὅτι αὐτό πού ὁ Χριστός
ἐνεπιστεύθη στήν Ἐκκλησία Του -ὁμολογία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, συμμετοχή στά
ἴδια μυστήρια, πρό πάντων στή μοναδική Ἱερωσύνη πού τελεῖ τή μοναδική θυσία τοῦ
Χριστοῦ, ἀποστολική διαδοχή τῶν ἐπισκόπων- δέν δύναται νά θεωρῆται ὡς ἡ
ἰδιοκτησία τῆς μιᾶς μόνον ἀπό τίς Ἐκκλησίες μας»[18].
Πρόκειται γιά οὐσιαστική ὑποχώρησι ἀπό τήν πιό θεμελιώδη καί ἀφετηριακή βάσι
τῶν θεολογικῶν διαπραγματεύσεων. Ἐνῶ δηλαδή οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, ὅταν
ἀναγνωρίζουν ὡρισμένα συστατικά στοιχεῖα τῆς Ἐκκλησίας στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία
(ἔγκυρα Μυστήρια καί ἀποστολική διαδοχή), μένουν πιστοί στήν ἐκκλησιολογία τῆς
Β’ Βατικανείου, οἱ Ὀρθόδοξοι θεολόγοι παραιτοῦνται ἀπό τήν διαχρονικῶς
μαρτυρουμένη ὑπό ἐγκρίτων Πατέρων καί συνόδων πίστι μας, ὅτι, λόγῳ τῶν
αἱρετικῶν της δογμάτων, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἀπεκόπη ἀπό τό σῶμα τῆς Μιᾶς,
Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, δέν ἔχει τά στοιχεῖα, πού τήν
καθιστοῦν ἀληθῆ Ἐκκλησία Χριστοῦ, καί πλέον εἶναι αἱρετική Ἐκκλησία. Διστάζουν
νά ἐκφράσουν ἀκόμη καί τήν ἱστορική διαπίστωσι, ὅπως τήν διατύπωσε ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός : «πρό χρόνων πολλῶν ἀπεσχίσθη τῆς Δυτικῆς
Ἐκκλησίας, τῆς Ρώμης φαμέν, τό περιώνυμον ἄθροισμα ἐκ τῆς τῶν ἑτέρων τεσσάρων
ἁγιωτάτων Πατριαρχῶν κοινωνίας, ἀποσχοινισθέν εἰς ἔθη καί δόγματα τῆς Καθολικῆς
Ἐκκλησίας καί τῶν Ὀρθοδόξων ἀλλότρια... (τά δέ τῶν Ὀρθοδόξων ἀλλότρια πάντως
αἱρετικά)»[19].
β) Ἀλλά καί αὐτήν τήν κακῶς
γενομένη «ἀλληλοαναγνώρισι» ὑπερκέρασε ἡ Ὁδηγία
τοῦ Βατικανοῦ τόν Ἰούλιο τοῦ 2007 μέ τίς γνωστές «Ἀπαντήσεις»[20],
μέ τίς ὁποῖες ὁ Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’
χαρακτηρίζει «ἐλλειματικές» τίς
Ὀρθόδοξες τοπικές Ἐκκλησίες, ἐπειδή δέν ἔχουν κοινωνία μέ τόν διάδοχο τοῦ
Πέτρου! Σύμφωνα μέ τήν Ὁδηγία, ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὑφίσταται
μόνο στήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία. Ἀξιοσημείωτο εἶναι ὅτι ἡ Ὁδηγία δόθηκε
λίγους μῆνες πρίν ἀπό τήν Συνέλευσι τῆς Ραβέννας, τό ὁποῖο, κατά τήν ἐκτίμησί μας,
σημαίνει ὅτι τό Βατικανό χαράσσει τήν γραμμή, πού πρέπει νά ἀκολουθήσῃ ὁ
διάλογος. Καί ἡ γραμμή εἶναι ὁ ρωμαιοκεντρικός οἰκουμενισμός, ὅπως τόν
προσδιώρισε ἡ Β’ Βατικάνειος Σύνοδος. Τό ἐπιβεβαιώνει τό ἴδιο τό κείμενο τῆς
Ὁδηγίας τοῦ Βατικανοῦ[21],
ἀλλά τό ἐπισημαίνει καί ὁ Σεβ. Ἐπίσκοπος
πρώην Ζαχουμίου καί Ἐρζεγοβίνης Ἀθανάσιος Γιέβτιτς : «Τό κείμενο αὐτό [οἱ «Ἀπαντήσεις»] φανερώνει τήν ἐπιμονή τοῦ Πάπα
Ράτσιγκερ νά δείξῃ τό πραγματικό πρόσωπο τοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ οἰκουμενισμοῦ του,
ὁ ὁποῖος στήν πραγματικότητα δέν εἶναι αὐτό, πού λέγει ὁ Πάπας, ἀλλά αὐτό πού
πιστεύει καί κάνει»[22].
Τόν ἔντονο προβληματισμό της γιά τήν ὡς ἄνω παπική Ὁδηγία ἐκφράζει καί ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
πρός τόν Ὀρθόδοξο Συμπρόεδρο τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διαλόγου, Σεβ.
Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ἰωάννη, μέ τήν ἐπιστολή της ὑπό ἡμερομηνία 8/10/2007.
Ἡ ὑποσημείωσις τῆς παραγρ. 1
τοῦ «Κειμένου τῆς Ραβέννας», καρπός πιθανώτατα τῆς διαμαρτυρίας τῆς Ἐκκλησίας
τῆς Ἑλλάδος, ἀκολουθεῖ δυστυχῶς τό πνεῦμα τῆς παπικῆς Ὁδηγίας. Σέ αὐτήν τήν
ὑποσημείωσι οἱ Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι, παρ’ὅτι διαβεβαιώνουν ὅτι ἡ
χρησιμοποίησις τοῦ ὅρου «Ἐκκλησία» δέν ὑπονομεύει τήν αὐτοσυνειδησία τῆς
Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας,
δέν καταθέτουν ἐν τούτοις τό ἐπίσης βασικό στοιχεῖο τῆς αὐτοσυνειδησίας της,
ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν παραδέχεται ὅτι στήν ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία
‘‘ὑφίσταται’’ ἡ Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Εἶναι
χαρακτηριστικό, καί ἀποτελεῖ ἔλεγχο τῆς ἀτολμίας τῶν Ὀρθοδόξων ἀντιπροσώπων, τό
γεγονός ὅτι οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἐδήλωσαν στήν ἴδια συνάφεια ὅτι δέν ἀναγνωρίζουν
παρά μόνο στοιχεῖα τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας ἔξω ἀπό τήν ρωμαιοκαθολική κοινωνία.
Εἶναι σαφές ὅτι τό «Κείμενο τῆς Ραβέννας» ὀφείλει νά ἀναγνωσθῇ καί ἑρμηνευθῇ
ὑπό τήν προϋπόθεσι ὅτι ἡ ρωμαιοκαθολική πλευρά μένει πιστή καί ἀμετακίνητη στά
παπικά δόγματα.
γ) Οἱ ἀναφορές τοῦ «Κειμένου
τῆς Ραβέννας» στήν ἀποστολική πίστι,
στά εἰσαγωγικά Μυστήρια, στήν Ἱερωσύνη, στήν Εὐχαριστία καί στήν ἀποστολική
διαδοχή γίνονται μέ τόση φυσικότητα γιά τήν ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία, ὥστε
νά νομίζῃ κανείς ὅτι ἡ ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία σέ ὅλα αὐτά τά σημεῖα ὀρθοδοξεῖ.
Ἀλλά, διερωτώμεθα μαζί μέ τόν ἅγιο Μάρκο
τόν Εὐγενικό : «Πόθεν οὖν ἡμῖν
ἀνεφάνησαν ἐξαίφνης ὄντες ὀρθόδοξοι, οἱ διά τοσούτων χρόνων καί ὑπό τοσούτων
Πατέρων καί διδασκάλων κριθέντες αἱρετικοί»[23];
Πράγματι, πότε οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἔδωσαν σαφεῖς ἐνδείξεις ὅτι ἀπέβαλαν τίς
γνωστές ἑτεροδιδασκαλίες τους; Ἀντιθέτως μάλιστα, ἔχουν δώσει καλῶς
τεκμηριωμένες ἀποδείξεις ἐπιμονῆς σέ αὐτές. Πῶς ἔχουν τήν ἀποστολική πίστι, ἐφ’
ὅσον το Φιλιόκβε, ἡ κτιστή Χάρις, τό Πρωτεῖο ὡς προνόμιο παγκοσμίου
δικαιοδοσίας, τό Ἀλάθητο, ἡ ἄσπιλος σύλληψις τῆς Θεοτόκου κ.ἄ. ἀποτελοῦν ἀκόμη
βασικά καί ἀδιαπραγμάτευτα δόγματά τους; Πῶς ἔχουν ἔγκυρα εἰσαγωγικά Μυστήρια
(Βάπτισμα, Χρίσμα), Ἱερωσύνη καί Εὐχαριστία, ἐφ’ ὅσον, κατά τόν ἅγιο Μάρκο,
ἔχουν ἀποσχισθῆ ἀπό τήν Καθολική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ; Ἄλλωστε, τελεῖ ἐν ἰσχύι,
ἐπικυρωμένος ἀπό τήν Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδο ὁ α’ Κανών τοῦ Μ. Βασιλείου, ὅτι «οἱ
τῆς Ἐκκλησίας ἀποστάντες οὐκ ἔτι ἔσχον τήν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ’ ἑαυτούς·
ἐπέλιπε γάρ ἡ μετάδοσις τῷ διακοπῆναι τήν ἀκολουθίαν... ἀπορραγέντες, λαϊκοί
γενόμενοι, οὔτε τοῦ βαπτίζειν, οὔτε τοῦ χειροτονεῖν εἶχον ἐξουσίαν, οὔτε ἠδύναντο
Χάριν Πνεύματος Ἁγίου παρέχειν, ἧς αὐτοί ἐκπεπτώκασι». Πολλῷ μᾶλλον, ἐφ’
ὅσον δέν πρόκειται ἐδῶ γιά ἐξοικονόμησι ἐπιστρεφόντων ἀπό τόν λατινισμό στήν
πίστι τῆς Καθολικῆς (Ὀρθοδόξου) Ἐκκλησίας, ἀλλά γιά ἐπιβεβαίωσι ἐκ μέρους τῆς
Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῶν λατινικῶν ἑτεροδιδασκαλιῶν. Πῶς, ἐπίσης, ἔχουν
ἀποστολική διαδοχή, ἐφ’ ὅσον, κατά τόν ἅγιο
Γρηγόριο τόν Θεολόγο, ἡ ὀρθοδοξία τοῦ φρονήματος βεβαιώνει τήν ἀποστολική
διαδοχή καί ἡ ἑτεροδοξία τήν καταλύει; «Τό
μέν γάρ ὁμόγνωμον καί ὁμόθρονον, τό δέ ἀντίδοξον καί ἀντίθρονον· καί ἡ μέν
προσηγορίαν, ἡ δέ ἀλήθειαν ἔχει διαδοχῆς», γράφει ὁ θεῖος Γρηγόριος[24].
δ) Στό «Κείμενο τῆς Ραβέννας»
ἀναπτύσσονται δύο σημαντικές πτυχές τοῦ θεσμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ συνοδικότης καί ἡ αὐθεντία. Συμφωνήθηκε (παράγρ. 40-41) ὅτι τό ἐκκλησιολογικό
περιεχόμενο τῆς συνοδικότητος καί τῆς αὐθεντίας βιώθηκαν ἀπό κοινοῦ ὀρθοδόξως κατά
τήν πρώτη χιλιετία τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας σέ Ἀνατολή καί Δύσι. Ὅμως, ὅσο καί ἄν
θέλουμε νά θεωρήσουμε θετική τήν συμφωνία αὐτή, δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά
ἐφησυχάσουμε ἡ διευκρίνησις τῆς ἰδίας παραγράφου : «Διαφωνοῦσι, παρά ταῦτα [Ὀρθόδοξοι καί Ρωμαιοκαθολικοί], ἐπί τῆς
ἑρμηνείας τῶν ἱστορικῶν στοιχείων ἐκ τῆς περιόδου ταύτης, θεωροῦσαι τάς
προνομίας τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης ὡς πρώτου ζήτημα ἤδη διαφοροτρόπως κατανοηθέν
κατά τήν πρώτην χιλιετίαν» (παράγρ. 41). Μέ τήν διευκρίνησι αὐτή ἔχουν τεθῆ
τά θεμέλια γιά μία ἀποδεκτή ἀπό τούς Ὀρθοδόξους ἐπανερμηνεία τοῦ παπικοῦ
Πρωτείου.
Ἀναμφιβόλως κατά τήν πρώτη
χιλιετία ἡ συνοδικότης λειτουργοῦσε καί γι’ αὐτό δέν εἶχε ἀναπτυχθῆ αὐθεντία μέ
τήν μορφή παγκοσμίου πρωτείου ἤδικαιοδοσίας. Ἡ ἐκτροπή, ὅμως, στό παπικό
Πρωτεῖο δέν ἔγινε σέ μία στιγμή χρόνου. Λόγῳ τοῦ παπικοῦ ἡγεμονισμοῦ ἐπί τῆς
καθόλου Ἐκκλησίας, στήν ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἐπί αἰῶνες ἐκυοφορεῖτο μία
διαδικασία ὑποβαθμίσεως τῆς συνοδικότητος καί ἀναδύσεως τοῦ παπικοῦ Πρωτείου.
Στήν διαδικασία αὐτή παραπέμπει εὐθέως καί σαφῶς ἡ ἀνωτέρω «διαφωνία» τῶν
Ὀρθοδόξων καί τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς στήν Ραβέννα. Ἐνόσῳ,
ὅμως, οἱ Ρωμαιοκαθολικοί δέν παραιτοῦνται ἀπό τήν παποκεντρική ἑρμηνεία τῶν
θεσμῶν τῆς συνοδικότητος καί τῆς αὐθεντίας κατά τήν πρώτη χιλιετία τῆς ζωῆς τῆς
Ἐκκλησίας, ἡ ‘‘συμφωνία’’ τοῦ «Κειμένου τῆς Ραβέννας» κλίνει ὑπέρ τῆς
ἀναγνωρίσεως ἑνός παγκοσμίου πρωτείου στόν Πάπα. Μόνο ἐάν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί
δεχθοῦν νά ἑρμηνεύσουν τά ἱστορικά στοιχεῖα τῆς πρώτης χιλιετίας ὅπως καί οἱ
Ὀρθόδοξοι, θά εἶναι βέβαιο ὅτι παραιτοῦνται τῶν παπικῶν νεωτερισμῶν τῆς
δευτέρας χιλιετίας. Μόνο ὑπό τήν προϋπόθεσι αὐτή ἡ ἀνακοινωθεῖσα συζήτησις,
κατά τίς ἑπόμενες συνελεύσεις τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, περί τῆς ἑρμηνείας τῆς
συνοδικότητος καί τῆς αὐθεντίας κατά τήν δεύτερη χιλιετία, καί μάλιστα ἀπό τίς
Α’ καί Β’ συνόδους τοῦ Βατικανοῦ, θά ἀποδώσῃ Ὀρθόδοξα συμπεράσματα, δηλαδή θά
κλίνῃ πρός κατάργησι τοῦ παπικοῦ Πρωτείου. Ἄλλως, ἡ ἀναγνώρισις ἑνός παπικοῦ
Πρωτείου δικαιοδοσίας (ἔστω καί ὑπό τήν μορφή ἑνός λειτουργήματος διακονίας) ἐφ’
ὅλης τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ βεβαία κατάληξις.
[1] http://romfea.gr/epikairotita/21337-2013-12-30-03-52-35
[2] Σχ.
βλ. συνέντευξή του στόν κ. Ν. Παπαχρήστο. Γ. ΖΕΡΒΟΣ, «Ἀπό τήν λογοκρισίαν τῶν ἀντιεβραϊκῶν ἐγκωμίων
τοῦ ἐπιταφίου εἰς τήν αἱρετικήν μεταπατερικήν θεολογίαν καί τήν «διηρημένην» Ἐκκλησίαν»,
Ὀρθόδοξος Τύπος (2-3-2012) 1,7.
[3] http://www.amen.gr/article14049.
[4]
Περιοδικό ‘Πληροφόρηση’ Δεκέμβριος 2011, Μηνιαία ἔκδοση Ἱ. Μ. Δημητριάδος
[5]
Σχ. βλ. ἡμέτερον κείμενον μέ τίτλο Θεολογική
καί Ἱστορική κριτική τῆς εἰσηγήσεως τοῦ Σεβ. Μητρ. Δημητριάδος καί Ἀλυροῦ κ. Ἰγνατίου
στήν παπική ἡμερίδα γιά τήν Β΄ Βατικάνειο Σύνοδο στό κεφάλαιο Ἡ Μία και συγχρόνως διηρημένη Ἐκκλησία 15-12-2013.
[6] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ἐπιστολή πρός τόν Καθηγητήν κ. Τσελεγγίδην
1-10-2009, σ. 4, παρ. γ΄.
[7] Τοῦ ἰδίου, Ἐπιστολή
πρός τόν Καθηγητήν κ. Τσελεγγίδην 15-7-2010, σ. 6, παρ. γ΄ καί «Ἀπάντηση
στόν Καθηγητή κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη»,
Θεοδρομία ΙΒ3 (Ἰούλιος-Σεπτέμβριος 2010) 352. Ἐπίσης, ΣΕΒ. ΜΗΤΡ.
ΚΥΘΗΡΩΝ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, «Ἐπιστολή πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
γιά τόν Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο» καί ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ, «Ἀπάντηση
στόν Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο», Θεοδρομία
ΙΒ3 (Ἰούλιος-Σεπτέμβριος 2010) 332, 340.
[8] Γ. ΖΕΡΒΟΣ, «Εὑρίσκονται εἰς
δογματικήν πλάνην οἱ Σεβ. Μεσσηνίας καί Δημητριάδος», Ὀρθόδοξος Τύπος (24-2-2012) 1, 7.
[9] Σχ.
βλ. ἡμέτερον κείμενον μέ τίτλο Θεολογική καί Ἱστορική κριτική τῆς εἰσηγήσεως τοῦ
Σεβ. Μητρ. Δημητριάδος καί Ἀλυροῦ κ. Ἰγνατίου στήν παπική ἡμερίδα γιά τήν Β΄
Βατικάνειο Σύνοδο στό κεφάλαιο Ὁ Παπισμός εἶναι αἱρεση και ὄχι «Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία»
15-12-2013. http://www.romfea.gr/epikairotita/15611-2013-02-12-13-08-23 και http://www.amen.gr/article12921.
[10]
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΗΜΑΤΗΣ, «Αἱρετικές ἀποκλίσεις καί ἀπρέπειες τοῦ Μεσσηνίας κ.
Χρυσοστόμου», Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος 3 (Ἰούλιος-Αὔγουστος 2010) 41.
[11] Γ. ΖΕΡΒΟΣ, ἔνθ’ἀνωτ.
[12]
Σχ. βλ. ἡμέτερον κείμενον μέ τίτλο Θεολογική καί Ἱστορική κριτική τῆς εἰσηγήσεως
τοῦ Σεβ. Μητρ. Δημητριάδος καί Ἀλυροῦ κ. Ἰγνατίου στήν παπική ἡμερίδα γιά τήν
Β΄ Βατικάνειο Σύνοδο στό κεφάλαιο Ἡ νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Παπισμοῦ 15-12-2013
καί ΠΡΕΣΒ. ΠΕΤΡΟΣ HEERS, Τό Βάπτισμα
καί ἡ Ἐκκλησία στό Διάταγμα περί Οἰκουμενισμοῦ τῆς Δευτέρας Βατικανῆς Συνόδου,
διδακτορική διατριβή, Θεολογική Σχολή ΑΠΘ, Τμῆμα Θεολογίας, Ἰούνιος 2011.
[13]
ΜΕΓΑΣ ΦΑΡΑΝΤΟΣ, Οἰκουμενισμός ἤ Ὀρθοδοξία;
Ἡ κρίσις τῆς Θεολογίας τοῦ Ἰω. Ζηζιούλα, Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου»,
Ἀθήναι 1993, σσ. 5-6, 14-23 καί ΙΩΑΝΝΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ, «Orthodox Ecclesiology and the Ecumenical Movement», Sourozh Diocesan Magazine [Αγγλία]
21 (1985) 16) καί ΠΡΕΣΒ. ΠΕΤΡΟΣ HEERS, «Τό Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καί ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας˙
ἡ ἰδέα τῆς «Βαπτισματικῆς Ἑνότητας» καί ἡ ἀποδοχή της ἀπό τούς Ὀρθοδόξους Οἰκουμενιστές»,
Ἐν Συνειδήσει˙ Οἰκουμενισμός˙ ἱστορική καί κριτική προσέγγιση, ἔκδ. Ι. Μ.
Μεγ. Μετεώρου, Ἅγια Μετέωρα, Ἰούνιος 2009, σ. 117
[14]
21-10-2013, «Συγγνώμη πού εἴμαστε Ὀρθόδοξοι», 10η Γενική Συνέλευση
τοῦ Π.Σ.Ε. στό Πουσάν τῆς Κορέας (30-10/8-11-2013) http://aktines.blogspot.gr/2013/11/10_21.html, http://aktines.blogspot.gr/2013/11/10.html, http://aktines.blogspot.gr/2013/11/blog-post_1018.html,
http://aktines.blogspot.gr/2013/11/blog-post_2453, html,
http://aktines.blogspot.gr/2013/11/lgbti.html
[15] ΑΡΧΙΜ.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΨΑΝΗΣ, Τό κείμενο τῆς Ραβέννας
καί τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα, Ἅγιον
Ὄρος, 30 Δεκεμβρίου 2007, Ἐν
Συνειδήσει. Οἰκουμενισμός. Ἱστορική καί κριτική προσέγγιση, ἔκδ. Ἱ. Μ. Μ.
Μετεώρου, Ἅγια Μετέωρα, Ἰούνιος 2009, σσ. 90-99, http://aktines.blogspot.gr/2013/08/blog-post_663.html.
[16] Τά παρατιθέμενα ἀποσπάσματα ἀπό τό κείμενο, πού συμφωνήθηκε στήν
Ραβέννα, ἔχουν ληφθῆ ἀπό τήν μετάφρασι ἐκ τοῦ πρωτοτύπου ἀγγλικοῦ, τήν ὁποία ἐξεπόνησαν
οἱ ὑπηρεσίες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί δημοσιεύθηκε ἀπό τήν ἐφημ. ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ
ΚΟΣΜΟΣ σέ εἰδικό ἔνθετο μέ τίτλο «Τό κείμενο τῆς Ραβέννας».
[17] ΑΡΧΙΜ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ, Καθηγούμενος Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους,
«Ἀνησυχία γιά τήν προετοιμαζομένη ἀπό τό Βατικανό ἕνωσι Ὀρθοδόξων-Ρωμαιοκαθολικῶν»,
Παρακαταθήκη 54 (2007).
[18] Ἐπίσκεψις, τ. 496/1993.
[19] ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ, «Τοῖς ἁπανταχοῦ τῆς γῆς...», ἐν ΙΩ.
ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά
Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τ. Ι, Ἀθῆναι 1960, σ. 426.
[20] Ὁ πλήρης τίτλος τῆς Ὁδηγίας εἶναι «Ἀπαντήσεις σέ ἐρωτήσεις, πού ἀφοροῦν
ὀρισμένες ὄψεις γύρω ἀπό τή διδασκαλία περί Ἐκκλησίας» (βλ. Ἐπιστολή Ἱ. Συνόδου
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πρός τόν Σεβ. Μητροπ. Περγάμου Ἰωάννην, 8/12/2007).
[21] Σχ.
βλ. σχολιασμό τῆς Ὁδηγίας στήν ἐφημ. Καθολική, φύλ. 3078
/24-7-2007.
[22] ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΡΩΗΝ ΖΑΧΟΥΜΙΟΥ ΚΑΙ ΕΡΖΕΓΟΒΙΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, «Περί τοῦ
ρωμαιοκαθολικοῦ οἰκουμενισμοῦ» (σερβιστί), περιοδ. ΠΡΑΒΟΣΛΑΒΛΙΕ, ἔκδ. τοῦ Πατριαρχείου τῆς Σερβίας, τεῦχ. 969-970
(1-15/8/2007), σ. 12.
[23] ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ, «Τοῖς ἁπανταχοῦ τῆς γῆς...», ἔνθ’ ἀνωτ. σ.
426.
"Οι Ακρίτες και η Κύπρος"
Ομιλία Μητροπολίτη Μόρφου π. Νεοφύτου προς τον Όμιλο Γυναικών Μόρφου στις 19 Νοεμβρίου 2013 (Οίκημα Διγενή Ακρίτα στη Λευκωσία)
Οι Ακρίτες στην νεότερη ιστορία της Κύπρου έχουν μελετηθεί μόνο φιλολογικά και αυτό έχει προκαλέσει διάφορες παρεξηγήσεις. Υπάρχουν πέντε εκδοχές περί Ακριτών. Αν δείτε τα ονόματα των μελετητών, οι πλείστοι είναι λαογράφοι και φιλόλογοι∙ μόνον ένας είναι ιστορικός και αυτός, δυστυχώς, το 1972 παρέδωσε τους εκλεκτούς ακρίτες στους Παυλικιανούς, που ήταν αιρετικοί. Οπωσδήποτε δεν είναι αυτή η καταγωγή των Ακριτών. Στις μέρες μας γίνονται αρκετές έρευνες γύρω από το ακριτικό τραγούδι και την παρουσία των Ακριτών —γιατί τους διεκδικούν και οι Κούρδοι.
Η σημερινή μας ομιλία οφείλει να είναι στραμμένη προς το ιστορικό παρελθόν, αλλά και προς στο σημερινό γίγνεσθαι. Γιατί οι Κούρδοι διεκδικούν τους Ακρίτες που εμείς τους εξορίσαμε στα όρια του μύθου; Η περιοχή από την Αλεξανδρέττα, το Χαλέπι της Βόρειου Συρίας, την Ούρφα δηλαδή την παλαιά Έδεσσα της Τουρκίας, τα Σαμόσατα, όπου κατοικούσε ο Διγενής Ακρίτης, έως και τα σύνορα σχεδόν της σημερινής Περσίας της λεγόμενης Μεσοποταμίας υπήρξαν τα μέρη που έζησαν οι Ακρίτες, ο Διγενής Ακρίτας και οπωσδήποτε πολλοί από τους προγόνους μας, που το αίμα τους είναι μέσα στο αίμα μας.
Πρόσωπα, παραδόσεις, θρύλοι και μύθοι, ήρωες και Άγιοι, συνιστούν την ιστορική και πνευματική αυτοσυνειδησία των Κυπρίων. Εξαιρέτως δε των κατοίκων της Μόρφου, αλλά και ολοκλήρου της βορειοδυτικής Κύπρου. Έχοντας αυτή την ιστορική συνείδηση οι Μορφίτες, ονόμασαν το ιστορικό αθλητικό σωματείο τους, «Διγενής Ακρίτας Μόρφου». Αργότερα ο Λουκής Ακρίδας —αξίζει να προσέξουμε το επίθετό του — δανείζεται το επίθετο του Διγενή Ακρίτα και γίνεται Ακρίτας από Ακρίδας και μεταμορφώνεται έτσι σε φορέα της μυθιστορίας του κάμπου που τον γέννησε, της πόλεως της Μόρφου. Όλα αυτά τον 20ό αιώνα.
Πολύ πιο πριν από τους προαναφερθέντες, δύο μεγαλομάρτυρες, ο Άγιος Μάμας ο Μυροβλύτης και ο Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος, γίνονται προστάτες των ακριτικών στρατιωτικών ταγμάτων και δια της Μόρφου, ολόκληρη η Κύπρος μέσα από τις ποικίλες ιστορικές περιπέτειες και διαδρομές της γίνεται θεματοφύλακας της τιμής του Αγίου ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Μάμαντος του Μυροβλύτου. Οι νεότεροι Κύπριοι γίνονται κληρονόμοι της Μικρασιατικής πνευματικότητος και κληροδόχοι των θρυλικών Ακριτών.
Η μελέτη αυτή σκοπό έχει να αναδείξει την ιστορικότητα των Ακριτών, να τους ελευθερώσει από τον ρομαντισμό του θρύλου και του μύθου και να προσφέρει στους νεότερους Κυπρίους, την ιστορική συνείδηση που κινδυνεύουν να χάσουν μέσα από τα ευρωπαϊκά στολίδια, που μας φόρεσε η δυτική φιλολογία και η καταναλωτική υστερία. Στους Ακρίτες οφείλουμε πολλά, που θα υποδειχθούν στη συνέχεια της ομιλίας μας. Στην αρχή περιγράφουμε την ακμή και παρακμή των Ακριτών και στη συνέχεια το πώς επηρέασαν την Κύπρο με την παρουσία τους, όσο και στη διαχρονική μετοικεσία πληθυσμών Αλαμανών και Μικρασιατών Αγίων, εικόνων και αγίων λειψάνων, από την Μικρασία και Συροπαλαιστίνη, όχι μόνον τραγουδιών, σε βαθμό που ξένοι και δικοί μας να θεωρούν τους τόπους τούτους, πνευματική ενδοχώρα των Κυπρίων.
Βίος του Διγενή Ακρίτα
Πολλές φορές φιλόλογοι και λαογράφοι του 20ού αιώνος απομόνωσαν τους Ακρίτες και εξαιρέτως τον Βασίλειον Διγενήν σε βαθμό που να εμφανίζεται ως μύθος που ομοιάζει με αρχαιοελληνικό γίγαντα ή στην καλύτερη των περιπτώσεων να παρουσιάζεται σαν ο Ηρακλής της Χριστιανοσύνης. Όπως γράφει ο μελετητής των Ακριτών Στυλιανός Αλεξίου, που κατά συγκυρία εκοιμήθη πριν μερικές μέρες, γιος της Έλλης Αλεξίου, αδελφότεκνος της Γαλάτειας Καζαντζάκη, της πρώτης συζύγου του Καζαντζάκη από την Κρήτη, η σχέση του Ακρίτη επαληθεύεται από την ιστορική πραγματικότητα μιας ορισμένης εποχής του Βυζαντίου. Ας δούμε μαζί τον βίο του Διγενή Ακρίτα, με κάποιες ποιητικές υπερβολές.
Ο Διγενής έλαβε το όνομά του ένεκα της καταγωγής του από δύο γένη: από Άραβα πατέρα και Ελληνίδα μητέρα. Ο πατέρας του, ο Εμίρης της Μελιτινής της Συρίας Μουσούρ, σε μια από τις επιδρομές του, απ’ αυτές που κάνανε οι Άραβες Εμίρηδες στον Βυζαντινό χώρο – όπως άλλωστε και οι Βυζαντινοί στη Συρία – βρήκε αφύλακτο το κάστρο του Ανδρόνικου Δούκα,[1] γιατί ο αυτοκράτορας τον είχε εξορίσει και οι πέντε γιοί του πολεμούσαν στα σύνορα. Αρπάζει την ακριβοφυλαγμένη μοναχοθυγατέρα του Δούκα. Η μητέρα της κατόρθωσε να γλυτώσει και στέλνει μήνυμα στους γιούς της, καταδιώκουν τον Εμίρη, τον προφτάνουν και γυρεύουν πίσω την αδελφή τους. Ο Εμίρης ζητά να παλέψει με έναν από τους αδελφούς και ο κλήρος πέφτει στον νεότερο, τον Κωνσταντίνο. Ο οποίος είναι ο πιο ανδρειωμένος και νικά τον περήφανο Εμίρη. Ο Εμίρης τους δίνει το δακτυλίδι του, που θα τους επιτρέψει την είσοδο στον καταυλισμό των Σαρακηνών. Εκεί αναζητούν μάταια την αδελφή τους, γυρίζουν στον Εμίρη, τον φοβερίζουν και απαιτούν την απελευθέρωση της αδελφής τους. Ο Εμίρης είναι πρόθυμος να τους ικανοποιήσει, αν του την δώσουν για γυναίκα, οπότε εκείνος και το ασκέρι του θα γίνουν Χριστιανοί. Γίνεται ο Εμίρης Μουσούρ Χριστιανός και επέρχεται έτσι συμφιλίωση. Βρίσκουν ανέγγιχτη την αδελφή τους και ξεκινούν όλοι για το κάστρο του Ανδρόνικου Δούκα, όπου γίνεται ο γάμος. Ύστερα από ένα χρόνο γεννιέται ο Βασίλειος Διγενής, που παίρνει το όνομα αυτό από τη διπλή καταγωγή του, όπως προαναφέραμε, από τον Σαρακηνό πατέρα και την Ελληνίδα μητέρα.
Ο Διγενής, όταν μεγαλώνει, νυμφεύεται την πανέμορφη Ευδοκία. Φίλους του έχει τους τριακόσιους Μαυροορίτες Ακρίτες. Αργότερα αυτοί, «ὅτε ἐγνώσθη ὅτι ἀποθνῄσκει, συνηθροίσθησαν ἐπὶ τὴν κλίνην αὐτοῦ πολλοὶ ἐκ Συρίας καὶ Μεσοποταμίας, ἀπὸ Ἀμίδης καὶ ἀπὸ τοῦ Μαύρου Ὄρους. «Τριακόσιοι ἐπίλεκτοι νέοι περιεκύκλουν τὴν κλίνην τοῦ ἐπιθανατίου ἥρωος καὶ οἱ τριακόσιοι ἔμορφοι καὶ κόκκινα φοροῦσιν, βαστοῦν σπαθιὰ ὁλοψήφωτα καὶ στέκουν ἔμπροσθέν του· τοὺς εἶχε πάντας φύλακας εἰς τὰς στενὰς κλεισούρας καὶ ἐφύλαττον τὴν Ρωμανίαν ἀπὸ βάρβαρα ἔθνη»[2]. Η Ρωμανία είναι η ρωμιοσύνη, η αυτοκρατορία των Ρωμαίων. Το Βυζάντιο.
Ο Βασίλειος Διγενής και οι φίλοι του οι Ακρίτες έδρασαν στον Ευφράτη ποταμό, στην περιοχή των Σαμοσάτων, και η δράση τους έφτανε από τα στενά της Καππαδοκίας μέχρι και τα στενά της Κιλικίας. Χρονικά τα πραγματικά συμβάντα τοποθετούνται στους 9ο και 10ο αιώνα. Ὁ Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος στο έργο του «Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας Ἀντιοχείας», γράφει σχετικά: «Ἐν Καππαδοκίᾳ συνήντησεν ὁ Διγενὴς τὸν Βασιλέα τοῦ Βυζαντίου Ρωμανὸν Λεκαπηνὸν (912-944).»[3] Έτσι ο Διγενής και οι φίλοι του οι Ακρίτες μπήκαν στα τραγούδια και στα έπη, στους θρύλους και τους μύθους και, όπου πήγαν οι Ακρίτες και οι πρόσφυγες Καππαδοκίας και Κιλικίας, πήγαν και τα τραγούδια και οι θρύλοι τους. Η Κύπρος, όπως γράφουμε και αλλού, διεφύλαξε τα αρχαιότερα τραγούδια, δείγμα της σχέσης που είχε με τη γειτονική νοτιοανατολική Μικρά Ασία και Βόρειο Συρία.
Ο ηρωϊκός Διγενής Ακρίτας εκοιμήθη ειρηνικά στο παλάτι που έχτισε στον Ευφράτη ποταμό, με μοναδική του έγνοια την αγαπημένη του σύζυγο Ευδοκία. Ο λόγος για τον οποίο ο Διγενής έχτισε το σπίτι του στον Ευφράτη ήταν γιατί ο ποταμός εκείνος ήταν το σύνορο της Αυτοκρατορίας των Ρωμηών. Στα Δημοτικά τραγούδια συχνά επικαλείται τη βοήθεια της Παναγίας και των Αγίων, που τον προστατεύουν, του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Μάμα και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Σε Κυπριακά, Ποντιακά και Κρητικά τραγούδια, αναφέρεται ότι ο Διγενής στην επιθανάτιο κλίνη του, με το τελευταίο αγκάλιασμά του, πνίγει την γυναίκα του για να μην την πάρει άλλος![4] Η δραματικότητα σε όλη της την ένταση!
Κατά τη Γερμανίδα ερευνήτρια και συγγραφέα, κυρία Εντβίγη Λύντεκε, σε βιβλίο της που εξέδωσε η Ακαδημία Αθηνών το 1994 με τίτλο, «Ἑλληνικά Δημοτικά Τραγούδια – τά Ἀκριτικά», γράφει για τον «βασικό πρωταγωνιστή των Ακριτικών τραγουδιών, Βασίλειο Διγενή Ακρίτα, ότι έζησε πραγματικά τον 9ο αιώνα και γύρω από την προσωπικότητά του έπλεξε ο μύθος της περικοκλάδες του».[5] Ομοίως, και ο Μορφίτης Ακαδημαϊκός, Νικόλαος Κονομής, σε σχετική επιστημονική ανακοίνωσή του, αναφέρει ότι, «ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας έζησε τον 9ο αιώνα και απέκτησε μυθικές διαστάσεις. Γι᾽ αυτόν μας πληροφορούν τα γνήσια δημοτικά τραγούδια, αλλά και η λογία παράδοση, που είναι τα έξι μοναστηριακά χειρόγραφα του έπους του Διγενή Ακρίτα».[6] Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι ο Νικόλαος Κονομής είναι ο μοναδικός, αν δεν απατώμαι, Κύπριος ακαδημαϊκός ο οποίος ασχολήθηκε εκτενώς με τα ακριτικά τραγούδια, με εμπεριστατωμένη μελέτη και έρευνα. Ο πρώτος λόγος που ο ίδιος έδειξε ενδιαφέρον είναι γιατί μέσα του κυλούσε το ακριτικό γονιδίωμα και δεύτερο γιατί αντελήφθη ότι ο Διγενής Ακρίτας θα διεκδικηθεί στο μέλλον, λόγω της τεράστιας σημασίας που έχει για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, από πολλούς, όχι μόνο ορθοδόξους ή χριστιανούς. Σήμερα οι μουσουλμάνοι, οι Ρώσοι και οι Κούρδοι, όπως προανέφερα, αλλά και οι βαλκανικοί λαοί, διεκδικούν τον Διγενή Ακρίτα.
Οι Ακρίτες διάδοχοι των Λιμιτανέων
Ακρίτες αποκαλούνταν από τους Βυζαντινούς οι φύλακες των συνόρων, που την εποχή εκείνη τα ονόμαζαν «άκρες». Οι Ακρίτες αντικατέστησαν τους Λιμιτανέους (militeslimitaneos) των αυτοκρατορικών χρόνων της Ρώμης, τους οποίους οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες είχαν εγκαταστήσει μονίμως στα σύνορα για να προφυλάσσουν τη χώρα από αιφνιδιασμούς και επιδρομές των βαρβάρων. Τον όρο Λιμιτανέοι, από τό limes, που σημαίνει σύνορα, τον συναντούμε από τα χρόνια του Ιουστινιανού (527-565) μέχρι τον 10ο αιώνα. Από τον 10ο αιώνα ως και το 1204, ο όρος αντικαθίσταται από τον όρο Ακρίτης. Το Ακρίτας με –α στο τέλος της λέξης είναι νεωτερισμός των Φιλολόγων του 20ού αι. Στα αρχαία χειρόγραφα απαντά η λέξη Ακρίτης. Στο έπος του Διγενή (κατά το χειρόγραφο της βιβλιοθήκης Εσκοριάλ), υπάρχει η εξής επιγραφή: «Ο θαυμαστός Καππάδοκας Βασίλειος Ακρίτης».
Ο όρος Ακρίτης συναντάται σε βυζαντινές στρατιωτικές πραγματείες του 10ου και 11ου αιώνα, για να δηλώσει τους κατοίκους και τους υπερασπιστές των ανατολικών συνόρων του Βυζαντίου. Τα κατορθώματα των Ακριτών εναντίον των μουσουλμάνων, ενέπνευσαν κατά πρώτον τα ακριτικά τραγούδια και ύστερα έγινε η σύνθεσις του έπους του Διγενή Ακρίτα από λογίους - καλογήρους του 11ου – 12ου αιώνα. Τα ακριτικά τραγούδια είναι τα παλαιότερα ελληνικά δημοτικά τραγούδια που σώζονται και συγγενεύουν με το «Έπος του Διγενή Ακρίτα». Ωστόσο διατηρούν μεγάλες διαφορές με το έπος, που δεν είναι του παρόντος να τις αναλύσουμε. Αυτό που πρέπει να υπογραμμίσουμε είναι ότι τόσο τα ακριτικά τραγούδια όσο και το έπος του Διγενή Ακρίτα είναι ανατολική ποίηση, που στην Κύπρο και τον Πόντο μεταδιδόταν προφορικά από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά, μέχρι και τα μέσα του εικοστού αιώνα. Έχω βρει πάνω από δέκα που τα υπογράφουν Μορφίτες του 1905 και από άλλες περιοχές της Κύπρου. Από την εποχή που άρχισε ο δήθεν «εξευρωπαϊσμός» μας, τα ακριτικά τραγούδια παραγκωνίστηκαν. (Η αιτία για την οποία φτάσαμε στην οικονομική κρίση, είναι ότι ως έθνος εγκαταλείψαμε όλη αυτή την παράδοση και υιοθετήσαμε κάτι που δεν είμαστε.)
Στους Ακρίτες δωρίζονταν κτήματα για να τα καλλιεργούν και απαλλάσσονταν από τους φόρους, με μόνη υποχρέωση να φυλάσσουν τα σύνορα από τις επιδρομές των Αράβων και των Απελατών (μεσαιωνικοί κλέφτες). Ήταν δηλαδή ένα είδος μονίμων γεωργών φρουρών και στρατιωτών με πολλά προνόμια και ψηλούς κινδύνους. Οι στρατιώτες γεωργοί είχαν κληρονομικά κτήματα, τα λεγόμενα στρατιωτόπια, παραπέμπω στο όνομα της κοινότητας Κατωκοπιά – βυζαντινές ονομασίες, τα οποία σε καιρούς ειρήνης τα καλλιεργούσαν και τα προστάτευαν από τους Απελάτες αλλά και τους ισχυρούς γαιοκτήμονες, τους λεγόμενους Δυνατούς. Σε εποχές επιθέσεων των Αράβων, οι στρατιώτες γεωργοί, είχαν το άλογό τους, τον «μαύρον» τους, τα όπλα τους και μεταμορφώνονταν σε ατρόμητους Ακρίτες. Όταν επρόκειτο να ζωγραφιστεί η καινούργια εικόνα του Αγίου Νικήτα, οι πρόσφυγες του Νικήτα Μόρφου, μου επιστούσαν την προσοχή στο ότι το άλογο του Αγίου έπρεπε να είναι μαύρο. Διερωτήθηκα γιατί να επιμένουν το άλογο να είναι μαύρο. Κατόπιν μελέτης, αντιλήφθηκα ότι είχαν δίκαιο οι άνθρωποι γιατί μέσα στους Ακρίτες Αγίους, εκτός από τον Άγιο Μάμα και τον Άγιο Γεώργιο που είναι κορυφαίοι, συγκαταλέγονται και οι Άγιοι Θεόδωροι, ο Άγιος Προκόπιος και ο Άγιος Νικήτας. Και στην παλαιά εικόνα που είχαν στον Νικήτα, το άλογο ήταν μαύρου χρώματος. Διαβάζοντας ακριτικά τραγούδια, ο Διγενής δεν λέει φέρτε το άλογό μου αλλά φέρτε μου τον «μαύρον» μου.
Τον αριθμό των Ακριτών μείωσε ο Μέγας Κωνσταντίνος, όταν εγκατέστησε πολλούς από αυτούς στις πόλεις. Την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού το σώμα των Ακριτών σχεδόν διαλύθηκε, αλλά όταν ξεκίνησαν οι επιδρομές των Αράβων, την εποχή του αυτοκράτορα Ηρακλείου, το σώμα των Ακριτών αναπτύχθηκε πάλι και διατηρήθηκε μέχρι τους χρόνους των εικονομάχων.
Ο Νικηφόρος Φωκάς, νικητής των Αράβων, αναφέρει τα εξής για τα στρατιωτικά αυτά σώματα (Περί παραδρομής πολέμου, Κεφ.2): «Τούς τῶν μεγάλων ἀκριτικῶν θεμάτων τήν πρόνοιαν ἀναδεχομένους καί ὑπό τήν αὐτῶν ἐπικράτειαν τάς κλεισούρας ἔχοντας πάσῃ μηχανῇ καί προθέσει καί ἀγρύπνῳ ἐπιμελείᾳ προσήκει σπουδάζειν καί ἀγωνίζεσθαι τάς τῶν Ρωμαίων χώρας διαφυλάττειν τῆς τῶν πολεμίων ἐπιδρομῆς ἀσινεῖς και ἀνεπηρεάστους, βιγλάτορας ρωμαλέους και ἐπιτηδείους καί τάς ὁδούς εἰς ἄκρον ἐπισταμένους.»
Με πολλή σαφήνεια και συντομία καθορίζονται σ’ αυτό το απόσπασμα τα καθήκοντα των στρατιωτών, από τον μέγα στρατηλάτη Νικηφόρο Φωκά Αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς (963-969) που ελευθέρωσε την Κρήτη και την Κύπρο από τους Άραβες το 965: πρέπει με άγρυπνη φροντίδα να μεριμνούν και να αγωνίζονται ώστε να παραμένει ασφαλής η χώρα των Ρωμαίων από εχθρικές επιδρομές· να χρησιμοποιούν κάθε μέσο («πάσῃ μηχανῇ») και να είναι «βιγλάτορες ρωμαλέοι και επιτήδειοι». Αυτοί οι βιγλάτορες (=φύλακες, φρουροί) των ακριτικών θεμάτων έμειναν στην ιστορία και είναι γνωστοί με το όνομα ακρίτες επειδή ήταν κυρίως φύλακες των άκρων.[7]
Η σπουδαιότητά τους μειώθηκε μετά τα πολεμικά κατορθώματα του Νικηφόρου Φωκά, ο οποίος συνέτριψε τους Άραβες και τους άφησε για πολύ καιρό ανίκανους για επιδρομές. Στη συνέχεια ο Μανουήλ ο Κομνηνός τους οργανώνει και πάλιν, σε βαθμό που ονομάζεται ο αυτοκράτορας αυτός, ο νέος Ακρίτης. Τους αξιοποιεί επίσης ο άγιος Αυτοκράτορας Ιωάννης ο Βατάτζης.
Το 1261 ο Μιχαήλ Η΄ ο Παλαιολόγος[8] ανέκτησε την Κωνσταντινούπολη, η οποία από το 1204 είχε καταληφθεί από τους Σταυροφόρους. Ο Παλαιολόγος έδωσε όλες του τις ελπίδες στους Ευρωπαίους μετά την απελευθέρωση της Κωνσταντινουπόλεως και δεν αντιλήφθηκε την αξία και τη σημασία των Ακριτικών ταγμάτων. Ποιός θα αντιμετώπιζε δηλ. τους Σελτζούκους, τους Μογγόλους και τους Οθωμανούς Τούρκους; Όταν ήρθαν αυτοί, τα σύνορα της Ανατολής ήταν ρημαγμένα γιατί δεν υπήρχαν οι Ακρίτες να τα προστατεύσουν. Ο εξ ανατολών κίνδυνος, μόνο με την ακριτική αντίσταση θα μπορούσε να αναχαιτιστεί.
Αργότερα, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος διέλυσε ουσιαστικά τους Ακρίτες, όταν κατάργησε το αφορολόγητο και τους επέβαλε φόρους. Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό, αφού πολλοί από τους Ακρίτες αγανάκτησαν και συντάχτηκαν με τους Σελτζούκους Τούρκους, που την εποχή εκείνη είχαν ήδη αναπτυχθεί στις μικρασιατικές χώρες. Οι υπόλοιποι Ακρίτες, αφού δεν είχαν προσωπικό ενδιαφέρον για την τήρηση της ασφάλειας των συνόρων, παραμέλησαν τη φύλαξή τους, με αποτέλεσμα αυτά να αφεθούν ανοιχτά στους Τούρκους και τον επεκτατισμό τους.
Την εποχή της δόξας τους (7ος – 10ος αιώνας) οι Ακρίτες αγωνίζονταν ακατάπαυστα εναντίων των Σαρακηνών και των Απελατών. Η ζωή τους ήταν κατ’ εξοχήν πολεμική και επικίνδυνη, ιδιαίτερα στις παραμεθόριες μικρασιατικές περιοχές του Πόντου, της Καππαδοκίας και του Αμανού ή Μαύρου Όρους, όπως είναι γνωστό στις βυζαντινές πηγές. Αυτό συνετέλεσε στην ανάπτυξη πνεύματος ηρωϊκού (ανάλογου με αυτό της μεσαιωνικής Δύσης), στο οποίο και οφείλεται η γένεση και ανάπτυξη ποίησης κατ’ εξοχήν ηρωϊκής, της λεγόμενης «ακριτικής». Λείψανα αυτής της ποίησης διατηρούνται μέχρι και σήμερα στα παραδοσιακά δημοτικά τραγούδια μας, και ιδιαίτερα στο σωζόμενο σε χειρόγραφα μεσαιωνικό «έπος του Βασίλειου Διγενή Ακρίτα». Δεν πρέπει όμως να ξεχάσουμε και τους υπόλοιπους εξυμνούμενους ήρωες Ακρίτες, όπως ο Ανδρόνικος, ο Αρμούρης, ο Βάρδας Φωκάς, ο Νικηφόρος, ο Πετροτράχηλος, ο Πορφύρης, ο Κωνσταντάς, ο Θεοφύλακτος και άλλοι.
Σχέσεις Ακριτών και Κύπρου
Το 649 μ.Χ. αρχίζουν οι Αραβικές επιδρομές, πλήττοντας κυρίως τις παραλιακές πόλεις της Κύπρου. Στην 2η Αραβική επιδρομή (653/4), πλήττεται αλλά δεν διαλύεται η πρωτεύουσα της περιοχής μας. Αυτή η επιγραφή των Σόλων του 655 διασώζει και την ημερομηνία και την περιγραφή της δεύτερης επιδρομής και σώζεται σήμερα μετά από δική μας πρωτοβουλία. Συγκεκριμένα βρίσκεται στην κατεχόμενη Μητρόπολη Μόρφου και οι άνθρωποι εκεί την διαφυλάττουν ως κόρη οφθαλμού γιατί θεωρούν ότι έχει και για αυτούς ιστορική σημασία. Το 688 υπογράφεται μεταξύ αυτοκράτορα Ιουστινιανού του Β΄ και Άραβα χαλίφη Αμπντ άλ-Μαλίκ η συνθήκη απομάκρυνσης των Μαρδαϊτών από περιοχές του Λιβάνου και της Συρίας. Αξίζει να αναφέρουμε ότι από τους Μαρδαΐτες Ακρίτες προέρχονται και πολλοί εκ των Μαρωνιτών τόσο του Λιβάνου όσο και της Κύπρου. Επομένως δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι κοντά στη Μόρφου κατοικούν και Μαρωνίτες. Ούτε ότι δίπλα στη Μόρφου βρίσκεται το Συριανοχώρι, το χωριό των Σύρων, αλλά επίσης και το ότι, σύμφωνα με έρευνα τοπωνύμιων που έχουμε κάνει, στο κέντρο του Συριανοχωρίου υπάρχει το τοπωνύμιο «Συριάνος». Μέρος του πληθυσμού των Μαρδαϊτών του Λιβάνου, μεταφέρεται στην Αττάλεια[9] και ενισχύεται έτσι ο βυζαντινός ναύσταθμος —ο 6ος στόλος της εποχής εκείνης. Από τη μια υπήρχε ο κόλπος της Αττάλειας και από την άλλη ο κόλπος της Μόρφου. Αυτοί οι δυο κόλποι συνομιλούσαν και συνεργάζονταν. Δημιουργείται έτσι το θέμα των Κιβυρραιωτών, ναυτικό θέμα υπεύθυνο για την αναχαίτιση του αραβικού στόλου που έδρασε στα όρια της Ανατολικής Μεσογείου με έδρα την Παμφυλία – Ρόδο. Το 690 ο Ιουστινιανός ο Β΄ απελπίστηκε και σκέφτηκε ότι η Κύπρος δεν έχει σωτηρία και έτσι μεταφέρει στην Κύζικο του Ελλησπόντου τον Αρχιεπίσκοπο της νήσου μαζί με πλήθος λαού και προύχοντες του τόπου. Επικίνδυνη στιγμή για το νησί μας. Αν έμενε για πάντα εκεί ο Αρχιεπίσκοπος και οι προύχοντες, η Κύπρος θα έμενε για πάντα αραβική. Το 699 ο διάδοχος του Ιουστινιανού του Β, Αψίμαρος Τιβέριος, επαναπατρίζει τους Κυπρίους και τον Αρχιεπίσκοπό τους στη νήσο. Αυτό δείχνει ότι η Κύπρος παραμένει ζωτικό κομμάτι της αυτοκρατορικής επικράτειας και προμαχώνας κατά των Αράβων. Την εποχή αυτή συμπράττουν οι Κύπριοι με τους εν Ατταλεία φρουρούντες Μαρδαΐτες και οι Άραβες δεν κατορθώνουν, κατά τον Κωνσταντίνο Σάθα, να «παγιώσωσιν ἐν Κύπρῳ τήν δυναστείαν αὐτῶν ὡς ἐν Κρήτῃ, χάρις εἰς τούς φρουρούντας ταύτην Κιβεριώτας καί Μαρδαΐτας, τῶν ὁποίων ἡ ἱστορία μετ’ ἐπαίνων ἀναγράφει τάς ἀριστείας»[10]. Αξίζει να σημειωθεί ότι την εποχή εκείνη οι Άραβες κατέλαβαν ολόκληρη την Κρήτη και ότι οι Κρητικοί έζησαν 250 χρόνια αραβοκρατία με κίνδυνο σχεδόν να χάσουν την πίστη τους. Για αυτό το λόγο, ελευθερώνοντας τους ο Νικηφόρος Φωκάς, προσκάλεσε στο νησί τρεις αγίους για να κάνουν ιεραποστολή ούτως ώστε οι Κρήτες να ξαναγίνουν χριστιανοί. Παράλληλα, στην Κύπρο δεν κατέστη δυνατό να υπάρξει αραβοκρατία. Εντούτοις, υπήρχαν αραβικές επιδρομές γιατί είμαστε Βυζαντινοί – Ρωμηοί. Συγκεκριμένα, οι Κύπριοι άνοιγαν τα λιμάνια τους όταν ερχόταν ο στόλος από τα λιμάνια του Ανεμουρίου, την Ταρσό της Κιλικίας, από τα Άδανα και από την Αττάλεια. Επομένως κάθε φορά που έπεφτε στην αντίληψη των Αράβων ότι η Κύπρος άνοιγε τα λιμάνια της στα βυζαντινά καράβια, εις εκδίκηση προέβαιναν σε επιδρομή. Τέτοιες αραβικές επιδρομές έλαβαν χώρα τουλάχιστον 25 φορές. Οι ως άνω Ακρίτες προστάτες Αγίους είχαν τους Μεγαλομάρτυρες Μάμαντα και Γεώργιο και εξαιρέτως την Θεοτόκο. Στο Άσμα του Θεοφυλάκτου που είναι κυπριακό, από τα αρχαιότερα διαβάζουμε, «Ὁ Βασιλέας Ἀλέξανδρος Ἀλεξανδροπολίτης ἔκαμεν μίαν γεορτήν μικρήν και μίαν γεορτήν μεάλην ἔκαμεν μίαν τ’ ἅη Γεωρκοῦ και μίαν τ’ ἅη Μάμα. Φέρτε μου το κοντάριν μου πού ‘ν’ ἅης Γεώρκης ‘πάνω, φέρτε μου το ματσούκιν μου πού ‘ν’ ἅης Μάμας πάνω».
Το έτος 746 ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Ε΄ κατόρθωσε με τον στόλο των Κιβυρραιωτών – Καραβισιάνων, να απελευθερώσει για ένα διάστημα την Κύπρο. Πιθανότατα τότε να εγκαταστάθηκαν «οι Λας των αρμάτων» (Λ. Μαχαιράς), δηλαδή οι αρματωλοί Ακρίτες και οι Μαρδαΐτες Ακρίτες στην Κύπρο.
Το ότι στην Κύπρο έχουμε Ακρίτες νωρίς, οπωσδήποτε πριν τον 10ον αιώνα, το αποδεικνύουν τα πολλά τοπωνύμια που βρήκαμε στο μεγάλο τοπωνυμικό της Κύπρου, το οποίο επιμελήθηκαν οι Μενέλαος Χριστοδούλου και Κώστας Κωνσταντινίδης (Λευκωσία 1987): Σε ολόκληρη την Κύπρο απαντώνται 207 τοπωνύμια σχετικά με τις λέξεις Βίκλα, Βίγλες, Βιγλάρι, που παραπέμπουνσε τοποθεσίες τις οποίες οι Ακρίτες χρησιμοποιούσαν ως παρατηρητήρια ή σημεία μετάδοσης πληροφοριών με φωτιές και καπνούς. Εδώ, πρέπει να σημειώσουμε, ότι ήδη κατά τον 9ο αιώνα, από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Ταρσό της Κιλικίας, απόσταση 2000 χλμ., υπήρχαν εκατοντάδες βίγλες ή, όπως τις έλεγαν τότε οι Βυζαντινοί, καμινοβίγλια, που μπορούσαν με τις φωτιές και τον καπνό να μεταδώσουν 12 διαφορετικά μηνύματα. Το σύστημα αυτό αντικατέστησε τον 19ο αιώνα ο τηλέγραφος. Αυτό το σύστημα τηλε-ειδοποίησης μεταφέρεται λοιπόν και στο νησί μας, με την εδώ έλευση των βυζαντινών στρατιωτικών ταγμάτων, και κατάλοιπα τούτου είναι τα ως άνω πολυάριθμα σχετικά τοπωνύμια.
Η στρατιωτική συνεργασία Ακριτών, Μαρδαϊτών της Κύπρου με τους Κιβυρραιώτες – Καραβισιάνους της Αττάλειας στα χρόνια του 8ου, 9ου και 10ου αιώνα, ήταν για την Κύπρο σωτήρια. Οι Κύπριοι δεν έμειναν πρόσφυγες, παρέμειναν στον τόπο τους, έστω απειλούμενοι με αιχμαλωσία, λεηλασία της περιουσίας τους και θάνατο, από καιρό εις καιρό, από τις 25 συνολικά αραβικές επιδρομές που έγιναν κατά την περίοδο 649-965. Η Κύπρος δεν γνώρισε Αραβοκρατία. Κράτησε τη γλώσσα της ελληνική και το κυριότερο, την πίστη της Ορθόδοξη, όταν άλλοι Ρωμηοί της περιοχής μας κατέληξαν είτε αραβόφωνοι, είτε μουσουλμάνοι. Ας σκεφτούμε τι γίνεται τώρα στη Συρία, δηλαδή, όχι μόνον τον πόλεμο αλλά και τις σφαγές χριστιανών ένεκα της πίστης τους, από φανατικούς μουσουλμάνους.
Μια άλλη παράμετρος, που προέκυψε από την ως άνω ωφέλιμη συνεργασία Ατταλείας και Ακριτών της Κύπρου, ήταν οι μετοικεσίες-αφίξεις Ρωμηών, Αρμενίων, Μαρωνιτών και άλλων προσφύγων από τα μέρη της καθ’ ημάς Ανατολής στην Κύπρο. Η Κύπρος την εποχή αυτή, όπως και στους αιώνες που θα ακολουθήσουν (11ος-12ος αι.), καθώς και κατά τη διάρκεια της Λατινοκρατίας, θεωρείται ασφαλέστερος τόπος διαμονής, λόγω της θάλασσας που την περιβάλλει, της πλειοψηφίας των Ρωμηών κατοίκων της και του Ελληνορθόδοξου πολιτισμού της. Η Εκκλησία σφυρηλατεί την πίστη και τη γλώσσα των Ρωμηών της Κύπρου και σταδιακά αφομοιώνει τους ποικίλους πληθυσμούς που φτάνουν στο νησί από τη Μικρασία, τη Συροπαλαιστίνη και Αλεξάνδρεια.
Η τέλεση της Θείας Λειτουργίας στην κοινή Ελληνιστική γλώσσα και η θεσμική οργάνωση της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Κύπρου, σε συνάφεια με τη λαϊκή ευσέβεια, διαφυλάττουν και παραδίδουν σε μας την Ορθόδοξη ταυτότητά μας.
Το 1071 λαμβάνει χώραν η γνωστή μεγάλη μάχη του Μαντζικέρτ στη Μικρά Ασία, όπου ηττάται ο βυζαντινός αυτοκρατορικός στρατός από τους Σελτζούκους Τούρκους. Μέσα σε 10 χρόνια, ανατολικές επαρχίες της Μικράς Ασίας και Βορείου Συρίας θα γεμίσουν από Τουρκομάνους, Κούρδους εποίκους (όπως περιγράφει ο σύγχρονος κορυφαίος Άγγλος ιστορικός Στήβεν Ράνσιμαν), και άλλες φυλές εποίκων της Ανατολίας και Μογγολίας. Η Κιλικία, η Κύπρος, η Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου, δέχονται πρόσφυγες, μοναχούς και λαϊκούς, από τα μέρη της Καππαδοκίας και Βορείου Συρίας (Χρονικό Ματθαίου Εδέσσης). Μου ανέφερε κάποτε ένα γλωσσολόγος ότι το 40% των λέξεων που χρησιμοποιούν οι Κύπριοι είναι καππαδοκικές. Τα περισσότερα τραγούδια που έχουμε είναι μικρασιατικά (π.χ η Βράκα, το Αγάπησα την που καρκιάς, το Ρούλλα μου Μαρούλλα μου). Τα έφεραν αυτά οι πρόγονοί μας που ήρθαν ως πρόσφυγες. Εξάλλου, η σχέση Κύπρου, Καππαδοκίας και Πόντου διαφαίνεται και από γλωσσολογικές μελέτες, που ξεκίνησαν, αλλά δυστυχώς δεν ολοκληρώθηκαν. Ο καθηγητής της γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κ. Ανδρεώτης γράφει σχετικά: «Η Καππαδοκική έχει πολλά ποντιακά γλωσσικά στοιχεία και αρκετά Κυπριώτικα. Πολύ ενδιαφέρουσα και διαφωτιστική θα ήταν μία συγκριτική μελέτη, των τριών ιδιωμάτων, Κύπρου, Καππαδοκίας και Πόντου, για να καταδειχθεί πόσο στενή ήταν η επαφή και επικοινωνία των κατοίκων των μερών τούτων, κατά τους αρχαίους και μέσους χρόνους και κατά πόσον έγιναν μετατοπίσεις πληθυσμών, για τις οποίες μιλούν μεσαιωνικοί ιστορικοί και χρονογράφοι».[11]
Για πολλούς ερευνητές (π.χ. Κυριάκος Χατζηϊωάννου),[12] τα Ακριτικά τραγούδια της Κύπρου είναι αποτέλεσμα μετοικεσίας, προσφυγιάς, από τη Νοτιοανατολική Μικρά Ασία και Βόρειο Συρία στην Κύπρο. Στην συνέχεια, τα τραγούδια αυτά τα παρέλαβαν οι ποιητάρηδες της Κύπρου και τα απέδωσαν στην Κυπριακή διάλεκτο, διατηρώντας όμως τα τοπωνύμια της Ανατολής, όπως Αφράτης (ο Ευφράτης), της Σύρας τα λαγκάδια ή, αλλού, «εκεί τον κατέφθασεν ο Διγενής Ακρίτας τον Σαρακηνόν εις την Συρίαν την πόρταν». Η πόρτα της Συρίας είναι οι Αμανικές Πύλες, που συνδέουν τη Συρία με την Κιλικία. Εκεί ήταν τα σύνορα της Ρωμηοσύνης με το Ισλάμ. Ο Μορφίτης καθηγητής και ακαδημαϊκός Νικόλαος Κονομής γράφει: «ο τόπος, πού ο Διγενής πολέμησε αυτούς τους εχθρούς, είναι τα στενά της Καππαδοκίας και Κιλικίας, και το επίθετό του Καππαδοκεύς, θυμίζει το αιώνιο πεδίο μαχών μεταξύ Αράβων και Βυζαντινών»[13].
Κυριότερη πηγή των Ακριτικών τραγουδιών της Κύπρου είναι η βορειοδυτική Κύπρος. Αυτή δηλαδή η πλευρά της Κύπρου, που βλέπει προς τη Μικρά Ασία. Τα αρχαιότερα, τα αρτιότερα και ποιητικότερα όλης της Ρωμηοσύνης, είναι τα Ακριτικά τραγούδια της Κύπρου και, αμέσως μετά, της Κρήτης, της Καρπάθου, της Καππαδοκίας και του Πόντου.
Μεταφορά ιερών λειψάνων στην Κύπρο
Η μεταφορά ιερών λειψάνων στην Κύπρο είναι ένα κεφάλαιο που δεν έχει σχέση μόνο με τραγούδια, γιατί οι πρόσφυγες δεν ήταν μονάχα άνθρωποι που τραγουδούσαν, αλλά ήταν και πιστοί ορθόδοξοι που έφεραν μαζί τους λείψανα, εικόνες και αγίους. Τη σχέση τους με τους αγίους, με τα τοπωνύμια, με τα λείψανα, με την αρχιτεκτονική, κανείς δεν την μελέτησε. Μελετήθηκαν μόνον τα ακριτικά τραγούδια από τους φιλόλογους.
Κατά τον 10ο αιώνα (965), η Κύπρος επανεντάσσεται στη βυζαντινή επικράτεια, όπου και παραμένει μέχρι το 1191. Ήδη, κατά την εποχή της εικονομαχίας (8ος/9ος αι.), έρχονται στην Κύπρο τα λείψανα των Οσίων Βαρνάβα και Ιλαρίωνος από την Καππαδοκία, οπόταν και κτίζεται ο αρχικός τους ναός στην Περιστερώνα Μόρφου, για να τα στεγάσει. Στα τέλη του 11ου αιώνα (μετά το 1071) γίνεται μετοικεσία προσφύγων στην Κύπρο, και τότε μεταφέρονται ιερά λείψανα αγίων και εικόνες στην Κύπρο. Αναφέρω ενδεικτικά τα λείψανα του μεγαλομάρτυρα Νικήτα από την Μοψουεστία της Κιλικίας στον Νικήτα Μόρφου (τώρα στην ιερά Μονή Κύκκου). Προ του 10ου αιώνος φτάνουν τα λείψανα του Αγίου Μάμα από τη Μικρά Ασία στην Κύπρο. Και λέω προ του 10ου αιώνος, γιατί η σαρκοφάγος του Αγίου Μάμα, εκείνη την εποχή ενσωματώνεται στον βόρειο τοίχο του τρίτου ναού των μεσοβυζαντινών χρόνων. Η υπόθεση αυτή είναι υπό έρευνα ακόμη. Ο χρονογράφος της Κύπρου Λεόντιος Μαχαιράς (15ος αι.), περιγράφει την πτώση της Συρίας στους Σελτζούκους Μουσουλμάνους κατά τον 13ο αι. και αναφέρεται στους πρόσφυγές της, που ήλθαν στην Κύπρο την εποχή εκείνη, καθώς και στη μεταφορά και την κατάθεση των λειψάνων των Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης στο Μένοικο, από Αντιοχειανούς πρόσφυγες.
Όλα αυτά τα άγια λείψανα και η άφιξή τους στον φιλόξενο κόλπο της Θεομόρφου, μαρτυρούν για την άφιξη των Ρωμηών προσφύγων της καθ΄ ημάς Ανατολής στη νήσο των Αγίων, την άφιξη των Χριστιανών προγόνων μας. Εκτός από τα τίμια λείψανα, οι πρόσφυγες της Ανατολής έφεραν μαζί τους ήθη και έθιμα (π.χ. το πέρασμα των πιστών κάτω από τις εικόνες όταν γίνεται λιτανεία, η υποδοχή του ιερέα ή του δεσπότη με τη μερρέχα), ονόματα τόπων και προσώπων (π.χ. η καυκάλλα που είναι πάνω από το χωριό Καπούτι ονομάζεται Άνω και Κάτω Κορακίσσα∙ τα ίδια τοπωνύμια βρήκα ότι απαντούν και στην Αλάγια της Μικράς Ασίας), φαγητά (π.χ. κολοκάσι, σουσούκος, μαχαλεπί, φακές μουτζέντρα), χορούς και τραγούδια, ιστορίες και παραδόσεις. Σ’ αυτά συμπεριλαμβάνονται και τα Ακριτικά τραγούδια.
Η Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου του Ορειάτη ή Ρηγάτη, το καστρομονάστηρο της Θεομόρφου
Τέλος, κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών, από τον 7ο μέχρι τον 10ο αιώνα, τόσο η Κωνσταντινούπολις όσο και η Κύπρος, συνειδητοποίησαν την αδυναμία τους να αποτρέψουν την επερχόμενη εξ ανατολών λαίλαπα. Η άμυνα της νήσου οργανώθηκε κατά τα πρότυπα των Ακριτών της Ανατολής. Συστάθηκε ένα στρατιωτικό σώμα, επονομαζόμενο στρατιά, που είχε την ευθύνη για την άμυνα και την προστασία των πληττόμενων πόλεων. Περαιτέρω, ανηγέρθησαν σε στρατηγικά υψώματα τα λεγόμενα καστρομονάστηρα, όπως αυτό του Αγίου Γεωργίου του Ορειάτη, της Παναγίας της Καντάρας, του Αντιφωνητή, του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου στον Κουτσοβέντη, της Παναγίας Αψινθιώτισσας, του Αγίου Ιλαρίωνος.
Η Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου του Ορειάτη ή Ρηγάτη βρίσκεται βόρεια του κατεχόμενου χωριού Κυρά και ανεγέρθηκε πριν την εποχή του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά (963-969),πλησίον της Θεομόρφου και σήμερα στέκεται περήφανα στο ύψωμα του Ρηγάτη. Διατελεί Μετόχι του Παναγίου Τάφου.
Σε χειρόγραφο του 10ου αιώνος (970), που φυλάσσεται στο Παρίσι, βρίσκουμε την εξής συγκλονιστική μαρτυρία: «Εγράφη η παρούσα βίβλος|οικεία χειρί Νικήτα πρωτοσπαθαρίου και γεγονότος|δρουγγαρίου του πλοΐμου άντου |αδελφού Μιχαήλ πατρικίου πραι|πωσίτου και βέστου γεγονότος πρωτοβεστιαρίου Νι|κηφόρου του φιλοχρίστου|δεσπότου· όντος αυτού εν τω δεσμωτηρίω Αφρικής· μηνί σεπτεμβρίω ινδ. ι', και επεδό|θη εν τω ναώ [του αγίου|ενδόξου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του| Οριάτου πλησίον Θεομόρφου] εν έτει, ςυοθ ινδ. ιδ».
Η Μονή στα βυζαντινά χρόνια, τον 10ο αιώνα, ονομαζόταν του Οριάτου, δηλαδή αυτού που φυλάττει τα όρια, τα σύνορα, τα άκρα, του Ακρίτα! Το δασυνόμενο επίθετο του Αγίου Γεωργίου, το Οριάτης, σημαίνει αυτός που βρίσκεται στα όρια, ο Ακρίτας. Για άλλη μια φορά η παράδοση των Ακριτών της Θεομόρφου επιβεβαιώνεται από την παρουσία της μονής του Αγίου Γεωργίου του Οριάτου. Από το ύψωμα του Οριάτη, οι Ακρίτες και οι μοναχoί αγνάντευαν το πέλαγος της Παμφυλίας Κιλικίας. Βιγλάτορες της Ρωμιοσύνης. Ακρίτες της ορθόδοξης ψυχής μας!
Παραπομπές
[1] Στυλιανού Αλεξίου, Βασίλειος Διγενής Ακρίτας, εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 2006, σελ. 60-62.
[2]Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσόστομου Παπαδόπουλου, Ιστορία Εκκλησίας Αντιοχείας, Εκδόσεις Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 872.
[3]ό.π.
[4]HedwigLudeke, «Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια – Τα Ακριτικά», Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 1994, σελ.23.
[5]ό.π.
[6]«Ευρωπαϊκή Ακριτική Παράδοση: από τον Μεγαλέξαντρο στον Διγενή Ακρίτα. Επιστημονικές Συναντήσεις, 2002-2004», Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, σελ.30).
[7] Εκδόσεις Αρκτίνος, «Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια» – Τομ. Α΄, σελ. 372.
[8] Γεωργίου Αρνάκη – Γεωργιάδη, Οι πρώτοι Οθωμανοί, εκδόσεις Αρχιπέλαγος, Αθήνα 2008, σελ.77.
[9] Μητροπολίτου Πέργης Ευαγγέλου Γαλάνη, Η Πέργη της Παμφυλίας, εκδόσεις Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1983, σελ.43.
[10] Κ.Ν. Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τομ. Β΄ και τομ. ΣΤ΄, έν Βενετία 1873 και έν Παρισίοις 1877.
[11] Ν. Π. Ανδριώτη, Το Γλωσσικό ιδίωμα των Φαράσων. (Αυτό το βρίσκουμε στα εν διασπορά Α΄, Κυριάκου Χατζηϊωάννου), σελ. 287.
[12] Κυριάκου Χατζηϊωάννου, Τα εν διασπορά Α΄ των ετών 1933 – 1969, Λευκωσία 1990, σελ. 70.
[13]«Ευρωπαϊκή Ακριτική Παράδοση: «από τον Μεγαλέξαντρο στον Διγενή Ακρίτα. Επιστημονικές Συναντήσεις, 2002-2004», Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, σελ.30).
- See more at: http://www.amen.gr/article16572#sthash.HXJIVo7I.dpuf
Οι Ακρίτες στην νεότερη ιστορία της Κύπρου έχουν μελετηθεί μόνο φιλολογικά και αυτό έχει προκαλέσει διάφορες παρεξηγήσεις. Υπάρχουν πέντε εκδοχές περί Ακριτών. Αν δείτε τα ονόματα των μελετητών, οι πλείστοι είναι λαογράφοι και φιλόλογοι∙ μόνον ένας είναι ιστορικός και αυτός, δυστυχώς, το 1972 παρέδωσε τους εκλεκτούς ακρίτες στους Παυλικιανούς, που ήταν αιρετικοί. Οπωσδήποτε δεν είναι αυτή η καταγωγή των Ακριτών. Στις μέρες μας γίνονται αρκετές έρευνες γύρω από το ακριτικό τραγούδι και την παρουσία των Ακριτών —γιατί τους διεκδικούν και οι Κούρδοι.
Η σημερινή μας ομιλία οφείλει να είναι στραμμένη προς το ιστορικό παρελθόν, αλλά και προς στο σημερινό γίγνεσθαι. Γιατί οι Κούρδοι διεκδικούν τους Ακρίτες που εμείς τους εξορίσαμε στα όρια του μύθου; Η περιοχή από την Αλεξανδρέττα, το Χαλέπι της Βόρειου Συρίας, την Ούρφα δηλαδή την παλαιά Έδεσσα της Τουρκίας, τα Σαμόσατα, όπου κατοικούσε ο Διγενής Ακρίτης, έως και τα σύνορα σχεδόν της σημερινής Περσίας της λεγόμενης Μεσοποταμίας υπήρξαν τα μέρη που έζησαν οι Ακρίτες, ο Διγενής Ακρίτας και οπωσδήποτε πολλοί από τους προγόνους μας, που το αίμα τους είναι μέσα στο αίμα μας.
Πρόσωπα, παραδόσεις, θρύλοι και μύθοι, ήρωες και Άγιοι, συνιστούν την ιστορική και πνευματική αυτοσυνειδησία των Κυπρίων. Εξαιρέτως δε των κατοίκων της Μόρφου, αλλά και ολοκλήρου της βορειοδυτικής Κύπρου. Έχοντας αυτή την ιστορική συνείδηση οι Μορφίτες, ονόμασαν το ιστορικό αθλητικό σωματείο τους, «Διγενής Ακρίτας Μόρφου». Αργότερα ο Λουκής Ακρίδας —αξίζει να προσέξουμε το επίθετό του — δανείζεται το επίθετο του Διγενή Ακρίτα και γίνεται Ακρίτας από Ακρίδας και μεταμορφώνεται έτσι σε φορέα της μυθιστορίας του κάμπου που τον γέννησε, της πόλεως της Μόρφου. Όλα αυτά τον 20ό αιώνα.
Πολύ πιο πριν από τους προαναφερθέντες, δύο μεγαλομάρτυρες, ο Άγιος Μάμας ο Μυροβλύτης και ο Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος, γίνονται προστάτες των ακριτικών στρατιωτικών ταγμάτων και δια της Μόρφου, ολόκληρη η Κύπρος μέσα από τις ποικίλες ιστορικές περιπέτειες και διαδρομές της γίνεται θεματοφύλακας της τιμής του Αγίου ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Μάμαντος του Μυροβλύτου. Οι νεότεροι Κύπριοι γίνονται κληρονόμοι της Μικρασιατικής πνευματικότητος και κληροδόχοι των θρυλικών Ακριτών.
Η μελέτη αυτή σκοπό έχει να αναδείξει την ιστορικότητα των Ακριτών, να τους ελευθερώσει από τον ρομαντισμό του θρύλου και του μύθου και να προσφέρει στους νεότερους Κυπρίους, την ιστορική συνείδηση που κινδυνεύουν να χάσουν μέσα από τα ευρωπαϊκά στολίδια, που μας φόρεσε η δυτική φιλολογία και η καταναλωτική υστερία. Στους Ακρίτες οφείλουμε πολλά, που θα υποδειχθούν στη συνέχεια της ομιλίας μας. Στην αρχή περιγράφουμε την ακμή και παρακμή των Ακριτών και στη συνέχεια το πώς επηρέασαν την Κύπρο με την παρουσία τους, όσο και στη διαχρονική μετοικεσία πληθυσμών Αλαμανών και Μικρασιατών Αγίων, εικόνων και αγίων λειψάνων, από την Μικρασία και Συροπαλαιστίνη, όχι μόνον τραγουδιών, σε βαθμό που ξένοι και δικοί μας να θεωρούν τους τόπους τούτους, πνευματική ενδοχώρα των Κυπρίων.
Βίος του Διγενή Ακρίτα
Πολλές φορές φιλόλογοι και λαογράφοι του 20ού αιώνος απομόνωσαν τους Ακρίτες και εξαιρέτως τον Βασίλειον Διγενήν σε βαθμό που να εμφανίζεται ως μύθος που ομοιάζει με αρχαιοελληνικό γίγαντα ή στην καλύτερη των περιπτώσεων να παρουσιάζεται σαν ο Ηρακλής της Χριστιανοσύνης. Όπως γράφει ο μελετητής των Ακριτών Στυλιανός Αλεξίου, που κατά συγκυρία εκοιμήθη πριν μερικές μέρες, γιος της Έλλης Αλεξίου, αδελφότεκνος της Γαλάτειας Καζαντζάκη, της πρώτης συζύγου του Καζαντζάκη από την Κρήτη, η σχέση του Ακρίτη επαληθεύεται από την ιστορική πραγματικότητα μιας ορισμένης εποχής του Βυζαντίου. Ας δούμε μαζί τον βίο του Διγενή Ακρίτα, με κάποιες ποιητικές υπερβολές.
Ο Διγενής έλαβε το όνομά του ένεκα της καταγωγής του από δύο γένη: από Άραβα πατέρα και Ελληνίδα μητέρα. Ο πατέρας του, ο Εμίρης της Μελιτινής της Συρίας Μουσούρ, σε μια από τις επιδρομές του, απ’ αυτές που κάνανε οι Άραβες Εμίρηδες στον Βυζαντινό χώρο – όπως άλλωστε και οι Βυζαντινοί στη Συρία – βρήκε αφύλακτο το κάστρο του Ανδρόνικου Δούκα,[1] γιατί ο αυτοκράτορας τον είχε εξορίσει και οι πέντε γιοί του πολεμούσαν στα σύνορα. Αρπάζει την ακριβοφυλαγμένη μοναχοθυγατέρα του Δούκα. Η μητέρα της κατόρθωσε να γλυτώσει και στέλνει μήνυμα στους γιούς της, καταδιώκουν τον Εμίρη, τον προφτάνουν και γυρεύουν πίσω την αδελφή τους. Ο Εμίρης ζητά να παλέψει με έναν από τους αδελφούς και ο κλήρος πέφτει στον νεότερο, τον Κωνσταντίνο. Ο οποίος είναι ο πιο ανδρειωμένος και νικά τον περήφανο Εμίρη. Ο Εμίρης τους δίνει το δακτυλίδι του, που θα τους επιτρέψει την είσοδο στον καταυλισμό των Σαρακηνών. Εκεί αναζητούν μάταια την αδελφή τους, γυρίζουν στον Εμίρη, τον φοβερίζουν και απαιτούν την απελευθέρωση της αδελφής τους. Ο Εμίρης είναι πρόθυμος να τους ικανοποιήσει, αν του την δώσουν για γυναίκα, οπότε εκείνος και το ασκέρι του θα γίνουν Χριστιανοί. Γίνεται ο Εμίρης Μουσούρ Χριστιανός και επέρχεται έτσι συμφιλίωση. Βρίσκουν ανέγγιχτη την αδελφή τους και ξεκινούν όλοι για το κάστρο του Ανδρόνικου Δούκα, όπου γίνεται ο γάμος. Ύστερα από ένα χρόνο γεννιέται ο Βασίλειος Διγενής, που παίρνει το όνομα αυτό από τη διπλή καταγωγή του, όπως προαναφέραμε, από τον Σαρακηνό πατέρα και την Ελληνίδα μητέρα.
Ο Διγενής, όταν μεγαλώνει, νυμφεύεται την πανέμορφη Ευδοκία. Φίλους του έχει τους τριακόσιους Μαυροορίτες Ακρίτες. Αργότερα αυτοί, «ὅτε ἐγνώσθη ὅτι ἀποθνῄσκει, συνηθροίσθησαν ἐπὶ τὴν κλίνην αὐτοῦ πολλοὶ ἐκ Συρίας καὶ Μεσοποταμίας, ἀπὸ Ἀμίδης καὶ ἀπὸ τοῦ Μαύρου Ὄρους. «Τριακόσιοι ἐπίλεκτοι νέοι περιεκύκλουν τὴν κλίνην τοῦ ἐπιθανατίου ἥρωος καὶ οἱ τριακόσιοι ἔμορφοι καὶ κόκκινα φοροῦσιν, βαστοῦν σπαθιὰ ὁλοψήφωτα καὶ στέκουν ἔμπροσθέν του· τοὺς εἶχε πάντας φύλακας εἰς τὰς στενὰς κλεισούρας καὶ ἐφύλαττον τὴν Ρωμανίαν ἀπὸ βάρβαρα ἔθνη»[2]. Η Ρωμανία είναι η ρωμιοσύνη, η αυτοκρατορία των Ρωμαίων. Το Βυζάντιο.
Ο Βασίλειος Διγενής και οι φίλοι του οι Ακρίτες έδρασαν στον Ευφράτη ποταμό, στην περιοχή των Σαμοσάτων, και η δράση τους έφτανε από τα στενά της Καππαδοκίας μέχρι και τα στενά της Κιλικίας. Χρονικά τα πραγματικά συμβάντα τοποθετούνται στους 9ο και 10ο αιώνα. Ὁ Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος στο έργο του «Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας Ἀντιοχείας», γράφει σχετικά: «Ἐν Καππαδοκίᾳ συνήντησεν ὁ Διγενὴς τὸν Βασιλέα τοῦ Βυζαντίου Ρωμανὸν Λεκαπηνὸν (912-944).»[3] Έτσι ο Διγενής και οι φίλοι του οι Ακρίτες μπήκαν στα τραγούδια και στα έπη, στους θρύλους και τους μύθους και, όπου πήγαν οι Ακρίτες και οι πρόσφυγες Καππαδοκίας και Κιλικίας, πήγαν και τα τραγούδια και οι θρύλοι τους. Η Κύπρος, όπως γράφουμε και αλλού, διεφύλαξε τα αρχαιότερα τραγούδια, δείγμα της σχέσης που είχε με τη γειτονική νοτιοανατολική Μικρά Ασία και Βόρειο Συρία.
Ο ηρωϊκός Διγενής Ακρίτας εκοιμήθη ειρηνικά στο παλάτι που έχτισε στον Ευφράτη ποταμό, με μοναδική του έγνοια την αγαπημένη του σύζυγο Ευδοκία. Ο λόγος για τον οποίο ο Διγενής έχτισε το σπίτι του στον Ευφράτη ήταν γιατί ο ποταμός εκείνος ήταν το σύνορο της Αυτοκρατορίας των Ρωμηών. Στα Δημοτικά τραγούδια συχνά επικαλείται τη βοήθεια της Παναγίας και των Αγίων, που τον προστατεύουν, του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Μάμα και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Σε Κυπριακά, Ποντιακά και Κρητικά τραγούδια, αναφέρεται ότι ο Διγενής στην επιθανάτιο κλίνη του, με το τελευταίο αγκάλιασμά του, πνίγει την γυναίκα του για να μην την πάρει άλλος![4] Η δραματικότητα σε όλη της την ένταση!
Κατά τη Γερμανίδα ερευνήτρια και συγγραφέα, κυρία Εντβίγη Λύντεκε, σε βιβλίο της που εξέδωσε η Ακαδημία Αθηνών το 1994 με τίτλο, «Ἑλληνικά Δημοτικά Τραγούδια – τά Ἀκριτικά», γράφει για τον «βασικό πρωταγωνιστή των Ακριτικών τραγουδιών, Βασίλειο Διγενή Ακρίτα, ότι έζησε πραγματικά τον 9ο αιώνα και γύρω από την προσωπικότητά του έπλεξε ο μύθος της περικοκλάδες του».[5] Ομοίως, και ο Μορφίτης Ακαδημαϊκός, Νικόλαος Κονομής, σε σχετική επιστημονική ανακοίνωσή του, αναφέρει ότι, «ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας έζησε τον 9ο αιώνα και απέκτησε μυθικές διαστάσεις. Γι᾽ αυτόν μας πληροφορούν τα γνήσια δημοτικά τραγούδια, αλλά και η λογία παράδοση, που είναι τα έξι μοναστηριακά χειρόγραφα του έπους του Διγενή Ακρίτα».[6] Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι ο Νικόλαος Κονομής είναι ο μοναδικός, αν δεν απατώμαι, Κύπριος ακαδημαϊκός ο οποίος ασχολήθηκε εκτενώς με τα ακριτικά τραγούδια, με εμπεριστατωμένη μελέτη και έρευνα. Ο πρώτος λόγος που ο ίδιος έδειξε ενδιαφέρον είναι γιατί μέσα του κυλούσε το ακριτικό γονιδίωμα και δεύτερο γιατί αντελήφθη ότι ο Διγενής Ακρίτας θα διεκδικηθεί στο μέλλον, λόγω της τεράστιας σημασίας που έχει για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, από πολλούς, όχι μόνο ορθοδόξους ή χριστιανούς. Σήμερα οι μουσουλμάνοι, οι Ρώσοι και οι Κούρδοι, όπως προανέφερα, αλλά και οι βαλκανικοί λαοί, διεκδικούν τον Διγενή Ακρίτα.
Οι Ακρίτες διάδοχοι των Λιμιτανέων
Ακρίτες αποκαλούνταν από τους Βυζαντινούς οι φύλακες των συνόρων, που την εποχή εκείνη τα ονόμαζαν «άκρες». Οι Ακρίτες αντικατέστησαν τους Λιμιτανέους (militeslimitaneos) των αυτοκρατορικών χρόνων της Ρώμης, τους οποίους οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες είχαν εγκαταστήσει μονίμως στα σύνορα για να προφυλάσσουν τη χώρα από αιφνιδιασμούς και επιδρομές των βαρβάρων. Τον όρο Λιμιτανέοι, από τό limes, που σημαίνει σύνορα, τον συναντούμε από τα χρόνια του Ιουστινιανού (527-565) μέχρι τον 10ο αιώνα. Από τον 10ο αιώνα ως και το 1204, ο όρος αντικαθίσταται από τον όρο Ακρίτης. Το Ακρίτας με –α στο τέλος της λέξης είναι νεωτερισμός των Φιλολόγων του 20ού αι. Στα αρχαία χειρόγραφα απαντά η λέξη Ακρίτης. Στο έπος του Διγενή (κατά το χειρόγραφο της βιβλιοθήκης Εσκοριάλ), υπάρχει η εξής επιγραφή: «Ο θαυμαστός Καππάδοκας Βασίλειος Ακρίτης».
Ο όρος Ακρίτης συναντάται σε βυζαντινές στρατιωτικές πραγματείες του 10ου και 11ου αιώνα, για να δηλώσει τους κατοίκους και τους υπερασπιστές των ανατολικών συνόρων του Βυζαντίου. Τα κατορθώματα των Ακριτών εναντίον των μουσουλμάνων, ενέπνευσαν κατά πρώτον τα ακριτικά τραγούδια και ύστερα έγινε η σύνθεσις του έπους του Διγενή Ακρίτα από λογίους - καλογήρους του 11ου – 12ου αιώνα. Τα ακριτικά τραγούδια είναι τα παλαιότερα ελληνικά δημοτικά τραγούδια που σώζονται και συγγενεύουν με το «Έπος του Διγενή Ακρίτα». Ωστόσο διατηρούν μεγάλες διαφορές με το έπος, που δεν είναι του παρόντος να τις αναλύσουμε. Αυτό που πρέπει να υπογραμμίσουμε είναι ότι τόσο τα ακριτικά τραγούδια όσο και το έπος του Διγενή Ακρίτα είναι ανατολική ποίηση, που στην Κύπρο και τον Πόντο μεταδιδόταν προφορικά από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά, μέχρι και τα μέσα του εικοστού αιώνα. Έχω βρει πάνω από δέκα που τα υπογράφουν Μορφίτες του 1905 και από άλλες περιοχές της Κύπρου. Από την εποχή που άρχισε ο δήθεν «εξευρωπαϊσμός» μας, τα ακριτικά τραγούδια παραγκωνίστηκαν. (Η αιτία για την οποία φτάσαμε στην οικονομική κρίση, είναι ότι ως έθνος εγκαταλείψαμε όλη αυτή την παράδοση και υιοθετήσαμε κάτι που δεν είμαστε.)
Στους Ακρίτες δωρίζονταν κτήματα για να τα καλλιεργούν και απαλλάσσονταν από τους φόρους, με μόνη υποχρέωση να φυλάσσουν τα σύνορα από τις επιδρομές των Αράβων και των Απελατών (μεσαιωνικοί κλέφτες). Ήταν δηλαδή ένα είδος μονίμων γεωργών φρουρών και στρατιωτών με πολλά προνόμια και ψηλούς κινδύνους. Οι στρατιώτες γεωργοί είχαν κληρονομικά κτήματα, τα λεγόμενα στρατιωτόπια, παραπέμπω στο όνομα της κοινότητας Κατωκοπιά – βυζαντινές ονομασίες, τα οποία σε καιρούς ειρήνης τα καλλιεργούσαν και τα προστάτευαν από τους Απελάτες αλλά και τους ισχυρούς γαιοκτήμονες, τους λεγόμενους Δυνατούς. Σε εποχές επιθέσεων των Αράβων, οι στρατιώτες γεωργοί, είχαν το άλογό τους, τον «μαύρον» τους, τα όπλα τους και μεταμορφώνονταν σε ατρόμητους Ακρίτες. Όταν επρόκειτο να ζωγραφιστεί η καινούργια εικόνα του Αγίου Νικήτα, οι πρόσφυγες του Νικήτα Μόρφου, μου επιστούσαν την προσοχή στο ότι το άλογο του Αγίου έπρεπε να είναι μαύρο. Διερωτήθηκα γιατί να επιμένουν το άλογο να είναι μαύρο. Κατόπιν μελέτης, αντιλήφθηκα ότι είχαν δίκαιο οι άνθρωποι γιατί μέσα στους Ακρίτες Αγίους, εκτός από τον Άγιο Μάμα και τον Άγιο Γεώργιο που είναι κορυφαίοι, συγκαταλέγονται και οι Άγιοι Θεόδωροι, ο Άγιος Προκόπιος και ο Άγιος Νικήτας. Και στην παλαιά εικόνα που είχαν στον Νικήτα, το άλογο ήταν μαύρου χρώματος. Διαβάζοντας ακριτικά τραγούδια, ο Διγενής δεν λέει φέρτε το άλογό μου αλλά φέρτε μου τον «μαύρον» μου.
Τον αριθμό των Ακριτών μείωσε ο Μέγας Κωνσταντίνος, όταν εγκατέστησε πολλούς από αυτούς στις πόλεις. Την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού το σώμα των Ακριτών σχεδόν διαλύθηκε, αλλά όταν ξεκίνησαν οι επιδρομές των Αράβων, την εποχή του αυτοκράτορα Ηρακλείου, το σώμα των Ακριτών αναπτύχθηκε πάλι και διατηρήθηκε μέχρι τους χρόνους των εικονομάχων.
Ο Νικηφόρος Φωκάς, νικητής των Αράβων, αναφέρει τα εξής για τα στρατιωτικά αυτά σώματα (Περί παραδρομής πολέμου, Κεφ.2): «Τούς τῶν μεγάλων ἀκριτικῶν θεμάτων τήν πρόνοιαν ἀναδεχομένους καί ὑπό τήν αὐτῶν ἐπικράτειαν τάς κλεισούρας ἔχοντας πάσῃ μηχανῇ καί προθέσει καί ἀγρύπνῳ ἐπιμελείᾳ προσήκει σπουδάζειν καί ἀγωνίζεσθαι τάς τῶν Ρωμαίων χώρας διαφυλάττειν τῆς τῶν πολεμίων ἐπιδρομῆς ἀσινεῖς και ἀνεπηρεάστους, βιγλάτορας ρωμαλέους και ἐπιτηδείους καί τάς ὁδούς εἰς ἄκρον ἐπισταμένους.»
Με πολλή σαφήνεια και συντομία καθορίζονται σ’ αυτό το απόσπασμα τα καθήκοντα των στρατιωτών, από τον μέγα στρατηλάτη Νικηφόρο Φωκά Αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς (963-969) που ελευθέρωσε την Κρήτη και την Κύπρο από τους Άραβες το 965: πρέπει με άγρυπνη φροντίδα να μεριμνούν και να αγωνίζονται ώστε να παραμένει ασφαλής η χώρα των Ρωμαίων από εχθρικές επιδρομές· να χρησιμοποιούν κάθε μέσο («πάσῃ μηχανῇ») και να είναι «βιγλάτορες ρωμαλέοι και επιτήδειοι». Αυτοί οι βιγλάτορες (=φύλακες, φρουροί) των ακριτικών θεμάτων έμειναν στην ιστορία και είναι γνωστοί με το όνομα ακρίτες επειδή ήταν κυρίως φύλακες των άκρων.[7]
Η σπουδαιότητά τους μειώθηκε μετά τα πολεμικά κατορθώματα του Νικηφόρου Φωκά, ο οποίος συνέτριψε τους Άραβες και τους άφησε για πολύ καιρό ανίκανους για επιδρομές. Στη συνέχεια ο Μανουήλ ο Κομνηνός τους οργανώνει και πάλιν, σε βαθμό που ονομάζεται ο αυτοκράτορας αυτός, ο νέος Ακρίτης. Τους αξιοποιεί επίσης ο άγιος Αυτοκράτορας Ιωάννης ο Βατάτζης.
Το 1261 ο Μιχαήλ Η΄ ο Παλαιολόγος[8] ανέκτησε την Κωνσταντινούπολη, η οποία από το 1204 είχε καταληφθεί από τους Σταυροφόρους. Ο Παλαιολόγος έδωσε όλες του τις ελπίδες στους Ευρωπαίους μετά την απελευθέρωση της Κωνσταντινουπόλεως και δεν αντιλήφθηκε την αξία και τη σημασία των Ακριτικών ταγμάτων. Ποιός θα αντιμετώπιζε δηλ. τους Σελτζούκους, τους Μογγόλους και τους Οθωμανούς Τούρκους; Όταν ήρθαν αυτοί, τα σύνορα της Ανατολής ήταν ρημαγμένα γιατί δεν υπήρχαν οι Ακρίτες να τα προστατεύσουν. Ο εξ ανατολών κίνδυνος, μόνο με την ακριτική αντίσταση θα μπορούσε να αναχαιτιστεί.
Αργότερα, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος διέλυσε ουσιαστικά τους Ακρίτες, όταν κατάργησε το αφορολόγητο και τους επέβαλε φόρους. Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό, αφού πολλοί από τους Ακρίτες αγανάκτησαν και συντάχτηκαν με τους Σελτζούκους Τούρκους, που την εποχή εκείνη είχαν ήδη αναπτυχθεί στις μικρασιατικές χώρες. Οι υπόλοιποι Ακρίτες, αφού δεν είχαν προσωπικό ενδιαφέρον για την τήρηση της ασφάλειας των συνόρων, παραμέλησαν τη φύλαξή τους, με αποτέλεσμα αυτά να αφεθούν ανοιχτά στους Τούρκους και τον επεκτατισμό τους.
Την εποχή της δόξας τους (7ος – 10ος αιώνας) οι Ακρίτες αγωνίζονταν ακατάπαυστα εναντίων των Σαρακηνών και των Απελατών. Η ζωή τους ήταν κατ’ εξοχήν πολεμική και επικίνδυνη, ιδιαίτερα στις παραμεθόριες μικρασιατικές περιοχές του Πόντου, της Καππαδοκίας και του Αμανού ή Μαύρου Όρους, όπως είναι γνωστό στις βυζαντινές πηγές. Αυτό συνετέλεσε στην ανάπτυξη πνεύματος ηρωϊκού (ανάλογου με αυτό της μεσαιωνικής Δύσης), στο οποίο και οφείλεται η γένεση και ανάπτυξη ποίησης κατ’ εξοχήν ηρωϊκής, της λεγόμενης «ακριτικής». Λείψανα αυτής της ποίησης διατηρούνται μέχρι και σήμερα στα παραδοσιακά δημοτικά τραγούδια μας, και ιδιαίτερα στο σωζόμενο σε χειρόγραφα μεσαιωνικό «έπος του Βασίλειου Διγενή Ακρίτα». Δεν πρέπει όμως να ξεχάσουμε και τους υπόλοιπους εξυμνούμενους ήρωες Ακρίτες, όπως ο Ανδρόνικος, ο Αρμούρης, ο Βάρδας Φωκάς, ο Νικηφόρος, ο Πετροτράχηλος, ο Πορφύρης, ο Κωνσταντάς, ο Θεοφύλακτος και άλλοι.
Σχέσεις Ακριτών και Κύπρου
Το 649 μ.Χ. αρχίζουν οι Αραβικές επιδρομές, πλήττοντας κυρίως τις παραλιακές πόλεις της Κύπρου. Στην 2η Αραβική επιδρομή (653/4), πλήττεται αλλά δεν διαλύεται η πρωτεύουσα της περιοχής μας. Αυτή η επιγραφή των Σόλων του 655 διασώζει και την ημερομηνία και την περιγραφή της δεύτερης επιδρομής και σώζεται σήμερα μετά από δική μας πρωτοβουλία. Συγκεκριμένα βρίσκεται στην κατεχόμενη Μητρόπολη Μόρφου και οι άνθρωποι εκεί την διαφυλάττουν ως κόρη οφθαλμού γιατί θεωρούν ότι έχει και για αυτούς ιστορική σημασία. Το 688 υπογράφεται μεταξύ αυτοκράτορα Ιουστινιανού του Β΄ και Άραβα χαλίφη Αμπντ άλ-Μαλίκ η συνθήκη απομάκρυνσης των Μαρδαϊτών από περιοχές του Λιβάνου και της Συρίας. Αξίζει να αναφέρουμε ότι από τους Μαρδαΐτες Ακρίτες προέρχονται και πολλοί εκ των Μαρωνιτών τόσο του Λιβάνου όσο και της Κύπρου. Επομένως δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι κοντά στη Μόρφου κατοικούν και Μαρωνίτες. Ούτε ότι δίπλα στη Μόρφου βρίσκεται το Συριανοχώρι, το χωριό των Σύρων, αλλά επίσης και το ότι, σύμφωνα με έρευνα τοπωνύμιων που έχουμε κάνει, στο κέντρο του Συριανοχωρίου υπάρχει το τοπωνύμιο «Συριάνος». Μέρος του πληθυσμού των Μαρδαϊτών του Λιβάνου, μεταφέρεται στην Αττάλεια[9] και ενισχύεται έτσι ο βυζαντινός ναύσταθμος —ο 6ος στόλος της εποχής εκείνης. Από τη μια υπήρχε ο κόλπος της Αττάλειας και από την άλλη ο κόλπος της Μόρφου. Αυτοί οι δυο κόλποι συνομιλούσαν και συνεργάζονταν. Δημιουργείται έτσι το θέμα των Κιβυρραιωτών, ναυτικό θέμα υπεύθυνο για την αναχαίτιση του αραβικού στόλου που έδρασε στα όρια της Ανατολικής Μεσογείου με έδρα την Παμφυλία – Ρόδο. Το 690 ο Ιουστινιανός ο Β΄ απελπίστηκε και σκέφτηκε ότι η Κύπρος δεν έχει σωτηρία και έτσι μεταφέρει στην Κύζικο του Ελλησπόντου τον Αρχιεπίσκοπο της νήσου μαζί με πλήθος λαού και προύχοντες του τόπου. Επικίνδυνη στιγμή για το νησί μας. Αν έμενε για πάντα εκεί ο Αρχιεπίσκοπος και οι προύχοντες, η Κύπρος θα έμενε για πάντα αραβική. Το 699 ο διάδοχος του Ιουστινιανού του Β, Αψίμαρος Τιβέριος, επαναπατρίζει τους Κυπρίους και τον Αρχιεπίσκοπό τους στη νήσο. Αυτό δείχνει ότι η Κύπρος παραμένει ζωτικό κομμάτι της αυτοκρατορικής επικράτειας και προμαχώνας κατά των Αράβων. Την εποχή αυτή συμπράττουν οι Κύπριοι με τους εν Ατταλεία φρουρούντες Μαρδαΐτες και οι Άραβες δεν κατορθώνουν, κατά τον Κωνσταντίνο Σάθα, να «παγιώσωσιν ἐν Κύπρῳ τήν δυναστείαν αὐτῶν ὡς ἐν Κρήτῃ, χάρις εἰς τούς φρουρούντας ταύτην Κιβεριώτας καί Μαρδαΐτας, τῶν ὁποίων ἡ ἱστορία μετ’ ἐπαίνων ἀναγράφει τάς ἀριστείας»[10]. Αξίζει να σημειωθεί ότι την εποχή εκείνη οι Άραβες κατέλαβαν ολόκληρη την Κρήτη και ότι οι Κρητικοί έζησαν 250 χρόνια αραβοκρατία με κίνδυνο σχεδόν να χάσουν την πίστη τους. Για αυτό το λόγο, ελευθερώνοντας τους ο Νικηφόρος Φωκάς, προσκάλεσε στο νησί τρεις αγίους για να κάνουν ιεραποστολή ούτως ώστε οι Κρήτες να ξαναγίνουν χριστιανοί. Παράλληλα, στην Κύπρο δεν κατέστη δυνατό να υπάρξει αραβοκρατία. Εντούτοις, υπήρχαν αραβικές επιδρομές γιατί είμαστε Βυζαντινοί – Ρωμηοί. Συγκεκριμένα, οι Κύπριοι άνοιγαν τα λιμάνια τους όταν ερχόταν ο στόλος από τα λιμάνια του Ανεμουρίου, την Ταρσό της Κιλικίας, από τα Άδανα και από την Αττάλεια. Επομένως κάθε φορά που έπεφτε στην αντίληψη των Αράβων ότι η Κύπρος άνοιγε τα λιμάνια της στα βυζαντινά καράβια, εις εκδίκηση προέβαιναν σε επιδρομή. Τέτοιες αραβικές επιδρομές έλαβαν χώρα τουλάχιστον 25 φορές. Οι ως άνω Ακρίτες προστάτες Αγίους είχαν τους Μεγαλομάρτυρες Μάμαντα και Γεώργιο και εξαιρέτως την Θεοτόκο. Στο Άσμα του Θεοφυλάκτου που είναι κυπριακό, από τα αρχαιότερα διαβάζουμε, «Ὁ Βασιλέας Ἀλέξανδρος Ἀλεξανδροπολίτης ἔκαμεν μίαν γεορτήν μικρήν και μίαν γεορτήν μεάλην ἔκαμεν μίαν τ’ ἅη Γεωρκοῦ και μίαν τ’ ἅη Μάμα. Φέρτε μου το κοντάριν μου πού ‘ν’ ἅης Γεώρκης ‘πάνω, φέρτε μου το ματσούκιν μου πού ‘ν’ ἅης Μάμας πάνω».
Το έτος 746 ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Ε΄ κατόρθωσε με τον στόλο των Κιβυρραιωτών – Καραβισιάνων, να απελευθερώσει για ένα διάστημα την Κύπρο. Πιθανότατα τότε να εγκαταστάθηκαν «οι Λας των αρμάτων» (Λ. Μαχαιράς), δηλαδή οι αρματωλοί Ακρίτες και οι Μαρδαΐτες Ακρίτες στην Κύπρο.
Το ότι στην Κύπρο έχουμε Ακρίτες νωρίς, οπωσδήποτε πριν τον 10ον αιώνα, το αποδεικνύουν τα πολλά τοπωνύμια που βρήκαμε στο μεγάλο τοπωνυμικό της Κύπρου, το οποίο επιμελήθηκαν οι Μενέλαος Χριστοδούλου και Κώστας Κωνσταντινίδης (Λευκωσία 1987): Σε ολόκληρη την Κύπρο απαντώνται 207 τοπωνύμια σχετικά με τις λέξεις Βίκλα, Βίγλες, Βιγλάρι, που παραπέμπουνσε τοποθεσίες τις οποίες οι Ακρίτες χρησιμοποιούσαν ως παρατηρητήρια ή σημεία μετάδοσης πληροφοριών με φωτιές και καπνούς. Εδώ, πρέπει να σημειώσουμε, ότι ήδη κατά τον 9ο αιώνα, από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Ταρσό της Κιλικίας, απόσταση 2000 χλμ., υπήρχαν εκατοντάδες βίγλες ή, όπως τις έλεγαν τότε οι Βυζαντινοί, καμινοβίγλια, που μπορούσαν με τις φωτιές και τον καπνό να μεταδώσουν 12 διαφορετικά μηνύματα. Το σύστημα αυτό αντικατέστησε τον 19ο αιώνα ο τηλέγραφος. Αυτό το σύστημα τηλε-ειδοποίησης μεταφέρεται λοιπόν και στο νησί μας, με την εδώ έλευση των βυζαντινών στρατιωτικών ταγμάτων, και κατάλοιπα τούτου είναι τα ως άνω πολυάριθμα σχετικά τοπωνύμια.
Η στρατιωτική συνεργασία Ακριτών, Μαρδαϊτών της Κύπρου με τους Κιβυρραιώτες – Καραβισιάνους της Αττάλειας στα χρόνια του 8ου, 9ου και 10ου αιώνα, ήταν για την Κύπρο σωτήρια. Οι Κύπριοι δεν έμειναν πρόσφυγες, παρέμειναν στον τόπο τους, έστω απειλούμενοι με αιχμαλωσία, λεηλασία της περιουσίας τους και θάνατο, από καιρό εις καιρό, από τις 25 συνολικά αραβικές επιδρομές που έγιναν κατά την περίοδο 649-965. Η Κύπρος δεν γνώρισε Αραβοκρατία. Κράτησε τη γλώσσα της ελληνική και το κυριότερο, την πίστη της Ορθόδοξη, όταν άλλοι Ρωμηοί της περιοχής μας κατέληξαν είτε αραβόφωνοι, είτε μουσουλμάνοι. Ας σκεφτούμε τι γίνεται τώρα στη Συρία, δηλαδή, όχι μόνον τον πόλεμο αλλά και τις σφαγές χριστιανών ένεκα της πίστης τους, από φανατικούς μουσουλμάνους.
Μια άλλη παράμετρος, που προέκυψε από την ως άνω ωφέλιμη συνεργασία Ατταλείας και Ακριτών της Κύπρου, ήταν οι μετοικεσίες-αφίξεις Ρωμηών, Αρμενίων, Μαρωνιτών και άλλων προσφύγων από τα μέρη της καθ’ ημάς Ανατολής στην Κύπρο. Η Κύπρος την εποχή αυτή, όπως και στους αιώνες που θα ακολουθήσουν (11ος-12ος αι.), καθώς και κατά τη διάρκεια της Λατινοκρατίας, θεωρείται ασφαλέστερος τόπος διαμονής, λόγω της θάλασσας που την περιβάλλει, της πλειοψηφίας των Ρωμηών κατοίκων της και του Ελληνορθόδοξου πολιτισμού της. Η Εκκλησία σφυρηλατεί την πίστη και τη γλώσσα των Ρωμηών της Κύπρου και σταδιακά αφομοιώνει τους ποικίλους πληθυσμούς που φτάνουν στο νησί από τη Μικρασία, τη Συροπαλαιστίνη και Αλεξάνδρεια.
Η τέλεση της Θείας Λειτουργίας στην κοινή Ελληνιστική γλώσσα και η θεσμική οργάνωση της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Κύπρου, σε συνάφεια με τη λαϊκή ευσέβεια, διαφυλάττουν και παραδίδουν σε μας την Ορθόδοξη ταυτότητά μας.
Το 1071 λαμβάνει χώραν η γνωστή μεγάλη μάχη του Μαντζικέρτ στη Μικρά Ασία, όπου ηττάται ο βυζαντινός αυτοκρατορικός στρατός από τους Σελτζούκους Τούρκους. Μέσα σε 10 χρόνια, ανατολικές επαρχίες της Μικράς Ασίας και Βορείου Συρίας θα γεμίσουν από Τουρκομάνους, Κούρδους εποίκους (όπως περιγράφει ο σύγχρονος κορυφαίος Άγγλος ιστορικός Στήβεν Ράνσιμαν), και άλλες φυλές εποίκων της Ανατολίας και Μογγολίας. Η Κιλικία, η Κύπρος, η Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου, δέχονται πρόσφυγες, μοναχούς και λαϊκούς, από τα μέρη της Καππαδοκίας και Βορείου Συρίας (Χρονικό Ματθαίου Εδέσσης). Μου ανέφερε κάποτε ένα γλωσσολόγος ότι το 40% των λέξεων που χρησιμοποιούν οι Κύπριοι είναι καππαδοκικές. Τα περισσότερα τραγούδια που έχουμε είναι μικρασιατικά (π.χ η Βράκα, το Αγάπησα την που καρκιάς, το Ρούλλα μου Μαρούλλα μου). Τα έφεραν αυτά οι πρόγονοί μας που ήρθαν ως πρόσφυγες. Εξάλλου, η σχέση Κύπρου, Καππαδοκίας και Πόντου διαφαίνεται και από γλωσσολογικές μελέτες, που ξεκίνησαν, αλλά δυστυχώς δεν ολοκληρώθηκαν. Ο καθηγητής της γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κ. Ανδρεώτης γράφει σχετικά: «Η Καππαδοκική έχει πολλά ποντιακά γλωσσικά στοιχεία και αρκετά Κυπριώτικα. Πολύ ενδιαφέρουσα και διαφωτιστική θα ήταν μία συγκριτική μελέτη, των τριών ιδιωμάτων, Κύπρου, Καππαδοκίας και Πόντου, για να καταδειχθεί πόσο στενή ήταν η επαφή και επικοινωνία των κατοίκων των μερών τούτων, κατά τους αρχαίους και μέσους χρόνους και κατά πόσον έγιναν μετατοπίσεις πληθυσμών, για τις οποίες μιλούν μεσαιωνικοί ιστορικοί και χρονογράφοι».[11]
Για πολλούς ερευνητές (π.χ. Κυριάκος Χατζηϊωάννου),[12] τα Ακριτικά τραγούδια της Κύπρου είναι αποτέλεσμα μετοικεσίας, προσφυγιάς, από τη Νοτιοανατολική Μικρά Ασία και Βόρειο Συρία στην Κύπρο. Στην συνέχεια, τα τραγούδια αυτά τα παρέλαβαν οι ποιητάρηδες της Κύπρου και τα απέδωσαν στην Κυπριακή διάλεκτο, διατηρώντας όμως τα τοπωνύμια της Ανατολής, όπως Αφράτης (ο Ευφράτης), της Σύρας τα λαγκάδια ή, αλλού, «εκεί τον κατέφθασεν ο Διγενής Ακρίτας τον Σαρακηνόν εις την Συρίαν την πόρταν». Η πόρτα της Συρίας είναι οι Αμανικές Πύλες, που συνδέουν τη Συρία με την Κιλικία. Εκεί ήταν τα σύνορα της Ρωμηοσύνης με το Ισλάμ. Ο Μορφίτης καθηγητής και ακαδημαϊκός Νικόλαος Κονομής γράφει: «ο τόπος, πού ο Διγενής πολέμησε αυτούς τους εχθρούς, είναι τα στενά της Καππαδοκίας και Κιλικίας, και το επίθετό του Καππαδοκεύς, θυμίζει το αιώνιο πεδίο μαχών μεταξύ Αράβων και Βυζαντινών»[13].
Κυριότερη πηγή των Ακριτικών τραγουδιών της Κύπρου είναι η βορειοδυτική Κύπρος. Αυτή δηλαδή η πλευρά της Κύπρου, που βλέπει προς τη Μικρά Ασία. Τα αρχαιότερα, τα αρτιότερα και ποιητικότερα όλης της Ρωμηοσύνης, είναι τα Ακριτικά τραγούδια της Κύπρου και, αμέσως μετά, της Κρήτης, της Καρπάθου, της Καππαδοκίας και του Πόντου.
Μεταφορά ιερών λειψάνων στην Κύπρο
Η μεταφορά ιερών λειψάνων στην Κύπρο είναι ένα κεφάλαιο που δεν έχει σχέση μόνο με τραγούδια, γιατί οι πρόσφυγες δεν ήταν μονάχα άνθρωποι που τραγουδούσαν, αλλά ήταν και πιστοί ορθόδοξοι που έφεραν μαζί τους λείψανα, εικόνες και αγίους. Τη σχέση τους με τους αγίους, με τα τοπωνύμια, με τα λείψανα, με την αρχιτεκτονική, κανείς δεν την μελέτησε. Μελετήθηκαν μόνον τα ακριτικά τραγούδια από τους φιλόλογους.
Κατά τον 10ο αιώνα (965), η Κύπρος επανεντάσσεται στη βυζαντινή επικράτεια, όπου και παραμένει μέχρι το 1191. Ήδη, κατά την εποχή της εικονομαχίας (8ος/9ος αι.), έρχονται στην Κύπρο τα λείψανα των Οσίων Βαρνάβα και Ιλαρίωνος από την Καππαδοκία, οπόταν και κτίζεται ο αρχικός τους ναός στην Περιστερώνα Μόρφου, για να τα στεγάσει. Στα τέλη του 11ου αιώνα (μετά το 1071) γίνεται μετοικεσία προσφύγων στην Κύπρο, και τότε μεταφέρονται ιερά λείψανα αγίων και εικόνες στην Κύπρο. Αναφέρω ενδεικτικά τα λείψανα του μεγαλομάρτυρα Νικήτα από την Μοψουεστία της Κιλικίας στον Νικήτα Μόρφου (τώρα στην ιερά Μονή Κύκκου). Προ του 10ου αιώνος φτάνουν τα λείψανα του Αγίου Μάμα από τη Μικρά Ασία στην Κύπρο. Και λέω προ του 10ου αιώνος, γιατί η σαρκοφάγος του Αγίου Μάμα, εκείνη την εποχή ενσωματώνεται στον βόρειο τοίχο του τρίτου ναού των μεσοβυζαντινών χρόνων. Η υπόθεση αυτή είναι υπό έρευνα ακόμη. Ο χρονογράφος της Κύπρου Λεόντιος Μαχαιράς (15ος αι.), περιγράφει την πτώση της Συρίας στους Σελτζούκους Μουσουλμάνους κατά τον 13ο αι. και αναφέρεται στους πρόσφυγές της, που ήλθαν στην Κύπρο την εποχή εκείνη, καθώς και στη μεταφορά και την κατάθεση των λειψάνων των Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης στο Μένοικο, από Αντιοχειανούς πρόσφυγες.
Όλα αυτά τα άγια λείψανα και η άφιξή τους στον φιλόξενο κόλπο της Θεομόρφου, μαρτυρούν για την άφιξη των Ρωμηών προσφύγων της καθ΄ ημάς Ανατολής στη νήσο των Αγίων, την άφιξη των Χριστιανών προγόνων μας. Εκτός από τα τίμια λείψανα, οι πρόσφυγες της Ανατολής έφεραν μαζί τους ήθη και έθιμα (π.χ. το πέρασμα των πιστών κάτω από τις εικόνες όταν γίνεται λιτανεία, η υποδοχή του ιερέα ή του δεσπότη με τη μερρέχα), ονόματα τόπων και προσώπων (π.χ. η καυκάλλα που είναι πάνω από το χωριό Καπούτι ονομάζεται Άνω και Κάτω Κορακίσσα∙ τα ίδια τοπωνύμια βρήκα ότι απαντούν και στην Αλάγια της Μικράς Ασίας), φαγητά (π.χ. κολοκάσι, σουσούκος, μαχαλεπί, φακές μουτζέντρα), χορούς και τραγούδια, ιστορίες και παραδόσεις. Σ’ αυτά συμπεριλαμβάνονται και τα Ακριτικά τραγούδια.
Η Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου του Ορειάτη ή Ρηγάτη, το καστρομονάστηρο της Θεομόρφου
Τέλος, κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών, από τον 7ο μέχρι τον 10ο αιώνα, τόσο η Κωνσταντινούπολις όσο και η Κύπρος, συνειδητοποίησαν την αδυναμία τους να αποτρέψουν την επερχόμενη εξ ανατολών λαίλαπα. Η άμυνα της νήσου οργανώθηκε κατά τα πρότυπα των Ακριτών της Ανατολής. Συστάθηκε ένα στρατιωτικό σώμα, επονομαζόμενο στρατιά, που είχε την ευθύνη για την άμυνα και την προστασία των πληττόμενων πόλεων. Περαιτέρω, ανηγέρθησαν σε στρατηγικά υψώματα τα λεγόμενα καστρομονάστηρα, όπως αυτό του Αγίου Γεωργίου του Ορειάτη, της Παναγίας της Καντάρας, του Αντιφωνητή, του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου στον Κουτσοβέντη, της Παναγίας Αψινθιώτισσας, του Αγίου Ιλαρίωνος.
Η Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου του Ορειάτη ή Ρηγάτη βρίσκεται βόρεια του κατεχόμενου χωριού Κυρά και ανεγέρθηκε πριν την εποχή του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά (963-969),πλησίον της Θεομόρφου και σήμερα στέκεται περήφανα στο ύψωμα του Ρηγάτη. Διατελεί Μετόχι του Παναγίου Τάφου.
Σε χειρόγραφο του 10ου αιώνος (970), που φυλάσσεται στο Παρίσι, βρίσκουμε την εξής συγκλονιστική μαρτυρία: «Εγράφη η παρούσα βίβλος|οικεία χειρί Νικήτα πρωτοσπαθαρίου και γεγονότος|δρουγγαρίου του πλοΐμου άντου |αδελφού Μιχαήλ πατρικίου πραι|πωσίτου και βέστου γεγονότος πρωτοβεστιαρίου Νι|κηφόρου του φιλοχρίστου|δεσπότου· όντος αυτού εν τω δεσμωτηρίω Αφρικής· μηνί σεπτεμβρίω ινδ. ι', και επεδό|θη εν τω ναώ [του αγίου|ενδόξου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του| Οριάτου πλησίον Θεομόρφου] εν έτει, ςυοθ ινδ. ιδ».
Η Μονή στα βυζαντινά χρόνια, τον 10ο αιώνα, ονομαζόταν του Οριάτου, δηλαδή αυτού που φυλάττει τα όρια, τα σύνορα, τα άκρα, του Ακρίτα! Το δασυνόμενο επίθετο του Αγίου Γεωργίου, το Οριάτης, σημαίνει αυτός που βρίσκεται στα όρια, ο Ακρίτας. Για άλλη μια φορά η παράδοση των Ακριτών της Θεομόρφου επιβεβαιώνεται από την παρουσία της μονής του Αγίου Γεωργίου του Οριάτου. Από το ύψωμα του Οριάτη, οι Ακρίτες και οι μοναχoί αγνάντευαν το πέλαγος της Παμφυλίας Κιλικίας. Βιγλάτορες της Ρωμιοσύνης. Ακρίτες της ορθόδοξης ψυχής μας!
Παραπομπές
[1] Στυλιανού Αλεξίου, Βασίλειος Διγενής Ακρίτας, εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 2006, σελ. 60-62.
[2]Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσόστομου Παπαδόπουλου, Ιστορία Εκκλησίας Αντιοχείας, Εκδόσεις Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 872.
[3]ό.π.
[4]HedwigLudeke, «Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια – Τα Ακριτικά», Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 1994, σελ.23.
[5]ό.π.
[6]«Ευρωπαϊκή Ακριτική Παράδοση: από τον Μεγαλέξαντρο στον Διγενή Ακρίτα. Επιστημονικές Συναντήσεις, 2002-2004», Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, σελ.30).
[7] Εκδόσεις Αρκτίνος, «Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια» – Τομ. Α΄, σελ. 372.
[8] Γεωργίου Αρνάκη – Γεωργιάδη, Οι πρώτοι Οθωμανοί, εκδόσεις Αρχιπέλαγος, Αθήνα 2008, σελ.77.
[9] Μητροπολίτου Πέργης Ευαγγέλου Γαλάνη, Η Πέργη της Παμφυλίας, εκδόσεις Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1983, σελ.43.
[10] Κ.Ν. Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τομ. Β΄ και τομ. ΣΤ΄, έν Βενετία 1873 και έν Παρισίοις 1877.
[11] Ν. Π. Ανδριώτη, Το Γλωσσικό ιδίωμα των Φαράσων. (Αυτό το βρίσκουμε στα εν διασπορά Α΄, Κυριάκου Χατζηϊωάννου), σελ. 287.
[12] Κυριάκου Χατζηϊωάννου, Τα εν διασπορά Α΄ των ετών 1933 – 1969, Λευκωσία 1990, σελ. 70.
[13]«Ευρωπαϊκή Ακριτική Παράδοση: «από τον Μεγαλέξαντρο στον Διγενή Ακρίτα. Επιστημονικές Συναντήσεις, 2002-2004», Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, σελ.30).
- See more at: http://www.amen.gr/article16572#sthash.HXJIVo7I.dpuf
Ετικέτες
Αφιερώματα Ρωμιοσύνης
Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014
Από τα «μυξομάντιλα» και τις «ανθρωποκάμπιες» στα… «λαμόγια»
Δημήτρης Νατσιός, δάσκαλος Κιλκίς
«Τον ψεμματά τσαί τον γκλεφ’ γατιέζουν ντα σως το θύρι» (ποντιακή παροιμία)
Τον ψεύτη και τον κλέφτη τους κυνηγούν ως την πόρτα. Άλλως, τα λαμόγια δεν γλιτώνουν...
Συνηθίζω να εφαρμόζω μες στην τάξη το αειθαλές, διδακτικό θέσφατο του Πλάτωνα, «τέρπειν τε άμα και διδάσκειν», διότι «το βίαιον μάθημα, το οποίον γίνεται με κραυγάς (και απειλές και υστερίες) εξαλείφεται, ενώ το τερπνόν, το μετά χάριτος και απλότητος, παραμένει ανεξάλειπτον», θα πει και ο Μέγας Βασίλειος. (Migne, P.G. 29, 213 Α.). Ένα αστείο ξεκουράζει τα παιδιά, γαληνεύουν, αναπτερώνει την διδασκαλία.
Παλαιότερα, στις εφημερίδες και στα έντυπα, κάτι παρόμοιο ίσχυε. Ταλαντούχοι ευθυμογράφοι ή, όπως τους ονόμαζαν ευφυώς οι αρχαίοι, συγγραφείς σπουδαιογελοίων ή κλαυσιγελώτων, έγραφαν τέτοια ευτράπελα και νόστιμα κείμενα, με τα οποία καυτηρίαζαν και στηλίτευαν τα κακώς κείμενα, διασκεδάζοντας ταυτόχρονα τους αναγνώστες. Θυμίζω τον μεγάλο Δημήτρη Ψαθά, τον Φρέντυ Γερμανό, παλαιότερα και ο Ροϊδης. Το δε ευθυμογράφημα του Ψαθά «η τσάντα και το τσαντάκι», που υπήρχε στο παλιό Ανθολόγιο, Ε και Στ’ Δημοτικού-σελίδα 283- ενθουσιάζει τόσο τα παιδιά, που μου ζητούν συνεχώς να τους το διαβάσω. Κάτι παρόμοιο επιχειρώ με τους παρακάτω …κλαυσιγέλωτες για τους σπουδαιογελοίους που μαγάρισαν την πατρίδα μας.
Κατά καιρούς επινοητικοί συγγραφείς, άριστοι γνώστες της γλώσσας μας, κατασκεύασαν ευμνημόνευτες λέξεις ή φράσεις, οι οποίες απέδωσαν με σαφήνεια ασχημονίες του καιρού τους ή περιέγραψαν ευκρινώς και συντόμως, αξιοκατάκριτους «ανθρωπολογικούς» τύπους της εποχής τους. Για παράδειγμα «τουρκοπιασμένους», έλεγε ο Μακρυγιάννης τους τότε οπαδούς της ελληνοτουρκικής φιλίας. «Προσκυνημένους» τους ονόμαζε ο Κολοκοτρώνης.
«Αρχοντοχωριάτες», αποκάλεσε, ο Σουρής νομίζω, τους νεόπλουτους (κι αυτή η λέξη νεολογισμός, όπως και το αντίθετό της, νεόπτωχος).
«Κοχλιαροφόρους», έλεγε ο Ροϊδης τους πολιτικούς, γιατί κρατούν κοχλιάριον (=κουτάλι), για να αδειάσουν την χύτρα του προϋπολογισμού. Οπότε, «χυτρομαχίαι», οι κομματικές διενέξεις.
«Σοφολογιότατους», χαρακτήριζε ο Σολωμός τους, κατά τον Σεφέρη, «νεόπλουτους του πνεύματος», τους ημιμαθείς, τις τενεκεδοκρόταλες δόξες και λόξες.
«Ταρτούφοι», ονομάζονταν οι ηθικολογούντες υποκριτές, λέξη εμπνεόμενη από την ομώνυμη κωμωδία του Μολιέρου.
«Καμαρίλλα» λέγονταν οι ελεεινοί κόλακες και τυχοδιώκτες, οι πρόθυμοι για οποιαδήποτε ατιμία, που δορυφορούσαν τον μονάρχη ή αργότερα-και σήμερα-τον πρωθυπουργό ή υπουργούς. Πολλοί απ’ αυτούς έπαιρναν και παράσημα, τον σταυρό του Σωτήρος. Έγραφε μία εφημερίδα της εποχής του Όθωνα:
«Οι παλαιοί επί σταυρών κρεμούσαν τους κακούργους/κι οι νέοι σήμερον κρεμούν σταυρούς επί κακούργων».
Ψαλιδόκωλους αποκάλεσε ο λαός τους φραγκοφερμένους πολιτικάντηδες, οι οποίοι επέπεσαν σαν τις μύγες στο αιμόφυρτο ακόμη σώμα της νεοσύστατης Ελλάδας, τάχα για να την κυβερνήσουν. Η έμπνευση για την ονοματοδοσία προήλθε από το «φράκο» την επίσημη στολή που κατέληγε «όπισθεν» σε δύο πτερύγια, σαν του ψαλιδιού και του χελιδονιού.
«Μυξομάντιλα», έλεγε ο λαός τους κηφήνες που προσκολλούνταν στους κομματάρχες για να αναρριχηθούν και να ζήσουν εις βάρος του δημόσιου ταμείου. Ο υπέροχος αυτός χλευασμός επαναλήφθηκε μετά από 150 χρόνια, από τον μακαρίτη Ευάγγελο Γιαννόπουλο, ως «σφουγγοκωλάριοι» πλέον, ο οποίος στηλίτευε τον αδηφάγο εσμό των «λακέδων» της εξουσίας. Ο ίδιος βέβαια, Θεός σχώρεσ’ τον, διέπρεψε «σπογγίζοντας» τα οπίσθια του «λαοπρόβλητου» αρχηγού του σοσιαληστρικού κινήματος.
Πολύ επιτυχημένη ήταν και η ανάσυρση από την ρωμαϊκή ιστορία της λέξεως «γραικύλοι», η οποία χρησιμοποιήθηκε από τον Παπαδιαμάντη με την εξής χρονολογική προσθήκη «γραικύλοι της σήμερον». Η λέξη είναι υποκοριστικό του Γραικός και είχε επινοηθεί από τον ρήτορα Κικέρωνα, ο οποίος βδελυσσόταν τους Έλληνες, που κολάκευαν «χαμερπώς» τους κυρίαρχους Ρωμαίους. «Ανθρωποκάμπιες», ονόμασε ο Κόντογλου τους διεφθαρμένους πολιτικούς. Ας θυμηθούμε και το επίθετο «μαλλιαροί», με το οποίο ονόμαζαν οι οπαδοί της καθαρεύουσας τους δημοτικιστές, προσωνυμία εφευρεθείσα από τον Ιωάννη Κονδυλάκη. Αντίθετα οι καθαρευουσιάνοι ονομάστηκαν υποτιμητικώς «μακαρονιστές», διότι έγραφαν σε ύφος σχοινοτενές, με εξεζητημένη λεξιθηρία, η οποία έφτανε στα όρια του γελοίου. Να προσθέσουμε και τα γνωστά από τις εμφυλιοπολεμικές εποχές «γερμανοτσολιάς», «εαμοβούλγαρος» ή τα παρακρατικά «χαφιές» ή «μίασμα».
Και η νεότερη όμως εποχή δεν στερείται ευφάνταστων νεολογισμών, οι οποίοι πλουτίζουν την γλώσσα και απαλλάσσουν τον απλό λαό από την βάσανο της περιγραφής ενός νοσηρού φαινομένου.
Κάπου στη χαραυγή της δεκαετίας του ’80 πλάστηκε ο πασίγνωστος «πρασινοφρουρός», για να αντικρούσει την μομφή του «χουντοβασιλικού» που εκτόξευε το αντίπαλον δέος. Στα πολύ κοντινά μας χρόνια, ξεχωρίζουν «τα παπαγαλάκια».
Ονομάστηκαν έτσι οι αργυρώνητοι δημοσιογραφίσκοι που παρότρυναν τον κόσμο να ριχθεί στο χρηματιστηριακό μακελειό. Λαμπρή φήμη απέκτησε και ο «ευρωλιγούρης» του Ζουράρι, ο οποίος χαρακτήριζε έτσι τους εκσυγχρονιστές που μας άλλαξαν τα φώτα «εξευρωπαϊζοντάς» μας. Νέας κοπής είναι και ο τηλεοπτικός όρος «γλάστρα» που περιγράφει τις καλλίπυγες νεάνιδες, που ταλαιπωρούν και «πειράζουν» τους μικροαστούς. Αξιοπρόσεκτη κυκλοφορία έχει και η αμερικανόφερτη λέξη «γιάπις» η οποία εξοβέλισε τις παλαιότερες «φλώρος» ή «τζιτζιφιόγκος». Στην κατηγορία, αυτή ανταποκρίνεται ο γνωστός ανιψιός της «εθναρχικής» δυναστείας.
Σήμερα γενέθλιοι τόποι παραγωγής λέξεων ετικετών είναι οι δύο διακριτοί ιδεολογικοί χώροι: των «προοδευτικών» και των «παραδοσιακών», οι ζητωκραυγαστές του πολυπολιτισμού και οι υμνητές του ελληνικού πολιτισμού, εν τη διαχρονία του.
Έτσι, έχουμε τους «νεοταξοσκώληκες» και «ναιναίκους» (από τον θαυμάσιο «Αντιφωνητή») ή «νεοποχίτες». Αυτοί ντρέπονται για την Ελλάδα, είναι πάντα με τους κυβερνώντες, υπερασπίζονται ανύπαρκτες μειονότητες, κατηγορούν ή εμπαίζουν την εκκλησία, (όπως αυτό το συριζόβλητο της Φλώρινας), επιθυμούν διακαώς «γάμο» «θηλύγλωσσων» και τα λοιπά συμπαρομαρτούντα.
Να σημειώσουμε πως η πολύ γνωστή λέξη «κουλτουριάρης», ο δήθεν πνευματώδης και ευφυής των περασμένων δεκαετιών, έγινε «θολοκουλτουριάρης», μάλλον μετά την πτώση του ανύπαρκτου... «υπαρκτού». Τότε πολλοί οπαδοί της αριστεράς και της προόδου, μεταβλήθηκαν σε οπαδούς της «αριστερόεσσας» («αστερόεσσα» λέγεται η αμερικάνικη σημαία), διότι προφανώς... θόλωσαν, ξέμειναν από βαρβάρους και στράφηκαν σ’ άλλους βαρβάρους, για να βρουν μία κάποια λύσιν στην ζωή τους. Εύηχο και καλό είναι και το «Βρυξέλληνες» (Βρυξέλλες + Έλληνες), ευφυές συνώνυμο των ευρωλιγούρηδων. Οι προοδευτικοί τώρα όσους τους κατονομάζουν, ως ανωτέρω, απαντούν, με προσδιορισμούς όπως «Ελληναράδες», «σκοταδιστές», «φανατικοί», «ρατσιστές», «φασιστόμουτρα», «θρησκόληπτοι», «υπερπατριώτες», «εθνικιστές» και λοιπά και λοιπά.
Αφήσαμε τελευταία τα «λαμόγια», λέξη συνώνυμο του όρου πολιτικός σήμερον. Το 1860 η εφ. «Φως» περιγράφει την συνομιλία ενός υπουργού και κάποιον βουλευτή:
«-Διατί, του είπε μειδιών και παρουσιάζω τον βουλευτήν Κυνουρίας Πετράκον, τον διαβόητον επί ζωοκλοπή, διατί εσυγχωρήσατε να εισέλθει εις τον περίβολον της Βουλής αυτός ο λύκος;
- Αφού, του απήντησεν ο υπουργός, η Βουλή εγέμισεν από ζώα, έπρεπε να έμπη κι ένας λύκος». (Κ. Σιμόπουλος, «Η διαφθορά της εξουσίας», σελ. 394). Εξαιρετικό και λίαν επίκαιρο.
Τελειώνοντας, λόγω χώρου, την περιήγηση στις «επώνυμες» λέξεις του νεοελληνικού βίου, θα μεταφέρουμε έναν ακόμη «ανθυπνωτικόν» ορισμό του Έλληνα, συνταχθέντα από τον Ροϊδη: «εκ πάντων των ανθρώπων ο Έλλην είναι ο μείζων έχων κλίσιν εις το να νομίζη εαυτόν μόνην αιτίαν παντός κύκλω του γινομένου θορύβου, ως ο μέθυσος εκείνος όστις ουρών πλησίον βρύσεως έμεινεν εκεί όλην την νύκτα, νομίζων ότι εξ αυτού εκπορεύεται όλον το ύδωρ, το οποίον ήκουε να τρέχη».
Ετικέτες
Γράφει ο Δημήτρης Νατσιός.
Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014
Aντί για κρυφά σχολειά, φανερά συσσίτια
Tο «πρέπει» της δεοντολογικής απαίτησης «να καταλάβουν» το υπαγορεύει η λογική του ενστίκτου αυτοσυντήρησης, των ορμεμφύτων αυτοάμυνας μπροστά σε φάσμα ανυπόφορης συμφοράς – αν σώζονται ακόμα τέτοια ορμέμφυτα στους πάσχοντες απώλεια επαφής με την πραγματικότητα κομματανθρώπους.
Δεν έχει προηγούμενο αυτό που συμβαίνει σήμερα. Σε τέτοια ανελπιστία δεν είχε περιπέσει ποτέ άλλοτε ο Eλληνας, ποτέ δεν τον είχε κυριέψει, σε τέτοιο βαθμό, ο πανικός της απόγνωσης. Tετρακόσια χρόνια σκλαβιάς στους Tούρκους ήταν χρονικό διάστημα που από μόνο του, μόνο με την εφιαλτική του διάρκεια, θα ήταν φυσικό να είχε νεκρώσει κάθε ίχνος ελπίδας – οι άνθρωποι γεννιώνταν και πέθαιναν, η μια γενιά διαδεχόταν την άλλη, χωρίς ορατό σημάδι λογικής προσδοκίας λυτρωμού. Oμως η ελπίδα επιζούσε, το ανεδαφικό εκείνο «πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ’ναι» πήγαζε από ζωντανή συνείδηση καταγωγής, αυτεπίγνωση αρχοντιάς, εμπιστοσύνη στη γλώσσα, αυτονόητη βιωματική αναφορά στον μεταφυσικό (μη θρησκειοποιημένο) άξονα «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης. Δεν έπαψαν ούτε στιγμή οι τότε Eλληνες να ξέρουν ποιοι είναι και τι τους πρέπει.
Tο ίδιο και όταν, εκατό χρόνια μετά την απελευθέρωση, ήρθε ο δεύτερος, με οριστικότερες ιστορικές συνέπειες όλεθρος: η μικρασιατική καταστροφή, το ξερίζωμα του Eλληνισμού από κοιτίδες πανάρχαιες και γενέθλια εδάφη – τις ασιατικές ακτές του Aιγαίου, τον Eύξεινο, την Προποντίδα, την Kαππαδοκία, την Tραπεζούντα, το Iκόνιο, τη Φρυγία – η συρρίκνωση της κοσμοπολίτικης ελληνικότητας στην επαρχιώτικη βαλκανική μιζέρια του μεταπρατικού κρατιδίου. Oύτε και τότε έφτασαν σε ανελπιστία οι Eλληνες, η ελπίδα δεν τους απόλειψε, δεν θεώρησαν ποτέ ενδεχόμενο τον αφανισμό της ελληνικής παρουσίας, την εξάλειψη του ελληνικού ονόματος, από την ιστορική σκηνή.
O σημερινός απελπισμός δεν έχει την αιτία του στην πτώχευση του κράτους – πτωχεύσεις γνώρισε πολλές το δάνειο (τεχνητό, όχι φτιαγμένο για τις δικές μας ανάγκες) ελλαδικό κρατικό μόρφωμα. Tον απελπισμό τον γεννάει σήμερα η εσκεμμένη και έμπρακτη άρνηση της κοινωνικής συνοχής από μέρους ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων, ταγμένων να υπηρετούν αυτή τη συνοχή και αμειβόμενων για τις υπηρεσίες τους. Zούμε μιαν εφιαλτική κοινωνική αποσύνθεση, έναν πρωτογονισμό εγωκεντρισμού, που κυοφορήθηκε από τα κόμματα σαν αυτονόητη πολιτική συμπεριφορά.
Yπουργός Aμυνας κλέβει τα χρήματα που του εμπιστεύονται οι φορολογούμενοι πολίτες για τον αμυντικό εξοπλισμό της χώρας. Aντιπρόεδρος της κυβέρνησης, μαζί με τον υπουργό Oικονομικών παίζουν το κρυφτούλι μιας διαβόητης «λίστας» πιθανών φοροφυγάδων, που δεν φτάνει ποτέ στα αρμόδια όργανα ελέγχου. Aλλος υπουργός Oικονομικών αποκαλύπτεται να διαθέτει καταθέσεις στο εξωτερικό με ποσά αδήλωτα και αφορολόγητα, ιλιγγιώδη. Yπουργός Mεταφορών δωροδοκείται από ξένη εταιρεία για να της παραχωρήσει την ψηφιοποίηση του OTE.
Πρώην αναπληρωτής διευθυντής εξοπλιστικών προγραμμάτων ομολογεί ότι εξαγοράστηκε με εκατομμύρια για να παρανομήσει, και «καρφώνει» για ίδια αδικήματα υπουργούς, τραπεζίτες, επιχειρηματίες. Tαμίας κυβερνώντος κόμματος βεβαιώνει «προεκλογική χορηγία» εκατομμυρίων προς το κόμμα του από ξένη εταιρεία που κερδοσκοπεί στην Eλλάδα. Aλλος πρώην υπουργός συλλαμβάνεται να κυκλοφορεί το πανάκριβο αυτοκίνητό του με πλαστές πινακίδες, για να κλέψει και αυτός την οφειλόμενη στο Δημόσιο εισφορά. Διευθυντής δημόσιου νοσοκομείου συλλαμβάνεται να δωροδοκείται για να μεροληπτήσει σε μειοδοτικό διαγωνισμό.
Aτέλειωτες, αναρίθμητες οι περιπτώσεις, καταιγιστικός ο καθημερινός βομβαρδισμός του πολίτη από τη σχετική ειδησεογραφία. Σαν ακρίδες έχουν επιπέσει οι υπάνθρωποι των ληστρικών συμμοριών, που αυτο-ονομάζονται «κόμματα», στο κοινωνικό χρήμα, στην περιουσία που προσπαθεί να συντηρήσει, κυριολεκτικά με το αίμα του, ο εξωφρενικά φορολογούμενος πολίτης. Aπελπισία δεν γεννάει ούτε καν η διαφθορά, αλλά το ότι εξακολουθούν να κυβερνάνε τη χώρα οι υπεύθυνοι γι’ αυτή τη διαφθορά.
Aπελπισία γεννάει το γεγονός ότι διαχειρίζονται τη ζωή μας αμετανόητοι οι αυτουργοί της καταστροφής μας. Kυνικά, αδιάντροπα, διορίζουν ακόμα σήμερα, σε δημόσιες θέσεις για να αμείψουν αυλόδουλους ή να εξαγοράσουν συνειδήσεις. Aυτή η πραγματικότητα του εμπαιγμού είναι η κατακέφαλη καθημερινότητα που ζει ο πολίτης: Γνωρίζουν όλοι στη γειτονιά την κομματικά ευνοημένη που διορίστηκε, μόλις πριν τρεις μήνες, «ειδική σύμβουλος» σε υπουργείο, με 5.000 ευρώ μηνιαίες απολαβές. Oλοι γνωρίζουν, στο διπλανό από τη «σύμβουλο» διαμέρισμα, την οικογένεια του ταξίαρχου, του επιφορτισμένου με το κυνηγητό της λαθρομετανάστευσης σε τεράστια έκταση συνοριακής γραμμής, και μηνιάτικο 1.400 ευρώ.
Aυτή η σύγκριση, η αναιδέστατη αδικία στην αμοιβή του κρατικού λειτουργού και στην εξωφρενικά σπάταλη καταξίωση του κομματικού λακέ, απελπίζει επικίνδυνα τους πολίτες. Δεν μπορεί να φανεί ελπίδα σε κανένα βάθος προοπτικής όσο η φαυλότητα ή ανικανότητα των κυβερνώντων περιθωριοποιεί και εξευτελίζει μεθοδικά όσους λειτουργούς του κράτους απομένουν ευσυνείδητοι, ασυμβίβαστοι με τους συνδικαλιστικούς νόμους της ζούγκλας. H ανελπιστία φαρμακώνει τη ζωή μας, γιατί η καταναλωτική αποχαύνωση και ο κτηνώδης εγωκεντρισμός καλλιεργήθηκαν μεθοδικά για να ψηφοθηρούν οι κομματικές μαφίες κολακεύοντας την αλογία των ενστικτωδών ενορμήσεων της μάζας.
Aπό τη στιγμή που αποσβέστηκε από τον δικαστή και τον δάσκαλο η συνείδηση του κοινωνικού λειτουργήματος, η χαρά της προσφοράς, ελπίδα κοινωνικής ανάκαμψης δεν υπάρχει. Oλοι παίζουμε στο γήπεδο των τυράννων μας, δεν αντιλαμβάνεται ούτε ο δικαστής ούτε ο δάσκαλος, πολύ λιγότερο ο τραπεζίτης ή ο έμπορος, ότι αν πάψει να παίζει στο γήπεδο της χρησιμοθηρίας, του ατομοκεντρισμού, της καταναλωτικής μονοτροπίας, σπέρνει σπόρο ελπίδας ικανόν να τινάξει την ταφόπετρα της τυραννίας. Aκόμα και η Eκκλησία έχει υποταχθεί στον ατομοκεντρισμό, μιλάει τη γλώσσα της ιδεολογίας, κηρύττει τον ωφελιμισμό των αξιόμισθων πράξεων. Aντί να ζωντανέψει παντού κρυφά σχολειά (να σώσει τη γλώσσα, τη συνέχεια του «τρόπου»), οργανώνει φανερά (όσο γίνεται πιο φανερά) συσσίτια – θέλει να αποδείξει και να διαφημίσει τη χρησιμότητά της, να μετριάσει τον εφιάλτη της απόγνωσης, όχι να τον αντιπαλαίψει έξω από το γήπεδό του.
Eίμαστε χαμένοι από χέρι. Tουλάχιστον κάποιοι δικαστές, κάποιοι δάσκαλοι, κάποιες ενορίες, ας αρνηθούν το στημένο παιχνίδι των υπάνθρωπων τυράννων μας.
kathimerini
Κάλαντα των Φώτων από όλη την Ελλάδα
Τα
κάλαντα των Θεοφανείων (Φώτων) είναι ένα πανελλαδικό έθιμο. Εκτός,
όμως, από τα γνωστά σε όλους μας κάλαντα των Θεοφανείων, υπάρχουν
παραλλαγές τους, που συναντάμε σε διάφορα σημεία της Ελλάδας.
Κάλαντα των Φώτων (παραλλαγή 1)
Σήμερα τα φώτα κι ο φωτισμός,
η χαρά μεγάλη κι ο αγιασμός.
Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό,
κάθετ’ η κυρά μας η Παναγιά.
Όργανο βαστάει, κερί κρατεί,
και τον Αϊ-Γιάννη παρακαλεί.
Αϊ-Γιάννη αφέντη και βαπτιστή,
βάπτισε κι εμένα Θεού παιδί.
Ν' ανεβώ επάνω στον ουρανό,
να μαζέψω ρόδα και λίβανο.
Κάλαντα των Φώτων (παραλλαγή 2)
Σήμερα τα Φώτα και φωτισμός,
και χαρά μεγάλη στον αφέντη μας.
Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό,
είναι η Μαρία η Δέσποινα.
Με τα θυμιατήρια στα δάχτυλα,
και τον Άγιο Γιάννη παρακαλεί.
Άγιε μου Γιάννη και Πρόδρομε,
δύνασαι βαφτίσεις Θεού παιδί,
και να παραδώσεις Χριστού ψυχή.
Δύναμαι και θέλω και προσκυνώ,
και τον Κύριό μου παρακαλώ.
Αύριο θ’ ανέβω στους ουρανούς
να καταπατήσω τα είδωλα.
Κάλαντα των Φώτων (παραλλαγή 3)
Σήμερα είναι τα Φώτα και οι Φωτεινές
και χαρές μεγάλες τ' αφέντη μας.
Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό
κάθεται η κυρά μας η Παναγιά.
Κάθεται η κυρά μας η Παναγιά,
με τα θυμιατήρια στα δάχτυλα.
Με τα θυμιατήρια στα δάχτυλα,
σπάργα - σπαργανίζει Θεού παιδί.
Του αφέντη Αϊ Γιάννη παρακαλεί,
για να ρίξει δρόσο στη γη, στη γη.
Για να ρίξει δρόσο στη γη, στη γη,
ν’ αγιαστούνε οι βρύσες και τα νερά.
Ν’ αγιαστούνε οι βρύσες και τα νερά,
ν’ αγιαστεί κι ο αφέντης με την κυρά.
Καλή μέρα καλησπέρα, καλή σου μέρα αφέντη.
Πέντε κρατάνε τ’ άλογο και δέκα την ασκάλα,
και δεκαοχτώ παρακαλούν βρ’ αφέντη μ’ καβαλίκα.
Καβαλικεύεις χαίρεσαι, πεζεύεις καμαρώνεις,
κι όπου πατήσει τ’ άλογο πηγάδια φανερώνει,
πηγάδια πετροπήγαδα, κι αυλές μαρμαρωμένες.
Πολλά είπαμε του αφέντη μας, ας πούμε και στην κυρά μας.
Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά γαϊτανοφρύδα,
κυρά μου τα παιδάκια σου, τα μοσχομυρισμένα,
η Παναγιά σού τα ‘δωσε κι ο Θεός να στα χαρίσει.
Να κάνεις γάμους και χαρές, ξεφάντωσες μεγάλες,
να στήσεις κι άσπρο φλάμπουρο στη μέση στην αυλή σου,
να χαίρονται οι φίλοι σου, να σκάζουν οι εχτροί σου.
Κάλαντα των Φώτων (Παραλλαγή 4)
Σήμερα τα Φώτα και φωτισμοί,
και χαρές μεγάλες και αγιασμοί.
Σήμερα βαπτίζεται ο Χριστός,
εις τον Ιορδάνη τον ποταμό.
Σήμερα κι όλα τ’ άστρα φωτίζονται,
κ’ όλα τα νερά καθαρίζονται.
Κάλαντα των Φώτων Κάσου
Δεν είναι τούτη η γιορτή ωσάν την περασμένη,
μόνον η μέρα η φρικτή η δοξολογημένη,
που οι παπάδες πορπατούν με το σταυρό στο χέρι,
και μπαίνουν μες τα σπήλαια και λεν τον Ιορδάνη.
Βοήθεια να έχετε τον Μέγαν Ιωάννη.
Κάτου στα Γεροσόλυμα και στου Χριστού τον τάφον,
εκεί δένδρον εν ύπηρχε, δένδρον εξεφυτρώθη,
στη μέση κάθετ’ ο Χριστός, στην άκρα η Παναγία,
και τα περικλωνάρια του Αγγέλοι κι Αρχαγγέλοι.
Κάλαντα των Φώτων Κεφαλλονιάς
Μικρός μικρός στη Βηθλεέμ σπηλαίω εντός ετέθη,
και τώρα άνδρας τέλειος στον Ιορδάνη τρέχει,
με ένα καμηλόδερμα ήτανε τυλιγμένος,
και με τη ζώνη του Χριστού ήταν περιζωσμένος.
Εκοίταξα στον ουρανό κι είδα σταυρό στη μέση,
κι απ’ όλα τα ονόματα ..... μου αρέσει,
και πάλι ματακοίταξα κι είδα ένα δυο στεφάνια,
και με το καλονύχτισμα καλά σας Θεοφάνια.
(Στο σημείο ......., βάζουν το όνομα του νοικοκύρη του σπιτιού.)
Κάλαντα των Φώτων Πόντου
Από της ερήμου ο Πρόδρομος ήλθε να βαπτίσει τον Κυριόν.
Βέβαιον Βασιλέα εβάπτισε, Υιόν και Θεόν ομολόγησε.
Γηγενείς σκιρτάτε και χαίρεσθε, τάξεις των αγγέλων ευφραίνεσθε.
Δόξα εν υψιστοίς εκρούγαζαν, Κύριον και Θεόν ομολόγησαν.
Έλεγεν ο κόσμος τον κύριον να αναγέννηση τον άνθρωπον.
Ζήτησον και σώσον το πρόβατον, το απωλωλός ω θεάνθρωπε.
Ήλθε κηρυττόμενον έβλεπε, απορών εφάνη ο Πρόδρομος.
Θες μοι την παλάμην σου Πρόδρομε, βάπτισον ευθύς τον Δεσπότην σου.
Ιορδάνη ρεύσε τα νάματα, ιν ανασκίρτησή τα ύδατα.
Κεφαλάς δρακόντων σενέθλασε, των κακοφρονούντων ο Κύριος.
Λέγουσιν οι Άγγελοι σήμερον Χριστός τον κόσμον ερώτησε.
Μέγα και φρικτόν το μυστήριον δούλος τον δεσπότη εβάπτισε.
Νους ο Ιωάννης ο Πρόδρομος μέγας, να βαπτίση τον Κύριο.
Ξένος ο προφήτης ο Πρόδρομος μέγας, γα βάπτιση τον Κύριο.
Όλον τον Αδάμ ανεκάλεσε ο των όλων κτίστης και Κύριος.
Παναγία, Δέσποινα του παντός, σώσον τους εις Σε προσκυνούντας νυν.
Ρείθρα Ιορδάνη, αγάλλεσθε την πορείαν άλλως λαμβάνετε.
Σήμερον ο κτίστης δεδόξαστα δι' αυτό το μέγα μυστήριον.
Τρεις γαρ υποστάσεις εγνώκαμεν Πατρός και Υιού και του Πνεύματος.
Υπό Αρχαγγέλων υμνούμενον, υπό Σεραφείμ δοξαζόμενον.
Ως γαρ τοις εν σκότει επέλαμψε όταν ο Χριστός εβαπτίζετο.
Χαίροντες και χείρας προσάγοντες και λαμπρών ο ανήγυριν άγογτες.
Ψάλλοντες Χριστόν τον Θεόν ημών, δέξασθε λουτήρα βαπτίσματος.
Ο Θεός των όλων και Κύριος ζωή σας υγείαν και χαίρεσθε.
Κάλαντα Θεοφανείων Σαντορίνης
Περικαλώ σας δώστε μου άδεια ν’ αρχινίσω,
τα φωτοκάλαντα να πω να σας καλησπερίσω.
Χίλια καλησπερίσματα φέρνω στην αφεντιά σας,
και του καιρού σας αύριο να ’χετε την υγειά σας.
Αν ίσως και ορίζετε κι είναι με θέλησή σας,
τα φωτοκάλαντα να πω στην πόρτα την δική σας.
Μηνύματα χαρμόσυνα ήρθαμε να σας πούμε,
πως ο Χριστός βαφτίζεται και πρέπει να χαρούμε.
Πως ήταν Θεοφάνεια ανθρώπου σωτηρία,
που καθαρίζουν τας ψυχάς από τας αμαρτίας.
Δεν είναι τούτη εορτή οσάν την περασμένη,
είναι μεγάλη και τρανή και δοξολογημένη.
Γιατί κατέβει ο Χριστός διά φιλανθρωπία,
ήρθες Χριστέ να βαπτιστείς χωρίς να έχεις χρεία.
Σπήλαιον πενιχρότατον και φάτνη των προβάτων,
ήρθες Χριστέ να γεννηθείς ως θαύμα των θαυμάτων.
Με σπάργανα σε τύλιξε η Δέσποινα η κυρία,
υμνούμεν, προσκυνούμεν σε υπέρμαχε Μαρία.
Στις 25 Δεκεμβρίου ήλθες και εγεννήθεις
και εις την πρώτην του μηνός σαρκός περιτομήθεις.
Ο μήνας έχει σήμερον έξι Ιανουαρίου
και όλοι εορτάζουμε τα Φώτα του Κυρίου.
Γιατί κατέβει ο Χριστός τούτο να τελειώσει,
την αμαρτία του Αδάμ να σβήσει και να λειώσει.
Σήμερα είναι των Φωτών π’ αγιάζουνε τον κόσμο,
και οι παπάδες περπατούν με το σταυρό στο δρόμο.
Και μες στα σπίτια μπαίνουσι και λεν τον Ιορδάνη,
βοήθεια να τον έχουμε τον Άγιο Ιωάννη.
Σαν μπήκε μες στον ποταμό ζητά τον Ιωάννη,
να τον βαπτίσει γλήγορα στο Άγιο ποτάμι.
Έλα Προφήτα γλήγορα διά να με βαπτίσεις,
και στην Αγία μου κορφή την χείρα σου ν’ αφήσεις.
Δεν είμαι άξιος Χριστέ εγώ να σε βαφτίσω,
και στην Αγία σου κορφή τη χείρα μου ν’ αφήσω.
Μάλιστα εγώ χρειάζομαι να βαφτιστώ από σένα,
ευλόγησε με δέσποτα, συγχώρεσε και μένα.
Σαν μπήκε μες στον ποταμό διά να τον βαπτίσει,
ο Ιορδάνης στράφηκε πίσω για να γυρίσει.
Άγγελοι και αρχάγγελοι εκεί περιπατούσαν
σκυμμένα τα κεφάλια τους και τον επροσκυνούσαν.
Και μέγα θαύμα έγινε όπου δεν έχει ταίρι
οι ουρανοί ανοίξανε και βγήκε περιστέρι.
Το Άγιο πνεύμα ήτονε διά να μαρτυρήσει
Υιός Θεού βαπτίζεται σ’ Ανατολή και Δύση.
Και τα νερά ευλόγησε, τις βρύσες, τα πηγάδια,
της οικουμένης τα δεντρά, κάμπους, βουνά, λαγκάδια.
Σήμερον ο αόρατος του ουρανού ο κτίστης,
στον Ιορδάνη ποταμό ήρθε και εβαπτίσθει.
Σήμερα ο μέγας Πρόδρομος Υιός του Ζαχαρίου,
τον Ιησού εβάπτισε τα Άγια του Αγίου.
Η θάλασσα ημέρωσε όπου ήταν αγριεμένη,
σαν μπήκε εις τον ποταμό ευρέθει μερωμένη.
Για τούτο μέχρι σήμερα οι ναύτες το κρατούνε,
σαν βαφτιστούνε τα νερά στο πέλαγος να μπούνε.
Αχ και να είμαστε κι εμείς στον Άγιο Ιορδάνη,
να ελουζόμαστε και εμείς στο Άγιο ποτάμι.
Μας λέγει το Ευαγγέλιο και του Χριστού το στόμα,
όποιος δεν λάβει βάπτισμα χάνει ψυχή και σώμα.
Του χρόνου να ’χουμε την γεια να ’ρθούμε να σας βρούμε,
χαρούμενους, καλόκαρδους να σας τα ξ α ν α π ο ύ μ ε.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





