.

.

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Η αντικανονικότης της μετά των αιρετικών συμπροσευχής


Τί προβλέπουν αἱ Οἰκουμενικαὶ καὶ Τοπικαὶ Σύνοδοι

Αἱ συμπροσευχαὶ μετὰ τῶν πλανεμένων χριστιανῶν συνεχίζονται παρὰ τὴν ἀντίδρασιν τοῦ πιστοῦ λαοῦ, τοῦ ἐντίμου κλήρου, καθηγουμένων Ἱερῶν Μονῶν, Ὀρθοδόξων Θεολόγων καὶ τῆς συντριπτικῆς πλειοψηφίας τῶν Σεβ. Μητροπολιτῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Οἱ Ἱεροὶ Κανόνες καὶ αἱ ἀποφάσεις τῶν Τοπικῶν Συνόδων καταφρονοῦνται ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί ὑπὸ τῶν Οἰκουμενιστῶν Ἀρχιερέων, ὁ ὁποῖος καθοδηγεῖ τοὺς τελευταίους. Τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα (14ην καὶ 15ην Μαΐου) ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος μετέβη εἰς τὸ Μιλᾶνον τῆς Ἰταλίας, μὲ ἀφορμὴν τὰς ἑορταστικὰς ἐκδηλώσεις διὰ τὴν συπλήρωσιν 1700 ἐτῶν ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Διατάγματος τῶν Μεδιολάνων περὶ «ἀνεξιθρησκίας» ὑπὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ συνπροσευχήθη μετὰ τοῦ τοπικοῦ Παπικοῦ «Ἀρχιεπισκόπου» προκαλῶν ἀναστάτωσιν καὶ ὀργὴν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.

Ἡ κριτικὴ καὶ ὁ ἔλεγχος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καὶ τῶν Οἰκουμενιστῶν Ἀρχιερέων, ὑπὸ τοῦ «Ο.Τ.», ἴσως νὰ ἔχη κουράσει τὸ ἀναγνωστικόν μας κοινόν. Αὐτὸ ὅμως ἐπιθυμοῦν οἱ Οἰκουμενισταί: «Νὰ κουράση τὸ θέμα, νὰ μὴ συγκινῆ ἡ καταφρόνησις τῶν Ἱ. Κανόνων, διὰ νὰ δύνανται αὐτοὶ νὰ ἰσοπεδώνουν τὰ πάντα ἄνευ ἀντιστάσεως». Θὰ συνεχίσωμεν ὅμως τὸν ἔλεγχον ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰς ἀντιδράσεις.
Κατωτέρω θὰ παραθέσωμεν ὅλα ὅσα προβλέπουν αἱ Οἰκουμενικαὶ καὶ Τοπικαὶ Σύνοδοι διὰ τὴν ἀντικανονικότητα τῶν συμπροσευχῶν. Ἀντιγράφομεν ἀπὸ τὸ βιβλίον: «Ἡ ἀντικανονικότητα τῆς μετὰ τῶν αἱρετικῶν συμπροσευχῆς» τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Κυρίλλου  Κωστοπούλου, Ἱεροκήρυκος τῆς Ἱ. Μητρ. Πατρῶν,Δρ Θεολογίας, τὰ ἀκόλουθα:
«Κατὰ τοὺς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων
Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ Ἀποστολικὴ Σύνοδος ὑπῆρξε τὸ ὑπόδειγματοῦ Συνοδικοῦ συστήματος στὴν ὅλη ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας1. Ὅλοι σχεδὸν οἱ ἱεροὶ Κανόνες τῆς Συνόδου αὐτῆς ἐβασίσθησαν στὴν Ἁγία Γραφή, ὡς πηγὴ τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως.
Οἱ Οἰκουμενικὲς καὶ οἱ Τοπικὲς Σύνοδοι εἶναι, θὰ λέγαμε, ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι συν έχεια γιὰ τὴν προσαρμογὴ τοῦ περιεχομένου τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀληθείας στὴν ζω ὴ τῆς Ἐκκλησίας. Στὸν σωτηριώ δη αὐτὸν σκοπὸ ἀποβλέπουν καὶ οἱ Κανόνες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται στὴν συμπροσευχὴ μετὰ αἱρετικῶν καὶ ἀλλοδόξων, κυρίως τῶν Τοπικῶν Συνόδων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν οἰκουμενικὸ κῦρος. Καὶ τοῦτο, γιατί οἱ Τοπικὲς Σύνοδοι καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες συνέθεσαν Κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται στὶς ἰδιαίτερες ποιμαντικὲς ὑποχρεώσεις τῶν Ἐπισκόπων τῶν ἑκασταχοῦ ἐπαρχιῶν καὶ ἀφοροῦσαν στὶς σχέσεις τους μετὰ τῶν κληρικῶν, τῶν λαϊκῶν μελῶν καὶ τῶν ἀσπασθέντων τὶς παντὸς εἴδους αἱρέσεις.
Τοιουτοτρόπως καὶ στὸ θέμα τῆς συμπροσευχῆς ἀναφέρονται περισσότερο οἱ Τοπικὲς Σύνοδοι, παρὰ οἱ Οἰκουμενικές, γιὰ τὸν λόγο ὅτι τοπικῶς ἐνεφανίζοντο τὰ εἰδικώτερα προβλήματα, τὰ προερχόμενα ἀπὸ τοὺς παντὸς εἴδους αἱρετικοὺς ἢ ἀλλόθρησκους καὶ ἐπιλαμβάνονταν αὐτῶν οἱ Τοπικὲς Σύνοδοι. Ὅλες, ὡστόσο, οἱ τοπικὲς αὐτὲς ἀποφάσεις καὶ ἀποφάνσεις ἔλαβαν οἰκουμενικὸ κῦρος2.
Ἡ ἐν Λαοδικείᾳ Σύνοδος (364) μὲ τὸν ΛΓ´ κανόνα της ρητῶς ἀπαγορεύει τὴν συμπροσευχὴ μετὰ αἱρετικῶν. Προχωρεῖ, ὅμως, ἕνα βῆμα περαιτέρω καὶ προβαίνει στὴν ἀπαγόρευση τῆς συμπροσευχῆς καὶ μετὰ τῶν σχισματικῶν: “Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἢ σχισματικοὺς συνεύχεσθαι”3. Ὁ Ζωναρᾶς, σχολιάζοντας τὸν ὡς ἄνω κανόνα, μεταξὺ ἄλλων ὑπογραμμίζει καὶ τὰ ἑξῆς: “Αἱρετικοὶ δὲ λέγονται, οἱ περὶ τὴν πίστιν σφαλλόμενοι4· σχισματικοὶ δέ, οἱ περὶ μὲν τὴν πίστιν καὶ τὰ δόγματα ὑγιῶς ἔχοντες, διά τινας δὲ αἰτίας ἀποσχίζοντες καὶ ἀντισυνάγοντες”5.
Πρέπει νὰ γίνη σὲ ὅλους κατανοητὸ ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖο ἐπιδιώκει καὶ ἡ προαναφερθεῖσα Σύνοδος, ἔχοντας ὡς βάση τὶς ἀποφάσεις τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου, εἶναι νὰ συνειδητοποιήση κάθε μέλος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅτι καλεῖται νὰ ὁμολογῆ καὶ νὰ ὑπερασπίζεται τὴν ἀλήθεια τῆς παραδόσεως καὶ νὰ ἀντιτάσσεται καὶ πρὸς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς Ἐπισκόπους, ἐὰν αὐτοὶ ἐκπέσουν σὲ αἵρεση ἢ ἀποδεχθοῦν τὴν συμπροσευχὴ με τὰ αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν.
Ὁ Β´ κανόνας τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου μὲ σαφήνεια τονίζει: “... Μὴ ἐξεῖναι δὲ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις... Εἰ δὲ φανείη τις τῶν ἐπισκόπων ἢ πρεσβυτέρων ἢ διακόνων ἤ τις τοῦ κανόνος τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, καὶ τοῦτον ἀκοινώνητον εἶναι, ὡς ἂν συγχέοντα τὸν κανόνα τῆς Ἐκκλησίας”6.
Ἡ σοβαρότητα τοῦ ζητήματος περὶ συμπροσευχῆς ἐμφαίνεται καὶ στὴν παρότρυνση τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου, μὲ τὸν στ´ κανόνα, νὰ μὴ ἐπιτρέπονται οἱ αἱρετικοὶ νὰ εἰσέρχωνται στοὺς Ὀρθοδόξους Ἱ. Ναούς, ἐφόσον ἐπιμένουν στὴν αἵρεσή τους. “Περὶ τοῦ μὴ συγχωρεῖν τοῖς αἱρετικοῖς εἰσιέναι εἰς τὸν οἶ κον τοῦ Θεοῦ, ἐπιμένοντας τῇαἱρέσει”7. Ὁ Βαλσαμών, σχολιάζοντας τὸν ὡς ἄνω κανόνα, τονίζει: “Σαφὴς ὁ κανὼν οὐ γὰρ συγχωρεῖ τοῖς αἱρετικοῖς ἐπιμένουσι τῇαἱρέσει, συνεκκλησιάζειν μετὰ ὀρθοδόξων”8.
Ἀλλὰ καὶ ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Τιμόθεος (372), ὅταν ἐρωτήθηκε, ἂν πρέπει ὁ Λειτουργὸς τοῦ Ὑψίστου νὰ ἐπιτελῆ τὴν Θεία Λειτουργία παρόντων Ἀρειανῶν ἢ ἄλλων αἱρετικῶν, ἀπήντησε ἀρνητικῶς. “Εἰ ὀφείλει κληρικὸς εὔχεσθαι παρόντων Ἀρειανῶν ἢ ἄλλων αἱρετικῶν ἢεἰ οὐδὲν αὐτὸν βλάπτει ὁπόταν αὐτὸς ποιῇ τὴν εὐχήν, ἤγουν τὴν προσφοράν;9
Ἐν τῇ θείᾳ ἀναφορᾷ ὁ διάκονος προσφωνεῖ πρὸ τοῦ ἀσπασμοῦ· Οἱ ἀκοινώνητοι περιπατήσατε· οὐκ ὀφείλουσιν οὖν παρεῖναι, εἰ μὴ ἂν ἐπαγγέλλωνται μετανοεῖν, καὶ ἐκφεύγειν τὴν αἵρεσιν”10. Ὁ Βαλσαμὼν ἔχει τὴν γνώμη ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραμένουν οἱ ἀμετανόητοι αἱρετικοὶ οὔτε μετὰ τῶν κατηχουμένων. Λέγει χαρακτηριστικά: “Εἰ μὴ ἐπαγγέλλονται ἀφίστασθαι τῆς αἱρέσεως, οὐδὲ τοῖς κατηχουμένοις συστήσονται, ἀλλ᾽ ἐκδιωχθήσονται»11.
Ἡ ἐν Λαοδικείᾳ Σύνοδος ἐπισημαίνει στοὺς πιστοὺς Ὀρθόδοξους χριστιανοὺς ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μεταβαίνουν στὰ κοιμητήρια ἢ τὰ μαρτύρια τῶν αἱρετικῶν, στὰ ὁποῖα
ἔχουν ἐνταφιασθῆ ὀνομαστοὶ αἱρετικοὶ ἢ μάρτυρες. Καὶ τοῦτο, γιατί καὶ αὐτὴ ἡ πράξη ἐντάσσεται στὴν συμπροσευχή, ἀφοῦ προσεύχονται στὸν τόπο ἐκεῖνο μετὰ αἱρετικῶν ἢ ἀπευθύνουν τὴν προσευχή τους σὲ αἱρετικοὺς κοιμηθέντας, ἔστω καὶ διὰ μαρτυρίου. “Περὶ τοῦ μὴ συγχωρεῖν εἰς τὰ κοιμητήρια ἢ εἰς τὰ λεγόμενα μαρτύρια πάντων τῶν αἱρετικῶν ἀπιέναι τοὺς τῆς ἐκκλησίας, εὐχῆς ἢ θεραπείας ἕνεκα· ἀλλὰ τοὺς τοιούτους, ἐὰν ὦσι πιστοί, ἀκοινωνήτους γίνεσθαι μέχρι τινός.Μετανοοῦντας δέ, καὶ ἐξομολογουμένους ἐσφάλθαι, παραδέχεσθαι”12.
Ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι οἱ προϋποθέσεις, οἱ ὁποῖες ὁδηγοῦν ὅπως ἤδη ἐτονίσθη, στὴν συμπροσευχὴ καὶ γενικώτερα στὴν κοινωνία τῶν προσώπων “ἐν Χρι στῷ”. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ οἱ Πατέρες τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου, στηριζόμενοι στοὺς Ο´, ΟΑ´ καὶ ΜΕ´ Ἀποστολικοὺς κανόνες, συνέθεσαν τέσσερις κανόνες (ΛΒ´, ΛΖ´, ΛΗ´, ΛΘ´), μὲ τοὺς ὁποίους ἀποσαφηνίζουν ὅσα ἐξέθεσαν ἐκεῖνοι, ὑποδεικνύοντες κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν ὀρθὴ στάση τῶν Ὀρθοδόξων κληρικῶν καὶ λαϊκῶν ἔναντι τῶν αἱρετικῶν καὶ τῶν ἀλλοθρήσκων στὸ θέμα τῆς συμπροσευχῆς καὶ τῆς μετ᾽ αὐτῶν κοινωνίας. “Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικῶν εὐλογίας λαμβάνειν, αἵτινές εἰσιν ἀλογίαι μᾶλλον, ἢ εὐλογίαι”13, “Ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τῶν Ἰουδαίων ἢ αἱρετικῶν, τὰ πεμπόμενα ἑορταστικὰ λαμβάνειν, μηδὲ συνεορτάζειν14 αὐτοῖς”, “Ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τῶν Ἰουδαίων ἄζυμα λαμβάνειν ἢ κοινωνεῖν ταῖς ἀσεβείαις15αὐτῶν”, “Ὅτι οὐ δεῖ τοῖς ἔθνεσι συνεορτάζειν, καὶ κοινωνεῖν τῇ ἀθεότητι αὐτῶν”16.
Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐν Τρούλλῳ ΣΤ´ Οἰ κουμενικὴ Σύνοδος ἐπελήφθη τοῦ ὡς ἄνω ζητήματος μὲ τὸν ΙΑ´ κανόνα της, ὁρίζουσα: “Μηδεὶς τῶν ἐν ἱερατικῷ καταλεγομένων τάγματι, ἢ λαϊκός, τὰ παρὰ τῶν Ἰουδαίων ἄζυμα ἐσθιέτω ἢ τούτοις προσοικειούσθω, ἢ ἐν νόσοις προσκαλείσθω, καὶ ἰατρείας παρ᾽ αὐτῶν λαμβανέτω ἢ ἐν βαλανείοις τούτοις παντελῶς συλλουέσθω· εἰ δὲ τὶς τοῦτο πρᾶξαι ἐπιχειροίη, εἰ μὲν κλη ρικὸς εἴη, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊ κός, ἀφοριζέσθω”17. Ὁ κανόνας αὐτὸς παρατίθεται γιὰ τὸν λόγο ὅτι πρέπει νὰ ἐπισημανθῆ ἡ αὐστηρότητα τῶν Ἁγίων Πατέρων ὡς πρὸς τὴν παντοία κοινωνία τῶν Ὀρθοδόξων μετὰ ἀλλοθρήσκων καὶ αἱρετικῶν.
Ἡ συμπροσευχὴ εἶναι, ὅπως ἤδη ἐλέχθη, μυστήριο κοινωνίας “ἐν Χριστῷ”. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κοινωνῆ ὁ Ὀρθόδοξος μετὰ τοῦ αἱρετικοῦ ἢ τοῦ ἀλλοθρήσκου μέσῳ τῆς προσευχῆς ἢ τοῦ συνεορτασμοῦ ἢ τῆς ἀνταλλαγῆς δώρων ἢ συλλουόμενος ἢ ἰατρευόμενος ὑπ᾽ αὐτῶν. Ὁ Βαλσαμὼν ἐπισημαίνει:
“Σημείωσαι τὸν παρόντα κανόνα διὰ τοὺς Λατίνους, τοὺς ἑορτάζοντας μετὰ ἀζύμων, καὶ διὰ τοὺς ἰατρευομένους παρὰ Ἰουδαίων, καὶ παρὰ αἱρετικῶν πάντες γὰρ οὗτοι ἀφωρισμένοι εἰσίν”18.
Γιὰ νὰ κατανοηθῆ δεόντως ὁ προαναφερθεὶς κανόνας εἶναι ἀναγκαῖο ὁ μελετητὴς νὰ γνωρίζη ὅτι αὐτὴ ἡ κοινωνία καὶ συνύπαρξη “ἐν τῇ προσευχῇ” διασπᾶται ἀπὸ τὴν αἵρεση. Ἡ αἵρεση εἶναι ὁλικὴ ἢ μερικὴ ἄρνηση τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀληθείας, ποὺ στὴν πράξη ἐκφράζεται ὡς κατάλυση τῆς ἐν Χριστῷ ἀγαπητικῆς κοινωνίας19.
Θὰ ἤθελα στὸ σημεῖο τοῦτο νὰ ἐπεκταθῶ λίγο, πέρα ἀπὸ τὸ δια- πραγματευόμενο θέμα μου, στὰ δύο Μυστήρια, τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοῦ Γάμου, ἐνδεικτικῶς καὶ ὄχι ἀναλυτικῶς. Ἄλλωστε ἡ συμπροσευχὴ ἐντάσσεται στὸ μυστήριο.
Ἡ Ὀρθοδοξία διακηρύσσει ὅτι τὰ μυστήρια τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἄκυρα; γιὰ τὸν λόγο ὅτι δὲν ἐπιδρᾶ ἡ ἄκτιστη χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ἡ ἑνότητα στὴν πίστη, ὄχι σὲ ὁποιαδήποτε πίστη, ἀλλὰ στὴν Ὀρθόδοξη πίστη, εἶναι ἡ πρωταρχικὴ βάση γιὰ τὴν intercommunio(δια–κοινωνία), γιὰ τὴν πλήρη μυστηριακὴ κοινωνία μετὰ τῶν αἱρετικῶν.
Κατὰ τὸν ΞΗ´ κανόνα τῶν Ἁγ.Ἀποστόλων «τοὺς γὰρ παρὰ τῶν τοιούτων (τῶν αἱρετικῶν δηλαδὴ) βαπτισθέντας ἢ χειροτονηθέντας, οὔτε πιστούς, οὔτε κληρικοὺς εἶναι δυνα- τόν»20. Σχολιάζων ὁ Ζωναρᾶς τὸν προαναφερθέντα Ἀποστολικὸ κανόνα, μεταξὺ ἄλλων λέγει: «…οὔτε γὰρ βάπτισμα αἱρετικῶν δύναταί τινα ποιῆσαι Χριστιανόν, οὔτε χειροτονία τούτων κληρικὸν ἐργάσαιτο ἂν»21.
Ὁ Μ. Βασίλειος ἐπιμένει στὸ τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου: «Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα»22 καὶ ἀπορρίπτει παντελῶς τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν. Στὸν Α´ κανόνα του τὸ διασαφηνίζει: «...τὸ μὲν τῶν αἱρετικῶν (βάπτισμα) παντελῶς ἀθετῆσαι»23.
Ἐπίσης, οἱ Ἅγιοι Πατέρες οἱ συγκροτήσαντες τὴν ΣΤ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, μὲ τὸν ΟΒ´ κανόνα τους ἀπαγορεύουν τὴν σύναψη γάμου μεταξὺ Ὀρθοδόξου καὶ αἱρετικοῦ:
«Μὴ ἐξέστω ὀρθόδοξον ἄνδρα αἱρετικῇ συνάπτεσθαι γυναικί, μήτε μὴν αἱρετικῷ ἀνδρὶ γυναῖκα ὀρθόδοξον συζεύγνυσθαι· ἀλλ᾽ εἰ καὶ φανείη τι τοιοῦτον ὑπό τινος τῶν ἁπάντων γινόμενον, ἄκυρον ἡγεῖσθαι τὸν γάμον, καὶ τὸ ἄθεσμον διαλύεσθαι συνοικέσιον· οὐ γὰρ χρὴ τὰ ἄμικτα μιγνύναι οὐδὲ τῷ προβάτῳ λύκον συμπλέκεσθαι, καὶ τῇ τοῦ Χριστοῦ μερίδι τὸν τῶν ἁμαρτωλῶν κλῆρον· εἰ δὲ παραβῇ τις τὰ παρ᾽ ἡμῶν ὁρισθέντα, ἀφοριζέσθω»24. Ὁ Ζωναρᾶς στὰ σχόλια του λέγει μεταξὺ ἄλλων:
«Οἱ τῆς συνόδου ταύτης ἱεροὶ καὶ θεῖοι Πατέρες… ἀπαγορεύουσι τὰς τοιαύτας συζυγίας (ὀρθοδόξων καὶ αἱρετικῶν) καὶ γενομένας δέ, δια - σπᾶσθαι κελεύουσιν»25.
Οἱ ἱεροὶ Πατέρες τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου ἀπαγορεύουν μὲ τὸν ΛΑ´ κανόνα τους τὸν γάμο Ὀρθοδόξων μετὰ αἱρετικῶν καὶ μάλιστα «μετὰ πάντων τῶν αἱρετικῶν».
Ὁρίζουν μὲ σαφήνεια «ὅτι οὐ δεῖ πρὸς πάντας αἱρετικοὺς ἐπιγαμίας ποιεῖν ἢ διδόναι υἱοὺς ἢ θυγατέρας, ἀλλὰ μᾶλλον λαμβάνειν, εἴγε ἐπαγγέλλοιντο Χριστιανοὶ γίνεσθαι»26. Σχολιάζων ὁ Ἀριστηνὸς αὐτὸν τὸν κανόνα ὑπογραμμίζει:
«Τὸ μὲν λαμβάνειν τῶν αἱρετικῶν τέκνα, χριστιανίζειν ἐπαγγελόμενα, καὶ ἐπισυνάπτειν αὐτὰ εἰς γάμου κοινωνίαν τοῖς παισὶ τῶν Χριστιανῶν, ἐπιτέτραπται. Τὸ δὲ διδόναι τὰ τῶν Χριστιανῶν τέκνα εἰς συνάφειαν τοῖς αἱρετικοῖς, ἐν πολλοῖς τῶν κανόνων ἀπηγόρευται»27.
Ὅλοι οἱ προαναφερθέντες Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων, ἀλλὰ καὶ οἱ κανόνες τῶν Ἁγίων καὶ θεοφόρων Πατέρων δὲν ἐπιτρέπουν τὴν συμπροσ ευχὴ καὶ τὴν μυστηριακὴ κοινωνία τῶν Ὀρθοδόξων μετὰ τῶν αἱ ρετικῶν καὶ τῶν ἀλλοδόξων, γιὰ τὸν λόγο ὅτι ἡ αἵρεση ἐπιζητεῖ νὰ καθυποτάξη τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀλήθεια στὸν τεμαχισμένο μεταπτωτικὸ τρόπο ὑπάρξεως τοῦ ἀν θρώπου. Ἡ Ὀρθόδοξος πίστη εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀληθείας καὶ ἄρα μόνον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐνταχθῆ σ᾽ αὐτὴ τὴν κοινωνία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως εἶναι ἀποδεκτὸς στὴν συμπροσευχὴ καὶ τὴν μυστηριακὴ κοινωνία καὶ ἑνότητα. Ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος ἀναφωνεῖ: «Τοιγαροῦν παραιτοῦ τὴν κοινωνίαν τῶν σχισματικῶν καὶ αἱρετικῶν»28.
Ἡ κοινωνία εἶναι σχέση καὶ ἡ σχέση προϋποθέτει αὐθυπέρβαση καὶ ταύτιση. Ὑπερβαίνει ὁ Ὀρθόδοξος χριστιανὸς τὸν ὑποκειμενισμό του καὶ ταυτίζεται μὲ τὴν ἐν Χριστῷ ἀντικειμενικὴ ἀλήθεια. Ἐὰν δὲν συμβαίνη τὸ αὐτὸ καὶ μὲ τὸν συμπροσευχόμενο καθίσταται ἀδύνατος καὶ ἀνόητος ἡ συμπροσευχή.
Οἱ Ἀποστολικοὶ κανόνες, οἱ κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, τοὺς ὁποίους προαναφέραμε, ἀπαγορεύουν ρητῶς τὴν συμπροσευχὴ μετὰ αἱρετικῶν καὶ ἀλλοθρήσκων. Καὶ τοῦτο γιατί ἐπιδιώκουν νὰ ἀπομακρυνθοῦν τὰ μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἀπὸ μία αἰσθήματο – ἐξωτερικὴ ἀντίληψη τῆς κοινωνίας καὶ ἑνότητος κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς καὶ νὰ ἀποδεχθοῦν τὴν συμπροσευχὴ ὡς πράξη ὀντολογικο – πνευματικὴ ἐντὸς τοῦ χώρου τῆς ὀρθῆς πίστεως.
Ἡ διαφορετικὴ στάση ἀπέναντι στὴν συμπροσευχὴ φανερώνει μία ἀλλοτριωμένη ἀντίληψη περὶ τῆς ἐν Χριστῷ κοινωνίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ υἱοθετηθῆ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, ὁμιλῶν περὶ τῆς κοινωνίας μετὰ τῶν αἱρετικῶν, συμβουλεύει τὰ ἑξῆς: «Φεῦγε τῶν τοιούτων (αἱρετικῶν) τὰς συνουσίας ὡς τῶν φαρμάκων τὰ δηλητήρια. Καὶ γὰρ ἐκείνων οὗτοι χαλεπώτεροι· ἐκεῖνα μὲν γὰρ μέχρι τοῦ σώματος ἵστησι τὴν βλάβην, οὗτοι δὲ αὐτῇ τῇ σωτηρίᾳ τῆς ψυχῆς λυμαίνονται»29.
Οἱ ἱεροὶ Κανόνες ἐμπεριέχουν, ὡς γνωστόν, ἑρμηνευμένη τὴν ἀποκαλυφθεῖσα ἀλήθεια30. Ὡς ἐκ τούτου ἐκφράζουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ζωναρᾶς γράφει: «Οἱ ἱε ροὶ κανόνες ἐκτίθενται ὑπὸ τῶν Συν όδων εἰς κατάστασιν ἐκκλησιαστικὴν καὶ ὠφέλειαν τῶν πιστῶν»31.
Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καὶ οἱ ἀνωτέρω κανόνες περὶ συμπροσευχῆς πρέπει νὰ τύχουν τῆς δεούσης προσοχῆς καὶ ἐκ μέρους τῶν λαϊκῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κυρίως ἐκ μέρους τῶν κληρικῶν – ποιμένων της.
1.Βλ. Βλ. Φειδᾶ, Οἱ Ἱεροὶ Κανόνες, Ἀθῆναι 1997, σσ. 33 κ. ἑξ.
2. Ἀπό τὶς Δ´, ΣΤ´ καὶ Ζ´ Οἰκουμενικὲς Συνόδους.
3. Ράλλη - Ποτλῆ, ἔνθ᾽ ἀνωτ., τ. 3, σελ. 198.
4. Ἂς τὸ κατανοήσουν αὐτὸ ὅσοι διατείνονται ὅτι οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ δὲν εἶναι αἱρετικοί.
5. Ράλλη - Ποτλῆ, ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 199.
6. Ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 126.
7. Ράλλη - Ποτλῆ, ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 176.
8. Αὐτόθι. Βλ. καὶ τὸν Η´ κανόνα τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
9. Ἡ ἀνωτέρω ἐρώτηση καὶ ἡ ἀπόκριση, ποὺ ἀκολουθεῖ ἐπέχουν θέση κανόνος μὲ οἰκουμενικὸ κῦρος.
10. Ράλλη - Ποτλῆ, ἒνθ᾽ ἀνωτ., τ. 4, σελ. 336.
11. Αὐτόθι. Βλ. καὶ σχόλιο Ὁσ. Νικόδημου, Ἱερὸν Πηδάλιον, σελ. 670.
12.Ράλλη - Ποτλῆ, ἔνθ᾽ ἀνωτ., τ. 3, σελ. 179.
13. Ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 198.
14. Στὸν συνεορταμὸ μετὰ αἱρετικῶν καὶ ἀλλοθρήσκων ὑποφώσκει συμπροσευχὴ καὶ κοινωνία ἔξω ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς κοινωνίας πίστεως καὶ Ἁγίου Πνεύμα- τος. Ἡ σοβαρότητα τοῦ ζητήματος τῆς κοινωνίας Ὀρθοδόξων καὶ αἱρετικῶν ἐμφαίνεται καὶ στὸν κανόνα αὐτόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιτρέπει οὐδὲ αὐτὴ τὴν ἀνταλλαγὴ δώρων. Βλ. καὶ τὸν Ξ´ κανόνα τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου.
15. Οἱ πράξεις τῶν ἀλλοθρήσκων εἶναι, κατὰ τὴν παροῦσα Σύνοδο, ἀσέβειες.
16. Ράλλη – Ποτλῆ, ἔνθ᾽ἀνωτ., σελ. 206. Ἀπαγορεύει ἡ Σύνοδος αὐτὴ τὸν συνεορτασμὸ Ὀρθόδοξων καὶ ἀπίστων (Ἀρχαιοελλήνων κ.τ.τ.). Βλ. καὶ τὸν Ζ´ κανόνα τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ Συνόδου.
17. Ράλλη - Ποτλῆ, ἔνθ᾽ ἀνωτ., τ. 2, σσ. 328–329.
18.Αὐτόθι.
19. “Ἡ αἵρεση εἶναι μία στάση ζωῆς στοὺς ἀντίποδες τῆς εὐχαριστιακῆς ἑνότητας τῆς ζωῆς”, Χρ. Γιανναρᾶ, Ἀλήθεια καὶ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, Ἀθήνα 1977, σελ. 60. - Ὁ Ὅσ. Ἐφραὶμ ὁ Σύρος συμβουλεύει: “Μηδέποτε συμφιλιάσῃς με τὰ αἱρετικῶν· Μὴ συμφάγῃς, μὴ συμπίῃς, μὴ συνοδοιπορήσῃς. Μὴ εἰσέλθῃς εἰς οἶκον αὐτῶν, μηδὲ εἰς ἐκκλησίαν πάντα γὰρ ὅσα εἰσίν, ἀκάθαρτα εἰ σίν...”. Ἔργα 5, 116.
20.Ράλλη – Ποτλῆ, ἐνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 87.
21. Αὐτόθι – Ἂς δώσουν προσοχὴ οἱ Ὀρθόδοξοι ἐκεῖνοι, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν θετικῶς περὶ τῆς ἐγκυρότητος τοῦ βαπτίσματος τῶν αἱρετικῶν Ρωμαιοκαθολικῶν. Βλ. γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ τοὺς Ζ´ καὶ ΙΕ´ κανόνες τῶν Β´ καὶ ΣΤ´ Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀντίστοιχα, καθὼς καὶ τοὺς Α´ καὶ ΜΖ´ τοῦ Μ. Βασιλείου.
22. Ἐφ. Δ´, 5.
23. Ράλλη – Ποτλῆ, ἐνθ᾽ ἀνωτ., τ. 4, σελ. 89.
24.Ράλλη – Ποτλῆ, ἐνθ᾽ ἀνωτ., τ. 2, σελ. 471.
25. Αὐτόθι.
26. Ράλλη – Ποτλῆ, ἐνθ᾽ ἀνωτ., τ. 3, σελ. 198.
27. Ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 200. Βλ. καὶ ΚΑ´ κανόνα Καρθαγένης.
28.Ἔργα 6, 176.
29.Catecheses ad illuminados l, p. 198.
30.Βλ. Ἀρχ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Θεολογικὲς καὶ Φιλοσοφικὲς προσεγγίσεις, Πάτρα 2006, σελ. 116.
31. Ἁμ. Σ. Ἀλιβιζάτου, Οἱ ἱεροὶ Κανόνες, Ἀθήναις 1949 2 , σελ. 120.

Ορθόδοξος Τύπος, 24/05/2013
 aktines.
 

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Η ΛΗΘΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΘΕΟΥ. ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΜΑΘΗΜΑ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΠΤΥΧΕΣ. Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ


Το κράτος δικαίου το οποίο σήμερα θεωρούμε δεδομένο, είχε σχηματιστεί στο βυζάντιο πριν 1500 χρόνια. Το νομικό σύστημα αποτελεί τη βάση και το θεμέλιο, για όλους τους τύπους νομοθεσιών στις περισσότερες χώρες του κόσμου σήμερα. Είναι ένα μεγαλειώδες δημιούργημα της βυζαντινής νομικής επιστήμης στην εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανου. Εδώ στο βυζάντιο διαμορφώθηκε για πρώτη φορά παγκόσμια σύστημα σχολικής και ανώτατης παιδείας. Εδώ εμφανίζεται και το πρώτο πανεπιστήμιο τον 5 αιώνα μ.Χ
Στο βυζάντιο δημιουργήθηκε το πιο σταθερό οικονομικό σύστημα στην ιστορία της ανθρωπότητας που παρέμεινε αμετάβλητο για περισσότερα από χίλια χρόνια. Η σημερινή διπλωματία, με τις βασικές τις αρχές κανόνες και εθιμοτυπία, δημιουργήθηκε και τελειοποιήθηκε εδώ στο βυζάντιο. Η βυζαντινή τέχνη της μηχανικής και αρχιτεκτονικής υπήρξε απαράμιλλη, ενώ ακόμη και σήμερα τα αριστουργήματα των Βυζαντινών δημιουργών, όπως ο τρούλος της Αγίας Σοφίας μας αφήνουν έκπληκτους από την τελειότητα των τεχνικών τους εφαρμογών.
Καμιά άλλη αυτοκρατορία στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν έζησε τόσο μακρά ζωή όσο το Βυζάντιο. Είχε 1123 χρόνια συνεχούς ζωής.

 Οι Ρώσοι κατάλαβαν που κρύβεται ο μεγαλύτερος θησαυρός των Βυζαντινών. Ούτε ο χρυσός, ούτε τα βαρύτιμα πετράδια, ούτε οι καλές τέχνες και η λογιοσύνη. Ο μεγαλύτερος θησαυρός των Βυζαντινών ήταν ο Θεός.


 


“To πρώτο λάθος του Βυζαντίου ήταν ότι εμπιστεύθηκε τη Δύση”. Στην ταινία η Δύση παρομοιάζεται με κοντόχοντρο άνθρωπο που φορά μια βενετική μάσκα με μακρυά μύτη. 

  (.............)

“Το Βυζάντιο παρέδωσε τομείς - κλειδιά της οικονομίας, όπως το εμπόριο και η συλλογή δασμών, σε δυτικούς επιχειρηματίες και άπληστους ευγενείς”.
“Το Βυζάντιο, αντί να παραμείνει πιστό στις αξίες του, προσπάθησε να "εκσυγχρονιστεί", όπως απαιτούσε η Δύση, με αποτέλεσμα να πληρώσει το τίμημα.
“To δυστύχημα είναι η εισαγωγή ατομιστικών ιδεών, που κατέστρεψαν τις αξίες του Βυζαντίου, με αποτέλεσμα ο λαός να χάσει την πίστη στη ηγεσία του”.


" Η συσχέτιση με την τωρινή εποχή της κρίσης αξιών είναι άμεση και σημαντική"
" ...Θα προτιμούσα να ασχολούμαι μόνο με το θυμιατό και να προσεύχομαι, όμως πρέπει να ασχοληθούμε με την υπογεννητικότητα και τον αλκοολισμό. Και να μην ξεχνάμε την ιστορία μας, όπως παρατηρώ ότι συμβαίνει συχνά στη σημερινή Ελλάδα.

***
Για όλους εμάς, ακόμη και τους άθεους, η Ελλάδα είναι «εικόνα», έστω κι αν η ίδια δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της στην εικόνα αυτή…"

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΤΥΧΩΝ - Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΟΥ ΠΟΥΤΙΝ



Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε μια τάση εκ μέρους των ιστορικών να επανεξετάσουν τη σημασία του Βυζαντίου και των επιτευγμάτων του. Θα έλεγε κανείς ότι αποτελεί μια νέα ερμηνευτική προσέγγιση και σηματοδοτεί ριζοσπαστικές αλλαγές στις ιστορικές σπουδές
Η βυζαντινολόγος της Οξφόρδης Αβεριλ Κάμερον αναφέρθηκε χαρακτηριστικά για την επικαιρότητα της αυτοκρατορίας και γιατί η γνώση του βυζαντινού κόσμου έχει θεμελιώδη σημασία για τη Δύση.
**

Το βυζαντινό μάθημα – άγνωστες πτυχές
Σενάριο - Αφήγηση Αρχιμανδρίτης Τύχων

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Το 1453 κατέρρευσε η βυζαντινή αυτοκρατορία ας δούμε μαζί πως συνέβη αυτό.
Η πόλη αυτή ονομαζόταν κάποτε Κωνσταντινούπολη. Πριν από 6 μόλις αιώνες ήταν πρωτεύουσα ενός πολιτισμού, από τους μεγαλύτερους της παγκόσμιας ιστορίας. Ήταν η Βασιλεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.


Το κράτος δικαίου το οποίο σήμερα θεωρούμε δεδομένο, είχε σχηματιστεί στο βυζάντιο πριν 1500 χρόνια. Το νομικό σύστημα αποτελεί τη βάση και το θεμέλιο, για όλους τους τύπους νομοθεσιών στις περισσότερες χώρες του κόσμου σήμερα. Είναι ένα μεγαλειώδες δημιούργημα της βυζαντινής νομικής επιστήμης στην εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανου. Εδώ στο βυζάντιο διαμορφώθηκε για πρώτη φορά παγκόσμια σύστημα σχολικής και ανώτατης παιδείας. Εδώ εμφανίζεται και το πρώτο πανεπιστήμιο τον 5 αιώνα μ.Χ

Στο βυζάντιο δημιουργήθηκε το πιο σταθερό οικονομικό σύστημα στην ιστορία της ανθρωπότητας που παρέμεινε αμετάβλητο για περισσότερα από χίλια χρόνια. Η σημερινή διπλωματία, με τις βασικές τις αρχές κανόνες και εθιμοτυπία, δημιουργήθηκε και τελειοποιήθηκε εδώ στο βυζάντιο. Η βυζαντινή τέχνη της μηχανικής και αρχιτεκτονικής υπήρξε απαράμιλλη, ενώ ακόμη και σήμερα τα αριστουργήματα των Βυζαντινών δημιουργών, όπως ο τρούλος της Αγίας Σοφίας μας αφήνουν έκπληκτους από την τελειότητα των τεχνικών τους εφαρμογών.
Καμιά άλλη αυτοκρατορία στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν έζησε τόσο μακρά ζωή όσο το Βυζάντιο. Είχε 1123 χρόνια συνεχούς ζωής. Ενδεικτικά η μεγάλη Ρωμαική αυτοκρατορία κατέρρευσε σε 800 χρόνια από την ίδρυσή της, το Οθωμανικο σουλτανάτο διασπάστηκε μετά από 500 χρόνια, η αυτοκρατορία Τσίν της Κίνας ύστερα από 300 χρόνια, η Ρωσική αυτοκρατορία υπήρχε επί 200 χρόνια, η Βρετανική 150 και η Αυστροουγγαρία για περίπου 100 χρόνια.
Στην Βυζαντινή αυτοκρατορία υπήρχαν χίλιες πόλεις, όσες περίπου έχει η σημερινή Ρωσία.

+++

Οι Ρώσοι κατάλαβαν που κρύβεται ο μεγαλύτερος θησαυρός των Βυζαντινών. Ούτε ο χρυσός, ούτε τα βαρύτιμα πετράδια, ούτε οι καλές τέχνες και η λογιοσύνη. Ο μεγαλύτερος θησαυρός των Βυζαντινών ήταν ο Θεός.
+++

“To πρώτο λάθος του Βυζαντίου ήταν ότι εμπιστεύθηκε τη Δύση”. Στην ταινία η Δύση παρομοιάζεται με κοντόχοντρο άνθρωπο που φορά μια βενετική μάσκα με μακρυά μύτη.

“Το Βυζάντιο παρέδωσε τομείς - κλειδιά της οικονομίας, όπως το εμπόριο και η συλλογή δασμών, σε δυτικούς επιχειρηματίες και άπληστους ευγενείς”.
“Το Βυζάντιο, αντί να παραμείνει πιστό στις αξίες του, προσπάθησε να εκσυγχρονιστεί, όπως απαιτούσε η Δύση, με αποτέλεσμα να πληρώσει το τίμημα.
“To δυστύχημα είναι η εισαγωγή ατομιστικών ιδεών, που κατέστρεψαν τις αξίες του Βυζαντίου, με αποτέλεσμα ο λαός να χάσει την πίστη στη ηγεσία του”.

" Η συσχέτιση με την τωρινή εποχή της κρίσης αξιών είναι άμεση και σημαντική. "

Η Ιερωσύνη και οι πλάνες των ακοινωνήτων Ιερέων

Ένα άρθρο-απάντηση του π. Θωμά Βαμβίνη, σε σχετικό δημοσίευμα του π. Ιγνατίου Σταυροπούλου,που αφορά στα μυστήρια που τελούν καθηρημένοι ή ακοινώνητοι κληρικοί.

iereissssssas
τού Πρωτ. Θωμά Βαμβίνη
Κείμενο του Ιερομονάχου Ιγνατίου Σταυροπούλου, πρώην Γραμματέως της πρώην Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου, ο οποίος τελεί, με απόφαση της Ιεράς Συνόδου, υπό το επιτίμιο της ακοινωνησίας, εμφανίστηκε τελευταία σε διάφορες σελίδες του διαδικτύου, με αρχική πηγή την προσωπική του σελίδα. Ο τίτλος του είναι: «Η Ιερωσύνη και τα μυστήρια».
Το κείμενο αυτό είναι ένα συμπίλημα ψαλιδισμένων παραθεμάτων από την διδακτορική διατριβή του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρού Χριστοδούλου, από το «Κανονικό Δίκαιο» του καθηγητή Π. Μπούμη, καθώς και βιαίως αποσπασμένων προτάσεων από Ιερούς Κανόνες και πρακτικά Οικουμενικών Συνόδων, τις οποίες ο συντάκτης του κειμένου, με στρέβλωση του νοήματός τους, τις υποτάσσει στην σκοπιμότητά του, που είναι η απόδειξη, εις πείσμα της κοινής λογικής, αλλά προ παντός εις ανατροπήν της εκκλησιαστικής θεσμοθεσίας, ότι τα μυστήρια που τελεί, ενώ έχει από την Ιερά Σύνοδο το επιτίμιο της ακοινωνησίας, είναι έγκυρα.
Δυστυχώς όμως γι' αυτόν, όλη η επιχειρηματολογία του, με παραπομπές και αναφορά πλήθους περιπτώσεων ειλημμένων από την διατριβή του μακαριστού αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου, είναι σαφώς εναντίον του. Σημειωτέον ότι δεν αναφέρει πουθενά την διατριβή του μακαριστού Αρχιεπισκόπου, γεγονός το οποίο συνιστά το ακαδημαϊκό παράπτωμα της λογοκλοπής. (βλ. http://www.lib.auth.gr/images/stories/docs/plagiarism.pdf).
Όλη η επιχειρηματολογία του, λοιπόν, είναι εναντίον της τακτικής του και της νοοτροπίας του, αφού όλες οι περιπτώσεις και οι παραπομπές που αναφέρει δείχνουν ότι η αναγνώριση της εγκυρότητας των χειροτονιών και των μυστηρίων, η επιβολή της ακριβείας ή η επιλογή της οικονομίας, είναι έργο των επιχωρίων Επισκόπων και των Επισκοπικών Συνόδων.
Πρέπει επίσης να σημειωθή ότι κανείς από τους αναφερομένους στο άρθρο του π. Ι. Σταυροπούλου δεν έγινε δεκτός από Οικουμενική Σύνοδο ή από αγίους Πατέρες, επιμένοντας στην αίρεση ή στην ανταρσία απέναντι στην Εκκλησία. Όλο το πλήθος των περιπτώσεων που αναφέρονται αφορούν προσερχομένους στην Εκκλησία με μετάνοια και αποδοχή της ορθής πίστεως.

1. Ανυπακοή στους Ιερούς Κανόνες και τους θεσμούς της Εκκλησίας
Σε συνάφεια με τα παραπάνω θυμίζουμε ότι ο π. Ι. Σταυρόπουλος αρνείται έργω και λόγω την υπακοή στον νέο Ηγούμενό του, στον επιχώριο Επίσκοπο και στην Σύνοδο των Επισκόπων, πράγμα που σημαίνει ότι αποκλείει τον εαυτό του από την εφαρμογή οποιασδήποτε «οικονομίας», σαν και αυτές που αναφέρει στο κείμενό του.
Από τον Σεπτέμβριο του 2007, όταν η Διαρκής Ιερά Σύνοδος τον έθεσε (μέ άλλους τρεις αδελφούς του) υπό το επιτίμιο της ακοινωνησίας, του δήλωσε: «Κα¬τά την πε¬ρί¬ο¬δον ταύ¬την του ε¬πι¬τι¬μί¬ου, στε¬ρεί¬σθε της δυ¬να¬τό¬τη¬τος ί¬να τε¬λή¬τε την Θεί¬αν Λει¬τουρ¬γί¬αν και οι¬αν¬δή¬πο¬τε ι¬ε¬ρο¬πρα¬ξί¬αν και τε¬λε¬τήν και με¬τέ¬χη¬τε του μυ¬στη¬ρί¬ου της Θεί¬ας Ευ¬χα¬ρι¬στί¬ας. Πάς δε με¬θ' υ¬μών συ¬μπράτ¬των, εκ¬κλη¬σια¬στι¬κώς τε και λει¬τουρ¬γι-κώς, υ¬πό¬κει¬ται εις το αυ¬τό ε¬πι¬τί¬μιον, κα¬τά την θε¬με¬λι¬ώ¬δη κα¬νο¬νι¬κήν αρ¬χήν "ο α¬κοι-νω¬νή¬τω κοι¬νω¬νών α¬κοι¬νώ¬νη¬τος έ¬σται"».
Αυτός όμως, αφ' ενός μεν στα χρόνια που διέρρευσαν δεν φρόντισε να αρθούν οι αιτίες του επιτιμίου, αφ' ετέρου δε με κινήσεις που έκανε ο ίδιος και οι κατά πνεύμα αδελφοί του, προκάλεσε την Ιερά Σύνοδο να εμμείνη στην ακοινωνησία του με δέκα και πλέον ακόμη αποφάσεις της.
Τόν Νοέμβριο του 2012 έκανε την προκλητικότερη μέχρι τότε κίνησή του. Διέγραψε πραξικοπηματικά για τον εαυτό του το επιτίμιο της ακοινωνησίας και άρχισε να λειτουργή, αδιάκοπα έως σήμερα. Σημειωτέον ότι με την υπ' αριθμ. 2730/15-10-1996 απόφασή της η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, το διαρκές διοικητικό όργανο της Εκκλησίας, αποφάνθηκε ότι οι Ιεροτελεστίες που τελούν ακοινώνητοι Κληρικοί είναι άκυρες. Αυτό σημαίνει ότι ο π. Ι. Σταυρόπουλος διέγραψε για τον εαυτό του και τις αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου, αλλά και τους Ιερούς Κανόνες, οι οποίοι προστάζουν: «Οι πρεσβύτεροι, και οι διάκονοι, άνευ γνώμης του επισκόπου μηδέν επιτελείτωσαν»(ΛΘ' των Αποστόλων) ή «ο μη έχων την κοινωνίαν [ο ακοινώνητος] προ της διαγνώσεως του πράγματος, εαυτώ ουκ οφείλει εκδικείν την κοινωνίαν»(ΙΔ'Σαρδικής) ή «οιοσδήποτε κληρικός, εάν εν τώ καιρώ της ακοινωνησίας αυτού, προ του ακουσθήναι, εις κοινωνίαν τολμήση, αυτός καθ᾽ εαυτού της καταδίκης την ψήφον εξενηνοχέναι κριθή»(ΚΘ' Καρθαγένης). Αγνόησε σύν τοίς άλλοις και τον λόγο του ομωνύμου του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου, ο οποίος έγραψε στους Σμυρναίους: «Μηδείς χωρίς του Επισκόπου τι πρασσέτω των ανηκόντων εις την Εκκλησίαν. Εκείνη βεβαία ευχαριστία ηγείσθω, η υπό τον επίσκοπον ούσα, ή ώ αν αυτός επιτρέψη... Ουκ εξόν εστιν χωρίς του Επισκόπου, ούτε βαπτίζειν, ούτε αγάπην ποιείν...».
Ο π. Ι. Σταυρόπουλος «χωρίς του Επισκόπου» και βαπτίζει και λειτουργεί, σαν να θεωρή ότι τα φρικτά και σωτήρια μυστήρια δεν είναι εκ «τών ανηκόντων εις την Εκκλησίαν». Έτσι, οδηγεί τον εαυτό του στην πραγματοποίηση αυτού που γράφει στην συνέχεια ο άγιος Ιγνάτιος: «ο λάθρα Επισκόπου τι πράσσων τώ διαβόλω λατρεύει».
2. Η ανεξάλειπτη Ιερωσύνη δεν είναι σε όλους ενεργός
Ο π. Ι. Σταυρόπουλος στο κείμενό του συνεχώς τονίζει: «Επειδή η Ιερωσύνη είναι ανεξάλειπτη, αυτό σημαίνει, ότι και τα ιερά Μυστήρια, που τελούν Κληρικοί, που τυχόν έχουν (προσωρινά) διοικητικά καθαιρεθεί, είναι έγκυρα». Χαρακτηρίζει την ακοινωνησία του «διοικητική καθαίρεση», που δεν επηρεάζει το μυστήριο της Ιερωσύνης.
Η συλλογιστική του είναι τυπικά σχολαστική. Βιάζει τα νοήματα των παραθεμάτων του, ταυτίζοντας το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης με την ενεργό Ιερωσύνη, αγνοώντας (προκειμένου να εξυπηρετηθή ο σκοπός του, που είναι η δικαίωσή του στα μάτια των οπαδών του) ότι η Ιερωσύνη, ανεξάρτητα από το αν είναι ανεξάλειπτη ή όχι, καθίσταται, σε περιπτώσεις σαν την δική του, ανενεργός. Πάντως, οιστρηλατημένος από το παπικό δόγμα του ανεξαλείπτου της Ιερωσύνης, αναλίσκει όλο τον κόπο του για να αποδείξη ότι το ανεξάλειπτο ταυτίζεται με το ενεργό της Ιερωσύνης.
Για τους μη γνωρίζοντες πρέπει να τονισθή ότι το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης έχει αναχθή σε δόγμα από την παπική σύνοδο του Τριδέντο (1545-1563), αφού προηγουμένως το είχαν επεξεργαστή οι σχολαστικοί θεολόγοι με βάση διδασκαλία του ιερού Αυγουστίνου και του Μιλέβης Οπτάτου. Αυτή η διδασκαλία εμφιλοχώρησε και στην Ορθόδοξη Εκκλησία, με θεμέλιο κυρίως τον λόγο του απ. Παύλου: «αμεταμέλητα γάρ τα χαρίσματα και η κλήσις του Θεού»(Ρωμ. 11,29). (βλ. Αρχιεπ. Χριστοστοδούλου, Ιστορική και κανονική θεώρησις του παλαιοημερολογιτικού ζητήματος κατά τε την γένεσιν και εξέλιξιν αυτού εν Ελλάδι, υποσ. 523, καθώς και Χ. Ανδρούτσου, Δογματική... σ. 314-315, Π. Τρεμπέλα, Δογματική... τ. 3 σ. 24-29). Όμως, ο απόστολος Παύλος τόνιζε και το «αναζωπυρείν το χάρισμα του Θεού»(Β' Τιμ. 1,6). Δεν εκλάμβανε, δηλαδή, την παραμονή και ενέργεια του χαρίσματος απροϋποθέτως.
Το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης, ταυτισμένο σοφιστικά δικολαβικά με την ενεργό Ιερωσύνη, χρησιμοποιείται από τον π. Ι. Σταυρόπουλος για να καθησυχάση τους οπαδούς του, που μετέχουν στα μυστήρια τα οποία αντικανονικά τελεί. Ισχυρίζεται: «όποτε και άν, ένας τιμωρημένος - καθηρημένος Επίσκοπος ή Ιερέας, τελέσει κάποιο Μυστήριο, μπορεί η Διοίκηση της Εκκλησίας, Αρχιεπίσκοπος, Μητροπολίτες, Σύνοδος, να τον ξανά τιμωρήσουν, π.χ. διότι δεν υπάκουσε, διότι δεν εφάρμοσε την ποινή. Όμως το Μυστήριο που τελείται κάθε φορά, είναι Κανονικό Μυστήριο. Τελείται από το Άγιο Πνεύμα». Αυτό είναι δόγμα του π. Ι. Σταυροπούλου, το οποίο δεν είναι καταγραμμένο σε κανέναν εκκλησιαστικό κώδικα και με το κείμενό του ανεπιτυχώς προσπαθεί να το επιβάλη. Έχει την επίγνωση ότι αντικανονικώς λειτουργεί, αλλά θέλει να πείση τους εύπιστους οπαδούς του ότι τα μυστήριά του είναι κανονικά. Αυτή είναι μια εκπληκτική (πρωτοτύπως αντικανονική) εκκλησιολογία.
Είναι άξιο θαυμασμού, πάντως, το πώς ο π. Ι. Σταυρόπουλος από την πλήρη αγνωσία του θελήματος του Χριστού, την οποία δογμάτισε τον Ιανουάριο του 2013 («Το θέλημα του Χριστού είναι άγνωστο και σε σας και σε μένα και σε όλους!», αποφάνθηκε), έφθασε τώρα στην υπερβάλουσα γνώση, που τον καθιστά ικανό να αποφαίνεται για το πώς δρά το Άγιο Πνεύμα και ποιά μυστήρια τελεί!
Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στις αρχές Ιανουαρίου 2013, με αφορμή γεγονότα που δημιούργησαν οπαδοί του π. Ι. Σταυρόπουλου έξω από τα Γραφεία της Ιεράς Μητροπόλεως, γραφόταν: «Η ορθόδοξη εκκλησία έχει πιστούς και ο Χριστός θέλει μαθητές και όχι οπαδούς. Και δυστυχώς οι συμπεριφορές, που εκδηλώθηκαν, παραμονές Χριστουγέννων, κάθε άλλο παρά την ορθοδοξία εξέφραζαν και τον Χριστό υπηρετούσαν!». Σε αυτά ο π. Ι. Σταυρόπουλος, ως φιλόσοφος του αγνωστικισμού, απάντησε με άρθρο του, στο οποίο μεταξύ άλλων ρωτούσε: «Αλήθεια, πώς γνωρίζετε το τί θέλει ο Χριστός; Σάς το είπε κάποιος; Ρωτήσατε άραγε;». Για να πή εμφαντικά σε συζήτηση που έγινε κατόπιν στο διαδίκτυο: «Το θέλημα του Χριστού είναι άγνωστο και σε σας και σε μένα και σε όλους!».
3. Αποκοπή προτάσεων, σκόπιμη παραποίηση συμπερασμάτων
Προσπαθώντας ο π. Ιγνάτιος να αναφερθή σε πράγματα «άψαυστα τοίς αμυήτοις», προ παντός για τους αντάρτες απέναντι στην εκκλησιαστική Ιεραρχία, κατέφυγε, όπως ήδη σημειώθηκε, στην διδακτορική διατριβή του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστοδούλου, από την οποία, χωρίς να την αναφέρει, απέσπασε τμήματα, με τα οποία, μετά την «ανακατασκευή» ορισμένων ενοχλητικών για τον ίδιο προτάσεων, απάρτισε το σημαντικότερο μέρος του κειμένου του.
Από εκεί έλαβε τις πυκνές παραπομπές σε σχετική βιβλιογραφία (αρκετά παλαιά για σύγχρονο διδάκτορα του Παντείου και υποψήφιο διδάκτορα του Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής), την οποία όμως όπως φαίνεται δεν έλεγξε, αφού δεν τεκμηριώνεται από αυτήν η κύρια άποψη που θέλει να επιβάλη. Διότι κανείς πουθενά δεν ισχυρίζεται, όπως ο π. Ι. Σταυρόπουλος, ότι είναι έγκυρα τα μυστήρια που τελεί ένας καθηρημένος ή ακοινώνητος Πρεσβύτερος ή Επίσκοπος, ενόσω είναι αποκομμένος από την Εκκλησία, αμετανόητος και σε ανταρσία προς τον επιχώριο Επίσκοπο ή την Σύνοδο των Επισκόπων, στην οποία μετέχει ο Επίσκοπος του τόπου του. Όσα αναφέρονται, με κατάλληλες αποτμήσεις, στο κείμενο του π. Ι. Σταυροπούλου αφορούν περιπτώσεις μετανοούντων κληρικών, τους οποίους οι Επίσκοποι ή οι Σύνοδοί τους «οικονομούσαν».
Θα αναφερθούν πιο κάτω με συντομία κάποιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις, που δείχνουν ανάγλυφα το πώς κακοποιούνται κείμενα και γεγονότα στο κείμενο του π. Ι. Σταυροπούλου.
Είναι αξιοσημείωτο πάντως ότι, ενώ παίρνει παραπομπές και αυτούσια τμήματα με πλήθος περιπτώσεων από την διατριβή του μακαριστού Αρχιεπισκόπου, δεν παίρνει τα συμπεράσματά του, τα οποία προφανώς δεν τον συμφέρουν. Διότι εκεί μεταξύ άλλων ο μακαριστός Χριστόδουλος γράφει: «Εν τούτοις η ως άνω περιπτωσιολογία μόνον κατ' εφαρμογήν της Οικονομίας δύναται, εξ επόψεως ορθοδόξου Εκκλησιολογίας, να ευσταθήση. Κατά την κανονικήν ακρίβειαν η Εκκλησία, δια της επιβολής της ποινής της καθαιρέσεως, απογυμνοί της ιερατικής τιμής τον κληρικόν, κατάγουσα τούτον εις την των λαϊκών τάξιν ή των μοναχών. Οι δε λαϊκοί ή μοναχοί δεν είναι κληρικοί και επομένως δεν δικαιούνται να τελούν Ι. Μυστήρια. Η θεία χάρις εν τοίς Μυστηρίοις δεν είναι αντικείμενον προσωπικού χειρισμού ενός εκάστου κληρικού, αλλά δίδεται δι' αυτού υπό της Εκκλησίας, εφ' όσον ο κληρικός ούτος ευρίσκεται εν κοινωνία μετ' αυτής».
Τα παραπάνω πόρρω απέχουν από τα περί ανεξαλείπτου ενεργού Ιερωσύνης, περί της οποίας «παραθεολογεί» ο π. Ι. Σταυρόπουλος.
4. Επιλογή προτάσεων για την απόκρυψη νοημάτων
Για το θέμα αυτό ο π. Ι. Σταυρόπουλος ανατρέχει και στον καθηγητή Π. Μπούμη. Γράφει: «Σύμφωνα με τον καθηγητή του πανεπιστημίου κ. Παναγιώτη Μπούμη, "η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει αποφασίσει επισήμως για το θέμα αυτό". Ο κ. Μπούμης αναφέρει: "Στο προκείμενο ζήτημα, δηλ.γιά το ανεξάλειπτο ή όχι της ιερωσύνης, μπορούμε να εφαρμόσουμε τους λόγους του Κυρίου:"Όσα εάν δήσητε επί της γής, έσται δεδεμένα εν ουρανώ"(Ματθ. 18, 18)"».
Η συνέχεια του κειμένου, επειδή δεν συμφέρει στον π. Ι. Σταυρόπουλο, αποσιωπάται και αφήνεται να εννοηθή ότι ο κ. Μπούμης με το αγιογραφικό χωρίο που παραθέτει τεκμηριώνει το ανεξάλειπτο «καί εν ουρανώ» της Ιερωσύνης που δόθηκε «επί της γής». Όμως η συνέχεια είναι αρκετά διαφορετική. Γράφει ο κ. Μπούμης στην ψαλιδισμένη συνέχεια του κειμένου του: «Εφ' όσον, δηλαδή, η Εκκλησία απαγορεύει σε κάποιον κληρικό το δικαίωμα να ιερουργεί, σημαίνει ότι τον δεσμεύει και απέναντι των μελών της Εκκλησίας και απέναντι του Θεού και του στερεί την ικανότητα και τη δυνανότητα να μεταδίδει τη Θ. Χάρη στους πιστούς».
Είναι σαφής η «χειρουργική» επέμβαση στο κείμενο του κ. Μπούμη, για να προβληθούν τα νοήματα που θέλει ο π. Ι. Σταυρόπουλος και όχι αυτά που δίνει ο συγγραφέας του.
Υπάρχει όμως και συνέχεια στο σκόπιμο ψαλίδισμα των κειμένων. Ο π. Ι. Σταυρόπουλος γράφει: «Σύμφωνα πάλι με τον ίδιο καθηγητή, η καθαίρεση δεν μπορεί να καταργήσει την Χάρη της Ιερωσύνης». Μέ αυτό θέλει να υποστηρίξη ότι κατά τον κ. καθηγητή και ως ακοινώνητος έχει ενεργό την Ιερωσύνη. Ομως ο κ. Μπούμης δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Ο π. Ι. Σταυρόπουλος, για να δώση στους αναγνώστες του, με τρόπο φοβερά προπαγανδιστικό και προκρούστειο, τα νοήματα που αυτός θέλει, παραθέτει από το Κανονικό Δίκαιο του κ. Μπούμη τα εξής αποσπάσματα: «Η καθαίρεση, λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι είναι η αναστολή της ενεργείας του χαρίσματος της ιερωσύνης». Σταματά εδώ, παραλείπει τις εν συνεχεία ενδιάμεσες προτάσεις, που δεν τον συμφέρουν, για να συνεχίση το παράθεμα από εκεί που νομίζει ότι ευνοείται απ' τον συγγραφέα: «Επειδή ακριβώς η καθαίρεση είναι η αναστολή της ενεργείας του χαρίσματος της ιερωσύνης, και όχι αφαίρεση αυτού, γι' αυτό, εάν τυχόν ένας καθηρημένος κληρικός αθωωθεί από άλλο δικαστήριο, επανέρχεται στην τάξη των κληρικών, χωρίς νέα χειροτονία». Ο κ. Μπούμης κάνει λόγο για κληρικό που δικαιώνεται από δικαστήριο και αίρεται η καθαίρεσή του και όχι για κληρικό που παραμένει αμετανόητος σε πράξεις που είναι αιτίες της καθαίρεσής του.
Έχουν σημασία όμως οι ψαλιδισμένες μη βολικές για τον π. Ι. Σταυρόπουλο ενδιάμεσες προτάσεις του κ. Μπούμη, που δείχνουν ότι η προπαγάνδα που επιχειρεί ο π. Ι. Σταυρόπουλος έχει μαύρο χρώμα. Γράφει ο κ. Μπούμης: «Η καθαίρεση δηλαδή καθιστά τη Θ. Χάρη ανενέργητη. Γι' αυτόν το λόγο και τα μυστήρια, τα οποία ήθελε τελέσει ένας καθηρημένος κληρικός, είναι ανίσχυρα και θεωρούνται ως μη γενόμενα» (σ. 204). Μέ άλλα λόγια τα μυστήρια που τελεί ο π. Ι. Σταυρόπουλος, στο διάστημα που παραμένει αμετανόητος υπό το επιτίμιο της ακοινωνησίας, «είναι ανίσχυρα και θεωρούνται ως μη γενόμενα».
5. Αμίλκας Αλιβιζάτος: Άποψη «ανίερος» και «ανόητος»
Παρόμοιο με το παραπάνω ψαλίδισμα γίνεται σε απόσπασμα από υποσημείωση του μακαριστού Χριστοδούλου, η οποία αναφέρεται στον καθηγητή Αμ. Αλιβιζάτο. Γράφει ο π. Ι. Σταυρόπουλος αντιγράφοντας τον μακαριστό Χριστόδουλο, χωρίς να τον αναφέρει, ότι σε μελέτη του ο καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος διδάσκει «ότι δια της καθαιρέσεως δεν αφαιρείται το θείον της ιερωσύνης χάρισμα (Βλ. Αμ. Αλιβιζάτου, Περί χάριτος των ποινών των κληρικών σ. 19)».
Η υποσημείωση όμως του μακαριστού Αρχιεπισκόπου έχει και κάποια προηγούμενα, που δεν συμφέρουν στον π. Ι. Σταυρόπουλο, γι' αυτό και τ' αποσιωπά. Γράφει η υποσημείωση: «Ο Αμ. Αλιβιζάτος, εν: Η Οικονομία κατά το Κανονικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας Αθήναι 1949 σ. 46 υπεστήριξεν ότι τα υπό καθηρημένου τελούμενα Μυστήρια είναι απολύτως άκυρα και ανενέργητα και θεωρούνται ως μη γενόμενα. Αντικρούων δε το προβαλλόμενον υπέρ της εγκυρότητος αυτών επιχείρημα, το αντλούμενον εκ της μη αναχειροτονίας των καθηρημένων μετά την άρσιν της ποινής ταύτης, εχαρακτήρισε την άποψιν ταύτην ως ανόητον και ανίερον. Αλλαχού δε (Συνεδρία ΔΙΣ της 16-1-1964) υπεστήριξεν ότι τούτο δέον να ερμηνευθή ως οικονομία της Εκκλησίας (ΚώΔΙΣ 1962-1964 σ. 437). Αλλ' εν τη περί χάριτος των ποινών των κληρικών μελέτη αυτού εδέχθη, ότι δια της καθαιρέσεως δεν αφαιρείται το θείον της ιερωσύνης χάρισμα (Βλ. Αμ. Αλιβιζάτου, Περί χάριτος των ποινών των κληρικών σ. 19)»(υποσ. 525).
Είναι σαφές ότι κατά τον καθηγητή Αμ. Αλιβιζάτο, ενώ με την καθαίρεση «δέν αφαιρείται το θείον της ιερωσύνης χάρισμα», εντούτοις είναι ανενεργό, γι' αυτό «τά υπό καθηρημένου τελούμενα Μυστήρια είναι απολύτως άκυρα και ανενέργητα και θεωρούνται ως μη γενόμενα». Μέ βάση, μάλιστα, τις απόψεις του που περιλαμβάνονται στο παραπάνω παράθεμα, όλη η επιχειρηματολογία του π. Ι. Σταυροπούλου, η οποία στηρίζεται στην άποψη ότι η μη αναχειροτονία καθηρημένων κληρικών, όταν αποκαθίστανται, σημαίνει αποδοχή της εγκυρότητας των μυστηρίων που τέλεσαν ως καθηρημένοι (ή ακοινώνητοι), είναι επιχειρηματολογία «ανόητη και ανίερη».
6. Διαστρέβλωση αποφάσεων Οικουμενικών Συνόδων
Ο π. Ι. Σταυρόπουλος προσπαθεί να κατοχυρώση το ενεργό της ανεξάλειπτης Ιερωσύνης του, αφαιρώνοντας από τις προϋποθέσεις της την Ορθόδοξη πίστη και αποσυνδέοντάς την από την μετάνοια.
Επιλέγοντας, χωρίς σχετική αναφορά, όπως ήδη σημειώθηκε, αποσπάσματα από την διατριβή του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, άλλοτε αυτούσια και άλλοτε καταλλήλως τροποποιημένα, ώστε να μη γίνεται λόγος για Ορθόδοξη πίστη και μετάνοια, προσπαθεί να αποδείξη κανονική την αντικανονική τελετουργία του και έγκυρα τα άκυρα μυστήριά του. Αναφέρουμε κάποιες περιπτώσεις. Γράφει:
«Η Πρώτη, Οικουμενική Σύνοδος δέχθηκε άνευ αναχειροτονήσεως τους αιρετικούς Κληρικούς τους λεγομένους Μελιτιανούς και τους λεγομένους Καθαρούς ως και τους λεγομένους Μιξοφυσίτες και τους λεγομένους Θεοπασχίτες».
Η Α' Οικουμενική Σύνοδος όμως δεν δέχθηκε άνευ αναχειροτονήσεως αιρετικούς κληρικούς, αλλά όσους αρνήθηκαν την αίρεση και εντάχθηκαν εμπράκτως στην Εκκλησία. Γι' αυτό στον Η´ Κανόνα της διακελεύει: «...Πρό πάντων δε τούτο ομολογήσαι αυτούς εγγράφως προσήκει, ότι συνθήσονται και ακολουθήσουσι τοίς της καθολικής και αποστολικής εκκλησίας δόγμασι· τουτέστι και διγάμοις κοινωνείν, και τοίς εν τώ διωγμώ παραπεπτωκόσιν, εφ' ών και χρόνος τέτακται, και καιρός ώρισται ώστε αυτούς ακολουθείν εν πάσι τοίς δόγμασι της καθολικής εκκλησίας».
Για την Γ' Οικουμενική Σύνοδο γράφει: «Η Τρίτη, Οικουμενική Σύνοδος δέχθηκε τους αιρετικούς Μεσσαλιανούς Κληρικούς, ως Κληρικούς άνευ αναχειροτονήσεως, που σημαίνει ότι η Γ' Οικουμενική Σύνοδος αναγνώρισε πάλι ως έγκυρα τα Μυστήρια των αιρετικών και το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης».
Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος στο σχετικό χωρίο γράφει: «Οι Μεσσαλιανοί κληρικοί, αρνούμενοι την πλάνην, εγίγνοντο δεκτοί υπό της Γ' Οικουμενικής Συνόδου άνευ αναχειροτονήσεως». Για τον π. Ι. Σταυρόπουλο η άρνηση της πλάνης δεν έχει καμμιά σχέση με την ενεργοποίηση της Ιερωσύνης, ούτε θεωρεί ότι η μετάνοια είναι αιτία αναζωπυρώσεως του ιερατικού χαρίσματος. Γι' αυτόν ενεργός Ιερωσύνη υπάρχει και στην πλάνη, την αίρεση και την αμετανοησία. Είναι περίεργο πάντως, πώς έχοντας τέτοιες απόψεις (παραδοχή ότι υπάρχει ενεργός Ιερωσύνη στους αιρετικούς) έχει συμπαραστάτες στους αντιεκκλησιαστικούς «αγώνες» του κάποιους «υπέρμαχους» της Ορθοδοξίας.
Για την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο γράφει: «Η Έβδομη Οικουμενική Σύνοδος δέχθηκε ως Κληρικούς, όσους ανήκαν στην αίρεση της εικονομαχίας, που σημαίνει ότι η Οικουμενική Σύνοδος αναγνώρισε πάλι ως έγκυρα τα Μυστήρια των αιρετικών και το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης». Η αλλοίωση της πληροφορίας που αντλεί από τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο είναι τραγική και η εκκλησιολογική διαφθορά που ενσπείρει πνευματικά θανατηφόρος. Ο μακαριστός Χριστόδουλος γράφει: «Η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος εδέξατο εις τους οικείους βαθμούς τους αποκηρύξαντας την αίρεσιν της εικονομαχίας». Δεν δέχθηκε εικονομάχους, ούτε αναγνώρισε τα μυστήρια εικονομάχων. Δέχθηκε αυτούς που προσήλθαν με μετάνοια και ταπείνωση στην Εκκλησία.
Για του λόγου το αληθές θα παραθέσουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τα πρακτικά της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, επειδή γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σε αυτήν στο κείμενο του π. Ι. Σταυροπούλου. Διαβάζουμε στην πρώτη πράξη της Συνόδου (Μ. 12, 1007-1012) το πώς έγιναν δεκτοί οι Βασίλειος Αγκύρας, Θεόδωρος Μύρων και Θεοδόσιος Αμμορίου. Προσήλθαν στην Αγία Σύνοδο με άκρα ταπείνωση, εκζητούντες την συγγνώμη. Εγγράφως μάλιστα αρνήθηκαν την αίρεση και διάβασαν λίβελλο μέσα στην Σύνοδο: «Βασίλειος επίσκοπος Αγκύρας είπεν όσον ήν εις δύναμίν μου, δεσπόται, εξήτασα την υπόθεσιν, και πάσαν πληροφορίαν δεξάμενος, προσήλθον τη καθολική εκκλησία εγώ ο έσχατος υμών δούλος». Κατόπιν στο λίβελλο που διάβασε, αφού «εξαρνείται» την αίρεση και ομολογεί την Ορθόδοξο πίστη, μεταξύ άλλων λέει: «εν ταυτώ δε και συγγνώμην εξαιτούμαι παρά της θεοσυλλέκτου υμών μακαριότητος υπέρ ταύτης μου της βραδύτητος. Δέον γάρ ήν μη υστερηκέναι με προς την της ορθοδοξίας ομολογίαν· αλλά της άκρας μου αμαθείας και νωθρείας και ημελημένης διανοίας εστί τούτο. Όθεν και μάλλον αιτώ την μακαριότητα υμών εξαιτήσαι και παρά Θεού συγχώρησίν μοι παρασχεθήναι». Μετά το τέλος της ανάγνωσης του λιβέλλου «Ταράσιος ο αγιώτατος πατριάρχης είπε· πάσα η ιερατική ομήγυρις αύτη τώ Θεώ δόξαν και ευχαριστίαν αναπέμπει επί ταύτη σου τη ομολογία ήν προσήγαγες τη καθολική εκκλησία».
Τέτοιοι λόγοι, σαν του Βασιλείου Αγκύρας, δεν φαίνεται πιθανό ότι μπορούν να βγούν από το στόμα κληρικού, που καταγγέλλει την Εκκλησία του στον Αμερικανό Πρέσβη για στέρηση της θρησκευτικής του ελευθερίας! Ο π. Ι. Σταυρόπουλος, όπως είναι γνωστό, κατήγγειλλε την Εκκλησία της Ελλάδος στον Αμερικανό Πρέσβη με αναφορά του, στην οποία μεταξύ άλλων γράφει: «Κύριε Πρέσβη, όπως γνωρίζουμε, η Χώρα μας δεν αποτελεί, δυστυχώς, υπόδειγμα προστασίας του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας... Η ανωτέρω απόφαση της Συνόδου (γιά την ακοινωνησία και την διαγραφή του από την Μονή), που διέπεται από άκρατο ιεροκρατικό πνεύμα, θυμίζει δυστυχώς περισσότερο θρησκευτικό κλίμα ασιατικών καθεστώτων, παρά αυτό μίας ευνομούμενης δυτικοευρωπαϊκής δημοκρατίας...».
Απώγειο της σοφιστικής δικολαβίας του είναι η ενάντια στην κοινή λογική εκμετάλλευση της δήλωσης του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερωνύμου για την θρησκευτική ελευθερία των αλλοθρήσκων, ότι ο καθένας απολαμβάνει θρησκευτικής ελευθερίας. Η χρήση για τον εαυτό του αυτής της δήλωσης δείχνει ότι, ο π. Ι. Σταυρόπουλος, ή αισθάνεται μέσα στην Εκκλησία ως αλλόθρησκος ή θεωρεί θρησκευτική ελευθερία το να εξασκή χωρίς συνέπειες (ελευθέρως) την σχισματική συμπεριφορά του. «Εξιστά την λογικήν» μάλιστα η χρησιμοποίηση της δήλωσης για τους αλλοθρήσκους του Προέδρου της Συνόδου, η οποία τον επιτίμησε, προκειμένου να αποδείξη ότι έχει το δικαίωμα να συμπεριφέρεται ατιμωρητί σχισματικά... Η κοινή λογική δεν αντέχει τέτοιες δικολαβίες.
Η συγκεκριμένη τακτική συγκρινόμενη με συμπεριφορές που καταγράφονται στα πρακτικά της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, γεννά το ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν, ο π. Ι. Σταυρόπουλος διακατεχόμενος από ένα τέτοιο «δυτικοευρωπαϊκό» πνεύμα, να προσέλθη ποτέ στα μέλη της Ιεράς Συνόδου και να πή, όπως ο Βασίλειος Αγκύρας: «συγγνώμην εξαιτούμαι παρά της θεοσυλλέκτου υμών μακαριότητος... Τής άκρας μου αμαθείας και νωθρείας και ημελημένης διανοίας εστί [τό παράπτωμα] τούτο»; Για τους πιστεύοντες, βέβαια είναι «πάντα δυνατά» και «η ελπίς ου καταισχύνει», ο ίδιος όμως φαίνεται ότι αποκλείει κάτι τέτοιο, γι' αυτό αποδύθηκε στον άπελπι αγώνα να αποδείξη ότι η Ιερωσύνη είναι ενεργός και στην αίρεση και στην αποσχιστική από την Εκκλησία αμετανοησία.
7. Παραπλανητική προβολή της «οικονομίας» των αγίων Πατέρων
Εκτός από τις Οικουμενικές Συνόδους ο π. Ι. Σταυρόπουλος προσπαθεί να αποδείξη ομόφρονές του και μεγάλους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας, όπως τον Μ. Αθανάσιο και τον Μ. Βασίλειο.
Γράφει: «Ο Μ. Βασίλειος αναγνώρισε ως Κληρικούς τους αιρετικούς Κληρικούς Ζώινο και Σατουρνίνο, από την αίρεση των Εγκρατιτών, γεγονός που σημαίνει, ότι ο Μέγας Βασίλειος αναγνώρισε ως έγκυρα τα Μυστήρια των αιρετικών και το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης. (Ρ-Π, Σύνταγμα Γ' σ. 91) [Η παραπομπή είναι παρμένη, χωρίς έλεγχο, από την διατριβή του μακαριστού Αρχιεπ. Χριστοδούλου (η οποία και πάλι δεν αναφέρεται), είναι όμως λάθος. Το ορθό είναι: Ρ-Π, Σύνταγμα Δ' σ. 91. Δηλαδή, αντιγράφει και τα λάθη].
Το ίδιο έπραξε ο Μ. Αθανάσιος για τους αιρετικούς, αρειανούς».
Ο Μ. Βασίλειος όμως στην προς Αμφιλόχιον Ικονίου Α' κανονική του επιστολή, δεν αναγνωρίζει ως έγκυρα τα Μυστήρια των αιρετικών και ως εκ τούτου το ανεξάλειπτο της Ιερωσύνης τους. Σημειώνει, ότι η αρχή του χωρισμού των Εγκρατιτών από την Εκκλησία «διά σχίσματος γέγονεν». Και οι πρώτοι που αποσχίσθηκαν «παρά των Πατέρων έσχον τάς χειροτονίας». Αποκοπέντες όμως «λαϊκοί γενόμενοι, ούτε του βαπτίζειν, ούτε του χειροτονείν είχον εξουσίαν, ούτε ηδύναντο χάριν Πνεύματος αγίου ετέροις παρέχειν», από την οποία (Χάρη) οι ίδιοι εξέπεσαν. Γι' αυτό, τονίζει, «ως παρά λαϊκών βαπτιζομένους τους παρ' αυτών εκέλευσαν (οι Πατέρες), ερχομένους επί την Εκκλησίαν, τώ αληθινώ βαπτίσματι τώ της Εκκλησίας ανακαθαίρεσθαι». Αυτή είναι η ακρίβεια. Επειδή όμως οι πολλοί εκκλησιαστικοί ηγέτες της Ασίας «οικονομίας ένεκα» αποφάσισαν να γίνεται δεκτό το βάπτισμά τους, και Μ. Βασίλειος, υπακούοντας στην πλειοψηφία των Ορθοδόξων ποιμένων, είπε «έστω δεκτόν», αλλά με προϋποθέσεις αληθινής μετάνοιας και σταθερότητας στην ορθή πίστη.
Όσο για τους αδελφούς Ζώινο και Σατορνίνο, η Εκκλησία ήδη τους είχε δεχθή «εις την καθέδραν των επισκόπων» και αυτό που λέει ο Μ. Βασίλειος είναι ότι, εφόσον έγιναν δεκτοί αυτοί ως επίσκοποι, δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε από την Εκκλησία αυτούς που συνδέονται μαζί τους, «τούς τώ τάγματι εκείνων συνημμένους».
Είναι τραγικό όμως αυτό που λέγεται για τον Μ. Αθανάσιο, ότι δηλαδή δέχθηκε την Ιερωσύνη των Αρειανών.
Ο Μ. Αθανάσιος στην προς Ρουφιανό επιστολή του, στην οποία εκφράζει την στάση όλης της Εκκλησίας απέναντι στους επιστρέφοντες από την πλάνη του Αρείου, διακρίνει αυτούς που μετανόησαν και προσήλθαν στην Εκκλησία σε δύο κατηγορίες σε αυτούς που ήταν «προϊστάμενοι της ασεβείας» και αυτούς που απλώς παρασύρθηκαν στην αίρεση. Τούς δέχεται όλους, αλλά των πρώτων δεν δέχεται την Ιερωσύνη, ενώ τους δεύτερους τους αποκαθιστά και στον τόπο του κλήρου. Γράφει: «Και ήρεσεν, όπερ ώδε και πανταχού, ώστε τοίς μεν καταπεπτωκόσι και προϊσταμένοις της ασεβείας, συγγινώσκειν μεν μετανοούσι, μη διδόναι δε αυτοίς τόπον κλήρου, τοίς δε μη αυθεντούσι μεν της ασεβείας, παρασυρείσι δε δι' ανάγκην και βίαν, έδοξε δίδοσθαι μεν συγγνώμην, έχειν δε και τον τόπον του κλήρου». Επισημαίνει όμως την ανάγκη της σταθερότητας στην ορθή πίστη, γι' αυτό συμπληρώνει: «Και έδοξε τούτό πως οικονομικώς γεγενήσθαι, διεβεβαιώσαντο γάρ μη μεταβεβλήσθαι εις ασέβειαν». Πράγμα που σημαίνει ότι, αν «μεταβληθούν εις ασέβειαν», χάνουν τις ευεργεσίες από τήν«οικονομία» της Εκκλησίας, χάνουν «τόν τόπον του κλήρου», την ενέργεια του χαρίσματος της Ιερωσύνης τους.
Έχει όμως αρκετή σημασία ο λόγος για τον οποίο απαντά ο Μ. Αθανάσιος στον Ρουφιανό. Τού γράφει ότι απαντά στην επιστολή του επειδή «φιλοκάλως και εκκλησιαστικώς, τούτο γάρ πάλιν πρέπει τη σή ευλαβεία, ηρώτησας» (Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα Θείων και Ιερών Κανόνων, τ.Δ', σ.82-83).
Το «φιλοκάλως και εκκλησιαστικώς» είναι το ζητούμενο για όλες τις εκκλησιαστικές κινήσεις και δραστηριότητες. Άν υπήρχε αυτό, όλα τα εκκλησιαστικά προβλήματα θα εύρισκαν γρήγορα τις πρέπουσες λύσεις. Επειδή, όμως, συνήθως απουσιάζει, γι' αυτό οι διακριτικές (φιλόκαλες και εκκλησιαστικές) ποιμαντικές κινήσεις των αγίων Πατέρων είναι για αρκετούς ακατανόητες, ιδίως είναι ακατανόητες για αυτούς που δεν μπορούν να υποτάξουν το ίδιόν τους θέλημα στην ιεραρχική λειτουργία του σώματος της Εκκλησίας. Όπως φαίνεται, δεν μπορούν αυτοί να καταλάβουν ούτε την αξία της ακριβείας, ούτε την θεραπευτική δύναμη της οικονομίας. Γι' αυτό φιλονικούν με τους φιλόκαλους εκκλησιαστικούς ποιμένες διατυπώνοντας ανίερες παραθεολογίες.
Ο άγιος Ταράσιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, στην Ζ' Οικουμενική Σύνοδο, αναφερόμενος στην αντιμετώπιση διαφόρων εκκλησιαστικών θεμάτων από τους αγίους Πατέρες άλλοτε με την ακρίβεια και άλλοτε με την οικονομία, με γνώμονα πάντα το συμφέρον της Εκκλησίας, δηλαδή την σωτηρία των ανθρώπων, είπε: «Πανταχού γάρ οι Πατέρες αλλήλοις σύμφωνοί εισιν, εναντίωσις δε ουδεμία ένεστιν αυτοίς· αλλ' εναντιούνται αυτοίς οι τάς οικονομίας και τους σκοπούς αυτών μη επιστάμενοι»(Μ. 12, 1050).
8. Βασικές εκκλησιολογικές αρχές
Μετά από τα παραπάνω κρίνεται αναγκαίο να διατυπωθούν τέσσερις βασικές εκκλησιολογικές αρχές:
Α. Ο Χριστός έδωσε την Ιερωσύνη στους Αποστόλους και οι Απόστολοι στους διαδόχους τους (Επισκόπους), για να συγκροτηθή η Εκκλησία. Όλα τα μυστήρια ενεργούν μέσα στην Εκκλησία, στην οποία εξέχουσα θέση, ουσιαστική και όχι τυπική, έχει ο Επίσκοπος, η έγκριση και η μνημόνευση του οποίου δίνει εγκυρότητα σε όλες τις ιεροτελεστίες, σε «πάν ό,τι τελείται εν τη Εκκλησία».
«Οι πρεσβύτεροι τελούσι τα μυστήρια δυνάμει της χειροτονίας των υπό των επισκόπων, εις ούς άρα ανάγουσι την αρχήν αυτών πάντα τα μυστήρια».(Ιωάννου Ν. Καρμίρη, Ορθόδοξος Εκκλησιολογία, σ. 418)
«Η ενότης της Εκκλησίας δεν είναι απλώς ευχαριστιακή, αλλά λόγω της σχέσεως του Επισκόπου προς την Ευχαριστίαν καθίσταται και ιεραρχική... Αι περαιτέρω συνέπειαι είναι ήδη φυσικαί: πάν ό,τι τελείται εν τη Εκκλησία είναι έγκυρον, μόνον όταν εγκρίνηται υπό του Επισκόπου».(Ιωάννου Ζηζιούλα (νύν Μητροπολίτου Περγάμου), Η ενότης της Εκκλησίας εν τη Θεία Ευχαριστία και τώ Επισκόπω, σ. 98).

Β. Το πολίτευμα της Εκκλησίας είναι ιεραρχικώς συνοδικό και συνοδικώς ιεραρχικό. Μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα δεν υπάρχει αυτονομία χαρισμάτων.
«Το κέντρον της ιερατικής διακονίας και δράσεως είναι η εν πνεύματι λατρεία του Θεού και δη η θεία λειτουργία... Εξ άλλου όμως η επίγειος Εκκλησία εμφανίζεται ως κοινωνία ιεραρχικώς ωργανωμένη, με ιδίαν ιεραρχίαν, νομοθεσίαν και λατρείαν, ή ως "πολιτεία τη ιερωσύνη συμβαίνουσα"» (Ιωάννου Ν. Καρμίρη, Ορθόδοξος Εκκλησιολογία, σ. 380)
«...θά πρέπη το πολίτευμα της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας να ονομάζηται επισκοπικοσυνοδικόν» (ένθ. αν. σ. 521)
«Το συνοδικόν σύστημα διοικήσεως ανάγεται εις την ουσίαν της Εκκλησίας, δι' όν λόγον ετέθη εις λειτουργίαν εν αυτή ήδη από των αρχών αυτής, καταστάν έκτοτε ουσιαστικόν και αναπόσπαστον στοιχείον της ζωής καθόλου της Ορθοδοξίας» (ένθ. αν. σ. 653-654)

γ. Είναι στενά συνδεδεμένο «τό δίκαιο των χειροτονιών» με το «δίκαιο των κρίσεων». Αυτό φαίνεται ανάγλυφα στην εξέλιξη της εκκλησιαστικής διοικήσεως, στην οποία η πνευματική εξουσία των Επισκόπων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την «αυθεντία» των κρίσεων. (βλ. Βλασίου Ιω. Φειδά, Ο θεσμός της Πενταρχίας των Πατριαρχών, Ι Προϋποθέσεις διαμορφώσεως του θεσμού (απ' αρχής μέχρι το 451),σ. 325-335). Αυτός που δίνει δια της χειροτονίας το χάρισμα έχει την ευθύνη της κρίσεως του χειροτονηθέντος, όταν αυτός δεν πολιτεύεται σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας. Εσχάτη ποινή δε στην οποία μπορεί να τον οδηγήση, με την παραπομπή του (σήμερα) στα Συνοδικά Δικαστήρια, είναι η «καθαίρεσις και γύμνωσις πάσης ιερατικής ενεργείας και τάξεως», η οποία ως βασικό επακολούθημα «επάγεται στέρησιν του δικαιώματος... του πράττειν ιερατικάς πράξεις. Ούτω κατά τον κανόνα α' Αγκύρας οι επιθύσαντες μεν ειδώλοις, είτα δε αναπαλαίσαντες ιερείς, δύνανται μεν να μετέχωσι της τιμής της εν καθέδραις, ουχί δε να διδάσκωσι, να προσφέρωσι και να πράττωσί τι των λοιπών ιερατικών» (Κωνσταντίνου Μ. Ράλλη, Ποινικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας,
 σ. 4 και εξής). Δηλαδή, δεν ενεργοποιείται πάλι η Ιερωσύνη των «επιθυσάντων» που μετανόησαν.

δ. Η ακοινωνησία είναι ποινή «η οποία επιβάλλεται προληπτικώς στους κληρικούς και λαϊκούς για παραπτώματα πίστεως ή και κανονικής τάξεως για ορισμένο ή και για αόριστο χρόνο και αποσκοπεί αφ' ενός μεν στην ποιμαντική επισήμανση του προβλήματος, αφ' ετέρου δε στην πρόσκληση του αποκοπτομένου από την εκκλησιαστική κοινωνία να εκφράση δημόσια τη μεταμέλιά του, οπότε και αίρεται αυτομάτως η ποινή» (Βλασίου Ιω. Φειδά, Ιεροί Κανόνες και καταστατική νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, σ.117).
«Η ποινή της ακοινωνησίας παραδίδεται από την κανονική παράδοση ως μία ιδιώνυμη ποινή με ιδιαίτερο περιεχόμενο και διαφορετικό χαρακτήρα από τις συγγενείς ή συνώνυμες εκκλησιαστικές ποινές του αφορισμού, της αργίας ή και του πνευματικού επιτιμίου της ακοινωνησίας» και «παράγει αντικειμενικές εκκλησιαστικές συνέπειες για όλο το σώμα της τοπικής ή και της καθ' όλου Εκκλησίας...» (έν. αν. σ.120-121)
Όλες οι εκκλησιαστικές ποινές (όπως η ακοινωνησία) συνδέονται με την Θ. Ευχαριστία, έχουν χαρακτήρα ευχαριστιοκεντρικό (βλ. έν. αν. σ.117).
Ακόμη και σε γνωμοδότηση που ζήτησε η Ιερά Μονή προσδιορίζεται ότι ο ακοινώνητος κληρικός δεν μπορεί να ιεροπρακτή. «Το λεγόμενο "επιτίμιο της ακοινωνησίας" αφορά καθαρά και μόνον τις τελετουργικές ή ιεροπρακτικές αρμοδιότητες των κληρικών (τέλεση ή συμμετοχή στή θεία λειτουργία, τα μυστήρια και τις διάφορες ιεροπραξίες)» (Κωνσταντίνου Γ. Παπαγεωργίου, Λέκτορα Εκκλησιαστικού Δικαίου Νομικής Σχολής Α.Π.Θ., Δικηγόρου, Γνωμοδότηση, την οποία ζήτησε η πρώην Ι.Μ. Μεταμορφώσεως) .
9. Συμπεράσματα
Από όσα διατυπώθηκαν παραπάνω εξάγονται τα ακόλουθα συμπεράσματα:
α. Ο π. Ι. Σταυρόπουλος στο κείμενό του εκτίθεται ως λογοκλόπος, υποπίπτει δηλαδή στο ακαδημαϊκό παράπτωμα της λογοκλοπής, εν γνώσει, αφού έχει λάβει ήδη διδακτορικό δίπλωμα από το Πάντειο Πανεπιστήμιο και είναι υποψήφιος διδάκτωρ της Νομικής στο εκκλησιαστικό δίκαιο. Αντιγράφει, χωρίς παραπομπή, τμήματα από την διδακτορική διατριβή του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου και διαστρεβλώνει σκοπίμως τα νοήματα κειμένων ακαδημαϊκών διδασκάλων, πράξη που είναι καθαρά αντιεπιστημονική.
β. Διαστρεβλώνει αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων και αγίων Πατέρων, οι οποίοι ασκούν την αρχή της οικονομίας, όταν υπάρχουν σαφείς προϋποθέσεις, θεμελιωδέστερη από τις οποίες είναι η μετάνοια. Ο π. Ι. Σταυρόπουλος επικεντρώνεται στα αποτελέσματα της μετανοίας, αποσιωπώντας την αναφορά των Συνόδων και των αγίων Πατέρων σε συγκεκριμένες πράξεις μετανοίας, επειδή ο ίδιος δεν αισθάνεται την ανάγκη να μετανοήση για κανένα εκκλησιαστικό του παράπτωμα.
γ. Παραθεωρεί ενσυνειδήτως τις αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου και τις εντολές του Μητροπολίτου του.
δ. Εκφράζει μια δική του αντιεκκλησιαστική και ανορθόδοξη άποψη για την Ιερωσύνη, την οποία αποκόπτει από την εκκλησιαστική ζωή. Όμως η Ιερωσύνη δόθηκε από τους Αποστόλους και δίνεται από τους διαδόχους τους μέσα στην Εκκλησία και από Αυτήν κατόπιν αναστέλλεται, όταν δεν υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις ενεργείας του χαρίσματος.
Η Ιερωσύνη είναι χάρισμα που δίνει η Εκκλησία δια των Επισκόπων σε επιλεγμένα μέλη της. Είναι του Χριστού. Δεν είναι ανθρώπινο έργο. Πολύ περισσότερο δεν ανήκει στην φύση των ανθρώπων, ώστε να θεωρείται περίπου ως κάποιο φυσικό αναφαίρετο δικαίωμα, όπως είναι η ελευθερία του λόγου ή της θρησκείας. Οι Κληρικοί είναι «οικονόμοι της Χάριτος» και όχι ιδιοκτήτες της. Και ο οικονόμος, ανάλογα με την πιστότητά του προς τον Εντολέα του (τόν Χριστό και την Εκκλησία Του), κατά την διαχείριση της οικονομίας του, είτε επαινείται είτε «διχοτομείται» από τον Κύριό του και τίθεται «μετά των απίστων» (Λουκ. 12, 46).
Ο π. Ι. Σταυρόπουλος, με όσα ισχυρίζεται, δείχνει ότι θεωρεί την Ιερωσύνη ως αναφαίρετο φυσικό του δικαίωμα, ως ιδιόκτητο ατομικό του πλούτο, αφού το (σύμφωνα μέ τό παπικό δόγμα) ανεξάλειπτό της νομίζει ότι του παρέχει το δικαίωμα να μήν υπακούη ούτε στον νύν Ηγούμενό του, ούτε στις εντολές του Μητροπολίτου του, ούτε ακόμη στις αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου. Είναι ένα τυπικό δείγμα της αντιεκκλησιαστικής νοοτροπίας που εκφράζουν έργω και λόγω, από ετών, οι κατά πνεύμα αδελφοί του και ο Γέροντάς του π. Σπυρίδων Λογοθέτης, ο οποίος δημοσίως «επιβράβευσε» την ανυπακοή του προς την Εκκλησία.
Ο π. Σπ. Λογοθέτης σε ομιλία του, η οποία μαγνητοσκοπημένη κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, είπε ότι ο π. Ι. Σταυρόπουλος του δήλωσε: «Εγώ θα λειτουργώ και άς με καθαιρέσουν και άς με κάνουν ό,τι θέλουν». Γι' αυτή του την απόφαση, ως Γέροντάς του, (σύμφωνα με όσα ο ίδιος δημοσίως είπε) δεν τον επαίνεσε, ούτε τον έκρινε, αλλά μέσα του χάρηκε, διότι με αυτή του την απόφαση «έδειξε ότι είναι άνδρας και Χριστιανός». Αυτός ο λόγος δεν είναι απλός έπαινος. Είναι ο πιο προκλητικός διθύραμβος της εκκλησιολογικής εκτροπής. Μπορεί όμως κανείς με την «ανδρωσύνη» του να μεταβάλη σε ενεργό την ανενεργό Ιερωσύνη του καταργώντας την ορθόδοξη εκκλησιολογία;!!
Είναι απλοϊκό, αλλά και ουσιώδες το ερώτημα που γεννά η περίπτωση του π. Ι. Σταυροπούλου: Όταν (μέ την ανδρωσύνη του) τελή λειτουργία, την οποία απαγορεύει ο επιχώριος Μητροπολίτης, αλλά και η Ιερά Σύνοδος των Επισκόπων, την τελεί μνημονεύοντας τον απαγορεύοντα Μητροπολίτη; Θα είναι σχιζοφρενικό πάντως αν συμβαίνει κάτι τέτοιο.
Ο π. Ι. Σταυρόπουλος επέλεξε τον δικό του δρόμο. Δεν αναγνωρίζει την ιεραρχική και χαρισματική διάρθρωση του θεσμού της Εκκλησίας. Γι' αυτήν την επιλογή έχει ακέραιη την ευθύνη. Δεν έχει πάντως δικαίωμα να θεωρή τον εαυτό του και να προβάλλεται ως έγκυρος τελετουργός των μυστηρίων της Εκκλησίας, παραπλανώντας τον λαό. Ενόσω είναι σε ακοινωνησία η Ιερωσύνη που φέρει είναι ανενεργός και τα μυστήρια που τελεί είναι άκυρα.
Για την ισχύ αυτού του λόγου θυμίζουμε την υπ' αριθμ. 2730/15-10-1996 σχετική συνοδική απόφαση, η οποία αφορούσε Αρχιερέα που τελούσε εν ακοινωνησία, η οποία ισχύει επακριβώς για κάθε εν «ακοινωνία» τελούντα κληρικό:
«Αι υπό του εν ακοινωνία τελούντος Αρχιερέως γενόμεναι ιεροτελεστίαι, εν αίς ο εγκαινιασμός ναών, τυγχάνουσιν κανονικώς άκυροι και δέον όπως επαναληφθώσι υπό του κανονικού Αρχιερέως».–

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Ρεπούση: Η βέβηλη πράξη της νεοταξικής σατραπείας…


Η διαβόητη Ρεπούση …ξανακτύπησε: Με έγγραφό της ζητά να μην περάσουν στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο ως Γενοκτονίες, αυτές της Μικράς Ασίας και τον Ποντίων!...
Διαβάσαμε το νέο «άθλο» της  ΕΔΩ 
 
Πριν ακριβώς ένα χρόνο (20 Μαΐου 1912) πάλι με προκλητική αυθάδεια είχε βεβηλώσει τα θύματα της κεμαλικής κακουργίας.
 Διαβάστε το άρθρο που είχαμε γράψει τότε, ισχύει και για σήμερα…
  ΕΔΩ

 
Ρεπούση: Η βέβηλη πράξη της νεοταξικής σατραπείας…

"Και θα ήταν ακόμα καλύτερα, αν αυτή η Μνήμη χαραζόταν όχι μόνο στων Ελλήνων το νου, αλλά και του κόσμου όλου, προπάντων των μεγάλων, που δε θυμούνται, δε βλέπουν, δεν ακούνε τίποτα για πάμπολλα τερατώδη εγκλήματα απέναντι στο ανθρώπινο γένος -εγκλήματα όχι μόνο παλιά μα και πρόσφατα και νωπά και ζέοντα- εγκλήματα που, μένοντας ατιμώρητα κι αμνημόνευτα, γεννούν άλλα, κι άλλα, κι άλλα, και αποτελούν το άριστο φροντιστήριο της Μεγάλης των Κακούργων Σχολής"
(Μάριος Πλωρίτης: Ξένοι προς το ανθρώπινο είδος, εφημερίδα ΒΗΜΑ, 4-10-1981).

Ένα από τα στυγερότερα ιστορικά εγκλήματα της «Μεγάλης των Κακούργων Σχολής» είναι η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ των Ποντίων…

Η ιστορία έχει τελεσίδικα αποφανθεί για αυτό το φρικώδες έγκλημα της κεμαλικής θηριωδίας. Άπειρα είναι τα ιστορικά ντοκουμέντα και το φιλμαρισμένο υλικό της γενοκτονίας των Ποντίων…

Μια μικρή, ελάχιστη συλλογή ιστορικών ντοκουμέντων και φρεσκαρίσματος της Μνήμης, σχετικά με τον αποτροπιασμό της γενοκτονίας των Ποντίων, έχει αναρτηθεί ΕΔΩ:
http://www.resaltomag.gr/forum/viewtopic.php?t=4548

Εδώ, απλώς θα στηλιτεύσουμε τη μικρόψυχη εθνομηδενίστρια, την υπάλληλο των ιδρυμάτων του Σόρος, η οποία από φιλόλογος, μάς ποζάρει σαν ιστορική αυθεντία: Τη διαβόητη Ρεπούση.

Αυτή λοιπόν η κυρία ΟΧΙ μόνο δεν αναγνωρίζει την Ιστορία, όχι μόνο αναδιατυπώνει και πλαστογραφεί (χωρίς καν να είναι ιστορικός) την ιστορία, σύμφωνα με τα σοφιστικά κελεύσματα της Νέας Τάξης και των χρηματιστηριακών αφεντικών της (με το αζημίωτο), αλλά ΒΕΒΗΛΩΝΕΙ και τη Μνήμη των θυμάτων της «Μεγάλης των Κακούργων Σχολής»: Της κεμαλικής κακουργίας…

ΒΕΒΗΛΩΝΕΙ, με αυθάδεια ασυνήθιστη (την αυθάδεια των έμμισθων δωσίλογων), ακόμα και τα ίδια τα δικά της καθεστωτικά ήθη και έθιμα: Το Κοινοβούλιο.

«Προκλητική, ασεβής και κυρίως αμετανόητη αρνητής, η βουλευτής της ΔΗΜ.ΑΡ Μαρία Ρεπούση – τα κατάφεραν οι εχθροί των Ποντίων, εύγε Φώτη Κουβέλη- εκπρόσωπος των αναθεωρητών της ελληνικής ιστορίας, εμφανίστηκε χθες στη βουλή!

Τι έκανε η γνωστή συγγραφέας του βιβλίου ιστορίας του ….’συνωστιμού’;
Αποχώρησε επιδεικτικά από την αίθουσα, μόλις ο πρόεδρος της βουλής ζήτησε από τους 300 βουλευτές να σηκωθούν όρθιοι και να κρατήσουν ενός λεπτού σιγή για τα γενοκτονημένα θύματα του Τουρκικού φασισμού!
Υπάρχουν φωτογραφίες που κατέγραψαν λεπτό προς λεπτό την ιταμή πρόκληση!
Υπάρχουν μαρτυρίες δημοσιογράφων που επιβεβαιώνουν το προκλητικό γεγονός!»


Λεπτομέρειες, καθώς και το αποδεικτικό φωτογραφικό υλικό θα τα βρείτε ΕΔΩ:
http://trelogiannis.blogspot.com/2012/05/blog-post_793.html

Όπως ήδη έχουμε υπογραμμίσει, «σε άλλες εποχές, όπου υπήρχαν έστω και ψήγματα εθνικής και κοινωνικής ευαισθησίας, θα είχαν ξεσηκωθεί και οι πέτρες με την προκλητικότητα αυτής της αυθάδους κυρίας. Σήμερα δεν ιδρώνει το αυτί κανενός και το χειρότερο: Αυτή η κυρία του εθνομηδενιστικού σκότους επιβραβεύεται…».

Και μόνο η στάση αυτής της «επαγγελματίας» του εθνομηδενισμού, καθώς και η στάση ΟΧΙ μόνο του κόμματός της (σφηκοφωλιά νεοταξικών γενίτσαρων), αλλά και όλων των άλλων κομμάτων, δείχνει περίτρανα τη δραματική κατάπτωση της πολιτικής μας ζωής, τη φασίζουσα ισοπέδωση κάθε πολιτικής και ηθικής αξίας, την παρακμιακή αποσύνθεση του καθεστώτος και το ολοκληρωτικό του ΨΕΥΔΟΣ…

 resaltomag

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Καὶ ὅμως! Ἡ Ῥωμανία ζεῖ.


Πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ

Τὸν 4ο αἰ. μ.Χ. ἐμφανίζεται ἕνα ὁλότελα νέο κρατικὸ μέγεθος στὴν Ἱστορία καὶ μαζί του γεννιέται ἕνας νέος κόσμος. Εἶναι ἡ αὐτοκρατορία τῆς Ν. Ρώμης ἢ ὅπως ὀνομάζεται ἤδη ἀπὸ τὸν 4ο αἰ. ἡ Ρωμανία. Στὰ ὅρια τῆς ἀνανεώσεως τῆς αὐτοκρατορίας ὁΜέγας Κωνσταντῖνος μεταφέρει τὴν πρωτεύουσα (τὴνΠαλαιὰΡώμη, ἑλληνικὴ πόλη καὶ αὐτή) στὴνἈνατολή.
Γι᾽ αὐτὸ ἡΝέαΡώ- μη θὰ ὀνομασθεῖ πρὸς τιμή του καὶ Κωνσταντινούπολη. Ἡ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία μεταστοι- χειώνεται σὲ «ἐπώνυμον τοῦ Χριστοῦ Πολιτείαν». Διαμορφώνεται συνάμα μία νέα συνείδηση καὶ νέα πολιτειακὴ ἰδεολογία. Εἶναι ἡ νέα αὐτοκρατορικὴ ἰδέα γιὰ τὴν προοδευτικὴ ἐνσωμάτωση ὅλων τῶν Λαῶν τῆς Οἰκουμένης στὴν χριστιανικὴ Πίστη.
Τὰ στηρίγματα τῆς αὐτοκρατο- ρίας τῆς Νέας Ρώμης εἶναι: ἡ ρωμαϊκὴ Οἰκουμένη καὶ νέα πολιτειακὴ ἰδεολογία, ὁΧριστιανισμὸς ὡς πατερικὴ Ὀρθοδοξία καὶ ἡ Ἑλληνικότητα (γλώσσα, πολιτισμός, παιδεία). Αὐτὸ ἐκφράζει τὸ γνωστὸ τροπάριο τῆς Ἁγίας Κασσιανῆς: «Ὑπὸ μίαν βασιλείαν ἐγκόσμιον αἱ πόλεις γεγένηνται, καὶ εἰς μίαν δεσποτείαν θεότητος τὰ ἔθνη ἐπίστευσαν».

Ἡ χριστιανικὴ πίστη εἶναι τὸ συνδετικὸ στοιχεῖο ὅλης τῆς αὐτοκρατορίας καὶ αὐτὸ ἀλλοιώνει ἡ αἵρεση, ποὺ δὲν εἶχε μόνο θεολογικό, ἀλλὰ καὶ πολιτικὸ χαρακτήρα. Κύριο στοιχεῖο τῆς αὐτοκρατορίας εἶναι ἡ ἁρμονικὴ ἱεράρχηση τῆς ἐθνικότητας (συνείδηση τῆς καταγωγῆς) στὴν ὑπερεθνικότητα. Τὸ φυλετικὸ στοιχεῖο δὲν ἔθιγε τὴν ἑνότητα στὸ ἕνα ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Ἀληθινοὶ ἡγέτες, ἄλλωστε, ἦσαν οἱἍγιοι καὶ τὸ ὑπέρτατο ἰδανικὸ δὲν ἦταν ἡ πολιτικὴ δύναμη ἢ ἡ κοσμικὴ σοφία, ἀλλὰ ἡ ἁγιότητα, ὡς θέωση.
Γι᾽ αὐτὸ ἡ μελέτη τοῦ «Βυζαντίου»/Ρωμανίας χωρὶς γνώση τῆς θεολογίας εἶναι ἀδύνατη. Καρδιὰ τῆς αὐτοκρατορίας ἦταν ἡ ἑλληνικό- τητα (γλώσσα, παιδεία, πολιτισμός).Ἀπὸ τὸν Ἰουστινιανὸ (6ος αἰ.) μέχρι τὸν Ἡράκλειο (7ος αἰ.) ἐξελληνίζεται καὶ ἡ κρατικὴ διοίκηση (Νεαρές). ἩΛατινικὴ γλώσσα ὑποχωρεῖ (στὴνἈνατολή) καὶ στὴ διγλωσσία τῆς αὐτοκρατορίας (Λατινικὰ καὶ Ἑλληνικά) τὸ βάρος πέφτει στὰ ἑλληνικά. Ἡ ὑπερεθνικὴ ἕνωση μέσα στὴν Ὀρθοδοξία ὁδηγεῖ στὸ οἰκουμενικὸ ἔθνος (“ἔθνος ἅγιον”, Α´ Πέτρ. 2, 9). τὸ «Γένος τῶνΡωμαίων», τῶνὈρθοδόξων πολιτῶν τῆς αὐτοκρατορίας, μία χριστια- νικὴ κοινοπολιτεία μὲ ἀπόλυτο κέντρο τὴν Ἁγία Τράπεζα τῆς Ἁγια – Σοφιᾶς.

Εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ συγγένεια ἢ παγγένεια τῶν Πολιτῶν τῆς Ν. Ρώμης, Ρωμαίων, Νέο–Ρωμαίων (ἀπὸ τὴν Πόλη) καὶ ἁπλούστερα Ρωμηῶν. Ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἐθεμελίωσε τὴν ἔννοια τοῦ Γένους, ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν τῆς αὐτοκρατορίας. Αὐτὴ ἡ ἑνότητα θὰ ἐπιβιώσει καὶ μετὰ τὶς δύο ἁλώσεις (φραγκικὴ τοῦ 1204 καὶ ὀθωμανικὴ τοῦ 1453).
Ἡ ἑνιαία ὅμως οἰκουμενικὴ συνείδηση τῶν Ρω- μηῶν (ὀρθοδόξων πολιτῶν τῆς Νέας Ρώμης) θὰ ὑπονομευθεῖ ἀπὸ τὴν φραγκικὴ προπαγάνδα γιὰ τὸν ἐκδυτικισμό τους. Ταύτιση τῆς ἐθνικότητας μὲ τὴ γλώσσα δὲν γνωρίζει ἡ Ρωμανία. Αὐτὸ ἐπιβλήθηκε ἀπὸ τοὺς δυτικοευρωπαίους τὸν 19ο αἰώνα. Τὸ εὐρωπαϊκὸ σκάνδαλο ὅμως δὲν ἀπουσιάζει, ποὺ ἀνατρέπει αὐτὴ τὴν νοοτροπία!
Οἱ Ἑλβετοὶ μιλοῦν τρεῖς γλῶσσες, γαλλικὰ – γερμανικὰ – ἰταλικά, ἀλλὰ ἐθνικὰ εἶναι μόνο Ἑλβετοί. Τὰ ρωμαίϊκα (ἁπλὰ ἑλληνικὰ) ἦταν ἡ κοινὴ γλώσσα τῆς αὐτοκρατορίας μέχρι τὸν 19ο αἰώνα καὶ ἐξασφάλιζαν τὴν ἑνότητά της. Μὲ τὴν κοινὴ πίστη, τὴν Ὀρθοδοξία, τὴν κοινὴ Λατρεία, τὴν κοι νὴ πνευματικὴ ζωὴ καὶ τὴν κοι νὴ κανονικὴ τάξη συνεχίσθηκε ἡ ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων Λαῶν τῆς αὐ τοκρατορίας, χωρὶς νὰ καταργοῦν ται οἱ ἐθνικὲς ταυτότητες (συνείδηση τῆς καταγωγῆς) μέσα στὴν ἐν Χριστῷ ὑπερεθνικότητα.

Ὁ ἐθνικισμὸς ὡς φυλετισμός, μὲ τὸν τονισμὸ τῆς ἐθνικότητας, θὰ ἀναπτυχθεῖ μετὰ τὸ 1204 καὶ θὰ κορυφωθεῖ τὸν 19ον αἰώνα. Ἡ ἐθνικὴ (ἐθνικιστικὴ) ἰδέα θὰ καλλιεργηθεῖ ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ 18ου αἰώνα (διαφωτισμός, σχολικὴ ἐκπαίδευση). Ἔτσι θὰ προκύψουν οἱ βαλκανικοὶ ἐθνικισμοὶ μὲ ἄμεση συνέπεια τὰ ἐκκλησιαστικὰ αὐτοκέφαλα (διάλυση τῆς ρωμαίϊκης ἑνότητας), διάλυση τῆς ἐθναρχίας καὶ τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώμης, ποὺ συνεχιζόταν σ᾽ αὐτή.
Τὸ 1872 πανορθόδοξη σύνοδος στὴν Κωνσταντινούπολη καταδικάζει τὸν «ἐθνοφυλετισμό» (τὴν εἴσοδό του στὴν Πίστη) ὡς αἵρεση. Ἡ ἑνότητα τῆς Ρωμανίας καὶ ἡ συνέχεια τῆς οἰκουμενικῆς ρωμαίϊκη ἰδέας ἐξασφαλίζεται στὰ ὅρια τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας, ποὺ δὲν ἀκολούθησε τὶς τύ- χες καὶ περιπέτειες τῆς κρατικῆς δικαιοδοσίας.
Ὁ ἐκκλησιαστικὸς χῶρος, ὅταν καὶ ὅπου κυριαρχεῖ τὸ πατερικὸ φρόνημα, μένει πάντα πιστὸς στὴν ἐν Χριστῷ οἰκουμενι- κότητα καὶ πανενότητα τῶν Ρωμαίων – Ρωμηῶν – Ὀρθοδόξων. Ὅπου ὅ μως ἐπικρατεῖ τὸ κοσμικὸ φρόνη- μα, ἐκεῖ ὑπερισχύει ἕνας νοσηρὸς ἐθνικισμὸς (φυλετισμός). Μὲ τὴν ἐπιβίωση τῶν ἐθναρχι ῶν τῶν κατακτη μένων ἐδαφῶν της ἡ Ρωμανία (αὐ τοκρατορία) ζεῖ:
Ἐθναρχία τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου, τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας, τῆς Ἀντιοχείας, τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Ἡ δικαιοδοσία αὐτῶν τῶν ἐθναρχικῶν κέντρων ἔσωσε καὶ σώζει καὶ ἐδαφικὰ – δικαιοδοσιακὰ τὴν παλαιὰ γεωγραφικὴ ἔκταση τῆς Ρωμανίας.
Ἡ διάσωση δὲ καὶ συνέχεια τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Ἁγίων καὶ τῆς πατερι- κότητος τοῦ φρονήματος σώζει καὶ πνευματικὰ τὴν Ρωμανία, εἰς πεῖσμα τῶν καιρῶν καὶ τῶν ὁποιωνδήποτε ἀλλαγῶν τους. Αὐτὸ διεκήρυσσε σθεναρὰ ὁ μακαριστὸς π. Ἰωάννης Ρωμανίδης. Καὶ εἶχε δίκιο!

 Ὀρθόδοξος Τύπος άρ. φύλ. 1976  23 Μαΐου 2013

anavaseis

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )