.

.

Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Τροπάριο της Κασσιανής σε μετάφραση Φ.Κόντογλου – ψάλλει ο Λ.Αγγελλόπουλος

Το περίφημο δοξαστικό των αποστίχων του όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης, Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή.

Ένα γνωστότατο πλέον μέλος του Πέτρου Πελοποννησίου, λαμπαδαρίου της μεγάλης του Χριστού εκκλησίας.
Το ποίημα είναι της γνωστής υμνογράφου του ενάτου αιώνα Κασσίας.
Το μέλος του Πέτρου Λαμπαδαρίου συνυφασμένο με το ποίημα είναι από τις αριστουργηματικότερες σελίδες της βυζαντινής μουσικής, αντάξιο της ποιητικής έμπνευσης της Κασσίας και της μουσικής δεινότητας του Πέτρου Λαμπαδαρίου.
Το τροπάριο αυτό είναι τονισμένο στο δρόμο του αργού στιχηραρίου, και παρουσιάζει μια θαυμάσια ισορροπία δομής και μια ευρηματική σύζευξη μέλους και κειμένου.
Από τα απόστιχα ιδιόμελα του όρθρου της Μ. Τετάρτης:
Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, 
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,

ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους
τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.
Μετάφραση από τον Φώτη Κόντογλου:
Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα
και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου
κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη
και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,
τ’ άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,
ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος
Ζωντανά από την αγία Ειρήνη της οδού Αιόλου. Ψάλλει χορός ψαλτών υπό τη διεύθυνση του Άρχοντος Πρωτοψάλτη της Αγιωτάτης Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως κ. Λυκούργου Αγγελόπουλου.

Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ 2013



ΟΙ  ΕΥΘΥΝΕΣ  ΤΩΝ  ΑΡΧΟΝΤΩΝ


( ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ   
ΚΑΙ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ )

 ΚΑΙ  ΟΙ  ΕΥΘΥΝΕΣ  ΤΟΥ  ΛΑΟΥ.
Ὅταν ὁ Κύριός μας εἰσῆλθε στά Ἱεροσόλυμα, γιά νά πάθη ὑπέρ ὅλου τοῦ κόσμου, ὁ ἁπλός λαός τόν ὑποδέχθηκε μέ ἐνθουσιασμό ὡς νικητή τοῦ θανάτου, λόγῳ τοῦ προηγηθέντος θαύματος τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου. 
Ἔστρωναν τά ροῦχα τους γιά νά περάση ἀπό πάνω ὁ Χριστός καί τόν χαιρετοῦσαν κουνώντας τά τρυφερά κλαδιά τῶν φοινίκων (τά βαΐα), ὅπως ἔκαναν ὅταν ὑποδέχονταν νικητές πολέμων καί ἥρωες. 
Μέσα σέ λίγες, ὅμως, ἡμέρες ὁ ἐνθουσιασμός τοῦ λαοῦ μετα-βλήθηκε σέ ὀργή ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ. 
Ἔφθασε, αὐτός ὁ ἴδιος λαός πού τότε φώναζε τό «ὡσαννά», νά ζητᾶ στή συνέχεια τήν καταδίκη του, μέ τό «ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν»
Πῶς, ὅμως, συνέβη αὐτό; 
Πῶς ἐξηγεῖται; 
Τή γνώμη του ὁ λαός δέν τήν μετέβαλε μόνος του. 
Τοῦ τήν μετέβαλαν οἱ ἡγέτες του, οἱ ἄρχοντές του. 
Δυστυχῶς, στήν ἱστορία ὑπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα. 
Οἱ ἄρχοντες προκει-μένου νά χειραγωγήσουν τόν λαό ἐκεῖ πού θέλουν καί νά τόν καθυποτάξουν στήν ἐξουσία τους, πολλές φορές ἐπιχειροῦν καί κατορθώνουν μέ διάφορα μέσα νά ἀλλοιώνουν τή γνώμη καί τή θέλησή του καί νά τόν στρέφουν ἀκόμη καί ἐναντίον τοῦ πραγματικοῦ του συμφέροντος. 
Τήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ ἄρχοντες τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ ἦταν οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι
Αὐτοί εἶχαν μετατρέψει τό λαό σέ μάζα κατευθυνόμενη καί σέ ὄχλο. 
Διέστρεφαν τήν ἀλήθεια καί παραπλανοῦσαν τόν λαό, τόν ὁποῖο οὐσιαστικῶς ὑποτιμοῦσαν καί ἐκμεταλλεύονταν γιά τά συμφέροντά τους. 
Καί μάλιστα δέν δίσταζαν αὐτό νά τό κάνουν ἐν ὀνόματι τοῦ Νόμου, δηλαδή στό ὄνομα τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, τίς ὁποῖες διέστρεφαν καί παρερμήνευαν. 
Ἔτσι, κατόρθωσαν, κατά τήν πιό ἄδικη δίκη ὅλων τῶν ἐποχῶν, τή Δίκη τοῦ Χριστοῦ, νά «πείσουν» τό λαό νά ζητήση τήν ἀπελευθέρωση ἑνός κακούργου καί τήν καταδίκη ἑνός ἀθώου, τοῦ ἀναμαρτήτου Ἰησοῦ. 
Ὁ Χριστός ἀγάπησε τόν ἁπλό λαό καί εἶδε τούς ἀνθρώπους ὡς πρόβατα μή ἔχοντα ποιμένα. Ἐπεσήμανε τό πρόβλημα τῶν κακῶν ἀρχόντων - ποιμένων καί τό δράμα τοῦ λαοῦ ἐξαιτίας των.  
 Ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας διεκήρυξε ὅτι εἶναι «ὁ Ποιμήν ὁ καλός» καί διευκρίνισε ὅτι ὁ ποιμένας ὁ καλός θυσιάζει καί τήν ψυχή του ἀκόμη, ὑπέρ τῶν προβάτων. 
Μάλιστα ἄφησε παρακαταθήκη στούς μαθητές Του νά μή μοιάσουν καί νά μή κάνουν ὅ,τι κάνουν οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν, οἱ ὁποῖοι κατεξουσιάζουν τούς λαούς καί τούς διοικοῦν καί τούς μεταχειρίζονται αὐθαίρετα καί τυρρανικά. 
Ὁ Χριστός, ὄχι μόνο ἀγάπησε τό λαό, ἀλλά, ἐμπράκτως τόν διακόνησε σέ ὅλα τά ἐπίπεδα καί στό τέλος θυσιάσθηκε κιόλας γι’ αὐτόν. 
Μέ παρρησία δέ ἤλεγξε τήν τυρρανική συμπεριφορά καί αὐθαίρετη γνώμη τῶν ἀρχόντων τῆς ἐποχῆς του, ἀπευθύνοντας σ’ αὐτούς τά φοβερά ἐκεῖνα «οὐαί ὑμῖν… ὑποκριταί» καί τούς γνωστούς ἐκ τῶν ἱ. Εὐαγγελίων βαρύ-τατους χαρακτηρισμούς των («ὄφεις», «γεννήματα ἐχιδνῶν», «ὁδηγοί τυφλοί», «κεκονιαμένοι τάφοι» γεμᾶτοι ἀκαθαρσίες κλπ.). 
Δυστυχῶς, στό διάβα τῆς ἱστορίας, ἀλλά καί ἰδιαιτέρως στήν ἐποχή μας, κατά τό πλεῖστον, οἱ ἄρχοντες διαστρέφουν τήν ἀλήθεια, πλανοῦν τό λαό, θέλουν νά τόν ἀπομακρύνουν ἀπό τόν Χριστό, συκοφαντοῦν τήν Ἐκκλησία Του ( ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τήν μεγαλύτερη καταξίωση τοῦ λαοῦ, διότι ἐν Αὐτῆ ὁ λαός γίνεται Σῶμα Χριστοῦ), ἐνδιαφέρονται μόνο γιά τή δική τους κυριαρχία, καταπατοῦν ἀσύστολα τό Νόμο τοῦ Θεοῦ νομοθετώντας ἀνόμους νόμους, ἀδικοῦν τό λαό καί τόν ἐκμεταλλεύονται, ὑπηρετοῦν ἄνομα συμφέροντα καί σκοτεινούς σκοπούς, καταστρέφουν τό δίκαιο ἐν ὀνόματι τῆς Δικαιοσύνης. 
Μάλιστα στή σύγχρονη ἐποχή δέν διστάζουν νά χρησι-μοποιοῦν γιά τά παραπάνω σύγχρονες ὕπουλες μεθόδους, ἀθέμιτα μέσα καί ἀπάνθρωπες τεχνικές γιά τήν καθυπόταξη, χειραγώγηση καί ἐπιβολή τῶν ἀπόψεων-σχεδίων των στό λαό. 
Ἐπιστρατεύουν τήν ψυχολογία τοῦ βάθους (μέ συνθήματα), κυρίως τό ΦΟΒΟ, ἐκμεταλλεύονται τήν ψυ-χολογία τοῦ ὄχλου καί χειραγωγόντας ὅλα τά σύγχρονα μέσα μαζικῆς, ὅπως λέγονται, ἐνημερώσεως, μᾶλλον δε συσκοτίσεως, κά-νουν τό λαό νά μή σκέπτεται, γιά νά τοῦ ἐπιβάλουν τελικῶς τίς δικές τους σκέψεις. 
Ὑπάρχει, ὅμως, κάτι ἀκόμη χειρότερο! 
Καί αὐτό εἶναι ἡ ἐξίσου ἀπαράδεκτη τακτική καί τῶν λεγομένων ἐκκλησιαστικῶν ἀρχόντων (ὁρισμένων, βεβαίως, πλήν ὄχι, πλέον, ὀλίγων), οἱ ὁποῖοι συναγωνίζονται τούς πολιτικούς στήν ὑποκρισία, τήν ἰδιο-τέλεια, τήν αὐθαιρεσία καί τήν παραπλά-νηση. 
Δέν ἐνδιαφέρονται γιά τήν προά-σπιση τῆς Ἀληθείας, προδίδουν τήν Πίστη, διαφθείρουν μέ τό παράδειγμά τους τό λαό, συσχηματίζονται μέ τόν κόσμο καί τίς ἐπιδιώξεις του, καί μέ ἕνα λόγο ἀντί νά θυσιάζονται γιά τό ποίμνιο, θυσιάζουν, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης, τό ποίμνιο γι’ αὐτούς! Χαρα-κτηριστικό παράδειγμα οἱ Οἰκουμενιστές καί Καινοτόμοι «Ποιμένες» πού μέ τά φαῦ-λα δόγματα καί τόν φαῦλο βίο τους (αὐτά πᾶνε μαζί) ἔχουν ἁλώσει ἐκ τῶν ἔνδον τό κάστρο τῆς Ὀρθοδοξίας. 
Ζοῦν στή πραγμα-τικότητα ἔκφυλο βίο καί πάντως ὄχι ἀσκη-τικό καί πρέποντα στό σχῆμα τους καί ἐνῶ τηροῦν, γιά παραπλάνηση τῶν ἁπλουστέ-ρων καί ἀφελῶν, ὅλους τούς τύπους καί τά ἐξωτερικά σχήματα τῆς παραδόσεως (ἀμφίεση, τελετουργικά, ρητορεῖες, κ.ο.κ.) κάθονται στούς θρόνους τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, ὡς δῆθεν διάδοχοί των  ἐνῶ δέν εἶναι τῶν τρόπων ἐκείνων μέτοχοι, γι’ αὐτό καί εἶναι ἐστερημένοι τῆς χάριτος καί τοῦ φωτισμοῦ ἐκείνων. 
Καί ἐνῶ, ἐκ τῶν προλεχθέντων, εἶναι προφανεῖς οἱ εὐθῦνες τῶν Ἀρχόντων, πρέπει προφανεῖς νά γίνουν καί γιά τόν πιστό καί χιλιοπρο-δομένο λαό οἱ δικές του εὐθῦνες καί ὑπο-χρεώσεις.
 Ὁ λαός τοῦ Θεοῦ ὀφείλει, ὡς λογικό Ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ, νά σκέπτεται πάντοτε καί νά ἐνεργῆ κατά Θεόν. 


Τούς πολιτικούς ἄρχοντες, ἀφοῦ πλέον τούς ἐκλέγει, νά τούς ἐπιλέγη αὐστηρά μέ χριστιανικά κριτήρια, γιά νά μή γίνεται συνένοχος ἀντιθέων ἐνεργειῶν. 


Νά γνω-ρίζη τήν ἀλήθεια καί νά ζῆ χριστιανικά γιά νά εἶναι πάντοτε ἐλεύθερος κατά Χριστόν. 



Νά μή ἀκολουθῆ τούς ψευδεῖς, μισθωτούς καί ἰδιοτελεῖς Ποιμένες, ἀλλά μόνον ἐκείνους πού ὡς μιμηταί τοῦ Χριστοῦ καί γνήσιοι διάδοχοι τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων ἀγωνίζονται γιά τήν ἀλήθεια καί θυσιάζονται γιά τήν σωτηρία τοῦ ποιμνίου πού ἡ Ἐκκλησία τούς ἐμπιστεύθηκε νά διακονοῦν


Μόνον ἔτσι καί τότε θά δοῦμε καλλίτερες ἡμέρες γιά τήν Ἐκκλησία καί τήν Πατρίδα μας. Ἀμήν.


ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ι. ΚΑΤΣΟΥΡΑΣ 

apotixisi

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

Ναυπάκτου Ιερόθεος: «Σχολαστική και μεταπατερική θεολογία»

Ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου «Εισαγωγή στην Ιστορία της Δυτικής Θεολογίας» 
Κατά την παρουσίαση ομίλησαν ο Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου π. Ιερόθεος, ο Κ. Ντίνος, ιατρός, και ο συγγραφέας.
Στην συνέχεια παρατίθεται η ομιλία του Σεβ. Μητροπολίτου π. Ιεροθέου με τίτλο «Σχολαστική και μεταπατερική θεολογία»:

Όταν κανείς δέχεται την πρόσκληση να συμμετάσχη σε μια εκδήλωση για να παρουσιάση ένα βιβλίο και να τιμήση τον συγγραφέα του, συνήθως δέχεται τις ευχαριστίες του τιμωμένου για τον κόπο που κατέβαλε για την παρουσία του και την παρουσίαση του βιβλίου. Όμως, στην παρούσα περίσταση θα ήθελα εγώ να ευχα­ριστήσω τον κοπιά­σαντα συγγραφέα του βιβλίου που παρουσιάζεται σήμερα.
Είναι αλήθεια ότι κάθε μέρα στο γραφείο μου λαμβάνω μαζί με την αλληλογραφία και νέα βιβλία που μου αποστέλ­λονται με τιμή από τους συγγραφείς. Είναι ακόμη ευνόητο ότι δεν μπορώ να μελετήσω όλα τα βιβλία που λαμβάνω, αλλά επιλέγω εκείνα που με ενδιαφέρουν και μου προκαλούν την προσοχή, κυρίως σε ένα θέμα που με απασχολεί εκείνο τον καιρό.
Ένα από αυτά που απέσπασαν αμέσως την προσοχή μου είναι το βιβλίο του καθηγητή της Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Βελλάς Ιωαννίνων Γεωργίου Παναγοπούλου, με τίτλο «Εισαγωγή στην ιστορία της δυτικής θεολογίας» και υπότιτλο «Πρόσωπα, διδασκαλία, κριτική θεώρηση από την άποψη της Ορθόδοξης Παράδοσης». Πάντοτε ενδιαφερόμουν για την δυτική θεολογία, μελέτησα πολλά κείμενα σχετικά με το θέμα αυτό, μάλιστα τον τελευταίο καιρό ασχολούμαι με το θέμα αυτό, όπως θα πω στην συνέχεια, και γι’ αυτό αμέσως άρχισα την ανάγνωσή του, παίρνοντάς το μαζί μου κατά τις μετακινήσεις μου, και υπογραμμίζοντας τα σημεία που μου προκαλούσαν το ενδια­φέρον. Έτσι, θεωρώ τιμή που με προσκάλεσε ο ίδιος ο συγγραφέας να συμμετάσχω σε αυτήν την παρουσίαση του βιβλίου του και να εκφράσω τις απόψεις μου γι’ αυτό.
Θα τονίσω τρία σημεία.
1. Τα πλαίσια της σχολαστικής θεολογίας
Στην ιστορία της δυτικής θεολογίας ως σχολαστική θεολογία χαρακτηρίζεται η θεολογία που αναπτύχθηκε μεταξύ του 11ου και 13ου αιώνος στην Δύση, στην προσπάθεια των δυτικών θεολόγων να υπερβούν την πατερική θεολογία, η οποία, όπως πίστευαν τελείωσε τον 8ο αιώνα με την διδασκαλία του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ο οποίος θεωρείται ως ο τελευταίος Πατέρας της Εκκλησίας. Ο όρος σχολαστική θεο­λογία δημιουργήθηκε από τις σχολές που υπήρχαν τότε στα Πανεπιστήμια, και μάλιστα σχολαστικοί θεολόγοι λέγονται αυτοί που σήμερα χαρακτηρίζονται φοιτητές ή πανεπιστημιακοί, και διαιρούνται κατά διάφορες σχολές.
Βασική αρχή του σχολα­στικισμού είναι ο τρόπος έρευνας και η μέθοδος γνώσης που είναι η λογική, οπότε οι θεολόγοι αυτοί έθεσαν την λογική ως το όργανο της γνώσης, τόσο του κόσμου των επιστημών όσο και του Θεού. Οι σχολαστικοί μελετούσαν τον Θεό και όλα τα θέματα της θεολογίας μέσα από τον στοχασμό, την λογική, τον ορθό λόγο, χρησιμοποιώντας την κλασσική μεταφυσική, τον συνδυασμό μεταξύ Πλάτωνος και Αριστοτέλους, κυρίως του δευτέρου. Έτσι, οι σχολαστικοί θεολόγοι έκαναν κατά­χρηση της διαλεκτικής μεθόδου για να κατανοήσουν λογικά τα σχετικά με τον Θεό. Ταύτιζαν την μεθοδολογία της γνώσης τόσο για τον Θεό όσο και για την κτίση.
Η σχολαστική θεολογία αποτελεί ένα μέρος της μεσαιωνικής θεολογίας στην Δύση, και διαιρείται στην προσχο­λαστική θεολογία (9ος-10ος αιών μ.Χ.), την κυρίως σχολαστική θεολογία που έφθασε στην ακμή της με τον Θωμά τον Ακινάτη (11ος-13ος αιών μ.Χ.) και την παρακμή της σχολαστικής θεολογίας που άρχισε με τον Γουλιέλμο Όκκαμ (14ος αιών μ.Χ.).
Ο καθηγητής Γεώργιος Παναγόπουλος στο σημαντικό αυτό βιβλίο που παρουσιάζεται σήμερα, στην αρχή αναλύει την διδασκαλία των σχολαστικών θεολόγων, και στην συνέχεια φθάνει στην ανάλυση της διδασκαλίας του Μαρτίνου Λουθήρου, καθώς επίσης παρουσιάζει τις σχέσεις μεταξύ Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθο­λικισμού. Είναι φανερό ότι καταγράφει τις απόψεις των βασικών σχολαστικών και μετασχολαστικών θεολόγων, αλλά βλέπει και τις επιρροές που άσκησε η σχολαστική θεολογία στον Προτε­σταντισμό και τον Παπικό-Ρωμαιοκαθολικισμό, οπότε παρου­σιάζεται όλο το πανόραμα της δυτικής θεολογίας.
Από τους σχολαστικούς θεολόγους στο βιβλίο ανα­φέρονται: ο Άνσελμος Κανταβρυγίας (1033-1109), ο Ούγος (1097-1141) και ο Ριχάρδος (1120-1173) του αγίου Βίκτωρος, ο Μποναβεντούρα (1221-1274), ο Θωμάς ο Ακινάτης (1224/25-1274) ο Ιωάννης Δούνς Σκώτος (1265/66-1308) και ο Γουλιέλμος Όκκαμ (1288-1348). Από τους προτεστάντες θεολόγους αναφέρεται ο Μαρτίνος Λούθη­ρος (1483-1546) ο «ιδρυτής του βορειοευρωπαϊκού Χριστια­νισμού της νεωτερι­κότητας», αλλά και η «ιδρυτική φιγούρα του συγχρόνου Γερμανικού πολιτισμού». Σε κάθε έναν από αυτούς τους θεολόγους προηγούνται τα απαραίτητα βιο­γραφικά στοιχεία τους και ακολουθεί η ανάλυση της διδασκαλίας τους σε αντιπαραβολή πάντοτε με την ορθόδοξη θεολογία. Στο τέλος της ανάλυσης της διδασκαλίας του κάθε θεολόγου παρατίθενται χαρακτηριστικά κείμενά του στην ελληνική και την λατινική γλώσσα, οι εκδόσεις και ειδική βιβλιογραφία. Και στο παράρτημα του βιβλίου παρουσιάζεται το κείμενο «Ορθοδοξία και Ρωμαιοκαθο­λικισμός», το οποίο στην πραγματικότητα είναι ένα «ιστορικοδογματικό σχόλιο στο ερώ­τημα περί του σχίσματος Ανατολής και Δύσεως». Μέ τον τρόπο αυτόν εξετά­ζεται συνοπτικώς όλο το φάσμα της διαφοράς μεταξύ της δυτικής και ανατολικής θεολογίας.
Ο συγγραφέας, όπως γράφει στο προλογικό του σημείωμα, προκειμένου να διδάξη στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Βελλάς Ιωαννίνων το μάθημα που του ανατέθηκε της ιστορίας της δυτικής θεολογίας, συνέταξε αυτό το βιβλίο γιατί, όπως εξηγεί, «έκρινα σκόπιμο να προβώ, παράλληλα με την προετοιμασία και πραγματοποίηση των παραδόσεών μου, στην εκπόνηση ενός κατά το δυνατόν περιεκτικού και ευσυνόπτου σχετικού εγχειριδίου, στο οποίο επί πλέον θα δοκίμαζα ένα είδος κριτικής συνθεώρησης των θεολογικών εξελίξεων της Δύσης με τις θεμελιώδεις θέσεις της Ορθόδοξης κατά Ανατολάς Εκκλησίας».
Διαβάζοντας με πολύ ενδιαφέρον το εγχειρίδιο αυτό διέκρινα τις γνώσεις του συγγραφέως για την δυτική θεολογία, την επιστημονική μέθοδο διερευνήσεως του θέματός του, την κατανόηση της ορθοδόξου εμπειρικής θεοπτικής θεολογίας των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας και την σημαντική και καίρια επισήμανση των διαφορών μεταξύ των δύο αυτών θεολογικών παραδόσεων. Το προσόν που διαθέτει ο συγγραφεύς να γνωρίζη την γερμανική γλώσσα και την δυτική βιβλιογραφία, τα έντονα διανοητικά του προσόντα και χαρίσματα, αλλά και η αφομοιωτική του ικανότητα στο να γνωρίζη τα βασικά σημεία της πατερικής θεολογίας τον κατέστησαν ικανόν να συγγράψη αυτό το σημαντικό βιβλίο, το οποίο μου δημιούργησε εντύπωση κατά την πορεία της ανά­γνωσής του.
Μπορώ να ισχυρισθώ ότι γνωρίζοντας τα σχετικά με την σχολαστική θεολογία και το τί διεμόρφωσε αυτή η θεολογία στην Δύση, αλλά και στην σύγχρονη θεολογική σκέψη, διάβαζα το βιβλίο με πολύ ενδιαφέρον, σημείωνα τα σημεία που με εντυπωσίαζαν, ώστε ολόκληρο σχεδόν το βιβλίο να είναι υπογραμμισμένο. Έτσι θεωρώ το βιβλίο αυτό πρωτότυπο και ως το καλύτερο στο είδος του. Ξεκαθαρίζει πολλά συγκεχυμένα σημεία και παρουσιάζει την ουσία της διαφοράς μεταξύ της πατερικής και μεταπατερικής θεολογίας.
Τα θεολογικά ζητήματα που θίγονται στο ευσύνοπτο αυτό εγχειρίδιο είναι πολλά. Τα βασικά θέματα που διαπρα­γμα­τεύονται είναι το θέμα του Θεού, η σχέση του Θεού με τον κόσμο, η απολυτρωτική θυσία του Χριστού και η ζωή της Εκκλησίας, και η σχέση και διαφορά μεταξύ φιλοσοφίας και θεολογίας. Μέσα σε αυτά θίγονται πολλά ζητήματα, όπως το προπατορικό αμάρτημα και η ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης  η πίστη και ο λόγος  η θεολογία και η φιλοσοφία  η ύπαρξη του Θεού  η χάρη και αγαθά έργα  η Εκκλησία, η Αγία Γραφή και τα Μυστήρια κλπ.
Τα επί μέρους θέματα που θίγονται είναι ποικίλα. Θα σημειώσω μερικά από αυτά, όπως: η πλατωνική ανάμνηση και η αριστοτελική αφαίρεση  η ουσία και τα αρχέτυπα κατά την κλασσική μεταφυσική  η θεωρία της analogia entis  το μεταφυσικό θεμέλιο, ήτοι ο αριστοτελικός υλομορφισμός και ο νεοπλατωνικός εξεμπλα­ρισμός -η θεία πραγματικότητα κατά τον Πλάτωνα  οι βάσεις της σχολαστικής θεολογίας  η διαφορά μεταξύ της σχολαστικής και της πατερικής θεολογίας  ο συνδυασμός μεταξύ μυστικισμού και ορθολογισμού  η σχέση μεταξύ φύσης και χάρης  οι «λειτουργικές έννοιες» του ενεργεία και του δυνάμει, δηλαδή οι έννοιες του actus και της potentia  η διαφορά μεταξύ του ρεαλισμού και του νομιναλισμού  ο βολονταρισμός και οι θεολο­γικές συνεπαγωγές του  η φράγκικη θεολογία με τον φεουδαρχικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας  οι πλατωνικές απόψεις του Βαρλαάμ  η μετάβαση από την μεσαιωνική θεολογία στην μεταρρύθμιση, την νεωτε­ρικότητα και τον γερμανικό διαφωτισμό και πολλά άλλα.
Από αυτά φαίνεται ότι πρόκειται για μια σπουδαία μελέτη, στην οποία εξετάζεται η δυτική θεολογία από τον σχολαστικισμό μέχρι τις ημέρες μας –ουσιαστικά ολόκληρη η δεύτερη χιλιετία– μέσα από την πατερική προοπτική, αφού ο συγγραφεύς κρίνει όλη την δυτική θεολογία και τα αποτέλεσματά της με βάση την ακραιφνή πατερική ορθόδοξη θεολογία της θεώσεως και των θεοπτών αγίων. Διέκρινα ότι γίνονται πολλές αναφορές στην θέωση και την θεολογία των θεοπτών Πατέρων, γίνεται καλή χρήση της διδασκαλίας του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου και του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.
Πρόκειται για ένα σημαντικό βιβλίο στο είδος του και προσφέρει πολλές φιλοσοφικές και θεολογικές γνώσεις.
2. Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης και η σχολαστική θεολο­γία
Διαβάζοντας το εγχειρίδιο του καθηγητή Γεωργίου Παναγοπούλου διεπίστωσα ότι υπάρχουν παραπομπές σε κείμενα και στην σκέψη του π. Ιωάννου Ρωμανίδη, πράγμα που δεν κάνουν άλλοι θεολόγοι, και μάλιστα κρίνει την δυτική θεολογία μέσα και από τις απόψεις του π. Ιωάννου Ρωμανίδη.
Τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι ιδιαίτερα με την χαρι­σματική προσωπικότητα του π. Ιωάννου Ρωμανίδη και συνέγραψα τρία βιβλία έως τώρα. Στά επόμενα σχέδιά μου είναι να γράψω ένα τέταρτο βιβλίο για τις απόψεις του για την δυτική-σχολαστική θεολογία, που διαφοροποιείται από την πατερική θεολογία. Έχω συλλέξει όλο το υλικό από τις πανεπιστημιακές του παραδόσεις και ήδη έχω αρχίσει να το συνθέτω, αλλά τα διάφορα προβλήματα της αρχιερατικής διακονίας μου δεν μου επιτρέπουν να αφιερώνω πολλές ώρες για την περάτωση του έργου αυτού. Νομίζω ότι και αυτό το έργο θα αναδείξη την μεγάλη σημασία της ορθόδοξης πατερικής θεοπτικής θεολογίας, η οποία διαφέρει σαφέστατα από την σχολαστική και την ηθικιστική θεολογία που επικρατούν στην Δύση και στους δυτικόφρονες θεολόγους.
Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης γνώρισε την δυτική θεολογία από τα μικρά του χρόνια. Από μαθητής Γυμνασίου, και στην συνέχεια ως φοιτητής της θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού Βοστώνης, μελέτησε επισταμένως την θεολογία του Θωμά του Ακινάτη και γνώρισε τις αρχές της σχολαστικής θεολογίας, όπως φαίνεται στο βιβλίο του μεγαλυτέρου σχολαστικού θεολόγου (Θωμά του Ακινάτη) με τίτλο Σούμα Θεολογική. Αργότερα, με την σπουδή του στην προτεσταντική Θεολογική Σχολή του Γέϊλ διέκρινε την αποστροφή των Προτεσταντών στην θεολογία του σχολαστικισμού και την χρησιμο­ποίηση από αυτούς της βιβλικής μεθόδου ερμηνείας της Αγίας Γραφής, αφού οι Προτεστάντες μελετούσαν την Αγία Γραφή αποκεκομμένη από την παράδοση των Πατέρων, και των σχολαστικών θεολόγων, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία της ιστορίας της συγκριτικής θρησκειο­λογίας και της φιλοσοφίας της εποχής που έζησαν οι συγγραφείς των βιβλίων της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης.
Ως ορθόδοξος ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, με βαθειά πνευ­μα­τική υποδομή από το σπίτι του, αφού απέρριψε τις απόψεις του σχολαστικισμού, όπως τις γνώρισε στον Θωμά τον Ακινάτη, αλλά και τις απόψεις του Προτεσταντισμού, όπως τις έμαθε από την βιβλική μέθοδο ερεύνης των Προτεσταντών, προχώρησε με την βοήθεια του καθηγητού και «μέντορά» του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, στους Αποστο­λικούς Πατέρας της Εκκλησίας και στην πατερική περίοδο, όπως και στην πατερική περίοδο μετά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, και διέκρινε την μεγάλη αξία της πατερικής παραδόσεως. Αποτέλεσμα αυτής της ερεύνης και μελέτης είναι η διατριβή του με τίτλο «Το προπατορικό αμάρτημα», που έπαιξε έναν σπουδαίο και πρωταρχικό ρόλο στην αλλαγή των θεολογικών σπουδών στην Ελλάδα. Αλλά και οι μετέπειτα μελέτες του ξεκαθάρισαν πολύ καλά το τοπίο και απέδειξαν ότι η ορθόδοξη θεολογία, όπως εκφράζεται αυθεντικά από τους Πατέρας της Εκκλησίας διαφέρει σαφώς από τον σχολαστικισμό και τον ηθικισμό, που η βάση του είναι ο αυγουστινιανισμός, όπως τον ερμήνευσαν οι Φράγκοι θεολόγοι και οι Προτε­στάντες. Έλεγε, μάλιστα, ο ίδιος ότι δεν μπορούμε να καταλάβουμε την σχολαστική θεολογία και την πατερική θεολογία, αν δεν μελετήσουμε επισταμένως τις έννοιες analogia entis, ότι ο Θεός αποκα­λύπτεται στην λογική του ανθρώπου, όπως το βλέπουμε στην φιλοσοφία, και την analogia fidei, ότι ο Θεός αποκαλύπτεται στην Αγία Γραφή.
Ο συγγραφεύς του πονήματος αυτού χρησιμοποιεί από­ψεις του π. Ιωάννου Ρωμανίδη, όπως διατυπώθηκαν στα βιβλία και τις μελέτες του, καθώς επίσης και σε θεολογικές διδα­σκαλίες του τις οποίες τόνιζε συχνά.
Κατ’ αρχήν χρησιμοποιεί συγκεκριμένες δημοσιευμένες θέσεις του π. Ιωάννου. Παραπέμπει στο βιβλίο της Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας, για το ότι η θεία αγάπη είναι η προαιώνια άκτιστη ενέργεια της Αγίας Τριάδος, η οποία δεν ταυτίζεται ούτε με την θεία ουσία ούτε με τα άκτιστα υποστατικά ιδιώματα, και ότι η γέννηση του Υιού και η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος «δέν είναι θείες ενέργειες, αλλά υπέρκεινται των ενεργειών». Αναφερόμενος στην άποψη του Ανσέλ­μου Κανταβρυγίας, για την ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης από τον Χριστό, γράφει: «Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης θα δεί στον Άνσελμο την εικόνα ενός Θεού που δημιουργεί, τιμωρεί και λυτρώνει κατ’ ανάγκην». Τονίζει την διδασκαλία του ότι δεν είχε ανάγκη ο Θεός της καταλλαγής και της συμφιλιώσεως με τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος χρειαζόταν να ενωθή «μέ την πηγή της ζωής, τον δοτήρα των αγαθών». Ο Απόστολος Παύλος, κατά την ερμηνεία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, δεν κάνει λόγο για καταλλαγή του Θεού με τον άνθρωπο, αλλά του ανθρώπου με τον Θεό. Οπότε, και το Βάπτισμα δεν συνδέεται με την συγχώρηση μιας κληρονομικής ενοχής του Αδάμ, αλλά για αποκατάσταση της κοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό. Δυστυχώς, οι ορθόδοξοι θεολόγοι, όπως φαίνεται από την αλληλογραφία του π. Ιωάννου Ρωμανίδη με τον Παναγιώτη Τρεμπέλα, είχαν επηρεασθή από την έννοια της ανσέλμειας «ικανοποίησης» της θείας δικαιοσύνης. Ο καθηγητής Γεώργιος Παναγόπουλος παρατηρεί: «Ο πυρήνας της ενόρασης Ρωμανίδη παραμένει άθικτος: η καταλ­λαγή, όπως προβάλλεται από τον Παύλο και ερμη­νεύεται θεο­­δι­δάκτως στην ορθόδοξη πατερική παράδοση, ουδεμία δικαιο­λογητική βάση δύναται να προσφέρει για την περί ικανοποιήσεως θεωρία των Σχολαστικών».
Ο συγγραφεύς, κρίνοντας την θεωρία του Μαρτίνου Λουθήρου ότι ο πιστός προσοικειώνεται την σωτηρία μόνον δια της πίστεως, παραπέμπει στο βιβλίο του π. Ιωάννου Ρωμανίδη με τίτλο «Το προπατορικόν αμάρτημα», ότι η σωτηρία συνίσταται στην «συνεχή παρουσία της σωστικής, αφθαρτοποιού και θεοποιού άκτιστης ενέργειας του Αναστάντος εντός της Εκκλησίας και στα σώματα των Αγίων».
Επί πλέον, στο παρουσιαζόμενο βιβλίο γίνεται αναφορά στις θέσεις του π. Ιωάννου Ρωμανίδη ότι το Σώμα του Χριστού «ιεραρχείται χαρισματικά» και ότι ο κατ’ εξοχήν θεολόγος της Εκκλησίας «δέν είναι ο φιλοσοφών στοχαστικώς και διαλεκτικώς, αλλά ο φθάσας χάριτι Θεού, εις θεωρίαν της δόξης του Χριστού και ούτω λαβών την εκ Θεού αποκάλυψιν γενόμενος αυθεντία τοίς πιστοίς».
Εκτός από δημοσιευμένες γραπτές θέσεις του π. Ιωάννου Ρωμανίδη τις οποίες καταγράφει ο Καθηγητής Γεώργιος Παναγόπουλος στο παρουσιαζόμενο βιβλίο του, συγχρόνως ο αναγνώστης θα διαγνώση πολλές θέσεις του π. Ιωάννου, καίτοι δεν αναφέρονται το όνομά του και οι παραπομπές από τα δημοσιευθέντα βιβλία του. Θα παρατεθούν μερικές από αυτές.
Συχνά γίνεται λόγος για το ότι οι σχολαστικοί στηρί­ζονται στην λογική και την φιλοσοφία, ενώ οι ορθόδοξοι θεολόγοι στηρίζονται στους θεουμένους αγίους. Οι φράσεις είναι εκφραστικές: «διδασκαλία των θεουμένων»  «η παράδοση των θεουμένων»  «η παράδοση των θεουμένων της μίας και αδιαίρετης Εκκλησίας»  «ο θεούμενος έχει ο ίδιος πλέον χαρισματικώς καταστεί ζώσα θεοχάρακτος πλάκα στο βαθμό που "ενεργείται" υπό του Παρακλήτου»  «καί ένας μόνο θεούμενος, χαρισμα­τικός φορέας της ανόθευτης πείρας του σώματος, μπορεί να αντιταχθεί σε σωρεία ψευδοσυνόδων (ενδεχομένως άψογα συγκροτημένων από τυπική άποψη), όπως έπραξε ο Μ. Αθανά­σιος έναντι των αναριθμήτων συνόδων που συγκάλεσε ο αρειανίζων Κωνστάντιος στα μέσα του 4ου αιώνα»  «ο θεούμενος που ως μέλος της Εκκλησίας γεύεται εμπειρικά το δοξασμό της υπάρξεώς του, εισέρχεται στον υπέρφωτο θείο γνόφο...».
Στο βιβλίο διαβάζει κανείς «ρωμανιδικές» εκφράσεις, όπως: στην Ορθόδοξη Εκκλησία σε αντίθεση με τον σχολα­στικισμό «δέν υπάρχει μεταφυσική και οντολογία»  «ο λόγος των Πατέρων και των Αγίων της Εκκλησίας δεν είναι μετα­φυσικός ούτε στοχαστικός, αλλά περιγραφικός και υπομνη­μα­τιστικός μιας μακράς σειράς γεγονότων σωτηριολογικής για τον άνθρωπο σπουδαιότητας, δηλ. των ιερών θεοφανειών»   στην δυτική θεολογία «η θεολογία της αποκαλύψεως» αντικαθίσταται με την «θρησκευτική μεταφυσική θεολόγηση» που εισάγει «αιρετικές αποκλίσεις» και αλλοιώνει το μυστήριο της Εκκλησίας. Τελικά, η θεολογία της Εκκλησίας είναι «αγιοπνευματική πείρα των χαρισματικών φορέων της κοινωνίας της θεώσεως, που είναι η Εκκλησία «πού αλλοιώνεται από την σχολαστική θεολογία. Αλλά και «ο ορισμός της κοινότητος ως σώματος Χριστού δεν μπορεί παρά να δοθεί με ορισμούς χαρισματικών λειτουργιών» και η κοινότητα είναι «κοινωνία θεώσεως», «δηλ. κατά πρόγευση των Εσχάτων συμπερίληψη από εδώ και τώρα στο μυστήριο της άκτιστης αγάπης του Τριαδικού Θεού». Επίσης, γίνεται λόγος για την αρχαιοτάτη παράδοση της Εκκλησίας «νά αναβιβάζονται στο αξίωμα της επισκοπής» οι «θεόπτες» και ότι στην Εκκλησία «τό υπούργημα της διακυβερνήσεως κατανοείται μόνο υπό το φώς της θεοπτικής πείρας των εν Θεώ δοξασμένων μελών του σώματος και η διαποίμανση του λαού του Θεού παρουσιάζεται «ως χαρισματική διακονία που νοηματοδοτείται από την θεοπτική πείρα, την μέθεξη της άκτιστης δόξας του Γιαχβέ».
Μιά άλλη «ρωμανιδική» διδασκαλία που διαβάζουμε στο βιβλίο του καθηγητή Γεωργίου Παναγοπούλου είναι το σχετικό με την θεραπεία του ανθρώπου και την θεραπευτική αγωγή της Εκκλησίας. Γίνεται λόγος για το «θεραπευτικό μέσο» της μελέτης της Βίβλου και των πατερικών συγγραμμάτων, που δρά «αλληλο­συμπληρωματικά με τους κόπους της ασκήσεως, δηλ. την θεραπευτική αγωγή της καθάρσεως»   για το δώρο του Τριαδικού Θεού που δίνεται στον άνθρωπο «μέ εξάπαντος θεραπευτική προοπτική» και όχι κατόπιν «ευσεβούς διαθέσεως», και «εμβριθούς φιλοσοφικού στοχασμού»   για την «θεραπευτική προσέγγιση του μυστηρίου της εν Χριστώ απολυτρώσεως», που δεν αμφισβητεί την σωτηρία ως δώρο της Χάριτος του Θεού, αλλά και τα έργα της ασκήσεως είναι «θεραπευτικά μέσα με τα οποία ο άνθρωπος συνεργεί με τη σωστική χάρη προς επίτευξη της ανιδιοτελούς αγάπης». Αλλού γίνεται αναφορά στο ότι η ηθική συνδέεται με την ασκητική και πρόκειται για «βαπτισματική και ευχαριστιακή άσκηση» και οπωσδήποτε η άσκηση «κατανοείται ως θεραπευτική μέθοδος», την οποία «εφαρμόζει η Εκκλησία στα ασθενή μέλη της προς θεραπεία από την ιδιοτέλεια και αποκατάστασή τους στην "ελευθερία της δόξης των τέκνων του Θεού"» και βέβαια σκοπός της ασκήσεως «είναι πάντα η θεραπευτική κάθαρση του ανθρώπου, ώστε να οδηγηθεί με την Χάρη του Πνεύματος στην καινή ζωή, στην κοινωνία δηλ. της άκτιστης δόξας του Τριαδικού Θεού, η οποία αποκαλύπτεται και καθοράται "υπέρ νούν, γνώσιν και αίσθησιν", ως φώς από τους δικαίους-θεουμένους όλων των αιώνων». Έτσι, η Εκκλησία αποτυπώνει «τήν εμπειρία του δοξασμού του κτιστού δια της μετοχής του στή φωτοχυσία των ιερών θεοφανειών» στα δόγματα.
Ακόμη στο παρουσιαζόμενο βιβλίο γίνεται λόγος για τις απόψεις του π. Ιωάννου Ρωμανίδη για το «Βυζάντιο-Ρωμανία»   για τις «γερμανικές φυλές» που κυριαρχούν στην δυτική Ευρώπη μεταξύ των αιώνων 8ο-10ο, που κομίζουν «προχριστιανικές παγανιστικές παραστάσεις»   για «τόν φεουδαρχικό τρόπο οργανώσεως του κοινωνικού οικοδο­μήματος», αλλά και τον «πειθαρχικό μηχανισμό της παπικής Εκκλησίας»  για «τήν ιεραρχημένη τάξη των φεουδαρχικών κοινωνιών του δυτικού μεσαίωνα»  «γιά τον εκγερμανισμό του δυτικού Χριστιανισμού» από «τήν μαζική εμφάνιση στο ιστορικό προσκήνιο των γερμανικών βαρβαρικών φύλων».
Γενικά, στο παρουσιαζόμενο βιβλίο φαίνεται ξεκάθαρα η αίρεση του σχολαστικισμού, ως έκφραση της μεταφυσικής οντο­λο­γίας που επικράτησε στην Δύση από τους Φράγκους, η οποία αντι­παρατίθεται στην εμπειρία των θεουμένων που είναι η βάση της Ορθοδόξου θεολογίας. Σε αυτά τα θέματα αναφερόταν συχνά ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, διότι είχε καταλάβει την εξαιρετική σημα­σία τους για την ερμηνεία της θεολογίας.
3. Η σύγχρονη θεολογία, έκφραση της μεταπατερικής θεολογίας
Μελετώντας κανείς την δυτική θεολογία και στο βιβλίο αυτό, που παρουσιάζεται σήμερα, αναγκαστικά σκέπτεται το θέμα της μεταπατερικής θεολογίας. Μερικοί σύγχρονοι θεολόγοι υποστηρίζουν ότι η σχολαστική θεολογία είναι ανώτερη από την πατερική θεολογία, ότι η πατερική περίοδος τελείωσε τον όγδοο αιώνα και τώρα ζούμε την μεταπατερική περίοδο.
Παρατηρώντας την σύγχρονη θεολογία στην Ελλάδα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι διακρίνεται από μερικά στοιχεία νεοσχολαστικισμού, νεοηθικισμού και μεταπατερισμού.
Όταν κάνω λόγο για νεοσχολαστικισμό εννοώ ότι διάφορες σχολαστικές και μετασχολαστικές απόψεις έχουν επηρεάσει, τουλά­χιστον πριν λίγα χρόνια μερικούς μεγάλους Έλληνας θεο­λόγους, όπως και τις δύο Θεολογικές Σχολές της Πατρίδος μας, Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Ο νεοηθικισμός είναι ένα ρεύμα που εκφράζει την λεγόμενη βιβλική μέθοδο ερεύνης, την οποία καλλιεργούν σε μεγάλο βαθμό οι προτεσταντικοί βιβλικοί θεολόγοι, που απέρριψαν την ησυχαστική, ασκητική, πατερική παράδοση και στηρίζονται στην ιστορία, την συγκριτική θρησκειολογία και την φιλοσοφία της εποχής που γράφηκε κάθε κείμενο. Όταν κάνω λόγο για μεταπατερισμό, εννοώ κυρίως τις απόψεις των Ρώσων θεολόγων με κέντρο το Παρίσι, που έχουν όμως αφετηρία τις απόψεις του ρώσου θεολόγου Αλέξη Χομιακώφ, καθώς επίσης και όσους έχουν επηρεασθή από αυτούς. Έτσι, στην Πατρίδα μας σήμερα υπάρχουν διάφορες επιρροές από τα τρία ρεύματα που ανεφέρθησαν προη­γουμένως.
Είναι χαρακτηριστικό ένα βιβλίο του Παπικού θεολόγου Aidan Nichols με τίτλο Light from the East (Φώς από την Ανατολή), ο οποίος μελέτησε τις απόψεις μερικών βασικών ορθοδόξων θεολόγων και προσπάθησε να ενημερώση τον δυτικό κόσμο γύρω από τις βασικές θέσεις που επικρατούν στην σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία. Σε μερικά σημεία παρατηρεί κανείς υπερβολές και παρερμηνείες, γιατί ο συγγραφέας δεν μπορεί, ως παπικός, να καταλάβη πλή­ρως τις σκέψεις των ορθοδόξων, αλλά βασικά δείχνει τις επιρροές που έχουν υποστή μεγάλοι σύγχρονοι ορθόδοξοι Έλληνες θεολόγοι από την Δύση, όπως και τις επιδράσεις που δέχθηκαν οι δύο Θεολογικές μας Σχολές από την δυτική και ρωσική θεολογία.
Τα κεφάλαια του βιβλίου αυτού είναι χαρακτηριστικά ήτοι: ο Βλαδίμηρος Λόσσκυ και ο αποφα­τισμός  ο Ιωάννης Μέγεντορφ και ο νεοπαλαμισμός  ο Σέργιος Μπουλκάκωφ και η σοφιολογία  ο Ιωάννης Ρωμανίδης και ο νεοφωτιανισμός  ο Παναγιώτης Τρεμπέλας και η ορθόδοξη Χριστολογία  ο Νικόλαος Αφανάσιεφ και η εκκλησιολογία  ο Γεώργιος Φλωρόφσκυ και η ιδέα της παραδόσεως  ο Αλέ­ξαν­δρος Σμέμαν και η λειτουργική θεολογία  ο Παναγιώτης Νέλλας και η ανθρωπολογία  ο Χρήστος Γιανναράς και η θεολογική ηθική  και ο Παύλος Ευδοκίμωφ και η εσχατολογία. Ο Aidan Nichols εντοπίζει διάφορες επιρροές από την Δύση στους ορθοδόξους θεολόγους, όπως και την επιθετικότητα από πλευράς μερικών θεολόγων προς την Δύση.
Θεωρώ ότι το βιβλίο αυτό είναι αποκαλυπτικό και ερμη­νεύει όλα όσα συμβαίνουν στον ελλαδικό χώρο τα τελευταία χρόνια και παρουσιάζει το πώς βλέπουν οι δυτικοί θεολόγοι τις απόψεις διαφόρων συγχρόνων ορθοδόξων θεολόγων. Επίσης, δείχνει ότι το πρόβλημα σήμερα εντοπίζεται σε θεολόγους καθηγητές και στις Θεολογικές Σχολές που επηρέασαν και θα επηρεάσουν τις μελλοντικές θεολογικές γενιές, τους Κληρικούς και τους θεο­λόγους και γι’ αυτό χρειάζεται να γίνη αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής. Τελικά, νομίζω ότι θα πρέπει να γίνη κριτική όλων αυτών των συγχρόνων ρευμάτων μέσα από την πατερική θεολογία, η οποία δεν μπορεί να χωρισθή σε πατερική και μεταπατερική. Αυτός ο διαχωρισμός είναι βόμβα στα θεμέλια της εκκλησιαστικής ζωής. Πρός την θετική κατεύθυνση της ενημε­ρώ­σεως για το θέμα αυτό κινείται και το βιβλίο του καθη­γη­τού Γεωργίου Παναγοπούλου.
Θα δώσω μερικά παραδείγματα για να υπογραμμισθή το πρόβλημα που υφίσταται σήμερα στην ορθόδοξη θεολογία γενικώς, και στην ελλαδική θεολογία ειδικότερα.
Το πρώτο παράδειγμα είναι ότι μερικοί θεολόγοι συν­δέουν την φύση με την ανάγκη για να διασφαλισθή η ελευθερία και η βούληση του προσώπου. Ο Βλαδίμηρος Λόσσκυ γράφει ότι «η ιδέα του προσώπου περιλαμβάνει την ελευθερίαν έναντι της φύσεως: το πρόσωπον είναι ελεύθερον εκ της φύσεώς του, δεν προσδορίζεται δι’ αυτής». Στην συνέχεια γράφει ότι «η ανθρω­πίνη υπόστασις δεν δύναται να πραγματοποιηθή ει μη εν τη αρνήσει της προσωπικής θελήσεως, εν αυτώ τώ οποίω προσ­διορίζει ημάς και υποτάσσει ημάς εις μίαν φυσικήν ανάγκην». Εδώ φαίνεται ότι ο Λόσσκυ συνδέει την ελευθερία με το πρόσωπο, γράφει ότι η ανθρώπινη υπόσταση πραγματοποιείται από την φυσική ανάγκη. Πολλοί σύγχρονοι θεολόγοι σήμερα συνδέουν την φύση με την ανάγκη και θεωρούν ότι ό,τι είναι εκ φύσεως είναι και αναγκαίο, και γι’ αυτό αναπτύσσουν τις θεωρίες τους περί του προσώπου, το οποίο πρόσωπο εκφράζεται με την ελευθερία. Διαβάζουμε αυτές τις απόψεις στα κείμενά τους και παρουσιάζεται δυστυχώς αυτή η διδασκαλία ως ορθόδοξη.
Όμως, οι Πατέρες διδάσκουν ότι το εκ φύσεως δεν σημαίνει εξ ανάγκης. Πρώτος ο Άρειος, ακολουθώντας τον Αριστοτέλη, υποστήριζε ότι επειδή το κατά φύση είναι και κατ’ ανάγκη, δηλαδή είναι αναγκαστικό, γι’ αυτό και ο Θεός-Πατέρας δεν γέννησε τον Λόγο εκ φύσεως, γιατί αυτό θα ήταν αναγκαστικό, αλλά τον δημιούργησε κατά βούληση, οπότε ο Λόγος είναι κτίσμα και όχι άκτιστος Θεός. Την άποψη αυτή του Αρείου αντέκρουσε ορθοδόξως ο Μέγας Αθανάσιος στα κείμενά του. Η άποψη ότι το κατά φύση είναι κατ’ ανάγκη σήμερα υποστηρίζεται από τους υπαρξιστές, ειδικά από τον Σάρτρ, ο οποίος θέτει την προτεραιότητα της ύπαρξης έναντι της ουσίας. Κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας το αυτεξούσιο δεν συνδέεται με το πρόσωπο, αλλά με την φύση, γι’ αυτό στον Τριαδικό Θεό δεν υπάρχουν τρεις ανεξάρτητες προσωπικές ελευθερίες, αλλά μία ελευθερία, αφού μία είναι η φύση και ένα το θέλημα του Τριαδικού Θεού.
Το δεύτερο παράδειγμα, ως συνέχεια του προηγουμένου, είναι ότι από πολλούς θεολόγους σήμερα συνδέεται η βούληση με το πρόσωπο, αναπτύσσεται ο λεγόμενος βολονταρισμός που αποτελεί την σύγχρονη μεγάλη ψευδομόρφωση για την ορθόδοξη θεολογία, όπως παλαιότερα ψευδομόρφωση ήταν ο σχολαστικισμός. Στόν σχολαστικισμό συνδέθηκε η ενέργεια με την ουσία, ενώ στον βολονταρισμό συνδέεται η ενέργεια με το πρόσωπο. Έτσι, σήμερα γίνεται πολύς λόγος για την βούληση του προσώπου, την ελευθερία του προσώπου κλπ.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας, όμως, όπως ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, σαφέστατα συνδέουν την βούληση-θέληση με την φύση. Η βούληση είναι όρεξη της φύσεως και όχι ελευθερία του προσώπου. Το αυτεξούσιο και η βούληση στον άνθρωπο είναι κίνηση της φύσεως, που διακόπτεται με την επιλογή, η οποία γίνεται με την προαίρεση του ανθρώπου. Έτσι, το φυσικό και το γνωμικό θέλημα δεν είναι δύο ανεξάρτητα θελήματα μεταξύ τους, αλλά το φυσικό θέλημα γίνεται γνωμικό θέλημα με την προαίρεση και στην συνέχεια με την συνέργεια Θεού και ανθρώπου μπορεί το γνωμικό θέλημα να γίνη φυσικό θέλημα. Η βουλησιοκρατία, ο λεγόμενος βολοντα­ρισμός προέρχεται από την σχολαστική θεολογία του Ιωάννου Δούνς Σκώτους και αναπτύχθηκε από την νεώτερη δυτική φιλοσοφία, τον διαφωτισμό και τον υπαρξισμό.
Το τρίτο παράδειγμα είναι ότι διάφοροι μοντέρνοι θεολόγοι διαφοροποιούν το πρόσωπο από το άτομο. Ήδη αυτήν την διάκριση την έκανε ο Βλαδίμηρος Λόσσκυ, ο οποίος υποστή­ριζε ότι το άτομο και το πρόσωπο «έχουν μίαν αντίθετον σημα­σίαν», διότι, κατ’ αυτόν, το άτομο εκφράζει ένα μείγμα του προσώπου με τα στοιχεία εκείνα που ανήκουν στην κοινή φύση, ενώ το πρόσωπο δείχνει αντιθέτως «εκείνο το οποίο διακρίνεται της φύσεως». Αυτήν την ιδέα την εγκολπώθηκαν άλλοι σλαβόφιλοι μεταπα­τερικοί θεολόγοι, με κέντρο το Θεολογικό Ινστιτούτο του αγίου Σεργίου στο Παρίσι και μεταφέρθηκε από πολλούς φιλοσοφούντας θεολόγους στην Ελλάδα. Σήμερα θεωρείται ότι το πρόσωπο εκφράζεται ως ελευθερία και αγάπη, ενώ το άτομο θωρείται ως εκείνο που αριθμείται απλώς βιολογικά.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν κάνουν μια τέτοια διάκριση, μάλιστα δε ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ταυτίζει τις έννοιες πρόσωπο, υπόσταση και άτομο, γράφοντας «χρή δε γινώσκειν, ως οι άγιοι Πατέρες υπόστασιν και πρόσωπον και άτομον το αυτό εκάλεσαν». Ο όρος άτομο έχει πολλές έννοιες, αλλά τελικά με όλες αυτές δηλώνει το μη τεμνόμενο. Φαίνεται ότι ο όρος άτομο, ως μη τεμνόμενο, χρησιμοποιήθηκε στην ορθόδοξη θεολογία, κυρίως στην προσπάθεια των Πατέρων να θεολογήσουν για τις δύο φύσεις στον Χριστό, που ενώθηκαν ατρέπτως, αχωρίστως, αναλλοιώτως, αδιαιρέτως. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, αντιμετωπίζοντας τους νεστοριανούς και τους μονοφυσίτας θεολόγησαν ότι το πρόσωπο του Χριστού, καίτοι αποτελείται από δύο φύσεις, εν τούτοις είναι ένα πρόσωπο, ένα άτομο, είναι δηλαδή μη τεμνόμενο, δεν χωρίζεται το ένα και μοναδικό πρόσωπό Του, αφού και της ανθρωπίνης φύσεως υπόσταση είναι ο Λόγος. Έτσι, η διάκριση μεταξύ προσώπου και ατόμου παραπέμπει σε φιλοσοφικές και κοινωνιολογικές θεω­ρίες, που δεν υποστηρίζονται από τους Πατέρες της Εκκλη­σίας.
Το τέταρτο παράδειγμα είναι η σχέση μεταξύ φύσεως, υποστάσεως και τρόπου υπάρξεως. Μερικοί μεταπατερικοί θεολό­γοι στις ημέρες μας ισχυρίζονται ότι το πρόσωπο είναι ο τρόπος υπάρξεως της φύσεως. Εκλαμβάνουν την φράση «τρόπο της υπάρξεως» με μια φιλοσοφική έννοια. Επίσης, υποστηρίζουν ότι το πρόσωπο προηγείται της φύσεως-ουσίας.
Όμως, οι Πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν ότι η υπόσταση δεν είναι ο τρόπος υπάρξεως της φύσεως, γιατί αυτό υπεστήριζε ο Σαβέλλιος, αλλά το υποστατικό ιδίωμα είναι ο τρόπος υπάρξεως της υποστάσεως. Έπειτα, δεν προηγείται το πρόσωπο της φύσεως, ούτε η φύση του προσώπου, αλλά το πρόσωπο ορίζεται ως ουσία με το προσωπικό ιδίωμα.
Τα τέσσερα αυτά παραδείγματα δείχνουν ότι μερικοί νεώτεροι θεολόγοι φιλοσοφούν παρά θεολογούν, μεταφέρουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία μια άλλη θεολογία, ξένη προς την πατερική παράδοση, και αυτό στην πράξη συνιστά την μετα­πατερική θεολογία, η οποία απορρίπτει ή παρερμηνεύει τις διδασκαλίες του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, και τελικά του ησυχασμού, που είναι η αυθεντική διδασκαλία της Εκκλησίας. Στηρίζονται δε στην ρωσική θεολογία, τον διαφω­τισμό, τον γερμανικό ιδεαλισμό και τον δυτικό υπαρξισμό.
Καταλήγοντας, σημειώνω ότι το βιβλίο του καθηγητή Γεωργίου Παναγοπούλου είναι πολύ σημαντικό και χρήσιμο για να καταλάβουμε αφ’ ενός μεν την δυτική θεολογία, η οποία εκφράζει και σήμερα τις βασικές Ομολογίες που κυριαρχούν στην Δύση, ήτοι τον Παπισμό και τον Προτεσταντισμό, αφ’ ετέρου δε την πατερική θεολογία την οποία δέχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία, την ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως, την διαβάζουμε στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και την ψάλλουμε στα τροπάρια της Εκκλησίας.
Συγχαίρω τον συγ­γραφέα του σημαντικού αυτού βιβλίου, καλοτυχίζω τους φοιτητές του, οι οποίοι θα έχουν ένα καλό βοήθημα για να καταλάβουν την αξία της ορθόδοξης θεολογίας και εύχομαι στον συγγραφέα-καθηγητή να συνεχίση αυτό το καρποφόρο έργο του για να ρίξη φώς στο ομιχλώδες θεολο­γικό τοπίο των ημερών μας, που επηρέασε, δυστυχώς, και εξακολουθεί να επηρεάζη θεολόγους, μοναχούς, Κληρικούς, ακό­μη και Επισκόπους.– 

amen

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Βινύλιο: (Ξανα)κόλλησε η βελόνα;

των Ηρώς Κουνάδη, Νικόλα Γεωργιακώδη

Καλοκαίρι του 2012, στο παζάρι των ρακοσυλλεκτών. Καθώς περιδιαβαίνουμε ανάμεσα σε βουνά από ρούχα, αγοράζουμε περιοδικά του ’80 με ενάμισι ευρώ και χαζεύουμε τον κόσμο να παζαρεύει ξύλινα παιχνίδια και σκουριασμένες γραφομηχανές, το μάτι μου πέφτει σε έναν δίσκο του Μάνου Χατζιδάκι. «Έχεις πικάπ;» έρχεται προς το μέρος μου περιχαρής ο προσωρινός ιδιοκτήτης του. «Έχει ο μπαμπάς». «Ξέρει από μουσική ο μπαμπάς». Ετοιμάζομαι να βγάλω χαρτονόμισμα μάλλον ευτελούς αξίας από την τσέπη, όταν το «40 ευρώ» που ακούω με σταματάει. Σαράντα; «Εμ, είναι συλλεκτικός ο Μάνος». Μα, είναι ένα μεταχειρισμένο βινύλιο, ετοιμάζομαι να διαμαρτυρηθώ. Γι’ αυτό ακριβώς είναι συλλεκτικό, όμως, το ξανασκέφτομαι και αφήνω τον «Μάνο» πίσω στη στοίβα του.

Σε αντίθεση με αυτό που συνέβη, για παράδειγμα, στις βιντεοκασέτες ή τις κασέτες με τις μουσικές των παιδικών μας χρόνων, το βινύλιο πέρασε σχεδόν απευθείας από την σφαίρα της καθημερινότητας (με την έννοια του βάλε-κάτι-να-παίζει-στο-πικάπ) στο βασίλειο των φετίχ. Έγινε κάποια στιγμή ρετρό, δεν έγινε όμως ούτε για μια στιγμή “passé”.

Βοήθησε σίγουρα η ωραία του εμφάνιση, γιατί, πείτε ό,τι θέλετε, πολύ λίγοι εξ ημών καταφέρνουμε να μην κρίνουμε τα πράγματα από την εμφάνισή τους –κι αν ορκίζεστε πως όχι, βάλτε μια βιντεοκασέτα δίπλα σε έναν δίσκο βινυλίου, αφήστε τα σε κοινή θέα σε σημείο απ’ όπου περνά κόσμος, και παρατηρήστε ποιο από τα δύο θα κοιτάξουν/ αγγίξουν/ ξανακοιτάξουν οι περισσότεροι. Δεν μπορεί, όμως, να ήταν μόνο το ωραίο του υλικό και οι σέξι καμπύλες του. Χρειάζεται και προσωπικότητα για να κατακτήσεις τόσους φανατικούς θαυμαστές, που δεν θα απαρνιούνται την γοητεία σου όσο και αν γεράσεις. Γι’ αυτή την γοητεία ρωτήσαμε τρεις ιδιοκτήτες δισκοπωλείων, και τρεις φανατικούς συλλέκτες βινυλίων.



«Το CD έχει πεθάνει»
Στην ερώτηση «Γιατί Βινύλιο;», ο Δημήτρης Ψυχογιός του Mr. Vinylios στην Ηφαίστου 24, στο Μοναστηράκι, απαντά λιτά: «Γιατί δεν υπάρχει κάτι άλλο. Τι άλλο θα μπορούσε να αγοράσει κάποιος από τη στιγμή που απέτυχε το CD;». Ο Mr. Vinylios άνοιξε το 1996 με σκοπό να φέρει όσο το δυνατόν περισσότερα είδη μουσικής σε μορφή βινυλίου: rock, ψυχεδέλεια, ελληνικά, soul, blues, jazz, heavy metal και όλα τα παρακλάδια τους.

«Ο κόσμος δεν έχει επιλογές για να αγοράσει κάτι άλλο πέρα του βινυλίου, ή θα τα κατεβάσει από το Ίντερνετ ή θα τα ψωνίσει ή θα επιμείνει στη λογική του CD το οποίο αργοπεθαίνει. Πέρα από το θέμα της αισθητικής είναι και το θέμα του ήχου. Δεν υπάρχει τρόπος να αναπαραχθεί ο ήχος του βινυλίου σε καμία άλλη μορφή μέχρι σήμερα. Τίποτα δεν αναπαράγει σωστά και πιστά τον ήχο της μουσικής όπως το βινύλιο», λέει χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον κ. Ψυχογιό το CD πεθαίνει γιατί δεν έχει να δώσει απολύτως τίποτα στον μουσικόφιλο. «Πολύ νόμιζαν ότι το CD θα αντικαθιστούσε το βινύλιο, όμως εν τέλει αποδείχτηκε ότι αντικατέστησε την κασέτα. Πλέον με το downloading κανείς δεν θέλει το CD. Υπό αυτή την έννοια έχει πεθάνει», επισημαίνει ο ίδιος.

Όσον αφορά τις ηλικίες που έρχονται στο μαγαζί δεν είναι στάνταρ. «Κατά βάση είναι άτομα ηλικίας 35 με 45 χρονών, όμως έχω και πελάτες που είναι ακόμα και 70 και αρκετά πιτσιρίκια. Η αγοραστική δύναμη πάντως είναι από τα 35 μέχρι τα 50 που έχουν μια οικονομική άνεση ή έχουν μια άλφα δισκοθήκη και θέλουν να την συνεχίσουν», αναφέρει σχετικά ο κ. Ψυχογιός, ενώ τονίζει ότι όπως κάθε μαγαζί, έτσι και το δισκάδικο έχει επηρεαστεί από την κρίση. «Δεν είμαστε εκτός κοινωνίας, και η κρίση μας έχει χτυπήσει πάρα πολύ. Υπάρχουν και πολλές χαμένες γενιές που δεν έμαθαν το πικάπ και το βινύλιο. Δεν τα ξέρουν καν. Αν τα συνδυάσεις αυτά τα δύο έχεις μια γενική πτώση. Έξω είναι εντελώς διαφορετικά τα πράγματα, έχουν καλύτερη μουσική παιδεία», προσθέτει.

Αν και δεν υπάρχει κανόνας στο τι συγκεκριμένα ζητάει περισσότερο ο κόσμος, οι καλές εκδόσεις σε σχετικά καλή τιμή είναι αυτές που φεύγουν πιο γρήγορα. «Έχουν σταματήσει να ενδιαφέρονται για την ενδιάμεση κατηγορία και πάνε είτε για τα πολύ φτηνά είτε για τα πολύ ακριβά. Για παράδειγμα το Dark Side of the Moon πουλάει πάντα και σταθερά, είναι το πιο ‘εύκολο’ άλμπουμ των Pink Floyd και το πιο περιζήτητο, απευθύνεται σε όλα τα γούστα. Επίσης σταθερή αξία είναι και οι δίσκοι των Beatles», λέει ο κ. Ψυχογιός. 



«Αν η μουσική σβήσει, θα είναι γιατί ο κόσμος δεν έχει λεφτά να την αγοράσει»
Το Crossroads στο Μοναστηράκι (Νορμανού 6) λειτουργεί εδώ και δώδεκα χρόνια και εξειδικεύεται περισσότερο στα classic rock, new rock, jazz, blues, afrofunk, funk και soul κομμάτια σε όσο το δυνατόν καλύτερες τιμές, λέει ο ιδιοκτήτης κ. Χρήστος Μπεκιράκης. Στο μαγαζί υπάρχουν και μπόλικοι τίτλοι σε CD.

«Ίσως και να έγινε μόδα το βινύλιο, δεν ξέρω. Κατ’ αρχήν το CD έχει ξεφτιλιστεί. Όταν βλέπεις να το δίνουν δωρεάν σε εφημερίδες ή να μπορείς να το κατεβάσεις τσάμπα από το Ίντερνετ, τι μπορείς να συμπεράνεις; Από την άλλη, πολλά βινύλια είτε σου δίνουν δώρο το CD είτε σου δίνουν κωδικό μέσα στη συσκευασία για να μπεις και να κατεβάσεις όλο το άλμπουμ από την εταιρεία», εξηγεί ο ίδιος.

Οι περισσότεροι πελάτες του όπως λέει, είναι μεγάλης ηλικίας (30-50 χρονών). «Είναι ηλικίες που έχουν δεθεί με την μουσική. Δεν είναι ότι δεν τα κατεβάζουν από το Ίντερνετ, απλά αν τους αρέσει ένα άλμπουμ θα το αγοράσουν. Μην φανταστείς ότι είναι και πάρα πολλοί αυτοί, πλέον ο κόσμος δεν έχει λεφτά να βγάλει τα προς το ζην, θα αγοράσει βινύλιο;», αναρωτιέται.

Το μαγαζί του κ. Μπεκιράκη δεν εξειδικεύεται τόσο στα συλλεκτικά κομμάτια. «Δεν μου αρέσει αυτή η ταμπέλα του ‘συλλεκτικού’ και ούτε θέλω να το κάνω συλλεκτικό. Ελάχιστα συλλεκτικά κομμάτια έχω. Σε μένα έρχεται κόσμος που ψάχνει συγκεκριμένα πράγματα. Αν παρ’ όλα αυτά δουν κάτι που τους ενδιαφέρει, θα το πάρουν», λέει σχετικά και προσθέτει όσον αφορά την «μόδα» του βινυλίου:

«Αν σβήσει η μουσική θα σβήσει όχι επειδή ο κόσμος δεν θα αγοράζει βινύλια, αλλά επειδή δεν θα μπορεί να αγοράσει μουσική. Δεν θα έχει την οικονομική άνεση. Αν το βινύλιο είναι μόδα θα το δείξει ο χρόνος, γιατί πριν από μια δεκαετία ο κόσμος είχε σταματήσει να παίρνει βινύλια και αγόραζε CD. Τώρα πάλι ξαναβγήκε στο προσκήνιο το βινύλιο και υπάρχει και παραγωγή αυτή τη στιγμή».



«Στην Ελλάδα η αγορά του βινυλίου είναι περιορισμένη»
«Αναμφισβήτητα, το βινύλιο είναι ένα format στο οποίο έχει κυκλοφορήσει πάρα πολλή και καλή μουσική, οπότε υπάρχει κόσμος που πάντα θα ενδιαφέρεται. Είναι και ένα αντικείμενο το οποίο κρατάει την αξία που το CD δεν έχει» λέει ο Γιώργος, ιδιοκτήτης από το 1995 του Used Records – Sonic Boom, στην οδό Σύρου 32 στην Κυψέλη, και του αντίστοιχου online shop που λειτουργεί από το 2002. «Τώρα πια, το 70% των online παραγγελιών μας είναι από το εξωτερικό. Η κίνηση είναι σαφώς πιο αυξημένη στο online κατάστημα» λέει.

Το Used Records «δουλεύει» τόσο με βινύλιο όσο και με CD. «Είναι μοιρασμένα, και το μαγαζί και η δουλειά. Προσωπικά, δεν είμαι διατεθειμένος να αφήσω το CD. Έχει βγει τόση μουσική σε CD που δεν υπάρχει σε βινύλιο, και να σου πω την αλήθεια προτιμώ την μουσική από το αντικείμενο» λέει χαμογελώντας. «Οι ηλικίες που έρχονται για το βινύλιο είναι κυρίως από 30 έως 50. Αυτά που ζητούν οι περισσότεροι κινούνται στο ευρύ φάσμα rock-jazz-soul. Πάντα προτιμούνται οι πιο παλιές εκδόσεις».

Στην ερώτησή μας πώς έχει επηρεαστεί η κίνηση τα τελευταία χρόνια, ο Γιώργος μας εκπλήσσει λέγοντας ότι ναι μεν η πτώση είναι σίγουρα πολύ μεγάλη, της τάξης του 60%, αλλά αυτό δεν οφείλεται στην οικονομική κρίση των τελευταίων δύο χρόνων. «Συμβαίνει τα τελευταία έξι χρόνια, και οφείλεται σε δυο-τρεις παράγοντες που είναι πολύ συγκεκριμένοι. Σίγουρα έχει επηρεάσει το γεγονός ότι το CD ευτελίστηκε, μπαίνοντας δώρο σε εφημερίδες και περιοδικά. Μετά, ήταν και το γεγονός ότι μπορούσες να το αντιγράψεις πολύ εύκολα, και η πειρατεία αυξήθηκε κατακόρυφα. Έπαιξαν ρόλο και οι τιμές: όταν ένα αυθεντικό CD έκανε 5.000 δραχμές, το πειρατικό το έπαιρνες με 500.

»Πλέον είμαστε είδος πολυτελείας. Όταν ο άλλος μετράει τα λεφτά μέχρι το τέλος του μήνα, προφανώς και δεν θα αγοράσει δίσκους –πολύ περισσότερο όταν έχει τη δυνατότητα να ακούσει ό,τι μουσική θέλει δωρεάν και σε πολύ καλή ποιότητα στο internet». Παρ’ όλα αυτά, παρατηρεί μια κάποια στροφή από το CD προς το βινύλιο τα τελευταία χρόνια «αλλά όχι τόσο μεγάλη όσο παρουσιάζεται, κατά τη γνώμη μου. Στην πραγματικότητα, στην ελληνική αγορά δεν υπάρχουν κυκλοφορίες σε βινύλιο, πέρα από κάποιες μικρές εταιρείες που κυκλοφορούν ένα δίσκο σε εκατό έως πεντακόσια κομμάτια μάξιμουμ. Όταν απευθύνεσαι σε τόσο μικρό κοινό, δεν μιλάμε πραγματικά για «κύμα» αναβίωσης του βινυλίου.

»Οι ξένες εταιρείες παραγωγής δεν κάνουν πια διανομή στην Ελλάδα. Κάθε ιδιοκτήτης δισκοπωλείου εισάγει τους δίσκους που θα επιλέξει, και οι οποίοι του κοστίζουν τα διπλάσια απ’ ότι θα κόστιζαν σε ένα δισκοπωλείο της Γερμανίας, για παράδειγμα. Στο εξωτερικό σίγουρα υπάρχει αυτή η άνθιση του βινυλίου που λέμε. Εκεί είναι και πιο προσιτό το βινύλιο, και πολύ μεγαλύτερη η αγορά στην οποία απευθύνεται».



Ο λόγος στους βινυλιολάτρες

«Το πρώτο μου βινύλιο το πήρα σαν δώρο στην τρίτη δημοτικού. Ήταν το Step by Step των New Kids on the Block, όμως το πρώτο μου ‘σοβαρό’ βινύλιο ήταν το Appetite for Destruction των Guns n’ Roses στην πέμπτη δημοτικού. Πλέον αγοράζω ως επί το πλείστον dance, electronica, alternative, industrial και ό,τι κλασσικό επανατυπώνεται σε βινύλιο όπως για παράδειγμα Joy Division ή Depeche Mode», λέει ο Νίκος, 30 χρονών, δάσκαλος Yoga και παρομοιάζει το βινύλιο με την… αναμέτρηση βιβλίου και Ίντερνετ.

«Η συσκευασία δίνει κύρος στην αγορά. Η μουσική από το Ίντερνετ είναι άθλια γιατί δεν είναι hardware, δεν την ακουμπάς και δεν την συλλέγεις. Πατάς ένα delete και τον πούλο. Το βινύλιο σε κάνει ‘κάτοχο’ της μουσικής», λέει χαρακτηριστικά.

Ο Νίκος παλαιότερα αγόραζε περισσότερα βινύλια σε σχέση με σήμερα, μιας και δεν βρίσκει πλέον αυτά που θέλει. Όσον αφορά την συλλογή του λέει: «Δεν θα την πούλαγα, εκτός και αν ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Είναι η μοναδική μου περιουσία». Αγαπημένα του αποκτήματα είναι το Pornography των Cure, το Songs of Faith and Devotion, το Mezannine των Massive Attack, το Master of Puppets των Metallica και το Music for the Jilted Generation των Prodigy.

Ο Νίκος, 40 χρονών, επαγγελματίας DJ δηλώνει και αυτός αμετανόητος λάτρης του βινυλίου. «Τα δύο μου πρώτα βινύλια ήταν το Maximizing the Audience του Vim Mertens και το A night at the Opera των Queen, τα αγόρασα μαζί. Πλέον αγοράζω περισσότερο μουσική με ‘φυσικά’ όργανα, γιατί, ενώ παίζω τα πάντα στο μαγαζί, αυτά τα ακούω όσα χρόνια και αν περάσουν», λέει ο ίδιος.

Ο Νίκος αγοράζει σε βινύλιο σήμερα ό,τι του λείπει από παλιά άλμπουμ, ενώ αν αγοράσει κάποιο καινούργιο συνήθως θα είναι σε merch κιόσκι από συναυλίες. Θεωρεί πολύ σημαντικό «υπέρ» του βινυλίου το εξώφυλλο και υπολογίζει ότι αγοράζει περίπου τρεις δίσκους τον χρόνο. «Έχω σκεφτεί πολλές φορές να πουλήσω την συλλογή μου λόγω οικονομικών δυσκολιών, αλλά στο τέλος το σκέφτομαι καλύτερα και το ακυρώνω γιατί είναι σαν να πουλάω εμένα. Όλα είναι αγαπημένα μου, ακόμα και τα φλωροντίσκο που παλιά χρησιμοποιούσα για να σερβίρω καφέδες!», λέει χαρακτηριστικά.

«Το πρώτο μου βινύλιο το αγόρασα το 1998, ήταν το "Μπάμπης ο Φλου" του Παύλου Σιδηρόπουλου. Πλέον αγοράζω κατά κύριο λόγο δίσκους heavy metal και ψάχνω περισσότερο τις σπάνιες εκδόσεις. Μου αρέσει το βινύλιο γιατί το βρίσκεις πολύ πιο δύσκολα απ’ ό,τι ένα CD, ενώ η χαρά που σου προσφέρει όταν το έχεις στα χέρια σου είναι μεγάλη», λέει ο Λευτέρης, 28 χρονών. «Δεν θα πουλούσα την συλλογή μου για κανένα λόγο, αν και πλέον δεν αγοράζω πολλά κομμάτια», προσθέτει. 


in2life

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Πλάνες & ψεύδη γύρω απ'το θέμα των μεταμοσχεύσεων. ..

Το Σάββατο 20 Απριλίου ώρα 16:00, στο στάδιο Ειρήνης και Φιλίας - Αίθουσα "Μελίνα Μερκούρη" διοργανώθηκε ημερίδα, από την ΕΣΤΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ και ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ, υπό την αιγίδα της Ιεράς Μητρόπολης Πειραιώς και την συνεργασία της Ιεράς Μητρόπολης Γλυφάδας, με θέμα: Μεταμοσχεύσεις: Δωρεά ή αφαίρεση ζωής;

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

«Τι δεν μας μαθαίνουν τα σχολικά βιβλία;»


BIBLIA

Ρωμανού  Ξενοφάνουc  Ανδρούτσου*
 «Η σύγχρονος Ελλάς οφείλει πολύ περισσότερα εις το χριστιανικόν Βυζάντιον παρ’ όσα εις τας Αθήνας του Περικλέους και του Φειδίου».
Κάρολος Ντήλ
 «Χωρίς την Ορθοδοξίαν το όνομα της Ελλάδος δεν ήθελεν ίσως υπάρχει σήμερον εντός βιβλιοθηκών και εις σοφών τίνων αναμνήσεις».
Σπυρίδων Ζαμπέλιος
 «…Παρακαλώ να καταβάλετε όλην σας την δραστηριότητα δια να συλλέξετε εν Ενετία παν ό,τι δύνασθε πληροφόρημα περί της Ελλάδος, όχι της αρχαίας, αλλά της του μεσαίωνος (σημ. γράφ.: «Βυζαντίου») και της ενετιζούσης».
 Ιωάννης Καποδίστριας

 «(…) Το τέλος του βυζαντινού κόσμου επήλθε συντομότατα, το 1453. Αλλά έμεινε ένα σπουδαιότατο επίτευγμα. Ο Σχολάριος, ως Πατριάρχης Γεννάδιος, επεξεργάστηκε με τον κατακτητή Σουλτάνο έναν καταστατικό χάρτη που, παρ’ όλους τους καταπιεστικούς όρους επέτρεπε στην Εκκλησία να επιζήσει και στον ελληνικό λαό να διατηρήσει  την οντότητα  του (…)».
  Σερ Στήβεν Ράνσιμαν
 «Το γένος πoτέ δεν υποτάχθηκε στον Σουλτάνο. Είχε πάντα τον Βασιλιά του, τον στρατό του, τα κάστρα του. Βασιλιάς του ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς. Στρατός του οι Αρματωλοί και οι Κλέφτες. Κάστρα του η Μάνη και το Σούλι».
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
 «(…) Στην Κωνσταντινούπολη έχει την ευκαιρία να διαπιστώση την παρακμή της οθωμανικής αυτοκρατορίας και τις συνέπειες του δεσποτισμού. Και δεν θεωρεί πια δύσκολη την αποκατάσταση του ελληνικού έθνους (…). (…) Οι Τούρκοι είναι εξαντλημένοι, οι φόροι μεγαλώνουν, οι καταπιέσεις πολλαπλασιάζονται, οι επιδημίες θερίζουν κάθε χρόνο. Σχεδόν πάντοτε ακολουθεί πόλεμος και τα στρατεύματα δεν πληρώνονται. Όλα αυτά ευνοούν την Ρωσία. Μόνο πού άλλα έθνη θέτουν φραγμούς στις φιλοδοξίες της. Ωστόσο μια πραγματικά γενναιόψυχη και ανθρωπιστική συνεργασία με την αυτοκράτειρα θα μπορούσε να αποδιώξει τούς Τούρκους από την Ευρώπη και να ελευθέρωση τούς Έλληνες αποδίδοντάς τους ανεξαρτησία και αυτοκυβέρνηση. Τότε θα βλέπε κανείς αυτόν τον λαό να αφυπνίζεται από τον λήθαργο όπου τον έχουν βυθίσει αιώνες δουλείας και ν’ αναφαίνεται αντάξιος των προγόνων του. Μ’ όλα αυτά ή διάβρωση του σύγχρονου κόσμου είναι τόσο βαθειά πού φοβάμαι ότι αυτό το σχέδιο πού αποβλέπει στην απελευθέρωση των Ελλήνων δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ. Κυρίως, επειδή μερικά έθνη, από τον ανόητο φόβο του εμπορικού ανταγωνισμού των Ελλήνων, δεν θα επιτρέψουν ποτέ σ’ αυτόν τον λαό να γίνει ανεξάρτητος, για να μη τούς ξεπεράσει, όπως ακριβώς οι αρχαίοι πρόγονοι του είχαν ξεπεράσει όλους τούς συγχρόνους τους (…)».
     Αλεσάντρο Μπισσάνι
  «Τ’ άγια τα μοναστήρια, οπού ‘τρωγαν ψωμί oι δυστυχισμένοι (…) από τους κόπους των Πατέρων, των Καλογήρων. Δεν ήταν καπιτσίνοι δυτικοί, ήταν υπηρέτες των Μοναστηριών της Ορθοδοξίας. Δεν ήταν τεμπέληδες· δούλευαν και προσκυνούσαν (=λάτρευαν). Και εις τον αγώνα της πατρίδος σ’ αυτά τα μοναστήρια γινόταν τα μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τα ολίγα αναγκαία του πολέμου, και εις τον πόλεμον θυσίαζαν και σκοτωνόταν αυτείνοι, οι ‘περέτες των μοναστηριών και των εκκλησιών. Τριάντα είναι μόνον με μένα σκοτωμένοι έξω εις τους πολέμους και εις το Κάστρο, το Νιόκαστρο και εις την Αθήνα».
 «Τους κατατρέξανε οι Ευρωοπαίγοι τους δυστυχείς Ελληνες. Εις τις πρώτες χρονιές εφόδιαζαν τα κάστρα των Τούρκων, τους κατάτρεχαν και τους κατατρέχουν ολοένα διά να μην υπάρξουν. Η Αγγλία τους θέλει να τους κάμη Άγγλους με την δικαιοσύνην την αγγλική καθώς οι Μαλτέζοι ξυπόλυτους και νηστικούς, οι Γάλλοι Γάλλους, οι Ρούσοι Ρούσους κι ο Μέτερνικ της Αουστρίας Αουστριακούς – κι όποιος τους φάγη από τους τέσσερους. Και τους λευτερώνουν χερότερα κι από τους Τούρκους».
«Δεν βλέπετε που θέλουν να κάμουν την Ελλάδα παλιόψαθα; Βοηθείστε, διότι μας παίρνουν, αυτοί οι μισοέλληνες και άθρησκοι, ό,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικόν έχομεν. Φραγκεμένους μας θέλουν τα τσογλάνια του τρισκατάρατου του Πάπα. Μην αφήσετε, Άγιοί μου αυτά τα γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας να μασκαρέψουν και να αφανίσουν τους Έλληνες, κάνοντας περισσότερα κακά από αυτά που καταδέχθηκεν ο Τούρκος ως τίμιος εχθρός μας». 
        Στρατηγός Μακρυγιάννης
   «”Τα άθεα γράμματα παραμέρισαν τους αγίους και τους αγωνιστές και βάλανε στο κεφάλι του Έθνους ξένους και άπιστους γραμματισμένους, που πάνε να νοθέψουνε τη ζωή μας. Τ’ άθεα γράμματα κόψανε το δρόμο του έθνους και τ’ αμποδάνε να χαρεί τη λευτεριά του. Είναι ντροπή μας, ένα γένος που με το αίμα του πύργωσε τη λευτεριά του, που περπάτησε τη δύσκολη ανηφοριά, να παραδεχτή πώς δεν μπορεί να πορπατήσει στον ίσιο δρόμο άμα ειρήνεψε, κι ότι δεν ξέρουμε εμείς να συγυρίσουμε το σπίτι, που με το αίμα μας λευτερώσαμε, άλλά ξέρουν να το συγυρίσουν εκείνοι που δεν πολέμησαν, εκείνοι που δεν πίστευαν στον αγώνα, εκείνοι που πάνε να μας αποκόψουνε από τον Χριστό, και πασχίζουνε να μας ρίξουνε στη σκλαβιά άλλων αφεντικών, που ‘ναι πιο δαιμονισμένοι από τους Τούρκους. Γιατί κι εκείνα που εσεβάστηκεν ο Τούρκος, τ’ άθεα γράμματα τα πετάνε και πάνε να τα ξερριζώσουνε.Αφανίζουνε τα μοναστήρια, πομπεύουνε τους καλογέρους και τις καλόγριες, κλέβουνε τ’ άγια δισκοπότηρα και τα πουλούνε γι’ ασήμι που θα στολίσει τις βρωμογυναίκες. Αρπάζουνε τ’ άγια των αγίων και τα βάζουνε κάτω από τα πόδια της εξουσίας τους, που τα ορίζει κατά τα νιτερέσια της. Τ’ άθεα γράμματα υφαίνουνε το σάβανο του Γένους. Αυτά λοιπόν τα γράμματα θα μάθουνε τα παιδιά μας; Κι αν ακόμα συναχτούν όλοι οι άθεοι γραμματισμένοι και στυφτούνε σαν το λεμόνι, δεν θα πετύχουν να γράψουν μια αράδα που ν’ αξίζει μια γραμμή από τα ευαγγέλια. Αλλά τι λέω μια αράδα; Ούτε μία λέξη που να μοιάζει με μία του Θεοτοκικού αυτού βιβλίου. Γιατί κάθε τι εκεί μέσα είναι λόγος Κυρίου, είναι σοφία ορθή, και τα όσα λέει το χτίσμα δεν γίνεται να φτάσουν τον λόγο του Πλάστη.Αντίς να μαθαίνουνε στα παιδία μας απ’ τ’ άγια συναξάρια το πώς ζήσανε οι άγιοι της χριστιανοσύνης και το πώς μαρτυρήσανε γιά τήν αγάπη του Χριστού, τους μαθαίνουνε τήν ιστορία του κολασμένου κόσμου. Γιατί δυο λογιών είναι και οι ιστορίες. Είναι η αγιασμένη και η κολασμένη ιστορία. Αδιάκοπα φανερώνουμε την κολασμένη εικόνα του κόσμου και σιγά-σιγά καταφέραμε να πιστέψουμε πώς η εικόνα αυτή είναι η γνήσια εικόνα του ανθρώπου και πως όξω απ’ αυτήν άλλη ζωή δεν εστάθη. Όλα τούτα είναι άτιμα ψέματα, είναι τα ζιζάνια που σπέρνουνε στον αγρό του Κυρίου τ’ άθεα γράμματα. Μας μιλάνε για τους αρχαίους. Κι εγώ ο ταπεινός και αγράμματος κήρυκας του λόγου του Χριστού μας σας λέγω πώς κανένας αρχαίος δεν ξεπερνά σε παλικαριά, σε μεγαλείο και σε δόξα τον Άγιο Κοσμά, τους μάρτυρες και τους μεγάλους ασκητάδες. Γιατί αν εκείνοι πεθάνανε γιά μια πατρίδα, ο Άγιος Κοσμάς μαρτύρησε για μιαν Ελλάδα του Χριστού, και όχι γιά μιαν Ελλάδα δουλωμένη στον αντίχριστο”».
Χριστόφορος Παπουλάκος
    «(…) Όπως είπε ο Εφταλιώτης στην “Ιστορία της Ρωμηοσύνης”: “αδύνατο πράμα, φίλε μου, να γυρεύης να μιμηθής Άγγλους, Γάλλους, Γερμανούς, κι αρχαίους Έλληνες, και να μην έχης δόση από βαρβαρωσύνη, τη βαρβαρωσύνη που βλέπει τα φανταχτερά τα ξένα και σκιάζεται, βλέπει τα δικά της και ντρέπεται”.
    Ο Ευρωλιγούρης*, δεν είναι ορθολογιστής, (όπως συνήθως αρέσκονται να διαφημίζονται οι Ευρωλιγούρηδες). Πραγματικά ορθολογιστής ήταν ο Καποδίστριας, ο οποίος οργάνωσε μεν την Ελβετία Άμεση Δημοκρατία (http://www.gothess.gr/docs/kapodist.asp, «ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ», Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2002, http://www.vote.org/swiss2.htm) αλλά παρ’ όλ’ αυτά έλεγε για τον Διαφωτισμό και την Γαλλική επανάσταση: «Έχομεν ήδη την απόδειξιν τούτου εις τας ταχείας επιτυχίας της κακοήθειας και της δολιότητος των Γάλλων. Δεν είναι εις μόνον ανήρ, τον οποίον η Ευρώπη είναι αποφασισμένη να πολεμήσει. Είναι μια γενεά ανθρώπων χωρίς θρησκείαν, χωρίς τιμή, χωρίς πατρίδα, χωρίς αρχάς, μία γενεά την οποία πρέπει να τιμωρήσωμεν και να διορθώσωμεν» (Πολυχρ. Κ. Ενεπεκίδη, «Ιωάννης Καποδίστριας, 176 Γράμματα προς τον πατέρα του (1809 – 1920)», Αθήνα 1972). Διατηρώντας την αρχαία ελληνική αρετή που, που διατυπώνει ο Πλάτων στην Επινομίδα του «ό,τι περ αν Έλληνες Βαρβάρων παραλάβωσι, κάλλιον τούτο εις τέλος απεργάζονται» (Επινομίς Χ (987 de), προσέλαβε επιλεκτικά στοιχεία από την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, αλλ’ όχι την (φράγκικη) Ευρώπη στο σύνολό της. Να σημειώσουμε, πως η Ελβετία είναι ίσως το ΜΟΝΑΔΙΚΟ παράδειγμα Άμεσης Δημοκρατίας στον σύγχρονο κόσμο.
          * Η λέξη «Ευρωλιγούρης» είναι δανεική από την ρητορική του καθηγητή κ. Κ. Ζουράρι.
      *Από το υπό έκδοση βιβλίο του:
ΦΡΑΓΚΟCΥΝΗ←«ΜΝΗΜΟΝΙΟ»→ΡΩΜΗΟCΥΝΗ
Ενωμένη Ρωμηοσύνη

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Σαν Σήμερα – Η 1η Άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους

Boniface_of_MontferratΗ Δ’ Σταυροφορία ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Πάπα Ιννοκέντιου Γ’ το 1201, για την κατάληψη των Αγίων Τόπων, που κατείχαν οι Μουσουλμάνοι. Ολοκληρώθηκε στις 12 Απριλίου 1204, με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και την προσωρινή κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, χωρίς τη θέληση του Ποντίφικα.
Μετά την αποτυχία της τρίτης Σταυροφορίας (1189-1192) για την κατάληψη των Αγίων Τόπων, το ενδιαφέρον των δυτικοευρωπαίων ατόνησε. Την Ιερουσαλήμ, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της Συρίας και της Αιγύπτου, ήλεγχε η μουσουλμανική δυναστεία των Αγιουβιδών. Το λατινικό Βασίλειο της Ιερουσαλήμ μόνο κατ’ όνομα υπήρχε, περιορισμένο σε λίγες πόλεις στις ακτές της Παλαιστίνης.
Το ενδιαφέρον για μια νέα σταυροφορία ανακίνησε ο πάπας Ινοκέντιος Γ’ το 1198. Στην αρχή συνάντησε τη γενική αδιαφορία των εστεμμένων της Ευρώπης, που είχαν τα δικά τους προβλήματα να επιλύσουν. Τον επόμενο χρόνο, κάποιοι ευγενείς, κυρίως από τα εδάφη της σημερινής Γαλλίας, πείσθηκαν να συγκροτήσουν ένα εκστρατευτικό σώμα, με επικεφαλής τον Κόμη Τιμπό της Καμπανίας. Ο Τιμπό πέθανε τον επόμενο χρόνο και αρχηγός της Δ’ Σταυροφορίας ανακηρύχθηκε ο ιταλός κόμης Βονιφάτιος ο Μομφερατικός. Το σχέδιο προέβλεπε τη συγκέντρωση των Σταυροφόρων στη Βενετία και από εκεί θα κατευθύνονταν στην Αίγυπτο, όπου θα άρχιζαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, με σκοπό την κατάληψη της Ιερουσαλήμ.
Τη δύναμη των Σταυροφόρων συγκροτούσαν 33.500 άνδρες και 4.500 άλογα και τη διεκπεραίωσή τους στην Αίγυπτο ανέλαβαν έναντι ανταλλαγμάτων οι Ενετοί το 1200. Ζήτησαν 85.000 αργυρά μάρκα, τα μισά εδάφη που θα κατακτούσαν οι Σταυροφόροι και προθεσμία ενός έτους για τις ετοιμασίες της φιλόδοξης εκστρατείας. Το 1201 το μεγαλύτερο μέρος των Σταυροφόρων έφθασε στη Βενετία. Όμως, οι ηγέτες τους δεν τήρησαν τη συμφωνία και μόλις και μετά βίας συγκέντρωσαν 51.000 αργυρά μάρκα. Οι Ενετοί εξοργίσθηκαν και τους φυλάκισαν στο νησάκι Λίντο, έως ότου αποφασίσουν για την τύχη τους.
Ο γηραιός δόγης Ερρίκος Δάνδολος αποφάσισε να εκμεταλλευτεί την περίσταση και να χρησιμοποιήσει τους Σταυροφόρους για τους δικούς του σκοπούς. Στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου, όπου έγινε η επίσημη τελετή υποδοχής τους, ο δόγης πρότεινε στους αρχηγούς τους να επιτεθούν πρώτα στο λιμάνι της Ζάρας στη Δαλματία (σημερινή Κροατία), προκειμένου να ξεπληρώσουν τα χρέη τους. Η Ζάρα, που προμήθευε με ξυλεία τον στόλο του δόγη, είχε αποσκιρτήσει από τη Βενετία και βρισκόταν υπό προστασία του βασιλιά των Ούγγρων Έμερικ. Οι κάτοικοί της ήταν χριστιανοί και μάλιστα καθολικοί.
Για την επιχείρηση συμφώνησε απρόθυμα ο παπικός αντιπρόσωπος Καρδινάλιος Καπουάνο, όχι όμως και ο Πάπας Ινοκέντιος, που απείλησε με αφορισμό όσους σταυροφόρους στραφούν εναντίον χριστιανών. Τη σχετική επιστολή του φρόντισαν να την κρατήσουν μυστική οι επικεφαλής της εκστρατείας. Η επιχείρηση τελικά πραγματοποιήθηκε. Η πόλη της Ζάρας καταλήφθηκε, ύστερα από σύντομη πολιορκία και ο Πάπας Ινοκέντιος Γ’ πραγματοποίησε την απειλή του.
Η είσοδος των Σταυροφόρων στην Κωνσταντινούπολη (Ευγένιος Ντελακρουά, 1840)
Ο αρχηγός των Σταυροφόρων Βονιφάτιος ο Μομφερατικός δεν πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Ζάρα, φοβούμενος ίσως τις παπικές κυρώσεις. Πήγε να επισκεφθεί τον εξάδελφό του Φίλιππο της Σουηβίας, ο οποίος φιλοξενούσε τον συγγενή του βυζαντινό πρίγκηπα Αλέξιο Άγγελο, γιο του ανατραπέντος αυτοκράτορα Ισαάκιου Β’ Άγγελου. Ο Αλέξιος Άγγελος ζήτησε βοήθεια από τον Βονιφάτιο για να ανατρέψει τον θείο του αυτοκράτορα Αλέξιο Γ’ Άγγελο και να επαναφέρει στον θρόνο τον τυφλό πατέρα του. Στα ανταλλάγματα που προσέφερε ήταν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, στρατιωτικές δυνάμεις για την ενίσχυση της εκστρατείας των Σταυροφόρων στην Αίγυπτο και την υποταγή της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης στον Πάπα.
Ο Βονιφάτιος θεώρησε δελεαστική την πρόταση και μαζί με τον Αλέξιο Άγγελο μετέβησαν στην Κέρκυρα για να συναντήσουν τους Σταυροφόρους που συμμετείχαν στην κατάληψη της Ζάρα και να ενημερώσουν τους αρχηγούς της Σταυροφορίας. Κάποιοι συμφώνησαν με την εκτροπή της Σταυροφορίας, άλλοι διαφώνησαν και αποχώρησαν, επιστρέφοντας στις πατρίδες τους.
Ανάμεσα σε αυτούς που είδαν με καλό μάτι την πρόταση του Αλέξιου ήταν και οι Ενετοί. Λαός ναυτικός, επιζητούσαν την αύξηση της επιρροής τους στην Ανατολή εις βάρος της Γένουας και της Πίζας, που ήταν οι κύριοι ανταγωνιστές τους. Επιπροσθέτως, τους μισούσαν και ήθελαν να πάρουν εκδίκηση για τη σφαγή των συμπατριωτών τους, στη διάρκεια των αντιπαπικών ταραχών στην Κωνσταντινούπολη το 1182. Από την άλλη πλευρά, το Βυζάντιο σπαρασσόταν από εμφύλιες διαμάχες και την καταστροφική πολιτική των τελευταίων Κομνηνών και της δυναστείας των Αγγέλων. Βρισκόταν σε προφανή παρακμή, ενώ είχαν αρχίσει οι αποσχιστικές τάσεις από φιλόδοξους τοπάρχες. Ο λαός στέναζε από τη βαριά φορολογία.
Ο στόλος των Ενετών και Σταυροφόρων έφθασε προ των τειχών της Κωνσταντινούπολης στις 23 Ιουνίου 1203. Οι νεοφερμένοι έμειναν κατάπληκτοι από όσα έβλεπαν τα μάτια τους: «Δεν μπορούσαν να φαντασθούν ότι υπήρχε στον κόσμο τόσο οχυρή πόλη. Είδαν τα υψηλά τείχη, τους ισχυρούς πύργους, τα θαυμαστά παλάτια, τις μεγάλες εκκλησίες, που ήταν τόσες πολλές ώστε κανείς δεν θα το πίστευε αν δεν τις έβλεπε με τα μάτια του. Το μήκος της, το πλάτος της, έδειχναν πως ήταν βασιλεύουσα». Με τα λόγια αυτά περιγράφει τις πρώτες του εντυπώσεις ο ιστορικός και εκ των ηγετών της Σταυροφορίας Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος.
Αρχικός τους στόχος ήταν να αποκαταστήσουν στον θρόνο τον Ισαάκιο Β’ Άγγελο. Οι κάτοικοι της Πόλης τους υποδέχθηκαν εχθρικά, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του Αλέξιου Άγγελου. Στις 17 Ιουλίου οι Σταυροφόροι αποβιβάσθηκαν στη στεριά και επιτέθηκαν από τη νοτιοανατολική πλευρά της Πόλης. Έβαλαν μία μεγάλη φωτιά, που προκάλεσε μεγάλες καταστροφές στην Πόλη. Οι κάτοικοι στράφηκαν κατά του αυτοκράτορα Αλέξιου Γ’ Άγγελου, ο οποίος έφυγε την ίδια νύχτα από την Πόλη. Ο Ισαάκιος Β’ Άγγελος αφέθηκε ελεύθερος και αποκαταστάθηκε στο θρόνο του. Την 1η Αυγούστου ο γιος του Αλέξιος Άγγελος αναγορεύθηκε σε αυτοκράτορα, ως Αλέξιος Δ’ Άγγελος. Το Βυζάντιο βρισκόταν και πάλι σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου, αφού υπήρχαν δύο νόμιμοι αυτοκράτορες (Αλέξιος Γ’ Άγγελος και Αλέξιος Δ’ Άγγελος).
Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης
Ο νέος ηγεμόνας βρήκε τα ταμεία άδεια και γρήγορα συνειδητοποίησε ότι δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει τις δεσμεύσεις του προς τους Σταυροφόρους. Διέταξε τότε να καταστραφούν εικόνες και αντικείμενα λατρείας, μόνο και μόνο για να πάρει τον χρυσό και τον άργυρο που περιείχαν. Ο λαός εξαγριώθηκε και θεώρησε ιεροσυλία την απόφαση αυτή του αυτοκράτορα. Ο αυλικός Αλέξιος Δούκας, γνωστός και ως Μούρτζουφλος, εξαιτίας των πυκνών φρυδιών του, εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση. Τον ανέτρεψε και τον στραγγάλισε. Ο Αλέξιος Δούκας ανέβηκε στο θρόνο ως Αλέξιος Ε’. Ο πρώην αυτοκράτορας Ισαάκιος Β’ Άγγελος πέθανε ύστερα από λίγο, από φυσικά αίτια.
Οι Σταυροφόροι και οι Βενετοί, χωρίς προστάτες πλέον σε μια εχθρική γι’ αυτούς περιοχή, βρέθηκαν προς στιγμή σε αμηχανία. Πάντως, στις 8 Απριλίου 1204 επιτέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη για μια ακόμη φορά, προκειμένου να τιμωρήσουν τον δολοφόνο του Αλέξιου Δ’ Άγγελου. Ο Αλέξιος Ε’ αντέταξε ισχυρή άμυνα, με σύμμαχο τον άσχημο καιρό. Οι επιτιθέμενοι το θεώρησαν θεϊκό σημάδι και θέλησαν να λύσουν την πολιορκία. Οι καθολικοί κληρικοί που τους συνόδευαν κατόρθωσαν να τους πείσουν να παραμείνουν και να καταλάβουν την Πόλη, με τα επιχειρήματα ότι οι Βυζαντινοί είναι προδότες και δολοφόνοι επειδή σκότωσαν τον σεβαστό Αλέξιο Δ’ και ότι είναι χειρότεροι από τους Εβραίους. Ο Πάπας Ινοκέντιος Γ’, για μια ακόμη φορά, είχε διαμηνύσει στους Σταυροφόρους να μην επιτεθούν και να μην σκοτώσουν ούτε ένα χριστιανό, αλλά και πάλι η σχετική επιστολή του απεκρύβη από τους παπικούς απεσταλμένους.
Στις 12 Απριλίου 1204, οι Σταυροφόροι πραγματοποίησαν την τελική τους έφοδο κατά της Κωνσταντινούπολης, βοηθούμενοι και από τον καλό καιρό. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Ε’ Μούρτζουφλος την είχε εγκαταλείψει κι έτσι την κατέλαβαν με σχετική ευκολία, παρά την αντίσταση της αυτοκρατορικής φρουράς, που την αποτελούσαν οι σκανδιναβοί Βάραγγοι. Για τρεις μέρες οι «Στρατιώτες του Χριστού» επιδόθηκαν σε παντός είδους βανδαλισμούς και φρικαλεότητες. Δεν δίστασαν να βεβηλώσουν ακόμη και ιερούς χώρους, ανεβάζοντας στον πατριαρχικό θρόνο μία πόρνη, σύμφωνα με τον ιστορικό Νικήτα Χωνιάτη. Όταν ο Πάπας έμαθε για τις βδελυρές πράξεις των Σταυροφόρων εξέφρασε την ντροπή και τον αποτροπιασμό του.
Για τα επόμενα 59 χρόνια ο ελλαδικός χώρος θα ζήσει υπό καθεστώς Φραγκοκρατίας. Η τάξη θα αποκατασταθεί το 1261, με την εκδίωξη των Λατίνων και την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τον Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο.
Η Τέταρτη Σταυροφορία, μόνο κατ’ όνομα υπήρξε. Σχεδόν κανένας από τους λατίνους μαχητές δεν πάτησε το πόδι του στους Αγίους Τόπους, παρά μόνο διοχέτευσαν όλη τους την ενέργεια στην καταστροφή του Βυζαντίου. Η κληρονομιά που άφησε πίσω της η Τέταρτη Σταυροφορίας είναι η ολοκλήρωση του Σχίσματος μεταξύ Καθολικής Δύσης και Ορθόδοξης Ανατολής και ο τεμαχισμός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σε λατινικά (Πριγκιπάτο της Αχαΐας, Βασίλειο της Θεσσαλονίκης, Βασίλειο των Αθηνών, Βασίλειο του Αιγαίου, Ηγεμονία της Κωνσταντινούπολης) και ελληνικά κρατίδια (Δεσποτάτο της Ηπείρου, Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, Αυτοκρατορία της Νικαίας). Η αποτυχία του να ελέγξει του Σταυροφόρους έγινε μάθημα στον Ινοκέντιο και τους διαδόχους του στην Αγία Έδρα κι έτσι δεν υποστήριξαν αμέσως καμία από τις επόμενες Σταυροφορίες.
Οκτακόσια χρόνια αργότερα, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ εξέφρασε τη λύπη του για τις ωμότητες των Σταυροφόρων, οι οποίοι «εστράφησαν εναντίον των εν Χριστώ αδελφών μας», όπως ανέφερε το 2001 σε επιστολή του προς τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο. Ανάλογη ήταν και η "συγγνώμη" του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α’, κατά τη συνάντησή τους στο Βατικανό το 2004.


διαβάστε επίσης Περί της «Συγγνώμης που απηύθυνε ο Πάπας της Ρώμης στους Έλληνες, για τις Σταυροφορίες:


«...διδακτόν η ανδρεία...»
 
 
«...έστι δε και διδακτόν η ανδρεία και ουκ αν τις, άνευ μαθήσεώς τε και μελέτης, προς ανδρείαν επίδοσις γένοιτο».
(Βησσαρίων, προς Κωνσταντίνο Παλαιολόγο)

Η Θουκυδίδειος αποτροπή και ανατροπή, στην κορύφωσή της: «Για όλες τις παρελθούσες και τις παρούσες περιστάσεις, όπου τα τέκνα της Καθολικής Εκκλησίας αμάρτησαν...», (ναι! λέει και για τις παρούσες!)... ο Πάπας ζητάει συγχώρεση από τον Κύριον, δηλαδή από τον Κύριον Χριστόδουλον και την Ορθόδοξη Εκκλησία, σύμφωνα με τα λόγια του Χριστού: «εφ' όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε...εφ' όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε»*. Αρα, όταν ο Πάπας ζήτησε την συγχώρεση από τον Θεό, την ζήτησε -κατά Χριστόν- από έναν εκ των αδελφών του των ελαχίστων, δηλαδή από εμένα.

Κατά τα λοιπά: Το Συνοδικό - συλλογικό γραπτό, που διάβασε και προφανώς συν-έγραψε και ο Χριστόδουλος συν τοις συνεκδήμοις αδελφοίς αυτού, αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα Κείμενα γραπτά του νεοελληνικού πολιτισμού. Πολλαπλώς μνημείον άθλου, που μνημειώνει εντός του μνήμες ορθοπραξίας και ορθοεπείας και θα αποτελέσει υπόβαθρον μνήμης για την μετέπειτα ζωή του Ελληνισμού και της των πάντων-ορθοδόξως-Ενώσεως.

Ως εξής: α) Είναι μνημείον νοσταλγίας της ενότητας: όλες οι λέξεις διαλεγμένες, ώστε να τείνουν προς την ποθουμένη ενότητα των σκόρπιων, ώστε να ενώσουν τα «πριν διεστώτα», διάσπαρτα μέλη του Αυτού Σώματος. Με την γεμάτη σεβασμό μνεία των Πατέρων της Δύσης, των πριν από το βατικάνειο σχίσμα, ο της Ελλάδος αρχιεπίσκοπος αποκατέστησε με την ενοποιό σύνθεση του λόγου του, την απούσα ενότητα της πράξης.

β) Είναι μνημείον πατερικής διακρίσεως: το Συνοδικό μας γραπτό, διά της εκφωνήσεώς του από τον Επίσκοπο Χριστόδουλο, διέκρινε, σύμφωνα με το πατερικόν «πασών των αρετών ανωτέρα διάκρισίς εστι». Διέκρινε: την ευγένεια που οφείλαμε στον υψηλό Αιρεσιάρχη, λόγω του Ξενίου Διός πατρός. Διέκρινε: με το πράον, μειλίχιον, που διακατείχε το σώμα και το νεύμα του Ορθοδόξου επισκόπου μας, απέναντι στον σωματικά σακάτη, αλλά πάντοτε υπερόπτη Αιρεσιάρχη της Δύσης. Διέκρινε: ότι δεν μπορούσε να μιλήσει για την προσβολή, που διαπράττει κατ' εξακολούθησιν το Βατικανό προς την αλήθεια της πίστης, γιατί αυτό είναι αρμοδιότητα -ως διάλογος εγκαθιδρυμένος- του Πρωτοθρόνου Πατριαρχείου της Πόλης.

γ) Είναι μνημείον λόγου καθολικού και οικουμενικής μεγαλωσύνης: ο δικός μας, θα μπορούσε να αρκεστεί στα δικά μας, ως έκφραση μάλιστα αβροφροσύνης προς τον Αιρεσιάρχη φιλοξενούμενό μας. Αντιθέτως: εν διακρίσει μέτρου και μεγέθους, ο δικός μας πήρε επάνω στους στιβαρούς ώμους της Ελληνικής Εκκλησίας, όλον τον σημερινό ξεπεσμό των Σλαύων θυγατέρων της. Και, όπως τότε, στην αρχή, ο Συνοδικός μας λόγος, ως Μητέρα-Εκκλησία κατήγγειλε ευθαρσώς την Ουνία, ενώ αυτό, εδώ για μας, αποτελεί παρωνυχίδα. Μνημείον λοιπόν καθολικότητας και οικουμενικής αγκαλιάς, που ανέδειξε την Ελλαδική Εκκλησία, ως Μητέρα-Μήτρα των ορθοδόξων εμπεριστάτων Σλαύων, μέχρι αυτοί να ξαναβρούν τον εαυτό τους.

δ) Το Μνημείον αυτό του Συνοδικού-ορθοδόξου λόγου μας έδειξε, urbi et orbi, και ταυτοχρόνως προς τον εμβρόντητο Πάπα, τι σημαίνει να είσαι επί δύο χιλιάδες χρόνια θεσμός: θεμιστός, ιεροπρακτικός, λαοκεντρικός. Το γραπτό της Συνόδου μας απέδειξε ταυτοχρόνως, τι σημαίνει να έχεις ένα Κράτος της Ψωροκώσταινας, διαρκείας εκατόν εβδομήντα ετών καρπαζιάς και υπουργείου Εξωτερικών τεμενάδων: από την μια, Βυζαντινή αυτοκρατορία, από την άλλη το Κράτος της Μελούνας, της Προστασίας και των «Προστατίδων Δυνάμεων», ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο. Ουδέποτε το Ελλαδικό κρατίδιο μπόρεσε να συντάξει και να προτείνει τέτοιον διαπραγματευτικό λόγο, όπως ο λόγος που ακούστηκε, φωνή μεν Χριστοδούλου, σώματι δε ορθοδόξου Κωνσταντινουπολίτικης οικουμένης. Δύο χιλιάδες χρόνια αυτοκρατορικής πείρας. Θουκυδίδειον και ορθόδοξον τέχνημα: Ο Συνοδικός λόγος προς τον Πάπα, σύμφωνα με τον κανόνα του Θουκυδίδη, δεν θεώρησε ότι υπάρχει «μεγάλη» και «βραχεία πρόφασις». Ο Συνοδικός μας Αρχιεπίσκοπος ήξερε, ότι δεν υποχωρούμε ποτέ για ένα «βραχύ τι ζήτημα», διότι, «ευθύς τι μείζον επιταχθήσεσθε υμίν, ως φόβω και τούτω υπακούσαντες», άρα, στην συνύπαρξη μεταξύ αδελφών, δεν υπάρχει ποτέ «μικρό» ζήτημα, όπου, ας υποχωρήσουμε: όλα τα ζητήματα στην συνύπαρξη των συστημάτων έριδος-ισχύος, είναι ισόμοιρα, ισόκυρα, ισοδύναμα. Επομένως, ο Συνοδικός μας Αρχιεπίσκοπος τα έθεσε όλα, ως ισόκυρα, ενώπιον του Αιρεσιάρχου-μέλλοντος και τέως αδελφού μας.

Το Συνοδικό αυτό κείμενο, πρέπει να διδάσκεται ως υπόδειγμα διαπραγματευτικού - τεχνικού και οντολογικού άθλου στους διπλωμάτες μας του υπουργείου Εξωτερικών τεμενάδων. Φαντάζεσαι, τι ευλύγιστο σθένος και τι εύκαμπτο αρραγές χρειάστηκε στους ημετέρους Συνοδικούς, ώστε οι φοβεροί Καρδινάλιοι της Curia να καταπιούν αυτήν την κειμενάρα, που αναγκάστηκε να ακούσει ο Αιρεσιάρχης Πάπας; Εν αγάπη;

ε) Μετά χίλια διακόσια έτη -και, μάθημα για τους κενοφανείς εκσυγχρονιστές- θετικιστές παντός δυτικού συρφετού- το Βατικανόν ωμολόγησε urbi et orbi, ποιος είναι ο Νόμιμος κληρονόμος της Βυζαντινής - Ρωμέηκης αυτοκρατορίας. Δεν είναι ούτε οι Σλαύοι, ούτε οι Ιβηρες, ούτε οι Τούρκοι. Ο Αιρεσιάρχης Πάπας ζήτησε συγγνώμην για την άλωση και τη δήωση της Κωνσταντινουπόλεως, από μας, εδώ: η σημερινή Ελλάς είναι το Νόμιμον Συνεχές της Πόλης. Αυτό, που δεν παραχώρησε σε τρεις Πατριάρχες της Κωνσταντινουπόλεως, το Βατικανό αναγκάστηκε να το παραδώσει στην εδώ Ελλάδα. Και αυτό είναι η μεγαλύτερη νίκη του Ελληνισμού μετά το 480 π.Χ. Το κατάλαβες, ω εκσυγχρονιστάν;

* Κατά Ματθαίον, κς' 1,2.

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )