.

.

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

" Μυροφόρες"



Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά

Ομιλία ΙΗ'
[...] 4 Λοιπόν, Μυροφόρες είναι οι γυναίκες που ακολουθούσαν τον Κύριο μαζί με την Μητέρα τ
ου, έμειναν μαζί της κατά την ώρα του σωτηριώδους πάθους και εφρόντισαν να αλείψουν με μύρα το σώμα του Κυρίου. 'Οταν δηλαδή ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος εζήτησαν κι έλαβαν από τον Πιλάτο το δεσποτικό σώμα, το κατέβασαν από τον Σταυρό, το περιέβαλαν σε σινδόνια μαζί με εκλεκτά αρώματα, το ετοποθέτησαν σε λαξευτό μνημείο κι έβαλαν μεγάλη πέτρα επάνω στη θύρα του μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας κατά τον ευαγγελιστή Μάρκο η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία που εκαθόταν απέναντι του τάφου. Με την φράσι και η άλλη Μαρία εννοούσε οπωσδήποτε την Θεομήτορα' διότι αυτή ελεγόταν μητέρα και του Ιακώβου και του Ιωσή, που ήταν από τον Ιωσήφ τον Μνήστορα.
Δεν παρευρίσκονταν δε μόνο αυτές παρατηρώντας, όταν ενταφιαζόταν ο Κύριος, αλλά και άλλες γυναίκες, όπως ιστόρησε

ο Λουκάς γράφοντας' " παρακολουθώντας κάποιες γυναίκες που είχαν έλθει μαζί του από την Γαλιλαία, είδαν το μνημείο και την

σ' αυτό τοποθέτησι του σώματός του' ήσαν η Μαγδαληνή Μαρία και
η Ιωάννα και η Μαρία του Ιακώβου και οι άλλες μαζί τους".

*******
'Αρας επί ώμων Ιωσήφ,
τον εν δεξιά τη πατρώα, Υιόν καθήμενον,
μύρον το ακένωτον, μύροις εκήδευσας'
την του κόσμου ανάστασιν, προτέθεικας τάφω'
τον αναβαλλόμενον φως ως ιμάτιον,
λίθω συγκαλύπτεις αφράστως.
'Οθεν τούτου μέλπομεν ύμνοις,
τα φωσφόρα πάθη και την έγερσιν.

Πρωί της Γ' Εβδομάδος
Στιχηρόν ιδιόμελον
'Ηχος β'

5 Αφού δε επέστρεψαν, λέγει, αγόρασαν αρώματα και μύρα'
διότι δεν είχαν καταλάβει ακριβώς ότι αυτός είναι αληθινά η οσμή της ζωής για εκείνους που τον πλησιάζουν με πίστι, όπως οσμή θανάτου καταλαμβάνει τους έως το τέλος απειθείς, και η οσμή των ενδυμάτων του, δηλαδή του ιδίου του σώματος, είναι ανωτέρα από όλα τα αρώματα και το όνομά του είναι μύρο χυμένο, με το οποίο εγέμισε θεία ευωδία την οικουμένη...[..]

Μετά φόβου ήλθον αι γυναίκες, επί το μνήμα,
αρώμασι το Σώμα σου μυρίσαι σπουδάζουσαι'
και τούτο μη ευρούσαι,
διηπόρουν πρός αλλήλας,
αγνοούσαι την Ανάστασιν.
Αλλ' επέστη αυταίς 'Αγγελος , και είπεν'
Ανέστη Χριστός, δωρούμενος ημίν το μέγα έλεος.
Κυριακή των Μυροφόρων
Εις την Λιτήν
Στιχηρόν Ιδιόμελον της Οκτωήχου
'Ηχος α'
******

Συ τον ναόν του σώματος,
ήγειρας τον λυθέντα,
τριήμερον εκ τάφου, ως επηγγείλω αγαθέ'
ίνα εν αληθεία γνωρίσης την δόξαν σου,
ην ημίν πηγάζεις δια της πίστεως,
δεσμίους αφελών,
ούς κατείχε πάλαι 'Αδης πεπεδημένους.

Από τον Κανόνα των Μυροφόρων
Ποίημα Ανδρέου Κρήτης
'Ηχος β'

7 Φαίνονται βέβαια να διαφωνούν κάπως οι Ευαγγελισταί μεταξύ τους τόσο για την ώρα, όσο και για τον αριθμό των γυναικών, επειδή, όπως είπα, οι Μυροφόρες ήσαν πολλές, και ήλθαν στον τάφο όχι μια φορά, αλλά και δύο και τρείς φορές, συντροφιά μεν, αλλ' όχι οι ίδιες, και κατά τον όρθρο μεν όλες,
αλλ' όχι τον ίδιο χρόνο ακριβώς, η δε Μαγδαληνή ήλθε πάλι μόνη της
κι έμεινε περισσότερο. Κάθε ευαγγελιστής λοιπόν αναφέρει μια προσέλευσι μερικών και παραλείπει τις άλλες. 'Οπως δε εγώ υπολογίζω και συνάγω από όλους τους ευαγγελιστάς, σύμφωνα με όσα είπα προηγουμένως, πρώτη από όλες ήλθε στον τάφο του Υιού του Θεού η Θεοτόκος, έχοντας μαζί την Μαγδαληνή Μαρία.Τούτο κυρίως το συμπεραίνω από τον ευαγγελιστή Ματθαίο. Διότι λέγει,

" ήλθε η Μαγδαληνή Μαρία και η άλλη Μαρία ", που ήταν οπωσδήποτε η Θεομήτωρ, για να ιδούν τον τάφο...[...]

'Ηλθον επί το μνημείον,
η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία,
ζητούσαι τον Κύριον'
και τον 'Αγγελον είδον ωσεί αστραπήν,
καθεζόμενον επί τον λίθον,
και λέγοντα αυταίς'
Τι ζητείτε τον ζώντα μετά των τεθνεώτων;
ανέστη, καθώς είπεν'
εν Γαλιλαία αυτόν ευρήσετε'
πρός όν βοήσωμεν'
Ο αναστάς εκ των νεκρών, Κύριε, δόξα σοι.
Κυριακή των Μυροφόρων
Στιχηρόν ιδιόμελον της Λιτής
'Ηχος α'

8 'Ολες λοιπόν οι άλλες γυναίκες ήλθαν μετά τον σεισμό και την φυγή των φυλάκων, κι ευρήκαν τον τάφο ανοιγμένο και την πέτρα αποκυλισμένη' η δε Παρθενομήτωρ έφθανε τη στιγμή που εγινόταν ο σεισμός, αποκυλίσθηκε η πέτρα και ανοιγόταν ο τάφος και οι φύλακες ήσαν παρόντες, αν και συγκλονισμένοι από τον φόβο' γι'αυτό μετά τον σεισμό αυτοί ανασηκώθηκαν κι εκύτταξαν αμέσως να φύγουν, ενώ η Θεομήτωρ εντρυφούσε στη θέα.
Εγώ πάντως νομίζω ότι γι'αυτήν πρώτη ανοίχθηκε ο ζωηφόρος εκείνος τάφος (διότι γι'αυτήν πρώτη και δι'αυτής έχουν ανοιχθεί σ'εμάς όλα, όσα είναι επάνω στον ουρανό και κάτω στη γή),

και ότι γι'αυτήν άστραπτε έτσι ο άγγελος, ώστε, αν και η ώρα ήταν ακόμη σκοτεινή, αυτή με το πλούσιο φως του αγγέλου όχι μόνο να ιδή τον τάφο κενό, αλλά και τα εντάφια να είναι τακτοποιημένα και πολυτρόπως να μαρτυρούν την έγερσι του ενταφιασθέντος.


Ουκ ήνοιξας πύλας Παρθένου εν τω σαρκούσθαι'
μνήματος ουκ έλυσας τας σφραγίδας,
Βασιλεύ της κτίσεως'
όθεν εξαναστάντα σε,
θεασαμένη ηγάλλετο.

Από τον Κανόνα των Μυροφόρων
Ποίημα Ανδρέου Κρήτης
'Ηχος β'

10 "Αφού δε εξήλθαν", λέγει, "με φόβο και χαρά μεγάλη".

Εγώ νομίζω πάλι ότι τον μεν φόβο έχει ακόμη η Μαγδαληνή Μαρία και οι άλλες γυναίκες που είχαν έλθει έως τότε μαζί (διότι αυτές δεν κατενόησαν τη σημασία των λόγων του αγγέλου ούτε μπόρεσαν να συλλάβουν τελείως το φως, ώστε να ιδούν και να μάθουν ακριβώς), ενώ η Θεομήτωρ απέκτησε τη μεγάλη χαρά,

διότι κατενόησε τα λόγια του αγγέλου και παραδόθηκε ολόκληρη στο φώς, ως τελεία καθαρά και θείως χαριτωμένη, εγνώρισε με όλα αυτά την αλήθεια κι επίστευσε στον αρχάγγελο, επειδή αυτός από πολύ καιρό της εφάνηκε δια των έργων αξιόπιστος.

Πως άλλωστε, αφού ήταν παρούσα στα γεγονότα η θεόσοφος Παρθένος, δεν θα κατανούσε το συμβάν, αφού δηλαδή είδε σεισμό, και μάλιστα μεγάλο, άγγελο να κατέρχεται από τον ουρανό, και μάλιστα αστραποβόλο, τη νέκρωσι των φυλάκων και του λίθου την μετάθεσι, την κένωσι του τάφου και το μέγα θαύμα των ενταφίων, που ήταν άλυτα και συγκρατημένα με σμύρνα και αλόη και συγχρόνως εφαίνονταν αδειανά από το σώμα, και επι πλέον αφού έλαβε την χαρμόσυνη πρός αυτήν θέα και αγγελία του αγγέλου; 'Οταν δε εξήλθαν μετά τον ευαγγελισμό τούτον, η μεν Μαγδαληνή Μαρία, σαν να μη άκουσε καν τον άγγελο, αφού άλλωστε ούτε εκείνος ωμίλησε γι'αυτήν, διαπιστώνει μόνο την κένωσι του τάφου, χωρίς να αναφέρη καθόλου τα εντάφια' και τρέχει πρός τον Σίμωνα Πέτρο και τον άλλο μαθητή, όπως λέγει

ο Ιωάννης.[...]


Ανήκται το πάλαι κρατούμενον,
τω θανάτω και φθορά,
δια του σαρκωθέντος,
εκ σης αχράντου γαστρός,
πρός την άφθαρτον,
και αΐδιον ζωήν,
Θεοτόκε Παρθένε.
Θεοτοκίον
Από τον Κανόνα των Μυροφόρων
Ποίημα Ανδρέου Κρήτης
'Ηχος α'

15 Δεν ωφελεί τίποτε λοιπόν αδελφοί μου, εάν λέγη κανείς ότι έχει θεία πίστι, δεν έχει όμως έργα κατάλληλα στην πίστι.

Τι ωφέλησαν οι λαμπάδες τις μωρές παρθένους, αφού δεν είχαν έλαιο, δηλαδή τα έργα της αγάπης και της συμπάθειας; Τι ωφέλησε η επίκλησις του Αβραάμ σαν πατρός τον πλούσιο εκείνον που τηγανιζόταν στην άσβεστη φλόγα εξ αιτίας της ασυμπαθείας πρός τον Λάζαρο; Τι ωφέλησε η δήθεν ευπείθεια πρός την πρόσκλησι εκείνον τον άνθρωπο που δεν είχε αποκτήσει δια των αγαθών έργων ένδυμα κατάλληλο για το θείο γάμο και για τον άφθαρτο εκείνο νυμφώνα; Προσκλήθηκε μεν και προσήλθε, διότι επίστευσε οπωσδήποτε, και παρακάθησε με τους αγίους εκείνους συνδαιτυμόνες, αλλ' όταν εξεσκεπάσθηκε και καταισχύνθηκε, ως ενδεδυμένος την φαυλότητα από τα ήθη και τις πράξεις εδέθηκε ανηλεώς χειροπόδαρα κι ερρίφθηκε στη γέεννα του πυρός, όπου επικρατεί ο κλαυθμός και ο τρυγμός των οδόντων.


16 Αυτήν είθε να μη την δοκιμάση κανείς Χριστιανός,
αλλ' επιδεικνύοντας όλοι διαγωγή πρέπουσα στην πίστι, να εισέλθωμε στον νυμφώνα της άφθαρτης ευφροσύνης και να ζήσωμε αιωνίως μαζί με τους αγίους εκεί, όπου είναι η κατοικία όλων των ευφραινομένων. Γένοιτο.

Στερέωσον της πίστεως εν τη πέτρα,
και πλάτυνον αγάπης σου τω πελάγει,
καρδίαν και διάνοιαν των σων δούλων.
Μονάς τρισήλιε'
συ γαρ ει Θεός ημών,
εφ' ώπερ ελπίζοντες,
μη αισχυνθείημεν.

Κυριακή των Μυροφόρων
Από τον Τριαδικό Κανόνα του Μεσονυκτικού
'Ηχος β'
Χριστός Ανέστη!
 

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Τί; Πῶς; Ποιούς θά ψηφίσουμε;


ἐφημέριος Ἱ.Ν.Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἀμαρουσίου
Ἐπί τέλους μέσα στό «δημοκρατικό καθεστώς» πού ζοῦμε ὁρίστηκε ἡμερομηνία ἐκλογῶν, ἡ 6η Μαΐου, ἡμέρα Κυριακή.  
Ἡ περίοδος πού διανύουμε εἶναι Ἀναστάσιμη.  Ἀσφαλῶς τί­ποτα δέν εἶναι τυχαῖο, ὑποστηρίζει ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος.  
Μέσα στήν τεσσαρακονθήμερη ἀναστάσιμη περίοδο ἐμεῖς οἱ ὀρ­θόδοξοι πιστοί διακατεχόμενοι ἀπό τό μοναδικό, παγκόσμιο, δια­χρονικό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ θεανθρώπου Κυρίου, θά προσέλθουμε στίς κάλπες γιά νά ψηφίσουμε χωρίς φόβο, πάθος καί ἰδιοτέλεια.  


Αὐτές οἱ ἐκλογές ἀπαιτοῦν ἀπό ὅλους μας ἰδιαιτέρα σύνεση καί διάκριση, ἀφοῦ καλούμαστε νά ἐκλέξουμε ἐκπροσώπους μας μέ ξεχωριστή ἀγάπη στούς Ἕλληνες πολῖτες, ἀδιάφθορους, ἔντιμους, φιλοπάτριδες, μέ ἐγνωσμένη, εἰ δυνα­τόν, ὀρθόδοξη φιλοθεΐα καί θυσιαστική φιλανθρωπία.  

Ἀνθρώπους μέ ἁπλῆ ἀνθρωπιά πρός τούς ξένους καί μέ ἀκέραιο σεβασμό στήν ὑπερτρισχιλιετῆ ἱστορία τῆς χώρας μας, πού καταξιώθηκε ἀπό τούς ἐξαίρετους θεανθρώπινους θησαυρούς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί ζωῆς τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς και Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας μας.
Μέχρι τώρα ἔχει συσσωρευθεῖ στή μαρτυρική Ἑλλάδα ἀσύλ­ληπτο βάρος προδοσίας, μισοθεΐας ἀπό τούς φανερούς ἤ κρυπτο­μένους ἀγνωστικιστές, ἀθέους ἤ καί πολεμίους τῆς ἁγίας ἑλληνορθο­δόξου παραδόσεώς μας. 
Ἔχει ἐκτονωθεῖ ἀπό τίς ψυχές μας ἕνα ὀγκωδέστατο πλέγμα ἀπό ὕβρεις, κατάρες, ἀγανάκτηση, ἄσπονδο - κοσμικά δικαιολογημένο ­- μῖσος, ἰδίως ἐκ τῶν κατατρεγμένων συμπολιτῶν μας ἐναντίον τῶν μή σπλαχνικῶν διαχειριστῶν τοῦ Ἔθνους μας, τῶν «ἀρχόντων» ἐχθρῶν μας.
Βάναυσα ὅλοι μας ἀπειλούμαστε ἀπό τόν ἄμβωνα τῆς Νέας Ἐποχῆς, τήν τηλεόραση μέ τά ἐπιτελεῖα της, γιά ἀκόμα πιό σκληρά μέτρα καί χαράτσια πού δέν ἔχουν προηγούμενο στήν ἱστορία μας καί τήν ἀρχαία καί τῶν νεωτέρων χρόνων, ἐνῷ ἑτοιμαζόμαστε, ὑπο­τίθεται, γιά ἐκλογές. 
Ἐπιτρέπει βέβαια ὁ Κύριός μας, ὅπως ὁ Ἴδιος προτίμησε νά σταυρωθεῖ ὅλως ἐξευτελιστικά ἀπό τά ἄπονα καί ἀνυπότακτα πλά­σματά Του καί νά μή τά σταυρώσει παραδειγματικά, ἐπιτρέπει νά ὑφιστάμεθα ὡς Ἑλληνική κοινωνία πανδημία ἑκατομμύριων ἀνέργων ἀπολυθέντων καί ἀστέγων, παραδομένων πιά μόνο στό ἔλεος τοῦ Σταυρωθέντος ἀλλά καί Ἀναστάντος Κυρίου μας. 
 Ἐπιτρέπει νά μειώνονται δραματικά θέσεις ἐργασίας καί στόν δημόσιο καί στόν ἰδιωτικό τομέα, νά πα­ροπλίζονται ὅσοι παρέχουν ἰατροφαρμακευτική περίθαλψη στούς πολῖτες.  Ἐπιτρέπει ὁ μόνος Φιλάνθρωπος νά περικόπτονται μισθοί καί συντάξεις καί νά γίνονται αὐτόχειρες ὄχι λίγοι, ἀλλά χιλιάδες ἀδύ­νατοι στήν πίστη καί ἀπελπισμένοι συνάνθρωποί μας.  
Ἦταν πανεύκολο στό Χριστό μας νά ἀποφύγει τό μαρτύριό Του καί πρώιμα καί στό τέλος.  Στόν Πέτρο ὅμως εἶπε «βάλε τήν μάχαι­ραν σου εἰς τήν θήκην».  Μήπως δέν μπορῶ νά πῶ στόν Οὐράνιο Πατέρα Μου νά στείλει λεγεῶνες ἀγγέλων ὑπερασπιστῶν τῆς ζωῆς μου;  
Ἐπίσης ὅταν οἱ σταυρωτές Του περιγελώντας Τον ἔλεγαν: «εἰ Υἱός εἶ τοῦ θεοῦ, κατάβηθι ἀπό τοῦ Σταυροῦ ἵνα πιστεύ­σωμεν», ὅμως ὁ Παντοδύναμος, ὁ «δρακί κρατῶν τά σύμπα­ντα» δέν ξεκρεμάστηκε ἀπό τό σταυρικό ἰκρίωμα ἐνῷ ἄνετα, θεϊκά μποροῦσε νά γλυτώσει.  Δέν θά γλύτωνε ὅμως τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τήν αἰώνια καταδυναστεία τοῦ θανάτου.  Ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου διά τοῦ θανάτου Αὐτοῦ ἐπάτησε τόν θάνατον.
Ἔτσι καί σήμερα ὁ Κύριος ἐπιτρέπει τή σταύρωσή μας ἀπό τούς συγχρόνους σταυρωτές, γιά νά σταυρώσουμε ὅλα τά βδελυκτά σαρκικά πάθη καί μίση καί νά βγοῦμε ἀπό τίς ἀπίστευτες καί «ἀμετάκλητες» δοκιμασίες κεκαθαρμένοι, ὅπως τό χρυσάφι μετά τή δοκιμασία πού ὑφίσταται στή δυνατή πυρά τῆς καμίνου. 
Ὀφείλουμε πάντως ὡς δικά Του τέκνα, τῆς ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, νά ἀποβάλουμε κάθε ἀντιπάθεια ἐναντίον τῶν σταυρωτῶν μας καί νά μεταστρέψουμε τήν ἀγανάκτηση σέ προ­σευχή.  Τά τελευταῖα ἐπίγεια λόγια τοῦ Κυρίου μας ἦταν: «Πάτερ ἄφες αὐτοῖς, οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι».  
Πράγματι δέν ξέρουν τί κάνουν, ἀφοῦ ἡ κομματική πειθαρχία εἶναι ἡ πρώτη καταστατική, ὅπως φαίνεται, ὑποχρέωση γι’ αὐτούς, ὅπως καί ἡ ἄγνοια τοῦ περιεχομέ­νου τῶν συμβάσεων πού ὑπέγραψαν καί … ἴσως κάποια
bonus.  Νά παρακαλέσουμε ἐπί πλέον νά τούς χαρίσει ὁ Σταυρωθείς Κύριος μετάνοια καί ἐν μετανοίᾳ ἀπολογία στή Μέλλουσα Κρίση.
Αὐτή ἡ ἐν Χριστῷ ὑπέρβαση τοῦ ἀτομισμοῦ μας θά πλημ­μυρίσει τήν ψυχή μας μέ ὠκεανούς θείας ἀγάπης πού θά συμπα­ρασύρει ἑαυτούς καί ἀλλήλους σέ εὐχές καί ὄχι κατάρες καί σέ συναγωνισμό προσευχῶν ὑπέρ ἐλέους, ζωῆς, εἰρήνης, ὑγείας καί σωτηρίας ὅλων μας, τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν.
Τό θέμα μας ὅμως εἶναι οἱ ἐπικείμενες ἐκλογές.  Τί θά κάνουμε; Ἡ ἀπάντηση εἶναι πάρα πολύ δύσκολη.  Μποροῦμε ὅμως νά σκεφθοῦμε τά ἑξῆς: 
1.       Ὅσοι ὑπέγραψαν, οἱ διακόσιοι περίπου βουλευτές, τίς συμβάσεις πού παραδίδουν «ἀμετάκλητα» στούς δανειστές τῆς χώρας μας ἔδαφος, ὑπέδαφος, ὀρυκτό πλοῦτο, ἐναέ­ριο χῶρο, παραθαλάσσιο, δημόσια καί ἰδιωτική περιουσία, πολιτιστική κληρονομιά κ.τ.λ., κ.τ.λ., μποροῦν νά θεω­ροῦ­νται ὑποψήφιοι ἐκπρόσωποί μας στίς ἐπικείμενες ἐκλογές;  Εἶναι δυνατόν;;;
2.      Ὑπάρχουν κόμματα, τά ὁποῖα ἔχουν κάνει ἀναλυτική κρι­τική τῶν μεθοδεύσεων τοῦ πλαστοῦ χρέους, τῶν ἐπαχθῶν ὑποχρεώσεων τῆς πατρίδος μας πρός τό Δ.Ν.Τ., τήν Εὐρω­παϊκή Ἕνωση, τούς δανειστές.  Ἔχουν ἀποδείξει ὅτι ἡ μέχρι τώρα διετής οἰκονομική πολιτική δέν βοηθάει τή χώρα μας, ἀλλά ἀκόμα περισσότερο ὑποθηκεύει τό μέλλον γενιῶν καί γενιῶν μετά ἀπό μᾶς, ἀφήνοντας ἐρείπια στούς μεταγενεστέρους μας σέ ὅλα τά ἐπίπεδα ζωῆς. 
Ἀπό αὐτά τά ἀντιμνημονιακά κόμματα ὠφεληθήκαμε μέ τίς ἐμπερι­στατωμένες ἀναλύσεις πού ἔχουν κάνει γύρω ἀπό τό ἐπονείδιστο χρέος, ἀπό τούς δυσβάστακτους τόκους γιά τήν ἀποπληρωμή τοῦ χρέους καί γύρω ἀπό τή γενικότερη φθίνουσα κατάσταση τῆς χώρας μας, πού εἶναι ἀποτέ­λεσμα τῶν «ἀμετά­κλη­των» δανειακῶν συμβάσεων πού τελικά ὑπέγραψαν οἱ διακόσιοι βου­λευτές. 
Λυπούμαστε ὅμως ὑπερβολικά γιατί, ἐνῷ οἱ γνώσεις τους, ἡ δράση τους, ἡ μαχητικότητά τους ἔδειχναν τήν ἀγάπη τους γιά τήν πατρίδα μας, τήν Ἑλλάδα, ὡστόσο δειλά – δειλά ἤ μερικοί πιό φανερά, δηλώνουν ἄθεοι.  Ἐνδεχομένως καί κάποιες ἄλλες σκοπιμό­τητες, συμβατές μέ τήν ἀθεΐα τους, νά ἔρθουν στό φῶς τότε πού θά καθήσουν στούς βουλευτικούς θώκους.  Ἡ περίπτωσή τους μᾶς παραπέμπει στή νοοτροπία καί στή δράση τοῦ Ἀδαμάντιου Κοραῆ, ὁ ὁποῖος θαμπώθηκε ἀπό τόν εὐρωπαϊκό ἀθεϊστικό οὐμα­νισμό, ἀρνήθηκε τήν ἐκλεκτή ἑλληνορθόδοξη Παρά­δοση καί ἀγωνίστηκε νά ἐγκαθιδρύσει στήν πατρίδα μας τήν ἄψυχη εὐρωπαϊκή κουλτούρα, τῆς ὁποίας τά ἀποτελέ­σματα δυστυχῶς εἰσπράττουμε ὅλοι μας.
3.      Ὅσους ἀπό τούς ἀντιμνημονιακούς δέν ἔχουν ξεκαθαρίσει τό θέμα τῆς Κάρτας τοῦ Πολίτη πῶς μποροῦμε νά τούς ἐμπιστευθοῦμε; Ἡ Κάρτα τοῦ Πολίτη θά εἶναι τό δηλητη­ριῶδες κερασάκι πάνω στήν τούρτα τῆς ἠλεκτρονικῆς φυλακῆς, πού ἀπό δεκαετίες ἑτοιμάζει ἡ Νέα Ἐποχή σέ βάρος μας.  Ἄν καί αὐτοί ἀδιαφοροῦν στήν καταδυνά­στευ­ση τῆς ἐλάχιστης ἐλευθερίας μιᾶς ἀναπνοῆς, μιᾶς ἀνάσας πού ἀπέμεινε ἀκόμα στόν Ἕλληνα πολίτη, πῶς μποροῦμε νά τούς δώσουμε τήν ἐξουσιοδότηση νά προετοιμάσουν μιά πραγματική καί ὄχι εἰκονική σεισά­χθεια;
4.      Τίς ἡμέρες αὐτές πού μέ διάφορα παραπλανητικά διλήμ­ματα προσπαθοῦν οἱ ἐπαγγελματίες πολιτικοί νά μᾶς ξεγε­λάσουν, ἄς κλείσουμε τά αὐτιά μας νά μήν ξαναμολυνθοῦν ἀπό τίς πλάνες ὑποσχέσεις τους.  Ἄς κλείσουμε τόν ἄμβωνα τῆς Νέας Ἐποχῆς, τήν τηλεόραση, γιά νά μή ρυπαίνει μέ  τό συστηματικό ψεῦδος τίς ψυχές μας.  Μυθομανεῖς θά καταντήσουμε, ἄν ἐξακολουθοῦμε νά τεί­νουμε εὐήκοα ὦτα σ’ αὐτούς.
5.      Ἄς ἐπιμεληθοῦμε τήν ἐν Χριστῷ πνευματική μας ζωήΤό κομποσχοίνι, τήν εὐχή, τίς ἱερές Ἀκολουθίες, γιά νά μπο­ρέσουμε νά ἀνακαλύψουμε ἔστω καί ἕνα Χριστιανό Ἕλλη­να πού πονάει γιά τήν κατάσταση τῆς χώρας μαςἌν πραγματικά πονᾶμε γιά τήν πατρίδα μας, εἶναι βέβαιο ὅτι ὁ Χριστός θά δείξει, θά ἀναδείξει ἄνδρα ἐν Χριστῷ πνευματικῶν ἐπιθυμιῶν, ἄνδρα θυσίας καί προσφορᾶς καί θά δώσει ἐλπίδα σωτηρίας. Εἴμαστε σίγουροι ὅτι ὄχι μόνο ἕνας, ἀλλά ἀρκετοί νέοι ὑποψήφιοι ἔχουν ὀρθόδοξη παιδεία, ἔμπνευση, πίστη Χριστοῦ καί ἀγάπη γιά τήν Πατρίδα.
6.      Στήν περίοδο τῆς ἀρχεγόνου Ἐκκλησίας τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τότε πού ὁ Ἰουδαϊκός λαός ἦταν σκλαβωμένος στούς εἰδωλολάτρες καί ἀναγκά­ζονταν ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι νά προσκυνήσουν τόν πανίσχυρο Ναβου­χοδονόσορα, οἱ τρεῖς νέοι Ἀνανίας, Ἀζαρίας καί Μι­σαήλ δέν ἀρνήθηκαν τόν ἀληθινό Θεό καί δέν προσκύνησαν τά εἴδωλα.  Ἐκβιάσθηκαν καί ρίχτηκαν στήν κάμινο τοῦ πυ­ρός.  Βάδιζαν ἀτρόμητοι μέσα στήν πυρακτωμένη κάμινο δοξολογοῦντες τόν ἀληθινό Θεό καί μετανοοῦντες γιά λογαριασμό ὅλης τῆς γενιᾶς τους πού ἀπομακρύνθηκε πνευματικά ἀπό τόν ἀληθινό Θεό.  Καταξιώθηκαν τοῦ πα­σίγνωστου θαύματος τῆς σωτηρίας τους ἀπό τήν κατα­στρε­πτική δύναμη τοῦ πυρός.  Οὔτε τρίχα τῆς κεφαλῆς τους δέν ἐνοχλήθηκε, δέν πειράχθηκε ἀπό τή φωτιά, ἀλλά μέσα στήν πυρένδροσο κάμινο ἀπεκαλύφθη ἡ μελλοντική σά­ρ­κωση καί ἐνανθρώπιση τοῦ ἀσάρκου Λόγου, φαινομένου ὡς λευχείμονος καί ἀστραφτεροῦ ἀγγέλου πού τούς ἐνδυ­νάμωνε, τούς θεοεμψύχωνε καί τούς πλήρωνε μέ τήν ἐμπει­ρία τῆς Ἀναστάσεως τοῦ μαρτυρήσαντος, Σταυρωθέντος καί Ἀναστάντος Κυρίου μας.  Ἔγιναν μάρτυρες τῆς λαμπροφόρου Ἀνα­στάσεως τοῦ Χριστοῦ, πρό Χριστοῦ.  Εἶναι ἀδύνατο σήμερα καί μεῖς, οἱ κληρικοί καί λαϊκοί τῶν ἐσχάτων χρόνων, ζῶντες ἐν μετανοίᾳ τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ νά μήν ἀποκτήσουμε ἐμπειρία Ἀναστάσεως  καί σωτηρίας τῆς πατρίδος μας ἀπό τήν ἡτοιμα­σμένη νέα κάμινο πυρός ἀπό τούς ἡγέτες τῆς Νέας Ἐποχῆς καί τούς συνεργούς τους.

 anavaseis

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Ο λαός πληρώνει τα σπασμένα, αλλά δεν εκβιάζεται

Ο διεθνής τύπος  γράφει ότι στην Αυστραλία παραιτήθηκε ο πρόεδρος της βουλής για να καθαρίσει το όνομα του στα δικαστήρια (κατηγορείται για σεξουαλική παρενόχληση και  γιατί υπέγραψε λευκές αποδείξεις ταξί)!
Τελευταία φορά που έγινε αυτό στην χώρα μας ήταν όταν ο Υφυπουργός Δημοσίων Έργων στην κυβέρνηση Παπάγου, Κων/νος Παπακωνσταντίνου (με υπουργό τον Κων/νο Καραμανλή) παραιτήθηκε του ακόμη και από την βουλευτική του ιδιότητα για να αντιμετωπίσει τους κατήγορους  στο τότε σκάνδαλο Ζήμενς, όπερ και έπραξε με επιτυχία.
Ο διεθνής τύπος επίσης γράφει ότι τα παραδοσιακά κόμματα στην Αγγλία αργοπεθαίνουν εξαιτίας του πολιτικού χρήματος (οι συντηρητικοί έμειναν με 150 χιλ. αντί 2,8 εκ. μέλη).
Στην χώρα μας, ένα μεγάλο μέρος του τύπου προσπαθεί να διασώσει κόμματα που μετεβίβασαν σε τράπεζες και προεισέπραξαν την κρατική επιχορήγηση για χρόνια, προεξοφλώντας τα αποτελέσματα μελλοντικών εκλογών, τα κόμματα που κουκούλωσαν το σκάνδαλο του μαύρου πολιτικού χρήματος από την Ζήμενς.
Είναι τα ίδια κόμματα που, αφού έφεραν την Χώρα σε κατάσταση πτώχευσης, σε περίοδο αδυναμίας πληρωμών μετέτρεψαν ανασφάλιστο ιδιωτικό χρέος (που δεν πληρώνεται σε περίπτωση πτώχευσης) σε προνομιακό κρατικό χρέος (που οφείλει να πληρωθεί). Είναι τα ίδια κόμματα που με το μνημόνιο χειροτέρεψαν την κατάσταση της χώρας, οδηγώντας την οικονομία σε ύφεση και  χρεώνοντας την χώρα με προνομιακό, κρατικό κέρδος που δεν μπορεί να πληρωθεί και οδηγεί την χώρα σε βέβαιη χρεωκοπία και έξοδο από το Ευρώ με τους δυσμενέστερους όρους.
Και αυτά τα κόμματα και ο τύπος τους απειλούν ότι η χώρα θα καταστραφεί αν δεν τα ψηφίσει. Έφτασαν να αρνούνται στον λαό ακόμη και το δικαίωμα να αποφασίσει, αναβάλλοντας τις εκλογές μέχρι να τον δεσμεύσουν. Στις άλλες χώρες (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία και τώρα Ολλανδία), οι εκλογές έγιναν προτού ουσιαστικά δεσμευθεί η χώρα.
Φτάνει πια! Ό,τι αποφασίσει ο λαός είναι σωστό και, αν ακόμη είναι λάθος, ούτως η άλλως, ο λαός θα πληρώσει (πολλοί από τους χρυσοκάνθαρους της πολιτικής και του τύπου έχουν ήδη τα λεφτά τους έξω). Δεν έμαθαν από το «ψωμί κι ελιά» ότι ο λαός πληρώνει τα σπασμένα, αλλά δεν εκβιάζεται.


Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης τραγουδάει το Κυπριακό τραγούδι για τον Αη Γιώργη




Το Τραούδιν τ’ Αη Γιωρκού
Δευτέρα ήτουν της Καθαράς που κάμνουν την νομάδαν
Μες το καράβιν έμπηκεν την πρώτην εβτομάδαν
Τζιαί τρεις ημέρες έκαμεν να ρέξει το Βερούτιν
Ψουμίν, νερόν εν εβρέθηκεν μεσά στην χώραν τούτην
Ψουμίν νερόν είσσεν πολλύν κάτω μακρά στο πλάτος
Τζειμέσα εκατώκησεν ένας μεάλος δράκος
Τζιαί εν τα’ αφήνει το νερόν στην χώραν τους να πάει
Ταΐνιν του εκάμνασιν πόναν παιδίν να φάε
Να ξαπολύσει το νερό, στην χώραν για να πάει
Άλλοι είχαν έξι τζαί οκτώ τζ’ επέμπαν του τον έναν
τζ’ ήρτεν γυρίν τ’ αφέντη μας, τ’ αφέντη βασιλέα
Είσσεν μιαν κόρην μοναχήν τζ’ είθεν να την παντρέψει
Θέλοντας τζιαί μη θέλοντας του δράκου να την πέψει
Παντές τζ’ η κόρη εν άγιος, Χριστός τζ’ απάκουσεν την
Τον Άη Γιώρκην να σου τον ‘που πάνω κατεβαίνει
τζιαί με την σέλλαν την γρουσήν τζιαί το γρουσόν αππάριν
Στέκεται συλλοΐζεται πώς να την σσαιρετήσει
-Για να την πω μουσκοκαρκιάν, μουσκοκαρκιά έσσει κλώνους
Για να την πω τρανταφυλλιάν, τρανταφυλλιά έσσει αγκάθια
Άτε ας τη σσαιρετήσουμε σαν σσαιρετούμεν πάντα
-Ώρα καλή σου λυερή, ώρα καλή τζιαί γειά σου
Μουσκούς τζιαί ροδοστέμματα στα καμαρόβρυα σου
Τζ’ είντα γυρεύκεις Λυερή στου δράκου το πηγάδιν
Του δράκοντα του πονηρού, να βκεί τζιαί να σε φάει
-Αφέντη μου τα πάθη μας να σου τα πω εν φτάννω
Άθθρωποι που την πείναν τους τρώσιν ένας τον άλλον
Έτσι έθελεν η τύχη μου, έτσι ήτουν το γραφτό μου
Μες στην τζοιλιάν του δράκοντα να κάμω το θαφκειόν μου
Να σου ποτζεί τον δράκοντα που κάτω τζ’ ανεβαίνει
Τζ’ όταν τους είδε τζ’ ήταν τρεις, κρυφές χαρές παθαίνει
-Μπούκκωμαν τρώω τον άδρωπον, το γιώμαν την κοπέλλαν
Τζιαί ως τα λιωβουττήματα άππαρον με την σέλλαν
Μιαν χατζιαρκάν του χάρισεν τζ’ η πόλις ούλλη εσείστην
Τζιαί το σκαμνίν του βασιλιά έππεσεν τζ’ ετσακκίστην
Βκάλλει που το δισσάκκιν του μεάλον αλυσίδιν
Τζ’ έπκιασεν τζ’ εχαλίνωσεν τζείν΄το μεάλον φίδιν
-Τράβα το κόρη λυερή στην χώραν να το πάρεις
Για να το δουν αβάφτιστοι να παν να βαφτιστούσιν
Για να το δουν απίστευτοι να παν να πιστευτούσιν
Άνταν τους βλέπει ο βασιλιάς κρυφές χαρές παθθαίνει
-Πκοιός ειν’ αυτός που μου ‘καμεν τούτην την καλοσύνην
Να δώκω το βασίλειον μου τζ’ ούλλον τον θησαυρόν μου
Να δώκω τζιαί την κόρην μου τζιαί να γενεί γαμπρός μου
Τζ’ επολοήθην Άγιος τζιαί λέει τζιαί λαλεί του
-Έν θέλω το βασίλειον σου μήτε τον θησαυρόν σου
Μιαν εκκλησσιάν να χτίσετε, μνήμην τ’ Άη Γιωργίου
Που έρκεται η μέρα του κοστρείς του Απριλλίου
Που έρκεται η μέρα του κοστρείς του Απριλλίου

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Περί Εκλογών 1

Προχθές είχα μία συζήτηση και μου λέει κάποιος: «ναι, οι μασώνοι, οι καπιταλιστές γενικά, πιστεύουν στο Θεό. Ενώ οι μαρξιστές δεν πιστεύουν». Θα ήθελα λοιπόν, ίσως για τον περαιτέρω διάλογο, αδελφοί, να τονίσω αυτό το γεγονός. Θυμάμαι ότι ο Χριστός μας και με τούς Σαδδουκαίους, τούς φιλελεύθερους της εποχής τους, δεν συντάχθηκε˙ δεν συντάχθηκε όμως και με το συντηρητικό κατεστημένο της εποχής, το Φαρισαϊσμό. Αλλά για το Φαρισαϊσμό είπε τα «ουαί». Για τούς Σαδδουκαίους δεν ξέρω γιατί δεν τα είπε ή αν θα τα ‘λεγε. Αυτό σημαίνει για μένα, σαν έλληνα παπά, ότι η εκμετάλλευση της πίστεως από μια πλευρά ανθρώπων είναι χειρότερη από την άρνηση της πίστεως.

Απόσπασμα ομιλίας του π. Γεωργίου Μεταλληνού στον «Διάλογο Οορθοδοξίας – Μαρξισμού» που διοργάνωσε η Εταιρία Χριστιανικού Θεάτρου στην αίθουσα του «Παρνασσού» στις 13-15/12/1983 [κυκλοφορεί και σε βιβλίο από τον ΑΚΡΙΤΑ]



egolpio

Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός - Πάσχα 2002.


Ομιλία του μακαριστού Γέροντος Ιωσήφ του Βατοπαιδινού στο Συνοδικό της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου την Κυριακή του Πάσχα του 2002.

Σάββατο, 14 Απριλίου 2012

ΧΑΙΡΕΤΕ! -ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!


Tου π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού


Ο αναστάσιμος χαιρετισμός, που διαμορφώθηκε στην ελληνική γλώσσα και μεταδόθηκε σ’ όλους τους Ορθοδόξους και στον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, είναι το «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»! Δεν είναι λόγος ευχής, αλλά χαιρετισμός και διακήρυξη της πίστεως στο γεγονός της Ανάστασης του Χριστού, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον πιστό στον Χριστό άνθρωπο.
Πόσοι όμως γνωρίζουμε, ότι ο αναστάσιμος χαιρετισμός του Χριστού, αμέσως μετά την ανάστασή του, είναι ο (και πάλι) ελληνικός λόγος «Χαίρετε»!

Με αυτό τον χαιρετισμό απευθύνεται ο αναστάς Χριστός στις Μυροφόρες, μόλις βγήκαν από το «κενό μνημείο» (Ματθ. 28, 8-9).

Η συνήθης αυτή ελληνική προσφώνηση,
από την εποχή των Ομηρικών επών, αποκτά τώρα μιαν ιδιαίτερη πνευματική και χριστιανική σημασία. Η λέξη ανανοηματοδοτείται, εντασσόμενη σε ένα καθαρά αγιοπνευματικό πλαίσιο, και γίνεται το πρώτο «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ» της χριστιανικής ιστορίας.

Οι Μυροφόρες βγαίνουν από το μνημείο
, στο οποίο πήγαν, για να τελέσουν τα συνήθη νεκρικά έθιμα στον νεκρό Χριστό, με ανάμικτα συναισθήματα «φόβου και χαράς» (Ματθ. 28), κάτι το φυσιολογικό στη συνταρακτική πνευματική εμπειρία, που έζησαν, ακούοντας από τον Άγγελο, ότι ο Κύριός τους «ηγέρθη από των νεκρών» (στ.7).

Ο λόγος, λοιπόν, του Χριστού
προς αυτές «Χαίρετε» αποκτά ειδική σημασία, που μπορεί να προσδιορισθεί με τα ακόλουθα λόγια: «Μη φοβείσθε (Ματθ. 28, 5), αλλά χαίρετε. Να αισθάνεσθε χαρά, διότι η Ανάσταση, ως έκφραση της αγάπης του Θεού, νικά τον φόβο (Α΄Ιω. 1,1), αλλά και τον θάνατο, κάθε είδος θανάτου, διότι είναι πηγή ζωής, ζωής αιωνίου. Εκ του τάφου ανέτειλε ζωή και ελπίδα».

Η Ανάσταση του Χριστού είναι
, έτσι, πηγή χαράς και δεν μπορεί να εκφρασθεί αποδοτικότερα παρά με τον (ελληνικό) χαιρετισμό «Χαίρετε». Η λέξη δέχεται χριστιανικά μιαν υπέροχη υπέρβαση. Δεν μένει στην ενδοϊστορική πραγματικότητα, σχετιζόμενη με πρόσκαιρα αγαθά («χαίρε, υγίαινε», και σήμερα «γεια-χαρά»), αλλά συνδεόμενη με υπερφυσικές εμπειρίες, όπως η μετοχή στην ανάσταση του Χριστού και η βεβαιότητα για την νίκη πάνω στο θάνατο και την εξουσία του στον φθαρτό τούτο κόσμο.

Ο πιστός στον Χριστό Έλληνας έχει σαφή γνώση, ότι με την προσφώνηση «χαίρετε», που επαναλαμβάνει πολλές φορές την ημέρα, προσφωνεί τους άλλους με τον αναστάσιμο λόγο του Χριστού, καλώντας τους στη μετοχή στο γεγονός της Ανάστασης. Λέγοντας «Χαίρετε», ξέρει ότι λέγει «Χριστός ανέστη» με ένα άλλο τρόπο.

Οι συντελεστές του ράδιο φλόγα σας εύχονται Χριστός Aνέστη!!

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης – Παιδικὴ Πασχαλιά, Αναμνήσεις


002063c

Τὸν υἱόν της τὸν καπετὰν Κομνιανὸν τὸν ἐπαντρολογοῦσεν ἤδη ἡ γριὰ Κομνιανάκαινα, ἂν (καί) δὲν εἶχε χρονίσει ἀκόμη ἡ νύμφη της, ἡ μακαρῖτις.

Τὰ δυὸ ὀρφανά, μία κόρη ὀκταέτις καὶ ἓν τετραετὲς παιδίον, ἐφόρουν μαῦρα, κατάμαυρα, ὁποῦ ἐστενοχώρουν κ᾿ ἐχλώμιαιναν τὰ πτωχὰ κάτισχνα κορμάκια των, καὶ ἦτον καημὸς καρδιᾶς νὰ τὰ βλέπῃ τις.

Ἐνθύμιζαν τὸ δημῶδες δίστιχον:

Βαρύτερ᾿ ἀπ᾿ τὰ σίδερα εἶναι τὰ μαῦρα ροῦχα,
Γιατί τὰ φόρεσα κ᾿ ἐγὼ γιὰ μιὰν ἀγάπη πού ῾χα.

Ἡ γραῖα ἔκειτο ἐπὶ τῆς κλίνης καθ᾿ ὅλην τὴν ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, γογγύζουσα, ρέγχουσα, φωνάζουσα. Ἐβεβαίου ὅτι «ἀγγελιάστηκε» καὶ ἠτοιμάζετο ν᾿ ἀποθάνῃ. Ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Μόρφω, τὴν μικρὰν ἐγγονήν της, ἐργασίες ἀνωτέρας τῆς ἡλικίας τοῦ πτωχοῦ κορασίου. Αἴφνης, ἐν μέσω δυὸ γογγυσμῶν, ἔβαλε μίαν φωνήν, κ᾿ ἔκραζεν ἀπὸ τῆς κλίνης πρὸς τὴν ἐκτὸς τοῦ ἰσογείου θαλάμου πηγαινο- ἐρχομένην καὶ ὑπηρετοῦσαν παιδίσκην.

- Μὴ χύνῃς στὴν αὐλὴ τὰ νερά, χίλιες φορὲς σ᾿ τὸ εἶπα, στὸ νεροχύτη!

Κ᾿ ἐπανελάμβανε τοὺς ἀφορήτους στεναγμούς, ἐπιτείνουσα μάλιστα αὐτοὺς ὁσάκις τυχὸν πτωχὴ γειτόνισσα, μὴ τολμῶσα νὰ εἰσέλθῃ, ἤρχετο δειλῶς μέχρι τῆς θύρας καὶ ἠρώτα πῶς ἦτο ἡ ἀσθενής. Βεβαίως ἡ γριὰ – Κομνιανάκαινα ἔπασχεν, ἀλλ᾿ ἴσως ἐμεγαλοποίει τὸ πράγμα. Ἔκλαιε «τὰ νιάτα της», ἔλεγεν ὅτι δὲν θὰ προφθάση νὰ κάμῃ ἐφέτος Πάσχα. Ἡ γειτόνισσα ἡ Μηλιὰ ἐβεβαίου ὅτι ἡ γραῖα εἶχε καὶ «κομπόδεμα», ἀλλὰ ποὺ νὰ ἐμβάσῃ μέσα καμμίαν ἐκ τῶν γειτονισσῶν της! Ἐλλείψει ἄλλης ἀσθενείας ἦτον ἱκανὴ ν᾿ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν της. Δὲν ἐβάστα ἡ ψυχή της νὰ δώση κάτι τι εἷς μίαν πτωχὴν γυναίκα διὰ νὰ τὴν «κυττάξη» κ᾿ ἐπέβαλλε βαρείαν ἀγγαρείαν εἰς τὴν Μόρφω, ὀκταετῆ παιδίσκην. Ἐνίοτε παρελήρει ἀληθῶς. Εἶτα ἔβαλλε ἀγρίαν κραυγήν. Ἔκραζε τὴν παιδίσκην νὰ τὴν σκεπάσῃ μὲ τὸ σινδόνιον, ἀλλὰ χωρὶς αὔτη νὰ τὴν ἐγγίση κἄν, ἢ γερόντισσα ἔβαλλε τοιαύτην ὠρυγήν, ὥστε ἡ μικρὰ κατετρόμαζε.

Ὁ καπεταν-Κομνιανὸς ἔλειπε μὲ τὸ γολετί, κ᾿ ἐπεριμένετο νὰ ἔλθῃ. Εἶχε μαζί του, μὲ τὸ γολετί, καὶ τὸν πρωτότοκον υἱόν του, τὸν Γεώργην, δωδεκαετῆ παῖδα. Τοῦτο ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς καημοὺς τῆς γραίας, ὅτι ἔμελλε ν᾿ ἀποθάνη, ὡς ἔλεγε, χωρὶς νὰ ἐπανίδῃ τὸν υἱόν της, καὶ τὸν ἐγγονόν της τὸν μεγάλον, ὅστις ὠμοίαζε τόσον μὲ τὸν μακαρίτην τὸν πάππον του. Καὶ ποῖος νὰ τῆς σφαλήσῃ τὰ μάτια; Αἱ ἀνεψιαί της, ὑπανδρυμέναι καὶ αἱ δύο, τῆς ἐβαστοῦσαν κακίαν διὰ κάτι κληρονομικὰς διαφοράς, καὶ δὲν ἔσπασαν τὸ πόδι «οἱ λαχταρισμένες, οἱ ἀχρόνιαστες!» νὰ ἔλθουν νὰ τὴν ἰδοῦν. Οὕτω τῆς ἤρχετο καὶ αὐτῆς ν᾿ ἀποθάνῃ εἰς τὸ πεῖσμα των, ν᾿ ἀποθάνῃ χωρὶς νὰ τῆς φιλήσωσι τὴν χεῖρα.

Ἰατρός, ποῦ νὰ εὑρεθῇ; Εἶχεν αὐτὴ νὰ πληρώνῃ; Αὐτὴ ὤφειλε νὰ κάμνῃ οἰκονομίαν διὰ τὰ ὀρφανά, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ φθείρῃ τὸ βιὸ τοῦ υἱοῦ τῆς εἷς γιατρικὰ καὶ δὲν ξέρω τί. Ψευτογιάτρισσες! Κάμε τὴ δουλειά σου! Ἔχουν ἐμπιστοσύνην τώρα αὑταὶ αἱ γυναῖκες; Ὁ κόσμος ἐχάλασε, τί τὰ θέλεις! Ἔμβαζε αὐτὴ μὲς στὸ βιό της, μὲς στὰ καλά της, ξένην γυναῖκα; Τῆς ἤρχετο νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς τὰς γειτονίσσας τὴν ἰδίαν κραυγήν, δι᾿ ἧς ἀπεδίωκε τὸ πάλαι παρίσακτον ὄρνιθα ἀπὸ τὸν ὀρνιθῶνα της. Ξού, ξένη!…

Ὡς τόσον ἐπεθύμει νὰ ἤρχετο ὁ υἱός της διὰ νὰ τὸν νυμφεύσῃ νὰ τοῦ δώσῃ καὶ τὴν εὐχήν της. Σαράντα χρόνων ἄνθρωπος, κι ὁ κόσμος εἶναι πελάγος σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἀρμένιζε τώρα. Πῶς νὰ περάση τὴ ζωήν του χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς δεύτερον γάμον; Καὶ τὰ ὀρφανά, καὶ αὐτὰ θὰ εὕρισκαν μητέρα, μίαν καλὴν οἰκοκυρά, ἥτις ἀπὸ τώρα ἐπροσφέρετο μάλιστα νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ὑπηρετήσῃ εἰς τὴν ἀσθενειάν της. Ἀλλ᾿ ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα, μὴ θέλουσα νὰ παραβῆ τὴν ἀρχήν της, δὲν ἐδέχθη τὴν ἐκδούλευσιν.

Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἐκ τῶν δυὸ ὀρφανῶν ἡ Μόρφω, ἥτις εἶχεν ἤδη αἴσθησιν, ἂν δὲν ἐπεθύμει ν᾿ ἀποκτήση μητέρα, ἐνθυμεῖτο κ᾿ ἐλυπεῖτο τὴν μητέρα της. Ὁ Εὐαγγελινός, νήπιον τριετίζον ἐν καιρῶ τῆς συμφορᾶς, οὔτε ἤξευρε τίποτε, οὔτε ἐνθυμεῖτο. Ἔκλαιε μόνον ὅταν ἡ μάμμη τὸν ἐβίαζε νὰ φορέσῃ τὸν κατάμαυρον σάκκον του. Ἡ Μόρφω, λευκὴ καὶ ὠχρὰ μὲ τὰ μαῦρα φουστανάκια της, καὶ μὲ τὸν μαῦρον μανδήλιον τὸ σκεπάζον τὰ ξανθά της μαλλιά, ἦτο κατηφής, κ᾿ ἐνθυμεῖτο τὸ περυσινὸν Πάσχα, ὅταν ἔζη ἡ μήτηρ της. Ἡ ἀτυχὴς γυνὴ εἶχεν ἀποθάνει ἀπὸ τὴν γένναν της, τὸ παρελθὸν θέρος, καὶ τὸ βρέφος μετ᾿ αὐτῆς. Τώρα ἡ κορασὶς εἶχεν ἀντὶ τῆς καλῆς καὶ πονετικῆς μητρός, τὴν μάμμην μὲ τὴν ἀφόρητον παρεξενιά της, ἥτις ἐνῶ ἐβεβαίου ὅτι ὅλα τῆς ἐπόνουν, κεφαλή, λαιμός, χεῖρες, πόδες, πλαῖται, κοιλία, μέση καὶ τὰ λοιπά, πνιγομένη δὲ ἀπὸ τὸν βήχα καὶ γογγύζουσα δυνατὰ καὶ βάλλουσα κραυγὰς ἀγρίας, ἐφείδετο νὰ δώσῃ εἰς ἰατροὺς καὶ φάρμακα, αἴφνης ἠγείρετο, ὑποβαστάζουσα τὴν κοιλίαν της, ἠξήρχετο μέχρι τῆς θύρας, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὸν ἐκτὸς κόσμον κ᾿ ἔλεγεν:

- Ἄχ! Τί γλυκιὰ πού ῾ν᾿ ἡ ζωή!

Πέρυσι ὤ! πέρυσι τὴν Μεγάλην Πέμπτην πρωί, ἀφοῦ ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν ὅπου εἶχον μεταλάβει ὅλοι, ἡ καλὴ καὶ προκομμένη μήτηρ, καίτοι ἄγουσα ἤδη τὸν ἕβδομον μήνα τῆς ἐγκυμοσύνης της, ἀνεσφουγγώθη καὶ ἤρχισε νὰ βάφῃ ἐν τῇ χύτρᾳ τὰ αὐγά, μὲ ῥιζάρι, κιννάβαρι καὶ ὄξος. Εἶτα ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται εἷς τὴν θύραν ἀνὰ ζεύγη τὰ παιδία τῆς πολίχνης, μὲ τὸν ὑψηλὸν καλάμινον σταυρὸν στεφανωμένον μὲ ρόδα εὐώδη καὶ μὲ μήκωνας κατακοκκίνους, μὲ δενδρολίβανον καὶ μὲ ποικιλόχροα ἀγριολούλουδα, μὲ τὸν ἀποσπασθέντα ἀπὸ τ᾿ Ὀχτωήχι χάρτινον Ἐσταυρωμένον εἰς τὸ μέσον τοῦ σταυροῦ, καὶ μὲ ἐρυθρὸν μανδήλιον κυματίζον, μέλποντα τὸ ἄσμα:

Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνὶ μὲ κόκκινη παντιέρα;
Ἐκεῖ σταυρῶσαν τὸ Χριστὸ τὸν πάντων βασιλέα.
……………………………………………………….
Σύρε μητέρα μ᾿ στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα,
Κ᾿ ἐμένα νὰ μὲ καρτερῆς τὸ Σάββατο τὸ βράδυ
Ὅταν σημαίνουν ἐκκλησιὲς καὶ ψέλνουνε παπάδες,
Τότες καὶ σύ, μαννούλα μου, να᾿ χῆς χαρὲς μεγάλες.

Καὶ τί χαρὲς μεγάλες τῷ ὄντι, τί χαρὲς δ᾿ ὅλα τὰ παιδία! Καὶ ἢ καλῆ ἡ μήτηρ της προθυμότατα ἔδιδεν ἀνὰ δυὸ ἀρτιβαφὴ αὐγὰ εἰς ὅλα τὰ παιδία δυὸ αὐγὰ κόκκινα, καὶ τί εὐτυχία! τί νίκη! ἐνῷ ἡ μάμμη ἐφώναζεν ὅτι ἀρκετὰ παιδία ἦλθαν, καὶ ἀρκατὰ ἐτραγούδησαν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν καὶ ἀλλοῦ.

Μετὰ ταῦτα ἡ μήτηρ ἤρχισε νὰ ζυμώνῃ καὶ ἔπλασεν ἀρκετὲς κουλοῦρες μετ᾿ αὐγῶν διὰ τὸν σύζυγον, ἐπιδημοῦντα τότε, διὰ τὴν πενθεράν της, δι᾿ ἐαυτήν, διὰ τὲς κουμπάρες, ὡς καὶ μικρὲς «κοκῶνες» διὰ τὴν Μόρφω, διὰ τὸν Εὐαγγελινόν, διὰ τ᾿ ἀνεδεξίμια της καὶ διὰ τὰ πτωχὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς.

Κ᾿ ἐπειδὴ ὁ μικρὸς Εὐαγγελινὸς ἔκλαιε, λέγων ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη ἡ κοκώνα του, ἡ μήτηρ τοῦ ἔδιδεν ἄλλην νὰ ἐκλέξῃ ἀλλὰ αὐτὸς δὲν ἡμέρωνεν οὔτε ἤθελε νὰ ταιριασθῆ.

Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὰς ἤθελεν ὅλας διὰ τὸν ἐαυτόν του.

Καὶ τότε ἡ μήτηρ τὸν ἐπαρηγόρει λέγουσα ὅτι «τὸ Σάββατο τὸ βράδυ θὰ ῾ρθῆ ἡ κουρούνα (κρά, κρά!) νὰ φέρη τὸ τυρὶ καὶ τὸ κρέας (τσί, τσί!) καὶ τότε νὰ ἰδῆς τὸ παραμύθι. Πάρε Βαγγελινὲ τὸ τυρί, πάρε καὶ τὸ τσὶ-τσί, νὰ φᾶτε!»

Καὶ ὁ μικρὸς ἐψέλλιζε καὶ αὐτός, «θὰ᾿ θῆ ἡ κουούνα νὰ φέη τοῦ τσί-τσί», καὶ συνάπτων τὰς χεῖρας, δακτύλους μεταξὺ δακτύλων κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς μητρὸς τῆς γειτόνισσας τῆς Μηλιᾶς ἑξαετές, ἄνιπτον, ρακένδυτον, ὀκλάζον εἷς μίαν γωνίας, κρατοῦν τὴν κοκώνα του, τὴν ὁποίαν ἐκσέπτετο ἂν δὲν ἦτο καλὸν νὰ τὴ φάγῃ τώρα ποὺ εἶναι ζεστή, διεμαρτύρετο γρυλλίζον καὶ λέγον: «Ναί! Θα᾿ ρθῆ ἡ κουρούνα! ἄμ᾿ δὲ θὰ᾿ ρθῆ!» Καὶ τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἡ μήτηρ ὠδήγησε τὰ δυὸ παιδία εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου, ἀφοῦ ἔκαμαν τρεῖς γονυκλισίας πρὸ τοῦ ἀνθοστεφοὺς κουβουκλίου, ἠσπάσθησαν τὸν μυόπνοουν Ἐπιτάφιον, τὸ ἀργυρόχρυσον Εὐαγγέλιον μὲ τ᾿ ἀγγελούδια, καὶ τὸν Σταυρὸν μὲ τ᾿ ἀνθρωπάκια καὶ τὶς Παναγίτσες (τί χαρά, τί δόξα!), καὶ εἶτα ἐπέρασαν τρὶς ὑπὸ τὸν ὑψηλόν, μεγαλοπρεπῆ Ἐπιτάφιον, ὁ δ᾿ Εὐαγγελινὸς (ὅλα τὰ ἐνθυμεῖτο ἡ μικρὰ Μόρφω) ἀνέτρεψεν ἐξ ἀπροσεξίας πήλινον ἀμφορέα μὲ ὕδωρ, ἐξ ἐκείνων οὖς θέτουσιν ὑπὸ τὸν Ἐπιτάφιον πρὸς ἁγιασμόν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶσι τὸ ὕδωρ εἰς τὸ καματηρό, ἤτοι τοὺς μεταξοσκώληκας, καὶ εἰς ἄλλας χρείας, αἱ νεώτεραι μυροφόροι, γυναῖκες διακαῶς ποθοῦσαι «νὰ ξενυχτίσουν τὸν Χριστόν» μένουσαι ἄγρυπνοι ἐν τῷ ναῷ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, διότι ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου ψάλλεται ἐκεῖ τὸ Μέγα Σάββατον, περὶ ὄρθρον βαθύν. Ὁ ἀμφορεὺς πεσὼν ἐθραύσθη, ἡ δὲ γυνὴ ἧς ἦτο κτῆμα ὠργίσθη, καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἔχει «σὲ κακό της». Τότε ἡ μήτηρ τοῦ Εὐαγγελινοῦ, ἀφοῦ ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸ παιδίον, πειραχθεῖσα εἶπεν ὅτι «ἂν εἶναι κακό, ἂς εἶναι γιὰ μένα!» Καὶ τὴν πτωχὴν δὲν τὴν ηὖρε ὁ χρόνος.

Τὸ Μέγα Σάββατον δέ, μικρὸν μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ μήτηρ ἐξύπνισε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω, κ᾿ ἐνῷ σήμαιναν διὰ μακρῶν οἱ κώδωνες ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὅπου ἐψάλη τὸ «ὦ γλυκύ μου ἔαρ» καὶ ἄλλα ἀκόμη παθητικὰ ἄσματα. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀνημμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἷς τὸ ὕπαιθρο, ὑπὸ τὸ ἀμαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῶ ἡ αὐγὴ ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή, προπέμποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μὲ σειρᾶς λαμπάδων. Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέμα τὺς πυρσούς, χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ καὶ ἢ ἄνοιξις ἔπεμπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ ταφέντα, ὡς τὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή, «ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάμβανεν, «οἶμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!». Τὰ δὲ παιδία προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε Ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐψέλλιζε μετὰ τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον!

Καὶ ὕστερον, ὅταν ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, διαλύων τὴν ἀπαραίτητον ὁμίχλην τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, (ἥτις καθιστᾶ μελαψὴν μιγάδα τὴν ἡμέραν καὶ παμμέλαιναν ἀράβισσαν τὴν νύκτα) ὁ Εὐαγγελινὸς ἐξύπνησεν ἀπὸ τὰ βελάσματα τοῦ ἀρνίου, τὸ ὁποῖον ἠτοιμάζετο νὰ σφάξῃ διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ καπετὰν Κομνιανοῦ ὁ γείτονας Νικόλας, ὁ σύζυγος τῆς Μηλιᾶς.

Ὁ Εὐαγγελινὸς καὶ ἡ Μόρφω ἐξῆλθον εἰς τὸ προαύλιον. Τί ὡραῖον, τί ἥμερον, τί λευκόμαλλον ποὺ ἦτο τὸ ἀρνί! Καὶ πὼς ἐβέλαζε (μπέ! μπέ!) τὸ καημένο. Ἐν τούτοις δὲν ἐφαίνετο πολὺ δυσαρεστημένον, διότι ἔμελλε νὰ σφαγῇ. Καὶ ἄλλος Ἀμνὸς ἄμωμος, Ἀμνὸς αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ ἄλλος ἀτίμητος Ἀμνὸς ἐσφάγη…

Τὴν ἑσπέραν ἔφερεν οἴκαδε ὁ πατὴρ τᾶς πασχαλινὰς λαμπάδας, ὡραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τί χαρά! Τί θρίαμβος! Φαντασθῆτε ὡραίας μικρᾶς λαμπάδας, μὲ ἄνθη τεχνητά, μὲ χρυσόχαρτα. Ὁ Εὐαγγελινὸς ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν τῆς ἀδελφῆς του, λέγων, ὅτι ἐκείνη εἶναι μεγαλυτέρα. Ἡ μήτηρ τοῦ τὴν ἔδωκεν, ἀλλ᾿ ὃ μικρὸς τὴν ἔσπασε, ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζε μὲ αὐτήν, ἔσπασε καὶ τὴν ἰδικήν του, καὶ ὕστερον ἔβαλε τὰ κλάματα. Ὁ πατὴρ τοῦ ἠγόρασεν ἄλλην, ἀφοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ὑποσχεθῆ ὅτι δὲν θὰ τὴν πιάσῃ εἰς τὴν χεῖρα, ἕως τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν.

Ὁ μικρὸς ἀπεκοιμήθη κλαίων καὶ χαίρων.

Μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔγινεν ἡ Ἀνάστασις, καὶ ἤστραψεν ὁ ναὸς ὅλος, ἤστραψε καὶ ἡ πλατεία ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κηρίων, τὰ παιδία ἤρχισαν νὰ καίουν μετὰ κρότου σπίρτα καὶ μικρὰ πυροκρόταλα ἔξω εἰς τὸ πρόναον, καὶ τίνες παῖδες δεκαετεῖς ἐπυροβόλουν μὲ μικρὰ πιστόλια, ἄλλοι ἔρριπτον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους τὰ βαρέα καρφία μὲ τὰ καψύλια καταπτοοῦντες καὶ σκανδαλίζοντες τὰς πτωχὰς γραίας, αἵτινες, μεθ᾿ ὅλον τὸν διωγμὸν ὃν ἐκίνουν κατ᾿ αὐτῶν τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα κατ᾿ ἔτος οἱ ἐπίτροποι, ἀξιοῦντες νὰ περιορίσωσιν αὐτὰς εἰς τὸν γυναικωνίτην, οὐχ ἧττον ἐπέμενον καὶ παρεισέδυον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἀριστερά, εἰς τὴν μίαν κόγχην.

Εἷς δ᾿ ἐπίτροπος τῆς ἐπάνω ἐνορίας, ἄνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ὅτι ὅλοι οἱ ἐθελονταὶ ψάλται, νεανίαι εἰκοσαετεῖς, ἐφοίτων κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν κάτω ἐκκλησίας, εἷς δὲ τὴν ἐπάνω ἠναγκάζοντο νὰ ψάλλωσιν οἱ ἱερεῖς, τί ἐσοφίσθη; Πιάνει καὶ ἀποσπᾶ ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην τὰ καφάσια, τὰ δικτυωτά, δι᾿ ὧν ἐφράττοντο τέως αἱ γυναικεῖαι μορφαὶ ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφήνει τὸν γυναικωνίτην ἄφρακτον. Τότε διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς καὶ μουσόληπτοι νεανίσκοι ἀφῆκαν τὴν κάτω ἐκκλησίαν ἔρημον ψαλτῶν κ᾿ ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὴν ἐπάνω.

Εἶτα τὰ μικρὰ παιδία καὶ τίνες παιδίσκαι τετραετεῖς, μὲ τᾶς κομψὰς ποικιλτὰς λαμπάδας, ἐτάχθησαν ἀνὰ τὸν χορόν, περὶ τὰ δυὸ ἀναλόγια, καὶ παρὰ τὸ εἰκονοστάσιον, καὶ ἤρχισαν νὰ θορυβῶσι, νὰ παίζωσι, νὰ στάζωσιν εἰς τοὺς λαιμοὺς ἀλλήλων, καὶ νὰ τσουγκρίζωσι τὰ αὐγά των. Καὶ ἓν παιδίον ἑξαετές, πονηρότερον τῶν ἄλλων (ἦτο ὁ υἱὸς τῆς Μηλιᾶς τῆς γειτόνισσας) εἶχε πλαστὸν αὐγὸν εἰς τὸν κόλπον του, πωρώδη λίθον στρογγυλευμένον κοκκινοβαφὴ καὶ δι᾿ αὐτοῦ ἔσπαζε τὰ αὐγὰ ὅλων τῶν παιδιῶν, καὶ τὰ ἔπαιρνε, κατὰ τὴν συμφωνίαν, καὶ τὰ ἔτρωγε.

Μία παιδίσκη καὶ εἷς παῖς, πενταετής, ἤρχισαν νὰ φιλονικῶσι περὶ τοῦ τίνος ἡ λαμπάδα ἦτο εὐμορφότερα.

- Ὄχι, ἡ δική μου ἡ λαμπάδα εἶναι καλύτερη.

- Ὄχι, ἡ δική μου.

- Ἐμένα ὁ πατέρας μ᾿ τὴν ἐδιάλεξε, κ᾿ εἶναι πλιὸ καλή.

- Ἐμένα ἡ μάννα μ᾿ τὴν ἐστόλισε μονάχη της.

- Καὶ ξέρει νὰ κάμῃ λαμπάδες ἡ μάννα σ᾿;

- Ὄχι, δὲ ξέρει; Σὰν τὴ δική σ᾿!

- Τέτοια παλιολαμπάδα!

- Ναί, παλιολαμπάδα;… νά!…

- Νὰ κ᾿ ἐσύ!

- Νὰ κι ἄλλη μιά!

Καὶ ἤρχισαν νὰ τύπτουν ἀλύπητα τὰς κεφαλὰς ἀλλήλων μὲ τὰς λαμπάδας των, ἑωσοῦ ἔβαλαν τὰ κλάματα καὶ οἱ δύο.

Τὸ ἀπόγευμα πάλιν, ἀφοῦ ἐψάλη ἡ Β´ Ἀνάστασις κ᾿ ἔγινεν ἢ Ἀγάπη, ἐξῆλθαν ὅλοι εἰς τὴν πλατείαν κ᾿ ἐθεῶντο τὴν πυρπόλησιν τοῦ Ἑβραίου. Τί ἄσχημος καὶ τί εὐμορφοκαμωμένος ποὺ ἦτον ὁ Ἑβραῖος! Εἶχε μίαν χύτραν ὡς κεφαλήν, εἶχε καὶ λινάρι ὡς γένειον. Ἔφερε καὶ ζεῦγος γυαλιὰ (ἡ Μόρφω τὰ ἐνθυμεῖτο ὅλα), ὅμοια μ᾿ ἐκεῖνα ποὺ φορεῖ ἡ γραῖα μάμμη ὅταν ράπτῃ ἢ ἐμβαλώνῃ τὰ παλαιὰ ροῦχα της. Εἶχε κ᾿ ἕνα σακκούλι ἢ πουγγὶ κρεμασμένον εἰς τὸ ἀριστερὸν πλευρόν του. Ἐφόρει μακριά, μακριὰ φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐκρέμασαν ὑψηλὰ ὑψηλά, ἕως ἑπτὰ ὀργυιᾶς ἐπάνω, ἤρχισαν οἱ ἄνδρες νὰ τὸν μαστίζουν, νὰ τὸν τουφεκίζουν ὅλοι, ἕως ὅτου τὸν ἔκαυσαν.

Καὶ ὕστερον ἢ μήτηρ ἔστρωσε τὴν τράπεζαν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ παρέθεσε τὰ αὐγὰ τὰ κόκκινα, τὸ τυρί, ποὺ εἶχε φέρει ἡ κουρούνα, καὶ τὸ ἀρνὶ τὸ ψημένο, καὶ τὰ παιδία ἐκάθισαν εἷς τὴν τράπεζαν καὶ ἤρχισαν νὰ τσουγκρίζουν τὰ αὐγά των. Τί χαρά! τί ἀγαλλίασις!

Ἐφέτος, δηλαδὴ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τῆς δυστυχίας διὰ τὰ δυὸ ὀρφανὰ δὲν ἦτο πλέον ἐκεῖ οὔτε ὁ πατήρ των, ὅστις ἔλειπεν, οὔτε ἡ μήτηρ των, ἥτις ἐπῆγε μακρύτερα ἀκόμη. Ἀντὶ τῶν δύο ἦτο ἡ γηραιὰ μάμμη, ρογχάζουσα ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ γογγύζουσα. Ἀντὶ τῶν ἐπιχρύσων λαμπάδων, ἦσαν οἱ δυὸ τρεμοσβήνοντες καὶ βλοσυροὶ ὀφθαλμοί της. Ἀντὶ τῆς ἀθώας χαρᾶς, ἀντὶ τῆς ἀφάτου εὐτυχίας τοῦ παιδικοῦ Πάσχα, ἦτο ἡ λύπη ἡ βαρεῖα, ἡ ἀνεπανόρθωτος συμφορά.

Εὐτυχῶς ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα δὲν ἀπέθανε, καὶ ὁ υἱός της ἔφθασεν ἀπόπασχα μὲ τὸ γολεττί, καὶ ἤρχισε νὰ καλλωπίζηται καὶ νὰ στρίβῃ τὸν μύστακα ἀποβλέπων εἰς δεύτερον γάμον. Ἀλλά, διὰ τὰ δυὸ παιδία, τάχα θὰ ἐπανήρχετο πάλιν ἡ χαρὰ ἐκείνη, θ᾿ ἀνέτελλεν ἐκ νέου γλυκεῖα ἡ παιδικὴ Πασχαλιά; Διὰ τὸν Εὐαγγελινὸν ἴσως, διὰ τὴν Μόρφω ὅμως ποτέ. Αὕτη ᾐσθάνετο τὴν ἀπουσίαν τῆς μητρός της καὶ ἤξευρεν ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ τὴν ἐπανίδη πλέον ἐπὶ τῆς γῆς.

Γλυκεῖα Πασχαλιά, ἡ μήτηρ τῆς χαρᾶς! Γλυκεία μήτηρ, τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωσις!

Ἀλλ᾿ ὁ Χριστὸς ὑπεσχέθη νὰ πίῃ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς του καινὸν τὸ γέννημα τῆς ἀμπέλου ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Πατρός Του, καὶ οἱ ὑμνωδοὶ ἔψαλλον: «Ὢ Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ! δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς Βασιλείας Σου!».



vatopaidi

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

Γιατί ο Χριστός δεν άλλαξε τον Ιούδα;

Τοιχογραφία από την Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου.

Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου

«Τότε, αφού πήγε στους αρχιερείς ένας από τους δώδεκα, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, είπε, τι θέλετε να μου δώσετε για να σας τον παραδώσω;»[...]

Και ακριβώς όταν η πόρνη μετανοούσε, όταν καταφιλούσε τα πόδια του Κυρίου, τότε πρόδινε το Δάσκαλο ο μαθητής. Γι’ αυτό είπε «τότε», για να μην κατηγορήσεις για αδυναμία το Δάσκαλο, όταν βλέπεις τον μαθητή του να τον προδίνει. Γιατί τόσο μεγάλη ήταν η δύναμη του Δασκάλου, ώστε να πείθει να Τον ακολουθούν ακόμη και οι πόρνες.

Θα αναρωτιόταν όμως κανείς, Εκείνος που είχε τη δύναμη να μεταστρέφει τις πόρνες και να τις κάνει να Τον ακολουθούν, δεν κατάφερε να κερδίσει την αγάπη του μαθητή του; Είχε τη δύναμη να κερδίσει το μαθητή, αλλά δεν επιθυμούσε να τον μεταβάλει αναγκαστικά στο καλό, ούτε με τη βία να τον προσελκύσει κοντά Του. «Τότε, αφού πήγε». Και το «αφού πήγε» αυτό δεν στερείται κάποιας σημασίας. Γιατί δεν κάλεσαν οι αρχιερείς τον Ιούδα, ούτε αναγκάστηκε, ούτε υποχρεώθηκε, αλλά ο ίδιος μόνος του κι ελεύθερα γέννησε την πονηρή αυτή σκέψη κι έβγαλε αυτή την απόφαση, χωρίς να έχει κανέναν σύμβουλο σ’ αυτό το πονηρό του έργο. «Τότε, αφού πήγε… ένας από τους δώδεκα». Τι σημαίνει το «ένας από τους δώδεκα»; Και αυτός ο λόγος «ένας από τους δώδεκα» δείχνει πως η κατηγορία του Ιούδα είναι πολύ μεγάλη. Γιατί ο Ιησούς είχε και άλλους μαθητές, εβδομήντα συνολικά. Αλλά εκείνοι βρίσκονταν σε δεύτερη θέση και δεν απολάμβαναν τόση τιμή, ούτε είχαν τόση οικειότητα με τον Διδάσκαλο, ούτε γνώριζαν τόσο τα μυστικά Του όσο οι δώδεκα. Αυτοί προπάντων ήταν οι εκλεκτοί, αυτοί αποτελούσαν τον στενό κύκλο του Βασιλιά, αυτοί αποτελούσαν την ομάδα που ήταν κοντά στο Δάσκαλο, και από αυτήν ξεπήδησε ο Ιούδας. Για να μάθεις, λοιπόν, ότι δεν Τον πρόδωσε απλώς κάποιος από τους μαθητές Του, αλλά ένας από τους εκλεκτούς Του, γι’ αυτό αναφέρει ο Ευαγγελιστής το «ένας από τους δώδεκα». Και δε ντρέπεται ο Ματθαίος να το αναφέρει. Αλλά για ποιο λόγο να ντραπεί; Το αναφέρει για να μάθεις πως παντού και πάντα λένε οι Ευαγγελιστές την αλήθεια και δεν αποκρύπτουν τίποτα, ακόμη και αυτά που θεωρούνται αξιοκατάκριτα. Γιατί αυτά που φαίνονται πως είναι αξιοκατάκριτα, αυτά αποδεικνύουν τη φιλανθρωπία του Κυρίου. Ότι δηλαδή προσέφερε τόσα πολλά αγαθά στον προδότη, το ληστή, τον κλέφτη (τον Ιούδα) και συνέχιζε μέχρι την τελευταία στιγμή να τον έχει κοντά Του. Και μάλιστα τον νουθετούσε και τον συμβούλευε και τον φρόντιζε με κάθε τρόπο. Αν εκείνος δεν έδινε σημασία, δεν φταίει ο Κύριος. Και μάρτυρας είναι η πόρνη, και μη πολυπαίρνεις θάρρος προσέχοντας τον Ιούδα. Γιατί και τα δύο αυτά είναι ολέθρια, και το υπέρμετρο θάρρος και η απελπισία (απόγνωση). Γιατί το υπέρμετρο θάρρος κάνει να πέσει κάτω αυτός που στέκεται όρθιος, και η απελπισία εμποδίζει να σηκωθεί αυτός που έχει πέσει. Γι’ αυτό και ο Παύλος συμβούλευε λέγοντας: «Αυτός που νομίζει πως στέκεται, ας προσέχει μην πέσει».

Έχεις τα παραδείγματα και των δύο πως έπεσε δηλαδή ο μαθητής, που νόμιζε πως στεκόταν όρθιος, και πως σηκώθηκε η πόρνη που είχε πέσει. Η σκέψη μας εύκολα παρασύρεται και η θέλησή μας είναι ευμετάβλητη. Γι’ αυτό πρέπει να διαφυλάσσουμε και να οχυρώνουμε τον εαυτό μας από παντού.[...]

«Τι θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω». Πες μου Ιούδα, αυτά σου έμαθε ο Χριστός; Γι’ αυτό το λόγο δεν έλεγε, «μην αποκτήσετε χρυσά νομίσματα, ούτε ασημένια, ούτε χάλκινα που να τα φυλάγετε στις ζώνες σας», θέλοντας να περιορίσει από πιο μπροστά τη φιλαργυρία σου;[...]

«Τι θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω». Πολύ σκληρά είναι τα λόγια αυτά. Πες μου, μπορείς εσύ να παραδώσεις Εκείνον που συγκρατεί τα πάντα, που εξουσιάζει τους δαίμονες, που διατάσσει τη θάλασσα και είναι ο Κύριος όλων όσων υπάρχουν στη φύση; Για να περιορίσει λοιπόν τη παραφροσύνη του και για να δείξει πως αν δεν ήθελε, δεν θα προδιδόταν, άκουσε τι κάνει. Κατά την ώρα ακριβώς της προδοσίας, όταν ήρθαν εναντίον Του κρατώντας ξύλα, λαμπάδες και πυρσούς, τους λέει: «Ποιον ζητάτε;» και δεν γνώριζαν Εκείνον που επρόκειτο να συλλάβουν. Τόσο πολύ έλειπε η δύναμη από τον Ιούδα στο να παραδώσει τον Κύριο, ώστε δεν Τον έβλεπε τη στιγμή που επρόκειτο να Τον παραδώσει, ενώ ήταν παρών, και όλα αυτά τη στιγμή που υπήρχαν τόσες λαμπάδες και τόση φωτοχυσία. Αυτό βέβαια υπαινίχθηκε και ο Ευαγγελιστής λέγοντας ότι είχαν λαμπάδες και πυρσούς και δεν τον έβλεπαν. Και κάθε ημέρα του το υπενθύμιζε και με λόγια και με έργα, ότι δηλαδή δεν θα μπορέσει να Τον προδώσει στα κρυφά. Και μάλιστα δεν του έκανε (ο Κύριος) παρατηρήσεις φανερά μπροστά σε άλλους, για να μην τον κάνει πιο αδιάντροπο, ούτε πάλι αποσιωπούσε τα σφάλματά του, για να μην νομίζει ότι περνούν απαρατήρητα και επιχειρήσει άφοβα την προδοσία, αλλά διαρκώς έλεγε: «Ένας από εσάς θα με παραδώσει», δεν τον φανέρωσε όμως.

Είπε πολλά (ο Κύριος) και για την κόλαση, πολλά και για τη Βασιλεία των ουρανών και απέδειξε τη δύναμη που είχε και για τα δύο, και για να τιμωρεί τους αμαρτωλούς και για να ανταμείβει τους δικαίους. Αλλά εκείνος (ο Ιούδας) όλα αυτά τα περιφρόνησε, ο Θεός όμως δεν τον ανακάλεσε με τη βία από αυτό που αποφάσισε. Επειδή λοιπόν μάς δημιούργησε ελεύθερους να διαλέγουμε τις κακές ή τις ενάρετες πράξεις, επιθυμεί να είμαστε καλοί με τη θέλησή μας. Γι’ αυτό αν εμείς δεν θέλουμε, ούτε μας πιέζει ούτε μας αναγκάζει. Επειδή αυτός που γίνεται με τη βία ενάρετος, δεν είναι δυνατόν να είναι ενάρετος. Αφού λοιπόν κι εκείνος ήταν ελεύθερος να διαλέξει και ήταν σε θέση να μην υποστεί βία για να κλίνει προς τη φιλαργυρία, γι’ αυτό τυφλώθηκε η σκέψη του, πρόδωσε τη σωτηρία του και είπε: «Τι θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω». Επικρίνοντας τη διανοητική του τύφλωση και την αναισθησία, ο Ευαγγελιστής λέει ότι την ώρα που πήγαν να συλλάβουν τον Κύριο, βρισκόταν μαζί τους και ο Ιούδας, εκείνος που είπε «τι θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω». Και όχι μόνο από αυτό είναι δυνατόν να δούμε τη δύναμη του Χριστού, αλλά και απ’ ότι μόλις Εκείνος απλώς μίλησε, απομακρύνθηκαν κι έπεσαν κάτω. Επειδή όμως ούτε μ’ αυτόν τον τρόπο δεν σταμάτησαν το επαίσχυντο έργο τους, παραδίνεται αμέσως σαν να έλεγε: Εγώ έκανα το καθήκον μου, αποκάλυψα τη δύναμή μου και απέδειξα ότι επιχειρείτε πράγματα ακατόρθωτα. Θέλησα να περιορίσω την κακία σας, αλλά επειδή εσείς δεν θελήσατε και επιμένετε στην παραφροσύνη σας, να, σας παραδίνομαι.

Τα ανέφερα όλα αυτά, για να μην κατηγορήσουν μερικοί τον Χριστό, και πουν: γιατί δεν μετέστρεψε τον Ιούδα;



vatopaidi

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )