.

.

Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Άγιος Θεόδωρος Χατζής ο Μυτιληναίος

Ο Άγιος Θεόδωρος ο Χατζής, γεννήθηκε στούς Πύργους Θερμής της Λέσβου. Έζησε τόν 18ο αιώνα, κατά τούς χρόνους της τουρκοκρατίας καί της πικράς δουλείας, όταν οι πολέμιοι του Χριστιανισμού είχαν εξαπλωθεί καί εγκατασταθεί στά πάτρια εδάφη των Ορθοδόξων Ελλήνων, γιατί ο διάβολος ως εχθρός της ειρήνης καί του Χριστιανισμού δεν θέλει να χαίρονται οι άνθρωποι καί να ζουν ήσυχα…

Ανατράφηκε σ’ αυτό τον αγιασμένο τόπο στους πρόποδες των βουνοσειρών πού τούς προηγούμενους αιώνες έζησαν Άγιοι άνθρωποι, όταν ανθούσε η ασκητική καί μοναστική ζωή, πού συνεχίζεται ως σήμερα διατηρώντας την Χριστιανική παράδοση του νησιού. Στον οικισμό των «Κάτω Πύργων», δίπλα στον επαρχιακό δρόμο, πίσω από μία πολύχρονη πέτρινη βρύση, υπάρχουν σήμερα γκρεμισμένα τα τείχη ενός πυργόσπιτου, πού οι πέτρες του μεταφέρθηκαν επί γερμανικής κατοχής στον Καρά-τεπέ της Μυτιλήνης για να χτιστούν σπίτια. Σ’ αυτό το παλαιό πυργόσπιτο γεννήθηκε ο Άγιος Θεόδωρος. Εκ προγόνων Χριστιανός, όταν ανδρώθηκε, παντρεύτηκε ευσεβή γυναίκα, αποκτώντας δύο παιδιά. Ο μεγάλος ποιητής Οδυσσέας Ελύτης κατέθεσε στον βιογράφο του ιταλό Μάριο Βίττι την πληροφορία ότι η οικογένειά του κατάγεται απ’ τον Άγιο Θεόδωρο τον οποίο μάλιστα τοποθετεί και ως αρχή του γενεαλογικού του δέντρου. Σύμφωνα με τοπική παράδοση των Παμφίλων (γειτονικού χωριού των Πύργων Θερμής) ο Άγιος Θεόδωρος διέμενε κάποιο διάστημα σε πυργόσπιτο στην περιοχή «Βουναράκι», στη θέση του οποίου υπάρχει σήμερα η κατοικία του Θεοδώρου Πετρέλλη. Ενδέχεται αυτό να ήταν το σπίτι που κρυβόταν ο Άγιος πριν συλληφθεί απ’ τους Τούρκους, δηλαδή το σπίτι του εκ Παμφίλων Μητροπολίτη Δράμας, γι’ αυτό και σήμερα υπάρχει μεγάλο εξωκλήσι του Αγίου Θεοδώρου στην Δράμα. Ο μεγάλος αριθμός των ανδρών με το όνομα Θεόδωρος στην γύρω περιοχή των Παμφίλων οφείλετε σύμφωνα με την παράδοση στον Νεομάρτυρα Θεόδωρο. Η εγκατάσταση πολλών Πυργιανών και Παφλιωτών στον νεοαναγειρόμενο οικισμό «Καλαμιάρη» στο σημερινό χωριό της Παναγιούδας, καταδεικνύει ότι πολλοί φέρουν επώνυμα όπως Χατζηαποστόλου, Χατζημανωλάκης, Χατζηαργυρίου κ.α. που επιβεβαιώνουν την καταγωγή τους και την ιστορική σχέση τους με τον Χριστιανισμό. Ο Άγιος εργαζόταν ως υποδηματοποιός διατηρώντας εργαστήρι επί της κεντρικής αγοράς της Μυτιλήνης, στο Μπας-φανάρι (σήμερα τό πρώην μαγαζί του Άγίου Θεοδώρου είναι στη γωνία των οδών Αιγαίου καί Ερμού 110).

Μέσα στις δύσκολες περιστάσεις της εποχής εκείνης, τις δυσχέρειες, τις ενοχλήσεις των ποικίλων πειρασμών καί τις μεθοδεύσεις των εχθρών δαιμόνων με τις οποίες πολεμάτε κάθε άνθρωπος, ο Θεόδωρος μη μπορώντας να χαλιναγωγήσει καί να ελέγξει τον εαυτό του σε στιγμές εκνευρισμού, προσβάλλεται, θυμώνει καί ασεβεί κατά Αυτού πού αγαπά. Του Αληθινού Θεού, αφήνοντας το σατανά να κυριεύσει την καρδιά του, δίχως να αισθάνεται Θείο φόβο. Αμαυρώνεται ο νους του καί προσβάλλεται από τούς δαίμονες. Δέχεται την από εχθρών αοράτων καί ορατών επίθεση καί η ψυχή του σκοτίζεται καί καταμολύνεται. Εξ’ απροσεξίας oμολογεί τήν πλάνη του μουσουλμανισμού, πού ο θεός τους είναι δαιμόνων είδωλο. Γίνεται αρνητής του Χριστού. Υποκύπτει στή φθορά καί στήν ομίχλη της αμαρτίας. «Ψυχήν ερρύπωσε». Παράλογα ρυπαίνει καί κολάζει τήν ψυχή καί τό σώμα του, καταφρονώντας καί παραβαίνοντας τούς Θείους νόμους. Ξεγελιέται νά καταναλώσει τόν βίο του μακριά από τήν πηγή της ζωής καί νά ζει ασώτως. Η καρδιά του πτωχαίνει καθημερινά. Απομακρύνεται από τόν Αληθινό Τριαδικό Θεό. Τά κύματα των αμαρτιών του παροργίζουν τόν Θεό. Η Θεία χάρις τόν εγκαταλείπει. Τά πάθη ελλοχεύουν. Η καρδιά του ξηραίνεται καί ερημώνεται. Δουλωθείς στό αμάρτημα της αρνησιθρησκείας, σκορπά κακώς τόν πλούτο του Χριστιανισμού καί μένει πνευματικά γυμνός. Παραδωμένος στήν ζάλη καί τό σκότος της αμαρτίας, διάγει τήν ζωή του εν αμελεία. Η σκοτισθείσα ψυχή του κυκλώνεται από τήν εσχάτη άβυσσο. Κλυδωνιζόμενος οδεύει μέσα στήν νύχτα της αγνωσίας του μωαμεθανισμού. Οι οδύνες του Άδη τόν κυκλώνουν. Τά σκοτεινά θανατηφόρα νέφη της καρδιάς του γίνονται παγίδα πνευματικού θανάτου.

Όμως, μέσα στό σκότος της αμαρτωλότητάς του τρεμοσβήνει στά βάθη της ψυχής του μία μικρή σπίθα Θείας χάριτος. Είναι ότι απέμεινε από τό φως του Χριστού πού λαμβάνει κάθε βαπτιζόμενος Χριστιανός. Έτσι καί γιά τόν πεσόντα Θεόδωρο, ως δώρο Θεού έρχεται ο φωτισμός διά του Αγίου Πνεύματος. Βλέποντας καθημερινά τούς συμπατριώτες του Χριστιανούς να αγωνίζονται ταπεινωμένοι μέσα στήν σκλαβιά, χωρίς νά προδίδουν τόν Θεό τους Ιησού, αρχίζει νά ενθυμείται τήν Χριστιανική πίστη καί τήν ευσέβεια των προγόνων καί της οικογένειάς του. Κατανοεί τήν πλάνη των μουσουλμάνων. Τό βάρος της παραπτώσεως καί της ντροπής αρχίζει νά μεγαλώνει. Θλίβεται, βυθίζεται σέ απόγνωση καί δέν τολμά νά ατενίσει τόν ουρανό ούτε καί τήν γη. Συναισθάνεται της αμαρτίας τό πλήθος καί ως άσωτος διαβλέπει τίς ανομίες του, τήν δεινή αμορφία της ψυχής του. Αρχίζει νά φωτίζεται. Κατανοεί τήν ασθένειά του. Ενθυμείται τά έργα της προδοσίας, τήν ώρα τήν φοβερά του θανάτου, τούς κατηγόρους δαίμονες, τό βήμα τό φρικτό, τήν δικαία κρίση, τήν φρικτή απόφαση. Μέ θερμά δάκρυα ψάχνει καί επιζητεί της κολάσεως τήν λύτρωση. «Τί αμελείς ω ψυχή μου»; Η πικρία των λογισμών άρει τό της αμαρτίας φορτίο. Επιθυμεί νά τό ελαφρύνει. Αράμενος τόν Σταυρό των αμαρτιών του, παίρνει τό δρόμο της μετανοίας. Σκέπτεται τά πεπραγμένα. Τήν αρνησιθρησκία. Πρέπει νά εξαγοράσει τίς αμαρτίες του πρίν κλείσει η θύρα της μετανοίας. «Ήμαρτον καί σώσον με…». Θέλει νά λυτρωθεί απ’ τόν κίνδυνο, έχοντας κατανοήσει των αμαρτημάτων τό πέλαγος καί τόν βυθό των πταισμάτων του. Ημέρα καί νύχτα αναζητεί τήν πηγή της ζωής, τόν Ιησού Χριστό πού κατήλθε καί εσαρκώθη δι’ ημάς γενόμενος άνθρωπος. Επιθυμεί νά ελκυστεί πρός τό Φως Του. Μέ δάκρυα μετανοίας καί στεναγμούς ζει τό λάθος της αρνήσεως του Ιησού. Αναζητεί φωτισμό καί έλεος, ποθεί τούς γαληνότατους λιμένες της ζωής καί της Ορθοδόξου αληθείας. Ελπίζει στήν φιλανθρωπία του Κυρίου καί της ευσπλαχνίας Του τό μέγα έλεος.

Ο Θεός εισακούει τίς προσευχές του. Τά βήματά του τόν οδηγούν από τήν Λέσβο στό καταφύγιο του Αγίου Όρους, στό φέγγος της Ορθοδοξίας. Στό λιμάνι βρίσκει πλοιάριο πού αναχωρεί γιά τό Περιβόλι της Παναγίας καί επιβιβάζεται σ’ αυτό. Ατενίζει τή θάλασσα του Αιγαίου καί διαισθάνεται τόν βυθό των πταισμάτων καί της απωλείας πού ολίσθησε. Τά δάκρυά του γίνονται ένα μέ τό πέλαγος. Ως ο Πέτρος δίνει χείρα στόν Χριστό γιά νά σωθεί. Παρακαλεί τόν Θεό νά τόν οδηγήσει όπου θά ήταν ωφέλιμο γιά τήν σωτηρία του. Εναποθέτει τίς ελπίδες του Σ’ Εκείνον, εν κατανύξει κραυγάζον: «Ελέησόν με ο Θεός κατά τό μέγα έλεός Σου…». Αναζητεί τήν σωτήρια ελπίδα. «Σώσον με ως τήν πόρνη, ως τόν τελώνη, ως τόν ληστή…». Φθάνοντας στό Άγιον Όρος ζητεί τήν βοήθεια των Πατέρων πού του προσφέρουν Αγάπη Θεϊκή. Ο Θεόδωρος ταπεινώνεται, ως ο τελώνης μετανοεί. «Ιλάσθητι καί σώσον με…». Εξομολογείται τίς αμαρτίες πού βαραίνουν τήν ψυχή του σέ έμπειρους πνευματικούς πού είχαν καθοδηγήσει πολλούς Νεομάρτυρες. Υποβάλλεται σέ αυστηρούς κανόνες καί πνευματικές ασκήσεις. Αγωνίζεται καί σκληραγωγείται μέ νηστείες γιά νά εξιλεώσει τόν Θεό. Διδάσκεται τά περί Ορθοδοξίας. Του υποδεικνύουν τόν δρόμο πού εισάγει στήν Βασιλεία Εκείνου Του ανάρχου καί αϊδίου, των απάντων Βασιλέα της δικαιοσύνης Χριστόν τόν Θεόν, πού τά Σεραφείμ ασιγήτως δοξάζουν. Ακούοντας τίς νουθεσίες των Αγίων Πατέρων ετρώθη στήν καρδιά του ο πόθος, ο Θείος έρωτας καί η αγάπη γιά τόν Χριστό. Μέ τίς προσευχές των Αγιορειτών Πατέρων ο νους του καθαρίζεται καί η καρδιά του φωταγωγείται, πληρούται μέ τήν αληθινή γνώση καί μέ τήν ένθεη πίστη εξαφανίζει τήν πλάνη. Χρίεται τό Άγιο Μύρο καί προσέρχεται προθύμως στόν Χριστό. Προσκυνεί τήν Αγία Τριάδα καί κοινωνεί τά άχραντα Μυστήρια. Ανυψώνεται από τό βάθος των κακών. Στηρίζεται πρός τήν Θεία ζωή. Ανάβει της ψυχής του ο λύχνος. Ο Θεός απομακρύνει τό σκότος της αμαρτίας, αποβάλλοντας τήν πικρία του διαβόλου πού διώκεται από μέσα του. Το Φως του Παρακλήτου ανάβει στη ζωή του και διανοίγονται της καρδίας του οι οφθαλμοί. Φωτίζεται καί γεμίζει από ακτίνες της Θείας χάριτος. Η καθαρότητα στο νου του επανέρχεται γνησίως. Εκολλήθη στόν Χριστό. Πληρούται μέ τά νάματα του Αγίου Πνεύματος. Η ψυχή του ευωδιάζει. Ζει Θεοπρεπώς, εν Χριστώ, πορευόμενος πρός τήν σωτηρία, λυτρωμένος από τίς αμαρτίες. Οι αρετές ξαναβλασταίνουν μέσα του. Η ζωή του ειρηνεύει, υμνώντας Ορθοδόξως τόν Κύριο. Στήν Αγία Κιβωτό του Αγίου Όρους, ο Άγιος Θεόδωρος, καθαρίζοντας τούς ρύπους της ψυχής του, σκέφτεται εν ησυχία. Παίρνει ευλογία καί επιστρέφει αναπλασμένος καί αναγεννημένος εκεί πού είχε αρνηθεί τόν Χριστό, στήν Μυτιλήνη.

Εκεί η Θεία χάρη ενέπνευσε στήν καρδιά του τόν λογισμό του Μαρτυρίου. Μέ τήν ευχή του πνευματικού του, αισθανόμενος θείο ζήλο, μελετά ενδομύχως τά του Μαρτυρίου καί προετοιμάζεται μέ νηστεία καί προσευχή προτρέποντας τόν εαυτό του. Φλόγα λαμπρά ανάβει στήν καρδιά του Ευλογημένου Θεοδώρου. Σκέφτεται τόν υπέρ Χριστού θάνατο. Δέν αναπαύεται στήν σκέψη ότι καί μόνο διά τῆς μετανοίας θά ήταν δυνατόν νά συγχωρηθεί από τόν Χριστό. Ποθεί νά εξαλείψει τήν αμαρτία του διά του αίματός του, νιώθοντας ακόμα βαρύ τόν έλεγχο της συνειδήσεώς του. Αποφασίζει νά απολογηθεί υπέρ της Πίστεως του Χριστιανισμού καί κατά της πλάνης του μωαμεθανισμού, στερεωμένος γιά νά μήν δειλιάσει στίς πανουργίες των δαιμόνων. Νιώθει ενδυναμωμένος από τήν εμπειρία της Θεογνωσίας του Αγίου Όρους. Ο αγώνας του Μαρτυρίου έχει αρχίσει. Ο Άγιος προσέρχεται στόν Χριστό αράμενος τόν Τίμιο Σταυρό. Στά χνάρια πολλών προγενέστερων Μαρτύρων αποφασίζει νά θυσιασθεί καί νά πεθάνει μαρτυρώντας γιά τήν πίστη του στόν Βασιλέα Χριστό, τόν Αληθινό Θεό. Τίποτα δέν δύναται νά τόν χωρίσει από τόν γλυκύ Ιησού. Βέβαιος ότι ο Θεός θά φροντίζει γιά τήν γυναίκα καί όλη τήν οικογένειά του, μέ ένθεο θάρρος παρουσιάζεται στόν τούρκο κριτή της αδικίας, του πνεύματος της πλάνης καί στεκόμενος ενώπιον των τυρράνων τούς ρωτά: «Εάν κάποιος αδικηθεί ή απατηθεί, μπορεί νά βρεί τό δίκιο του;» «Καί βέβαια μπορεί», απάντησε ο κριτής. Καί ο Μάρτυς του λέγει: «Εγώ είχα μία πίστη, τήν πίστη μου, πού είναι ένα καθαρό καί ανόθευτο χρυσάφι, αλλά επειδή σκοτίστηκε ο νους μου από τόν διάβολο, απατήθηκα καί τήν απαρνήθηκα καί ασπάσθηκα τή δική σας, γιατί τή νόμισα καλύτερη. Τώρα όμως πού συνήλθα, βλέπω ότι η δική μου πίστη είναι τό καθαρό καί ανόθευτο χρυσάφι καί η δική σας δέν είναι ούτε χαλκός». Καί λέγοντας αυτά τά λόγια έβγαλε από τό κεφάλι του τό λεγόμενο σαρίκι πού φορούσε ως τουρκεμένος καί τό πέταξε μπροστά στόν κριτή καί βγάζοντας απ’ τόν κόρφο του ένα μαύρο σκούφο τόν φόρεσε στό κεφάλι του. Καταπατώντας τό σαρίκι ο Άγιος, καταπατεί καί περιφρονεί τά σημεία της πίστεως των μουσουλμάνων. Μέ τήν ομολογία του αυτή ο Άγιος κατέπτυξε των δαιμόνων τήν δύναμη. Ρωμαλέος καταπατεί τόν εχθρό καί τόν συντρίβει. Ο Θεός δέν τόν εγκαταλείπει καί δέν επιτρέπει νά νικηθεί από τόν σατανά. Τότε του είπε ο κριτής: «Μπρέ τρελλέ, τί κάνεις; Έχασες τό νου σου;» καί ο Μάρτυς αποκρίθηκε: «Όχι, στά καλά μου είμαι, καί ξέρω τί λέγω». Ο κριτής του είπε καί του ξανάπε τά ίδια λόγια, μά πάντα ο Μάρτυς απαντούσε: «Ξέρω τί λέω. Είμαι στά καλά μου. Τότε δώθηκε διαταγή νά φυλακισθεί ο Άγιος. Αλλά καί πάλι διέταξε καί τόν έφεραν μία καί δύο φορές μπροστά στόν κριτή πού προσπαθούσε μέ κάθε τρόπο νά τόν ξαναφέρει στόν μωαμεθανισμό. Τέλος αφού τον είδε ότι στέκεται ακλόνητος καί σταθερός στήν πίστη του τόν καταδίκασε σέ θάνατο καί τόν έστειλε στό Ναζίρη, τόν ονομαζόμενο Ομέρ Αγά. Κι αυτός μεταχειρίστηκε πολλά κολακευτικά λόγια καί πολλές υποσχέσεις του έδινε γιά νά τόν καταφέρει, αλλά ο Μάρτυς συνεχώς επαναλάμβανε: «Ξεγελάστηκα καί έδωσα τό καθαρό χρυσάφι καί πήρα τή δική σας, τό χαλκό. Τώρα συνήλθα, γνώρισα τή ζημία μου καί γι’ αυτό ομολογώ πως είμαι Χριστιανός καί ονομάζομαι Θεόδωρος».

Ο Άγιος Θεόδωρος παραδίδεται τότε στούς υπηρέτες, τούς υπηρετούντες τόν σατανά, πού σάν άγρια θηρία ορμούν οι αλιτήριοι κατά του Αγίου ως καταδίκου πού δέχεται τά βέλη της κακίας. Η αξία του ανθρώπου -εικόνα του Θεού- εκμηδενίζεται. Ποτίζεται τή χολή της αδικίας, των γελώτων καί των πειρασμών. Κατατυρρανούν τόν Άγιο πού βρίσκεται στά χέρια ασπλάχνων καί αχαρίστων ανθρώπων πού ήρθαν σέ ξένο τόπο γιά νά τόν αιματοκυλίσουν. Κακοπαθεί, καταταλαιπωρείται γιά τήν Αγάπη του Χριστού. Βασανίζεται βιαίως μέ πολλή απανθρωπιά, αλλά μένει ακλόνητος στίς προσβολές των εχθρών. Υπομένει καρτερικά τά βάσανα καί τούς πόνους της αθλήσεως καί τά πολυειδή πάθη πού του αποδίδουν οι εχθροί. Αποφασίζουν νά θανατώσουν αυτόν πού πεθαίνει προθύμως γιά τόν Χριστό ο οποίος κατήργησε του θανάτου τό κράτος. Ο λογισμός του Αγίου μετατίθεται στίς ουράνιες σκηνές, στήν ανάπαυση καί στήν ανέκφραστη χαρά καί απόλαυση, εκεί πού νέφος Μαρτύρων ευφραίνεται στίς Αυλές του Κυρίου καί των Αγίων, στήν ατελεύτητη ζωή. Ο νους του μένει άπληγος, δέν πτοείται, καταδροσίζεται από τήν δροσιά του Αγίου Πνεύματος. Δύναμη Θεϊκή τόν ενισχύει νά επιτύχει τόν ιερό άθλο καί τήν νίκη.

Οι υπηρέτες αφού τόν έδειραν σκληρά καί τόν μαχαίρωσαν στό μηρό, τόν κατακρήμνισαν απ’ τήν σκάλα του σεραγίου καί μετά άρχισαν νά τόν σπρώχνουν καί νά τόν οδηγούν στόν τόπο της καταδίκης, χωρίς εκείνος νά αντιστέκεται καθόλου. Αντίθετα, ο ευλογημένος είχε τό πρόσωπό του χαρούμενο καί γαλήνιο καί συνομιλούσε μέ τούς δημίους του, γιατί δέν πήγαινε στό θάνατο αλλά στή ζωή. Αναδεικνύεται γενναίος. Τίποτα δέν μπορεί νά τόν χωρίσει από τόν Θεό, ούτε η θλίψη, ούτε η στενοχώρια, ούτε ο κίνδυνος, ούτε ο θυμός των εχθρών του, ούτε οι απειλές τους, ούτε ο θάνατος. Αντίθετα καταφρονεί τήν παρούσα καί πρόσκαιρη ζωή δείχνοντας θάρρος. Δοξάζει τόν Θεό, πράος, σεμνός, φρόνιμος, μακρόθυμος, μακάριος, μέ όσα χαρίσματα μπορεί νά συμμαζέψει ο Θεός σ’ έναν άνθρωπο. Μέ αυτά πολεμεί τους πολεμίους του δαίμονες καί τά όργανά τους, τούς παρανόμους τούρκους βασανιστές του. Οι δήμιοι, του αναγγέλουν ότι θά τόν πάνε νά τόν κρεμάσουν. Καί εκείνος χαρούμενος λέγει: «Και που είναι τό σχοινί;» Του τό έδωσαν καί εκείνος αφού τό φίλησε τό έβαλε στό λαιμό του καί τούς παραγγέλει: «Τώρα πηγαίνετέ με όπου θέλετε». Τόν οδήγησαν σ’ έναν τόπο πού λεγόταν «Παρμάκ Καπί» ενώ μπροστά πήγαινε ο κήρυκας πού φώναζε: «Όποιος αρνείται τήν πίστη του αυτά παθαίνει». Οι Χριστιανοί βλέποντας τό πάθος πού υφίσταται ένας ομόδοξός τους εκπλήττονται γιά τόν τρόπο πού υπομένει τά μαρτύρια καί παρακαλούν τόν Θεό στίς Εκκλησίες νά τόν ενισχύει ώστε νά μήν δειλιάσει μέχρι τέλους καί ταυτόχρονα νά εξαλειφθεί η θηριωδία των μουσουλμάνων γιά νά πάψει νά διώκεται η πίστη των Χριστιανών. Αναλογίζονται ότι όπως ο αναμάρτητος Χριστός καταδέχθηκε Σταυρό καί θάνατο γιά νά χαρίσει στόν κόσμο τήν Ανάσταση, έτσι καί ο Άγιος Θεόδωρος ακολουθεί τόν δρόμο του Μαρτυρίου γιά νά δωρίσει τήν Αγιότητα του.

Ο Νεομάρτυς, προσέρχεται γιά νά υποστεί καί εκείνος τό εκούσιο πάθος. Προχωρεί θαρραλέα. Χαίρει ο μακάριος πού οι πληγές των αθώων αιμάτων του στάζουν γιά τόν Χριστό ως σταγόνες αθανασίας καί επιθυμεί η θυσία του νά γίνει ευπρόσδεκτη ενώπιον του φιλανθρώπου Θεού. Μέσα στήν καρδιά του χειμώνα, στίς 30 Ἱανουαρίου τοῦ 1784, ημέρα εορτασμού των Τριών Ιεραρχών, οι δήμιοι ανταποδίδουν στόν Άγιο τήν γενναιότητα καί τό θάρρος του μέ τόν θάνατο. Ήδη εγγίζει τό τέλος. Άλλος κόσμος τόν αναμένει. Τό αίμα πού ρέει από τόν πληγωμένο μηρό του Αγίου, θυμίζει τό αίμα Εκείνου πάνω στόν Σταυρό πού τόν κόσμο ελευθέρωσε. Προσεύχεται καί ζητεί συγχώρηση από όλους τούς Χριστιανούς πού βρέθηκαν εκεί. Παρακαλεί νά τόν αξιώσει ο Θεός καί Κριτής δικαιότατος νά τόν συναριθμήσει στούς εκ δεξιών Του. Ο Άγιος Θεόδωρος μιμείται τόν Υψωθέντα στόν Σταυρό, ανεβαίνει μόνος του σέ μία υψηλή πέτρα καί παραδίδει τόν εαυτό του στούς δήμιους οι οποίοι τόν απαγχονίζουν. Παραδίδει τό πνεύμα του καί δέχεται τόν θάνατο πού είχε νεκρώσει ο αθάνατος Χριστός. Δίνει τήν επίγεια ζωή του καί κληρονομεί ουρανούς, εκεί πού καταλάμπει ο φωτισμός του προσώπου του Χριστού. Καταλείπει τά φθαρτά καί κατακτά τά άφθαρτα. Ανυψώνεται ως στύλος ακράδαντος, ως φωταυγή λαμπάδα του Αγίου Πνεύματος. Ο Άγιος κρεμάται άπνους, νεκρός ανάμεσα ουρανού καί γης. Όμως, Εκείνος πού τόν έπλασε μέ τά άχραντα χέρια Του καί του χάρισε πνεύμα, Αυτός θά τόν αναπλάσει ωραιότερο, γιατί των ανθρώπων ο θάνατος ύπνος απεδείχθη. Εκδύεται τό ανθρώπινο σώμα καί ενδύεται Χριστό καί στολή αφθαρσίας. Η φθαρείσα ουσία του θεώνεται. Η κρεμασθείσα εικόνα Θεού, ο αδίκως απαγχονισμένος γίνεται ο ίδιος ένα από τά κατάκαρπα δέντρα της πίστεως πού ανθίζει τόν αθάνατο καρπό, στόν θεοφύτευτο Παράδεισο. Τό άγιο λείψανό του παραμένει στά χέρια των απίστων, αλλά η Αγία ψυχή του ανήλθε στά ουράνια. Άγγελοι του Θεού ψάλλοντας λαμβάνουν τό πνεύμα του καί τό φέρνουν ενώπιον της Παναγίας Τριάδος. Ο Άγιος Θεόδωρος γίνεται ένδοξος Μάρτυρας, θείος καί πανεύφημος αθλητής του Κυρίου. Καύχημα ανδρείας για τους Χριστιανούς και της Ορθοδόξου Εκκλησίας άνθος. Ουρανοπολίτης, πού λαμβάνει της νίκης τόν στέφανο. Στήν Άνω Βασιλεία απολαμβάνει τήν θεία γαλήνη. Αγάλλεται αιωνίως. Γίνεται μέτοχος δόξης καί χαράς αἰωνίου.

Τό νησί της Λέσβου θρηνεί ανθρωπίνως για τό παράδοξο τούτο θέαμα. Ο κατ’ εικόνα Θεού πλασμένος άνθρωπος νά κρέμεται. Οι όψεις των πιστών είναι λυπημένες. Όμως, όπως ο ήλιος βλέποντας τόν Ιησού κρεμασμένο στο ξύλο του Σταυρού συνέστειλε τό φως του, έτσι καί οι Χριστιανοί βλέποντας τόν Νεομάρτυρα Θεόδωρο νά θυσιάζεται υπέρ Χριστού του Θεού, αισθάνονται νά μειώνεται τό σκότος της πλάνης καί της σκλαβιάς. Αποκαθηλωθείς ο Άγιος από τήν μαρτυρική σκηνή, μεταφέρεται από τούς δήμιους καί ρίχνεται στά καταγάλανα νερά του Αιγαίου γιά νά μήν τιμηθεί από τούς Χριστιανούς. Μυροφόρες γίνονται τά κύματα του πελάγους καί η βοή τους ως μοιρολόι γυναικών μηνύουν ότι άνθρωπος τήν ουράνια Βασιλεία εγεύθη, εκείνη πού ο Αναστάς εκ των νεκρών δωρίζει. Ο Θείος Πρόδρομος σάν νά προπορεύεται ως λύχνος. Τό τίμιο λείψανο του Αγίου, κατ’ οικονομίαν Θεού εκβράσθηκε νότια της πόλης της Μυτιλήνης, από τή θάλασσα πού ως ροή του Ιορδάνου βαπτίζει τό θείο σκήνωμα του Αγίου Θεοδώρου του Χατζή, γεγυμνωμένο από κάθε αμαρτία. Οδυρόμενοι οι τίμιοι Χριστιανοί περισυνελλέγουν τό σκήνωμα του Αγίου καί τό ενταφιάζουν χωρίς νά αφήσουν ίχνη τάφου, επί σκοπό διαφυλάξεώς του, κάτω από τό δάπεδο του παρακείμενου εξωκλησίου του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου στήν τοποθεσία Μόθωνας, αποκρύπτοντας τό ιερό λείψανο από τά βέβηλα όμματα των τούρκων.

Εκεί έμεινε ενταφιασμένος 183 έτη, μέχρι τήν ευλογημένη ημέρα της 4ης Σεπτεμβρίου 1967, πού βρέθηκαν τά Άγια λείψανά του, βάσει μαρτυριών του διαπρεπούς Εκκλησιαστικού συγγραφέως Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου καί άλλων συγγραφέων. Τα λείψανά του φυλάσσονται στον Ι.Ν. Ζωοδόχου Πηγής Βαρειάς. Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1985, ο εφημέριος Πύργων Θερμής π. Μιχαήλ Βουλγαρέλλης παραλαμβάνει τμήμα των αγίων λειψάνων του Αγίου Θεοδώρου καί τελείται η μετακομιδή του στήν γενέτειρα του Αγίου. Δωρείται έτσι, η ευλογία γιά νά τιμάται από τούς Χριστιανούς στό εξωκκλήσι του Αγίου πού είχε χτιστεί τό 1980 στους Πύργους Θερμής, μερίμνει του Ιερομονάχου π. Παχωμίου Σούγιουλτζη καί συνδρομές πιστών.

Η αυτού σύναξις τελείται καί εορτάζεται στις 30 Ιανουαρίου καί η Ανακομιδή των Αγίων Λειψάνων του στίς 4 Σεπτεμβρίου. Θερμός ικέτης πρός τόν Κύριο, ο Άγιος μαζί μέ τούς ασωμάτους Αγγέλους, τούς σεπτούς Αποστόλους, τούς ιερούς Αθλοφόρους καί τούς Προφήτες, πρεσβεύει στόν υπεράγαθο Θεό νά ανοίγει τίς πατρικές του αγκάλες. Δέεται, ικετεύει, φρουρεί ως άγρυπνος προστάτης των ευσεβώς αιτουμένων καί υπέρ πάντων των Χριστιανών, μαζί μέ τήν φάλαγγα των Ιερών Μαρτύρων και των Αγίων διά τήν σωτηρία το κόσμου.

vatopaidi. και ahdoni.

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Οι Τρεις Ιεράρχες «στα αζήτητα» μιας γιορτής ...

Οι Τρεις Ιεράρχες «στα αζήτητα» (;) μιας γιορτής (;) για την Παιδεία
Του Χριστόφορου Γ. Παπασωτηρόπουλου*

Έπρεπε να μιλήσω για τους Τρεις Ιεράρχες, όμως είχα κουραστεί ν’ ακούω μεγάλες κουβέντες και να μιλώ για ανθρώπους άγιους, πανάκριβους, ανεκτίμητους σαν να διαφημίζω ένα προϊόν στο ραδιόφωνο. Είναι κι η εποχή που πάσχει από πολυλογία, κι έτσι βάλθηκα να περπατώ στα σοκάκια της σημερινής ελληνικής κοινωνίας, με προσοχή να μη χαθώ και με σκοπό να φτάσω στην πλατεία, στο ξέφωτο της παρουσίας των Αγίων, που και σήμερα τιμά η παιδεία μας - Του Μεγάλου Βασιλείου, του Ιερού Χρυσοστόμου, του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου - και να ψηλαφίσω τη σχέση τους με τον σημερινό μας βίο.

Προχώρησα κι είδα ένα λαό να έχει κάνει την πίστη του στο Θεό ζήτημα προσωπικού γούστου. Μια θάλασσα από άγνοια, ημιμάθεια ή αδιαφορία, μια που ο λόγος της Εκκλησίας φαίνεται να μην προκαλεί πια κανένα ενδιαφέρον. Φταίει άραγε μόνον η Εκκλησία ή κι η δική μας τρυφηλότητα;

Προχώρησα κι είδα ανθρώπους να τρέχουν να προλάβουν τη ζωή τους, να τυραννιούνται από το κυνήγι του χρόνου για να είναι «εντάξει». Και θυμήθηκα τον Ελύτη: «Δώσε δωρεάν το χρόνο σου αν θέλεις να σου μείνει λίγη αξιοπρέπεια».

Είδα τους άρχοντες, εκκλησιαστικούς και μη, να μας μαλώνουν, να μας κουνάνε το δάχτυλο επιτακτικά στο πρόσωπο μπροστά μας, γιατί δεν είμαστε αρκετά υπάκουοι, δεν είμαστε όσο θα έπρεπε υποτακτικοί, γιατί δεν τους σεβόμαστε όσο θα έπρεπε και θυμήθηκα ένα παλιό σύνθημα γραμμένο στον τοίχο: «Αγάπη που’ ναι η εκκλησιά σου; Βαρέθηκα πια στα μετόχια».

Είδα ανθρώπους σκυφτούς να κλαίνε, να πεινούν, ν’ απελπίζονται, να μαζεύονται φοβισμένοι, να βράζουν από θυμό και πόνο και να περιμένουν πότε ο πόνος θα γίνει δημιουργία.

Είδα παιδιά να με κοιτούν καχύποπτα, σαν προδομένα από εμάς τους μεγαλύτερους, που τους παραδίνουμε αυτόν τον κόσμο , θυμωμένα, που σκοτώνουμε «κατά λάθος» παιδιά στα Εξάρχεια, που σιχαινόμαστε τους «λαθραίους» ανθρώπους που ζητούν καταφύγιο στη χώρα μας κυνηγημένοι, που ξεπουλήσαμε χωρίς καλά καλά να το καταλάβουμε τις αξίες μας για μια περίοπτη θέση σε μια εταιρία, για ένα τζιπ, για μια βίλλα παραπάνω.

Είδα δασκάλους να κάνουν αυτό που «πρέπει», να είναι αρκούντως υπηρεσιακοί - με καθαρά, μεν αλλά άδεια χέρια! - να τρέχουν να προλάβουν την ύλη τους, να οδηγούν με ταχείς ρυθμούς τους μαθητές τους στην κρεατομηχανή της επιτυχίας, στις εξετάσεις. Με την ψυχή αφυδατωμένη, τσακισμένη και την αγάπη και το μεράκι καλά κρυμμένο βαθιά μέσα τους, μη τύχει και κατασπαταληθεί τσάμπα, μια που η καρδιά και το συναίσθημα χρειάζεται κι έξω από τη δουλειά. Και σκέφτηκα τον Μίλτο Κουντουρά: «όποιος αγωνίζεται για τα παιδιά, αγωνίζεται για την ανθρωπότητα».

Κι είδα γονείς πιο κάτω, στραμένους στα παιδιά τους να τους μιλούν με φόβο κι αγωνία για το αύριο που έρχεται σαν καταιγίδα καταπάνω τους. Κι όταν αυτά ζητούσαν «μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο», μια ελπίδα για να παλέψουν, ο πατέρας δάκρυζε κι η μάνα σιωπηλή αγκάλιαζε. Η κραυγή της σιωπής σκέφτηκα…

Κι είδα γονείς να ορμούν στους καθηγητές των παιδιών τους - με θάρρος ή με θράσος; - γιατί δε δίνουν όσα θα ήθελαν κι όχι γνώσεις μόνο μα κι αγωγή και κοινωνικοποίηση κι ιδέες κι ελπίδες και οράματα κι αξίες … κι όλα αυτά που οι ίδιοι δεν πρόλαβαν να δώσουν. Και βρήκαν κι έβαζαν στο στόμα τους τους τεμπέληδες που δουλεύουν λίγο, που δεν ελέγχει κανείς τη δουλειά τους, που ρουφάνε άδειες και διακοπές για να βολεύονται και σκέφτηκα και πάλι τον Ελύτη: «Ιδιώτευε μες στο Ανερυθρίαστο».

Κι είδα την Εκκλησία να ταπεινώνεται, να απαξιώνεται μες στις κραυγές του ορθού λόγου και της συλλογικής λήθης και να πληρώνει σκληρά το τίμημα χρόνιων παθογενειών, ακέραιων καρκινωμάτων στο σώμα της που άλλες φορές η αγάπη της κι άλλες φορές η αδυναμία της, τα σκέπαζε για να μη φαίνονται. Κι έτσι βαυκαλιζόταν πως δεν υπήρχαν…

Κι είδα πιο κάτω ένα φως αχνό, μάλλον σα φωτοστέφανο, αλλά δεν ήμουν σίγουρος-λες κι έχω δει φωτοστέφανο για να ξέρω;-…

Ένας παπάς μοίραζε τη νύχτα φαγητό και κουβέρτες στους άστεγους που είχαν κάνει τα παγκάκια σπίτια τους, ένας άλλος τραβούσε από μια τρύπια βάρκα μια γυναίκα μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά της που έφτασαν από απέναντι, πεθαμένοι σχεδόν από το φόβο κι από τα παγωμένα μαύρα νερά του Αιγαίου, κι ένας άλλος μέχρι αργά τη νύχτα φόρτωνε στο πετραχήλι του καημούς κι απελπισία από πρεζόνια κι αλαφιασμένους απόκληρους. Και σκέφτηκα τη μωρία του σταυρού, τη σαλότητα των αγίων, την πίστη στην Ανάσταση, όταν όλα μυρίζουν θάνατο…

Κι έκανα «ένα βήμα πιο γρήγορο απ’ τη φθορά». Κι είδα στο ξέφωτο τρεις δεσποτάδες, χωρίς πλουμιστά άμφια και μίτρες χρυσοκέντητες, μα με ράσα φθαρμένα αλλά καθαρά και μια μαγκούρα ξύλινη ο καθένας για να ακουμπάει. Κοιτούσαν σιωπηλοί κι ολόμονοι, κρυμμένοι θαρρείς, κουρασμένοι, μα μ’ ένα πεισματάρικο χαμόγελο, αυτό που έχουν οι άνθρωποι που αγάπησαν κι αγαπήθηκαν.

Εκεί πλησίασα, γονάτισα κι αφέθηκα στην παραμυθία τους:

Μου ψιθύρισε ο άγιος Γρηγόριος, για το Θεό που κρύβεται - «Θεέ μου, πόσο μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!» - στα μικρά ασήμαντα πράγματα, στους ανθρώπους που προσπερνάμε, στο σπόρο που φυτεύουμε περιμένοντας ν’ ανθίσει.

Μου είπε για τις δικαιολογίες των ανθρώπων που δεν απλώνουν το χέρι τους να μοιραστούν.

Για την απελπισία της φτώχιας, της ορφάνιας, της ερήμωσης.

Κι ο Μέγας Βασίλειος, μου θύμισε για τους ψευτο-ευλαβείς που αρκούνται στην ελεημοσύνη - άλλοθι της αδικίας και για τους πλούσιους που χαρίζουν για να βολέψουν τη συνείδησή τους.

Κι ο ιερός Χρυσόστομος, αργά και σταθερά μου διηγήθηκε ιστορίες για την Εκκλησία, που πάντα στους κόλπους της μέσα είχε κι ανθρώπους που της τρώγανε τις σάρκες και για το Χριστό που πάντα μεταμόρφωνε το σώμα της με την πεισματάρικη αγάπη του.

Μου είπαν για τους ανθρώπους τους αμόρφωτους, - όχι αυτούς που δεν ξέρουν γράμματα - τους άλλους, που ξέρουν ότι έχουν πάντα δίκιο και κρίνουν με άνεση κάθε στραβό ανθρώπινο σα να μη είδαν ποτέ τις δικές τους συμφορές, γερασμένοι δικαστές μιας ζωής τσιγγούνικης…

Μου είπαν για τις ελπίδες και τα όνειρα του κόσμου, τις ουτοπίες που δεν έχουν ακόμη τόπο. Για τον Καινούργιο Κόσμο του Θεού που αγκαλιάζει όλους, κι αυτούς που θέλουμε κι αυτούς που θ’ αποφεύγαμε ακόμη και καλημέρα να τους πούμε, για το σταυρό και τη θυσία αυτού που αγωνίζεται όχι για να κερδίσει, αλλά από έρωτα, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσε να ζήσει.

Για το σταυρό που παραλάβαμε όχι για να τον κάνουμε κόσμημα, μα για να προκαλέσουμε την ανάσταση εδώ και τώρα.

Για τις ελπίδες που δε χάθηκαν κι ούτε ποτέ θα χαθούν όσο οι άνθρωποι παλεύουν, αγωνίζονται, αγαπούν.

Με παρηγόρησαν, όλες οι εποχές μοιάζουν, μου είπαν, μη σκιάζεσαι γιατί ο θάνατος είναι πάντα προσωρινός, φαίνεται δυνατός μα είναι σκόνη μπροστά στη χάρη του Θεού!

Και μου ψιθύρισαν κι ένα στιχάκι για τους δασκάλους που πάντα παλεύουν μαζί με τους μαθητές τους, σ’ αυτά τα σχολεία, μ’ αυτές τις συνθήκες, μ’ αυτές τις ανημποριές:

«και τι δεν κάνατε για να με θάψετε, όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος…».

Σηκώθηκα να φύγω, μου δώσαν την ευχή τους κι ένα χαρτί τυλιγμένο να το διαβάζω κάθε φορά που θα φοβόμουν και θα δείλιαζα. Απομακρύνθηκα, το άνοιξα με λαχτάρα και το διάβασα. Ήταν δυο στίχοι του Μπέρτολτ Μπρεχτ (!):

«Κι όταν θα έχετε καλυτερέψει τον κόσμο,
Να συνεχίσετε να τον καλυτερεύετε αυτόν τον καλύτερο κόσμο.
Κι αν καλυτερεύοντας τον κόσμο, συμπληρώσετε την αλήθεια
λοιπόν, συμπληρώστε κι άλλο τη συμπληρωμένη αλήθεια.
Κι αν συμπληρώνοντας την αλήθεια, αλλάξατε την ανθρωπότητα,
Λοιπόν, αλλάξτε κι άλλο την αλλαγμένη ανθρωπότητα.»


Πάτρα, Ιανουάριος 2011

σημείωση: ευτυχώς που για να γραφτούν αυτές οι λιγοστές αράδες εκτός από τους Τρεις Ιεράρχες, τα όσα είπαν και κυρίως τα όσα έκαναν και μας άφησαν κληρονομιά, βοήθησαν και ο Οδυσσέας Ελύτης (Μαρία Νεφέλη), ο Μίλτος Κουντουράς (Κλείστε τα σχολειά), ο Γιώργος Σεφέρης (Fog), ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ και ο Παύλος Σιδηρόπουλος (εν Κατακλείδι).

* Ο Χριστόφορος Γ. Παπασωτηρόπουλος είναι εκπαιδευτικός θεολόγος.

iereasanatolikisekklisias.

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

«Ο Άγιος Μάξιμος Γραικός στην ιστορία και το παρόν»


Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Παρασκευής στον Πολυχώρο Πολιτισμού «Αθηναΐς» στο Βοτανικό, η εκδήλωση προς τιμήν του Αγίου Μαξίμου του Γραικού από το ομώνυμο Ινστιτούτο.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι η αίθουσα Silk Room του Πολυχώρου ήταν ασφυκτικά γεμάτη, αφού σύμφωνα με τους υπεύθυνους ο κόσμος ξεπέρασε τα 1.000 άτομα.

Την εκδήλωση άνοιξε ο Πρόεδρος του Ινστιτούτου «Άγιος Μάξιμος ο Γραικός» κ. Νικόλαος Γκουράρος, ο οποίος αναφέρθηκε στη λειτουργία του Ινστιτούτου, το οποίο όπως ανέφερε αναδεικνύει την παράδοση της ορθοδοξίας.

Εν συνεχεία μίλησε ο Σεβ. Μητροπολίτης Άρτης π. Ιγνάτιος, ο οποίος έκανε εκτενή αναφορά στο βίο του Αγίου Μαξίμου, ο οποίος καταγόταν από την Άρτα.

Ο π. Ιγνάτιος τόνισε ότι ο Άγιος Μάξιμος έζησε σε μια δύσκολη εποχή, όπως ζούμε και εμείς σήμερα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης.

Τον λόγο έλαβε αμέσως μετά ο Ομότ. Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής κ. Δημήτριος Γόνης, ο οποίος παρουσίασε με γλαφυρό τρόπο τον Τόμο Α΄ των Απάντων του Αγίου Μαξίμου του Γραικού.

Σημαντική ήταν και η παρουσίαση του βιβλίου του Δικηγόρου κ. Κων/νου Τσιλιγιάννη με τίτλο «Η δίκη του Μαξίμου του Γραικού», το οποίο παρουσίασε ο Ομοτ. Καθηγητής της Θεολογικής Σπυρίδων Κοντογιάννης.

Ο κ. Καθηγητής αναφέρθηκε στα βασικά σημεία του βιβλίου το οποίο χωρίζεται σε δέκα κεφάλαια, τα οποία είναι πάρα πολύ συγκινητικά και ενδιαφέροντα.

Επίσης, αναφέρθηκε και στην μεγάλη προσπάθεια που κατέβαλε όλα αυτά τα χρόνια ο αγαπητός φίλος κ. Τσιλιγιάννης, που τόσο πολύ αγάπησε τον Άγιο Μάξιμο τον Γραικό.

Εν συνεχεία τον λόγο έλαβε ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου Αρχιμανδρίτης π. Εφραίμ, ο οποίος στην αρχή της ομιλίας του μεταξύ άλλων τόνισε: «Στην ζωή της Εκκλησίας έχουν αναδειχθεί πολύ σημαντικά πρόσωπα που με το βίωμα, τον λόγο και το έργο τους σφράγισαν την ιστορία της εποχής τους και επηρέασαν την μετέπειτα πορεία της. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Με το σκεπτικό αυτό μπορούμε να θεωρήσουμε και τον άγιο Μάξιμο τον Γραικό ως το κατεξοχήν σημαντικό πρόσωπο του 16ου αιώνα στην Ορθόδοξη Ανατολή, που είναι τόσο γνωστό και αγαπητό στους Ρώσους, αλλά και τόσο άγνωστο στους Έλληνες.»

«Πολλοί Έλληνες κληρικοί και λαϊκοί επισκέπτονταν την Ρωσία, ιδιαίτερα μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, η για να ζητήσουν οικονομική βοήθεια η τους προσκαλούσαν οι ίδιοι οι Ρώσοι για τις εκκλησιαστικές και εκπαιδευτικές ανάγκες τους. Κανένας όμως από αυτούς δεν ευεργέτησε την Ρωσία όσο και όπως ο Μάξιμος, γι’ αυτό και κανένας δεν έχει τόσο εξέχουσα θέση στην ρωσική εκκλησιαστική και κοσμική ιστορία, γραμματεία, λογοτεχνία και την πανρωσική συνείδηση», πρόσθεσε ο π. Εφραίμ.

Να σημειωθεί, ότι στη συνέχεια προβλήθηκε ένα καταπληκτικό ντοκιμαντέρ για την ζωή του Αγίου Μαξίμου του Γραικού και την ιστορία της Μονής Βατοπαιδίου.

Ο Ηγούμενος της Μονής Βατοπαιδίου γέροντας Εφραίμ προσέφερε στον κ. Τσιλιγιάννη μια εικόνα της Παναγίας της Παραμυθίας η οποία φιλοτεχνήθηκε στη Μονή, τιμώντας τον εν συνεχεία για το πόνημα του όλα αυτά τα χρόνια.

Ο γέροντας Εφραίμ αναφέρθηκε και στο ταξίδι που έκαναν στη Ρωσία για να παραλάβουν το τμήμα λειψάνου, από τα χέρια του μακαριστού Πατριάρχη Μόσχας κυρού Αλεξίου.

Τέλος, ο κ. Τσιλιγιάννης βαθειά συγκινημένος αναφέρθηκε στην σχέση του με τον Άγιο Μάξιμο τον Γραικό, και απευθυνόμενος προς τον Ηγούμενο της Βατοπαίδιου τόνισε: «Γέροντα μου, αυτό που σού είπα στην αγία τράπεζα επάνω το τήρησα».

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ π. ΕΦΡΑΙΜ ΕΧΕΙ ΩΣ ΕΞΗΣ:

ΕΥΣΤΟΧΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΓΙΑ ΤΗ "ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ" ΘΕΟΛΟΓΙΑ


Κατηγορούνται οι Πατέρες σήμερα, ότι ήταν αναχρονιστικοί, ότι οδήγησαν τους πιστούς στον φονταμενταλισμό, ότι δεν έκαναν διάλογο με την εποχή τους, ότι δεν ενδιαφέρθηκαν για τον πολιτισμό.

Γι’ αυτό, λένε αυτοί που πρεσβεύουν την παραπάνω θέση, επιβάλλεται η σύγχρονη θεολογία να γίνει μεταπατερική. Οι Πατέρες ήταν τα σύννεφα που έκρυβαν τον ήλιο Χριστό, οπότε, για να φωτιστούμε απευθείας από τον Χριστό, πρέπει να απομακρύνουμε τους Πατέρες.

Οι Πατέρες όμως αποτελούν την αυθεντική και απλανή οδό της θεολογίας και της σωτηρίας. Οι Πατέρες είναι οι συνεχιστές του έργου και της διδασκαλίας των αγίων αποστόλων.

Είναι αυτοί που βίωσαν και εξέφρασαν την αποκάλυψη εν Πνεύματι Αγίω. Οι Πατέρες δεν αγνόησαν τον άνθρωπο, αλλά αγωνίστηκαν, θυσιάσθηκαν, αναλώθηκαν στην διακονία του πλησίον, στην σωτηρία όλου του κόσμου.

Ο άγιος Μάξιμος έζησε στην Ιταλία κατά την περίοδο που υπήρχε μία έντονη ανάπτυξη των επιστημών και των τεχνών, μία προβολή των ανθρωπιστικών αρχών και δικαιωμάτων· συναντήθηκε με την νεωτερικότητα, διαλέχθηκε μαζί της και προσέλαβε όσα στοιχεία ήταν ικανά να βοηθήσουν, να συμβάλουν στον αυθεντικό τρόπο ζωής του ανθρώπου.

Στο Άγιον Όρος βίωσε την θεία Χάρη, απέκτησε την πείρα του Αγίου Πνεύματος, έγινε μέτοχος του θεανθρωπίνου είναι. Στην Ρωσία, αφού είχε προηγηθεί αυτή η πείρα του ανθρωπίνου και του θεανθρωπίνου είναι απέδωσε εκατονταπλάσιους καρπούς.

Ο Μάξιμος κατά κοινή ομολογία των Ρώσων δεν έφερε μόνο τον Θεό στην Ρωσία του 16ου αιώνα αλλά και τον πολιτισμό. Στο πρόσωπο του αγίου Μαξίμου βλέπουμε την διαλογικότητα, την ελευθερία του εν Χριστώ ανακαινισμένου ανθρώπου, τον αληθινό Πατέρα.

Ο άγιος Μάξιμος εργάστηκε με αποστολικό ζήλο στον «αμπελώνα του Κυρίου» παρά τις απερίγραπτες σωματικές και ψυχικές δοκιμασίες, τις οποίες υπέστη κάτω από ανεκδιήγητες συνθήκες.

Από τα τριάντα οκτώ χρόνια της ακούσιας και αναγκαστικής παραμονής του στην Ρωσία ως την κοίμησή του, είκοσι έξι χρόνια παρέμεινε φυλακισμένος ως κοινός εγκληματίας.

Κατά τα έξι δε πρώτα χρόνια στην Μονή του Οσίου Ιωσήφ στο Βολοκολάμσκ ήταν σιδηροδέσμιος και υπέστη φρικτά μαρτύρια, ενώ οι εκκλησιαστικές αρχές του είχαν απαγορεύσει την Θεία Κοινωνία για δεκαοκτώ χρόνια.

Ο Μιχαήλ Τριβώλης, ο μετέπειτα Μάξιμος ο Γραικός, γεννήθηκε στην Άρτα το 1470 από ευσεβείς γονείς, άρχοντες του τόπου. Αφού έλαβε την βασική εγκύκλια μόρφωση στην πατρίδα του, έχοντας μία ακόρεστη δίψα για ανώτερη μάθηση, πήγε στην Ιταλία, όπου σπούδασε στα σπουδαιότερα πανεπιστήμιά της, στις πόλεις Βενετία, Πάδοβα, Φερράρα, Φλωρεντία και Μιλάνο.

Η Ιταλία είχε γίνει το σχολείο της Ευρώπης κατά τον 15ο και 16ο αιώνα. Οι σπουδαιότεροι Έλληνες λόγιοι, και προ της πτώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά ιδιαίτερα μετά από αυτήν, μεταναστεύουν στην Δύση, κατά προτίμηση στην Ιταλία, για να αποφύγουν τα δεινά των Τούρκων κατακτητών. Με την σοφία τους μεταλαμπαδεύουν το φως της αρχαίας ελληνικής φιλολογικής και φιλοσοφικής γνώσεως.

Στην Δύση η Αναγέννηση με την ανάπτυξη των επιστημών και των τεχνών κέρδιζε τόπο σε όλο τον κοινωνικό, πολιτικό και θεολογικό χώρο, ενώ η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία όλο και περισσότερο εκκοσμικευόταν. Ο άγιος Μάξιμος έζησε όλες αυτές τις κοινωνικές και θεολογικές ζυμώσεις την περίοδο που σπούδαζε στην Ιταλία.

Αφού έμεινε περίπου για μία δεκαπενταετία στην Ιταλία, δέχεται την ιδιαίτερη, χαρισματική κλήση από τον Θεό, για να εισέλθει στην μοναχική πολιτεία. Κάνει την αποταγή του την άνοιξη του 1506 και επιλέγει ως χώρο της μοναχικής ασκήσεως την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου.

Η Μονή εκείνη την περίοδο είχε γίνει χώρος συναντήσεως επιφανών πνευματικών προσωπικοτήτων και μεγάλων μορφών της Εκκλησίας μας. Ο Μάξιμος συναναστράφηκε εκεί με τον άγιο Νήφων και τους μαθητές του οσιομάρτυρες Μακάριο και Ιωάσαφ, τον προηγούμενο Ιώβ, τον λόγιο ιερομόναχο Σάββα, τον Πρώτο του Αγίου Όρους Συμεών, τον μητροπολίτη πρώην Βεροίας Μεθόδιο, τον άγιο Θεόφιλο τον Μυροβλύτη, τον επίσκοπο πρώην Μηθύμνης Μαλαχία, τον οσιομάρτυρα Ιάκωβο και πολλούς άλλους.

Η Μονή, λόγω της δύσκολης οικονομικής κατάστασης που βρισκόταν, εκτιμώντας τα προσόντα του, του ανέθετε το διακόνημα να πηγαίνει σε περιοχές εκτός Αγίου Όρους για εράνους.

Η ανάθεση των αποστολών αυτών φανερώνει και την καθολική εκτίμηση των μοναχών προς το πρόσωπό του.

Όπως γράφει ο ίδιος, «κατ’ εντολήν των πατέρων» έκανε περιοδείες στην Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου, τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή των Ενετών, κηρύττοντας και στηρίζοντας τους Ορθόδοξους Έλληνες στην πίστη τους.

Αφού πέρασε μία δεκαετία παραμονής στην Μονή, μετά από πρόσκληση του μεγάλου ηγεμόνα της Ρωσίας Βασιλείου του Γ ἐπιλέγεται και αποστέλεται στην Μόσχα, για να μεταφράσει και να διορθώσει διάφορα εκκλησιαστικά βιβλία και ειδικά τον Ερμηνευμένο Ψαλτήρα.

Το έργο αυτό του Μαξίμου η Σύνοδος της Εκκλησίας της Ρωσίας το χαρακτήρισε «πηγήν ευσεβείας». Μετά το πέρας αυτού του έργου δεν του επετράπη όμως η επιστροφή στο Άγιον Όρος όπως αρχικά είχε συμφωνηθεί. Ο Μάξιμος έπρεπε να παραμείνει.

Ο Βασίλειος Γ πολλὲς φορές κατέφευγε σε αυτόν αποκομίζοντας πολλά από την σοφία του και την διακριτική γνώμη του. Η εργασία πάνω στον Ερμηνευμένο Ψαλτήρα απέδειξε ότι θα μπορούσαν να επωφεληθούν αρκετά από τον πολυμαθή αυτόν Έλληνα.

Ο άγιος Μάξιμος ανέλαβε με ζήλο το μεταφραστικό και ερμηνευτικό έργο που του ανέθεταν. Παράλληλα ερχόμενος σε επαφή με όλα τα κοινωνικά στρώματα της Ρωσίας, γνώρισε πολύ καλά τον τρόπο ζωής τους και ανέλαβε ένα εξίσου μεγάλο ποιμαντικό έργο. Ρώσοι και Ευρωπαίοι ιστορικοί χαρακτηρίζουν την εποχή που έζησε ο άγιος Μάξιμος ως την σκοτεινότερη περίοδο της ρωσικής ιστορίας.

Οι αιρέσεις, οι δεισιδαιμονίες, η υποκριτική ευσέβεια, η αμαρτωλότητα και η κάθε είδους πλάνη κυριαρχούσαν στο κοινωνικό και θεολογικό γίγνεσθαι της τότε Ρωσίας. Στην κοινή συνείδηση ο άγιος Μάξιμος υψώθηκε σε μοναδική αυθεντία, η οποία μπορούσε να δείχνει τα πρέποντα και τα ορθά στα πράγματα της Εκκλησίας και της Πολιτείας, και θεωρήθηκε μεγάλος μεταρρυθμιστής στην πολύ δυσάρεστη κατάσταση, στην οποία βρισκόταν η ρωσική κοινωνία.

Ο άγιος Μάξιμος, αν και δεν είχε το θεσμικό εκκλησιαστικό αξίωμα του ποιμένος ως επίσκοπος η ιερέας, είχε όμως την χαρισματική ιερωσύνη· ήταν ο χαρισματικός ποιμένας. Όλη η ζωή και οι ενέργειές του ήταν μία ανιδιοτελής προσφορά για τον άνθρωπο, για την σωτηρία του ποιμνίου.

Αν έβλεπε ότι κάτι δεν γινόταν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, δεν ξεχώριζε αν αυτός που το έπραττε ήταν βασιλιάς η ένας απλός χωρικός. Νουθετούσε και έλεγχε, αγαπούσε και συμπονούσε τον λαό αλλά και τους άρχοντες για την αμάθεια και την μη ορθοπραξία τους.

Έτσι θεώρησε καθήκον του να περιγράψει με υπομνήματα και επιστολές το πρότυπο του γνησίου ηγεμόνα, να δώσει συμβουλές για μια καλή διακυβέρνηση και να στιγματίσει τις εγκληματικές παρεκτροπές των αρχόντων από τις οποίες έπασχε ο ρωσικός λαός.

Ο λόγος του πολλές φορές γίνεται ελεγκτικός, στηλιτευτικός. Αλλά αυτό το κάνει, όταν το επιβάλλει το ποιμαντικό του καθήκον. Πως θα μπορούσε διαφορετικά ο Μάξιμος να πείσει τους σκληρούς, αγροίκους και χονδροειδείς χαρακτήρες να μετανοήσουν, να αλλάξουν τρόπο ζωής;

Τα πρώτα επτά έτη της παραμονής του στην Ρωσία είχε την προσωπική εύνοια του μεγάλου ηγεμόνα Βασιλείου του Γ καὶ του μητροπολίτη Μόσχας Βαρλαάμ, την φιλία των μορφωμένων βογιάρων, των λογίων και των πιστών όλων των κοινωνικών τάξεων, είχε την κατά κόσμον καταξίωση.

Ο άγιος Μάξιμος όμως στην συνέχεια κατέστη «σημείον αντιλεγόμενον», όπως γίνεται συνήθως με πολλούς πνευματικούς ανθρώπους.

Πολλές φορές η πορεία προς τον ουράνιο Πατέρα γίνεται πολύ σκληρή. Μήπως όμως και για τον ίδιο τον «άνθρωπον Χριστόν Ιησούν» η πορεία προς τον Πατέρα Του δεν ήταν οδυνηρή;

Δεν δειλίασε κατά το ανθρώπινο προς στιγμή; Και το ποτήριο των παθημάτων, της αδικίας, της συκοφαντίας, της σταυρώσεως δεν ήθελε να το πιεί; Τελικά όμως το ήπιε, και αυτό συνετέλεσε στην δόξα Του. Το ίδιο επαναλήφθηκε και στον άγιο Μάξιμο τον Γραικό, που υπήρξε τέλειος μιμητής του Χριστού.

Τελικά για διαφόρους ιδιοτελείς σκοπούς της εκκλησιαστικής και πολιτικής ηγεσίας ο Μάξιμος καταδικάζεται αδίκως από δύο Συνόδους το 1525 και το 1531. Η καταδίκη είχε προαποφασισθεί από τον μεγάλο ηγεμόνα μετά από εισήγηση του μητροπολίτη Δανιήλ. Όλες οι κατηγορίες ήταν προφανώς αναπόδεικτες. Σε όλους τους βίους του αγίου Μαξίμου τονίζεται ότι οι κατηγορίες εναντίον του ήταν συκοφαντικές.

Ο Μάξιμος γιὰ εἴκοσι ἕξι χρόνια ἀπὸ τὸ 1525 ἕως τὸ 1551 ὑπέμεινε τὰ πάνδεινα στὶς φυλακὲς τῶν Μονῶν Ὁσίου Ἰωσὴφ στὸ Βολοκολὰμσκ καὶ Ὄτροτς τῆς Τβέρ, ἀποκλεισμένος ἀπὸ τὴν Θεία Κοινωνία γιὰ δεκαοχτὼ χρόνια. Ὁ μητροπολίτης Μόσχας Μακάριος ἀπαντώντας σὲ ἐπιστολὴ τοῦ ἁγίου Μαξίμου, μὲ τὴν ὁποία παρακαλοῦσε νὰ τοῦ ἐπιτραπεῖ ἡ Θεία Μετάληψη, ἔγραφε: «Ἀσπαζόμαστε τὰ δεσμά σου ὡς ἑνὸς τῶν ἁγίων, ἀλλὰ ἀδυνατοῦμε νὰ βοηθήσουμε»

Βέβαια και στο συνεχές αίτημά του για να επιστρέψει στην Μονή της μετανοίας του δεν έβρισκε ανταπόκριση. Ο Ρῶσος ιστορικός Νικόλαος Κοστομάροφ γράφει σχετικά: «Η Μόσχα φοβόταν να τον αφήσει να φύγει, διότι έμαθε στην Ρωσία όλα τα καλά και όλα τὰ κακά της, και διότι είχε υπερβολική επιμονή στὴν στηλίτευση των κακών.

Στην Μόσχα δεν άρεσε να λένε άσχημα πράγματα στο εξωτερικό για τον ρωσικό τρόπο ζωής και την εκεί τάξη των πραγμάτων, και μετά από αυτό κάτι τέτοιο ήταν επόμενο να γίνει από τον Μάξιμο μετά από το πικρό ποτήρι που ήπιε στην χώρα, στο καλό της οποίας αφιέρωσε την ζωή του».

Πολλές φορές η θεία Πρόνοια ενεργεί πίσω από την εμπάθεια των ανθρώπων. Αν ο άγιος Μάξιμος δεν υπέμεινε τέτοιου μεγέθους αδικία, δεν θα ήταν σήμερα ένας μεγάλος άγιος της Εκκλησίας μας.

Μπορεί να γινόταν ένας καθηγητής πανεπιστημίου στην Ιταλία, μπορεί να γινόταν ηγούμενος στην Μονή της μετανοίας του, στο Βατοπαίδι, μπορεί να γινόταν οικουμενικός πατριάρχης αν τα πράγματα εξελίσσονταν διαφορετικά από ότι έγιναν, όμως δεν θα γινόταν άγιος.

Ο Μάξιμος εμφανίστηκε σαν ένα αστέρι που δεν έσβησε, αλλά που επιμένει να φωτίζει τον πνευματικό ουρανό της Ρωσίας. Στην γη της Ρωσίας υπέμεινε το μακρόχρονο μαρτύριό του, αλλά και ο λαός της Ρωσίας τον τίμησε και τον τιμά ως έναν μεγάλο άγιό της.

Το έργο του είχε μεγάλη επίδραση στην Ρωσία για αιώνες πάνω στην θεολογία και στην ορθόδοξη πνευματική ζωή. Όπως ομολογεί ο σύγχρονος Ρώσος καθηγητής της φιλοσοφίας, Μιχαήλ Γκρομόφ, «ως άξιος συνεχιστής του υψηλού ελληνικού πολιτισμού, ο άγιος Μάξιμος δικαιωματικά έγινε σοφός φιλόσοφος και διάσημος συγγραφέας της ρωσικής γης, που πρόσφερε τα μέγιστα στην εξέλιξη του πολιτισμού μας».

Στις ημέρες μας στην Ρωσία έχουν γραφεί τα τελευταία σαράντα χρόνια πάνω από εκατό επιστημονικές μελέτες στον χώρο της θεολογίας, της φιλολογίας, της φιλοσοφίας, της ιστορίας, της δημοσιολογίας, της κοινωνιολογίας, που αφορούν το πρόσωπο και το έργο του αγίου Μαξίμου του Γραικού. Δυστυχώς ο Έλληνας αυτός Αγιορείτης άγιος παραμένει σχεδόν άγνωστος και στο ακαδημαϊκό και στο ευρύ κοινό της χώρας μας.

Ελπίζουμε ότι τώρα με την έκδοση των Απάντων του στα ελληνικά από την Μονή μας θα δοθεί έναυσμα για συγγραφή εργασιών και περαιτέρω έρευνα από τους Έλληνες επιστήμονες.

Η ζωή και το έργο του αποτελούν ένα διαχρονικό πρότυπο ζωής. Αφού διαλέχθηκε με όλα τα κοινωνικά, θεολογικά, πολιτισμικά ρεύματα της εποχής του, τα οποία και διύλισε μέσω της εμπειρίας του Αγίου Πνεύματος προσφέρει και σήμερα τον αυθεντικό, εμπειρικό, διακριτικό, πατερικό λόγο, που τόσο ανάγκη τον έχει ο σύγχρονος «κεκοπιακώς και πεφορτισμένος» από την αμαρτία άνθρωπος.

Ακολουθώντας την Πατερική παράδοση απαντούσε στα προβλήματα και τις ανάγκες των πιστών της εποχής του. Η διδασκαλία του ήταν σύμφωνη με τις ποιμαντικές ανάγκες που αντιμετώπιζε, αυτό δηλαδή που ονομάζουν ορισμένοι σήμερα συναφειακή θεολογία. Η διδασκαλία του είναι τόσο επίκαιρη.

Ο σύγχρονος άνθρωπος με την αφθονία των υλικών αγαθών, τα τεχνολογικά του επιτεύγματα, την κοινωνική ευημερία, που χαρακτηρίζει την εποχή μας θα μπορούσε να ζει άνετα και ευτυχισμένα. Δεν είναι όμως έτσι η κατάσταση. Η εποχή μας είναι δύσκολη.

Διότι κυριαρχεί ο ευδαιμονισμός, ο πνευματικός αποπροσανατολισμός, ο καθαρά υλιστικός τρόπος ζωής, η πληθώρα και σύγχυση των θεωριών, η κρίση των αξιών και θεσμών, η πολιτισμική κρίση, η παγκοσμιοποίηση στον τρόπο ζωής και σκέψεως.

Η χώρα μας διέρχεται τώρα μία οικονομική κρίση. Η βασική όμως κρίση είναι πνευματική. Όσο και αν αλλάζουν κοινωνικά, οικονομικά και πολιτισμικά οι καιροί, ο άνθρωπος παραμένει ουσιαστικά ο ίδιος με αμαυρωμένο το κατ’ εικόνα.

Ο άγιος Μάξιμος μας παρουσιάζει σήμερα τον εν Χριστώ ανακαινισμένο άνθρωπο, το αληθινό πρόσωπο, το κατ’ εικόνα Χριστού. Προβάλλει τον ολοκληρωμένο άνθρωπο που δεν φοβάται για τίποτε επί της γης, που δεν έχει αγωνία, άγχος και ανησυχία για τίποτε εφήμερο, γιατί έχει μόνιμα τον φόβο και την μνήμη του Θεού στην καρδιά του, έχει ακλόνητη εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού Πατέρα.

Ο άγιος Μάξιμος ήταν ο Έλληνας Ορθόδοξος μοναχός, ο ακέραιος, ο αληθινός, που στο πρόσωπό του μαρτυρείται ότι η Ελλάδα βρίσκει τον εαυτό της όταν συναντάται και ενώνεται με την Ορθοδοξία.

Δεν λύγισε από τους πειρασμούς και τις θλίψεις ο γίγαντας αυτός της υπομονής. Κράτησε ανόθευτη την πίστη και την εν Χριστώ μαρτυρία του. Αποτελεί μέγα καύχημα για τον ορθόδοξο μοναχισμό να συμπεριλαμβάνει στις τάξεις του τέτοιου μεγέθους προσωπικότητες, όπως τον άγιο Μάξιμο τον Γραικό.

Ο Μάξιμος προβάλλει σήμερα τον ορθόδοξο και ειδικά τον αγιορείτικο μοναχισμό ως αυθεντικό και τέλειο τρόπο ζωής και υπάρξεως. Είχε εσωτερική πνευματική κατάσταση, ζούσε με μία συνεχή εγρήγορση και νήψη, με την μελέτη της Κρίσεως, του θανάτου, της κολάσεως, του παραδείσου.

Ο νους του ήταν βουτηγμένος συνεχώς σε θείες θεωρίες. Αυτήν την εμπειρική πνευματική του κατάσταση μπορούμε να μιμηθούμε και εμείς σήμερα κατά δύναμη, και να την θέσουμε ως αντιστάθισμα στις κάθε είδους προκλήσεις του πονηρού και γενικώς της αποστασίας που επικρατεί στην οικουμένη.

Αν ζούσε ο άγιος Μάξιμος σήμερα στην μετανεωτερική εποχή μας, στην εποχή του παραλογισμού, της ευρύτατης αποδοχής της αμαρτίας, του κατακερματισμού του ανθρωπίνου προσώπου, της αποδόμησης κάθε αξίας και θεσμού, θα χρησιμοποιούσε βέβαια διαφορετικό τρόπο εκφράσεως λόγου, όμως το πνεύμα του θα ήταν το ίδιο. Δηλαδή θα στηλίτευε την αμαρτία, θα αγαπούσε και θα συμπονούσε όμως τον αμαρτωλό.

Θα επέμενε στην τήρηση των εντολών του Θεού ως την μοναδική οδό θεογνωσίας και αυτογνωσίας. Θα αγωνιζόταν κατά της εκκοσμικεύσεως της Εκκλησίας, της θρησκειοποιήσεως της Ορθοδοξίας, της τηρήσεως των εξωτερικών τύπων αλλά και της νοησιαρχίας και θα πρότασσε την εν Αγίω Πνεύματι εμπειρία, την εμπειρική γνώση του Θεού, την ένωση με τον εν Τριάδι Θεό.

Αυτήν την θεία ένωση ευχόμεθα με τις πρεσβείες του αγίου Μαξίμου του Γραικού να βιώσουμε όλοι μας από αυτήν εδώ την ζωή, και στην μέλλουσα στην πληρέστερη και αέναη μορφή της.

romfea

«Αντιδυτικοί» Πατέρες, ευεργέται της Ευρώπης

Ἡ ἑτοιμαζομένη "Μεγάλη Σύνοδος", οἱ τρεῖς Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἔσωσαν τήν πιστότητα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως, ἡ Οὐνιτίζουσα Δύσις καί ἡ μή ἀδρανοποίησις τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως



Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ

ΣΤΗ ΔΙΑΚΡΙΒΩΣΗ τῶν πνευματικῶν σχέσεων Ἀνατολῆς–Δύσεως ὁ χῶρος τῆς θεολογίας, στόν ὁποῖον ἡ ἔνταση φθάνει συχνά σέ ὁριακά σημεῖα, ἐπιτρέπει ἀσφαλέστερες καί ὁπωσδήποτε σαφέστερες διαπιστώσεις. Ἰδιαίτερα πρόσφορες παρουσιάζονται, μάλιστα, οἱ περιπτώσεις προσώπων, πού ἔχουν χαρακτηρισθεῖ ὡς ἀντιδυτικοί και ἀντιμετωπίζονται, ἀκόμη καί σήμερα, με ὑπερκριτικό πνεῦμα, ἐνίοτε δέ καί μέ σφοδρότητα ἀπό τή δυτική ἤ δυτικίζουσα ἱστοριογραφία. Τέτοια πρόσωπα εἶναι κατ᾽ ἐξοχήν ὁ Μέγας Φώτιος († 891), ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς († 1357) καί ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός († 1444), γιά νά μείνουμε στήν περίοδο τῆς ἀποστασιοποιήσεως Ἀνατολικῆς καί Δυτικῆς Χριστιανοσύνης, δηλαδή στούς αἰῶνες μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ φραγκογερμανικοῦ στοιχείου στή Δύση[1]....

1. Ὁ ἀντιδυτικισμός τῶν Ἀνατολικῶν δέν ἦταν ἀθεμελίωτος, οὔτε ὀφειλόταν σέ ἁπλή μισαλλοδοξία. Στηριζόταν σέ πολύ καλή γνώση τῆς Δύσεως καί τῶν ἀμεταβλήτων διαθέσεών της ἀπέναντι στήν Ἀνατολή

2. Ἡ ἐκφράγκευση, ἄλλωστε τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης συνδέθηκε μέ ἀποστροφή πρός τήν Ὀρθοδοξία καί ἔντονο ἀνθελληνισμό, ἀφοῦ ὁ Ἑλληνισμός (graecitas) ἦταν ὁ κύριος ἐκφραστής της. Εἶναι δέ γνωστά πλέον τά μέτρα, πού ἔλαβε ὁ Καρλομάγνος, ὁ μεγαλύτερος ὑβριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλληνικότητος, γιά τή δυσφήμιση στή Δύση τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς, ὅταν ἀπέτυχε ἡ προσπάθειά του, γιά ἑνοποίηση τῆς Εὐρώπης ὑπό τό σκῆπτρο του. Ὁ ἀντιδυτικισμός τῆς Ἀνατολῆς συνιστοῦσε περισσότερο αὐτοάμυνα καί αὐτοπροστασία. Εἶχε, πρῶτα, ἐρείσματα πνευματικά. Την ἐπίγνωση τῆς πνευματικῆς ἀλλοτριώσεως τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως τῆς Δύσεως καί τή μεταβολή τῆς Θεολογίας σέ μεταφυσική θεολόγηση (σχολαστικισμός), τοῦ δέ Χριστιανισμοῦ σέ θρησκευτική ἰδεολογία. Αὐτό ὅμως για τούς ἀκολουθοῦντες τήν πατερική παράδοση τῆς Ἀνατολῆς σήμαινε τέλεια διαστροφή τοῦ Χριστιανισμοῦ καί μεταβολή του σε ἀντιχριστιανισμό καί “εἰδωλολατρία”, δεδομένου μάλιστα ὅτι ἡ δυτική θεολογία (σχολαστική) δεχόταν τήν ὕπαρξη “ἀρχετύπων” στό Θεό καί ἀναγκαιότητος (ἄς θυμηθοῦμε τή θεωρία τοῦ Ἀνσέλμου περί «ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης»). Ἔτσι ὅμως ἡ Δύση ἔφθασε σέ σημεῖο νά λατρεύει Θεό, πού δέν ὑπάρχει, με τό νά τοῦ ἀποδίδει στοιχεῖα, πού δέν ἔχει. Ἡ δυτική θεολόγηση, στηριζομένη στήν ἀρχαία φιλοσοφία και τόν Αὐγουστῖνο, θά κάμει δεκτή τήν “analogia entis” καί τήν “analogia fidei” στή σχέση Θεοῦ καί κόσμου. Ἡ προβολή τῶν ἰδίων ἀντιλήψεων στό Θεό θεοποιοῦσε τά κατασκευάσματα τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας, «δημιουργῶντας» Θεό ἀνύπαρκτο, διάφορο πρός «τον Θεόν τῶν πατέρων ἡμῶν». Ἡ ἀπόρριψη, ἐξ ἄλλου, τῆς διακρίσεως οὐσίας καί ἐνεργείας στό Θεό συνιστᾶ ἄρνηση τῆς προτεραιότητας τοῦ προσώπου. Σ᾽ αὐτά ἄς προστεθοῦν οἱ διαφοροποιήσεις τῆς Χριστιανικῆς Δύσεως στό συνοδικό σύστημα, τά παπικά δόγματα (ἐκκλησιαστική καταξίωση κάθε ἀπολυταρχίας) καί κυρίως τό Filioque (νόθευση τῆς τριαδολογίας).

Ἡ ἀντιδυτική θεωρία καί στάση τῶν Ἀνατολικῶν εἶχε ὅμως και προϋποθέσεις πολιτικοκοινωνικές. Τήν ὑποταγή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Δύσεως στή φραγκογερμανική φεουδαρχία, μὲ τὴ βαθμιαία ἐκφράγκευση καὶ τοῦ πατριαρχείου τῆς Π. Ρώμης (μέχρι τὸ 1046). Τὶς ἐξελίξεις αὐτὲς συνειδητοποίησε πρῶτος ὁ Μ. Φώτιος, διαισθανόμενος τὸ ρόλο τοῦ πολεμίου του πάπα Νικολάου Α´ [3] ὡς πρώτου πραγματικοῦ φραγκοφίλου πάπακουΐσλιγκ (π. Ρωμανίδης) [4] καὶ διέγνωσαν μὲ ἀκρίβεια ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς καὶ ὁ ἅγιος Μᾶρκος Εὐγενικός, μετὰ μάλιστα τὴν ἅλωση τοῦ 1204 καὶ τὴ Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας (1439), ἀντίστοιχα. Ἔτσι, συγκροτήθηκε μὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα ἡ συνείδηση τῶν Ἀνατολικῶν ὅτι ἡ ὀρθόδοξη ταυτότητα, ποὺ ἦταν γιὰ τοὺς Ἀνατολικοὺς καὶ ἐθνική, δὲν ἠπειλεῖτο τόσο ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς, ὅσο ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς “ψευδαδέλφους”, κάτι ποὺ θὰ κωδικοποιηθεῖ τόν 18ον αἰώνα ἀπό τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό[5].

Εἶναι ὅμως σήμερα ἀπόλυτα σαφὲς ὅτι οἱ Ἀνατολικοὶ δὲν διέκριναν μεταξὺ Λατίνων καὶ Ρωμαίων ἤ Γραικῶν, ἀλλά μεταξὺ Τευτονοφράγκων (Λατινοφράγκων) καὶ Ρωμαίων ἀνατολῆς καὶ δύσεως[6].
Γι᾽ αὐτὸ τὴν Καρλομάγνεια προσθήκη στὸ Σύμβολο (809) κατεδίκασαν ὅλοι, ἑλληνόφωνοι καὶ λατινόφωνοι Ρωμαῖοι τῶν πέντε ρωμαϊκῶν (ὀρθοδόξων) Πατριαρχείων (Π. καὶ Ν. Ρώμης, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων)[7].

Οἱ πατερικοὶ θεολόγοι τῆς Ἀνατολῆς ἀγωνίζονταν ὑπὲρ τῆς ἑνότητος Ἀνατολικῶν καὶ Δυτικῶν Ρωμαίων, (Βυζαντινῶν). Εἶναι ἱστορικὰ ἀπόλυτα δικαιωμένη ἡ θέση τοῦ π. Ἰ. Ρωμανίδη, ὅτι «οὐδέποτε ἔγινε σχίσμα μεταξύ τῶν Ρωμαίων Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ἀλλὰ μεταξὺ Φράγκων καὶ Ρωμαίων ἀπό τὸν θ' αἰώνα». Τὸ σχίσμα «μετεφέρθη γεωγραφικῶς μόνον εἰς τὴν πρεσβυτέραν Ρώμην, ὅταν οἱ Φράγκοι ἐξέβαλαν τούς Ρωμαίους ἀπὸ τόν παπικὸν θρόνον καὶ ἐπέβαλον τοὺς Τευτονοφράγκους (Γερμανούς), Λατινοφράγκους (Φραντζέζους) καὶ Ἰταλολογγοβαρδοφράγκους, οἵτινες καὶ τελικῶς ἐπεκράτησαν καί ἐπικρατοῦν μέχρι σήμερον»[8].

2. Στούς τρεῖς αὐτοὺς μεγάλους Πατέρας μας ὀφείλουμε τὴν ὀρθὴ διάγνωση τῆς δυτικοευρωπαϊκῆς ἀλλοτριώσεως. Ὁ Μέγας Φώτιος, ὅπως δείχνει καὶ τὸ ἔργο του “Λόγος περὶ τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μυσταγωγίας” [9], διέκρινε στήν προσθήκη τοῦ Filioque τὴ συντελεσθεῖσα ἤδη ἀλλοτρίωση τῆς Δύσεως στὶς προϋποθέσεις τῆς θεολογήσεως καὶ σύνολη τὴν ἐκκλησιαστικὴ θεολογία καὶ πράξη. Ὁ Φώτιος διαισθάνθηκε ὅτι ἡ προσθήκη ἦταν ἔργο τῶν Φράγκων. Ἄλλωστε, αὐτὸ ἔγινε μὲ τὴν παρέμβαση τοῦ Καρλομάγνου στὴ σύνοδο τοῦ Ἄαχεν τὸ 809. Γι᾽ αὐτό, φειδόμενος τῶν Ρωμαίων “Βυζαντινῶν” τῆς Δύσεως, δὲν ἀναφέρει ὀνομαστικά τούς Φράγκους, κάτι ποὺ θὰ συμβεῖ καὶ στὴ Σύνοδο τοῦ 879, 8η Οἰκουμενικὴ Ἱ. Σύνοδο τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ κατεδίκασε τὸ Filioque καὶ τοὺς ἐπιχειρήσαντες τὴν προσθήκη του στὸ ἱερό Σύμβολο. Ἂν ὅμως ὁ Μ. Φώτιος διέγνωσε πρῶτος τὴν ἀλλοτρίωση τῆς “χριστιανικῆς” Δύσεως, ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς εἶναι ἴσως ἐκεῖνος, ποὺ εἶχε ἐναργέστερη τὴν ἐπίγνωση, ὅτι στὴν περίπτωση τῶν καινοτομιῶν τῆς δυτικῆς ἐκκλησίας δὲν ἔχουμε ἁπλῶς μιὰ νέα “αἵρεση” τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀλλά ριζικὴ ἀλλοτρίωση τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως.

Οἱ αἰῶνες, ποὺ ἀκολούθησαν, συνέθεσαν μία τραγικὴ ἐμπειρία, ποὺ ἐπιβεβαίωσε τὶς ἐπισημάνσεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Ὁ Ντοστογιέφσκυ, λ.χ. ἔχοντας σαφέστατη πλέον ἐντύπωση γιὰ τὴν ἀλλοτριωμένη Δύση, θὰ καταλήξει ἀβίαστα στὸ συμπέρασμα, ὅτι «ὁ ρωμαϊκὸς καθολικισμὸς δὲν εἶναι πιὰ χριστιανισμός: «Ὁ καθολικισμὸς τῆς Ρώμης –παρατηρεῖ– εἶναι χειρότερος καὶ ἀπὸ τὸν ἀθεϊσμὸ (...). Ὁ ἀθεϊσμὸς κηρύττει μονάχα τὸ μηδέν, ὁ καθολικισμὸς ὅμως προχωράει πιὸ πέρα ἀκόμα: κηρύττει ἕνα διαστρεβλωμένο Χριστό, ἕνα Χριστὸ ἀντίθετο τοῦ Χριστοῦ. Κηρύττει τὸν Ἀντίχριστο[10]».

Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, τέλος, ἐματαίωσε τὴν θεσμικὴ ἀναγνώριση καί, συνεπῶς, καταξίωση τῆς δυτικῆς ἀλλοτριώσεως, μὲ τὴν ὡς οἰκουμενικὴ συγκληθεῖσα σύνοδο Φεράρρας-Φλωρεντίας (1438/9). Ἀπέδειξε, ἐξ ἄλλου, ὅτι ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση, ἡ καρδιὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς αὐθεντικῆς χριστιανικότητας, δὲν κλείσθηκε στὸν 14ο αἰώνα, ἀλλὰ συνεχίσθηκε, διασυνδέοντας τὴν Ὀρθοδοξία τῆς ἐποχῆς του μὲ τὴ χριστιανικὴ ἀρχαιότητα. Τὸ “Γένος τῶν Ρωμαίων” (Ὀρθοδόξων) διακράτησε μέσω αὐτοῦ τὴν ὑπαρκτική συνέχεια καὶ συνοχή του καὶ γι᾽ αὐτὸ δὲν θὰ παύσει νὰ ἔχει τὴ συνείδηση τῆς ριζικῆς διαφοροποιήσεως τῆς Δύσεως, μὲ κορυφαίους ἐκφραστὲς της τὸν Ἱεροσολύμων Δοσίθεο (†1707), τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ (†1779) καὶ τοὺς Κολλυβάδες Πατέρες[11]. Ἂν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ διέσωσε τὴν ἀλήθειά της, ὀφείλεται κυρίως στοὺς τρεῖς παραπάνω Πατέρες (Φώτιο, Γρηγόριο καὶ Μᾶρκο). Αὐτοί εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἐπρωτοστάτησαν στὸν ἀγώνα νὰ διαφυλάξουν τὴν προφητική, ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ συνέχεια, διασώζοντας τὴν Ἐκκλησία ὡς “Ἴατρεῖον Πνευματικὸν” καὶ τὴ Θεολογία της ὡς καρπὸ τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας καὶ ἀπλανή ὁδηγὸ πρὸς τὴ θέωση.

3. Ἡ σφοδρή, συχνὰ κριτικὴ τῶν Ἁγίων μας αὐτῶν στὴ Δύση δὲν πρέπει νὰ νοεῖται ὡς ἐμπάθεια ἤ καθολικὴ ἀπόρριψη, ἀλλ᾽ ὡς ἀντίσταση στὴν προσπάθεια ἐπεκτάσεως τῆς ἀλλοτριώσεως, δηλαδὴ τῆς πνευματικοκοινωνικῆς νόσου, καὶ στὴν Ἀνατολή.

Ὁ Μ. Φώτιος ἀπέρριψε τὶς δογματικοκανονικὲς καινοτομίες τῆς Δύσεως, γιὰ νὰ σώσει τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς Κυριακοῦ Σώματος[12]. Καὶ ἡ ἐκκλησιαστική ἑνότητα στηρίζεται ἐπί τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμμένης Παναληθείας. Ἑνότητα, ἑδραζομένη ἐπί τῆς αἱρέσεως, οἱασδήποτε αἱρέσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει. Γι᾽ αὐτὸ ἡ λειτουργική μας πράξη συνδυάζει «τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως» μὲ «τὴν κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἡ μετοχὴ ἐν ἀληθείᾳ στὴν ἁγιοπνευματικὴ χάρη εἶναι ἡ βάση τῆς ἑνότητος στὴν πίστη, πιστότητα δηλαδὴ στὴν «ἅπαξ τοῖς ἁγίοις παραδοθεῖσαν πίστιν»(Ἰούδα 3).

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ἀπέκρουσε τὸν κίνδυνο τοῦ σχολαστικισμοῦ καὶ τῆς ἐκφιλοσοφήσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς θεολογίας, γιὰ νὰ σώσει τὴν αὐθεντικότητα τῆς ἐκκλησιαστικότητος καὶ τὴ δυνατότητα σωτηρίας, τὴν ὁποία ὁ δυτικὸς πλέον Βαρλαὰμ μετέθετε ἀπό τὴν χάρη στὴν ἀνθρώπινη γνώση (φιλοσοφία)[13]. Καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν πρόκειται γιὰ ἀπόρριψη συλλήβδην τῆς Δύσεως καὶ τῆς δυτικῆς χριστιανοσύνης, ἀλλὰ γιὰ ἀγαπητική προσπάθεια ἀναπροσανατολισμοῦ καὶ ἐπιστροφῆς των στὴν παραδοθεῖσα διὰ τῶν Ἁγίων χριστιανικότητα.

Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ στὴν περίπτωση τοῦ ἁγίου Μάρκου. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τὸν διετήρησε γιὰ μία ἀπό τὶς κρισιμότερες φάσεις στὴ συνάντηση Ἀνατολῆς–Δύσεως. Δὲν ἦταν μισαλλόδοξος, ἀντιδυτικός, οὔτε προκατειλημμένος κατὰ τῆς Ἑνώσεως. Ἔβλεπε ὅμως τὴν ἕνωση ὡς συνάντηση στὴν ἀποστολικὴ παράδοση καὶ ὄχι ὡς ὑποταγὴ στόν παπισμὸ καὶ τὴν ἀλλοτρίωση. Αὐτὸ φαίνεται στὶς συζητήσεις, ποὺ διεξήγαγε στὴ Σύνοδο μὲ τοὺς αὐθεντικότερους ἐνσαρκωτές καὶ ἐκφραστὲς τοῦ δυτικοῦ πνεύματος[14]. Ἡ ἔκκλησή του στὴν παπικὴ πλευρὰ εἶναι ἰδιαίτερα ἀποκαλυπτική: «Μὴ περιίδετε κενοὺς καὶ ἀπράκτους ἡμᾶς ἀπελθόντας»[15]. Ἀποκρούοντας, συνεπῶς, καὶ οἱ τρεῖς Πατέρες τὴν ἀλλοτρίωση τῆς Δύσεως, ἐργάζονταν εὐεργετικὰ ὑπὲρ αὐτῆς, ὑποδεικνύοντας τὴ νόσο της καὶ προτείνοντας θεραπεία. ΟΙ ΤΡΕΙΣ Ἅγιοί μας ὅμως ἔσωσαν τὴν πιστότητα στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ὡς συνέχεια τῆς ἐν Χριστῷ ὑπάρξεως, μὲ τὸ νὰ ἀναδειχθοῦν οἱ ἴδιοι φορεῖς καὶ ὁδοδεῖκτες τῆς πατερικῆς παραδόσεως. Ἡ προσφορά τους στὴν Εὐρώπη εἶναι γι᾽ αὐτὸ ἀνυπολόγιστη. Δὲν ἔσωσαν μόνο τὶς προϋποθέσεις τῆς θεολογήσεως μέσω τῆς θεραπευτικοασκητικῆς ἐμπειρίας, ἀλλὰ καὶ τὰ αὐθεντικὰ κριτήρια κατανοήσεως τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων[16]. Ἔξω ἀπὸ τὴν ασκητικὴ θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὸ σχῆμα: κάθαρση-φωτισμὸς-θέωση, οἱ σύνοδοι τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μάλιστα οἱ οἰκουμενικές, χάνουν τὸ ἀληθινό τους νόημα, ἐκλαμβανόμενες ὡς φιλοσοφικὰ ἤ νομικὰ συμβούλια, γιὰ τὴν ἐπίτευξη ἐνδοϊστορικῶν σκοπιμοτήτων. Ἀποκρούοντας, τὶς δυτικὲς διαφοροποιήσεις, ἀπέρριψαν ταυτόχρονα a priori καὶ ὅλες τὶς μεταγενέστερες εὐρωπαϊκὲς ἐξελίξεις, ποὺ γέννησε ἡ παραχάραξη τῆς ἀποστολικότητος καὶ πατερικότητος στὴ μετακαρλομάγνεια Εὐρώπη. Γι᾽ αὐτό, μὲ κανένα τρόπο δὲν μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν “πατέρες” καὶ “πρόδρομοι” τῆς σημερινῆς Εὐρώπης, τὴν ὁποία εἶναι φυσικὸ νὰ ἀντιμετωπίζουν κριτικὰ ὅσοι βαδίζουν στὰ ἴχνη τῆς παραδόσεως τῶν τριῶν Ἁγίων, ἀπορρίπτοντας κάθε οὐνιτίζουσα καὶ δυτικίζουσα τάση καί, συνεπῶς, συρρίκνωση ἤ καὶ ἀδρανοποίηση τῆς πατερικῆς παραδόσεως. ΕΔΩ ἀκριβῶς ἐντάσσεται καὶ ὁ σχετιζόμενος μὲ τὴν ἑτοιμαζομένη “Μεγάλη Σύνοδο” προβληματισμός. Ἂν τυχὸν μείνει ἔξω ἀπό τὶς προϋποθέσεις τῶν τριῶν αὐτῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ δὲν ἀποδεχθεῖ τὴ στάση τους ἔναντι τῆς Δύσεως, καταφάσκοντας τὴ Δύση, ὡς ἔχει, δὲν θὰ εἶναι παρὰ θλιβερὴ ἐπανάληψη τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Φλωρεντίας. Τὸ θεολογικό μας πρόβλημα στὸν ἑνωτικὸ διάλογο δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν ἐκτίμηση καὶ διακρίβωση τοῦ κατὰ πόσον ἡ Δύση δέχθηκε τὴν ἀγαπητική καὶ εὐεργετικὴ κριτικὴ τῶν Τριῶν αὐτῶν Πατέρων καὶ συμμορφώθηκε μὲ αὐτήν.

Ὑποσημειώσεις:
1. Γιά τά προβλήματα αὐτά βλ. James C. Russel, The Germanization of Early Medieval Christianity (A sociohistorical Approach to Religious Transformation), New York-Oxford 1994 (πλούσια βιβλιογραφία). π. Ἰω. Σ. Ρωμανίδου, Ρωμηοσύνη-Ρωμανία-Ρούμελη, Θεσσαλονίκη και Τοῦ ἰδίου, Ρωμαῖοι ἤ Ρωμηοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας

2. Βλ. π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Τουρκοκρατία. Οἱ Ἕλληνες στήν Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία, Ἀθήνα 19984, σ. 86 ἐ.ἑ.

3. Βλ. τήν ἀλληλογραφία τοῦ Μ. Φωτίου μαζί του (PG 102, 585 ἐ. ἑ.).

4. π. Σ. Ρωμανίδου,Δογματική και Συμβολική Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Α´, Θεσσαλονίκη 1973, σ.35

5. π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Τουρκοκρατία, ὅπ. π., σ.87

6. π. Ἰω. Σ. Ρωμανίδου, Ρωμαῖοι…, σ.66.

7. Στό ἴδιο.

8. Στό ἴδιο, σελ. 67.

9. PG 102, 263-391.

10. Ὁ Ἠλίθιος Δ,VIII–Οἱ δαιμονισμένοι Β, I, VIII.

11. Βλ. π. Γ. Μεταλληνοῦ, Ἡσυχαστές καί Ζηλωτές. Πνευματική ἀκμή καί κοινωνική κρίση στόν Βυζαντινό 14ο αἰώνα, στόν τόμο τοῦ ἰδίου, Ἑλληνισμός μαχόμενος, Ἀθήνα 1995, σ. 13-41 (ἐδῶ: 34 ἐ.ἑ.).

12. Τό πρόβλημα τῆς συνεχείας τῆς παραδόσεως, ὡς δυνατότητος σωτηρίας, θέτουν συνεχῶς οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὅπως λ.χ. ὁ Μ. Φώτιος (ΡG. 102, 389 Α): «Σὺ δὲ οὔπω βούλει συνιδεῖν, εἰς οἵους σὲ κρημνοὺς καὶ βάραθρα ψυχικῆς διαφθορᾶς ἐναπορρίπτει καὶ κατορύττει τό μὴ βούλεσθαί σε Χριστῷ μηδὲ τοῖς αὐτοῦ μαθηταῖς

πείθεσθαι, μηδὲ ταῖς οἰκουμενικαῖς ἕπεσθαι συνόδοις, μηδὲ πρὸς τὰς λογικάς ἑφόδους, καὶ αὐτάς διὰ τῶν ἱερῶν προϊούσας λογίων μηδαμῶς τὸν νοῦν ἐπιστρέφειν, ἀλλὰ κατηγορεῖς μὲν τοῦ κοινοῦ Δεσπότου, καταψεύδῃ δὲ τοῦ γενναίου Παύλου, κατεξανίστασαι δὲ τῶν οἰκουμενικῶν καὶ ἁγίων συνόδων, διασύρεις δὲ Πατέρας καὶ τοὺς σοὺς ἀρχιερεῖς καὶ πατέρας ὡς ἀληθῶς Πατέρων τῆς διανοίας ἐξοστρακίζων ἐς κόρακας ἀποπέμπεις καὶ πρὸς τὰς λογικάς κωφεύεις θεωρίας・ καὶ πάντα σοὶ κατεπόθη τὰ σωτήρια εἰς τὸ τῆς ἐπισφαλοῦς προλήψεως πόθος…». Καὶ ὁ ἅγιος Μᾶρκος: «Πρῶτον μὲν ἐστιν ἀναγκαιοτάτη ἡ εἰρήνη (...) καὶ ἡ ἀγάπη・ δεύτερον δὲ ὅτι παρέβλεψεν ἡ Ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία τὴν ἀγάπην καὶ διελύθη ἡ εἰρήνη・ τρίτον ὅτι ἀνακαλουμένη νῦν ἡ Ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία τὴν τότε καταλειφθεῖσαν ἀγάπην, ἐσπούδασεν ἵνα ἔλθωμεν ἐνταῦθα καὶ ἐξετάσωμεν τὰς μεταξὺ ἡμῶν διαφοράς・ τέταρτον, ὅτι ἀδύνατόν ἐστιν ἀνακαλέσασθαι τὴν εἰρήνην, ἐάν μὴ λυθῇ τὸ τοῦ σχίσματος αἴτιον καὶ πέμπτον, ἵνα καὶ οἱ ὅροι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀναγνωσθῶσιν, ὡς ἄν φανῶμεν καὶ ἡμεῖς σύμφωνοι τοῖς ἐν ἐκείναις πατράσι καὶ ἡ παροῦσα σύνοδος ἐκείναις, ἀκόλουθος≫. (Νικ. Π. Βασιλειάδη, Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς καὶ ἡ Ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, Ἀθῆναι 1972, σ. 85-86).

13. Βλ. π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Ἡσυχαστές καί Ζηλωτές, ὅπ. π.

14. Βλ. V. Laurent, Les Memoires du grand Ecclesiarque de l’ Eglise de Constantinople SYLVESTRE SYROPOULOS sur le concile de Florence (1438-

1439), Paris 1971. Πρβλ. Νικ. Βασιλειάδη, ὅπ. π.

15. Καί συνεχίζει: «Μή ἀτιμάσητε τήν πρεσβείαν (πρβλ. Β´ Κορ. 5, 20), μή τάς εὐχάς ἀκάρπους ἀπελέγξητε, μή τό θέλημα τῶν ἐχθρῶν ἐκπληρώσητε (…). Μή τόν Θεόν καί το Πνεῦμα τό Ἅγιον λυπηθῆναι παρασκευάσητε. Μετέωρός ἐστι πᾶσα ψυχή καί ἀκοή πᾶσα τήν ὑμῶν ἀναμένουσα γνώμην, ἥν ἐθελήσητε νεῦσαι πρός τήν ἀγάπην καί τά σκάνδαλα ἐκ μέσου περιελθεῖν».

16. Βλ. π. Ἰω. Σ. Ρωμανίδου, Church Synods and Civilisation, Θεολογία, τ. 63, 1992, σ. 423-450. Καί Ἑλληνικά: Θεολογία, τ. 66 (1995) σ.646-680

thriskeftika.

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Γέρων Σωφρόνιος. Ο οικουμενικός αγιορείτης του Έσσεξ

Μία συνέντευξη για τον Γέροντα Σωφρόνιο (Σαχάρωφ), που δόθηκε στο site Bogoslov.ru και συγκεκριμένα στον ιερομόναχο Αδριανό από τον ιερομόναχο Νικόλαο Σαχάρωφ, ανεψιό του Αρχιμανδρίτη Σωφρονίου, για τις εμπειρίες ζωής που είχε από τον Γέροντα.

Ιερομόναχος Αδριανός (Πάσιν): Ποιες είναι οι προσωπικές αναμνήσεις και εντυπώσεις σας από την επικοινωνία με τον θείο σας. Αρχιμανδρίτη Σωφρόνιο (Σαχάρωφ);

Ιερομόναχος Νικόλαος (Σαχάρωφ): Στις αναμνήσεις μου για τον πατέρα Σωφρόνιο θα μπορούσα να αφιερώσω ένα ολόκληρο βιβλίο, επειδή επικοινωνούσα μ’ αυτόν κάθε μέρα για τέσσερα χρόνια. Κάθε λέξη του ήταν για μένα μία αποκάλυψη, γι’ αυτό και δημιουργήθηκε το μοναστήρι. Οι άνθρωποι άκουγαν τα λόγια του γέροντα Σωφρονίου και αποφάσιζαν, «προς τίνα απελευσομεθα» (Ιωαν. 6, 68).

Θα σας πω εν συντομία για τη γνωριμία μας. Γεννήθηκα στη Ρωσία κατά τη σοβιετική εποχή, όταν η οποιαδήποτε επαφή με τη Δύση ήταν πολύ επικίνδυνη. Ο πατέρας Σωφρόνιος τότε ερχόταν στη Ρωσία ως μέλος μιας ομάδας τουριστών. Αλλά κρυφά από τους επιστάτες κατάφερνε να έχει μία ή δύο φορές επικοινωνία με την οικογένεια του. Και σε μια από αυτές τις αφίξεις του, όταν ήμουν στην ώριμη νεαρή ηλικία, αυτός επισκέφτηκε την οικογένεια μας. Τότε εγώ σπούδαζα στο κολέγιο μουσικής και δεν είχα ιδέα για τη θρησκεία, το χριστιανισμό και τη μοναστική ζωή. Όταν είδα τον πατέρα Σωφρόνιο, τότε, βέβαια, η εμφάνισή του φάνηκε παράξενη για μένα. Για πρώτη φορά στη ζωή μου είδα άνδρα σε ράσο, μοναχό με μεγάλη γενειάδα και μακριά μαλλιά. Αυτό μου φάνηκε περίεργο. Σκέφτηκα, για όλα αυτά: Μιλήσαμε λίγο για τη μουσική. Γνώριζε πολύ καλά το μουσικό πολιτισμό, γνώριζε ποίηση και λογοτεχνία. Μ’ αυτόν πάντα είχε κανείς θέμα συζήτησης. Στη συνέχεια έφυγε. Αργότερα έμαθα ότι όταν επέστρεψε στην Αγγλία, είπε για μένα: <γνώρισα έναν νεαρά, ο οποίος ίσως ταχθεί σε μας αργότερα».

Εκείνο τον καιρό εγώ ακόμη και στον Θεό δεν πίστευα πραγματικά Μετά απ’ αυτή τη συνάντηση η ζωή μου έρεε με εντελώς διαφορικό τρόπο. Υπηρετούσα στο στρατό, κατά την Πρόνοια του Θεού, μαζί με τον σημερινό Αρχιεπίσκοπο Ιλαρίωνα. Ήδη στο Στρατό ωρίμασε η επιθυμία μου να πάω στο μοναχισμό. Μετά από το στρατό πρώτα ήμουν στο μοναστήρι τού Βίλνιους, και στη συνέχεια στο Μοναστήρι των Σπηλαίων του Πσκόφ, όπου έζησα για ένα χρόνο. Μετά από καιρό είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ τον πατέρα Σωφρόνιο. Όταν ήρθα ό αυτόν, δεν μπήκα στο δίλημμα: να παραμείνω εκεί ή να επιστρέψω στη Ρωσία. Αλλά ήμουν εντελώς ελεύθερος δεν είχα απολύτως καμία υποχρέωση, ούτε σε σχέση με την οικογένεια, ούτε προς το κράτος. Τότε ο πατέρας Σωφρόνιος αποφάσισε ότι πρέπει να μείνω στο μοναστήρι του Αναφέρω όλα αυτά τα γεγονότα εν σύντομα, αλλά σε κάθε περίπτωση υπήρχαν θαυμαστά φαινόμενα. Αυτό που μου έκανε εντύπωση στον πατέρα Σωφρόνιο ήταν η Αθωνική του νοοτροπία και η πνευματική ελευθερία, η οποία τόσο μας λείπει, για την όποια γράψει ο Αποστολή Παύλος «Τη ελευθερία ουν, η Χριστός ημάς ηλευθέρωσε, στήκετε» (Γάλ 5, 1). Αλλά η ελευθερία αυτή ενέχει τον κίνδυνο. Και μόνο άνθρωποι με τόσο υψηλή πνευματική συνείδηση όπως οι αγιορείτες μοναχοί μπορούν να ζουν σε τέτοια πνευματική ελευθερία.

Ιερομ. Αδριανός: Ποιά είναι η ουσία τής διδασκαλίας του για τήν πνευματική καθοδήγηση, την οποία εφάρμοσε και στη ζωή του, ή ουσία της διδασκαλίας του για υπακοή;

Ιερομ. Νικόλαος: Μου έκανε εντύπωση αμέσως στον πατέρα Σωφρόνιο η ιδέα του για την υπακοή. Στην πραγματικότητα, τη λέξη «υπακοή» ο πατέρας Σωφρόνιος χρησιμοποιούσε πολύ σπάνια. Ποτέ δεν απαιτούσε υπακοή από τους ανθρώπους. Όλα όσα έκαναν οι άνθρωποι, το έκαναν από αγάπη γι’ αυτά. Νομίζω ότι αυτή ήταν υπακοή, γιατί όταν αγαπάς έναν άνθρωπο, ακολουθείς τη βούλησή του. Δεν πρόκειται μόνο για το μοναχισμό, έτσι είναι και στη ζωή και στην οικογένεια. Φυσικά. τον πατέρα Σωφρόνιο, τέτοιο μεγάλο γέροντα, ήταν πολύ εύκολο να τον αγαπάς. Και να κάνουμε γι’ αυτόν κάτι, να εκτελέσουμε τη βούληση του ήταν πραγματικά χαρά για όλους μας.

Ως εκ τούτου, η λέξη «υπακοή» την ακούσαμε σπάνια. Ο πατέρας Σωφρόνιος πάντοτε πίστευε ότι η υπακοή είναι, πρώτα απ’ όλα, μια πράξη της ελεύθερης βούλησης. Και η υπακοή η οποία επιβάλλεται σε ένα ι άνθρωπο από έξω, ιδίως όταν επιβάλλεται διά της βίας, με απειλές, τέτοια υπακοή δεν θα φέρει πνευματικό καρπό. Δεν θα παραμείνει στην αιωνιότητα. Ο πατέρας Σωφρόνιος γράφει: «Όλα αυτά που επιτυγχάνονται με τη βία, δεν έχουν αιώνια αξία, αλλά μόνο εκείνο που επιτυγχάνεται μέσω της αγάπης και της ελεύθερης συνειδητής υπακοής».

Πίστευε ότι ακριβώς αυτή η υπακοή έχει την πνευματική αξία. Νομίζω ότι αυτό, πρωτ’ απ’ όλα, είναι η μεγάλη ευθύνη για τον πνευματικό, για τον στάρετς, διότι η πνευματική καθοδήγηση δεν είναι απλώς μια διοικητική θέση, ή θέση της εξουσίας. Πρωτίστως ο Γέροντας είναι ένας άνθρωπος που είναι σε θέση να οδηγήσει άλλους εις τό Άγιο Πνεύμα. Και μία τέτοια αγάπη που είχαν οι δόκιμοι στον γέροντα τους, δεν μπορείς να επιβάλεις με κανένα κανόνα. Μπορείς μόνο να την κερδίσεις. Ο ίδιος ο άνθρωπος μπορεί να βρει το κλειδί από την καρδιά του άλλου ανθρώπου μόνο μέσω της αγάπης. Και τότε η υπακοή θα ρέει ως «ύδατος ζώντος», συμφωνά με τον Ιωάννη (Ιωαν. 7, 38). Φυσικά, τώρα μιλάμε για πρότυπα. Αλλά αυτό που είδα στον πατέρα Σωφρόνιο, και αυτό που ήταν στον Άγιο Σιλουανό, ο οποίος ήταν ο στάρετς του πατέρα Σωφρόνιου, είναι το γεγονός ότι από αυτούς ποτέ δεν έβγαινε ο παραμικρός λόγος εξαναγκασμού.

Όλα πραγματοποιούνταν με ελεύθερη βούληση. Ακόμη και αν ένας δόκιμος ήθελε να εκπληρώσει αμέσως την υπακοή, ακόμη και τότε ο πατέρας Σωφρόνιος δεν φορτωνόταν σ’ αυτόν. Αν έβλεπε την ανθρώπινη επιθυμία στην υπακοή σ’ αυτόν., τότε ανοιγόταν σταδιακά. Μάλλον, ο ίδιος υπάκουε σ’ όλους τους άλλους. Ακόμα, μου έκανε εντύπωση στον πατέρα Σωφρόνιο η εξαιρετική του ταπεινοφροσύνη, η αποκλειστική πρόσβαση σ’ αυτόν τον άνθρωπο. Θυμάμαι τις αναμνήσεις του Μητροπολίτη Αντωνίου του Σουρόζ. Όταν η μητέρα του ήταν άρρωστη και ήταν στο νοσοκομείο, ο πατέρας Σωφρόνιος την επισκέφτηκε. Εκείνη τη στιγμή, μόλις είχε επιστρέφει από τη Γαλλία. Αυτή ήταν πολύ συγκινημένη από τη συνάντησή του, το πρώτο που είπε ήταν: «Είναι άνθρωπος υπέροχης ανθρωπιάς».

Είναι πολύ ακριβής ορισμός του πατέρα Σωφρονίου, τα χαρακτηριστικά του ήταν ακριβώς η προσβασιμότητα, η ειλικρίνεια και η έλλειψη οποιασδήποτε απόστασης επικοινωνίας. Παρά το γεγονός ότι είμαι συγγενής που, ποτέ δεν είχαμε «συγγενικές» συνομιλίες, ποτέ δεν βλέπαμε ο ένας τον άλλον ως συγγενείς κατά σάρκα. Πρώτα απ’ όλα με ενδιέφερε ο πνευματικός πλούτος του, και η εικόνα του ως γέροντα. Πάντα είχαμε σχέσεις γέροντας – δόκιμος. Από την πλευρά του, ποτέ δεν με έβλεπε ως ένα μέλος της οικογένειας κατά σάρκα, αλλά ως μέλος της πνευματικής οικογένειας, του μοναστηρίου, έναν από τους ανθρώπους τους οποίους του εμπιστεύτηκε ο Θεός, για τους οποίους ένιωθε την ψυχή του σε προσευχή για τον καθένα από εμάς. Ξέρετε, αυτή η ενέργεια της αγάπης, έδώ στο μοναστήρι την αισθανόταν πάντα ο καθένας μας: οι μοναχοί, οι ενορίτες, μόλις έφταναν στο μοναστήρι. Ειδικά οι μοναχοί. Δεν υπήρχαν τέτοιες περιπτώσεις να σε στέλνουν κάπου για διακόνημα, εσύ να το κάνεις μηχανικά και αυτό να θεωρείται διακονία στο Θεό. Όχι, ο πατέρας Σωφρόνιος, στέλνοντας κάποιον σε οποιαδήποτε εργασία ή διακόνημα, πάντα σκεφτόταν γι’ αυτόν τον άνθρωπο, για το πνευματικό του όφελος πρώτα απ’ όλα, και όχι, ας πούμε, για πρακτικές ανάγκες της μονής.

Ως εκ τούτου, μπορούσε να αλλάξει συχνά τα διακονήματα ενός ανθρώπου. Θυμάμαι, ήρθε μία αδελφή η οποία κατά βούλησή της αρχικά ασχολούνταν με τον κήπο, επειδή ο πατέρας Σωφρόνιος πάντα σεβόταν την επιθυμία τού ανθρώπου, τη βούλησή του. Στη συνέχεια είδε ότι έχει ικανότητες για θεολογία. Όλο εκείνο τον καιρό με τις σκέψεις του ήταν μαζί της στον κήπο, καθώς και μέ όλους μας, ενδιαφερόταν για το πώς πέρασε η ημέρα, τί κάναμε. (Και στη συνέχεια έδινε την ευλογία σ’ αυτήν να ασχολείται με τη θεολογία). Όταν έφθασα για πρώτη φορά στην Αγγλία, δεν γνώριζα Αγγλικά, και ο πατέρας Σωφρόνιος φρόντισε για την εκπαίδευσή μου. Όταν με έστειλε στο σχολείο στην κοντινή πόλη Κάλτσεστερ, ενδιαφερόταν για τα πάντα: πώς να πάω με το λεωφορείο, τί είδους αίθουσες είναι εκεί, τί καθηγητές, πώς περνώ εκεί το χρόνο μου … Και νοιαζόταν έτσι για τον καθένα, για να έχει ο άνθρωπος την ευκαιρία στη ζωή του να πραγματοποιήσει τον εαυτό του ως προσωπικότητα και να μην είναι περιορισμένος σε τίποτα. Επειδή ο άνθρωπος αγαπούσε και ανησυχούσε, και πάντα ήταν μαζί μας με τις σκέψεις του.

Ιερομ. Αδριανός: Υπάρχουν ιδιαιτερότητας στη διδασκαλία του για προσευχή και στην προσευχητική του πρακτική, στην πρακτική της θεωρίας του ακτίστου φωτός; Πώς έλεγε για την προσευχητική εμπειρία του καώ κατά πόσον αυτή τήν εμπειρία, μπορεί κανείς να αντλεί όχι από την προσωπική επικοινωνία, αλλά από τα βιβλία του;

Ιερομ. Νικόλαος: Νομίζω ότι κανένας γέροντας, ούτε πνευματικά σοφός άνθρωπος δεν θα πει την προσευχητική του εμπειρία στην αργόσχολη ομιλία, πίνοντας τσάι. Ο πατέρας Σωφρόνιος περιγράφει αυτή την εμπειρία στα βιβλία, ειδικά στο βιβλίο «Βλέποντας τον Θεό όπως είναι», με τη θέληση του Θεού, κατά την προτροπή του Θεού. Είναι η βαθιά εξομολόγησή του, την όποια τόλμησε να εκφράσει στο χαρτί λίγα χρόνια πριν το θάνατό του, για την οποία έλαβε πολλές επικρίσεις και παρανοήσεις εκ μέρους κάποιων πιστών. Αλλά τα αναμφίβολα οφέλη που έχουν τα κείμενά του για τη προσευχή, μιλάνε από μόνα τους, όπως είπε ο Κύριος: «Από των καρπών αυτών επιγνώσεσθε αυτούς» (Ματθ. 7, 16). Ο πατέρας Σωφρόνιος περιγράφει όχι μόνο την εμπειρία του, αλλά σε γενικές γραμμές την ατμόσφαιρα της προσευχής, κυρίως της προσευχής του Αγίου Όρους. Είναι η εμπειρία των γερόντων του Αγίου Όρους, των μοναχών αγιορειτών. Όπως ο πατέρας Σωφρόνιος ήταν απολύτως ειλικρινής στα πάντα, έτσι ήταν ειλικρινής και στην προσευχή στο Θεό. Έλεγε και εμπιστευόταν στον Θεό τα πάντα. Όλη η ζωή του, δεν ήταν μόνο ο κανόνας της προσευχής, έγινε προσευχή, η κάθε κίνησή του ήταν γεμάτη από την προσευχή. Χωρίς την προσευχή δεν έκανε και, να πω περισσότερο, δεν έλεγε τούτα.

Ο Άγιος Σιλουανός ρώτησε μία φορά τον γέροντα Στρατόνικο: «Πώς μιλούν οι τέλειοι; Αυτός εξεπλάγη από αυτή την ερώτηση, και ο γέροντας Σιλουανός απάντησε ο ίδιος: «Οι άγιοι, οι τέλειοι, δεν μιλούν από τον εαυτό τους. Φυσικά, όταν άκουσε αυτή τη διαθήκη από τον Άγιο Σιλουανό, ο πατέρας Σωφρόνιος έγινε πολύ φειδωλός σε διάφορες λέξεις, αλλά πολύ πλούσιος στον λόγο του Θεού. Και μας δίδαξε, επίσης, πάνω από όλα, την ειλικρινή προσευχή, για να είναι η προσευχή, ιδιαίτερα η λειτουργική προσευχή, όχι απλώς ένα «ανάγνωσμα» κειμένων, με αφηρημένο μάτι (με ένα μακρινό μάτι). Ήθελε να μας μάθει να ζούμε κάθε λέξη της Λειτουργίας, επειδή η προσευχή για μας είναι πρωτίστως μία λειτουργική προσευχή. Αυτό είναι το θεμέλιο της ζωής στο μοναστήρι μας. Όλα είναι γύρω από τη Λειτουργία, από την κοινωνία των Αχράντων Μυστηρίων. Οι άνθρωποι συχνά λένε: «Τί γίνεται, όμως, με τον κανόνα της προσευχής; Πρέπει να τον διαβάζουμε». Όταν ο πατέρας Σωφρόνιος ήταν ακόμη στο Άγιον Όρος, ρώτησε μία φορά τον γέροντα Σιλουανό· είναι δυνατόν να αντικαταστήσει το ανάγνωσμα του προσευχητικού κανόνα με την προσευχή του Ιησού; Ο πατέρας Σιλουανός απάντησε θετικά. Αυτό το επεισόδιο περιγράφεται στο βιβλίο «Το Μυστήριο της χριστιανικής ζωής». Ο Ηγούμενος, βλέποντας το δώρο της προσευχής στον πατέρα Σωφρόνιο, φοβόταν να μιλήσει ανοιχτά γι’ αυτό. Για το καλό των άλλων μοναχών, δεν συμφωνούσε με τέτοια αντικατάσταση του κανόνα με την προσευχή του Ιησού. Αλλά αυτό δεν ισχύει για τέτοιους ανθρώπους, όπως ο στάρετς Σιλουανός και ο πατέρας Σωφρόνιος -για ανθρώπους που έχουν φθάσει σε ένα ορισμένο ύψος του προσευχητικού αγώνα.

Ο νους τους μπορούσε ελεύθερα να μένει στον Θεό, χωρίς να επιβαρύνεται με άλλες σκέψεις. Για τον Άγιο Σιλουανό η εκτέλεση της εντολή ς «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διάνοια σου» (Ματθ. 22, 37) σήμαινε ότι εάν ένας άνθρωπος, ακόμη και για μία στιγμή επιτρέπει κάποια σκέψη έκτος από τη σκέψη για τον Θεό στο νου του ή στην καρδιά, αυτό σημαίνει ότι η εντολή δεν εκπληρώθηκε. Φυσικά, για τέτοια τελειότητα, δεν μπορούμε να μιλάμε. Όμως, αυτά ήταν τα ιδανικά, τα ύψη, όπου έμεινε ο πατέρας Σωφρόνιος στο Άγιον Όρος, και τα οποία με μεγάλη δυσκολία και δάκρυα προσπαθούσε να μεταδώσει στους ανθρώπους έκτος του μοναστικού κύκλου.

Ο πατέρας Σωφρόνιος έγραφε κάποτε σε μία ενορίτισσα, η οποία τον ρωτούσε: «Πρέπει να διαβάσω την προσευχή, αλλά έχω μία εντελώς διαφορετική διάθεση σε σχέση με το Θεό. Έχω κάποιες ερωτήσεις, θα ήθελα να τον ρωτήσω γιατί είναι έτσι η ζωή μου. Κύριε, δώσε μου την κατανόηση. Δεν θέλω να διαβάσω «Κύριε, σ’ ευχαριστώ», γιατί αυτή τη στιγμή έχω ακόμη ορισμένες διαφωνίες με το Θεό». Ο πατέρας Σωφρόνιος της έγραψε: «Μην φοβάστε να ρωτάτε τον Θεό, φοβάστε να είστε ανειλικρινής με τον Θεό». Αυτή η ειλικρίνεια στην προσευχή, την οποία όλους μας δίδασκε ο πατέρας Σωφρόνιος, μας έδωσε να καταλάβουμε ότι ο Θεός δεν είναι κάτι εκεί έξω, ο οποίος μας επιβάλλει την εκτέλεση κάποιων κανόνων. Όχι, ο Θεός είναι ένα ζωντανό Όν, ο ουράνιος Πατέρας μας, με τον οποίο έχουμε ένα διάλογο, όχι ένα λεκτικό διάλογο, αλλά το διάλογο της ζωής. Μας απαντάει όχι μόνο στα λόγια της Γραφής, αλλά και στη ζωή μας. Όπως όλη η ιστορία του Ισραήλ της Παλαιάς Διαθήκες ήταν ένας διάλογος με τον Θεό, έτσι και η ζωή του καθενός από εμάς είναι ένας διάλογος με τον Θεό. Αυτόν τον προστατικό διάλογο με τον Θεό και προσπαθούσε να αναπτύξει σε μας ο πατέρας Σωφρόνιος.

Ιερομ. Αδριανός: Κατά τη γνώμη σας, είναι δυνατή τέτοια προσευχητική επικοινωνία με τον Θεό για λαϊκούς που ζουν σε φασαρία και μέριμνες;

Ιερομ. Νικόλαος: Στη διαίρεση ανθρώπων σε λαϊκούς και μοναχούς υπάρχει μεγάλος κίνδυνος, διότι όλοι είμαστε άνθρωποι, τον καθένα από μας αγαπά ο Θεός, για τον καθένα από εμάς σταυρώθηκε. Αυτός ο διαχωρισμός ανασκευάστηκε ήδη από την αρχαιότητα, όταν ο Κύριος έστειλε τον Άγιο Αντώνιο τον Μέγα στην Αλεξάνδρεια για να μάθει από τον τσαγκάρη. Νομίζω ότι αυτή η εικόνα τού τσαγκάρη για εμάς είναι μία ένδειξη ότι ένας τέτοιος διαχωρισμός μεταξύ του λαϊκού και μοναχού, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Πρωτ’ απ’ όλοι υπάρχει ένας άνθρωπος που έχει μία ζωντανή κοινωνία με τον Θεό, διαθέσιμη σε όλους. Ο πατέρας Σωφρόνιος έγραψε κάποτε ότι δεν υπάρχει τέτοια θέση στη γη, τέτοιες συνθήκες, τέτοιες περιπτώσεις, όπου είναι αδύνατο να τελέσεις τις εντολές του Χριστού. Νομίζω ότι δεν υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις και τέτοιοι χώροι, όπου δεν θα είχε δυνατότητα κανείς να προσευχηθεί. Η προσευχή δεν είναι να πάρεις βιβλίο και να μουρμουρίσεις κάτι. Η προσευχή είναι ένας ζωντανός διάλογος με τον Θεό μέσα στην καρδιά η οποία εκφράζεται με λόγια όταν υπάρχει δυνατότητα, αλλά και στην απουσία τέτοιας δυνατότητας, είναι μνήμη για τον Θεό, να παριστάνεις εσωτερικά τον Θεό Δημιουργό, ο οποίος είναι μαζί μας πάντα, «ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών».

Και αυτή είναι προσευχή η οποία είναι προσιτή σε όλους. Ο πατέρας Σωφρόνιος είχε κάποτε έναν διάλογο και ακόμη και συζήτηση με τον Θεό. Μία φορά προσευχήθηκε στο Άγιο Όρος, και έλεγε: «Κύριε! Πώς μπορώ να εκπληρώσω τις εντολές Σου; Αφού είμαι άνθρωπος. Πώς θα με κρίνεις: Είσαι Θεός, Παντοκράτωρ, Παντοδύναμος, Παντογνώστης. Έχεις την πληρότητα της ύπαρξης, είσαι πηγή ζωής, πηγή δημιουργίας. Και ποιος είμαι εγώ; Είμαι μικρό ανθρωπάκι. Αν δεν τρώω θα πεθάνω, αν με χτυπήσουν θα πεθάνω, αν αρρωστήσω θα πεθάνω. Πάντα με ακολουθεί ο φόβος του θανάτου.

Η αδυναμία μου δεν μ’ αφήνει να Σε πλησιάσω. Πως θά με κρίνεις; Τότε, ακούσε την απάντηση του Θεού στην καρδιά του: «ουδέ γαρ ο πατήρ κρίνει ουδένα, αλλά την κρίσιν πάσαν δέδωκε τω υιώ (Ιωαν. 5, 22), διότι Αυτός είναι ο Υιός του ανθρώπου». Τότε ο πατήρ Σωφρόνιος κατάλαβε ότι είχε χάσει τη διαφορά με τον Θεό. Θα τον κρίνει όχι ο «μακρινός και Παντοδύναμος» Θεός Πατήρ, αλλά ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο Θεάνθρωπος, ο οποίος είναι και ό Θεός και ο Άνθρωπος, που αισθάνθηκε όλες τις συνθήκες τής ζωής μας στον εαυτό του. Οι άνθρωποι μιλούν για τη ματαιότητα, αλλά τη ματαιότητα στην οποία έζησε ο Κύριος, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς, θυμάστε, πώς γράφει ό Ευαγγελιστής ότι δεν είχε χρόνο ακόμα και να φάει το ψωμί, δεν είχε χρόνο να προσευχηθεί. Ο Κύριος πήγαινε να προσευχηθεί τη νύχτα σε βουνό, σε έρημους τόπους. Αν εμείς και όπως είπατε «λαϊκοί», λέμε: «Δεν έχουμε χρόνο για προσευχή», ο Κύριος θα μάς κοιτάζει και θα πει:«Δεν υπάρχει χρόνος; Και Εγώ δεν είχα χρόνο». Πολύ συχνά οι άνθρωποι απέχουν από τήν προσευχή από την κοινωνία με τον Θεό. όχι επειδή δεν έχουν χρόνο, αλλά επειδή δεν υπάρχει επιθυμία, επειδή υπάρχει μία πνευματική νωθρότητα -το λέω από προσωπική μου εμπειρία. Γι’ αυτό μπορούμε να προσευχηθούμε παντού και πάντοτε. Η προσευχή είναι πάντα μία εσωτερική παρουσία στον Θεό, και όχι απλό διάβασμα των κανόνων. Αυτό δεν είναι αρκετό.

Ιερομ. Αδριανός: Πώς ο Άθως δέχτηκε τα έργα του πατέρα Σωφρόνιου για την προσευχή;

Ιερομ. Νικόλαος: Σε όλα τα μοναστήρια του Αγίου Όρους, όπου ήμουν, και μάλιστα πήγα στο Άγιο Όρος όχι ως μοναχός του Μοναστηριού του Essex, αλλά ως απλός προσκυνητής, μου έκανε εντύπωση ότι οι μοναχοί πνευματικά τρέφονται από τα έργα του πατέρα Σωφρόνιου για την προσευχή. Έτσι, στο Βάτοπαίδι τα διάβαζαν την ώρα της τράπεζας. Πριν από δυο χρόνια στην Αθήνα, πραγματοποιήθηκε παγκόσμιο συνέδριο αφιερωμένο στον πατέρα Σωφρόνιο και την κληρονομιά του. Εκεί παρουσιάστηκε ολόκληρος ο Άθως. Δεν ήρθαν για ψυχαγωγία. Ήρθαν για να είναι φωνή της Εκκλησίας, μοναχική φωνή του Άγιου Όρους. Οργάνωσαν αυτό το συνέδριο για να τιμήσουν την μνήμη τού πατέρα Σωφρόνιου ως ενός μακαρίου ανθρώπου, ο οποίος είναι το μέλλον της Εκκλησίας, ό οποίος, ίσως, θα μείνει στην ιστορία της Εκκλησίας.

Ιερομ. Αδριανός: Μιλήσατε για τη προσβασιμότητα του πατέρα Σωφρονίου, την απλότητά του. Αλλά γνωρίζουμε ότι ήταν πολύ πεπαιδευμένος άνθρωπος. Πώς αυτό συμβιβαζόταν; Δεν αισθανόταν κανείς στην επικοινωνία μ’ αυτόν ορισμένη πνευματική ανωτερότητα του;

Ιερομ. Νικόλαος: Αν επισκεφθείτε τώρα το μοναστήρι μας, τότε θα σας καταπλήξει ότι οι περισσότεροι ενορίτες μας είναι μισογραμματισμένοι Έλληνες, οι οποίοι λίγο ξέρουν να διαβάζουν, γιαγιάδες, γέροι. Αλλά είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι τους οποίους ο πατέρας Σωφρόνιος θέρμανε με την αγάπη του. Ναι, ήξερε πολλά, ήταν με την πλήρη έννοια θεολόγος ακαδημαϊκού επιπέδου, και η ευθύνη για κάθε λέξη στα βιβλία του έχει ακαδημαϊκό βάρος. Οι θέσεις του στην Τριαδολογία έχουν γίνει πλέον μέρος της ακαδημαϊκής ορθόδοξης θεολογίας. Αυτό βλέπουμε από τα έργα του Μητροπολίτη Ιωάννη (Ζηζιούλα), ο οποίος τρεφόταν πνευματικά και θεολογικά από τόν πατέρα Σωφρόνιο, και στα γραπτά του Μητροπολίτη Ιεροθέου (Βλάχου), και του Καλλίστου (Ware), και πολλών άλλων Ορθοδόξων θεολόγων. Αλλά στην επικοινωνία με τον πατέρα Σωφρόνιο ποτέ δεν ένιωθε κανείς ότι τον κοίταζε αφ’ υψηλού. Πάντα έλεγε: «Η αγάπη δεν αγαπάει υπεροπτικά, αλλά πάντα ταπεινώνεται μπροστά στον άνθρωπο». Έτσι ταπεινωνόταν πάντα μπροστά σε κάθε άνθρωπο και ο πατέρας Σωφρόνιος. Πιστεύω το ότι αυτοί οι άνθρωποι έρχονται σε μας, είναι μία απόδειξη της ειλικρινούς αγάπης του σ’ αυτούς. Πολλούς βοήθησε στην πνευματική τους ζωή, πολλούς σε φυσικές ασθένειες τους με την προσευχή του. Τότε το συνέδριο παρακολουθούσαν πολλοί Επίσκοποι, μοναχοί, καθηγητές, απλοί άνθρωποι. Βοήθησε όλους αυτούς τους ανθρώπους, και είναι χίλιοι. Η αίθουσα του Στρατιωτικού Μουσείου της Αθήνας, όπου πραγματοποιήθηκε το συνέδριο ήταν υπερπλήρης, δεν υπήρχαν θέσεις, αναγκαστήκαμε να τοποθετήσουμε μια μεγάλη οθόνη, ακόμη και στον δρόμο. Όπως είπε σ’ αυτό το Συνέδριο ο μοναχός της Μονής μας, πατέρας Ζαχαρίας, ο πατέρας Σωφρόνιος έσπειρε τόσες ευλογίες στη ζωή του, και τώρα μπορούμε να βλέπουμε τους καρπούς. Ο Μητροπολίτης Ιωάννης (Ζηζιούλας) που άνοιξε το συνέδριο,δήλωσε: «Είμαστε όλοι κάτω από το επιτραχήλιό του». Οπότε καμία απόσταση κατά την κοινωνία με τον πατέρα Σωφρόνιο δεν αισθανόταν ποτέ.

Ιερομ. Αδριανός: Ο πατέρας Σωφρόνιος επικοινωνούσε με τους ανθρώπους και μάθαινε από αυτούς, η θεολογία των οποίων είναι μάλλον αμφίβολη εννοώ τον πατέρα Σέργιο Μπουλγκάκοφ, τον Μητροπολίτη Αντώνιο (Χραποβίτσκι). Σε ποιο βαθμό η θεολογία του πατέρα Σωφρόνιου εξαρτάται από αυτούς, κατάφερε να φιλτράρει τα αμφίβολα στοιχεία από τη διδασκαλία τους;

Ιερομ.Νικόλαος: .Αυτό το ζήτημα μελετούσα σοβαρά και αντικειμενικά, χωρίς την επιθυμία να ευχαριστήσω τον θείο μου. Σ’ αυτό το θέμα αφιερώνεται η διδακτορική διατριβή μου «I lave therefore. I AM: theological legacy of Archimandrite Sophrony» («Αγαπώ άρα υπάρχω: θεολογική κληρονομιά του Αρχιμανδρίτη Σωφρονίου»). Είναι μια κριτική αξιολόγηση της θεολογίας του πατέρα Σωφρόνιου μετά από μια βαθιά ανάλυση των έργων του και της ζωής του. Τώρα δημοσιεύτηκε στην Αμερική.

Πρέπει να πούμε σταθερά και με σιγουριά ότι το θεμέλιο όλης της θεολογίας του πατέρα Σωφρόνιου είναι η παράδοση της Εκκλησίας, και πρώτ’ απ όλα η ασκητική παράδοση. Όλη η θεολογία του βασίζεται, επίσης, στην ασκητική πρακτική του Άθωνα και στην προσωπική του εμπειρία. Αν και μπορούσε να αντλεί και αντλούσε ορισμένα από τα μέσα της έκφρασης και τα θέματα από τη σύγχρονη του θεολογία, σε καμιά περίπτωση, όμως, το πνεύμα, τις ιδέες και τις προτιμήσεις. Ως εκ τούτου, με ιδιαίτερη προσοχή αναφερόταν σε όλα όσα υπερέβαιναν την παράδοση της Εκκλησίας. Ένα παράδειγμα αυτού είναι η αλληλογραφία του με τον πατέρα Γεώργιο Φλωρόφσκι. Όταν πράγματι αναπτύχθηκε ως θεολόγος, όταν η Τριαδολογία και η Χριστολογια του, την οποία όχι μόνο βίωσε, αλλά και ζούσε, αποκρυσταλλώθηκαν με λέξεις, τότε όλο το θεολογικό σύστημα του, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, με ταπεινότητα το έστειλε στον πάτερα Γεώργιο Φλωρόφσκι, ο οποίος ήταν τότε ο κορυφαίος της ορθόδοξης θεολογίας, ένας φωστήρας της Ορθοδοξίας. Επειδή ο πατέρας Γεώργιος γνώριζέ σε βάθος τους Αγίους Πατέρες, κανένας δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει για παρέκκλιση από την Ορθοδοξία. Είμαι κατάπληκτος από αυτή την ταπεινή πράξη του ανθρώπου, ο οποίος μιλούσε με τον πατέρα Σιλουανό, ο οποίος έζησε στο Αγιον Όρος, που ο ίδιος είχε μεγάλη εμπειρία της κοινωνίας με τον θεό. Μια τέτοια ταπεινή πράξη η εναγωγή όλης της κληρονομιάς του στο δικαστήριο του άλλου θεολόγου, είναι μία πράξη καθολικότητας. Για τον πατέρα Σωφρόνιο αυτό ήταν καθοριστικό. Ποτε δεν αποσπούσε τον εαυτό του από τήν καθολική σκέψη της Εκκλησίας. Ήταν, τρόπον τινά, η ασφάλισή του και η πνευματική του προστασία. Έγραφε στον πάτερα Γεώργιο Φλωρόφσκι: «Κοιτάξτε εάν έγραψα κάτι που δεν συνάδει με την Ορθοδοξία. Ο πατέρας Γεώργιος Φλωρόφσκι, αφού διάβασε τις επιστολές του, τη θεολογία του, απάντησε με βαθιά αμοιβαία κατανόηση σε πολλά θέματα και βαθιά αλληλεγγύη, σε αντίθεση προς τον εθνικισμό στην Εκκλησία. Από αυτό ακριβώς ο πατέρας Γεώργιος υπέφερε. Νομίζω ότι οι γνώσεις μας της πατρολογίας σε σύγκριση με τις γνώσεις του πατέρα Σωφρόνιου, ο οποίος γνώριζε άριστα την ελληνική γλώσσα και τους Αγίους Πατέρες, μερικές φορές μας κάνουν να αναρωτιόμαστε πόσο βαθιά γνωρίζουμε την πατερική παράδοση.

Ο πατέρας Σωφρόνιος ανέφερε τέτοια έργα των Αγίων Πατέρων, τα οποία εκείνο τον καιρό δεν είχαν μεταφραστεί στα ρωσικά, για παράδειγμα, το «Ambigva» του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή. Όταν σημείωνε μόνο τις σκέψεις, τις ιδέες των Αγίων Πατέρων, μη αναφερόμενος σ’ αυτούς, τότε αυτές οι ίδιες οι ιδέες συχνά προκαλούσαν σε μερικούς κάποιες παρεξηγήσεις, απορίες. Όμως, αν ένας άνθρωπος δεν είναι σε θέση να αφομοιώσει μια διδασκαλία του Αγίου Πατέρα, σ’ αυτό δεν φταίει ο πατέρας Σωφρόνιος. Φταίει η δική μας έλλειψη γνώσης της πατερικής παράδοσης. Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η ρωσική Φιλοκαλία δεν είναι όλο το πλήρωμα της Εκκλησιαστικής Παράδοσης. Όπως και το Βυζάντιο δεν περιλαμβάνει όλη την Παράδοση.

Και ο πατέρας Σωφρόνιος στο Άγιον Όρος είχε πρόσβαση στην ασκητική παράδοση της Εκκλησίας στο σύνολό της· και στους Ρώσους πατέρες, και στους Έλληνες, και στους Σύρους, ήταν μέρος της ζωής του καθενός μοναχού Αγιορείτη. Ο γέρων Σιλουανός, επίσης, παρά τον αναλφαβητισμό του, ήξερε τους Αγίους Πατέρες, αν και δεν ήξερε ελληνικά. Ο πατέρας Σωφρόνιος είχε διακόνημα από τον Ηγούμενο Μισαήλ να μάθει την ελληνική γλώσσα. Μόνος του σε 6 μήνες την έμαθε σε τέτοιο βαθμό ώστε, όταν ο δάσκαλος της ελληνικής γλώσσας ήρθε μετά από 6 μήνες, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο πατέρας Σωφρόνιος έγραφε στην καθαρεύουσα με τέτοια απλότητα και ευκολία. Ο πατέρας Σωφρόνιος πάντα, ακόμη και στην καθημερινή συνομιλία, χρησιμοποιούσε αποκλειστικά την καθαρεύουσα τη γλώσσα των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Ήταν και μία έκφραση της πνευματικής κατάστασής του.

Ιερομ. Αδριανός: Ποια είναι σήμερα η κατάσταση του μοναστηρίου του Έσσεξ, που ίδρυσε ο πατέρας Σωφρόνιος, ποιά είναι η κανονική του οργάνωση, η εσωτερική του σύσταση (τακτοποίηση);

Ιερομ.Νικόλαος: Σε πολλά σημεία το μοναστήρι είναι μοναδικό. Αυτή η μοναδικότητα γεννήθηκε από τη διδασκαλία του Αγίου Σιλουανού του Άθω, ο οποίος προσευχόταν για ολόκληρο τον κόσμο, για όλο τον Αδάμ. Θυμάστε την προσευχή του: «Κύριε, δώσε να σε γνωρίσει όλος ο κόσμος, όλοι οι λαοί της γης». Αυτή η παγκόσμια κλίμακα της σκέψης του κάθε αληθινού Χριστιανού ήταν χαρακτηριστική για τον πατέρα Σωφρόνιο. Η Ορθοδοξία γι’ αυτόν δεν ήταν ένα συμπλήρωμα σε εθνικό πολιτισμό. Η Ορθοδοξία είναι, πάνω απ’ όλα, η οικουμενική αλήθεια. Και κάθε μείωσή της εξευτέλιζε στα μάτια του την Ορθοδοξία. Αν πάτε στην Ελλάδα ή σέ άλλη ορθόδοξη χώρα, θα δείτε ότι η Ορθοδοξία εκεί θεωρείται πάντα μέρος του δικού τους εθνικού πολιτισμού. Η πατρίδα και η Ορθοδοξία είναι σχεδόν συνώνυμα. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση μετανάστευσης, οι Εκκλησίες συχνά γίνονται ένα είδος συμπλήρωμα της πολιτιστικής κοινότητας. Και για τον πατέρα Σωφρόνιο, ο οποίος έβλεπε στην Εκκλησία τον Δημιουργό όλου του κόσμου, όλων των λαών, τον Θεό ο οποίος σταυρώθηκε για όλο τον Αδάμ, για όλη τήν ανθρωπότητα, γι’ αυτόν κάθε μείωση της Ορθοδοξίας από τον εθνικισμό ήταν ιεροσυλία.

Ως εκ τούτου, το μοναστήρι μας είναι πολυεθνές, έχουμε άτομα 15 εθνικοτήτων Ορθόδοξοι από την Ελλάδα, την Κύπρο, τη Ρουμανία, τη Δανία, τη Σουηδία, τη Φινλανδία, τη Γερμανία, τη Γαλλία. Ηγούμενος μας είναι από τη Νέα Ζηλανδία. Και εδώ υπήρχε πρόβλημα για τον πατέρα Σωφρόνιο σε ποιά Εκκλησία να ανήκει; Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας ικανοποίησε την επιθυμία του πατέρα Σωφρόνιου, και έγραψε σε επιστολή προς αυτόν, εφ’ όσον το μοναστήρι είναι πολυεθνικό, ήταν έτοιμος να του δώσει «σταυροπηγία», για να ζουν οι μοναχοί ελεύθερα. Αυτή ήταν μια μεγάλη υποστήριξη. Όταν οι άνθρωποι έρχονται σε μας για πρώτη φορά. συχνά ρωτάνε: «Είναι ελληνικό μοναστήρι»;«Όχι».«Α, είναι Ρωσικό μοναστήρι;» «Όχι». «Λοιπόν, τί μοναστήρι είναι»; «Είναι “Ορθόδοξο μοναστήρι»

Να ονομάσουμε το μοναστήρι μας ελληνικό, ρωσικό, ρουμανικό ή αγγλικό δεν μπορούμε. Νομίζω ότι η ιδέα του πολυεθνικού μοναστηριού στην Ορθόδοξη χώρα είναι μία ουτοπία. Αλλά στην περίπτωση μετανάστευσης είναι δυνατόν. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι την υποχρέωση μιας τέτοιας καθολικής χριστιανικής συνείδησης δεν έχουν όλοι οι μοναχοί της καθεμιάς Τοπικής Εκκλησίας. Ο Όσιος Σιλουανός προσευχόταν για ολόκληρο τον κόσμο, για όλον τον Αδάμ. Γι’ αυτόν δεν υπήρχαν εχθροί, Γι’ αυτόν δεν υπήρχαν ασεβείς. Για εκείνον, υπήρχε μόνο διαίρεση μεταξύ ανθρωπότητας· οι άνθρωποι που γνώρισαν τον Θεό και αυτοί που δεν τον γνώρισαν. Έτσι, για όσους δεν γνώρισαν τον Θεό, προσευχόταν με δάκρυα, θυσίαζε την ψυχή του στην προσευχή. Αυτή η συνείδηση στην εποχή μας, θα φανεί πολύ παράξενη για ορισμένους ανθρώπους. Πώς μπορώ να προσεύχομαι για έναν άνθρωπο που θέλει το κακό για μένα; Αλλά ο γέρων Σιλουανός προσευχόταν. Πρέπει να πω, επίσης, ότι υπάρχουν πολλά μοναστήρια στη Δύση που επιθυμούν να μάθουν την εμπειρία του πατέρα Σωφρόνιου για παράδειγμα, τα μοναστήρι του Αγίου Σιλουανού στη Γαλλία.

Ιερομ. Αδριανός: Υπάρχει ενδιαφέρον για την κληρονομιά του γέροντα Σωφρόνιου στη Ρωσία;

Ιερομ. Νικόλαος: Σ’ αυτό το ερώτημα, ίσως θα έπρεπε να απαντήσετε εσείς. Όμως θα πω ότι το ενδιαφέρον είναι πραγματικά τεράστιο. Τα βιβλία του πατέρα Σωφρόνιου τα οποία εκδίδουμε, μπορεί να μην πουλιούνται τόσο γρήγορα, αλλά πάντα βρίσκουν αναγνώστες. Κρίνοντας από το πως οι άνθρωποι περιμένουν μια νέα έκδοση των έργων του, πόσο αυτό είναι σημαντικό γι’ αυτούς, το ενδιαφέρον υπάρχει. Για μένα είναι δύσκολο να μιλώ για τον πατέρα Σωφρόνιο σαν έναν θεολόγο που παρουσιάζει ένα ρεύμα της Εκκλησίας. Ο πατέρας Σωφρόνιος απάντησε σε σημαντικά ζητήματα της ζωής μου. Έγινε ένα στήριγμα στην εκκλησιαστική ζωή μου, βοήθησε να κατανοήσω τα διάφορα εκκλησιαστικά φαινόμενα, να καταλάβω πώς να ζω στις παρούσες συνθήκες, πώς να διακονήσω το Θεό. Πραγματικά μου άνοιξε τα μάτια στην πνευματική ζωή. Και δεν είμαι ο μόνος σ’ αυτό το θέμα. Σε πολλούς ανθρώπους που βρίσκονται σε ζωτικό αδιέξοδο, τα βιβλία του πατέρα Σωφρόνιου βοηθάνε στην εξεύρεση μίας λύσης, να βρουν έξοδο όχι από κάποιες δογματικές παρεξηγήσεις και αφηρημένες συζητήσεις για το Θεό. Η θεολογία μας ελέγχεται όταν είσαι σε ζωτικό αδιέξοδο. Οποιαδήποτε επιστημονική θεολογία, αν ο άνθρωπος συλλογίζεται για τον Θεό και φιλοσοφεί για ασκητισμό με ένα φλιτζάνι καφέ σε ένα ζεστό δωμάτιο με κλιματισμό, δεν είναι μία ζωντανή θεολογία. Δε θα βοηθήσει πολλούς, όσο σοφή και αν μπορεί να φανεί. Αλλά στις δύσκολες στιγμές της ζωής, η θεολογία του πατέρα Σωφρόνιου γίνεται αποφασιστική, διότι μπορεί να βοηθήσει.

Για μένα προσωπικά, στη θεολογία του πατέρα Σωφρόνιου γίνεται αισθητή ή ανάσα τής αιωνιότητας. Δεν θα ήθελα να τον επαινώ, σαν θείο μου και γέροντά μου, αν και στο Αγιον Όρος υπάρχει μία παράδοση ότι ο δόκιμος πρέπει να έχει τέτοια γνώμη: «Όλοι οι γέροντες είναι άγιοι, αλλά ο γέροντάς μου είναι ο αγιότατος». Με τον πατέρα Σωφρόνιο αυτό είναι εύκολο, γιατί πραγματικά μου έδειξε ένα πρότυπο, ένα πλήρωμα της σύνθεσης της θεολογίας, της ασκητικής και λειτουργικής ζωής. Την αγάπη στην θεία Λειτουργία, εμφύτευε σε όλα τα παιδιά του.

Ιερομ. Αδριανός: Σας ευχαριστώ, πατέρα Νικόλαε, για την ενδιαφέρουσα αυτή συζήτηση σχετικά με τον Αρχιμανδρίτη Σωφρόνιο (Σαχάρωφ).

(Περιοδικό Εν Εσόπτρω, Ι.Μ.Γορτύνης και Αρκαδίας)

fdathanasiou.

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )