.

.

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

Η άλωση της Πόλης: Ανάμνησις και αυτοκριτική




(ιερομ. Λ.Γ. της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους)


Με αυτό το θέμα εκφωνήθηκε ομιλία υπό του ιερομ. Λ.Γ. της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου εις τον Ι.Ν. Μεταμορφώσεως Βόλου την 29ην Μαΐου 1998. Από την α­ξιοπρόσεκτη και επίκαιρη αυτή ομιλία αναδημοσιεύουμε το μεγα­λύτερο μέρος της προς σωφρονισμό μας.




Όταν προσεγγίζουμε την ιστορία εκκλησιαστι­κά, στην πραγματικότητα θεολογούμε. Ψηλαφούμε τα ίχνη της παρουσίας του Θεού μέσα στην ιστορία. Ο Κύριος είναι παρών στην ιστορία δια των ακτίστων ε­νεργειών του, προνοών και ρυθμίζων τα πάντα προς το συμφέρον και την σωτηρία μας: «Κύριος πτωχίζει και πλουτίζει, ταπεινοί και ανυψοί» (Α' Βασιλ. 2, 7). Πίσω από το γεγονός της Αλώσεως κρύβονται οι ανεξιχνίαστες βουλές του Θεού....




...Προσεγγίζοντες, το γεγονός της Αλώσεως φέρομε στην μνήμη μας τέσσερα σημεία, με την ελπίδα ότι θα προκύψη και η ανάλογη πνευματική ωφέλεια σε όλους μας.




Α΄. Σήμερα, ημέρα μνήμης του μεγάλου πόνου για την πτώσι της Βασιλευούσης. Μνήμης των θανατώσεων, των βασανισμών, των εξανδραποδισμών, των διωγ­μών, των ταπεινώσεων, των παιδομαζωμάτων, των εξισλαμισμών και των λοιπών αμετρήτων ταλαιπωριών που υπέστη ο Ορθόδοξος λαός πριν από την Άλωση στις γύρω από την Βασιλεύουσα πόλεις και επαρχίες, κατά την Άλωση στην ίδια την Βασιλεύουσα, και με­τά από αυτήν σ' όλο τον υπόδουλο Ορθόδοξο χώρο. Όσο η αυτοκρατορία εσυρρικνούτο, τόσο τα δει­νά από την επέλαση των Οθωμανών γίνονται δυσβά­στακτα και αφόρητα. Η ελπίδα για ελευθερία και α­ναβίωσι της χριστιανικής πολιτείας φαινόταν να απο­μακρύνεται τραγικά. Πρώτα η Μικρά Ασία, ύστερα η Αδριανούπολις και κατόπιν η Θεσσαλονίκη, και πιο νωρίς απ' αυτές οι μακρυνές επαρχίες περιήλθαν στον οθωμανικό ζυγό.




Η Βασιλεύουσα ασφυκτιά, αλλά τρέφει αγαθές ελπίδες, επειδή πιστεύει στην προστα­σία της Υπερμάχου Στρατηγού και στους οικτιρμούς του φιλανθρώπου Υιού της. Όμως, η βουλή του Θεού ήταν η Πόλη να τουρκέ­ψει.... ...


Πονούμε για την μεγάλη δοκιμασία του Γένους, γιατί πολλές ψυχές, αστήρικτες στην πίστι, δεν άντε­ξαν, λύγισαν, και εγκατέλειψαν την χριστιανική ζωή και την ίδια την πίστι τους.




Ο άγιος Συμεών, αρχιεπί­σκοπος Θεσσαλονίκης, θρηνεί για την πτώση αυτή των Χριστιανών της επαρχίας του. Το κείμενό του εί­ναι ενδεικτικό της καταστάσεως που ακολούθησε και την Άλωσι της Βασιλευούσης. Γράφει: «Πού είναι σήμερα ένας ζηλωτής της ευσε­βείας; Πού είναι ένας να ποθεί να κακοπαθήσει για την (ορθόδοξο) πίστι; Πού είναι ένας να βδε­λύσσεται τα έργα των απίστων; Δεν υπάρχει κα­νείς. Όλοι σχεδόν δείχνουν ζήλο για την ζωή των απίστων. Τις εναγείς πράξεις τους τις θεω­ρούν αγαθές, θαυμάζουν και ποθούν τον πλούτο, επαινούν και επιζητούν την πρόσκαιρη τρυφή που αποπνέει δυσωδία και εκπηγάζει σκώληκες. Και χάριν αυτής της τρυφής προδίδουν, αλλοί­μονο, και τους Χριστιανούς στους απίστους και τα χριστιανικά πράγματα... Αλλά και πολλοί ανόητοι, με τον παραμικρό πειρασμό... γίνονται αποστάται και αρνηταί του Θεού και συναριθμούν οι ταλαίπωροι τους εαυτούς των με τους ασε­βείς...


Ποιος να μη θρηνήσει γι' αυτά; Ποιος, έ­στω κι αν έκλαιγε σ' όλη του τη ζωή, θα πενθού­σε γι' αυτούς αρκετά; Γι' αυτούς που χάθηκαν, για τους υβριστάς του Θεού, γι' αυτούς που υπο­δουλώθηκαν στους δαίμονες για την πρόσκαιρη ζωή, για την φθαρτή ηδονή, για την άθεη και ρυ­παρή ζωή;» [1]. Β΄. Σήμερα, ημέρα μνήμης της φιλανθρωπίας του Θε­ού, που δεν άφησε το δούλον Γένος απαράκλητο, αλλά δια της Εκκλησίας και επαρηγόρησε και εστήριξε και προετοίμασε για την εθνική ανάστασι. Ο πόνος για την μεγάλη δοκιμασία του Γένους μετριάζεται χάρις στην φιλανθρωπία του Θεού, ο ο­ποίος είναι ο παιδεύων και πάλιν ιώμενος. Το πρώτο δείγμα της θείας αγάπης είναι η παρα­χώρησις ειδικών προνομίων στην Εκκλησία από τον Πορθητή. Χάρις σ' αυτή την οικονομία του Θεού -αν και πάμπολλες φορές δυναστικά παραβιάσθηκαν τα προνόμια από τους τυράννoυς- η Εκκλησία κατά τούς χρόνους της δουλείας έπαιξε τον εθναρχικό της ρόλο, παρηγόρησε τους κατατρεγμένους ραγιάδες, καλλιέργησε τα ελληνικά γράμματα, εθέρμανε την α­ποσταμένη ελπίδα στους ταπεινούς ναούς της και στα μοναστήρια της με τα κρυφά σχολειά, και έβαλε τα θεμέλια για την ανάστασι του Γένους.


Οι άγιοι Νεομάρτυρες είναι το δεύτερο μεγάλο και παρήγορο δώρο του Θεού στο υπόδουλο Γένος.


Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης τους εγκωμιάζει και δικαίως και αψευδώς τους ονομάζει «δόξα και καύχη­μα της Ανατολικής Εκκλησίας... και παράδειγμα υπομονής εις όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς ο­πού τυραννούνται υποκάτω εις τον βαρύν ζυγόν της αιχμαλωσίας»




[2]. Προσφυέστατα παρουσιάζει τους α­γίους Νεομάρτυρας να ενισχύουν τους καταπιεζομέ­νους Χριστιανούς: «Αδελφoί μας Χριστιανοί. Αδελφoί μας αγα­πητοί και παμπόθητοι. ο λαός του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ο εκλεκτός και περιούσιος, λάβετε παράδειγμα υπομονής και θλίψεων, οπού δοκιμάζετε, από ημάς τους συναδέλφους σας. ημείς δια να υπομείνωμεν ανδρείως δια τον Χρι­στόν τα παρά των αλλοπίστων διάφορα μαρτύ­ρια, εκληρονομήσαμεν μίαν Βασιλείαν αιώνιον, και εσυναριθμήθημεν με τους παλαιούς και Αγίους Μάρτυρας. και εσείς αν υπομένετε μετά ευχαριστίας, δια το όνομα του Χριστού, τους δαρ­μούς, τας φυλακάς, τας αλύσεις, τας αγγαρείας, τας ζημίας, τα ανυπόφορα δοσίματα και τα άλλα βάσανα οπού σας κάμνουν οι νυν κρατούντες, βέ­βαια ως μάρτυρες τη προαιρέσει λογίζεσθε κοντά εις τον Θεόν... Όθεν και ως τη προαιρέσει Μάρ­τυρες λογιζόμενοι, μετά θάνατον μέλλετε να συ­ναριθμηθήτε με ημάς και να κατοικήσετε εις τό­πον φωτεινόν και πλατύτατον, εις τόπον χαράς και αναπαύσεως»




[3]. Κάθε Νεομάρτυς ήταν ένα ισχυρό ανάχωμα στην πλημμύρα του εξισλαμισμού και εκτουρκισμού. Χω­ρίς τους Νεομάρτυρας είναι αμφίβολο εάν θα διετη­ρούντο η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός. Τρίτη και εξίσου σημαντική δωρεά του Θεού στο δούλον Γένος είναι, νομίζω, η καλλιέργεια από την πλευρά της Εκκλησίας του ησυχαστικού πνεύματος στα ευρύτερα στρώματα των υποδούλων Ορθοδόξων λαών. Είναι προφανώς οικονομία Θεού που ο πρώτος μετά την Άλωση πατριάρχης υπήρξε ο ιερός Γεννά­διος ο Σχολάριος, μαθητής του αγίου Μάρκου του Ευ­γενικού και συνεχιστής της ησυχαστικής παραδόσεως του 14ου αιώνος.




Όπως παρατηρεί ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαυροβουνίου Αμφιλόχιος Ράντο­βιτς, ο Ησυχασμός εδημιούργησε στους Ορθοδόξους λαούς των Βαλκανίων τις πνευματικές αντιστάσεις, ώ­στε να ανθέξουν στην επερχόμενη μουσουλμανική λαίλαπα. Η φιλοκαλική αναγέννησις, άλλωστε, του18ου και 19ου αιώνος -που σκωπτικά ονομάσθηκε κολλυβαδικό κίνημα- με την καλλιέργεια της νοεράς προσευχής και εκτός Αγίου Όρους και την πνευματι­κή αντίστασι στον ευρωπαϊκό διαφωτισμό της εποχής εκείνης, συνετέλεσε στην ενίσχυσι της θρησκευτικής, πολιτιστικής και εθνικής ιδιαιτερότητος των ραγιά­δων μέσα στην μουσουλμανική πλημμυρίδα. Γ΄.


Σήμερα, ημέρα μνήμης των όσων οι Δυτικοί εμη­χανεύθηκαν και συνετέλεσαν στην οριστική άλωσι της Βασιλευούσης το 1453.


Η επηρμένη παπική οφρύς, η αλαζονία θα λέγαμε της Δύσεως για κυριαρχία επί της καθ' ημάς Ανατο­λής, εφεύρε εύσχημο τρόπο για να επιτύχη τα σχέδιά της. Με πρόσχημα την απελευθέρωση των Αγίων Τό­πων από τους Άραβες, η τετάρτη Σταυροφορία λεηλα­τεί την ύπαιθρο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και ε­πιτυγχάνει την άλωσι της Κων/λεως το 1204.




Η δυτι­κή κυριαρχία στην Βασιλεύουσα κράτησε 75 χρόνια, αλλά πλέον η ανατολική αυτοκρατορία δεν μπόρεσε να ανασυνταχθεί. Το πλήγμα υπήρξε πολύπλευρο. Εδαφικά η Ανατολή κατακερματίσθηκε σε δουκάτα και ηγεμονίες. Πολιτιστικά, η πρώτη άλωση της Πόλης ήταν πραγματική ιεροσυλία από την πλευρά των Φρά­γκων σταυροφόρων. Πολιτικά εσήμανε την οριστική αποδυνάμωσι της Κων/πόλεως, και θρησκευτικά εδη­μιούργησε ένα σημαντικό φιλοδυτικο-ουμανιστικό ρεύμα στον χώρο της καθ' ημάς Ανατολής. Το ρήγμα που επέφερε η Δ' Σταυροφορία στην ζωή της αυτοκρατορίας υπήρξε καθοριστικό. Οι υλι­κές και πνευματικές αντιστάσεις του λαού είχαν μειω­θεί σημαντικά, ώστε να μη μπορούν να ανθέξουν στον κίνδυνο που ερχόταν από την Ανατολή. Οι δύο πολιτισμοί, ο Δυτικός ουμανισμός (αν­θρωποκεντρισμός) και ο Ορθόδοξος θεανθρωποκεν­τρισμός συγκρούσθηκαν αναπόφευκτα μεσούντος του14ου αιώνος.




Ο φιλόσοφος Βαρλαάμ εκπροσωπεί το νεοεισαχθέν από την Δύσι ορθολογιστικό πνεύμα και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς εκπροσωπεί το ορθό­δοξο και σύμφωνο με την αποστολική Παράδοσι πνεύμα της Εκκλησίας. Η θεολογική νίκη του αγίου Γρηγορίου και η συ­νοδική κατοχύρωσις της θεολογίας του -που είναι α­κραιφνώς η θεολογία της Εκκλησίας- ήταν έργο της προνοίας του Θεού. Αν επικρατούσε στην καθ' ημάς Ανατολή η «θεολογία» του φιλοσόφου Βαρλαάμ, σή­μερα θα ήμασταν όλοι ουνίτες, θα είχαμε χάσει κάθε σχέσι με την αγία Ορθόδοξο Πίστι μας. Θα παθαίνα­με ό,τι έπαθαν μετά από 100 χρόνια οι ουνίτες που α­κολούθησαν τις αιρετικές αποφάσεις της ψευδοσυνό­δου Φερράρας-Φλωρεντίας.




Δ΄. Σήμερα, ημέρα μνήμης και για τις αμαρτίες των πατέρων μας, που με τις ποικίλες διχόνοιες και τον εμφύλιο αλληλοσπαραγμό συνετέλεσαν στην εξασθέ­νησι και πτώση της αυτοκρατορίας. Η αποστασία από τον Θεό και τις άγιες εντολές Του είναι η αιτία της παιδαγωγίας, που φιλάνθρωπα ο Θεός εφαρμόζει για να επιστρέψη ο λαός στην οδό της σωτηρίας. Σε τέτοια αποστασία είχε περιέλθει και ο λαός της Βασιλευούσης κατά τις ύστατες εκείνες ημέρες προ της Αλώσεως.




Η πνευματική φθορά είχε, βεβαίως, αρχίσει πολύ ενωρίτερα και υπήρξαν προφη­τικές φωνές που έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου και υπενθύμιζαν την επέλευσι της δικαίας οργής του Θεού. Ο ιερός Γεννάδιος, προ της Αλώσεως, έγραφε σχετικώς προς τον αυτοκράτορα: «Ή μήπως δεν βλέπουμε παντού οι θείοι νό­μοι να τιμώνται μόνο στα λόγια, ενώ στην πράξι να καταφρονούνται, και η καταφρόνησις να έχη αρχίσει από τους ιερωμένους και να έχη προχωρήσει μέχρι και τους λαϊκούς;


Γι' αυτό δεν είναι παράδοξο που τόσα πλήθη Χριστιανών έχουν υποδουλωθή στους απίστους, αλλά πιο εκπληκτι­κό είναι ότι η πίστις των Χριστιανών ακούγεται ακόμη στον κόσμο και το ότι το ρόδον της αλη­θινής πίστεως δεν πνίγηκε μέσα στα αγκάθια, αλ­λά παραδόξως ακόμη είναι ανθισμένο, πράγμα βέβαια που είναι αποκλειστικά έργο της δυνάμε­ως του Ιησού και όχι της αξίας των ανθρώπων που το απολαμβάνουν»




[4]. Αναφερόταν ασφαλώς ο ιερός αυτός άνδρας στην φιλενωτική τακτική με την Ρώμη, που ακολουθούσαν τότε ωρισμένοι του κλήρου και εδίχαζαν τον ως επί το πλείστον ανθενωτικό λαό της Βασιλευούσης. Με καρδιά γεμάτη οδύνη ο ίδιος ιερός ανήρ επισημαίνει στον αυτοκράτορα: «Παλαιότερα ο Θεός συνεχώρησε να υπάρξη μόνο τριών ημερών προθεσμία μετανοίας, ενώ σε μας τώρα ένα ολόκληρο χρόνο εκηρύσσετο η με­τάνοια, γιατί δεν συνηθίζει ο Θεός να τιμωρή μια πόλη ή ένα έθνος για την παρανομία τους, χωρίς να προηγηθεί το κήρυγμα της μετανοίας»




[5]. Αλλά, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των αγίων εκείνων ανδρών που επέβλεπαν ως μεγάλη παρα­νομία την υποταγή στην ρωμαϊκή αλαζονία επί αθετή­σει της αμωμήτου Ορθοδόξου Πίστεως, οι άρχοντες της Βασιλευούσης απεδέχθησαν -αλλοίμονο- τους όρους της υποταγής για να αποσπάσουν την παπική στρατιωτική βοήθεια. Ο Θεός όμως δεν ευδόκησε, ό­πως παρατηρεί ο ιερός Γεννάδιος, και παρέδωσε την Πόλη στους απίστους. Δεν είναι μόνο αυτή η αμαρτία που παρεκίνησε την παιδαγωγική ράβδο του Κυρίου να επέλθη στον λαό Του. Είναι και η αθέτησις των εντολών του Κυ­ρίου, ώστε να μη φαίνεται διαφορά ανάμεσα στην ζωή των Ορθοδόξων Χριστιανών και των αθέων τυράν­νων.




Ο αγιώτατος Συμεών, ο αρχιεπίσκοπος Θεσ/νίκης, αναφερόμενος στο θέμα γράφει: «Καταφρονήσαμε, αλλοίμονο, τις εντολές του Θεού και βλέπουμε μόνο τα σαρκικά. Επειδή αγαπούμε τα πρόσκαιρα, υποφέρουμε, εγκατα­λελειμμένοι από τον Θεό δικαίως, διότι δεν ζη­τούμε τα του Θεού. Γι' αυτό μας κατακυριεύουν οι εχθροί, μας τυραννούν και υβρίζουν την μόνη και αληθινή πίστι του Χριστού. Υφιστάμεθα διώξεις και φοβερές ταπεινώσεις, και δεν υπάρ­χει κανείς να μας βοηθήση και ελευθερώση, ε­πειδή ακριβώς "ουκ έστιν ο συνιών, ουκ έστιν ο εκζητών τον Θεόν", όπως λέγει η Γραφή»




[6]. Και πιο επιγραμματικά ο ίδιος άγιος Πατήρ ση­μειώνει: «Ποιος λοιπόν έχει την παραμικρή αμφιβο­λία για το πώς μας έρχονται τα δεινά ή γιατί διω­κόμεθα και μας τραβούν και μας περιφέρουν σαν τα άλογα ζώα, και καθημερινώς μας σύρουν στα σκλαβοπάζαρα; Δεν είναι για τις αμαρτίες μας, γιατί εγκαταλείψαμε τον Θεό; Δικαίως εγκατα­λειφθήκαμε, επειδή τον εγκαταλείψαμε, αυτόν που είναι η ζωή, η ειρήνη, ο άγιος, ο φιλάγα­θος»




[7]. Έχοντας ο άγιος Συμεών την βεβαιότητα ότι αυτή είναι η αιτία της παιδαγωγίας του Θεού, με πατρική και ποιμαντική φροντίδα γράφει και προτρέπει τους Χριστιανούς της επαρχίας του: «Εμείς όμως, παρακαλώ, ας έρθουμε σε συ­ναίσθησι... Από την πρόσκαιρη αυτή δουλεία, ας γνωρίσουμε την αιχμαλωσία και δουλεία των ψυχών μας. Γι' αυτό υποδουλωθήκαμε στους αθέ­ους, επειδή ακριβώς δια των πονηρών παθών μας εγίναμε δούλοι των δαιμόνων. Δεν θελήσαμε να έχουμε αφέντη τον Κύριο και να τηρούμε τις εντολές Του, γι' αυτό και υποδουλωθήκαμε στους εχθρούς... Ας αρχίσουμε, παρακαλώ, να απαλλα­σώμεθα από την ψυχική δουλεία. ας απομακρυν­θούμε από τις πονηρίες μας, ας μάθουμε να κά­νουμε το καλό. Ας εκζητούμε τον Κύριο. Ίσως μας σπλαχνισθή, μας λυτρώση από την σωματι­κή αιχμαλωσία και δουλεία και μας αξιώση της ουρανίου βασιλείας»




[8]. Ειδικά για την εξασθένησι της αμυντικής δυνάμε­ως της Βασιλευούσης και την άλωσή της εξ αιτίας της φιλοχρηματίας των πλουσίων κατοίκων της, γράφει ο ιερός Γεννάδιος στην επιστολή του προς τον αυτο­κράτορα: «Οι πλούσιοι δεν συνεισφέρουν τον προσω­πικό τους πλούτο για την άμυνα της Πόλεως, με τον πραγματικά διαβολικό λογισμό ότι ξεπουλώ­ντας την Πίστη θα έλθη η βοήθεια από την Δύση, θα σωθεί η Πόλις και αυτοί θα ζουν με ευτυχία και τρυφή. Έτσι όμως αμαρτάνουν θανάσιμα και γίνονται άξιοι της αιωνίου κολάσεως, διότι προ­δίδουν την πατρίδα, την πίστι, την θρησκεία, τους προγονικούς τάφους και υποβάλλουν όλη την οικουμένη σε τέτοια κακά»




[9]. * * * Ιχνηλατήσαμε, με την χειραγωγία των αγίων Πα­τέρων και στο μέτρο των δυνάμεών μας, τον καημό του Γένους, την Άλωσι της Πόλης. «Ως ανεξερεύνη­τα τα κρίματα του Θεού και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυ­τού».


Η Πόλις εάλω.


Η αγία Σοφία, ο οφθαλμός της οικουμένης, όπως την ονομάζει ο αγιώτατος πατριάρ­χης Φώτιος ο Μέγας, έγινε τζαμί -και τώρα στον αίω­να μας έγινε μουσείο.


Η παλαιά της δόξα εξέλιπε.


Ο στολισμός της χάθηκε κάτω από τα επιχρίσματα και από τις καταστροφές.


Η Θεία Λειτουργία έπαψε από τότε που για τελευταία φορά τελέσθηκε την παραμονή της Αλώσεως.


Όμως το κάλλος της αγια-Σοφιάς παραμένει απα­ραμείωτο, το πνεύμα της αγια-Σοφιάς συνεχίζει αναλ­λοίωτο να ζει μέχρι σήμερα στην αγία μας Εκκλησία.




Κάθε Ορθόδοξος ναός είναι μια προέκτασις της αγια-Σοφιάς. Η Θεία Λειτουργία συνεχίζει να τελήται αδιάκοπα μέχρι σήμερα, γιατί η Ορθόδοξος Πίστις και Εκκλησία μας διατηρείται Χάριτι Χριστού ακαινοτό­μητη, εδραιωμένη στο αδιασάλευτο θεμέλιο των απο­στολικών και πατρικών παραδόσεων. Το θεανθρωποκεντρικό πνεύμα, που δημιούργησε την αγια-Σοφιά, ζη στην Εκκλησία μας και μετά την Άλωση και καλλιεργεί σ' όλους τους Ορθοδόξους λα­ούς τον ορθόδοξο πολιτισμό και το ορθόδοξο ήθος. Αυτό το πνεύμα ενίσχυσε τις πνευματικές αντιστάσεις του Γένους, ώστε να ανθέξουν στις προκλήσεις του Δυτικού ορθολογισμού και ευρωπαϊκού διαφωτισμού στα χρόνια της μακρόχρονης δουλείας. Αυτό εθέρμα­νε τα σπέρματα της ελευθερίας και καρποφόρησε στην ώρα του το άνθος της ελευθερίας. Από αυτό ενεφορούντο οι αγωνιστές της ελευθερίας του Έθνους, αυτοί που πολέμησαν «για του Χριστού την πίστι την αγία και της πατρίδος την ελευθερία».




Και μετά από την σύστασι του νεοελληνικού κράτους, πάλι αυτό το πνεύμα καλλιέργησε την αντίσταση του Έθνους στα σχέδια των Βαυαρών που απέβλεπαν στην απορθοδο­ξοποίησί του. Ζούμε μέχρι σήμερα, σαν κράτος, στην προοπτική που χάραξαν οι "δυτικοί προστάται" μας.




Η νεοελληνι­κή παιδεία καλλιεργεί αναπόφευκτα στον λαό μας μια εθνική ιδέα. Δεν μπορεί, άλλωστε, να ζήσει ένας λαός χωρίς εθνική ιδέα και προοπτική. Ποια εθνική ιδέα, όμως καλλιεργείται σήμερα στον τόπο μας; Σήμερα, ημέρα μνήμης της Αλώσεως της Πόλης. Μια ανάμνηση, ένας καημός, ένα χρέος. Οι πατέρες μας, μετά την Άλωση, έζησαν με την Μεγάλη ιδέα του Γένους: «Πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά μας θάναι». Δεν γνωρίζουμε τι έχει ορίσει ο Θεός για την επί­γεια Πόλη και για την επίγεια αγια-Σοφιά. Ανεξερεύ­νητες οι βουλές του Θεού. Ούτως ή άλλως, ταιριάζει νομίζω να ειπούμε στο σημείο αυτό το λόγο του Κυ­ρίου: «Η σάρξ ουκ ωφελεί ουδέν. το πνεύμα εστί το ζωοποιούν». Ως λαός Ορθόδοξος, ως ευσεβής λαός της Εκκλη­σίας, καλούμεθα να εγκολπωθούμε και να κρατήσουμε αυτό το ζωοποιούν πνεύμα, ιδιαίτερα στην εποχή μας που η νεοελληνική παιδεία προβάλλει τον εξευρωπαϊ­σμό μας ως την μεγάλη Ιδέα του Έθνους.




Ημέρα μνήμης της Αλώσεως σήμερα, και η σκέ­ψις μας φέρνει σε αντιστοιχία τα περί την Άλωσιν γεγονότα με την σύγχρονη πραγματικότητα που αφο­ρά το Έθνος μας και τον λαό μας. Καιρός περισυλλο­γής και αυτοκριτικής.




Τα γεγονότα του 1453 μαρτυρούν και βοούν. Τα σημερινά γεγονότα προβληματίζουν. Και σήμερα δια­γράφονται παρόμοιες τάσεις στις επιλογές του Έθνους. Άρχοντες και λαός βρισκόμαστε μπροστά σε κρίσιμες επιλογές και καλούμεθα να πάρουμε αποφά­σεις, καθοριστικές για τις τύχες του Έθνους. Η ση­μερινή ημέρα μας αφήνει τα μηνύματά της.




Αν θέλου­με να υπάρξουμε ως Ορθόδοξος λαός και ως Ελληνι­κό Έθνος με προορισμό την Βασιλεία του Θεού και αν δεν πρέπει να χωνευθούμε στο χωνευτήρι των πο­λιτισμών, οφείλουμε:


α) Να φυλάξουμε την Πίστι των Πατέρων μας, την ταυτότητα του Γένους μας, την ελληνορθόδοξη παράδοσί μας. Αυτές οι αξίες συνιστούν το πνευματι­κό περιεχόμενο της Πόλης, και αυτές, παρά την Άλω­ση του 1453, δεν έχουν ακόμη χαθεί από το Γένος. Και τότε πολεμήθηκαν και σήμερα πολεμούνται. Τότε δεν χάθηκαν παρά τους εξισλαμισμούς και το παιδομάζω­μα. Σήμερα κινδυνεύουν να χαθούν, γιατί βάλλονται με μεθοδικώτερο τρόπο από επίδοξους δυνάστες, που καυχώνται ότι θα κυριαρχήσουν στην γη. Από τα πανίσχυρα Μέσα Πληροφορίας που προβάλλουν τον ευ­δαιμονισμό, τον πρακτικό υλισμό και την έμπρακτη αθεΐα, καταστάσεις καθόλου καλύτερες από τον εξισ­λαμισμό. Από την ηθική διαφθορά και τα ναρκωτικά που κάνουν χειρότερο παιδομάζωμα και σε μεγαλύτε­ρη έκταση. Από το παγκόσμιο κεφάλαιο που επιδιώ­κει την επιβολή νέας πολιτικής και οικονομικής δου­λείας, της λεγομένης νέας παγκόσμιας τάξης πραγμά­των, χειρότερης και από εκείνη που επέβαλλε ο οθωμανός κατακτητής. Αυτοί οι δυνάστες δρουν ύπουλα μέσα από τα τείχη και σκοπεύουν να εκπορθήσουν και υποδουλώσουν το φρόνημα και την ψυχή των απλουστέρων και αστηρίκτων. Σ' αυτή την προοπτική εργάζονται ανεπιγνώστως και οι ημέτεροι δεφένσορες της δυτικής κουλτούρας, οι γραικύλοι, αυτοί που δεν έχουν αίσθησι της πνευ­ματικής κληρονομιάς του Γένους. Αυτοί που στο όνο­μα του εκσυγχρονισμού, αντί πινακίου φακής, προδί­δουν τα τιμιώτατα, πατροπαράδοτους θεσμούς και α­ξίες: την Εκκλησία, την οικογένεια, την ηθική, την ελληνορθόδοξη παιδεία, την προσωπική ελευθερία, και προοδοποιούν έτσι την επέλευση του πλέον απε­χθούς ολοκληρωτισμού, της πραγματικής αλώσεως του Γένους. Αυτή την δουλεία, δυστυχώς, απεργάζονται και οι κήρυκες της συγκρητιστικής (ψευδούς) θρησκευτικής ενώσεως με την Δύση, οι οποίοι στο όνομα μιας απα­τηλής αγάπης και απροσδιορίστου συνεργασίας θυ­σιάζουν την καθαρότητα των ορθοδόξων δογμάτων και της πατροπαραδότου πίστεως του λαού μας.




β) Να ζήσουμε ως λαός με κέντρο την Εκκλησία. Να αγαπήσουμε τις εντολές του Θεού. Να αποβάλλου­με την φιλαυτία και να συνειδητοποιήσουμε το θέλη­μά Του. Να μην Τον παροργίζουμε με νομοθετήματα αντιχριστιανικά και με την συμμόρφωσή μας σ' αυτά. Να μη επικεντρώνουμε την ευτυχία μας και την κατα­ξίωσή μας στους δείκτες του χρηματιστηρίου και στις πολιτικές και στρατιωτικές συμφωνίες, αλλά στην Ορθόδοξο Πίστη και στην καθαρή ζωή μας. Να μη α­μαρτάνωμε, κάνοντας τρόπο ζωής μας τα συνθήματα της δυτικής Βαβυλώνας, για να μη προκαλέσουμε την δικαία οργή του Θεού στο Έθνος. Και στην εσχάτη περίπτωσι, αν δεν το κάναμε μέχρι τώρα, να ανανή­ψουμε, να μετανοήσουμε, και ο Θεός είναι δυνατός να χορηγή στον λαό Του επίγεια καταξίωσι και να κα­τευθύνη την πορεία του προς την επουράνιο Πόλη, της οποίας εύχομαι όλοι να αξιωθούμε με την Χάρη του Χριστού. Αμήν.




(Από τό περιοδικόν Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, α­ριθμ. 23 του 1998). *




______________________________ 1. Συμεών Θεσσαλονίκης, Επιστολή προτρεπτική προς σωτη­ρίας οδόν, αποσταλείσα εν ταις κατά πάσαν την επαρχίαν αυτού α­γίαις του Θεού εκκλησίαις, παρά Balfour David, Έργα θεολογικά, έκδ. Πατρ/κού Ιδρύμ. Πατερικών Μελετών, Θεσ/νίκη 1981, σ. 90. 2. Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον, έκδ. ΑΣΤΗΡ, Αθήναι 1961, σ. 12, 14. 3. Ενθ' ανωτ., σ. 14. 4. Γενναδίου Σχολαρίου, Άπαντα τα ευρισκόμενα, έκδ. των Louis Petit, Χ.Α Siderides, Martin Jugie, Ρaris 1930, τόμο 4ος, σ. 179. 5. Ενθ' ανωτ., σ. 216. 6. Συμεών Θεσσαλονίκης, ένθ' ανωτ., σ. 87. 7. Ενθ' ανωτ., σ. 88. 8. Ενθ' ανωτ., σ. 93-94. 9. Γενναδίου Σχολαρίου, ένθ' ανωτ., τόμο 3ος, σ. 157, νοημα­τική απόδοσις.

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2009

Η θεολογία του Σώματος


παπα Νικόλαου Λουδοβίκου
Χριστός Ανέστη,

Ευχαριστώ τον κύριο Μητρόπουλο***, για όσα είπε και κυρίως για την τελεία που έβαλε μόλις ξεστόμισε την λέξη «παράγει λόγο», την φράση «παράγει λόγο». Πράγματι μ' αρέσει η λέξη λόγος, έτσι στον ενικό. Εάν έλεγε «παράγει λόγια» θα σηκωνόμουνα να φύγω, θα έλεγα «ωχ, εδώ αυτό είναι βαρύ». Αλλά εάν παράγεται λόγος, ξέρετε πόσο βαθειά είναι αυτή η ελληνική λέξη. Λόγος είναι μια βαθυνόητη λέξη ελληνική, η οποία διατήρησε, ξέρετε, το νόημά της και στη θεολογική παράδοση.
* Πάτρα, Κυριακή, 10-05-2009: Ομιλία στο Ξενοδοχείο «Αστήρ» της Πάτρας με αφορμή την εορτή του προστάτη των οδοντιάτρων, Αγίου Αντύπα. Τη διοργάνωση έκανε ο σύλλογος οδοντιάτρων Πάτρας. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά.
Όλοι γνωρίζετε ότι το δεύτερο Πρόσωπο της Τριάδος είναι ο Λόγος. Είναι οι Λόγοι επίσης των όντων, τα άκτιστα θελήματα του Θεού, που βρίσκονται πίσω από την Δημιουργία. Έτσι λόγος σημαίνει και στοχασμός, σημαίνει και διάλογος - έτσι δεν είναι; - σημαίνει και σκοπός, σημαίνει και φύσις, κατά τους προσωκρατικούς, σημαίνει και την θεότητα, σημαίνει και την ελευθερία ακόμη. Και βεβαίως σημαίνει και την αλήθεια.

Η μετοχή μας σε όλα αυτά τα πράγματα θα μπορούσε να θεωρηθεί, είτε είμαστε θεολόγοι, είτε δεν είμαστε, ότι αποτελεί ένα ζητούμενο ζωής. Έλεγα στον κύριο Μητρόπουλο λοιπόν, εις απάντηση ενός σχετικού ερωτήματος, ότι η θεολογία αξίζει να ακουστεί και αυτός που παράγει λόγο, όταν προέρχεται από μια τέτοια αναζήτηση, ξέρετε. Είναι πολύ μεγάλη υπόθεση η θεολογία, για να είναι μια απλή επανάληψη, έτσι, αληθειών, τις οποίες κανείς δεν ξέρει ακριβώς πια γιατί υπήρξαν κάποτε αλήθειες. Κάθε αλήθεια πρέπει να δοκιμάζεται σήμερα, εδώ και τώρα. Η αλήθεια του Θεού και η αλήθεια του ανθρώπου, και όλα αυτά τα μεγάλα πράγματα που λέμε έτσι, στην Εκκλησία και στο Σύμβολο της Πίστης είναι μεγέθη τα οποία δοκιμάζονται ξανά εδώ και τώρα. Γι' αυτό και η θεολογία, όταν παράγεται, ανήκει σε αυτούς που ζουν γι' αυτήν ή από αυτήν, ή για χάρη της, δηλαδή ζουν εξ αιτίας της, ζούνε για να αναζητούν αυτό το οποίο στον χώρο της Θεολογίας φιλοξενείται.

Μου αρέσει αυτό και οι μεγάλοι θεολόγοι που έτυχε να συναντήσω, είτε ζωντανοί, είτε μέσα στα κείμενά τους και οι μικροί-μεγάλοι θεολόγοι που συνάντησα μέσα στον λαό, μέσα στους μοναχούς και μέσα στον απλό κόσμο και μέσα στους απλούς παπάδες, ήταν όλοι μεγάλοι αναζητητές. Ήταν άνθρωποι οι οποίοι λειτουργούσαν καθολικά και ψυχοσωματικά - έτσι θα μπούμε σιγά-σιγά και στο θέμα της ομιλίας μας -, μέσα στην αρμονία αυτής της αλήθειας, ήτανε άνθρωποι οι οποίοι όχι μόνον δεν ζούσαν με τα αυτονόητα αλλά άνθρωποι οι οποίοι στην κυριολεξία συντονίζονται με τις μεγαλύτερες και πιο ουσιαστικές λαμπρές στιγμές αυτής της αλήθειας. Η ζωή έτσι αποκτά περιεχόμενο ξέρετε, διαφορετικά, είτε είμαστε θεολόγοι είτε όχι, είτε θεολογούμε, είτε είμαστε πιστοί, είτε όχι, η ζωή μας κυλάει σε ένα είδος θεολογίας, δηλαδή, όπως λένε οι Γάλλοι, τρέχει στο ποτάμι, τρέχει σαν το νερό μέσ' στο ποτάμι και κανείς δεν μπορεί να την σταματήσει και κανείς δεν μπορεί να δώσει νόημα στην ζωή αυτή.
Μια και μίλησα για αλογία, νομίζω ότι είναι μια καλή πόρτα, μια καλή είσοδος, για να εισάγω το θέμα το σημερινό μας, το θέμα του σώματος γιατί για τους πολλούς, όσοι είναι παρόντες σήμερα και κυρίως όσους είναι απόντες, η χαρά που προσφέρει το σώμα, η χαρά της αλογίας ξέρετε, για την οποία μιλάω τώρα, θα εξηγηθώ, μην βιάζεστε και θα εξηγήσω γρήγορα τι προσπαθώ να πω.

Το σώμα προσφέρει την χαρά μιας συγκριτικής δραπέτευσης, σε έναν μικρό ή μεγάλο ιδιωτικό κόσμο απόλαυσης ο οποίος όμως και η οποία δραπέτευση, μου κάνει την ζωή όμορφη. Όταν απέναντί μου έχω για παράδειγμα τον άτεγκτο θεσμό, όταν έχω έτσι τον κοινωνικό ας πούμε καταναγκασμό, όταν έχω τον πολιτικό ολοκληρωτισμό, όταν έχω μια καθολική και αναγκαστική αλήθεια, όταν δεν με πείθει αυτό που πείθει τους πολλούς, όταν ο λόγος ο κοινός, ο λόγος της εκκλησίας, ο λόγος του κράτους, ο λόγος της παιδείας, δεν με κερδίζει πλέον, έχω ένα καταφύγιο. Και το καταφύγιο αυτό είναι αυτή η αλογία, η μικρή αλογία που είναι το σώμα μου, το οποίο μου δίνει ανάπαυση, χαρά, ηδονή, ευτυχία, ζεστασιά, επικοινωνία και πέραν αυτών μικρές και μεγάλες δραπετεύσεις προς όλες τις κατευθύνσεις αυτές, έτσι ακριβώς μικρούς ιδιωτικούς μυστικισμούς. Ο μυστικισμός της κατανάλωσης, ο μυστικισμός του ερωτισμού - του ερωτισμού είναι μια άλλη υπόθεση -, ο μυστικισμός της μόδας, ο μυστικισμός όλων αυτών των, όπως είπα, ιδιωτικών μικρών δραπετεύσεων έτσι, που φαίνεται να κάνουν την ζωή άξια να την ζήσει κανείς.
Έτσι λοιπόν πρέπει να ξέρετε ότι στην Δύση το σώμα, για πάρα πολλούς αιώνες, για να μην πω για χιλιετίες, δεν υπήρξε τίποτα περισσότερο από αλογία, αυτή η αλογία. Βεβαίως στην αρχή αυτό ήταν μια φιλοσοφική καταδίκη, μετά έγινε διεγερτική απόλαυση. Η δυνατότητα, όπως λέει ένας μεγάλος Γάλλος ποιητής ο Ρεμπώ, να έχω την αλήθεια μέσα σε μια ψυχή και μέσα σε ένα σώμα, δηλαδή να μετέχω ψυχοσωματικά στην αλήθεια, όχι να έχω την αλήθεια δήθεν στην ψυχή και την διαφυγή από την αλήθεια στο σώμα, δηλαδή να υποχρεούμαι να δεχθώ κάτι σαν αλήθεια και να δραπετεύω σωματικά από αυτήν. Η αλήθεια λοιπόν αυτή, το να έχω την αλήθεια μέσα σε μια ψυχή, σε ένα σώμα, είναι κάτι το οποίο υπήρξε πάρα πολύ δύσκολο, και ουσιαστικά πέρασαν πάρα πολλοί αιώνες στην Δύση και δυτικοί είμαστε εμείς ουσιαστικά, προτού συμβεί. Πρέπει να ξέρετε δε ότι αυτό ξεκίνησε ουσιαστικά από την αρχαία φιλοσοφία, έτσι.
Για να μπω απότομα στο θέμα, αν διαβάσετε τον Πλάτωνα, το «Θέατρον» του Πλάτωνος, θα δείτε ότι στο τέλος ο Σωκράτης αφού φτάσει η ώρα προτού πεθάνει, λέει στους κατάπληκτους μαθητές του ότι έφτασε η ώρα της ελευθερίας. Μια ζωή αγωνίζομαι να πεθάνω, να λυτρωθώ από το σώμα. Τώρα ο θάνατος έρχεται και με λυτρώνει ακριβώς από αυτό από το οποίο πάλεψα τόσο πολύ για να λυτρωθώ. Πεθαίνει ευτυχισμένος, επειδή λυτρώνεται από το σώμα, έτσι. Το σώμα είναι εχθρός διότι η ουσία του ανθρώπου είναι η ψυχή. Στην αρχαία φιλοσοφία μετά τον Όμηρο, επικρατεί το μεγάλο ρεύμα του Ορφισμού, όπως ξέρετε, δεν ξέρω εάν έχουμε εδώ ειδικούς, όπου η ουσία του ανθρώπου είναι η ψυχή και η ψυχή είναι κομμάτι του Θεού, έτσι; Κομμάτι του Θεού το οποίο μπήκε μέσα εις τον κόσμο, είναι εξόριστο στον κόσμο, ενδύεται ένα σώμα, το σώμα αυτό είναι ξένο προς την ουσία της, αναγκάζεται να κουβαλάει το σώμα αυτό, να παιδαγωγείται μέσω του σώματος. Στη συνέχεια θα χρειαστεί να περάσει σε άλλες μετενσαρκώσεις, για να παιδαγωγηθεί ακόμη περισσότερο, να μάθει δηλαδή να μην ζει την ζωή του σώματος, και κάποια στιγμή πρέπει να γλυτώσει από αυτές τις μετενσαρκώσεις, έτσι και να ξαναγυρίσει στον υπερουράνιο τόπο από όπου είναι φυγάς θεόθεν και αλήτης, κατά τον λόγο του Φίλωνος, που επαναλαμβάνει έναν λόγο του Εμπεδοκλή, έτσι, φυγάς θεόθεν και αλήτης.

Λοιπόν αυτή η μετενσάρκωση η οποία είναι ένα γεγονός παιδείας, δεν είναι ευχάριστη, μόνον οι έλληνες δημοσιογράφοι θεωρούν ευχάριστη την μετενσάρκωση, για τον αρχαίο η μετενσάρκωση είναι τραγωδία, γι' αυτό και βλέπετε οι ορφικοί φοράνε άσπρα γιατί ελπίζουν ότι δεν θα μετενσαρκωθούν ξανά, οι πιστοί των μεγάλων μυστηριακών θρησκειών οι πυθαγόριοι, οι ορφικοί, ελπίζουν ότι δεν θα μετενσαρκωθούν ξανά, ότι είναι το τελευταίο τους νταλαβέρι με το σώμα αυτό το τωρινό. Θα γλυτώσουν από το σώμα, έτσι. Λοιπόν και κάποια στιγμή, εάν δεν γλυτώσουμε από το σώμα, θα κινδυνεύει να γίνει η ψυχή μας σωματοειδής, έτσι. Αυτή είναι η μεγάλη κατάντια της ψυχής μας.
Στον νεοπλατωνισμό αυτό συνεχίζεται, φανταστείτε ότι μεταξύ Πλάτωνος και νεοπλατωνισμού είναι 1000 χρόνια. Για 1000 ολόκληρα χρόνια, με μοναδική εξαίρεση τον Επίκουρο, ο οποίος θυμίζει την νέα εποχή, ουσιαστικά η φιλοσοφία είναι αντισωματική έτσι; Βεβαίως εάν ρωτήσετε πάλι τον μέσο Έλληνα δημοσιογράφο, θα σας πει ότι ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός αγαπάει το σώμα. Δεν αγαπάει το σώμα, αγαπάει την ιδέα του σώματος, γι' αυτό και δεν θα μάθετε ποτέ το όνομα του τάδε κούρου ή του τάδε δισκοβόλου. Είναι η ιδέα, η αφηρημένη ιδέα του σώματος, όχι το σώμα ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Έτσι, ελπίζω ότι στο τέλος θα έχουμε την δυνατότητα μιας μικρής συζήτησης, που θα μας δώσει την δυνατότητα να τα πούμε αυτά λίγο περισσότερο, λίγο καλύτερα.
Λοιπόν, αν διαβάσετε λοιπόν τον Πλωτίνο θα δείτε ότι 1000 χρόνια μετά τον Πλάτωνα σχεδόν, ότι να σας λέει ότι ήμασταν κάποιοι ουράνιοι άνθρωποι λέει, που περιπολούσαμε σε έναν ουράνιο τόπο, κάποια στιγμή «προσήλθε άνθρωπος άλλος είναι εθέλων» ήταν κάποιος άλλος, μας δελέασε, πήρε την ψυχή που ήμασταν, την φόρεσε και πήγε στον κόσμο. Και με τον τρόπο αυτό είμαστε καταδικασμένοι σε μία σωματοειδή ζωή. Η ψυχή μας, το κατώτερο μέρος της, το παθητικό μέρος, τα συναισθήματα και οι επιθυμίες, δένονται με το σώμα, και παιδεύονται, και υποφέρουν, το ανώτερο μέρος της ψυχής όμως, ο νους, πρέπει να ξαναγυρίσει από εκεί που ήτανε, έτσι ο δίκαιος «εν τω θεωρείν το είναι έχειν», λέει ο Πλωτίνος. Ο δίκαιος έχει την ζωή την πραγματική στην θεωρία, όταν φεύγει δηλαδή από το σώμα, το οποίο είναι αισχρόν, τόσο αισχρόν, «ως αίσχος είναι», δηλαδή είναι αίσχος αυτό το ίδιο. Γι' αυτό ο Πλωτίνος δεν θα δεχθεί ποτέ να ποζάρει για ένα άγαλμα, δεν ξέρουμε ποιος είναι, δεν θα δεχθεί να ποζάρει σε έναν γλύπτη ποτέ, να του φτιάξει αυτή την εικόνα, την φθαρτή εικόνα.



Λοιπόν είναι σημαντικά όλα αυτά που λέμε, για να καταλάβετε την μεγάλη επανάσταση η οποία έγινε από τον Χριστιανισμό στο σημείο αυτό. Και είναι μια πολύ μεγάλη επανάσταση διότι, για πρώτη φορά η ουσία του ανθρώπου δεν είναι πλέον το σώμα του, δεν είναι πλέον (συγγνώμη) η ψυχή του, ούτε το σώμα του, έτσι, αλλά το όλον αυτού, έτσι. Επειδή μιλάω με χωρία, αυτό είναι ένα βιβλίο δικό μου, το οποίο η μόνη του δουλειά εδώ είναι να βοηθάει κανένα χωρία να διαβάσω έτσι, δεν ξέρω εάν θα μου στοιχίσει αυτό την κούρασή σας, αλλά μερικά φρασίδια καμιά φορά βοηθάνε πιο πολύ, από τον δικό μας λόγο. Λοιπόν ο άνθρωπος δεν είναι η ψυχή, αλλά το έμψυχο σώμα. «Ο νουν και λόγον δεξάμενος εστίν άνθρωπος, ου ψυχή καθ' εαυτήν». Δεν είναι μόνο η ψυχή καθεαυτή ο άνθρωπος", λέει ο Αθηναγόρας, έτσι. Μιλάμε για τις πρώτες δεκαετίες της μ.Χ. εποχής. «Άνθρωπον άρα δε των εξ αμφοτέρων, σώματος και ψυχής όντα, διαμένειν εσαεί ανάγκη εστί». Επομένως εάν αυτό το πράγμα είναι ο άνθρωπος, πρέπει ο άνθρωπος να παραμένει εσαεί, να μπορεί να υπάρξει αιώνια έτσι όπως είναι.
Εάν το σώμα δεν μπορεί να συνδιαιωνίζει με την ψυχή, λέει ο Αθηναγόρας, αυτό σημαίνει δύο πράγματα ή ότι δεν το έπλασε ο Θεός ή ότι δεν είναι αρκετά Θεός ούτως ώστε να το σώσει. Άρα μιλώντας για σωτηρία του ανθρώπου, δεν μπορούμε να μιλάμε μόνο για σωτηρία της ψυχής του, μπορούμε να μιλάμε μόνον για μια ψυχοσωματική του πιθανή αιωνιοποίηση, αφθαρτοποίηση. Η προοπτική αυτή είναι σας είπα συγκλονιστικά καινούργια. Η εβραϊκή λέξη «νεφές» η βιβλική λέξη αυτή, δεν σημαίνει ψυχή, σημαίνει ύπαρξη. Μιλάμε για μια ύπαρξη, σώζεται αυτό όταν λέμε καμιά φορά στην καθημερινή μας γλώσσα, ακόμη και σήμερα, που έχουμε γίνει όλοι πλατωνικοί, ότι έπεσε το αεροπλάνο και χαθήκανε 100 ψυχές. Εννοεί 100 ψυχοσωματικές υπάρξεις.
Ο άνθρωπος λοιπόν δεν είναι μόνο σώμα, είναι και ψυχή. Επεκτείνεται από τους πρώτους αυτούς πατέρες το «κατ' εικόνα» και στο σώμα, ενώ τα κατ' εικόνα κατ' αρχήν υπήρχε μία τάση, μια πλατωνική επίδραση, να αποδίδεται μόνο στην ψυχή. Ο άνθρωπος είναι κατ' εικόνα Θεού και η ψυχή του και το σώμα του. Το σώμα δηλαδή είναι εξ' ίσου πνευματικό με την ψυχή. Αυτό το πράγμα είναι μια επανάσταση, πολύ μεγάλη επανάσταση, η οποία επισυνέβη στα πρώτα χρόνια, τους πρώτους αιώνες της ελληνικής πατερικής γραμματείας. Επιμένω σε αυτό διότι έχουμε γιατρούς εδώ ανάμεσα, θα ξέρετε ότι μέχρι την εποχή του Λαμετρύ, 18ο αιώνα, στη Δύση ακόμα και μεγάλοι φυσιολόγοι, όπως ο Ρεζάλιους ή ο Γουίλις στην Αγγλία, αισθάνονται υποχρεωμένοι να ψάξουν να βρούνε τόπο για την ψυχή την άυλη, για να πείσουν τις εκκλησιαστικές αρχές να τους επιτρέψουν να κυκλοφορήσουν τα έργα τους.
Ο μεγάλος Ντεκάρτ, ο Καρτέσιος, έτσι, αφού βεβαιώνει και αυτός ξεκάθαρα ότι η ουσία του ανθρώπου είναι μια άυλη ψυχή, έτσι, ψάχνει να βρει πως ενώνεται με το σώμα. Διότι στη Δύση, μέσω του Αυγουστίνου, πέρασε αυτός ο πλατωνικός δυαλισμός και δεν διορθώθηκε ουσιαστικά ποτέ. Διορθώθηκε μόνον όταν εμφανίστημε ουσιαστικά ο Νίτσε και ο Φρόυδ. Και έχουμε την πρώτη, θα σας πω με ποιο τόπο, εισαγωγή του σώματος στην ανθρωπολογία για την Δύση, έτσι. Και σπερματικά βέβαια, έγινε από τον Σοπενάουερ και βεβαίως από τους χονδροειδείς λεγόμενους υλιστές, τον Φόγκ, τον Λαμετρύ και Τπαν του διαφωτισμού, τους οποίους εγώ θεωρώ θεολογικότατους. Πιο θεoλόγους από τους θεολόγους της εποχής μας, παρόλο που λέμε ότι είναι άθεοι. Γενικά μην σας τρομάζει κανείς που λέει ότι είναι άθεος, συνήθως απορρίπτει μια εικόνα του Θεού, έτσι μου έλεγε μία δημοσιογράφος πριν από καιρό, πριν από την Μεγάλη Εβδομάδα, με πήρε και μου λέει «πάτερ, να κάνουμε μια εκπομπή διότι σας εκτιμώ. Αλλά εγώ είμαι άθεη». Έ της λέω και εγώ άθεος είμαι, σε σχέση με τον Θεό αυτό που έχετε στο νου σας. Ακόμη δεν έχω βρει εγώ έναν άθεο, ο οποίος να απορρίπτει τον Θεό αυτό που έχω στο μυαλό μου, που έχουν οι Πατέρες στο νου τους, έτσι. Γι' αυτό η αθεΐα είναι πολύ χρήσιμη εμπειρία, μας βοηθάει στην αποειδωλοποίηση, και αν δεν κάνουμε αποειδωλοποίηση, Θεό δεν βλέπουμε. Παρένθεση ήταν αυτό.
Λοιπόν, στην Ανατολή υπήρξε βεβαίως ο Ωριγένης. Έχουμε θεολόγους εδώ και νοιώθω υποχρέωσή μου να έχω και αυτή την πλευρά πάντοτε, δηλαδή να μην σας μιλάω με συμπεράσματα, να σας βάζω λίγο να σκέπτεστε. Λοιπόν ο Ωριγένης ήταν πλατωνικότατος. Ναι, αλλά μετά τον Ωριγένη θα έλθει ο Μάξιμος, ο οποίος θα διορθώσει τον Ωριγένη. Εάν διαβάσετε τον Ωριγένη, είναι σαν να διαβάζετε Πλάτωνα και Πλωτίνο. Ό άνθρωπος είναι κάποιος νους, στα ουράνια περιπολεί και κάποια στιγμή βαριέται να είναι πνεύμα, τι πιο φυσικό; Βαριέται να είναι ένα στείρο πνεύμα, το οποίο ατενίζει ένα άλλο στείρο πνεύμα, που είναι ο Θεός. Κόρος, η έννοια του κόρου, έτσι, είναι θεολογική έννοια στον Ωριγένη. Και επειδή βαριέται αρχίζει να πέφτει και ο Θεός μόλις αρχίζει να πέφτει τον ενδύει με σώμα. Έτσι η δημιουργία είναι ουσιαστικά μία πτώση και η υλικότητα είναι μία πτώση, είναι πτώση στην υλικότητα. Σκοπός είναι να γλυτώσουμε από το σώμα και να ξαναγυρίσουμε πάλι.
Λοιπόν αυτά υποτίθεται, ο Ωριγένης ότι είναι χριστιανός αλλά είναι πλατωνικός περισσότερο παρά χριστιανός. Διότι εάν το σώμα, εάν η ύλη είναι μία πτώση, τότε υπεύθυνος κάθε πτώσης είναι ο Θεός, έτσι, εάν έφτιαξε αυτός το σώμα. Εάν δεν έφτιαξε αυτός το σώμα, υπάρχουν δύο Θεοί, ένας που έφτιαξε τα πνευματικά και ένας που έφτιαξε τα σωματικά. Και περνάμε άνετα στον γνωστικισμό τον λεγόμενο, έτσι, τον μανιχαϊσμό αν θέλετε. Λοιπόν εάν όμως ο Θεός έπλασε το σώμα, τότε αυτό σημαίνει ότι δεν είναι απλά πτώση η σωματοποίηση. Μήπως είναι ακριβώς το αντίθετο; Μήπως είναι μία ευκαιρία ακριβώς για πνευματοποίηση του παντός; Μήπως είναι κάτι διαφορετικό, να το δούμε. Αλλά όπως σας είπα στην ανατολή υπήρξε ο Μάξιμος ο ομολογητής ο οποίος - και οι Καππαδόκες πριν από αυτόν - και ο Μακάριος ο Αιγύπτιος, οι οποίοι ξεκάθαρα είπαν ότι δεν είναι ουσία του ανθρώπου η ψυχή του, ούτε βέβαια μόνον το σώμα του, αλλά το «όλον αυτού».
Μια άλλη φράση γι' αυτό είναι η λέξη «συναμφότερον» στον Παλαμά, αιώνες μετά. Είναι το «όλον αυτού», δηλαδή το άθροισμα και κυρίως κάτι περισσότερο από το άθροισμα. Δηλαδή όταν προσθέσετε ψυχή και σώμα, πάλι δεν παίρνετε τον άνθρωπο. Γιατί ο άνθρωπος είναι η ενεργή οικειοποίηση και της ψυχής και του σώματος. Ο άνθρωπος είναι μία άποψη, ο άνθρωπος είναι μία στάση, είναι μία όψη του όλου. Επομένως είναι η ελευθερία η οποία υπάρχει σε ένα σώμα και σε μία ψυχή. Ο άνθρωπος και αυτό ακριβώς είναι η εικόνα του Θεού. Και ακριβώς επειδή η εικόνα του Θεού είναι ελευθερία, δεν είναι ανάγκη να είναι μόνον η ψυχή η εικόνα αυτή. Και το σώμα μπορεί και πρέπει να είναι ελεύθερο. Θα το εξηγήσουμε αυτό παρακάτω.
Στην Δύση όμως δεν υπήρξε Μάξιμος, δεν υπήρξε Παλαμάς και έτσι ο Αυγουστίνος κυριάρχησε. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά από αιώνες, ο Αυγουστίνος τον 4ο αιώνα, ο Καρτέσιος μετά από 12 αιώνες και παραπάνω, θα σας πει «cogito ergo sum», έτσι «σκέπτομαι άρα υπάρχω». Δεν λέει πονάω άρα υπάρχω, δεν λέει ερωτεύομαι άρα υπάρχω, τι λέει: σκέπτομαι, άρα υπάρχω. Δηλαδή επιμένει η παλαιά πλατωνική, αυγουστίνεια θέση, ότι ο άνθρωπος είναι ψυχή και η ουσία της ψυχής τι είναι: η σκέψη. Έτσι δεν είναι; Ουσία της ψυχής είναι ο νους, όχι το μέρος εκείνο το σωματοειδές, οι επιθυμίες ή τα συναισθήματα που ακουμπάει το σώμα, αλλά ο νους, ο καθαρός νους. Εδώ υπάρχει πλατωνισμός και εδώ υπάρχει και στωϊκισμός, διότι για τους στωϊκούς η ουσία του νου, η ουσία της ψυχής είναι ο νους. Αυτό μοιάζει με τον Θεό. Ο Θεός δεν μπορεί να έχει συναισθήματα, δεν μπορεί να έχει επιθυμίες, είναι απαθής. Και για να είναι απαθής πρέπει να είναι καθαρός νους. Έτσι νόησις, νοήσεως, να βρει τον εαυτό του. Είναι δύσκολα όλα αυτά; Λοιπόν όπως και να είναι, αξίζει τον κόπο νομίζω, να κάνουμε μια βουτιά μιας και τα δύσκολα έχουν αξία γενικώς.
Λοιπόν επιμένω σε αυτό γιατί σήμερα εμφανίζεται μία μεγάλη σύγχυση, στα θέματα αυτά. Θα την εξηγήσουμε, θα μπούμε στην σύγχυση αυτή. Να τελειώσω λίγο με την ιστορία. Στη δύση θεωρήθηκε λοιπόν ότι ουσία του ανθρώπου είναι η ψυχή του, η σκέψη, η σκεπτόμενη ψυχή. Το εγώ είναι ουσιαστικά ένα σκεπτόμενο εγώ που είναι πάνω από το σώμα, πάνω από την παράδοση, πάνω από τα αισθήματα, πάνα απ' όλα, αυτό είναι το εγώ. Το καρτεσιανό, του Κάντ αυτό είναι το εγώ, αυτό το detouched, το αποσυνδεδεμένο εγώ, όπως ονομάστηκε από κάποιους ιστορικούς της φιλοσοφίας. Ναι αλλά κάποια στιγμή, αυτό το αποσυνδεδεμένο, καθαρά ψυχικό εγώ, το οποίο απελευθέρωσε τεράστιες πνευματικές δυνάμεις στην ιστορία, είναι αλήθεια έτσι γεννήθηκε η νεώτερη τεχνική, η νεότερη επιστήμη στην δύση, από έναν άνθρωπο που είναι καθαρή σκέψη. Ναι ανακάλυψε κάποια στιγμή το εγώ αυτό ότι έχει ένα σκοτεινό υπόγειο. Ανακάλυψε ότι άλλα λέει, άλλα κάνει και άλλα επιθυμεί για παράδειγμα. Ανακάλυψε τα μπερδέματα της γλώσσας, τις αστοχίες του συναισθήματος, τα αδιέξοδα έτσι της καθημερινότητας, να σκέπτομαι τα πάντα και κάτι περισσεύει. Υπάρχει ένας κόσμος ολόκληρος, ένα υπόγειο με όντα ζωντανά που βροντούνε από κάτω, έτσι. Και επιβουλεύονται την δήθεν ελευθερία και την δήθεν ασφάλεια του σκεπτόμενου εγώ.
Είναι το ασυνείδητο το περίφημο, γι' αυτό σας είπα ότι ο Φρόυδ ανήκει στους ευεργέτες της δύσης. Μας είπε ότι έχουμε και ενορμήσεις και βεβαίως οι ενορμήσεις ριζώνουν βαθειά στην σωματικότητα, έτσι δεν είναι; Ριζώνουν βαθειά στο σωματικό, δεν είναι σκέψεις οι ενορμήσεις, είναι ένστικτα. Πως θα κάνουμε καλά τα ένστικτα; Με την σκέψη κάτι γίνεται, με τα ένστικτα τι θα κάνουμε, καταλαβαίνετε; Δημιουργείται λοιπόν εδώ για πρώτη φορά, έτσι, προϋπόθεση για να εισβάλλει ένας αντάρτης, να εισβάλλει η εκδίκηση του σώματος αυτή, έτσι, επειδή δεν θεωρήθηκε μέλος, μέρος μιας λογικής εικόνας του Θεού, επειδή δεν του αποδόθηκε η εικόνα του Θεού, εισβάλλει τώρα ως αντάρτης το σώμα, καταλάβατε; Στη δύση εισβάλλει ως επαναστάτης. Δεν ξέρω πως, εάν έχουμε φιλοσόφους, αλλά αν έχουμε φιλοσόφους θα ξέρουν όλοι τον Φουκώ, είναι τραγική η ζωή του και με τραγικό θάνατος με τον οποίο πέθανε, που αυτοκτόνησε.
Και στις μέρες μας ο Φουκώ δίδασκε ακριβώς αυτό ότι η υπερβατικότητα, η υπέρβαση, ο τρόπος να βγω από την καθημερινότητα, από την καταπίεση, είναι το σώμα μου. Το ξαναλέω, γίνεται το σώμα το υπόλειμμα το οποίο επιστρέφει θορυβωδώς, αλλά ως αντάρτης και ως κάποιος ο οποίος καταστρέφει ουσιαστικά την ησυχία του, έτσι, ευρωπαίου ανθρώπου. Απωθήθηκε το σώμα στον έρωτα, τον δυτικό. Εάν διαβάσετε τα ιπποτικά μυθιστορήματα, κανένα από αυτά δεν περιέχει ερωτική πράξη και κανένα από αυτά δεν τελειώνει με ένωση των εραστών, σε αντίθεση με τα βυζαντινά μυθιστορήματα που τελειώνουν όλα με γάμο, ή αρχίζουν με γάμο και στη συνέχεια υπερασπίζονται τον γάμο.
Ο έρως στην δύση είναι αληθινός μόνο ως απουσία του ή ως φανταστική μοιχεία. Επιστρέφει λοιπόν το σώμα ως πορνογραφία στη δύση για παράδειγμα, διότι ο έρως -ο ιπποτικός έρως- που γεννήθηκε στην δύση από την αίρεση την χριστιανική των βογοβίνων ή παυλικιανών που δυστυχώς δεν παντρεύονταν και έτσι δεν υπάρχουν σήμερα, λοιπόν ήτανε καθαροί αυτοί, ήτανε εγκρατίτες αυτοί και οτιδήποτε σωματικό φοβόταν ότι τους μολύνει, επιστρέφει σαν πορνογραφία στη δύση λοιπόν. Επιστρέφει σαν ένωση στο ψυχικό επίπεδο, επιστρέφει σαν και αυτό που είπα στην αρχή αν μη τι άλλο, σαν μια μικρή ιδιωτική αλογία, η οποία με βοηθάει να αντιμετωπίσω, να ανταπεξέλθω τις δυσκολίες του ορθολογισμού, είτε είναι αυτός θεσμός λέγετε, είτε είναι επιστήμη, είτε είναι ολοκληρωτισμός, είτε είναι το δυτικό κράτος, το οποίο σημειωτέον διαφέρει πολύ από το βυζαντινό κράτος, το δυτικό κράτος θα πρέπει να κάνουμε μια ολόκληρη διάλεξη για να πούμε πως γεννήθηκε, ένα κράτος βαθειά ορθολογικό, στο οποίο προσχωρείς με τον νου, δεν προσχωρείς απλά, δεν το ανέχεσαι.
Για εμάς το κράτος είναι εσχατολογικό, είναι κάτι στο οποίο βολευόμαστε γιατί υπάρχει η βασιλεία του Θεού που έρχεται. Για τον δυτικό είναι ο λόγος του Θεού πάνω στην γη. Έ, αυτό λέει ο Χαίγκελ, αυτό είναι το κράτος, είναι κάτι το οποίο δεν μπορείς να το αγνοήσεις υπαρξιακά, γι' αυτό και δεν μπορείτε να πείσετε -εγώ δεν κατάφερα να πείσω, χρόνια στην Αγγλία-, ούτε έναν Άγγλο να κάνει φοροδιαφυγή. Ενδοβάλλει το κράτος, το ενδοβάλλει, νοιώθει ενοχή όταν κάνει φοροδιαφυγή, νοιώθει ότι διαταράσσει τον Θεό τον ίδιο, τον λόγο του κόσμου, ο οποίος ενσαρκώνεται στο κράτος. Δεν μπορεί να κάνει φοροδιαφυγή, λοιπόν.
Ήμουνα μια φορά στο Καίμπριτζ, από τις πολλές φορές που πηγαίνω κάθε τόσο, και έπρεπε να σταματήσω οπωσδήποτε και είχε μια διπλή κίτρινη γραμμή, που σημαίνει ότι καλύτερα να πεθάνεις, παρά να σταματήσεις εκεί. Παρά ταύτα είχα μερικούς Άγγλους να ξεφορτώσω, και λέω ας το κάνω με τον ελληνικό τρόπο, ανέβηκα στο πεζοδρόμιο μεγαλοπρεπώς και πατάω τις γραμμές. Τους κόπηκε η ανάσα. Με κοίταζαν έτσι με ανοικτό το στόμα. Και μετά ένας μου λέει, ίσα ίσα που το άκουσα, λέει «I like it!», μου αρέσει! Καταλάβατε, είναι η αλογία. Εάν πάτε στην Αγγλία την Παρασκευή το βράδυ θα δείτε τον καθηγητή σας στο Καίμπριτζ να είναι στουπί με μία τεράστια κανάτα μπύρα στο κεφάλι δίπλα του και να είναι ο ίδιος άνθρωπος. Την Δευτέρα θα είναι ακέραιος στην θέση του, καταλάβατε; Και απαιτεί και από εσάς να είστε πολύ σοβαρός μαζί του. Την Παρασκευή το βράδυ ήτανε αυτού του είδους η αλογία, η οποία έτσι; Επιστρέφει το σώμα λοιπόν στην σύγχρονη ζωή ακατέργαστο, ακριβώς επειδή δεν του αποδώσαμε την εικόνα του Θεού, ακριβώς διότι δεν καταφέραμε, μαζί με την πατερική παράδοση την ελληνική να καταλάβουμε, όπως λέει ο Παλαμάς, ότι το σώμα έχει «ενσυνενωμένας πνευματικάς διαθέσεις».
Έχει πάνω του, βαθειά πάνω του, πνευματική διάθεση. Είναι ένα πνευματικό γεγονός, όχι λιγότερο πνευματικό από την ψυχή, και όταν προφέρουμε την λέξη χάρις, η χάρις αυτή δεν αφορά μονάχα τον νου, αντιθέτως αφορά εξίσου ή και περισσότερο και το παθητικό μέρος της ψυχής και τα συναισθήματα δηλαδή και τις επιθυμίες και το σώμα. Δηλαδή ο Θεός ασχολείται με το σώμα πολύ σοβαρά. Δηλαδή οτιδήποτε κάνω με το σώμα, δηλαδή τα πάντα, δεν υπάρχει τίποτα που να μην κάνω με το σώμα, ο νους είναι ενσώματος, σήμερα το ξέρουμε, νομίζω την άλλη φορά σας είπα κάτι γι' αυτό, άρχισα κάτι να λέω, η σημερινή νευροψυχολογία το ξέρει αυτό, ότι ο νους είναι ενσώματος, έτσι δεν είναι; Όλα τα μαθηματικά του Καρτεσίου πρώτον απάγεται από σωματικές σχέσεις και από σωματικές έννοιες έτσι δεν είναι; Δεν ξέρω αν θυμάστε, νομίζω ότι είχα πει την άλλη φορά όλοι μας ας πούμε εδώ λένε ότι η αγάπη είναι θερμή. Γιατί είναι θερμή η αγάπη; Γιατί όλοι έχουμε ως παιδιά την εμπειρία του όταν μας αγκαλιάζει η μάνα μας και να μας σφίγγει στο σώμα της. Βλέπετε φτιάχνω έννοια, νοητική έννοια με βάση μια σωματική αίσθηση.
Σε όλες τις γλώσσες λέμε «τόπιασα», σε όλες τις γλώσσες το λέμε αυτό, το κατάλαβα. Γιατί το μικρό το παιδί τι κάνει για να καταλάβει; Πιάνει τα αντικείμενα. Για όλους μας οι δυσκολίες είναι φορτία, πολύ βαρύ φορτίο, διότι από μικροί έχουμε την εμπειρία ότι κάτι πολύ βαρύ δυσκολευόμαστε να το σηκώσουμε. Τι είναι δηλαδή μαρτυρίες όλα αυτά που λέω, ότι ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματική ύπαρξη. Δεν είναι μόνον νους, δεν είναι μόνον ψυχή, αλλά είναι ακριβώς ενσώματος νους. Ένας νους ο οποίος μόνον ως σωματικός νους είναι δυνατόν να υπάρξει. Αυτό έχει φοβερές συνέπειες διότι εάν είναι τέτοιος ο άνθρωπος, έτσι, κάπως έτσι πρέπει να τον βλέπει και ο Θεός. Δηλαδή δεν μπορεί ο Θεός να βλέπει μόνον την ψυχή, πρέπει οπωσδήποτε να ασχολείται και με οτιδήποτε άλλο, έτσι; Αρκεί να σας πω στο σημείο αυτό ότι και ο ίδιος ο διαχωρισμός μεταξύ ψυχής και σώματος στην πατερική παράδοση την ελληνική δεν είναι τόσο σαφής.
Πρέπει να ξέρετε ότι η ψυχή δεν είναι άυλη στους πατέρες. Δεν είναι άυλη, όπως εξηγεί ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, μόνον σε σχέση με την υλική παχύτητα του σώματος. Είναι υλική η ψυχή, αποτελείται από λεπτότατη ύλη. «Πνεύμα λεπτόσωμον εστίν η ψυχή», λέει ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, αντιγράφοντας ουσιαστικά τον μεγάλο πατέρα και δάσκαλο της δογματικής τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό έτσι, ο οποίος λέγει «ου πάντι άυλος εστίν η ψυχή, πάντι γαρ άυλος εστίν ο Θεός», μόνον ο Θεός είναι παντελώς άυλος. Η ψυχή είναι και γι' αυτό ακριβώς στην Ανατολή δεν ψάξαμε ποτέ να βρούμε, όπως έψαχνε ο Καρτέσιος ποιο είναι το σημείο που η άυλη ψυχή εφάπτεται με το υλικό σώμα. Διότι η ψυχή, ως υλική, είναι διάχυτη μέσα στο σώμα. Είναι εκμαγείο, υλικό εκμαγείο του σώματος. Και σε τι χρειάζεται η ψυχή στην περίπτωση αυτή, κατά τους πατέρες;
Η απάντηση την οποία δίνει ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης είναι πολύ σημαντική: είναι λέει, τολμηρή και σημαντική έτσι, είναι λέει ένα εκμαγείο, μία λεπτότατη υλική υφή που απομένει μετά τον θάνατο, για να μπορέσουμε λέει κάποτε, να μπορέσουμε να έχουμε αναδημιουργία του ίδιου ανθρώπου. Γιατί αλλιώς, λέει, η ανάσταση των νεκρών θα ήταν με δημιουργία άλλων ανθρώπων, καταλάβατε; Επομένως ένα ειδικό εκμαγείο του σώματος, έτσι, το οποίο ο Θεός θέλει να αναδημιουργήσει. Και γιατί να αναδημιουργήσει; Να αυτή η πολύ μυστήρια, θα λέγαμε, δήλωση. Γιατί να ξαναφτιάξει ο Θεός τον κόσμο; Δεν είναι καλά φτιαγμένος ο κόσμος; Βεβαίως είναι καλά φτιαγμένος ο κόσμος, όμως μέσα τον κόσμο χωράει και η δική μου ελευθερία και επειδή δρα η δική μου ελευθερία μέσα στον κόσμο, η προαίρεσή μου κάνει και σφάλματα. Κάνει αμαρτίες. Τι είναι αμαρτία; Αμαρτία είναι οτιδήποτε αποφασίζω να κάνω για πάρτη μου, για μένα μόνο. Οτιδήποτε με χωρίζει από τους άλλους. Οτιδήποτε με κλείνει στην φιλαυτία. Οτιδήποτε περιγράφεται με αυτό που ο Φρόυδ ονόμασε «δευτερογενής ναρκισσισμός», να το πω έτσι. Οτιδήποτε με απομονώνει σε εμένα τον ίδιο, είναι αμαρτία. Γιατί είναι αμαρτία αυτό; Διότι θα με οδηγήσει οπωσδήποτε σε σύγκρουση με τον άλλο, έτσι.
Ήταν δύο ασκητές, λέει μία φορά το γεροντικό, είχανε ξεχάσει να μαλώνουνε. Και κάποια στιγμή, ρωτάει ο ένας τον άλλον, «πως μαλώνουν οι άνθρωποι;». «Έ, λέει, πως μαλώνουν οι άνθρωποι, θα βάλουμε μια κανάτα στη μέση, λέει, εγώ θα πω ότι είναι δική μου, εσύ θα πεις ότι είναι δική μου, θα επιμείνουμε, και θα μαλώσουμε». Βάζουνε μια κανάτα στην μέση. Λέει ο ένας, «αυτή είναι δική μου». Λέει ο άλλος, «έ, πάρ' την». «Όχι», λέει ο πρώτος, «δεν το' πες καλά, θα πεις ότι είναι δική μου, θα το κάνουμε ανάποδα». Βάζουνε την κανάτα στην μέση, λέει ο δεύτερος, «αυτή η κανάτα είναι δική μου». Λέει ο άλλος, «δεν μπορώ να μην στην δώσω, πάρ' την». Και δεν κατάφεραν να μαλώσουν. Ο τσακωμός αρχίζει από την φιλαυτία, μόλις πω αυτή η κανάτα είναι δική μου και ο άλλος πει, βεβαίως αυτή η κανάτα δεν είναι δική σου, αλλά είναι δική μου, έτσι. Ο Θεός δεν είναι αμαρτία, γιατί δεν υπάρχει για τον εαυτό του. Η ελευθερία του, το είχαμε πει την άλλη φορά, είναι καθαρή αγάπη. Και μέσα στην Τριάδα είναι καθαρή κένωση, ο Πατήρ υπάρχει, γιατί υπάρχει ο Υιός. Φοβερό να ονομάζεσαι με το όνομα ενός άλλου. Λέμε Πατήρ και εννοούμε πάντα τι, τον Υιό. Δεν είναι ο Γιάννης που είναι και πατέρας, άρα έχει μια ξεχωριστή ύπαρξή του και μπορεί να αποκηρύξει τον υιό, το έχετε σκεφτεί ποτέ αυτό; Ο Πατήρ είναι Πατήρ, που σημαίνει ο Υιός. Αν εγώ είμαι πατήρ και πω εγώ είμαι πατήρ, θα πρέπει να υπάρχει υιός.
Αν το σκεφτείτε αυτό το πράγμα τι σημαίνει θα τρελαθείτε, δεν θα συνέλθετε εύκολα, θα περάσουν δεκαετίες να συνέλθετε, τι σημαίνει αυτό, καταλάβατε; Είναι ένας νέος τρόπος υπάρξεως. Και έρχεται λοιπόν ο Θεός, ο Χριστός στον κόσμο και μου προτείνει την ίδια ακριβώς, μου λέει ουαί υμίν γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές, σταυρώστε με! Μα τι λέει αυτός τώρα! Γι' αυτό ο χριστιανισμός δεν τελειώνει εύκολα, δεν τελειώνεις εύκολα με τον χριστιανισμό. Θυμάμαι όταν ήμουνα 20 χρονών έλεγα, πως ζει αυτό το πράγμα τόσες χιλιετίες, τι ανοησία είναι αυτό, καταλάβατε, ήμουν και εγώ ένας γόνος των κατηχητικών, και έλεγα να τελειώσω με την εκκλησία πολύ γρήγορα. Λοιπόν, και τώρα λέω, θα αρκέσει η ιστορία της ανθρωπότητος για να το καταλάβει αυτό άραγε; Καταλάβατε; Ουαί υμίν, μωροί και τυφλοί, σταυρώστε με! Αυτό το πράγμα το συγκλονιστικό, το να παραδίδεσαι και να αγαπάς ακριβώς αυτούς που δεν το αξίζουν και επειδή δεν το αξίζουν. Έ, αυτό είναι η καθαρή ελευθερία. Είναι η απόλυτη μη αμαρτία.
Λοιπόν, με τον τρόπο αυτό καταλαβαίνουμε γιατί έγινε και η ενσάρκωση, γιατί μιλάμε για το σώμα. Πως την ονομάζουν οι Πατέρες την ενσάρκωση: την ονομάζουν συγκατάβαση. Συγκατάβαση... πολύ ωραία λέξη. Συγκατάβαση, υπό την έννοια ότι δεν έχουμε κάποια φιλοσοφική αναγκαιότητα για την οποία να είναι υποχρεωμένος ο Θεός να λάβει σώμα. Γιατί δεν έχουμε αναγκαιότητα; Διότι είναι Τριάς και την βρίσκει πολύ ωραία, δεν έχει ανάγκη... Προσέξτε έχω ανάγκη, σημαίνει είμαι μόνος και όντας μόνος έτσι, παίρνω ένα φτωχό παιδάκι να μου κάνει παρέα. Αυτό δεν είναι συγκατάβαση, αυτό είναι ευγενική χρησιμοποίηση του άλλου, έτσι. Γι' αυτό σήμερα τα ζευγάρια έχουν πρόβλημα, ή σχεδόν όλα ή πολλά. Διότι χρειάζονται τον άλλον, παρένθεση και τον χρειάζονται πολύ άσχημα. Και το φοβερό είναι ότι δεν του λένε τι τον χρειάζονται. Του παρουσιάζονται με την εικόνα της πλησμονής, ενώ αυτό που του ζητάνε στην πραγματικότητα είναι να τους γεμίσει, και δεν του λένε τι τον χρειάζονται. Είναι μεγάλη τέχνη στο ζευγάρι, χρειάζεται μια άλλη ομιλία αυτό όμως, να μάθει το ζευγάρι να λέει ο ένας στον άλλο τι πραγματικά χρειάζεται.
Συνήθως κρύβουμε αυτά που χρειαζόμαστε, αλλά περιμένουμε να τα βρει ο άλλος. Και βέβαια δεν είναι αλήθεια αυτό που λένε - συνεχίζεται η παρένθεση - ότι το αγόρι ψάχνει να βρει μία σαν την μάνα του ή το κορίτσι σαν τον πατέρα του. Ψάχνει να βρει στην πραγματικότητα μία που έχει αυτά που δεν έχει η μάνα του και αυτό είναι το πιο φοβερό. Διότι δεν υπάρχει τρόπος έτσι, εάν δεν ανοιχτούνε αυτοί μεταξύ τους. Βαθειά αυτό είναι η αληθινή αγάπη. Να εξηγήσει ο ένας στον άλλον τι ακριβώς θέλει. Λοιπόν γιατί, διότι δεν είναι συγκατάβαση αυτή η αγάπη είναι χρειάζεται, είναι χρεία, χρειάζομαι να θεραπεύσω τις μονομέρειές μου και τα τραύματά μου, εντάξει; Κλείνει η παρένθεση.
Λοιπόν η ενσάρκωση είναι συγκατάβαση, που σημαίνει ότι κάποιος που δεν με χρειάζεται καθόλου μα καθόλου, αποφασίζει να αναλάβει προσωπική ευθύνη και το προσωπικό βάρος της ύπαρξής μου. Και να την αναλάβει, παρακαλώ προσέξτε, όχι στις δήθεν ευγενικές της στιγμές, δεν ήτανε το σώμα ενός φιλοσόφου, δεν πάει στον Πλάτωνα να πει θα ενωθώ με τον νου σου -τρομερό θα ήταν αυτό-, αλλά τι πάει, πάει και βρίσκει μια απλή κοπέλα στην Ναζαρέτ, με μεγάλη αγάπη για τον Θεό και για τον άνθρωπο, την Παναγία. Λοιπόν και κατεβαίνει μέσα στην πραγματική συνθήκη της πραγματικής μου δυσκολίας και της πραγματικής μου ύπαρξης. Φωτίζει δηλαδή την πληρότητα του είναι μου. Μπαίνει και αναλαμβάνει προσωπικά όλο αυτό το φύραμα για να το πάει πολύ μακριά, πέρα από τον θάνατο. Λοιπόν, γιατί χρειάζεται την σάρκωση, ρωτώ καμιά φορά τους φοιτητές μου. Δεν θα μπορούσε να έχει υπάρξει ένα είδος ουρανίου συμβολαίου, μια ουράνια συγνώμη, κάποια στιγμή να πει ο Θεός, περασμένα ξεχασμένα, ότι κάνατε και ότι σας έκανα τελειώνει εδώ, θα τα βρούμε και τέλειωσε η υπόθεση.
Σε τι χρειάζεται η ενσάρκωση, αυτή η συγκατάβαση, έτσι. Χρειάζεται μόνο για ένα λόγο, διότι να το πω με μία φράση του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και μετά να το εξηγήσω. Λέει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, «δια το αγιασθήναι τω ανθρωπίνω του Θεού τον άνθρωπον». Επειδή πραγματικά ο άνθρωπος είναι ψυχή και σώμα, επειδή πραγματικά είναι μέσα στην ιστορία, επειδή πραγματικά έχει συναισθήματα. Και σκοπός δεν είναι η συγνώμη, σκοπός είναι η αφθαρσία όλων αυτών, σκοπός είναι η θέωση όλων αυτών. Έ, αυτή η θέωση, αυτή η αφθαρσία δεν μπορεί να γίνει χωρίς οντολογική ένωση κτιστού και ακτίστου, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Μπορεί να είμαι συγχωρεμένος από όλους και μόνος, ναι ή όχι; Δεν μπορεί να είμαι, έτσι, σε μια στιγμή να μην έχω με τίποτα με κανέναν και να μην έχει κανένας με εμένα τίποτα και να είμαι κατάμονος. Είναι άλλο αυτό και άλλο πράγμα αυτό το άλλο το οποίο λέμε τόση ώρα ότι πρέπει η συνθήκη η ψυχοσωματική μου, έτσι να θεωθεί. Να αρχίσει να κάνει οτιδήποτε κάνει με ένα τέτοιο τρόπο που να είναι άξιος του Θεού, που είναι γεμάτος Θεό. Να αρχίσει δηλαδή, λένε οι Πατέρες, όχι λέει να εξαλείψει τα πάθη, τα πάθη δεν πρέπει να εξαλειφθούνε - εάν διαβάσετε τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, θα δείτε ότι είναι σε αυτό πάρα πολύ επίμονος -, αλλά να τα μεταμορφώσει, να τους δώσει αληθινό αντικείμενο. Να μάθω όχι να μην θυμώνω, αλλά να θυμώνω σωστά, όχι να μην αγαπώ, αλλά να αγαπώ σωστά κατά Θεόν, όχι να μην τρώω, αλλά να τρώω σωστά κατά Θεόν, όχι να μην χρησιμοποιώ τον κόσμο, αλλά να τον χρησιμοποιώ κατά Θεόν.
Αυτό σημαίνει η ενσάρκωση, να γίνω ένας εν σαρκί περιπολών Θεός, κάποιος δηλαδή ο οποίος ξέρει και έχει εξαντλήσει μέσ' την υλικότητα. Γιατί αυτή είναι η συνθήκη, υλικός είμαι, τελείως, και η ψυχή μου υλική και εγώ υλικός, τελείως μέσ' την υλικότητα, έτσι να εξαντλήσει τι, την χάρη του Θεού, την σωτηρία του Θεού, το Πνεύμα το Άγιο. Έτσι όταν ρωτάει η Καινή Διαθήκη το ερώτημα αυτό, «τις μερίσεται του σώματος του θανάτου τούτου», λέει ο Παύλος. Η απάντηση λοιπόν δεν είναι η αθάνατη ψυχή του, διότι η ψυχή είναι κομμάτι μου, δεν μπορεί να με σώσει η ψυχή, είναι κάτι που επιβιώνει από εμένα, τι είναι η ψυχή... ένα αυτοκίνητο όταν τρακάρει έτσι, διαλύεται αλλά οι βίδες μένουν. Η ψυχή είναι οι βίδες, η βαριά δομή διαλύεται, το σώμα, και μένουν οι βίδες. Δεν είναι ο άνθρωπος μόνον η ψυχή. Μπορεί να ξαναέχω το σώμα άραγε; Μπορεί το σώμα αυτό, το αυτοκίνητο αυτό, να προχωρήσει και να υπάρξει με ένα τέτοιο τρόπο θεοειδή; Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα του χριστιανισμού και ως προς αυτό είναι πολύ τολμηρός φιλοσοφικά.
Κανείς ουδέποτε δεν το διανοήθηκε αυτό, ούτε το Ισλάμ, ούτε φυσικά πολύ περισσότερο ο Ινδουϊσμός ή ο Βουδισμός που αντίθετα συμβουλεύει να απαλλαγούμε από την ύπαρξη αυτή διότι είναι πόνος. Ο χριστιανισμός δεν αδειάζει τον πόνο. Δεν θα μπορούσα να είμαι χριστιανός εάν υπήρχε άρνηση του πόνου στο ευαγγέλιο. Δεν θα μπορούσα να είμαι χριστιανός, προσωπικά, εάν ο Χριστός δεν υπέφερε και δεν πέθαινε. Θα ήταν ψεύτικο, δεν θα ήταν κατάβαση, συγκατάβαση στην δική μας αλήθεια. Επομένως καταλαβαίνετε ότι το να έχει κανείς σώμα, το να είναι κανείς σώμα, γιατί εάν έχουμε σώμα είμαστε σώμα, είναι πάρα πολύ σημαντικό. Είναι μια μεγάλη απελπισία και μια μεγάλη ελπίδα. Απελπισία διότι δεν υπάρχει τίποτα μέσα μας που να μας κάνει θεούς από μόνο του. Ελπίδα διότι αυτό το τίποτα, αυτή η φθορά, αυτή η έλλειψη μπορεί να γίνει αιώνια πλησμονή δια του θεού και τώρα και στους αιώνες. Έτσι...
Ξαναγυρίζω, να πω μια μικρή ανακεφαλαίωση και μετά θα σας δώσω τον λόγο, γιατί μίλησα πολύ ώρα. Λοιπόν είπαμε ότι το σώμα απωθήθηκε από την φιλοσοφία γενικά, από την αρχαία φιλοσοφία μέχρι την νεότερη. Θεωρήθηκε άλογο και η ιδεολογία ακολούθησε θεωρώντας ότι το σώμα, ότι η ουσία του ανθρώπου, η εικόνα του θεού είναι μόνο στην ψυχή. Στην δύση επέστρεψε ως αντάρτης το σώμα και ως τέτοιο είναι πολύ γοητευτικό, μέσα από την διαφήμιση, μέσα από τον υπέροχο αυτό ναρκισσισμό της σύγχρονης μουσικής έτσι, μέσα από την σύγχρονη τέχνη, αλλά μέσα και από χυδαιότερες εκφάνσεις, οι οποίες και αυτές είναι πολύ κοντινές μας, διότι μας έχουν περικυκλώσει σε μία καθημερινότητα πια.
Το μεγάλο στοίχημα είναι ακριβώς αυτό που συνέβη, πιστεύω, στην πατερική ελληνική παράδοση, όπου ξαφνικά αποδόθηκε η εικόνα του Θεού και στο σώμα. Η πνευματοποίηση του σώματος. Το ότι μπορώ να θυμώνω κατά Θεόν, το ότι ο έρως - ο σωματικός έρως - δεν χρειάζεται να είναι πορνογραφία, αλλά μπορεί να μπει μέσα στην οντολογία, την καθημερινή ζωή του ανθρώπου, ότι τα συναισθήματα και οι επιθυμίες μπορούν να προσεχθούν από τον Θεό και όχι απλά να υπάρχουν σαν μια παρένθεση.
Εν ολίγοις το γεγονός ότι ο εικονισμός του Θεού πάνω στο σώμα και πάνω στην ψυχή, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ενσάρκωση ως συγκατάβαση, ως ανάληψη του σώματος από τον Θεό τον ίδιο και δημιουργεί μια ριζική πνευματικοποίηση του σώματος. Αυτή η ριζική πνευματικοποίηση του σώματος είναι το αίτημα του άμεσου μέλλοντος. Και το αίτημα αυτό, έτσι να ξέρετε, το ερώτημα αυτό θα το απαντήσουμε εμείς όλοι στην δύση, ο ελληνοδυτικός κόσμος, με δύο πιθανούς τρόπους: ο ένας θα είναι ο παγανιστικός έτσι, όπου το σώμα θα θεωρηθεί ως κατοικητήριο σκοτεινών δυνάμεων στις οποίες πρέπει να παραδοθούμε, έστω με μέτρο αλλά να παραδοθούμε, ένα μέρος της ψυχολογίας του βάθους ήδη το ζητάει αυτό σήμερα, και ο άλλος τρόπος θα είναι ο χριστιανικός, δηλαδή η πιθανότητα το Πνεύμα το Άγιο να μπορεί να θεώσει το σώμα, δηλαδή να το κάνει διάφανο στην χάρη και να το κάνει όμορφο και κυρίως αιώνιο. Αυτά.

* Πάτρα, Κυριακή, 10-05-2009: Ομιλία στο Ξενοδοχείο «Αστήρ» της Πάτρας με αφορμή την εορτή του προστάτη των οδοντιάτρων, Αγίου Αντύπα. Τη διοργάνωση έκανε ο σύλλογος οδοντιάτρων Πάτρας.

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2009

Ο ΠΑΠΠΟΥΛΗΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΜΑΣ ΕΛΕΓΕ...


Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής. Αυτό είναι! Πρέπει να πονάεις. Ν’ αγαπάεις και να πονάεις. Να πονάεις γι’ αυτόν που αγαπάεις. Η αγάπη κάνει κόπο για τον αγαπημένο. Όλη νύχτα τρέχει, αγρυπνεί, ματώνει τα πόδια, για να συναντηθεί με τον αγαπημένο. Κάνει θυσίες δεν λογαριάζει τίποτα, ούτε απειλές ούτε δυσκολίες εξαιτίας της αγάπης.

Αν στραπατσαρισθεί η ψυχή και γίνει ανάξια της αγάπης του Χριστού διακόπτει ο Χριστός τις σχέσεις διότι ο Χριστός «χοντρές» ψυχές δεν θέλει κοντά Του. Η ψυχή πρέπει να συνέλθει πάλι, για να γίνει άξια του Χριστού, να μετανοήσει «έως εβδομηκοντάκις επτά». Η μετάνοια η αληθινή θα φέρει τον αγιασμό. Όχι να λέεις «πάνε τα χρόνια μου χαμένα, δεν είμαι άξιος» αλλά μπορείς να λέεις «θυμάμαι κι εγώ τις μέρες τις αργές που δεν ζούσα κοντά στον Θεό».
Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ: «Πάσα γαρ εργασία σωματική τε και πνευματική μη έχουσα πόνον ή κόπον, ουδέποτε καρποφορεί τω ταύτην μετερχομένω, ότι βιαστή εστίν η Βασιλεία των ουρανών και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν, βίαν ειπών την του σώματος εν πάσιν επίπονον άσκησιν».

Χρειάζεται προσοχή και προσπάθεια για να κατανοεί κανείς αυτά που μελετάει και να τα ενστερνίζεται. Αυτός είναι ο κόπος που θα κάνει ο άνθρωπος. Στην κατάνυξι στην ζέση στα δάκρυα θα μπει μετά χωρίς να κοπιάσει. Αυτά ακολουθούν είναι δώρα Θεού. Ο έρωτας θέλει προσπάθεια;

Εγώ ο καημένος επιθυμώ ν’ ακούω τα λόγια των Πατέρων, των ασκητών, τα λόγια της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Σ’ αυτά θέλω να εντρυφώ. Αυτά καλλιεργούν το θείο έρωτα.

Ο Χριστός κάθεται έξω απ’ τη θύρα της ψυχής μας και κρούει για να Του ανοίξομε, μα δεν μπαίνει μέσα. Δεν θέλει να εκβιάσει την ελευθερία, που ο ίδιος μας έχει δώσει. … Ο Χριστός είναι ευγενής. Στέκει έξω απ’ τη θύρα της ψυχής μας και χτυπάει απαλά. Αν του ανοίξομε, θα έλθει μέσα μας και θα μας δώσει τα πάντα, τον εαυτό Του, μυστικά, αθόρυβα.
Ετοιμάζεσαι ν’ αποκτήσεις εκείνα που θέλει ο Χριστός, για να έλθει μέσα σου η θεία χάρις, αλλά δεν μπορεί να μπει, όταν δεν υπάρχει εκείνο που πρέπει να έχει ο άνθρωπος.
Ποιο είναι αυτό; Είναι η ταπείνωση. Αν δεν υπάρχει ταπείνωση, δεν μπορούμε ν’ αγαπήσομε τον Χριστό. Ταπείνωση και ανιδιοτέλεια στη λατρεία του Θεού.
Κανείς να μη σας βλέπει κανείς να μην καταλαβαίνει τις κινήσεις της λατρείας σας προς το θείον. Όλ’ αυτά κρυφά, μυστικά, σαν τους ασκητές. Θυμάστε που σας έχω πει για τ’ αηδονάκι; Έτσι γίνεται και μ’ αυτόν που ερωτεύεται τον Χριστό. Άμα αγαπάει, «φουσκώνει ο λάρυγγας, παθαίνει, μαλλιάζει η γλώσσα».
Έ, όταν φθάσεις σε μια τέτοια ταπείνωση κι εξαναγκάσεις την χάρι του Θεού να κατοικήσει μέσα σου, τότε τα κέρδισες όλα. Όταν έχεις ταπείνωση, όταν γίνεις αιχμάλωτος του Θεού, αιχμάλωτος με την καλή έννοια, δηλαδή δοχείο της θείας χάριτος, τότε μπορείς να πεις με τον Απόστολο Παύλο: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη εν εμοί Χριστός». Είναι πάρα πολύ εύκολο να πραγματοποιηθεί αυτό, να κάνομε, δηλαδή αυτά που θέλει ο Θεός. Όχι απλώς εύκολο αλλά ευκολότατο. Αρκεί να κάνομε το άνοιγμα. Όταν κάνομε το άνοιγμα, για να δεχούμε το θείον, γινόμαστε άξιοι του Θεού, για να εγκύψει μέσα μας ο Χριστός. Και αν εγκύψει μέσα μας ο Χριστός μας χαρίζει την ελευθερία. Πού να βρεις λέξεις γι’ αυτά τα μυστήρια! Όλο το μυστικό είναι η αγάπη, ο έρωτας στον Χριστό. Το δόσιμο στον κόσμο τον πνευματικό. Ούτε μοναξιά νιώθει κανείς, ούτε τίποτα. Ζει μέσα σ’ άλλον κόσμο. Εκεί που η ψυχή χαίρεται, εκεί που ευφραίνεται, που ποτέ δεν χορταίνει.
Είναι μία πανήγυρις και το κέντρο όλης της χαράς είναι το πρόσωπο του Χριστού. Τι είναι ακριβώς, δεν μπορούμε στο βάθος να το καταλάβομε, διότι ο Θεός είναι άπειρος, είναι μυστήριο, είναι σιωπή. Ο Θεός είναι πολύ μυστικός, αλλά υπάρχει παντού. Θεό ζούμε, Θεό αναπνέομε, αλλά δεν μπορούμε να αισθανθούμε το μεγαλείο Του, την πρόνοιά Του. Συχνά κρύβει τις ενέργειες της θείας Του προνοίας (ΛΟΓΟΙ ΟΝΤΩΝ). Όταν όμως αποκτήσομε την αγία ταπείνωση, τότε τα βλέπομε όλα κι όλα τα ζούμε· ζούμε τον Θεό ολοφάνερα κι αισθανόμαστε τα μυστήρια Του. Τότε πια αρχίζομε να Τον αγαπάμε. Κι αυτό είναι κάτι που το ζητάει Εκείνος. Είναι το πρώτο που ζητάει για τη δική μας ευτυχία, …
Το άκρον εφετόν είναι ο Θεός, ο Πατέρας ο Υιός το Άγιον Πνεύμα. Όλα τα πρόσωπα είναι ένα μεταξύ τους και είναι ένα και με την Εκκλησία.
Για να μη ζείτε στο σκοτάδι, γυρίστε το διακόπτη της προσευχής, ώστε να έλθει το θείο φως στην ψυχή σας. Στο βάθος του είναι σας θα φανεί ο Χριστός. Εκεί, στο βάθος είναι η Βασιλεία του Θεού.

Σάββατο, 9 Μαΐου 2009

..Εκκλησιαστική συνείδηση :Αφασία, ευσεβισμός και εκκλησιαστική συνείδηση


Tου Χρήστου Γιανναρά

Η πραξικοπηματική απόσχιση της ελλαδικής Εκκλησίας από τον κορμό της ελληνικής οικουμενικότητας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, η αυτοανακήρυξη της «αυτοκεφαλίας» της, ήταν ενέργημα συνεπέστατο στον επαρχιωτισμό του εθνικισμού που καθόριζε πια την πορεία του νεόφυτου κρατιδίου. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, ο Κοραϊσμός, χάρη στις λόγχες των Βαυαρών, επιβλήθηκε κυριαρχικά σαν επίσημη κρατική ιδεολογία. Και ο Κοραής είχε προκαθορίσει την εκκλησιαστική αυτοκεφαλία σαν προϋπόθεση για την εθνικιστική βαλκανιοποίηση του Ελληνισμού.




Από τα πρώτα της βήματα αυτή η βαλκανικού επαρχιωτισμού εθνική Εκκλησία σάρκωνε μια σχιζοφρένεια, οργανικό σύμπτωμα και συνέπεια του ξεσπιτωμού των Ελλαδιτών από την κοσμοπολίτικη αρχοντιά της πατριαρχικής οικουμενικότητας: Η διοίκηση εντελώς αφασική, με ριζικά αλλοτριωμένη εκκλησιολογική συνείδηση, ολοκληρωτικά υποταγμένη στις κρατικές σκοπιμότητες, ξιπασμένη από κατ' επίφασιν προνομίες κοσμικής επιβλητικότητας - συμβατικός θεσμός «επικρατούσης θρησκείας», χρηστικός όσο και κάθε άλλη υπηρεσία κοινής ωφέλειας. Και παράλληλα, άσχετα με τη διοίκηση, κάποια «κινήματα», πρωτοβουλίες λαϊκών και «κατώτερων κληρικών», που η αφασία του επίσημου θεσμού τους εξωθούσε να αναζητήσουν τη «ζωντανή» και «γνήσια» θρησκευτικότητα αλλού: Στα υποδείγματα ορθολογικά οργανωμένης ευσέβειας και νομικά κωδικοποιημένης ηθικής που είχαν εισαχθεί στην Ελλάδα από τα κύματα των προτεσταντών μισσιοναρίων πριν και μετά την ανεξαρτησία.


Για περισσότερα από εκατό χρόνια, η σχιζοφρενική αυτή συνύπαρξη της αφασίας του επίσημου θεσμού με τον ζηλωτισμό του εξωεκκλησιαστικού ευσεβισμού λειτούργησε χάρη σε μιαν αμοιβαία, καθαρά συμφεροντολογική, ανεκτικότητα: Η αφασική διοίκηση αντλούσε από τον ζηλωτικό ευσεβισμό ευπρόσωπο λόγο ύπαρξης της Εκκλησίας και επίδειξη ωφέλιμου κοινωνικά έργου. Ο δε αυτόνομος στην οργάνωσή του ευσεβισμός κατόρθωνε έτσι να γίνεται ανεκτός παρά τον εξωεκκλησιαστικό χαρακτήρα του.




Μετά από δύο αρχιεπισκόπους στις αρχές του 20ού αιώνα που οδήγησαν την υποτέλεια του θεσμού σε εξευτελιστική κορύφωση («ανάθεμα» Βενιζέλου, 1916 - εκδίωξη του βενιζελικού αρχιεπισκόπου, 1920), ανεβαίνει στο θρόνο των Αθηνών, με ανακτορική παρέμβαση, ο πρώτος μέγας προστάτης των ευσεβιστικών κινημάτων αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος. Πανεπιστημιακός καθηγητής, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, προβλήθηκε ως «το πρόσωπο της αλλαγής»: Η Εκκλησία εμφανίστηκε να «βγαίνει από το κοινωνικό περιθώριο», να έχει «μορφωμένη ηγεσία», αξιοπρεπή παρουσία. Βιτρίνα του ιεραποστολικού της έργου τα αυτονομημένα εξωεκκλησιαστικά σωματεία: ο ηγέτης τους ορίζεται ιεροκήρυκας του καθεδρικού ναού των Αθηνών και σελαγίζει στο κοινωνικό στερέωμα σαν ιερατικό πρότυπο προσδίδοντας και στο ευσεβιστικό κίνημα θριαμβική νομιμοποίηση. Παράλληλα όμως ο ρηξικέλευθος αρχιεπίσκοπος θα εισαγάγει μαζικά στην επισκοπική Ιεραρχία πολλά πρόσωπα που στις επόμενες δεκαετίες θα αποτελέσουν αφορμές αλυσσιδωτών, θορυβωδών σκανδάλων σεξουαλικής ιδιαιτερότητας.




Ακολουθεί η ανώμαλη εκλογή ως αρχιεπισκόπου, κάτω από το μεταξικό καθεστώς, μιας σημαντικής στον εθνικό και θρησκευτικό βίο προσωπικότητας, του Χρύσανθου Φιλιππίδη, που θα επιχειρήσει να μπολιάσει στην αφασική διοίκηση πρόσωπα των ζηλωτικών κινημάτων. Με την εισβολή των Χιτλερικών ο Χρύσανθος αντικαθίσταται από τον Δαμασκηνό Παπανδρέου, για να ξεστρατίσει άλλη μια φορά η ελλαδική Εκκλησία σε ρόλο εθναρχικό, σε στρεβλή αναζήτηση κοινωνικής αναγνώρισης της «χρησιμότητάς» της. Το ίδιο κλίμα θα υπηρετήσει και ο στιβαρός Σπυρίδων Βλάχος, κυρίως με αφορμή τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της Κύπρου.




Επονται διαδοχικά τέσσερις αρχιεπίσκοποι με ασήμαντη παρουσία, ενώ η δραματική αντίθεση ανάμεσα στην αφασία της διοικούσας Εκκλησίας και στον θρησκευτικό δυναμισμό του εξωεκκλησιαστικού ευσεβισμού επιτείνεται. Την επίταση τροφοδοτεί σωρεία κραυγαλέων ηθικών σκανδάλων κληρικών, κυρίως επισκόπων. Ετσι, όταν η δικτατορία των συνταγματαρχών το 1967 συγκροτεί «αριστίνδην» σύνοδο επισκόπων, η οποία εκλέγει αρχιεπίσκοπο Αθηνών το κορυφαίο στέλεχος των ευσεβιστικών οργανώσεων Ιερώνυμο Κοτσώνη και ο Ιερώνυμος επιχειρεί σαρωτική «ηθική κάθαρση» του επισκοπικού σώματος, ό,τι και αν λέμε για λόγους «αντιστασιακούς» εκ των υστέρων, το γενικό αίσθημα λαϊκής ανακούφισης ήταν περισσότερο και από έκδηλο. Κατηχημένο μόνο με τις αρχές του προτεσταντικού ηθικισμού (τόσο από το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολειά όσο και από τα κηρύγματα των οργανώσεων), το πλήρωμα της ελλαδικής Εκκλησίας ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει τη ζωτική και θεμελιώδη διαφορά του ατομοκεντρικού ηθικισμού από το άθλημα μετοχής στο σώμα εκκλησιαστικής κοινωνίας της ζωής. Γι' αυτό και αναφανδόν προτιμούσε επισκόπους με ηθική τουλάχιστον συνέπεια από αφασικούς καριερίστες, σκανδαλοποιούς.
Με τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο Κοτσώνη, γεφυρώνεται για πρώτη φορά το χάσμα ανάμεσα στη διοικούσα Εκκλησία και στα ζηλωτικά κινήματα. Μια καινούργια, συχνά εκπληκτική ανθρώπινη ποιότητα αναλαμβάνει επισκοπικές ευθύνες: άνθρωποι με ανιδιοτέλεια, θυσιαστική ετοιμότητα, ιεραποστολικό ζήλο, μάλλον ανυποψίαστοι όμως για το εκκλησιαστικό γεγονός, παγιδευμένοι στην ιδεολογική θρησκευτικότητα και στον ηθικιστικό ωφελιμισμό.




Οταν ο Ιερώνυμος θα παραιτηθεί (και απογοητευμένος από την εκκλησιαστική του διακονία θα ιδρύσει ένα διεθνές κίνημα «Αγαπισμού»!) ο διάδοχός του, εκλεκτός της χούντας Ιωαννίδη, Σεραφείμ Τίκας θα αποβάλει από το επισκοπικό σώμα, με την ανομία συντακτικών πράξεων της δικτατορίας, αυτήν την ενοχλητική ευσεβιστική ποιότητα. Στα είκοσι πέντε χρόνια της αρχιεπισκοπικής του θητείας η αφασία της διοικούσας Εκκλησίας θα αποκατασταθεί υποδειγματικά.




Ομως, ο ίδιος ο Σεραφείμ, παρ' όλο που επιβάλλει και χειροτονεί ως επισκόπους ασήμαντα αναστήματα, αναγκάζεται να καταφύγει και σε κληρικούς τυπικά εξωεκκλησιαστικής ευσεβιστικής νοοτροπίας. Τα κάποτε σωματεία - πυρήνες του ατομοκεντρικού ζηλωτισμού έχουν πια εκλείψει ή φυτοζωούν, αλλά το μόνο είδος δραστηριότητας που έχουν να επιδείξουν οι εκκλησιαστικές μητροπόλεις, παντού στην Ελλάδα, είναι ο προτεσταντικού τύπου θρησκευτικός ιεραποστολισμός των εξωεκκλησιαστικών κινημάτων. Πολλούς επιδέξιους σε αυτό τον ακτιβισμό κληρικούς προβιβάζει σε επισκόπους ο Σεραφείμ.


Για τη διαδοχή του συγκρούστηκαν δύο ξεκάθαρα αντιθετικές νοοτροπίες: Από τη μια το χαρισματικών προσόντων βλάστημα της ιδεολογικής θρησκευτικότητας των οργανώσεων, μοντέλο εκσυγχρονισμένου θρησκευτικού ηγέτη (περισσότερο Αγιατολάχ και παρεμπιπτόντως εκκλησιαστικού ποιμένα), μέλος συγκεκριμένης οργάνωσης κληρικών συγκροτημένης ακριβώς με τις σκοπιμότητες της «τυρείας» που καταδικάζουν οι Κανόνες της Εκκλησίας. Και από την άλλη, ένα από τα ελάχιστα δείγματα μιας μικρής μειονότητας επισκόπων που συνειδητοποιούν την καισαρική διαφορά της Εκκλησίας τόσο από τον ατομοκεντρισμό του ευσεβισμού όσο και από την αφασία και θεομπαιξία.


Φυσικά και εξουδετερώθηκε, με λάσπη για δήθεν οικονομικές ατασθαλίες, ο δεύτερος υποψήφιος.


πηγή:καθημερινή 03-02-08

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2009

ΑΓΑΠΩ, ΑΡΑ ΥΠΑΡΧΩ-Χωρίς αγάπη δεν είμαστε άνθρωποι!...


Επίσκοπος Διοκλείας Kάλλιστος Ware, «H Oρθόδοξη θεολογία στον 21ο αιώνα»


Amo, ergo sum!

Στη θεία Λειτουργία το ευχαριστείν και προσφέρειν, η ευχαριστία και η θυσία, είναι τόσο στενά συνδεδεμένα, ώστε συνιστούν μια μοναδική πραγματικότητα, μια αδιαίρετη πράξη. Έτσι πρέπει να είναι απʼ αρχής μέχρι τέλους και η συνολική ανθρώπινη ζωή μας, η «Λειτουργία μετά τη Λειτουργία».

Δεν μπορούμε να είμαστε αυθεντικά ευχαριστιακά ζώα, αληθινοί ιερείς της δημιουργίας, αν δεν κουβαλάμε το Σταυρό, αν δεν μετέχουμε στη θυσιαστική αυτοπροσφορά του Χριστού, του μεγάλου Αρχιερέως μας, αν δεν θυσιάσουμε με άλλα λόγια τις ζωές μας με γενναιόδωρη αγάπη, πεθαίνοντας για να μπορέσουν άλλοι να ζήσουν.

Η τέλεια αγάπη είναι η θυσιαστική αγάπη. «Να προσφέρεις τον κόσμο πίσω στον Θεό ευχαριστιακά» σημαίνει «να προσφέρεις την ίδια σου τη ζωή ως θυσία στο Θεό, για χάρη των συνανθρώπων σου». Μόνο που μια τέτοια θυσία, θα ανακαλύψουμε ότι δεν χάνουμε αλλά κερδίζουμε. Η κένωση οδηγεί στην πλήρωση, το άδειασμα του εαυτού μας οδηγεί στην πλήρωσή του. Όπως ο Κύριος μας ο ίδιος μας διαβεβαίωσε, αν απολέσουμε τη ζωή μας για χάρη Του θα την κερδίσουμε (Ματθ. 10, 39). Με τα λόγια του C.S.Lewis: «Τίποτα δε θα είναι πραγματικά δικό σου αν πρώτα δεν το παραδώσεις».

Όποια και αν είναι η επιλογή μας για τα κυρίαρχα θέματα, υπάρχει βέβαια ένα βαθύτερο στοιχείο, το οποίο είναι θεμελιώδες σε κάθε κατανόηση του ανθρώπινου προσώπου, και αυτό είναι η ποιότητα της αγάπης. Χωρίς αγάπη δεν είμαστε άνθρωποι.


Στις αρχές του 17ου αιώνα, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή στη φιλοσοφία, ο René Descartes επέλεξε ως εναρκτήριο σημείο την αρχή Cogito ergo sum –«Σκέφτομαι άρα υπάρχω».


Θα μπορούσε ίσως καλύτερα, καθώς το ανθρώπινο ον είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα ον που σκέφτεται, να έχει λάβει ως εναρκτήριο σημείο τη βεβαίωση Amo, ergo sum –«Αγαπώ, άρα υπάρχω». Με τα λόγια του πατρός Δημητρίου Staniloae: «Αν δεν με αγαπούν, αδυνατώ να κατανοήσω τον εαυτό μου». Όπως δηλώνει ο Παύλος Evdokimov, το μεγαλύτερο γεγονός ανάμεσα στον Θεό και στο ανθρώπινο πρόσωπο –και ανάμεσα σε ένα ανθρώπινο πρόσωπο και ένα άλλο, μπορούμε να προσθέσουμε- είναι να αγαπά και να αγαπάται.


Αν μπορούμε να κάνουμε την αγάπη το εναρκτήριο και το ακροτελεύτιο σημείο στη διδασκαλία μας για το πρόσωπο, η χριστιανική μας μαρτυρία στον 21ο αιώνα θα αποδειχθεί συνολικά δημιουργική και ζωοποιός.


Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )